Εργασία στα Ατοµικά και Κοινωνικά ικαιώµατα. Θέµα : Οριοθέτηση και Περιορισµοί στην Ιδιωτική Οικονοµική Πρωτοβουλία

Σχετικά έγγραφα
Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ(α.25παρ.3Σ) Με τον όρο γενικές συνταγµατικές αρχες εννοούµε ένα σύνολο

ΕΡΓΑΣΙΑ 1 η ΜΕ ΘΕΜΑ: «Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΠΑΡΑΒΙΑΣΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΑΣ» Ι ΑΣΚΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: κ. ΑΝ ΡΕΑΣ ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Η γενική αρχή του σεβασµού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας

669/2013 ΜΠΡ ΑΘ ( ) (Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

ΓΝΩΜΟΛΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ,ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ & ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ

Η σχολιαζόμενη απόφαση παρουσιάζει σημαντικό. ενδιαφέρον τόσο γιατί πραγματεύεται σημαντικά νομικά ζητήματα

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ. ΕΡΓΑΣΙΑ 5 η :

Τα Συνταγµατικά δικαιώµατα στις Συναλλακτικές σχέσεις

Εισαγωγικές παρατηρήσεις Γενική οικονοµική ελευθερία Συνταγµατική κατοχύρωση Περιεχόµενο. 11

1ο Κεφάλαιο Το δικαίωµα του συνεταιρίζεσθαι στα πλαίσια του άρθρου 12 του Συντάγµατος

Το Σύνταγμα της Ελλάδας του 1975/86/01 στο δεύτερο μέρος του περιλαμβάνει τις διατάξεις τις σχετικές με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Λίνα Παπαδοπούλου Επ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ. Θέµα: Η αρχή της ανθρώπινης αξίας ΒΑΣΙΛΙΚΗ. ΓΡΙΒΑ. ιδάσκων Καθηγητής: Ανδρέας Γ. ηµητρόπουλος

Διοικητικό Δίκαιο. Εισαγωγή στο Διοικητικό Δίκαιο 1 ο Μέρος. Αν. Καθηγήτρια Ευγ. Β. Πρεβεδούρου Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Η ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Προλογικό σημείωμα... Εισαγωγικές παρατηρήσεις... 1

Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους 19 ος Διαγωνισμός ΕΣΔΔ 2 ος Διαγωνισμός ΕΣΤΑ Σάββατο 09 Δεκεμβρίου 2006

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Εξωσυμβατική ευθύνη Δημοσίου 12/4/2016

Θέµα εργασίας. Η ερµηνεία του άρθρου 8 παρ. 1 του Συντάγµατος

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

Δικαίωμα στην εκπαίδευση. Λίνα Παπαδοπούλου Επ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Η

Συνταγματικό Δίκαιο Ενότητα 2: Κράτος Δικαίου 2

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΠολΠρωτΑθ 528/2002

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ- ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΟλΑΠ 18/1999

Θέµα εργασίας: «Θεσµική εφαρµογή των θεµελιωδών δικαιωµάτων».υπόθεση Κλόντια Σίφερ.

ΕΡΓΑΣΙΑ 6 η ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙ ΤΗΣ Ι ΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΩΝ ΗΜΟΣΙΩΝ

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Δίκαιο είναι το σύνολο των ετερόνομων κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο υποχρεωτικό την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων.

Έγγραφο συνόδου ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΟ. στην έκθεση

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η συνταγµατική οριοθέτηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας ( άρθρο 106 παράγραφος 2 ).

Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. Πρόλογος

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΙΠΛΩΜΑ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΜΑΘΗΜΑ «ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ» Ι ΑΣΚΩΝ: Α. ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΥΣΟΥΛΑ-ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΛΛΙ Η. ΕΡΓΑΣΙΑ 4 η

Ψήφισµα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά µε τα νοµικά επαγγέλµατα και το γενικό συµφέρον στην οµαλή λειτουργία των νοµικών συστηµάτων

Αρχή της αναλογικότητας. Λίνα Παπαδοπούλου Aν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

«ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Ο.Σ.Π.Α.»

