Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ (ΠΤΠΕ) ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Η φοιτήτρια Δάφνη Καλογεράκη εκπόνησε κατά το ακαδ. έτος 2010-2011 την πτυχιακή εργασία: «Η απορρόφηση στην αγορά εργασίας των πτυχιούχων του ΠΤΠΕ του Πανεπιστημίου Κρήτης» (επόπτης καθηγητής: Μιχάλης Λιναρδάκης). Η έρευνα επικεντρώθηκε στην επαγγελματική ένταξη των πτυχιούχων του ΠΤΠΕ σε συσχετισμό με τις προσπάθειες που αυτοί έκαναν για να βρουν απασχόληση και σε συσχετισμό με τις σπουδές τους. Για χάρη της έρευνας ερωτήθηκαν 70 απόφοιτοι του Τμήματος, που επιλέχτηκαν με τυχαία δειγματοληψία από όσους είχαν αποφοιτήσει ανάμεσα στα έτη 2002 και 2010. Το ερωτηματολόγιο (που τους τέθηκε τηλεφωνικά) επικεντρώθηκε σε ζητήματα της επαγγελματικής τους ένταξης και της μετάβασής τους από την εκπαίδευση στην εργασία. Οι στατιστικές αναλύσεις έγιναν με το πρόγραμμα SPSS 19. Αυτή η έρευνα είναι χρήσιμη για τους μελλοντικούς φοιτητές και αποφοίτους των Παιδαγωγικών Τμημάτων Προσχολικής Εκπαίδευσης, επειδή αφορά την επαγγελματική τους αποκατάσταση και τις σχετικές αποφάσεις που καλούνται να πάρουν. Εδώ παρατίθενται τα συμπεράσματα της συγκεκριμένης έρευνας, όπως εκτίθενται στο 4 ο κεφάλαιο (σελ. 73-82): ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: «4.1.1. Δημογραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των αποφοίτων Ηλικία: Ο μέσος όρος των αποφοίτων κατά τη στιγμή της έρευνας είχε ηλικία 27,3143. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι η έρευνα συμπεριέλαβε αποφοίτους των ετών 2002-2010. Αυτό το αποτέλεσμα μας πληροφορεί ότι η έρευνα έχει ως δείγμα άτομα που έχουν μεταβεί σχετικά πρόσφατα στην αγορά εργασίας, αλλά και άτομα που βρίσκονται μέχρι και δέκα χρόνια στην αγορά εργασίας. Φύλο: Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας σε ολόκληρο το δείγμα μας υπάρχει μόνο ένας άνδρας. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να δείχνει τη μη προτίμηση των ανδρών στο συγκεκριμένο Τμήμα. Αυτή η άποψη επιβεβαιώνεται και από τα ευρήματα της έρευνας που παραθέτει η Καραμεσίνη (2008, σελ. 62) 1. Στη συγκεκριμένη έρευνα βρέθηκε ότι τα Τμήματα Επιστημών Αγωγής ανήκουν στους επιστημονικούς κλάδους με το υψηλότερο ποσοστό γυναικών αποφοίτων. 1 Καραμεσίνη, Μ. (2008). Η απορρόφηση των πτυχιούχων Πανεπιστημίου στην αγορά εργασίας. Πανελλαδική έρευνα στους αποφοίτους των ετών 1998-2000. Αθήνα: Διόνικος. - 1 -
Η αριθμητική υπεροχή των φοιτητριών δείχνει ότι έχουν αμβλυνθεί οι ανισότητες ως προς τα φύλα σε ό, τι αφορά τη συμμετοχή στο Πανεπιστήμιο, και μάλιστα οι πιθανότητες συμμετοχής των γυναικών είναι πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες των ανδρών. Παρ όλα αυτά, υπάρχουν έρευνες που αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ακόμη στερεότυπα των επιστημονικών αντικειμένων που επιλέγουν τα δύο φύλα. Αυτές οι έρευνες μας πληροφορούν ότι οι Σχολές, που θεωρούνται στερεοτυπικά «γυναικείες», αποτελούνται όντως από μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών. Τέκνα: Το ποσοστό των αποφοίτων που δεν έχουν παιδιά φτάνει το 82,9% του δείγματος. Αυτό το μεγάλο ποσοστό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι ο μέσος όρος της ηλικίας των αποφοίτων ήταν μόλις 27,3143. Αυτό υποστηρίζεται και από την έρευνα της Καραμεσίνη (ό.