ΑΝ ΡΕΑΣ Φ. ΤΖΟΥΜΑΝΗΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ.Σ.Α. ΠΟΙΝΙΚΑ - ΧΡΗΣΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑ ΕΛΦΟ



Σχετικά έγγραφα
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΠΟIΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΜΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Η ΑΡΧΗ ΚΑΜΙΑ ΠΟΙΝΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΝΟΜΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΙ

859/2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ Ε.Α.Ν.Δ.Α. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΑΣΚΟΥΜΕΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ. Εισηγητές

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ...9 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Α ΕΚ ΟΣΗΣ...11 ΠΕΡΙΛΗΨΗ...13 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ...15 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΣΧΕ ΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ» Άρθρο 1

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕ ΡΙΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ TΡΙΜΕΛΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟ ΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Η θέση της πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΘΕΜΑ: ΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 4322/2015

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ, ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ.

ΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΗΜΟΣΙΟΥ TOMEΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΕ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: «ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ»

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ

1. Το µονοµελές δικαστήριο ανηλίκων συγκροτείται από έναν πρωτοδίκη σε κάθε πρωτοδικείο, ο οποίος ορίζεται µαζί µε έναν αναπληρωτή για δύο χρόνια, µε

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Μαρία Καρ. Μάρκου, Δικηγόρος ΔΕΙΓΜΑ ΕΡΩΤΗΣΕΕΩΝ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ: ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Σχέδιο Νόμου Μέρος Α Άρθρο 1 Σύσταση ενεχύρου στις περιπτώσεις των νόμων 3213/2003, 3691/2008, 4022/2011, 2960/2001 και των υπόχρεων του νόμου

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ: ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ: ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Νομοθεσία Δίκαιο

ΘΕΜΑ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ. Η διαδικασία στο ακροατήριο του Πταισματοδικείου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΙΚΑΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ. Άρθρο 1. (άρθρο 1 της Οδηγίας) Αντικείμενο της ρύθμισης. Άρθρο 2. (άρθρο 2 της Οδηγίας) Ορισμοί

Μεταφέρεται από τα Πρωτοδικεία στα Ειρηνοδικεία η εκδίκαση των υποθέσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Αρθρο 1. Πεδίο εφαρμογής του νόμου

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3126/2003 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. ΚΩ ΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΙΚΟΝΟΜΙΑΣ. ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ Άρθρα Σελ. ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ Ποινικά δικαστήρια και δικαστικά πρόσωπα 1

Προθεσμίες διενέργειας διαδικαστικών πράξεων

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Β ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΔΑΣΚΑΛΩΝ & ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ Ν. ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

Ο ΠΡΟΕ ΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδοµε τον ακόλουθο νόµο που ψήφισε η Βουλή:

Πίνακας νομοθετικών μεταβολών*

Ποινική ικονομία I. Υποχρεωτικό. Πτυχίο (1ος Κύκλος) Θα ανακοινωθεί

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ. ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ Ποινικά δικαστήρια και δικαστικά πρόσωπα. ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ποινική δικαιοδοσία

ΑΔΑ: ΒΙΨΒΗ-Π1Ι Α Α: ΑΝΑΡΗΤΕΑ ΣΤΟ ΙΑ ΙΚΤΥΟ Αθήνα, 17 Ιανουαρίου 2014

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΟλΑΠ 18/1999

ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς ν.4321 με τροπ. με ν.4337/2015

Τελευταίως παρατηρείται έξαρση του φαινομένου επιθέσεων, βιαιοπραγιών και διενέργειας ελέγχων σε αλλοδαπούς μετανάστες, σε σχέση με τη νομιμότητα της

Αθήνα 1Ο Απριλίου 2013 ΠΡΟΣ

Α Π Ο Φ Α Σ Η 20/2016

Αθήνα, Αριθ.Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1289/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 28/2015

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. ΓΡΑΦ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Συνεδρίαση 33 η της Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

απορροφώσας και της απορροφώµενης τράπεζας και τη µε αριθµό 38385/ πράξη του συµβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου

Κώδικας Ποινικής ικονοµίας (1)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ. ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ Ποινικά δικαστήρια και δικαστικά πρόσωπα. ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ποινική δικαιοδοσία

Βλέπε και 13 επισυναπτόµενα έγγραφα - διατάξεις. ΣΧΕ ΙΟ ΙΑΤΑΞΗΣ ΝΟΜΟΥ και ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Nόµος 3994/2011. «Εξορθολογισµός και βελτίωση στην απονοµή της δικαιοσύνης»

Δίκαιο των Ανηλίκων. Ενότητα 8: Η θέση του ανηλίκου ως κατηγορουμένου

ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ (Κ.Ε.Π.)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΔΑΠ ΝΔΦΚ ΝΟΜΙΚΗΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ν. 2523/1997

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α. Ποινικός Κώδικας Άρθρο 1

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου. Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη,

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

'Αρθρο 3 : Προσωρινή δικαστική προστασία 1. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει προσωρινή δικαστική

ΠΡΟΕ ΡΙΚΟ ΙΑΤΑΓΜΑ υπ αριθ. 258 της 26 Ιουλ./8 Αυγ (ΦΕΚ Α 121) Κώδικας Ποινικής ικονοµίας ( 1 )

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Γενικοί ορισμοί ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ Ποινικά δικαστήρια και δικαστικά πρόσωπα... 11

Θέµα εργασίας. Η ερµηνεία του άρθρου 8 παρ. 1 του Συντάγµατος

Περιγραφή αιτήµατος: «Αναγγελία έναρξης λειτουργίας εργαστηρίων αισθητικής».

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3828, 31/3/2004 Ο ΠΕΡΙ ΙΣΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΣΧΕΤΑ ΑΠΟ ΦΥΛΕΤΙΚΗ Ή ΕΘΝΟΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2004

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 96/2014

24η ιδακτική Ενότητα ΠΟΙΝΙΚΟ ΙΚΑΙΟ- ΕΓΚΛΗΜΑ. Παρατηρήσεις - Σχόλια - Επεξηγήσεις

Γεωργία Καζάκου, ΠΕ09. Οικονομολόγος. Πολιτική Παιδεία. Β Τάξη Γενικού Λυκείου

ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ. Από 26/6/2017

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ. Σύσταση Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στα σώματα ασφαλείας και τους υπαλλήλους των καταστημάτων κράτησης


ΠΡΟΣ ΑΡΧΗΓΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΛΟΓΩΝ Η ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΤΕ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ. Ιωάννης Ελ. Κοϊμτζόγλου. Δικηγόρος, Δ.Ν.

ΣΤΡΑΤΟ ΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αριθµ. Βουλ. 1157/2007. Το ικαστικό Συµβούλιο του Στρατοδικείου Αθηνών.

Άρθρο 3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας Άρθρο 4

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΟΝΟΜΑ ΕΠΩΝΥΜΟ ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ ΑΓΜΣ ΒΑΘΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑ Α.Φ.Μ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΟΙΚΙΑΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΟΙΚΙΑΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΠΟ ΠΟΤΕ ΥΠΗΡΕΤΕΙΤΕ ΣΤΗΝ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4229, 5/2/2010

Α Ι Τ Η Σ Η ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΗΛΩΣΗ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ 25ΗΣ ΣΕΙΡΑΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ. Δεύτερο Στάδιο

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ. Θέµα: Η αρχή της ανθρώπινης αξίας ΒΑΣΙΛΙΚΗ. ΓΡΙΒΑ. ιδάσκων Καθηγητής: Ανδρέας Γ. ηµητρόπουλος

ΙΚΑΣΤΙΚΗ ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΙΑΦΟΡΩΝ

Νόμος 3500/2006 Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις.

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ» Άρθρο 1. Σκοπός

δικαίου προς τις διατάξεις του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που κυρώθηκε με τον ν. 3003/2002 (ΦΕΚ Α 75)»

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5969-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 181/2014

ΣΤΑ ΙΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΙΚΗΣ (είναι 4) 2 Η ΙΑ ΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ. Προπαρασκευαστική. Κύρια διαδικασία ΑΡΧΕΣ

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΠολΠρωτΑθ 528/2002

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. ΘΕΜΑ: Διεκδίκηση διαφοράς αποδοχών από ενστόλους λόγω εφαρμογής των ν.4093/2012 και 4307/2014

ΝΟΜΟΣ 3904/2010 (ΦΕΚ Α - 218/ )

ΕΛΕΝΗ Α. ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ρ.ν Ι Κ Η Γ Ο Ρ Ο Σ ΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Β.13 Τι καλείται αυτόφωρο έγκλημα κατά τον κώδικα Ποινικής δικονομίας;

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4411/2016

H ποινική ευθύνη του Διευθύνοντος Συμβούλου

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5394-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 110 /2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜ ΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΣΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΣΧΕ ΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝ ΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ» ΚΕΦΑΛΑΙΟ A ΓΕΝΙΚΕΣ ΙΑΤΑΞΕΙΣ. Άρθρο 1 Έννοιες

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Π.Μ.Σ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α. Από το πρακτικό της αριθ. 12/2017 τακτικής Συνεδρίασης της Οικονοµικής Επιτροπής του ήµου Φιλαδελφείας-Χαλκηδόνος

ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡ ΚΑΙ 1441 ΑΚ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΑ ΔΙΑΖΥΓΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Σχέδιο Νόµου. «Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης. και επαναφορά της αρχής του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων» Άρθρο 1

Transcript:

1

ΑΝ ΡΕΑΣ Φ. ΤΖΟΥΜΑΝΗΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ.Σ.Α. ΠΟΙΝΙΚΑ - ΧΡΗΣΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑ ΕΛΦΟ 2