Ξενοφών Κοντιάδης Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Δικηγόρος, Πρόεδρος Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Θέµα εργασίας : Γενικές Συνταγµατικές Αρχές «Απαγόρευση κατάχρησης δικαιώµατος» Καµιντζή Ιωάννα Α.Μ:322 Ε Mail:

ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΟΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Ι ΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩN ΠΟΣΟΤΙΚΩN ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩN ΜΕΤΑΞΥ ΤΩN ΚΡΑΤΩN ΜΕΛΩN

ΓΝΩΜΟ ΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΗ : Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΛΟΥΚΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2003

ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΗ :

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ «Επιτομή Γενικού Διοικητικού Δικαίου» του Απ. Γέροντα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2014

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ (ΘΕΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ)

Θέµα εργασίας. Η Θεσµική Προσαρµογή των Συνταγµατικών ικαιωµάτων ΙΙ (ΣτΕ 438/2001)

ΕΘΝΙΚΟ & ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

της επαγγελματικής ελευθερίας και της προστασίας του ανταγωνισμού. Διατάξεις πο υ

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Θέµα εργασίας. Η Θεσµική Προσαρµογή των Συνταγµατικών ικαιωµάτων I (Μον.Πρωτ.Θεσ/νίκης 1080/1995)

Το πολίτευμα που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα του 1975/1986/2001/ Οι θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ. 1. Ν. 1667/1986,Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις.

Α Π Ο Φ Α Σ Η 85/2012

05 Ευτυχία Γ. Αρµένη Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΜΕΝΟ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ»

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Η Αρχή της Νομιμότητας ως Οριοθέτηση των Συνταγματικών Δικαιωμάτων

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

ίκτυο Υπηρεσιών Πληροφόρησης & Συμβουλευτικής εργαζομένων

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Δημόσια νομικά πρόσωπα

Περιεχόμενα. Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17

Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής 4. Άρθρο 2 Αγωγές παραλείψεως 5. Άρθρο 3 Φορείς νομιμοποιούμενοι προς έγερση αγωγής 5. Άρθρο 4 Ενδοκοινοτικές παραβάσεις 6

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πηγές Συντακτική ομάδα

ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΝΩΜΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ

1. Η κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση κατά το Σύνταγμα. Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα, το περιεχόμενο

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3126/2003 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ»

Η ποινικοποίηση της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα: Το διεθνές νομικό πλαίσιο και το παράδειγμα της Ελλάδας

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Α ΕΞΑΜΗΝΟ ΕΤΟΣ:

Περιγραφή του ισχύοντος συστήµατος οριοθέτησης αρµοδιοτήτων µεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών µελών

θέτει στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 17 [Σημείωση: Με την εν λόγω διάταξη ορίζεται ουσιαστικώς μία μεταβατική περίοδος που χρονικά τοποθετείται από

Σελίδα 1 από 5. Τ

Περιεχόμενα. Χουρδάκης Ευστράτιος Σελίδα 1

Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η

ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Ι

Θέµα εργασίας : Άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγµατος( Το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξίας) Σχολιασµός Αποφ. 40/1998 Α.Π

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν A. Η Δέσμευση της Διοίκησης...3. Κυρίαρχος Στόχος του Ομίλου ΤΙΤΑΝ και Κώδικας Δεοντολογίας...4. Εταιρικές Αξίες Ομίλου ΤΙΤΑΝ...

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Σ. ΚΙΛΕΛΕΡ

ΟΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

# εργασία αρ.3# ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ ΟΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Σ Χ Ε Ι Α Γ Ρ Α Μ Μ Α 5]ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Ν.1850 / Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονοµίας

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Π.Μ.Σ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Διοικητικό Δίκαιο. Εισαγωγή στο διοικητικό δίκαιο - 2 ο μέρος. Αν. Καθηγήτρια Ευγ. Β. Πρεβεδούρου Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

ΟΔΗΓΙΑ 93/13/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 26/2004

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. Η πρωτότυπη κτήση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας... 1

Οµιλία ηµήτρη ασκαλόπουλου, Προέδρου του ΣΕΒ «ΑΝΟΙΚΤΟ ΦΟΡΟΥΜ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ» Αθήνα, 11 Ιουλίου 2006

Αριθμός 2176/2004 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ. Διοικητική πράξη - Ανάκληση - Αρχή του κράτους δικαίου - Αρχή της

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ

3. Επειδή, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει στη δίκη υπέρ του Υπουργού Υγείας ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (E.O.Π.Y.Y.).