π., σελ. 64) και των συνεργατών της για την απορρόφηση στην αγορά εργασίας των αποφοίτων Πανεπιστημίων της Ελλάδας, όπου βρέθηκε ότι ο μέσος όρος ηλικίας αυτών που είχαν παιδιά ήταν 32 έτη, ενώ αυτών χωρίς παιδιά ήταν 30. Βλέποντας αυτά τα αποτελέσματα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η πλειονότητα των αποφοίτων δεν κάνει παιδιά μέχρι και τα 30 έτη ηλικίας τους. Επίπεδο εκπαίδευσης του πατέρα και της μητέρας: Αν ορίσουμε ως χαμηλό το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων που πήγαν σε μερικές τάξεις του δημοτικού σχολείου ή έχουν πάρει απολυτήριο δημοτικού σχολείου, και ως μεσαίο θεωρήσουμε το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων που έχουν απολυτήριο τριτάξιας ή εξατάξιας μέσης εκπαίδευσης, τότε οι γονείς με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο είναι αυτοί που έχουν επίπεδο ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι απόφοιτοι που έχουν πατέρες με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης αποτελούν το 22,9% του δείγματος, το 40% των πατέρων έχουν μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης, ενώ το 37,2% έχει υψηλή εκπαίδευση. Ακόμη, το 22,9% των αποφοίτων έχει μητέρες με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, το 55,7% των μητέρων έχει μεσαίο επίπεδο και το 21,4% των μητέρων έχει υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Τα παραπάνω στοιχεία μας δείχνουν ότι η πλειονότητα των γονέων των αποφοίτων του ΠΤΠΕ Ρεθύμνου έχουν σχετικά μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο. Αν συγκρίνουμε αυτά τα στοιχεία με τα αποτελέσματα της έρευνας της Καραμεσίνη (ό.π., σελ. 63) και των συνεργατών της, που μας πληροφορούν ότι οι Σχολές Επιστημών Αγωγής ανήκουν στους επιστημονικούς κλάδους με το χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο γονέων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο γονέων θεωρείται χαμηλό σε σύγκριση με το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων άλλων Τμημάτων. Ακόμη, στην έρευνα της Σιανού-Κυργίου (2010, σελ. 178) 2 παρατηρούμε ότι ένα από τα Τμήματα, στα οποία εμφανίζονται τα υψηλότερα ποσοστά φοιτητών με πατέρα απόφοιτο υποχρεωτικής εκπαίδευσης, είναι το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών. Βλέποντας αυτά τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών και των υπόλοιπων ερευνών που αναφέραμε στο κεφάλαιο 2, καταλαβαίνουμε ότι είναι πολύ λίγα τα ποσοστά των πατέρων των αποφοίτων των Παιδαγωγικών Τμημάτων που έχουν 2 Σιανού-Κυργίου, Ε. (2010). Από το Πανεπιστήμιο στην αγορά εργασίας. Όψεις των κοινωνικών ανισοτήτων. Αθήνα: Μεταίχμιο. - 2 -
υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Ακόμη, συμπεραίνουμε ότι η πλειονότητα των μητέρων των αποφοίτων έχουν χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τους πατέρες των αποφοίτων που συμμετείχαν στις έρευνες που αναφέραμε. 4.1.2. Στοιχεία σπουδών Προτίμηση για την Σχολή στις Πανελλήνιες εξετάσεις και ενδιαφέρον για το επιστημονικό αντικείμενο των σπουδών: Τα αποτελέσματα των πινάκων 6 και 7 μας δείχνουν ότι οι περισσότεροι απόφοιτοι ήταν συνειδητοποιημένοι για την επιλογή τους να περάσουν στο συγκεκριμένο Τμήμα, καθώς το 88,6% των αποφοίτων είχε δηλώσει το Τμήμα μεταξύ των δέκα πρώτων επιλογών του στο μηχανογραφικό δελτίο των Πανελλαδικών εξετάσεων και το 92,9% ενδιαφερόταν πολύ για το επιστημονικό αντικείμενο των σπουδών του. Παρ όλα αυτά, υπάρχει ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσοστό αποφοίτων, για το οποίο η Σχολή αυτή δεν ήταν ανάμεσα στις πρώτες επιλογές του (11,4%) και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το επιστημονικό αντικείμενο των σπουδών του ή ενδιαφερόταν λίγο (4,3%). Τα παραπάνω αποτελέσματα έρχονται σε αντίθεση με τα αποτελέσματα της έρευνας της Καραμεσίνη (2008, σελ. 65) και των συνεργατών της, τα οποία υποστηρίζουν ότι οι απόφοιτοι των Επιστημών Αγωγής είχαν ασθενή προτίμηση για το Τμήμα τους. Ακόμη, και στις δύο έρευνες που έγιναν για την αγορά εργασίας των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Κρήτης, και που αναφέραμε στο κεφάλαιο 2, βλέπουμε ότι οι Επιστήμες Αγωγής ανήκαν στις Σχολές με τη χαμηλότερη προτίμηση στις Πανελλαδικές εξετάσεις εκ μέρους των αποφοίτων τους (Γραφείο Διασύνδεσης Πανεπιστημίου Κρήτης, 2000. Γραφείο Διασύνδεσης Πανεπιστημίου Κρήτης, 2006. Βλ. σχετικά Λιοδάκη, 2008, σελ. 131, 135) 3. Τέλος, στην έρευνά μας η ασθενής προτίμηση για το Τμήμα μπορεί να σχετίζεται και με την άγνοια για το επιστημονικό αντικείμενο της Σχολής, καθώς υπάρχει ένα 2,9% των αποφοίτων που δεν το γνώριζε. Ικανοποίηση αποφοίτων από τις σπουδές: Στην ερώτηση, αν οι απόφοιτοι του Τμήματος είναι ευχαριστημένοι με τις σπουδές τους, ένα μεγάλο ποσοστό 82,9% ήταν πολύ ευχαριστημένο από τις σπουδές του γενικότερα (πρόγραμμα σπουδών, διδάσκοντες, λειτουργικές υποδομές, διοικητική στήριξη). Αυτό το αποτέλεσμα είναι θετικό σε σχέση με το αποτέλεσμα της έρευνας της Καραμεσίνη (2008, σελ. 92), το οποίο δείχνει ότι μόνο το 65% των αποφοίτων διαφόρων Πανεπιστημίων έμειναν ευχαριστημένοι από τις σπουδές τους. Αντίθετα, οι δύο έρευνες που έγιναν για την αγορά εργασίας των αποφοίτων του Πανεπιστημίου Κρήτης και που αναφέραμε στο κεφάλαιο 2, συμφωνούν με τα αποτελέσματά μας, καθώς σε αυτές τις έρευνες ένα μεγάλο ποσοστό αποφοίτων του Πανεπιστημίου Κρήτης έμεινε ευχαριστημένο από τις σπουδές του και ανάμεσα στους επιστημονικούς κλάδους με τα μεγαλύτερα ποσοστά ικανοποίησης ανήκουν οι Επιστήμες Αγωγής (Γραφείο Διασύνδεσης Πανεπ/μίου Κρήτης, 2000. Γραφείο Διασύνδεσης Πανεπ/μίου Κρήτης, 2006. Βλ. σχετικά Λιοδάκη, 2008, σελ. 130, 135). 3 Λιοδάκη, Ν. (2008). Ανεργία πτυχιούχων. Οι επιπτώσεις της στη στάση των φοιτητριών και φοιτητών απέναντι στις σπουδές τους και στην αγορά εργασίας. Το παράδειγμα των Επιστημών του Ανθρώπου στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ρέθυμνο: Πανεπιστήμιο Κρήτης, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Τομέας Θεωρίας και Κοινωνιολογίας της Παιδείας. - 3 -