Πρόλογος Αγαπητές και Αγαπητοί συνάδελφοι, Μετά την θετική θέλω να πιστεύω ανταπόκρισή σας στην πρώτη έκδοση του παρόντος, η οποία έχει ήδη εξαντληθεί, είµαι στην ευχάριστη θέση να θέσω στην διάθεσή σας την δεύτερη έκδοσή του, αυτή την φορά σε ηλεκτρονική µόνον µορφή. Την προηγούµενη τριετία, εν µέσω µίας πρωτοφανούς οικονοµικής λαίλαπας για την Χώρα, η οποία έπληξε καίρια όλες τις παραγωγικές δυνάµεις της κοινωνίας, οι ικηγόροι κατορθώσαµε, µεταξύ πολλών άλλων, να διασφαλίσουµε νοµοθετικά τις αµοιβές µας, να µην ισχύσει η «αυτοπαρακράτηση» φόρου εισοδήµατος (15%), να επανακατοχυρωθούν οι ελάχιστες αµοιβές των εµµίσθων συναδέλφων του ιδιωτικού τοµέα και να µην εκχωρηθεί η εξαγγελθείσα δικαστηριακή ύλη στους συµβολαιογράφους. Και όχι µόνον αυτό. Στον ικηγορικό Σύλλογο Αθηνών έγιναν σπουδαία έργα. Το εκπαιδευτικό κέντρο της Τράπεζας Νοµικών Πληροφοριών «Ισοκράτης», το ΑΚΚΕ Προµηθέας για τη διαµεσολάβηση, η απλούστευση της δικηγορικής µας καθηµερινότητας µέσω της έκδοσης ψηφιακών υπογραφών και της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων, της ηλεκτρονικής ανάρτησης των εκθεµάτων των ικαστηρίων της Αθήνας και του Πειραιά (ακόµη και των περιφερειακών Ειρηνοδικείων), της ηλεκτρονικής έκδοσης των γραµµατίων, της αποϋλοποίησης των ενσήµων και της ενσωµάτωσής τους στα γραµµάτια, της ενηµέρωσης µε µηνύµατα sms για την έκδοση των αποφάσεων, είναι µόνον µερικά από αυτά. Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, Την προηγούµενη τριετία µε τιµήσατε µε την ψήφο σας και µε εκλέξατε Σύµβουλο του ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, µε τον συνδυασµό «Κοινωνία των ικηγόρων» και Πρόεδρο τον Γιάννη Αδαµόπουλο. Είµαι µαχόµενος ικηγόρος και γνωρίζω από «πρώτο χέρι» τα καθηµερινά προβλήµατα της δικηγορίας. Και στις επερχόµενες δικηγορικές εκλογές συµµετέχω, ως υποψήφιος Σύµβουλος, στον ίδιο συνδυασµό, διότι ο Γιάννης Αδαµόπουλος, µαχόµενος ικηγόρος και ο ίδιος, έχει έµπρακτα αποδείξει ότι διαθέτει όχι µόνον την γνώση, αλλά και την εµπειρία και την θέληση να προσφέρει ακόµα πολλά και σηµαντικά πράγµατα στον κλάδο µας. Με εκτίµηση, Ανδρέας Φωτ. Τζουµάνης ικηγόρος - Υπ. Σύµβουλος ΣΑ 3

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΙΚΑΙΟ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΜΩΝ ΑΓΑΘΩΝ Τα αγαθά που προστατεύει το δίκαιο ονοµάζονται έννοµα αγαθά (Χωραφάς Ποινικό ίκαιο σελ. Τόµ. Α, σελ. 30 και επ.,. Σπινέλης, Στοιχεία Ποιν. ικ. σελ.39). ιακρίνονται σε έννοµα αγαθά του ατόµου (π.χ. ζωή, σωµατική ακεραιότητα και υγεία, τιµή, περιουσία, ιδιοκτησία, ελευθερία κλπ.) και έννοµα αγαθά της ολότητας (π.χ. η οµαλή λειτουργία της δικαιοσύνης, το πολίτευµα της χώρας, η εδαφική της ακεραιότητα, η προστασία του περιβάλλοντος, η ασφάλεια των συγκοινωνιών κλπ.) (Σπινέλης όπ. π.). Η ΑΡΧΗ ΚΑΜΙΑ ΠΟΙΝΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΝΟΜΟ Από την διατυπωθείσα στο άρθρο 1 του του Ποινικού Κώδικα (εφ εξής ΠΚ), βασική αρχή του ποινικού δικαίου nullum crimen nulla poena sine lege certa (δηλ. έγκληµα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόµο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της), η οποία επαναλαµβάνεται αυτούσια από το κείµενο της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ισχύοντος Συντάγµατος, σαφώς συνάγεται ότι τόσο το έγκληµα, όσο και η ποινή πρέπει να προβλέπονται σαφώς και εξειδικευµένα από το νόµο, έτσι ώστε να προστατεύονται πρωτίστως οι πολίτες από τυχόν αυθαιρεσίες των κρατικών οργάνων. Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασµό µε εκείνες των άρθρων 75, 96 του ισχύοντος Συντάγµατος και 7 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των ικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΣ Α) προκύπτει ότι ως νόµος νοούνται τόσο ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που εκδόθηκε από τον αρµόδιο νοµοθετικό όργανο (ήτοι τη Βουλή που εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία) σύµφωνα µε τη νόµιµη διαδικασία και µε τους νόµιµους τύπους, όσο και τα Προεδρικά ιατάγµατα και οι διατάξεις διοικητικής αρχής (π.χ. υπουργικές αποφάσεις, αστυνοµικές διατάξεις κλπ), που εκδίδονται µε ρητή και ειδική νοµοθετική εξουσιοδότηση για να προβλέψουν ποινικά διάφορες πράξεις και την ποινή τους (βλ. ΑΠ 577/84 Ποιν.Χρον. ΛΣ/991, Χωραφά Ποινικό ίκαιο σελ. Τόµ. Α σελ. 59, Ανδρουλάκη Ποινικό ίκαιο σελ.105). Κατά τον κλασικό ορισµό του Χωραφά, ποινή θεωρείται το, κατά του δράστη ορισµένης άδικης πράξης, απειλούµενο από το νόµο και υπό του ποινικού δικαστού καταγιγνωσκόµενο, κακό, ως εκδήλωση «ιδιαίτερης αποδοκιµασίας αυτού υπό της εννόµου τάξεως» (βλ. Χωραφά Ποινικό ίκαιο, σελ. 88). ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ Κατά την ερµηνεία των ποινικών νόµων ακολουθείται κυρίως η τελολογική µέθοδος, ενώ απαγορεύεται τόσο η αναλογική ερµηνεία, όσο και η αναδροµική εφαρµογή ποινικών νόµων για την επαύξηση ή τη θεµελίωση του αξιοποίνου, µε µόνη εξαίρεση τη διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ, όπου κατοχυρώνεται η αναδροµική εφαρµογή του ηπιότερου νόµου. 4

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ. Σύµφωνα µε το άρθρο 14 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, έγκληµα είναι κάθε πράξη άδικη και καταλογιστή στον δράστη της, η οποία τιµωρείται από τον νόµο, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο όρος «πράξη» περιλαµβάνει και τις παραλείψεις. Τα στοιχεία, λοιπόν, του εγκλήµατος είναι α) η πράξη, β) πράξη άδικη, γ) πράξη καταλογιστή στον πράξαντα και δ) ποινική πρόβλεψη του αδικήµατος (βλ. Ολ.ΑΠ 1363/84, Ποιν.Χρον. 1985, 368). Ως πράξη θεωρείται η εξωτερική συµπεριφορά (θετική ή αποθετική) του ανθρώπου, µε την οποία επέρχεται κάποια µεταβολή στον εξωτερικό κόσµο. Ως εκ τούτου, υποκείµενο του εγκλήµατος µπορεί να είναι µόνον άνθρωπος. Οι επιζήµιες για τα έννοµα αγαθά ενέργειες των ζώων και των νοµικών προσώπων δεν αποτελούν πράξεις κατά την έννοια του νόµου. Σε περίπτωση επιζήµιας ενέργειας ζώου, σχετική ποινική ευθύνη υπέχει ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος αυτού (βλ. άρθρο 435 ΠΚ, άρθρο 924 ΑΚ). Βασικά στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση εγκληµάτων δια παραλείψεως είναι τα εξής: α) η γνώση του αναγκαίου της ενέργειας του δράστη, β) ύπαρξη δυνατότητας να προβεί σε τέτοια ενέργεια, και γ) το «κoινωνικώς επιβεβληµένον» της ενέργειας, η οποία τελικά παρελήφθη. Κατά την κρατούσα στο Ποινικό ίκαιο αρχή «societas delinquere non potest», αποκλείεται η ποινική ευθύνη των νοµικών προσώπων, καθόσον οι πράξεις τους είναι πράξεις ορισµένων ανθρώπων (των νοµίµων εκπροσώπων τους) και οι τελευταίοι υπέχουν την σχετική ποινική ευθύνη (Χωραφάς, Ποινικόν ίκαιον, τόµος Ι, Αθήναι 1978, σελ. 112 επ.). Ενδεικτικά, δια παραλείψεως τελούµενα εγκλήµατα (άρθρο 15 ΠΚ) είναι η παράλειψη λυτρώσεως από κινδύνου ζωής (άρθρο 307 ΠΚ), η παρασιώπηση εγκληµάτων (άρθρο 232 ΠΚ), η απόκρυψη ανθρωποκτονίας (άρθρο 455 ΠΚ), η παράλειψη της αναγγελίας ξένων κλπ (άρθρο 444 ΠΚ), η παράλειψη βεβαιώσεως ταυτότητος (άρθρο 243 ΠΚ), η παράλειψη φυλάξεως φρεάτων (άρθρο 438 Π.Κ.). ΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, ΠΛΗΜΜΕΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ Μεταξύ των πολλών διακρίσεών τους τα εγκλήµατα διακρίνονται αναλόγως µε την βαρύτητά τους και το είδος την απειλούµενης από τον νόµο ποινής, σε κακουργήµατα, πληµµελήµατα και πταίσµατα. Για τον χαρακτηρισµό της πράξεως ως κακουργήµατος, λαµβάνεται υπόψη η ποινή την οποία ο νόµος απειλεί κατ αυτής και όχι η τυχόν ηπιότερη ποινή, την οποία επέβαλε ο δικαστής στην συγκεκριµένη περίπτωση λόγω αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων (Χωραφάς, ό.π., σελ. 142 επ.). Σύµφωνα µε το άρθρο 18 του ΠΚ, κάθε πράξη που τιµωρείται µε κάθειρξη (ισόβια ή πρόσκαιρη) είναι κακούργηµα. Η θανατική ποινή καταργήθηκε µε το άρθρο 1 & 12β ν. 2207/1994. Κάθε πράξη που τιµωρείται µε φυλάκιση ή χρηµατική ποινή ή µε περιορισµό στο ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων είναι πληµµέληµα, ενώ κάθε πράξη που τιµωρείται µε κράτηση ή πρόστιµο είναι πταίσµα. Σύµφωνα µε το άρθρο 26 του ΠΚ, τα κακουργήµατα και τα πληµµελήµατα τιµωρούνται µόνον όταν τελούνται µε δόλο (µε πρόθεση) του δράστη τους, κατ εξαίρεση δε, στις περιπτώσεις που ρητά ορίζει ο νόµος, τα πληµµελήµατα τιµωρούνται και όταν τελούνται από αµέλεια (π.χ. σωµατική βλάβη εξ αµελείας ή 5