Transcript:

Εργασία στα Ατοµικά και Κοινωνικά ικαιώµατα Θέµα : Οριοθέτηση και Περιορισµοί στην Ιδιωτική Οικονοµική Πρωτοβουλία Subject : Demarcation and limitations in financial private initiative Όνοµα : Ηλιογραµµένος Ηλίας Α.Μ. : 1340200200155 Έτος : 2 \ Εξάµηνο : 4 Τηλ : 6945052789\ ιεύθυνση internet : hiliogr@yahoo.gr

2 Περιεχόµενα 1. Οικονοµική ελευθερία... 3 2. Η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία ειδικότερα... 4 3. Οριοθέτηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας... 7 Α. Το Σύνταγµα... 9 Β. Τα χρηστά ήθη... 10 Γ. Τα δικαιώµατα των άλλων... 12 ειδικότερα για τον αθέµιτο ανταγωνισµό... 13 ειδικότερα για την προστασία του καταναλωτή... 14. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος... 15 ειδικότερα για την καταχρηστική εκµετάλλευση δεσπόζουσας θέσης... 17 ειδικότερα για την κατάχρηση οικονοµικής εξάρτησης... 18 Ε. Ελευθερία... 19 ΣΤ. ανθρώπινη αξιοπρέπεια... 20 Ζ. Εθνική οικονοµία... 20 4. Περιορισµοί της ιδιωτικής οικονοµικής ελευθερίας... 22 Α. Κρατικός Παρεµβατισµός... 24 Νοµολογία και Κρατικός Παρεµβατισµός... 26 Β. Οικονοµικός προγραµµατισµός ή σχεδιασµός... 29 5. Τελικές σκέψεις... 31 Βιβλιογραφία... 32 Νοµολογια... 33 Περιλήψεις... 47 Α. Στα ελληνικά... 47 Β. In English- Στα αγγλικά... 48

3 1. Οικονοµική ελευθερία Οικονοµική ελευθερία είναι η ελευθερία του ατόµου να αναπτύσσει προς διάφορες κατευθύνσεις την οικονοµική δραστηριότητα του. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Σ καθένας έχει το δικαίωµα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συµµετέχει στην κοινωνική, οικονοµική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώµατα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγµα και τα χρηστά ήθη. Ο συντακτικός νοµοθέτης λοιπόν κατοχυρώνει για τον καθένα δικαίωµα συµµετοχής στην οικονοµική ζωή. Η οικονοµική ελευθερία έχει αναχθεί σε ατοµικό δικαίωµα που θεµελιώνει αξίωση για αποχή του κράτους από το πεδίο της ιδιωτικής οικονοµικής δραστηριότητας. Η αξίωση αυτή στρέφεται συγκεκριµένα τόσο κατά του νοµοθέτη όσο και κατά της διοίκησης. Οι σηµαντικότερες εκφάνσεις της οικονοµικής ελευθερίας είναι : 1. Η ελευθέρια της εργασίας και του επαγγέλµατος, η οποία έγκειται στο δικαίωµα κάθε ανθρώπου να επιλέγει ανεµπόδιστα το είδος, τον τόπο και τον χρόνο εργασίας του καθώς και τα µέσα και τους τρόπους της επαγγελµατικής του δραστηριότητας, 2. Η συνδικαλιστική ελευθερία, 3. Η ελευθερία του εµπορίου και της βιοµηχανίας, η οποία έγκειται στο δικαίωµα να ιδρύει κανείς και να εκµεταλλεύεται επιχειρήσεις ιδιωτικές εµπορικού ή βιοµηχανικού χαρακτήρα, 4. Η προστασία της ιδιοκτησίας 5. Επίσης τα άρθρα 24, 12 παρ. 5-6, 107 και 109 του Συντάγµατος. Εκτός από την κατοχύρωση των ειδικών πλευρών της οικονοµικής ελευθερίας το Σύνταγµα κατοχυρώνει στο άρθρο 5 παρ. 1 την γενική οικονοµική ελευθερία, η οποία εφαρµόζεται µόνο επικουρικά, δηλαδή για να κατοχυρώσει πλευρές της οικονοµικής ελευθερίας που δεν

4 προστατεύονται από άλλες ειδικές διατάξεις του Συντάγµατος. Πρόκειται κυρίως για την ιδιωτική αυτονοµία και µάλιστα την ελευθερία των συµβάσεων και των κερδοσκοπικών ενώσεων (εκτός των συνεταιρισµών) και την ελευθερία του ανταγωνισµού. Από την κατοχύρωση της οικονοµικής ελευθερίας στο άρθρο 5 παρ. 1 προκύπτει αβίαστα και η συνταγµατική εγγύηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας. Ο συντακτικός νοµοθέτης την αναφέρει όµως και ρητά στο άρθρο 106 παρ. 2, αν και για να την περιορίσει. Ήδη όµως ο περιορισµός αυτός προϋποθέτει λογικά την κατ αρχην αναγνώριση της ελευθερίας της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας. 2. Η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία ειδικότερα Όπως αναφέρω παραπάνω, η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία αποτελεί έκφανση του γενικότερου δικαιώµατος της οικονοµικής ελευθερίας και κατοχυρώνεται, έστω και έµµεσα από τον περιορισµό της, στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγµατος. Για πρώτη φορά σε ελληνικό Σύνταγµα γίνεται µνεία της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγµατος που ορίζει ότι η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονοµίας. Φορείς του δικαιώµατος αυτού και ως εκ τούτου απολαµβάνουν την προστασία του είναι κάθε φυσικό αλλά και νοµικό πρόσωπο αφού η προστασία του συγκεκριµένου δικαιώµατος δεν περιορίζεται µόνο στα φυσικά πρόσωπα αλλά και στα νοµικά, τα οποία µπορούν να είναι, και µάλιστα σε σηµαντική έκταση, φορείς οικονοµικής δραστηριότητας. Έπειτα η προστασία του εν λόγω δικαιώµατος δεν αφορά µόνο έλληνες