Τα παραπάνω στοιχεία ίσως δείχνουν ότι το Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης Ρεθύμνου είναι ένα Τμήμα με καλό πρόγραμμα σπουδών, καλούς διδάσκοντες, καλές λειτουργικές υποδομές και καλή διοικητική στήριξη σε σύγκριση με άλλα Πανεπιστήμια της Ελλάδας. Παρ όλα αυτά, υπάρχει κι ένα ποσοστό της τάξεως του 17,2% που απάντησε ότι είναι απλά ευχαριστημένο ή ότι δεν είναι ούτε ευχαριστημένο ούτε δυσαρεστημένο από τις σπουδές του. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να δείχνει ότι υπάρχουν κάποια θέματα που πρέπει να προσεχθούν όσον αφορά την συνολική οργάνωση του Τμήματος, για να μένουν όλοι οι απόφοιτοι ευχαριστημένοι. Εμπειρία εργασίας κατά τη διάρκεια των σπουδών: Τα αποτελέσματα των πινάκων 9 και 10 μας δείχνουν ότι το 41,4% των αποφοίτων είχε εμπειρία εργασίας κατά τη διάρκεια των σπουδών του, και από αυτούς τα 8 άτομα δούλευαν συνεχόμενα ενώ τα 21 άτομα δούλευαν περιστασιακά. Τα παραπάνω δεδομένα επιβεβαιώνουν τη θεωρία της κινητικότητας, σύμφωνα με την οποία τα άτομα μπορεί να εργάζονται προσωρινά σε δουλειές που αποκτούν δεξιότητες που θα χρησιμοποιήσουν αργότερα, για να διεκδικήσουν μια καλύτερη δουλειά (Καραμεσίνη, 2008, σελ. 33). Μεταπτυχιακές σπουδές: Η Καραμεσίνη (ό.π., σελ. 96) και οι συνεργάτες της αναφέρουν ότι οι μεταπτυχιακές σπουδές εντάσσονται ενεργά στις στρατηγικές των αποφοίτων για επαγγελματική ένταξη καλύτερης ποιότητας. Παρ όλα αυτά, τα αποτελέσματα του πίνακα 11 μας δείχνουν ότι μόνο το 7,1% των αποφοίτων έχει ολοκληρώσει ή πραγματοποιεί σήμερα μεταπτυχιακές σπουδές. Στα ίδια αποτελέσματα καταλήγει και η Καραμεσίνη με τους συνεργάτες της (ό.π., σελ. 88-89), καθώς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι απόφοιτοι των Επιστημών Αγωγής ανήκουν στους κλάδους με τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής σε μεταπτυχιακές σπουδές. Επίσης, σε αυτή την έρευνα οι μεταπτυχιακοί απόφοιτοι έχουν το ίδιο ποσοστό σταθερά απασχολουμένων με τους απλούς πτυχιούχους. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ 4 για το 2008, που παραθέτει στο βιβλίο της η Σιανού-Κυργίου (2010, ό.π., σελ. 168), το συνολικό ποσοστό ανεργίας των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών ήταν 7,9% επί του συνόλου των αποφοίτων μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα. Επιπλέον, πληροφορούμαστε από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ για το 2007, που παραθέτει η Λιοδάκη (2008, ό.π., σελ. 103) στη διατριβή της, ότι από το σύνολο των ανέργων της χώρας, όλων των ηλικιών και επιπέδων εκπαίδευσης και των δύο φύλων, το 14,17% είναι άνεργοι πτυχιούχοι ΑΕΙ και μόνο το 1,78% έχουν και μεταπτυχιακό τίτλο. Αν συγκρίνουμε αυτά τα αποτελέσματα με τα αποτελέσματα του πίνακα 12, μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση το μεταπτυχιακό για να είναι κάποιος στην κατηγορία των απασχολουμένων. 