ανθρωποκτονία εξ αµελείας, συνηθέστερες σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχηµάτων). Τα πταίσµατα τιµωρούνται πάντοτε και όταν ετελέσθησαν εξ αµελείας, εκτός των περιπτώσεων που ρητά ο νόµος απαιτεί δόλο. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ ΚΑΙ ΚΑΤ ΕΓΚΛΗΣΗ ΙΩΚΟΜΕΝΑ. Ο Κώδικας Ποινικής ικονοµίας (εφ εξής ΚΠ ) στα άρθρα 27, 36 και 43 καθιερώνει την αρχή της δηµόσιας αυτεπαγγέλτου διώξεως, δηλαδή η ποινική δίωξη των εγκληµάτων χωρεί κατά κανόνα αυτεπαγγέλτως από τα αρµόδια κρατικά όργανα, τα οποία οφείλουν να ενεργούν σύµφωνα µε την αρχή της νοµιµότητας. Συγκεκριµένα, όπως ορίζει το άρθρο 43 ΚΠ, ο εισαγγελέας λαµβάνοντας την µήνυση ή την αναφορά, υποχρεούται να προβεί στην ποινική δίωξη, σύµφωνα µε όσα ορίζει το άρθρο αυτό. Είναι αδιάφορος, για τις ενέργειες, στις οποίες υποχρεούται κατά το άρθρο αυτό να προβεί ο εισαγγελέας, ο τρόπος της γνώσεως του τελεσθέντος αδικήµατος ή το µέσο από το οποίο έλαβε γνώση αυτός (πχ. εκτός της µηνύσεως ή της αναφοράς µπορεί να είναι µία επιστολή ακόµη και ανώνυµη, δηµοσίευµα του Τύπου, ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκποµπή κλπ), αρκεί µόνον το καταγγελόµενο έγκληµα να είναι διωκόµενο αυτεπαγγέλτως. Σύµφωνα, όµως, µε το άρθρο 50&1 ΚΠ, κατ εξαίρεση και στις περιπτώσεις που ορίζονται ρητώς στον ποινικό κώδικα ή σε άλλους νόµους, η ποινική δίωξη χωρεί µόνον κατ έγκληση του παθόντος (εγκλήµατα κατ έγκληση διωκόµενα), οπότε εφόσον υποβληθεί νοµότυπα έγκληση από τον παθόντα και µόνον από αυτόν, η ποινική δίωξη χωρεί όπως και επί των αυτεπαγγέλτως διωκοµένων εγκληµάτων (άρθρο 50 & 2 ΚΠ ). Κατ έγκληση διωκόµενα εγκλήµατα είναι ενδεικτικά : η εξύβριση, η συκοφαντική δυσφήµηση, η φθορά ξένης ιδιοκτησίας, η απειλή, η αυτοδικία κλπ. 6

ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΕΞΑΛΕΙΦΟΥΝ ΤΟ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ Α) ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ Παραγραφή των εγκληµάτων είναι η εξάλειψη του αξιοποίνου της άδικης πράξεως µετά από πάροδο ορισµένου χρονικού διαστήµατος, το οποίο ορίζει ο νόµος, µετά από το οποίο ο δράστης ενός εγκλήµατος δεν µπορεί είτε να διωχθεί, είτε, εάν έχει διωθεί, να κηρυχθεί ένοχος. Η παραγραφή σύµφωνα µε το άρθρο 111 && 2-4 ΠΚ είναι: α) 20 έτη για τα απειλούµενα µε την ποινή της ισοβίου καθείρξεως κακουργήµατα, β) 15 έτη για τα λοιπά κακουργήµατα, γ) 5 έτη για τα πληµµελήµατα και δ) 1 έτος για τα πταίσµατα. Εξαιρέσεις: α) Τα δια του Τύπου διαπραττόµενα αδικήµατα, ήτοι τα εγκλήµατα του κοινού ποινικού δικαίου (δηλ. εκείνα που προβλέπονται και τιµωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα ή τους ειδικούς ποινικούς νόµους) όταν τελούνται δια καταχρήσεως του Τύπου (βλ. ΑΠ 1831/1984 ΠΧρ. ΛΕ σελ. 570, ΑΠ 1019/1086 ΠΧρ. ΛΣΤ, σελ. 913), παραγράφονται σε 18 µήνες, η δε προθεσµία αναστολής αυτών δεν µπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη (άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1738/1987), β) το πληµµέληµα της προσβολής του αρχηγού ξένου κράτους (άρθρο 153 ΠΚ) παραγράφεται µετά την πάροδο έξι µηνών. Έναρξη και υπολογισµός της προθεσµίας παραγραφής. Σύµφωνα µε το άρθρο 112 ΠΚ, η προθεσµία της παραγραφής αρχίζει από την ηµέρα που ετελέσθη η αξιόποινη πράξη, αδιάφορα από πότε επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσµα. ιαφορετικά ορίζεται, εκτός των άλλων: - Στην περίπτωση του εγκλήµατος της παραβίασης των κανόνων της οικοδοµικής (άρθρο 286 παρ.1 Π.Κ.), η παραγραφή αρχίζει από την ηµέρα της επέλευσης του αποτελέσµατος της παραβίασης (άρθρο 286 παρ.2 Π.Κ.). - Στην περίπτωση του εγκλήµατος της διγαµίας (άρθρο 356 παρ.2 ΠΚ), η παραγραφή αρχίζει αφότου ο ένας από τους δύο γάµους λύθηκε ή κηρύχθηκε άκυρος. - Στις περιπτώσεις των εγκληµάτων της ενδοοικογενειακής σωµατικής βλάβης (άρθρο 6 Ν. 3500/2006), ενδοοικογενειακής παράνοµης βίας και απειλής (άρθρο 7 Ν. 3500/2006) και ενδοοικογενειακής προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 6 Ν. 3500/2006), όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκου, η έναρξη της προθεσµίας παραγραφής αναστέλλεται µέχρι την ενηλικίωσή του ( βλ. άρθρο 16 Ν. 3500/2006). - Στις περιπτώσεις των αδικηµάτων του Ν. 2523/1997 (φοροδιαφυγή για την παράλειψη υποβολής ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήµατος και φοροδιαφυγή για µη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α. και παρακρατούµενων φόρων, τελών ή εισφορών άρθρα 17 και 18 Ν. 2523/1997) η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση µη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσµίας προς άσκησή της ( άρθρο 21 παρ.10 εδ.α Ν. 2523/1997). - Στις περιπτώσεις του αδικήµατος του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 (φοροδιαφυγή για έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευµένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων) η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήµατος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ηµεροµηνία θεώρησης του οικείου 7

πορίσµατος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάµενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο (άρθρο 21 παρ.10 εδ.β Ν. 2523/1997). Αναστολή της παραγραφής. Σύµφωνα µε το άρθρο 113 παρ. 1 ΠΚ, η προθεσµία της παραγραφής των εγκληµάτων αναστέλλεται για όσο χρόνο σύµφωνα µε διάταξη νόµου δεν µπορεί να αρχίσει ή να ακολουθήσει η ποινική δίωξη, για όσο χρονικό διάστηµα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αµετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως δεν µπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 5 χρόνια για τα κακουργήµατα, 3 χρόνια για τα πληµµελήµατα και 1 χρόνο για τα πταίσµατα. Η κύρια διαδικασία αρχίζει µε την έγκυρη επίδοση κλητηρίου θεσπίσµατος ή κλήσεως προς τον κατηγορούµενο (ΟλΑΠ 2/1997, ΑΠ 1896/2004, ΝοΒ, τόµος 52, σελ. 758.) Σύµφωνα, όµως, µε το άρθρο 25 παρ. 7 του ν. 1882/1990, µετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 3220/2004, η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή για τα αδικήµατα αυτού του νόµου µέχρι την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως (βλ. και ΑΠ 1772/2006, Αρµ. 2007, σελ. 264 επ.). Β) ΑΜΝΗΣΤΙΑ Αµνηστία καλείται η απόσβεση της ποινικής αξίωσης της πολιτείας για ορισµένα εγκλήµατα είτε µε νόµο είτε µε πράξη του αρχηγού του κράτους, κυρίως για πολιτικά εγκλήµατα, όπως το Σύνταγµα ειδικότερα ορίζει, χορηγείται δε τόσο επί των καταγνωσθεισών ποινών (άρθρο 568 ΚΠ ) όσο και για εγκλήµατα για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, αλλά δεν έχουν ακόµα εκδικαστεί (άρθρα 310 και 370 ΚΠ ). Γ) ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΣΗΣ Η παραίτηση από το δικαίωµα της έγκλησης συνεπάγεται την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως είτε µε την έκδοση κατά την προδικασία βουλεύµατος, είτε κατά την κύρια διαδικασία αποφάσεως, που παύει οριστικά την ποινική δίωξη. ) ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ Ο Ποινικός Κώδικας εκλαµβάνει καταρχήν την έµπρακτη µετάνοια ως λόγο που εξαλείφει το αξιόποινο πράξεως σε ορισµένα τυπικά (πχ. εσχάτη προδοσία, επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας, κιβδηλεία, πλαστογραφία, εµπρησµός από αµέλεια, πληµµύρα από αµέλεια κλπ) και ουσιαστικά (πχ. κλοπή, υπεξαίρεση, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, απάτη, απιστία, τοκογλυφία κλπ) εγκλήµατα. 8