5 πολίτες αλλά και αλλοδαπούς, οι οποίοι θελουν να εκδηλώσουν οικονοµική πρωτοβουλία στη χώρα µας. Η διάταξη του άρθρου 106 παρ. 2 επιδιώκει το διπλό σκοπό να θέσει όρια τόσο στον κρατικό παρεµβατισµό όσο και στην ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία. Έτσι, ο κρατικός παρεµβατισµός δεν επιτρέπεται να συνίσταται σε µέτρα που καταπνίγουν την ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία και επιβάλλουν στη χώρα καθεστώς διευθυνόµενης οικονοµίας. Από την άλλη πλευρά η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται εις βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή επί βλάβη της εθνικής οικονοµίας. Το Σύνταγµα όµως αρκείται σε αυτόν τον αρνητικό περιορισµό και δεν επιβάλλει θετικές υποχρεώσεις στην ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία ανάλογα µε άλλες διατάξεις, όπως για παράδειγµα τη διάταξη 17 παρ. 1 που κατοχυρώνει την ιδιωτική ιδιοκτησία. Από τα ανωτέρω προκύπτει και η διαφορά ανάµεσα στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 106 παρ. 2. Ενώ το άρθρο 5 παρ. 1 κατοχυρώνει, µεταξύ άλλων, το ατοµικό δικαίωµα της οικονοµικής ελευθερίας, το άρθρο 106 παρ. 2 περιέχει θεσµική εγγύηση της ελεύθερης ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας. Η θεσµική εγγύηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας περιλαµβάνει επίσης και τη θεσµική εγγύηση της ελεύθερου ανταγωνισµού, τον οποίο πρέπει να προστατεύει το κράτος. Από αυτή την άποψη µόνο προκύπτει υποχρέωση του κράτους να προστατεύει την ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία. Η ελευθερία της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας δεν αναφέρεται µόνο στην παραγωγή και προσφορά, αλλά και στην κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών, χωρίς την οποία η πρώτη είναι χωρίς αντικείµενο. Η ελευθερία των συµβάσεων και η ελευθερία του ανταγωνισµού αποσκοπούν και την ελευθερία των καταναλωτών. Από τη διασπορά των καταναλωτών και τη δυσχέρεια οργανώσεως τους

6 προκύπτει η ασθενικότερη θέση τους έναντι των παραγωγών και η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών. Η προστασία αυτή αποτελεί συγχρόνως περιορισµό της οικονοµικής ελευθερίας, που είναι θεµιτός στα πλαίσια του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγµατος. Το Σύνταγµα θέτει στο άρθρο 106 παρ. 2 δυο βασικά κριτήρια για την οριοθέτηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας, ένα κοινωνικού χαρακτήρα και ένα οικονοµικού χαρακτήρα : Α. Η ελευθερία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια διαγράφουν τα κοινωνικά όρια της ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας. Με την οριοθέτηση αυτή το Σύνταγµα επιτάσσει την εφαρµογή της διαπροσωπικής ενέργειας των θεµελιωδών δικαιωµάτων Β. Το δεύτερο κριτήριο, η βλάβη της εθνικής οικονοµίας, είναι κυρίως οικονοµικού χαρακτήρα. Η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία δεν µπορεί να αναπτύσσεται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, σε βάρος της εθνικής οικονοµίας. Η σηµασία αυτού του δικαιώµατος είναι µεγάλη αφού προϋπόθεση ανάπτυξης µιας χώρας είναι η εκδήλωση οικονοµικού ενδιαφέροντος εκ µέρους των πολιτών της, οι οποίοι συµβάλλουν µέσω των πρωτοβουλιών τους στη γενικότερη ανάπτυξη της χώρας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι χώρες δίνουν κίνητρα σε ιδιώτες για να επιχειρήσουν οικονοµικές δραστηριότητες και να αναπτύξουν επιχειρηµατική δραστηριότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγµα συγκεκριµένα για την Ελλάδα είναι το ενδιαφέρον που δείχνει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την περαιτέρω οικονοµική ανάπτυξη της χώρας µας δια µέσου οδηγιών και κανονισµών που προσφέρουν κίνητρα σε ιδιώτες να αναπτύξουν οικονοµική δραστηριότητα ή να αναβαθµίσουν τις υπάρχουσες επιχειρήσεις 1. 1 Οδηγία 529\81 περί της κοινωνικοοικονοµικής ενηµέρωσης και απόκτησης επαγγελµατικών προσόντων των εργαζοµένων στη γεωργία, Κανονισµός 3164\82 περί κοινής δράσης για τη βελτίωση