4.1.3. Εργασιακή κατάσταση αποφοίτων κατά τη στιγμή της έρευνας Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνάς μας, το 80% των αποφοίτων ανήκει στους απασχολουμένους, το 15,7% των αποφοίτων ανήκει στους ανέργους και το 4,3% ανήκει στους μη (οικονομικά) ενεργούς. Τα παραπάνω αποτελέσματα μας 4 ΕΣΥΕ = Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος. - 4 -
δείχνουν ότι ίσως υπάρχουν θετικές προοπτικές για την επαγγελματική ένταξη των αποφοίτων του συγκεκριμένου Τμήματος. Η παραπάνω άποψη έρχεται σε αντίθεση με τα αποτελέσματα της έρευνας της Καραμεσίνη (2008, σελ. 70), κατά τα οποία ο κύριος όγκος των πτυχιούχων Πανεπιστημίων που βρέθηκαν να είναι άνεργοι, προέρχεται από Τμήματα, μέσα στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα Τμήματα Επιστημών Αγωγής. Αυτή η διαφορά στα αποτελέσματα μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι η έρευνα της Καραμεσίνη έγινε για τους απόφοιτους των ετών 1998-2000, ενώ η παρούσα έρευνα αφορά τους απόφοιτους των ετών 2002-2010. Οπότε, τα δεδομένα που επηρεάζουν την κατάσταση των αποφοίτων μπορεί να έχουν αλλάξει. Επίσης, στις έρευνες που έγιναν πριν το 2000 και που είδαμε στο κεφάλαιο 2, βλέπουμε ότι τα Παιδαγωγικά Τμήματα έχουν μεγάλο ποσοστό ανεργίας. Αντίθετα, στις έρευνες που έγιναν μετά το 2000 βλέπουμε ότι τα ποσοστά ανεργίας έχουν μειωθεί σε σχέση με προηγούμενα χρόνια για τους αποφοίτους Παιδαγωγικών Τμημάτων. Ακόμη, τα αποτελέσματα της έρευνάς μας είναι θετικά σε σχέση με τα αποτελέσματα ερευνών, τα οποία αναφέραμε στο κεφάλαιο 2 και αφορούν τη γενικότερη ανεργία στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 4.1.4. Ιστορικό απασχόλησης Μορφή εργασίας: Αξιολογώντας τα αποτελέσματα, που προκύπτουν από την κατηγοριοποίηση της μορφής εργασίας των απασχολουμένων, παρατηρούμε ότι το 75% των απασχολουμένων εργάζονται ως μισθωτοί, το 16% ως συμβασιούχοι έργου και το 8,9% ως αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό. Τα αποτελέσματα αυτά είναι παρόμοια με αυτά της Καραμεσίνη και των συνεργατών της (ό.π., σελ. 76). Στην έρευνα, την οποία παρουσιάζει η Καραμεσίνη, το 70,5% των αποφοίτων διαφόρων Πανεπιστημίων εργάζονται ως μισθωτοί, το 16% ως συμβασιούχοι έργου, το 12,8% ως αυτοαπασχολούμενοι και το 0,7% ως υποβοηθητικά, μη αμειβόμενα μέλη οικογενειακής επιχείρησης. Επίσης, αυτή η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Σχολές Επιστημών Αγωγής δεν ανήκουν στους κλάδους όπου απαντώνται τα υψηλότερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης αποφοίτων και συμβασιούχων έργων. Βλέποντας τα παραπάνω στοιχεία μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ισχύουν περίπου τα ίδια δεδομένα για τους αποφοίτους του ΠΤΠΕ Ρεθύμνου και των υπόλοιπων Πανεπιστημίων όσον αφορά τη μορφή εργασίας. Επιπλέον, στα αποτελέσματα