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΚΟΝΟΜΙΑ Για να εφαρµοσθούν οι ποινικές κυρώσεις προβλέπονται ορισµένα όργανα και ορισµένη διαδικασία µε ειδικούς κανόνες δικαίου που ονοµάζονται δικονοµικοί. Οι κυριότεροι από αυτούς στη χώρα µας περιέχονται στον Κώδικα Ποινικής ικονοµίας. ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ Τα ποινικά δικαστήρια Τα ποινικά δικαστήρια διακρίνονται σε κατηγορίες ανάλογες µε τη σπουδαιότητα των υποθέσεων που είναι αρµόδια να δικάσουν. Η βασική κατάταξή τους ακολουθεί τη διάκριση των αξιόποινων πράξεων σε κακουργήµατα, πληµµελήµατα και πταίσµατα, ήτοι τα δικαστήρια που δικάζουν: α) Τα κακουργήµατα. Αυτά είναι : 1) το µικτό ορκωτό δικαστήριο, στο οποίο υπάγονται όλα τα κακουργήµατα, εκτός από αυτά που έχουν υπαχθεί στο εφετείο κακουργηµάτων (άρθρο 109 ΚΠ, 2) το εφετείο κακουργηµάτων, στο οποίο υπάγονται τα κακουργήµατα, που έχουν υπαχθεί στην αρµοδιότητά του (άρθρο 111 ΚΠ ), β) τα πληµµελήµατα. Αυτά είναι: 1) Τα τριµελή, που είναι αρµόδια κατά κανόνα για τα πληµµελήµατα, τα οποία τιµωρούνται κατά το νόµο µε ποινή φυλάκισης άνω των τριών µηνών (άρθ. 111 ΚΠ ) και 2) τα µονοµελή που είναι αρµόδια κατά κανόνα για τα ελαφρότερα πληµµελήµατα, για τα οποία ο νόµος απειλεί ποινή φυλάκισης µε ελάχιστο όριο κατώτερο των τριών µηνών (άρθ. 114 ΚΠ, γ) τα πταίσµατα και δ) τα εγκλήµατα των ανηλίκων. ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΤΕΡΑ: Η ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥΣ: ΚΑΘ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΑ : Σύµφωνα µε το άρθρο 119 ΚΠ, την καθ ύλην αρµοδιότητα προσδιορίζει ο χαρακτηρισµός της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήµατος, πληµµελήµατος ή πταίσµατος, που βασίζεται στα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεµπτικό βούλευµα ή στην κλήση του εισαγγελέα (στην περίπτωση της απ ευθείας εισαγωγής της υποθέσεως). Το δικαστήριο είναι αρµόδιο κατά την παρ. 2 να δικάσει και σε εκείνες τις περιπτώσεις, όταν προκύψει από την συζήτησή τους ότι το έγκληµα ανήκει στην αρµοδιότητα κατωτέρου δικαστηρίου. Η καθ ύλην αρµοδιότητα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της δίκης. Το δικαστήριο, όταν κρίνει ότι είναι αναρµόδιο, παραπέµπει µε απόφασή του την υπόθεση στο αρµόδιο δικαστήριο, ενεργώντας ό,τι και το συµβούλιο των πληµµελειοδικών, όταν παραπέµπει την υπόθεση στο ακροατήριο. Α) ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ: Κατά το άρθρο 10 ΚΠ, ως ακυρωτικό δικαστήριο δικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεων και βουλευµάτων και αποτελείται από επτά δικαστές. Στην περίπτωση της αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόµου και στην περίπτωση του άρθρου 513 παρ. 1 ΚΠ, ο Άρειος Πάγος δικάζει εν ολοµελεία. 9

Β) ΜΕΙΚΤΟ ΟΡΚΩΤΟ ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή τον αναπληρωτή του, δύο πρωτοδίκες και τέσσερις ενόρκους (άρθρο 8 παρ. 1 περ. α ΚΠ ). ικάζει κατ άρθρο 109 ΚΠ σε πρώτο βαθµό : «α) τα κακουργήµατα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρµοδιότητα των µονοµελών και τριµελών εφετείων» και β) τα πολιτικά πληµµελήµατα.» Η περ. α) τίθεται όπως αντικαταστάθηκε µε την παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 4055/2012 (Α 51/12.3.2012) και σύµφωνα µε το άρθρο 113 του ιδίου νόµου ισχύει από 2.4.2012. Γ) Το ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΦΕΤΩΝ διακρίνεται σε Μονοµελές και Τριµελές και δικάζει κατ άρθρα 110 και 111 του ΚΠ : α) Το µονοµελές εφετείο δικάζει κατ άρθρον 110 ΚΠ τα πιο κάτω εγκλήµατα, εκτός αν στο νόµο απειλείται κατά αυτών η ποινή της ισόβιας κάθειρξης: 1) Τα κακουργήµατα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 308 Α, καθώς και αυτά της παραγράφου 1 του άρθρου 308 Β, εφόσον για τα τελευταία έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής. 2) Τα κακουργήµατα των άρθρων 114 του ν. 1892/1990 (Α'101), 66 του ν. 2121/1993 (Α'25) και 52 του ν. 4002/2011 (Α'180). 3) Τα κακουργήµατα των νόµων 2725/1999 (Α'121) και 3028/2002 (Α'153).» - Το Συµβούλιο των Εφετών αποφαίνεται κατ άρθρον 317 του ΚΠ : α) Για τις εφέσεις που ασκούνται κατά των βουλευµάτων του συµβουλίου των πληµµελειοδικών σύµφωνα µε όσα ορίζονται στο άρθρο 481 παρ. 2 και β) για τις προτάσεις του εισαγγελέα εφετών να αναθεωρηθεί η κατηγορία σύµφωνα µε όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού και στην παράγραφο 3 του άρθρου 322. ) Το ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟ ΙΚΕΙΟ δικάζει κατ άρθρο 112 ΚΠ : 1. Τα πληµµελήµατα, εκτός από όσα ανήκουν στην αρµοδιότητα των µικτών ορκωτών δικαστηρίων, του δικαστηρίου των εφετών, του µονοµελούς πληµµελειοδικείου και του δικαστηρίου ανηλίκων. «2. Τα πταίσµατα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 111.». 3. Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του µονοµελούς πληµµελειοδικείου. - Το Συµβούλιο των Πληµµελειοδικών συντίθεται σύµφωνα µε όσα ορίζει το άρθρο 5 παρ. 1 ΚΠ. Κατά την διάρκεια της ανακρίσεως αποφασίζει σύµφωνα µε το άρθρο 307 ΚΠ, µε πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση ενός διαδίκου ή του ανακριτή, α) όταν ο ανακριτής νοµίζει ότι δεν πρέπει να συµµορφωθεί µε πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονισθεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτηµα, όπως η κατάσχεση κλπ, γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία µεταξύ των διαδίκων ή µεταξύ αυτών και του Εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουµένου κατά του εντάλµατος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουµένου ή του Εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης µε περιοριστικούς όρους και στ) για κάθε άλλο θέµα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις. 10

Επίσης, σύµφωνα µε το άρθρο 309 ΚΠ, α) µπορεί να αποφαίνεται να µη γίνει κατηγορία κατά κάποιου κατηγορουµένου, στις περιπτώσεις που ορίζει το άρθρο 310 ΚΠ, β) να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, γ) να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη σύµφωνα µε το άρθρο 311 ΚΠ, µόνον, όµως, για τα κακουργήµατα της ανθρωποκτονίας µε πρόθεση, της ληστείας, της εκβίασης, της κλοπής (ζωοκλοπής) και του εµπρησµού, δ) να διατάσσει περαιτέρω ανάκριση και ε) να παραπέµπει τον κατηγορούµενο στο ακροατήριο του αρµοδίου δικαστηρίου. Ε) ΤΟ ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΗΛΙΚΩΝ δικάζει κατ άρθρο 113 ΚΠ : Τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους ηλικίας από δεκατριών µέχρι και συµπληρωµένου του δεκάτου ογδόου έτους, κατά τις παρακάτω διακρίσεις : α. Το µονοµελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει : α) τις πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, εκτός από εκείνες που δικάζονται από το τριµελές δικαστήριο ανηλίκων, β) τα πταίσµατα που τελούνται από ανηλίκους στην έδρα του πρωτοδικείου και γ) τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισµατοδικείου για ανηλίκους. Το µονοµελές δικαστήριο ανηλίκων επιβάλλει επίσης τα αναµορφωτικά ή θεραπευτικά µέτρα που ορίζονται από τον Ποινικό Κώδικα για ανηλίκους που δεν έχουν συµπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας τους. β. Το τριµελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους, για τις οποίες η ποινή περιορισµού σε ειδικό κατάστηµα κράτησης νέων που πρέπει να επιβληθεί σύµφωνα µε τον Ποινικό Κώδικα είναι τουλάχιστον πέντε ετών. γ. Το εφετείο ανηλίκων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των µονοµελών και τριµελών δικαστηρίων ανηλίκων που λειτουργούν στα πληµµελειοδικεία. ΣΤ) To ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟ ΙΚΕΙΟ: ικάζει σύµφωνα µε το άρθρο 114 ΚΠ : 1) Τα πληµµελήµατα για τα οποία απειλείται στο νόµο φυλάκιση µε ελάχιστο όριο κατώτερο του ενός έτους ή χρηµατική ποινή ή και οι δύο ποινές, εκτός από: α) εκείνα που υπάγονται στην αρµοδιότητα των µεικτών ορκωτών δικαστηρίων και των εφετείων, καθώς και τα συναφή µε αυτά (άρθρα 109, 111, 128), β) εκείνα που υπάγονται στην αρµοδιότητα του δικαστηρίου των ανηλίκων, γ) εκείνα των άρθρων 259 και 302 του Ποινικού Κώδικα και της συκοφαντικής δυσφήµησης δια του τύπου. 2) Τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισµατοδικείου, καθώς και των αποφάσεων που εκδίδονται από το ειρηνοδικείο σύµφωνα µε το άρθρο 116 παράγραφος 1.». Το παρόν άρθρο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε µε την παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 3904/2010 (Α 218/23.12.2010). Ζ) Το ΠΤΑΙΣΜΑΤΟ ΙΚΕΙΟ δικάζει κατ άρθρο 115 του ΚΠ τα πταίσµατα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρµοδιότητα των πληµµελειοδικείων και του δικαστηρίου ανηλίκων. ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΑ: καθορίζεται στα άρθρα 122, 123, 124 και 125 ΚΠ. Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΡΧΗ Τα κύρια χαρακτηριστικά της Εισαγγελικής Αρχής είναι τα εξής: Ο εισαγγελέας όχι µόνο «κινεί» την ποινική δίωξη για να αρχίσει η ποινική δίκη, αλλά γενικότερα την «ασκεί» κατά τη διάρκειά της, εκπροσωπώντας την κατηγορία σε όλα τα στάδια της δίκης, αφού, πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης (ακόµα 11