7 3. Οριοθέτηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας Οριοθέτηση των συνταγµατικών δικαιωµάτων είναι ο µε διατάξεις δικαίου πραγµατοποιούµενος καθορισµός του γενικού τους περιεχοµένου. Το δικαίωµα της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας µπορεί να οριοθετηθεί τόσο µε την γενική οριοθέτηση όσο και µε την ειδική. - Η γενική οριοθέτηση είναι κοινή σε όλα τα συνταγµατικά δικαιώµατα και γίνεται µε βάση τα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγµατος. ηλαδή στο δικαίωµα της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας περιλαµβάνεται κάθε πράξη ιδιώτη µε οικονοµικό περιεχόµενο εφόσον αυτή δεν προσκρούει αφενός µεν στο Σύνταγµα, στα χρηστά ήθη και στα δικαιώµατα των άλλων (5 παρ. 1 Σ), αφετέρου δε δεν είναι καταχρηστική (25 παρ. 3 Σ). -Η ειδική οριοθέτηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας βρίσκεται στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγµατος, το οποίο ορίζει ότι το παραπάνω δικαίωµα δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονοµίας. Πρέπει επίσης να τονίσουµε ότι µπορούµε να οριοθετήσουµε την ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία ερµηνεύοντας το εννοιολογικό περιεχόµενο των λέξεων που αποτελούν το συγκεκριµένο δικαίωµα. Έτσι αρχικά πρόκειται αποκλειστικά και µόνο για πρωτοβουλίες των ιδιωτών και όχι του κράτους. Φορείς του δικαιώµατος είναι κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο (µη κρατικό) είτε είναι έλληνες είτε ξένοι, οι οποίοι των συνθηκών µεταποιήσεως και εµπορίας των γεωργικών προϊόντων, Κανονισµός 214\84, Κανονισµός 3638\85 κτλ