της έρευνάς μας βλέπουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των απασχολουμένων εργάζονται στον δημόσιο τομέα. Παρ όλα αυτά, η πλειοψηφία των ερευνών, που παρουσιάσαμε στο κεφάλαιο 2, υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων απασχολείτο στον ιδιωτικό τομέα. Μόνο η έρευνα που έγινε το 2005 για τους αποφοίτους του Πανεπιστημίου Κρήτης υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αποφοίτων εργαζόταν στον δημόσιο τομέα (Γραφείο Διασύνδεσης Πανεπ/μίου Κρήτης, 2006. Βλ. σχετικά Λιοδάκη, 2008, σελ. 134). Γεωγραφική κινητικότητα: Η έρευνά μας αποκάλυψε την ύπαρξη σημαντικής γεωγραφικής κινητικότητας μεταξύ των αποφοίτων, καθώς οι 10 από τους απασχολούμενους απόφοιτους δουλεύουν στην πόλη των σπουδών τους, ενώ οι 46 δουλεύουν σε κάποια άλλη πόλη. - 5 -
Φύλο: Στα αποτελέσματα της έρευνάς μας βλέπουμε ότι το 96,4% των απασχολουμένων δεν αντιμετώπισε δυσκολίες στην εύρεση εργασίας λόγω φύλου. Επίσης, στην έρευνά της η Καραμεσίνη (2008, σελ. 71) καταλήγει στο αποτέλεσμα ότι μόνο το 7% του συνόλου των άνεργων αποφοίτων επικαλέστηκαν ως λόγο ανεργίας τις διακρίσεις φύλου κατά την πρόσληψη εκ μέρους των εργοδοτών. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να δείχνει ότι υπάρχουν θετικές προοπτικές για την αντιμετώπιση των διακρίσεων φύλου όσον αφορά το θέμα της εργασίας ή ότι οι εργοδότες εμπιστεύονται περισσότερο γυναίκες για τη δουλειά των νηπιαγωγών. Παρ όλα αυτά, οι ενδείξεις επιβεβαιωμένες από τις έρευνες που παρουσιάσαμε στο κεφάλαιο 2 δείχνουν ότι οι ανισότητες των φύλων στην αγορά εργασίας πλήττουν τις γυναίκες, καθώς τα ποσοστά ανεργίας στις γυναίκες είναι μεγαλύτερα από αυτά των ανδρών. Εργασιακή κινητικότητα: Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνάς μας, ένα μεγάλο ποσοστό απασχολούμενων αποφοίτων (41,1%) δήλωσε ότι είχε εμπειρία περιστασιακής απασχόλησης πριν από τη σημερινή εργασία και μετά την αποφοίτησή τους. Αυτό το αποτέλεσμα συμφωνεί με το αποτέλεσμα της έρευνας της Καραμεσίνη και των συνεργατών της (ό.π., σελ. 85), κατά την οποία το 45,2% των απασχολουμένων αποφοίτων διαφόρων Πανεπιστημίων δήλωσε ότι είχε εμπειρία περιστασιακής απασχόλησης πριν από τη σημερινή εργασία, αν και οι Επιστήμες της Αγωγής δεν ανήκουν στα Τμήματα με τα υψηλότερα ποσοστά εμπειρίας περιστασιακής απασχόλησης των αποφοίτων. Η υψηλή εργασιακή κινητικότητα των απασχολουμένων του δείγματός μας φαίνεται και από τα αποτελέσματα του πίνακα 16, κατά τον οποίο ένα μεγάλο ποσοστό (41,4%) χρειάστηκε λιγότερο από ένα μήνα από την προηγούμενη απασχόληση ή από την αποφοίτηση μέχρι να βρει τη σημερινή απασχόληση. Είναι εντυπωσιακό ότι, παρ όλη τη σχετικά υψηλή κινητικότητα εργασίας και εμπειρίας περιστασιακής απασχόλησης των απασχολουμένων του δείγματός μας, ο μέσος όρος αλλαγής εργασιών πριν τη σημερινή απασχόληση είναι μόλις 1,6786. Αυτός ο μέσος όρος διαφέρει από τον υψηλό μέσο όρο εμπειρίας 3,1 εργασιών του δείγματος της Καραμεσίνη (ό.