και παρεµπίπτουσας) δικαστηρίου πρέπει πρώτα να ακούγεται ο εισαγγελέας, ο οποίος βεβαίως οφείλει να υποβάλει αιτιολογηµένες προτάσεις (άρθρα 32 2β, 138 4 ΚΠ ) και µετά αποφασίζει το δικαστήριο, αλλιώς η απόφαση είναι αναιρετέα. Η εισαγγελική αρχή εκπροσωπείται σε κάθε ενέργεια από ένα µόνο µέλος της, αλλά λειτουργεί ενιαία και αδιαίρετα (αρχή του αδιαιρέτου). Η αρχή του αδιαιρέτου στοιχείται µε την αρχή της ιεραρχικής εξέτασης (άρθρο 24 Ν.1756/ 1988 (ΚΟ Κ Λ). Η αρχή ιεραρχικής εξέτασης κάµπτεται σε δυο σηµεία, ήτοι από την αρχή της νοµιµότητας (ο ιεραρχικά υφιστάµενος δεν δεσµεύεται από εντολή του προϊσταµένου του πχ. να ασκήσει ποινική δίωξη) και ως προς την έκφραση της γνώµης του (ο ιεραρχικά υφιστάµενος οφείλει να ενεργεί σύµφωνα µε την παραγγελία του ανωτέρου, αλλά κατά τη διατύπωση της πρότασης του προς το δικαστήριο είναι ελεύθερος να υποστηρίξει τη γνώµη του (άρθρο 24 4 Ν.1756/88). ΟΙ ΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ Ως ικαστικοί Λειτουργοί θεωρούνται οι τακτικοί δικαστές και Εισαγγελείς. Οι ικαστικοί Λειτουργοί περιβάλλονται µε ορισµένες εγγυήσεις, που αποσκοπούν να τους εξασφαλίσουν είτε την προσωπική τους ανεξαρτησία (π.χ. ισοβιότητα, οι προαγωγές, µεταθέσεις, αποσπάσεις κρίνονται κατά κανόνα από το ανώτατο δικαστικό συµβούλιο, χωρίς να παρεµβαίνει η διοίκηση, αλλά συλλογικά όργανα που απαρτίζονται από δικαστές και από καθηγητές πανεπιστηµίου), είτε τη λειτουργική τους ανεξαρτησία (π.χ. κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων δεν έχουν υποχρέωση να ακολουθούν εντολές ή οδηγίες οποιουδήποτε άλλου κρατικού οργάνου, αλλά υπόκεινται µόνο στο σύνταγµα και τους νόµους (άρθρο 87 2 Συντάγµατος). ΟΙ ΛΑΙΚΟΙ ΙΚΑΣΤΕΣ (ΕΝΟΡΚΟΙ) Ο θεσµός των ενόρκων στη χώρα µας καθιερώθηκε στην ποινική δικονοµία του 1834. Έκτοτε αναδιοργανώθηκ µε τον Ν.969/79, τα κυριότερα χαρακτηριστικά των διατάξεων του οποίου είναι: α) οι ένορκοι προέρχονται από όλους τους Έλληνες πολίτες άνδρες και γυναίκες και επιλέγονται µε µια αρκετά πολύπλοκη διαδικασία, β) το ΜΟ συγκροτείται από επτά µέλη (τρεις τακτικοί δικαστές και τέσσερις ένορκοι, οι οποίοι αποφασίζουν από κοινού για όλα κατά κανόνα τα ζητήµατα (ενοχή ή απαλλαγή, ποινή, ελαφρυντικές περιστάσεις κλπ), γ) η καθ ύλη αρµοδιότητά τους είναι αποκλειστική και καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 109 ΚΠ και δ) σε δεύτερο βαθµό κατόπιν άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων του ΜΟ δικάζει το ΜΟΕ µε την ίδια συγκρότηση (τρεις τακτικοί δικαστές και τέσσερις ένορκοι). ΟΙ ΙΑ ΙΚΟΙ Εκτός από τους δικαστές και τον εισαγγελέα στην ποινική δίκη µετέχουν και ο κατηγορούµενος, ο πολιτικός ενάγων και ο αστικώς υπεύθυνος. Τα πρόσωπα αυτά αποκαλούνται στον ΚΠ «διάδικοι». Α. Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Ο κατηγορούµενος έχει µια σειρά από δικαιώµατα, κυριότερα των οποίων είναι το εξής: α) το δικαίωµα ακρόασης (άρθρο 20 Συντάγµατος), 12

β) το δικαίωµα να παρίσταται µε συνήγορο και να επικοινωνεί µε αυτόν, τόσο κατά την απολογία του, καθώς και σε κάθε εξέταση του κατά την ανάκριση (άρθ.100 ΚΠ ) όσο και στο ακροατήριο (άρθ.340 ΚΠ ), γ) κατά την απολογία του στην ανάκριση πρέπει να του ανακοινώνεται η πράξη για την οποία κατηγορείται και να του εξηγούνται τα δικαιώµατα του, καθώς και να λαµβάνει γνώση των εγγράφων της ανάκρισης και να λαµβάνει αντίγραφά τους (άρθρα 101, 273 2 ΚΠ ), δ) να λαµβάνει προθεσµία για την απολογία του, ε) δικαιούται να αρνηθεί να απαντήσει τόσο κατά την ανάκριση, όσο και κατά την ακροαµατική διαδικασία (άρθ.273 2β, 366 2β ΚΠ ) κ.α.ο. Β. Ο ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΕΝΑΓΩΝ Ο πολιτικώς ενάγων είναι αυτός που κυρίως «αδικήθηκε» από το έγκληµα, ο αµέσως «παθών», δηλαδή ο φορέας του έννοµου αγαθού που προσέβαλε ο δράστης µε την πράξη του. Τα πρόσωπα που µπορούν να ασκήσουν πολιτική αγωγή ενώπιον ποινικού δικαστηρίου δικαιούνται να ζητήσουν είτε αποζηµίωση και αποκατάσταση της περιουσιακής ζηµίας που υπέστησαν, είτε χρηµατική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Γ. Ο ΑΣΤΙΚΩΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ Ως αστικώς υπεύθυνος µπορεί να µετάσχει στην ποινική δίκη πρόσωπο, το οποίο χωρίς να έχει και ποινική ευθύνη υποχρεούται, σύµφωνα µε το νόµο, να καταβάλει είτε την αποζηµίωση και τη χρηµατική ικανοποίηση είτε τη χρηµατική ποινή και τα έξοδα. Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑ ΙΚΑΣΙΑ Η ποινική διαδικασία αρχίζει τυπικά µε την έγερση της ποινικής αγωγής και τελειώνει πάντα µε δικαστική η απόφαση ή βούλευµα, τα οποία πρέπει να καταστούν αµετάκλητα. Η ποινική διαδικασία διακρίνεται σε δύο στάδια, ήτοι στην προδικασία (ανάκριση, διαδικασία ενώπιον δικαστικών συµβουλίων) και την κύρια διαδικασία (διαδικασία στο ακροατήριο). ΜΗΝΥΣΗ ΕΓΚΛΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΑΝΤΙΚΛΗΤΟΣ. ΜΗΝΥΣΗ - ΕΓΚΛΗΣΗ Ως µήνυση θεωρείται η κατά επίσηµο τρόπο καταγγελία στην Αρχή αξιόποινης πράξεως, µε σκοπό να τιµωρηθεί ο δράστης της. Ειδικότερα, ως έγκληση χαρακτηρίζεται η καταγγελία αυτή, όταν γίνεται από τον παθόντα και, ως µήνυση, όταν γίνεται σε περίπτωση αξιόποινων πράξεων, οι οποίες διώκονται αυτεπαγγέλτως, από οποιονδήποτε άλλον (εκτός από αυτόν που αδικήθηκε) (άρθρο 42 παρ. 1 ΚΠ ). Σύµφωνα µε το άρθρο 118 ΠΚ. δικαίωµα υποβολής εγκλήσεως, (δηλ. στα κατ έγκληση διωκόµενα αδικήµατα) έχει ο άµεσα παθών από την αξιόποινη πράξη, εκτός και εάν ο νόµος ορίζει διαφορετικά µε ειδική διάταξη. ΑΝΗΛΙΚΟΣ ΠΑΘΩΝ Σύµφωνα µε το άρθρο 118 παρ. 2 ΠΚ, εάν ο ανήλικος δεν έχει συµπληρώσει το 12 ο έτος της ηλικίας του ή τελεί υπό δικαστική απαγόρευση, το δικαίωµα εγκλήσεως έχει ο νόµιµος αντιπρόσωπός του. Προκειµένου για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, την έγκληση, ως αποτελούσα πράξη της επιµέλειας του 13