8 εκδηλώνουν οικονοµική δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια. ειδικότερα για τα νοµικά πρόσωπα πρέπει να τονίσουµε ότι απολαµβάνουν της προστασίας του άρθρου 106 παρ. 2 µόνο το νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙ ) και όχι τα νοµικά πρόσωπα δηµόσιου δικαίου (ΝΠ ), αφού τα τελευταία ως προέκταση του κράτους δεν είναι υποκείµενα ατοµικών δικαιωµάτων έστω και αν ασκούν συναλλακτική δραστηριότητα. Το ίδιο ισχύει και για τους δηµόσιους οργανισµούς που ασκούν οικονοµική δραστηριότητα µε µορφή ΝΠΙ, ηλαδή τις δηµόσιες επιχειρήσεις που αποτελούν µονοπώλια ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην παροχή ζωτικών αγαθών ή υπηρεσιών 2. Στις περιπτώσεις όµως που δηµόσιες επιχειρήσεις ούτε µονοπώλια κατέχουν ούτε δεσπόζουσα θέση στην αγορά αλλά απλώς µετέχουν υπό ίσους βασικά όρους όπως και οι ανταγωνιστές τους στην οικονοµική ζωή είναι και αυτές υποκείµενα της οικονοµικής ελευθερίας. Έπειτα πρέπει να αναφέρουµε ότι αν και ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία µπορεί να ασκήσει κάθε φυσικό πρόσωπο ηµεδαπός ή αλλοδαπός, είναι δυνατό ο νόµος µέσα στα όρια του Συντάγµατος να 2 ΣτΕ 1411/1999 : «...Επειδή εν προκειµένω, όπως έχει εκτεθεί, η εκτέλεση του κοινής ωφελείας συγκοινωνιακού έργου διά λεωφορείων αυτοκινήτων δηµοσίας χρήσεως στην περιοχή Αθηνών, Πειραιώς και Περιχώρων, το οποίο έχει αναχθεί από το νόµο σε αντικείµενο δηµόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια, είχε παραχωρηθεί µε νόµο (Ν. 2078/1992), ως αποκλειστικό προνόµιο, αφαιρεθέν από προηγούµενο φορέα αυτού, την "Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (Ε.Α.Σ.)", σε προβλεφθείσες, µε τον ανωτέρω νόµο, να συσταθούν, µε υπουργική απόφαση, "Συγκοινωνιακές Επιχειρήσεις", µε υποχρεωτικά µέλη (µετόχους) αυτοκινητιστές, στους οποίους παρασχέθηκαν, µε τον ίδιο νόµο, δικαιώµατα θέσεως σε κυκλοφορία λεωφορείων αυτοκινήτων δηµοσίας χρήσεως, για την εκτέλεση αυτού του συγκοινωνιακού έργου. Εποµένως, η ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, που ασκείτο κατά κρατική παραχώρηση, δεν ήταν το αποτέλεσµα συνταγµατικώς κατοχυρωµένης, ως ατοµικού δικαιώµατος, οικονοµικής ελευθερίας και ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας από επιχειρήσεις που µπορούσαν να ιδρυθούν ελευθέρως µε οποιαδήποτε νοµική µορφή, καθώς και από επαγγελµατίες αυτοκινητιστές προς ενάσκηση του έργου αυτού, ως επιχειρηµατικής δραστηριότητας. 'έτσι, η µε µεταγενέστερο νόµο (Ν. 2175/1993), κατόπιν µεταβολής των αντιλήψεων του νοµοθέτη, ως προς τον καλύτερο, για το συµφέρον του κοινωνικού συνόλου, τρόπο εκτελέσεως του συγκοινωνιακού αυτού έργου, το οποίο συνιστούσε αντικείµενο δηµόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια, αφαίρεση του παραχωρηθέντος, δηµοσίας φύσεως, προνοµίου της αποκλειστικής εκτελέσεως του έργου αυτού από τις "Συγκοινωνιακές Επιχειρήσεις" που είχαν ειδικώς συσταθεί µε διοικητική πράξη, κατά νοµοθετική πρόβλεψη, των οποίων υποχρεωτικά µέλη (µέτοχοι) ήσαν επαγγελµατίες αυτοκινητιστές, και η παραχώρηση του έργου αυτού σε κρατικό νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συστήθηκε µε τον νόµο αυτό (2175/93), ως δηµόσια επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγµατος, και τα περί του αντιθέτου προβαλλόµενα είναι απορριπτέα ως αβάσιµα (βλ. Σ.Ε. 3818/97 Ολ.)»

9 προβλέψει ειδικούς περιορισµούς για τους τελευταίους. Ειδικώς όµως για τους υπηκόους άλλων κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας 3. Α. Το Σύνταγµα Ξεκινάµε την οριοθέτηση του δικαιώµατος της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας µε το άρθρο 5 παρ. 1 που ορίζει, µεταξύ άλλων, ότι καθένας έχει δικαίωµα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συµµετέχει στην οικονοµική ζωή της χώρας εφόσον δεν παραβιάζει το Σύνταγµα. Οι διατάξεις του Συντάγµατος αποτελούν γενική οριοθέτηση στην άσκηση οποιουδήποτε θεµελιώδους δικαιώµατος. Ο ίδιος ο νοµοθέτης έκρινε σκόπιµο επιπλέον να τονίσει ότι κανένα θεµελιώδες ατοµικό ή κοινωνικό δικαίωµα δεν είναι υπεράνω του Συντάγµατος µε το άρθρο 120 παρ. 2 που ορίζει ότι ο σεβασµός στο Σύνταγµα και τους νόµους που συµφωνούν µε αυτό αποτελούν θεµελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων. Ειδικότερα η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία οριοθετείται και από άλλες συνταγµατικές διατάξεις εκτός από τις διατάξεις του 5 παρ.1 και 106 παρ. 2. µπορούµε για παράδειγµα να αναφέρουµε τη διάταξη του άρθρου 24 για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, της οποίας η προστασία αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωµα του καθενός. Άρα µπορεί ο καθένας να εκδηλώσει οικονοµική δραστηριότητα υπό την προϋπόθεση ότι αυτή δεν θα προκαλέσει σηµαντική βλάβη στο περιβάλλον. 3 άρθρο 7 ΣυνθΕΟΚ