π.). Τη χαμηλή εργασιακή κινητικότητα των απασχολουμένων επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι ο μέσος αριθμός επεισοδίων ανεργίας ισούται με 0,6786 στο σύνολο των απασχολουμένων. Στο ίδιο συμπέρασμα φτάνει και η Καραμεσίνη (ό.π., σελ. 86), καθώς σε αυτή την έρευνα ο μέσος αριθμός ανεργίας των απασχολούμενων πτυχιούχων διαφόρων Πανεπιστημίων ισούται με τον μικρό αριθμό 1,5. Προγράμματα κατάρτισης: Τα προγράμματα κατάρτισης είναι μία διαδικασία μετάβασης από το Πανεπιστήμιο στη σταθερή απασχόληση. Παρ όλα αυτά, μόνο το 16,1% των απασχολουμένων του δείγματός μας έχει συμμετάσχει σε πρόγραμμα κατάρτισης ή σε επιδοτούμενη θέση εργασίας. Αυτό το ποσοστό είναι μικρότερο από το ποσοστό 25% των απασχολουμένων της έρευνας της Καραμεσίνη (ό.π.) που συμμετέχουν σε τέτοια προγράμματα πολιτικής απασχόλησης. Αλλά αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι στην έρευνα της Καραμεσίνη οι Επιστήμες Αγωγής δεν ανήκουν στους κλάδους με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής των αποφοίτων τους σε προγράμματα πολιτικής απασχόλησης. - 6 -
Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότεροι απόφοιτοι των Τμημάτων Επιστημών Αγωγής δεν χρησιμοποιούν τα συγκεκριμένα προγράμματα για να αποκτήσουν σταθερή απασχόληση. Ικανοποίηση από τη σημερινή απασχόληση και την επαγγελματική ένταξη: Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας το 57,1% των απασχολουμένων είναι πολύ ευχαριστημένοι με τη σημερινή τους απασχόληση, το 23,2% είναι απλά ευχαριστημένοι, το 8,9% δεν είναι ούτε ευχαριστημένοι ούτε δυσαρεστημένοι, ενώ το 10,7% είναι δυσαρεστημένοι. Ακόμη, στην έρευνα της Καραμεσίνη (ό.π., σελ. 69) βλέπουμε ότι οι Επιστήμες Αγωγής ανήκουν στους κλάδους με τα υψηλότερα ποσοστά ικανοποίησης των αποφοίτων τους από την τρέχουσα απασχόληση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει, επειδή δεν υπάρχει γενικότερα ευχαρίστηση από τους αποφοίτους διαφόρων Σχολών για τη σημερινή τους απασχόληση, και με αυτό τον τρόπο το 80,3% του ΠΤΠΕ Ρεθύμνου θεωρείται ως ένα αρκετά υψηλό ποσοστό ευχαριστημένων αποφοίτων από τη σημερινή τους εργασία. Επιπρόσθετα, στις δύο έρευνες που παρουσιάσαμε στο κεφάλαιο 2 και που έγιναν για την απορρόφηση των πτυχιούχων στην αγορά εργασίας, βλέπουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αποφοίτων ήταν ευχαριστημένοι από την τρέχουσα εργασία τους. Για να δούμε όμως, από τι εξαρτάται η ικανοποίηση των αποφοίτων από τη σημερινή τους απασχόληση, θα πρέπει να κοιτάξουμε τα αποτελέσματα των πινάκων συσχέτισης του ερευνητικού μας μέρους. Σ αυτούς τους πίνακες βλέπουμε ότι η ικανοποίηση από τη σημερινή απασχόληση δεν εξαρτάται από το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της σημερινής και της προηγούμενης απασχόλησης ή μεταξύ της σημερινής απασχόλησης και της αποφοίτησης, εάν η σημερινή απασχόληση είναι η πρώτη απασχόληση. Ακόμη, η ικανοποίηση από τη σημερινή απασχόληση των αποφοίτων δεν εξαρτάται από τον αριθμό των εργασιών που άλλαξαν πριν τη σημερινή τους απασχόληση, ή από το