προσώπου του, µπορεί να υποβάλει έγκυρα και ο ένας µόνο γονέας. Το αυτό ισχύει και όταν δράστης κατ έγκληση διωκόµενου εγκλήµατος σε βάρος ανηλίκου είναι ο ένας γονέας του ανηλίκου. ηλαδή και στην περίπτωση αυτή, έγκυρα υποβάλλεται η έγκληση από τον άλλο αµέτοχο γονέα και δεν έχει εφαρµογή το άρθρο 1517 Α.Κ., που ορίζει ότι, αν τα συµφέροντα του τέκνου συγκρούονται µε τα συµφέροντα του πατέρα του ή της µητέρας του που ασκούν τη γονική µέριµνα, διορίζεται ειδικός επίτροπος (Α.Π. 1535/2007 Ποιν ικ 2007 σελ.1274). Εάν ο παθών έχει συµπληρώσει το 12 ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωµα έχουν ο παθών και ο νόµιµος αντιπρόσωπός του και µετά την συµπλήρωση του 17 ου έτους, το δικαίωµα έχει µόνον ο παθών. Σύµφωνα µε το άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ, εάν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωµα εγκλήσεως, το δικαίωµα αυτό είναι αυτοτελές για τον καθένα. Σύµφωνα µε το άρθρο 119 ΠΚ, η ποινική δίωξη ασκείται εναντίον όλων των συµµετόχων του εγκλήµατος ακόµη και εάν η υποβληθείσα έγκληση στρέφεται εναντίον ενός από αυτούς, η δε παράλειψη του Εισαγγελέως να επεκτείνει την ποινική δίωξη και εναντίον τους δεν δηµιουργεί ακυρότητα κατ άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠ (αρχή του αδιαιρέτου της εγκλήσεως, βλ. και ΟλΑΠ 2/2007, ΝοΒ 2007, σελ. 943). ΠΟΥ ΚΑΤΑΤΙΘΕΤΑΙ Η ΜΗΝΥΣΗ - ΕΓΚΛΗΣΗ Σύµφωνα µε το άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠ, η µήνυση γίνεται απευθείας είτε στον Εισαγγελέα πληµµελειοδικών είτε στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους (π.χ. αστυνοµικούς που υπηρετούν σε αστυνοµική αρχή) από τον ίδιο τον µηνυτή είτε από πληρεξούσιο ικηγόρο. To έγγραφο της πληρεξουσιότητας µπορεί να δοθεί και µε απλή έγγραφη δήλωση, αρκεί η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα να βεβαιωθεί από οποιαδήποτε δηµόσια, δηµοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Σύµφωνα, µε το άρθρ. 42 παρ. 3 ΚΠ, µπορεί η µήνυση να υποβληθεί και σε αναρµόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα ή ανακριτικό υπάλληλο (πχ. µήνυση που απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδος µπορεί να κατατεθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ή σε αστυνοµικό Τµήµα των Αθηνών), ο οποίος υποχρεούται χωρίς χρονοτριβή να την διαβιβάσει στον αρµόδιο. Έτσι, ο χρόνος υποβολής σε αναρµόδιο ανακριτικό υπάλληλο διακόπτει την τρίµηνη προθεσµία της εγκλήσεως, όταν πρόκειται για κατ έγκληση διωκόµενο αδίκηµα. Στα κατ έγκληση διωκόµενα εγκλήµατα, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει έγκληση εντός τριών µηνών από την ηµέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συµµέτοχους, καθόσον θεωρείται ότι η πάροδος άπρακτης -από το δικαιούχο-της τρίµηνης προθεσµίας υποβολής της εγκλήσεως αποτελεί σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωµα και επιφέρει εξάλειψη του αξιοποίνου κατ άρθρο 117 παρ.1 Π.Κ. (βλ. ΑΠ 1998/2004 ΠοινΧρ ΝΕ σελ. 73, ΑΠ 279/1985 ΠοινΧρ ΛΕ σελ. 707). ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΜΗΝΥΣΕΩΣ - ΕΓΚΛΗΣΕΩΣ Εάν µεν πρόκειται περί εγκλήµατος κατ' έγκληση διωκοµένου, η προθεσµία για την υποβολή της εγκλήσεως είναι 3 µήνες από την ηµέρα που o παθών έλαβε γνώση για την τέλεση εις βάρος του της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε (άρθρο 117 παρ. 1 Π.Κ.), ενώ εάν πρόκειται περί αυτεπαγγέλτως διωκοµένου εγκλήµατος τιµωρουµένου σε βαθµό πληµµελήµατος, η πράξη παραγράφεται εντός 5 ετών από της τελέσεώς της, οπότε θα πρέπει να επιδοθεί κλητήριο θέσπισµα το αργότερο εντός της προθεσµίας των 5 ετών από της τελέσεως της πράξεως. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΜΗΝΥΣΕΩΣ ΕΓΚΛΗΣΕΩΣ ΑΠΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ ΙΚΗΓΟΡΟ ΤΟΥ. Όταν εγκαλεί ή µηνύει φυσικό πρόσωπο, απαιτείται αυτοπρόσωπη εµφάνιση του ιδίου µε την ταυτότητά του και συµπληρώνεται ένορκη εξέταση του µηνυτού για το αληθές 14

του περιεχοµένου της µηνύσεώς του. Όταν η µήνυση έγκληση κατατίθεται από πληρεξούσιο ικηγόρο, απαιτείται είτε συµβολαιογραφικό πληρεξούσιο, το οποίο πρέπει να περιέχει ειδική εντολή ή εξουσιοδότηση µε θεωρηµένο το γνήσιο της υπογραφής, κατά τον ΚΠ (ήτοι από δηµόσια, δηµοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο), για την υποβολή της µήνυσης ή έγκλησης για τη συγκεκριµένη ή τις συγκεκριµένες άδικες πράξεις. εν αρκεί για τη νοµότυπη υποβολή της, γενική πληρεξουσιότητα. Απαιτείται το πληρεξούσιο ή η εξουσιοδότηση να παρέχει ειδική εντολή στον εντολοδόχο για κατάθεση έγκλησης κατά συγκεκριµένου προσώπου και να γίνεται µνεία των περιστατικών που συγκροτούν την άδικη πράξη, καθώς και του τόπου και χρόνου τέλεσής της. Η εξουσιοδότηση για την υποβολή εγκλήσεως πρέπει να είναι ειδική, δηλαδή να περιγράφονται µε ακρίβεια οι καταγγελλόµενες ως αξιόποινες πράξεις και το έγγραφο της εξουσιοδοτήσεως προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της µηνύσεως (άρθρο 42 παρ. 2 εδ γ ΚΠ ). Για την µεγίστη δυνατή ακρίβεια της εξουσιοδοτήσεως, καλό είναι να ενσωµατώνεται σε αυτήν, το πλήρες κείµενο της κατατιθέµενης εγκλήσεως. Ακόµη, στο πληρεξούσιο ή στην εξουσιοδότηση, πρέπει να παρέχεται η εντολή στο εντολοδόχο να δηλώσει για λογαριασµό του εντολέα παράσταση πολιτικής αγωγής για συγκεκριµένο ποσό, πάντοτε µε επιφύλαξη, για χρηµατική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στον εγκαλούντα από τις καταγγελόµενες άδικες πράξεις. Όταν υπάρχουν πολλοί εγκαλούντες, πρέπει η πληρεξουσιότητα για παράσταση πολιτικής αγωγής ν' αφορά καθένα από αυτούς. Όταν υπάρχουν πολλοί µηνυόµενοι, πρέπει η πληρεξουσιότητα για παράσταση πολιτικής αγωγής ν' αφορά καθένα από αυτούς. ΟΤΑΝ ΕΓΚΑΛΕΙ Η ΜΗΝΥΕΙ ΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ Η ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΤΟΥ. 1. Όταν µηνύει ή εγκαλεί ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, απαιτείται η έγκληση ή η µήνυση να συνοδεύεται από: α. Καταστατικό της εταιρείας ή το Φ.Ε.Κ δηµοσιεύσεως της περίληψης του καταστατικού. β. Κεκυρωµένο αντίγραφο πρακτικού του ιοικητικού Συµβουλίου της εταιρείας, µε το οποίο να χορηγείται η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στο συγκεκριµένο πρόσωπο για την κατάθεση της συγκεκριµένης µήνυσης ή έγκλησης. - Όταν στο καταστατικό ορίζονται µέλη του ιοικητικού Συµβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούµενα να εκπροσωπούν την ανώνυµη εταιρεία επί ικαστηρίου (οργανική - καταστατική εκπροσώπηση Α.Ε), τότε τα πρόσωπα αυτά συννόµως εγκαλούν και δεν απαιτείται πρακτικό του ιοικητικού Συµβουλίου. - Όταν στο καταστατικό ορίζεται ότι µε απόφαση του ιοικητικού Συµβουλίου µπορεί να ανατεθεί η εκπροσώπηση της Α.Ε σε τρίτα πρόσωπα, τότε, εκτός από το καταστατικό, απαιτείται και η απόφαση του ιοικητικού Συµβουλίου που να ορίζει τα πρόσωπα αυτά. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από αρµόδια προς τούτο υπηρεσία (δηµόσια, δηµοτική, κοινοτική αρχή) ή και από ικηγόρο, όλων των µελών του ιοικητικού Συµβουλίου και δεν αρκεί η βεβαίωση ως επικυρωµένου αντιγράφου του πρακτικού από τον Πρόεδρο του ιοικητικού Συµβουλίου της εταιρείας. Για την υποβολή έγκλησης από Α.Ε. βλ. τις υπ αριθµ. 4/2006, 5/2006 και 6/2006 ΟλΑ.Π., σύµφωνα µε τις οποίες : 15