10 Έτσι η νοµολογία και ειδικότερα το Συµβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι συµβάσεις οι οποίες είχαν συναφθεί κατά την διάρκεια της δικτατορίας εφόσον δεν αντίκεινται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 106 παρ. 2 είναι νόµιµες και ανήκει στη διακριτική ευχέρεια των συµβαλλοµένων η λύση ή αναθεώρησή τους 4. Β. Τα χρηστά ήθη Χρηστά ήθη είναι οι κρατούσες αντιλήψεις του µέσου χρηστού και δίκαιου ανθρώπου για το ποια συµπεριφορά ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινωνικής ηθικής. Ο προσδιορισµός των χρηστών ηθών γίνεται βάσει των αντιλήψεων που επικρατούν σε µια δεδοµένη κοινωνία ή σε ορισµένο συναλλακτικό κλάδο. Συνεπώς δεν υπάρχει µια ενιαία έννοια των χρηστών ηθών αλλά αυτή διαµορφώνεται και µεταβάλλεται αντικειµενικά µε αναφορά στις αντιλήψεις περί της κοινωνικής ηθικής, που επικρατούν σε ορισµένο χρονικό πλαίσιο γενικά στην κοινωνία ή ειδικά σε κάθε χωριστό συναλλακτικό κλάδο και σε συνάρτηση µε τις κατά περίπτωση περιστάσεις. Το άρθρο 5 παρ. 1 οριοθετεί το δικαίωµα της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας µε βάση τη γενική ρήτρα των χρηστών ηθών. Ο περιορισµός αυτός αποτελεί στην πραγµατικότητα επιφύλαξη νόµου µε την έννοια ότι τα χρηστά ήθη καθορίζονται από τους εκάστοτε ισχύοντες νόµους (κυρίως ποινικούς) µέσα βέβαια στα όρια του Συντάγµατος. Το Σύνταγµα απαγορεύει δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται ανήθικες είτε άµεσα είτε έµµεσα µε ειδικούς νόµους (όταν για παράδειγµα η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία ασκείται κατά τέτοιο τρόπο ο οποίος προσβάλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ελευθερία ή υγεία, όπως η 4 ΣΤΕ 3046/92 Ολοµ, ΤοΣ/1992 (571)

11 εµπορία δούλων 323 ΠΚ, η πορνογραφία ανηλίκων 348 Α, η µαστροπεία 349ΠΚ, η εκµετάλλευση πόρνης 350ΠΚ, η σωµατεµπορία 351ΠΚ και άλλες διατάξεις σε ειδικούς ποινικούς νόµους). Η νοµολογία είναι αυτή που στην ουσία µεταβάλλει την έννοια των χρηστών ηθών και των άλλων γενικών ρητρών στο πέρασµα του χρόνου και στην ουσία κρατάει πάντα νέο και φρέσκο το χώρο του δικαίου. Τα χρηστά ήθη όπως και κάθε γενική ρήτρα εξουσιοδοτούν τον δικαστή για τη δηµιουργία δικαίου (µε την έννοια της αποκάλυψης του δικαίου) αλλά ταυτόχρονα τον δεσµεύουν, µε την έννοια ότι τον υποχρεώνουν να µετασχηµατίσει τις γενικές ρήτρες που περιέχει το Σύνταγµα σε συγκεκριµένους κανόνες για την απονοµή του δικαίου. σηµαντική, κατά τη γνώµη µου, αποτελεί η απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε ότι προσβάλλεται η προσωπικότητα των τηλεθεατών µε την προβολή εκποµπών των οποίων παραβιάζονται θεµελιώδη δικαιώµατα (µαγνητοσκόπηση και προβολή της καθηµερινής τους ζωής), οι δε εκποµπές αυτές παραβιάζουν την γενική ρήτρα των χρηστών ηθών 5. 5 Μονοµελές Πρωτοδικείο Αθηνών 4701/2002 : «Από τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ συνάγεται ότι δικαιοπραξία αντίθετη µε τα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Ως χρηστά ήθη νοούνται οι αντιλήψεις περί ηθικής του µέσου πολίτη. Εφόσον, εποµένως, η δικαιοπραξία είτε λόγω περιεχοµένου είτε επιδιωκόµενου σκοπού, αντίκειται στις περί ηθικής αντιλήψεις της κοινωνίας κατά τον χρόνο κατάρτισης ή εκτέλεσης της, επέρχεται αυτοδίκαια ακυρότητα έστω κι αν τα συµβαλλόµενα µέρη ή ένα από αυτά γνώριζαν την ανηθικότητα και παρά ταύτα προέβησαν στην κατάρτιση της σύµβασης και ανεξάρτητα από τις συνθήκες που την συνοδεύουν. Εξάλλου άκυρη ως αντίθετη µε τα χρηστά ήθη είναι και η δικαιοπραξία που δεσµεύει υπέρµετρα τηv ελευθερία άλλου. Ως ελευθερία νοείται αυτή που κατοχυρώνει η έννοµη τάξη και οι διατάξεις του Συντάγµατος για τα ατοµικά δικαιώµατα. ικαιοπραξία, εποµένως, που έχει σκοπό τον καταναγκασµό σε πράξη ή παράλειψη πάνω σε θέµα που κατά τις κρατούσες αντιλήψεις η βούληση πρέπει να είναι ελεύθερη είναι άκυρη. Τούτο γίνεται εντονότερα κοινωνικά απαράδεκτο, όταν ο καταναγκασµός, ανάγεται σε πεδίο συνταγµατικά προστατευόµενο και τείνει στην απαξίωσή του, οπότε η ακυρότητα επέρχεται και διότι η δήλωση βουλήσεως αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόµου ( ΑΚ 174 ). Είναι αυτονόητο ότι η ακυρότητα είναι αυτοδίκαιη και ανεξάρτητη από το χρηµατικό αντάλλαγµα που παρέχεται σ` αυτόν που απαλλοτριώνει το απόλυτα προστατευόµενο από το Σύνταγµα και από το νόµο έννοµο αγαθό. Τέτοιες δικαιοπραξίες το περιεχόµενο των οποίων είναι παράνοµο και ανήθικο είναι και οι αντικείµενες σε συνταγµατικές διατάξεις που αναγορεύουν ορισµένο έννοµο αγαθό ως βασική γενική αρχή, όπως είναι ο σεβασµός και η προστασία του ανθρώπου ως αξίας και στον τοµέα της ιδιωτικής και δηµόσιας παρουσίας του. Η προστασία και ο σεβασµός της αξίας του ανθρώπου και η αντίστοιχη υποχρέωση της πολιτείας αποτελούν τόσο σηµαντική πολιτειακή επιταγή, ώστε κατατάσσονται στις διατάξεις για τη µορφή του πολιτεύµατος και δεν επιδέχεται αναθεώρηση (άρθρο 2 παρ. 1Σ)»