ενδιαφέρον τους για το επιστημονικό αντικείμενο των σπουδών τους για τις σπουδές τους γενικότερα (πρόγραμμα σπουδών, διδάσκοντες, λειτουργικές υποδομές, διοικητική στήριξη) και τον βαθμό του πτυχίου τους. Αντίθετα, η ικανοποίηση από τη σημερινή απασχόληση των αποφοίτων σχετίζεται με τη μορφή εργασίας των απασχολουμένων, καθώς βλέπουμε ότι η ευχαρίστηση για την απασχόληση των αποφοίτων που εργάζονται σε κάποιον άλλο τομέα είναι μικρότερη από την ευχαρίστηση αυτών που εργάζονται ως νηπιαγωγοί στον δημόσιο τομέα κατά διαφορά μέσων τιμών 1,13765. Στην έρευνα της Καραμεσίνη (ό.π., σελ. 203-4) βλέπουμε ότι οι μισθωτοί απασχολούμενοι που άλλαξαν πολλές εργασίες πριν τη σημερινή τους εργασία και οι μισθωτοί που εργάζονται στον δημόσιο αντί στον ιδιωτικό τομέα εμφανίζονται πιο δυσαρεστημένοι από την εργασία τους. Αν συγκρίνουμε τα αποτελέσματα των δύο ερευνών θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι σίγουρα η μορφή της εργασίας επηρεάζει την ευχαρίστηση των απασχολουμένων από τη σημερινή τους δουλειά. 4.2. Προτάσεις για περαιτέρω έρευνα Το θέμα της έρευνάς μας χρήζει περαιτέρω ερευνών εξαιτίας των ερευνητικών κενών που παρατηρήθηκαν με τη βιβλιογραφική μας επισκόπηση. Ο αριθμός των ερευνών για το συγκεκριμένο θέμα είναι ελάχιστος, γεγονός το οποίο δυσχέρανε την ανεύρεση αποτελεσμάτων για σύγκριση με τα αποτελέσματα της δικής μας έρευνας, - 7 -
ούτως ώστε να καταλήξουμε σε πιο έγκυρα συμπεράσματα. Απαραίτητο θα είναι, λοιπόν, να κινητοποιηθούν ερευνητές από διάφορα Πανεπιστήμια της χώρας, ώστε να υπάρξουν περισσότερες πηγές, δεδομένου ότι η έρευνα σε ένα μεγαλύτερο δείγμα αποφοίτων Παιδαγωγικών Τμημάτων Προσχολικής Εκπαίδευσης (ΠΤΠΕ) θα έκανε πιο αξιόπιστα τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης έρευνας. Επίσης, για να δημιουργηθεί μια πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της αγοράς εργασίας των αποφοίτων των ΠΤΠΕ στην Ελλάδα, θα είναι καλό να πραγματοποιηθούν διαχρονικές και πανελλαδικής κλίμακας μελέτες, που να παρακολουθούν σε βάθος χρόνου την επαγγελματική πορεία των προαναφερθέντων αποφοίτων. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν συγκριτικές έρευνες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι απλή παράθεση στατιστικών στοιχείων, που να αναλύουν την επαγγελματική πορεία αποφοίτων Παιδαγωγικών Τμημάτων Προσχολικής Εκπαίδευσης, ούτως ώστε αυτοί οι απόφοιτοι να μπορούν να επιλέξουν περισσότερο συνειδητοποιημένα τη χώρα όπου θα συνεχίσουν την επαγγελματική τους πορεία. Τέλος, έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα θα πρέπει να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο, επειδή τα δεδομένα ανατρέπονται συνεχώς λόγω της ρευστότητας της αγοράς εργασίας.» 5 5 Ολόκληρη η πτυχιακή εργασία της Δάφνης Καλογεράκη διατίθεται στη Βιβλιοθήκη πτυχιακών και μεταπτυχιακών εργασιών του ΠΤΠΕ του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ρέθυμνο. Ιωάννης Τζαβάρας, καθηγητής, υπεύθυνος γι αυτή τη Βιβλιοθήκη (Ιούλιος 2012) - 8 -