«Με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 «Περί ανωνύµων εταιριών», όπως αυτός κωδικοποιήθηκε µε το Β.. 174/1963, ορίζεται ότι «η ανώνυµη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συµβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς», κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου «το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα µέλη του Συµβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισµένου µόνον είδους πράξεις». Το άρθρο 22 του ίδιου Νόµου ορίζει στην παρ. 1 ότι «Το ιοικητικόν Συµβούλιον είναι αρµόδιον ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας», στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, «το καταστατικό µπορεί να ορίζει θέµατα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συµβουλίου µπορεί να ασκείται ολικά ή µερικά από ένα ή περισσότερα µέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους». Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες µε εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθµίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νοµικού προσώπου της ανώνυµης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νοµικού αυτού προσώπου στις έννοµες σχέσεις µε άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγµάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συµβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρµόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόµενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυµπληρώνονται, ρυθµίζουν το ζήτηµα της υποκατάστασης του διοικητικού συµβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόµιµη, µόνο εφόσον διενεργείται µε βάση µία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα µέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονοµάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισµένες µόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαµβάνει στο πεδίο εφαρµογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα όµως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη µε την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριµένο καθορισµό προσώπων που κατονοµάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισµένα θέµατα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το.σ. µεταβίβαση της εξουσίας του. Η µεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, µπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι µόνο προς µέλη του.σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όµως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [ΟλΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συµβουλίου µε εξωεταιρική συµφωνία δεν είναι νόµιµη. Εποµένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το ιοικητικό Συµβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συµβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόµενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συµβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των µελών του.σ., όταν το απαιτεί νοµοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όµως που το διοικητικό συµβούλιο Ανώνυµης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής 16

απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει µήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συµβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόµενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του «εντολέα» και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των µελών του διοικητικού συµβουλίου της εταιρείας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠ». 2. Όταν µηνύουν ή εγκαλούν ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (Ε.Π.Ε), ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ο.Ε) 'Η ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Ε), η µήνυση - έγκληση απαιτείται να συνοδεύεται από: α. Καταστατικό της εταιρείας από το οποίο να προκύπτουν τα στοιχεία του διαχειριστή της εταιρείας, όταν αυτός υποβάλει την έγκληση για λογαριασµό της εταιρείας. β. Όταν η έγκληση ή η µήνυση κατατίθεται από άλλο πρόσωπο, απαιτείται εκτός του ανωτέρω, πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση, κατά τ' ανωτέρω, του διαχειριστή της εταιρείας. ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΘΕ ΜΗΝΥΣΕΩΣ ΕΓΚΛΗΣΕΩΣ. ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ. Στην κατατιθέµενη µήνυση µπορούµε να προτείνουµε και τους µάρτυρες (αναγράφοντας τα στοιχεία τους, ήτοι ονοµατεπώνυµο, πατρώνυµο, διεύθυνση κατοικίας), τους οποίους επιθυµούµε να εξετάσουµε. Επί πλέον, είναι δυνατή και η προσκόµιση µε την µήνυση και ενόρκων βεβαιώσεων µαρτύρων, ενώπιον Συµβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκου, χωρίς κλήση του µηνυοµένου, αλλά µόνον για τα κατ έγκληση διωκόµενα αδικήµατα, όπως ορίζει το άρθρο 46 παρ. 4 του Κώδικος Ποινικής ικονοµίας, το οποίο αντικατεστάθη µε την διάταξη του άρθρου 28 του Ν.4055/2012 (ΦΕΚ 51/12-3-12 τ.α ). Ο πολιτικώς ενάγων µπορεί να εξετάσει και άλλους µάρτυρες κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, αρκεί, επί ποινή απαραδέκτου, να τους γνωστοποιήσει στον κατηγορούµενο, εγγράφως (µε εξώδικη δήλωση του, η οποία πρέπει να επιδοθεί µε δικαστικό επιµελητή στον κατηγορούµενο και να προσκοµισθεί η σχετική έκθεση επιδόσεως στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως), πριν από 5 τουλάχιστον ηµέρες από την δικάσιµο, εάν η υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου (άρθρο 326 παρ. 2 ΚΠ ), ενώ εάν η υπόθεση εκδικάζεται ενώπιον του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου ή του Πταισµατοδικείου, µπορεί να τους προτείνει κατά την εκδίκαση της υποθέσεως (άρθρο 326 παρ. 1 ΚΠ ), όπως και ο κατηγορούµενος, δηλ. χωρίς την τήρηση της άνω διατυπώσεως, η οποία απαιτείται για το Τριµελές Πληµµελειοδικείο. ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Με την έγκληση µήνυση συνυποβάλλουµε και τα σχετικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η βασιµότητα της και τα οποία πρέπει να αριθµούµε, χωρίς απαραιτήτως αυτά να προσκοµίζονται σε επικυρωµένα αντίγραφα. 17

ΠΑΡΑΒΟΛΑ ΜΗΝΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Με την κατάθεση της µηνύσεως και για την νοµότυπη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής (βλ. αµέσως επόµενη παράγραφο) πρέπει να προσκοµίζονται και τα ανάλογα παράβολα του ηµοσίου (ένα ποσού 100 ΕΥΡΩ για κατάθεση µηνύσεως και ένα άλλο ποσού 50 ΕΥΡΩ, για δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής), συµπληρωµένα κατά τα στοιχεία του από τον καταθέτη της µηνυτή ή τον πληρεξούσιό του. Σύµφωνα µε το άρθρο 42 παρ. 4 εδ. Β του ΚΠ, «σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή άλλης αντικειµενικής αδυναµίας εκδόσεως του παραβόλου, αυτό µπορεί να προσκοµισθεί το βραδύτερο εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών, χωρίς να κωλύεται η ποινική διαδικασία. Το ύψος του ποσού του παραβόλου αναπροσαρµόζεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµίας και Οικονοµικών και ικαιοσύνης.», ενώ κατά την παρ. 5 αυτού, όπως αυτή προσετέθη µε την παρ. 4 του άρθρου 27 του ν. 4055/2012 (Α 51/12.3.2012) και σύµφωνα µε το άρθρο 113 του ιδίου νόµου ισχύει από 2.4.2012: «Η κατάθεση της µήνυσης µπορεί να γίνεται και µε ηλεκτρονικά µέσα, εφόσον φέρει προηγµένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α' 125). Οι λεπτοµέρειες και οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την εφαρµογή της εν λόγω διάταξης καθορίζονται µε προεδρικό διάταγµα που εκδίδεται µε πρόταση του Υπουργού ικαιοσύνης, ιαφάνειας και Ανθρωπίνων ικαιωµάτων.» Επίσης, πρέπει να έχει συνταχθεί και υπογραφεί από τον υποβαλόντα την µήνυση και αίτηση προς τον κ. Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών για την λήψη κεκυρωµένων αντιγράφων της µηνύσεως. ΠΡΑΞΗ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΜΗΝΥΣΕΩΣ Με την κατάθεση της µηνύσεως συντάσσεται σχετική πράξη καταθέσεως, η οποία διαφέρει αναλόγως εάν την µήνυση υποβάλει ο ίδιος ο µηνυτής ή πληρεξούσιός του και την οποία, εκτός από τον γραµµατέα, υπογράφει και ο ίδιος ο καταθέτης. Στην πρακτική, η σχετική πράξη καταθέσεως είτε τίθεται στο τέλος του κειµένου της µηνύσεως από έντυπη σφραγίδα που υπάρχει στην Εισαγγελία, όπου κατατίθεται η µήνυση έγκληση, είτε η συγκεκριµένη πράξη καταθέσεως έχει ήδη συνταχθεί από τον συντάκτη της µηνύσεως εγκλήσεως, στο τέλος της µηνύσεως. ΕΝΝΟΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ. Σύµφωνα µε το άρθρο 63 του Ποινικού Κωδικός, πολιτική αγωγή (περί αποζηµιώσεως εκ του εγκλήµατος και αποκαταστάσεως καθώς και χρηµατικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης) µπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου κατά του κατηγορουµένου από τον δικαιούµενο σε αυτό σύµφωνα µε τον Αστικό Κώδικα (άρθρα 299, 914, 932 ΑΚ). ΗΛΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΗΝΥΣΕΩΣ - ΕΓΚΛΗΣΕΩΣ Με την υποβολή της µηνύσεως - εγκλήσεως πρέπει να δηλώνεται και παράσταση πολιτικής αγωγής του µηνυτή - εγκαλούντος κατά του κατηγορουµένου, µε την ειδικότερη αιτία της (λόγω περιουσιακής ζηµίας, ηθικής βλάβης, ψυχικής οδύνης), για συγκεκριµένο ποσό (σήµερα τουλάχιστον 44 ΕΥΡΩ) µε επιφύλαξη της διεκδικήσεως του επί πλέον ποσού (αποκατάστασεως περιουσιακής ζηµίας ή χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ανάλογα µε την περίπτωση) από τα αρµόδια Αστικά ικαστήρια, ώστε να αποκτάται από τον µηνυτή η ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και να είναι δυνατή η άσκηση των δικαιωµάτων του. Η επιφύλαξη αυτή έχει µεγάλη σηµασία, διότι εάν δεν διατυπωθεί, δεν θα είναι παραδεκτή η έγερση αγωγής ενώπιον του αρµοδίου αστικού δικαστηρίου (ΑΠ 866/1988, Ελ νη 30, 1321). Αντίθετα, εάν προηγηθεί η έγερση αγωγής στο πολιτικό δικαστήριο, πρέπει και σε αυτήν να διατυπωθεί επιφύλαξη για την διεκδίκηση 18

συγκεκριµένου ποσού (χρηµατικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ανάλογα µε την περίπτωση) από το αρµόδιο ποινικό δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της κατηγορίας. Έτσι, εάν δεν έχει δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής κατ' ενός, η έγερση αγωγής ενώπιον του αρµοδίου πολιτικού δικαστηρίου κατ' αυτού για ποσό λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, χωρίς διατήρηση επιφύλαξης για συγκεκριµένο ποσό (σήµερα 44 ΕΥΡΩ), το οποίο ο ενάγων θα διεκδικήσει κατά του κατηγορουµένου από το αρµόδιο Ποινικό ικαστήριο κατά την εκδίκαση της εναντίον του µηνύσεως, αποκλείει από τον ενάγοντα το δικαίωµα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουµένου στην ποινική δίκη (βλ. και σχετική µελέτη Α. ΖΥΓΟΥΡΑ «Η παράστασις του πολιτικώς ενάγοντος εις την ποινικήν δίκην και η επιφύλαξις τούτου εις την πολιτικήν δίκην» σε (Αρµ. 2002, σελ. 146). Κατά συνέπειαν, εάν αυτός που δικαιούται αποζηµίωση ή χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, επιφυλάχθηκε να ζητήσει µέρος από την απαίτησή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, είναι άνευ σηµασίας εάν το πολιτικό δικαστήριο απέρριψε τη σχετική αγωγή του ή επεδίκασε ολόκληρο το ποσό που ζητήθηκε µε αυτήν ή µέρος αυτού, αφού για το µέρος της απαιτήσεως του δικαιούχου αυτής, το οποίο δεν εισήχθη στο πολιτικό δικαστήριο λόγω της γενοµένης επιφυλάξεώς του, δεν εκδόθηκε απόφαση από το πολιτικό δικαστήριο και συνεπώς δεν βρίσκει εφαρµογή η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 ΚΠολ. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία προηγήθηκε απόφαση του ποινικού δικαστηρίου επί της απαιτήσεως του δικαιούχου αποζηµιώσεως ή χρηµατικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία και υφίσταται επιφύλαξη αυτού να ζητήσει µεγαλύτερο ποσό ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου. Σχετική νοµολογία ΑΠ 959/1998, 920/1989, 1301/1983, 1851/88, 866/88, ΕΦΑΘ 673/1992. ΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΚΛΗΤΟΥ ΙΚΗΓΟΡΟΥ Επίσης, στην υποβαλλόµενη µήνυση, όταν δηλώνεται παράσταση πολιτικής αγωγής, πρέπει να διορίζεται και αντίκλητος ικηγόρος, µε αναγραφή των στοιχείων του (όνοµα, επώνυµο, έδρα του Πρωτοδικείου, όπου ασκεί τα καθήκοντα του, διεύθυνση και τηλέφωνο). Εάν ο εγκαλών διαµένει στην έδρα άλλου Πρωτοδικείου, από εκείνο στον Εισαγγελέα του οποίου απευθύνεται η µήνυση, πρέπει να διορίζεται υποχρεωτικά αντίκλητος ικηγόρος, ο οποίος υπηρετεί στην έδρα του Πρωτοδικείου αυτού (π.χ. σε µήνυση, η οποία απευθύνεται ενώπιον του κ. Εισαγγελέως Πληµµελειοδικών Κορίνθου από µηνυτή, ο οποίος κατοικεί στην Αθήνα, πρέπει να διορίζεται αντίκλητος υποχρεωτικά και ικηγόρος Κορίνθου), ειδάλλως ο δηλών δεν αποκτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και η παράσταση πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη (ΣυµβΑΠ 1865/2003, ΤριµΠληµµΘεσ 21876/2003, Αρµενόπουλος, 2004, σελ. 415). Ο διορισµός του αντικλήτου, ο οποίος δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι ικηγόρος (βλ. ΑΠ 1625/2006, Ελ νη 47 (2006), σελ. 1528), επιβάλλεται για την διευκόλυνση της ταχείας επιδόσεως των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας. Η υποχρέωση του πολιτικώς ενάγοντος να δηλώσει αντίκλητο ικηγόρο δεν παραβιάζει το δικαίωµα δικαστικής προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγµατος ούτε το άρθρο 6 της ΕΣ Α (ΑΠ 77/2005 (σε Συµβούλιο), ΝοΒ 2005, σελ. 1347). ΗΛΩΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΠΑΘΟΝΤΑ Όταν ο παθών είναι ανήλικος, σε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής νοµιµοποιούνται οι ασκούντες την γονική µέριµνα γονείς του και όχι ο ίδιος, σύµφωνα µε τις διαφοροποιήσεις του άρθρου 118 παρ. 2 ΠΚ. ΗΛΩΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ Εάν η µηνύτρια και δικαιούµενη να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα είναι νοµικό πρόσωπο (π.χ. οµόρρυθµη ή ετερόρρυθµη εταιρεία), δικαίωµα παραστάσεως πολιτικής 19

αγωγής έχει το ίδιο το νοµικό πρόσωπο, εκπροσωπούµενο προς τούτο από τα καταστατικά του όργανα (νόµιµο εκπρόσωπο αυτού) και όχι τα µέλη του αυτοτελώς, τα οποία υφίστανται µόνον έµµεση ζηµία (ΟλΑΠ 1/1994, ΠοινΧρ Μ. 208, ΣυµβΑΠ 798/2003). Και τούτο, διότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 και 84 του ΚΠ σε συνδυασµό µε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, το νοµικό πρόσωπο µπορεί να υποστεί από µία αξιόποινη πράξη ζηµία καθώς και ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στην µείωση του κύρους και της πίστης του. Επίσης, έχει κριθεί ότι τα επαγγελµατικά σωµατεία των εργαζοµένων και των εργοδοτών µπορεί να παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες µόνον κατά την εκδίκαση αξιόποινων πράξεων παραβάσεως της λειτουργίας τους ή πράξεις που θίγουν τα δικαιώµατα ή τα συµφέροντά τους (ΑΠ 551/2004, ΝοΒ 2004, 1629). ΗΛΩΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟ ΙΚΑΣΙΑ. ήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής µπορεί να γίνει από τον δικαιούµενο προς τούτο ή τον πληρεξούσιό του και µετά την κατάθεση της µηνύσεως (πχ. διότι είχε παραλείψει να δηλώσει) ή, σε περίπτωση αυτεπαγγέλτως διωκοµένου αδικήµατος, µετά την καταγγελία της αξιόποινης πράξεως, ήτοι κατά την προδικασία, µε σχετική δήλωσή του, είτε αυτή είναι διατυπωµένη εγγράφως (π.χ. µε την υποβολή υποµνήµατος ή άλλου εγγράφου, στο οποίο περιέχεται η σχετική δήλωση) ή προφορικώς, οπότε καταχωρείται σε σχετική έκθεση (π.χ. έκθεση εξετάσεως µάρτυρα) στον εισαγγελέα ή στον ανακριτικό υπάλληλο, µέχρι πέρατος της ανακρίσεως (άρθρο 83 και 308 ΚΠ ). Σύµφωνα µε το άρθρο 84 ΚΠ, η σχετική δήλωση για την εγκυρότητά της πρέπει να περιέχει (βλ. και Ολ. ΑΠ 7/2006 (Συµβ), Ελλ νη 47 (2006), σελ. 1527): - Συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, - Την ενεργητική νοµιµοποίηση του δηλούντος, ήτοι τα στοιχεία στα οποία θεµελιώνεται το σχετικό του δικαίωµα κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (περιουσιακή ζηµία ή ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη), το οποίο γεννήθηκε εξ αιτίας της αξιόποινης πράξεως, - Την παθητική νοµιµοποίηση, ήτοι τα στοιχεία στα οποία θεµελιώνεται η αντίστοιχη υποχρέωση του κατηγορουµένου προς αυτόν, - Το είδος της πολιτικής αγωγής (πχ., λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης), - ιορισµός αντικλήτου στην έδρα του ικαστηρίου, εάν ο παθών δεν διαµένει σε αυτήν - Ο πληρεξούσιος ικηγόρος του αδικηθέντος, ο οποίος έχει διορισθεί νόµιµα και έχει γνωστοποιηθεί είναι και αντίκλητος (άρθρο 4 του ν. 1653/1986). ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟ ΙΚΑΣΙΑ Ο πολιτικώς ενάγων, κατά την προδικασία, έχει τα δικαίωµατα των άρθρων 96-108 ΚΠ, δηλ. να παρίσταται µετά συνηγόρου, να λαµβάνει αντίγραφα της δικογραφίας, µετά την απολογία του κατηγορουµένου κλπ. ΗΛΩΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟ ΙΚΑΣΙΑ Κατά το άρθρο 83 παρ. 2 ΚΠ, εάν δεν έχει δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την προδικασία, δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής µπορεί να γίνει από τον δικαιούµενο και ενώπιον του αρµοδίου ποινικού ικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθµό και µέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στο άρθρο 68 ΚΠ. Ο δικαιούµενος πολιτικής αγωγής, η οποία στηρίζεται σε δικαίωµα αποζηµιώσεώς του από τον κατηγορούµενο, πρέπει σύµφωνα µε το άρθρο 68 παρ. 1 ΚΠ, να έχει προηγουµένως επιδώσει σχετικό δικόγραφο στον κατηγορούµενο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής ικονοµίας και σύµφωνα µε την προθεσµία του άρθρου 167 ΚΠ. Εάν ο παθών επιθυµεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορούµενου στο ακροατήριο, για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (οι συνηθέστερες περιπτώσεις παραστάσεως πολιτικής αγωγής), 20