12 Γ. Τα δικαιώµατα των άλλων Τελευταία οριοθέτηση που θεσπίζει το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγµατος αποτελούν τα δικαιώµατα των άλλων. Ο νοµοθέτης, παρόλο που η οριοθέτηση αυτή είναι αυτονόητη και θα ίσχυε ακόµη και αν δεν υπήρχε ρητώς στο Σύνταγµα, θέλει να αναδείξει την ιδιαίτερη σπουδαιότητα τους. Ο συντακτικός νοµοθέτης θέτει βασική αρχή της συνολικής έννοµης ταξης τον σεβασµό των δικαιωµάτων των άλλων. Η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώµατος δεν επιτρέπεται εφόσον προσβάλλει τα δικαιώµατα των άλλων. Η ελεύθερη δράση του ατόµου περιορίζεται από τα δικαιώµατα των άλλων τόσο από τα συνταγµατικά όσο και από τα δικαιώµατα που προβλέπονται από την κοινή νοµοθεσία. Η οικονοµική ελευθερία και ειδικότερα η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία περιορίζεται πάντως µόνο από δικαιώµατα και όχι από απλά συµφέροντα των άλλων που δεν προστατεύονται ειδικώς από το δίκαιο. Ιδίως δεν προστατεύεται η πελατεία καµίας επιχείρησης από τους ανταγωνιστές της. Στο πεδίο της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας θεσπίζεται δικαίωµα του καθενός να µετέχει στην οικονοµική ζωή της χώρας και ταυτόχρονη υποχρέωση των υπολοίπων να µην παρεµποδίζουν την άσκηση της συγκεκριµένης ελευθερίας του. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η καταχρηστική εκµετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης στην αγορά ή η άσκηση αθέµιτου ανταγωνισµού συγκροτεί προσβολή των δικαιωµάτων των άλλων και δεν υπάγεται στην ελεύθερη συµµετοχή στην οικονοµική ζωή της χώρας. Απεναντίας, η ελευθερία ανταγωνισµού σηµαίνει ότι η οικονοµική ελευθερία δεν ανήκει µόνο σε ορισµένους κατ αποκλεισµό των λοιπών. Γι αυτό τον λόγο, όπως παρατηρήθηκε ήδη, η ελευθερία του ανταγωνισµού προκύπτει ήδη από τη συνταγµατική απαγόρευση της προσβολής των δικαιωµάτων των άλλων κατά την άσκηση της

13 οικονοµικής ελευθερίας. εκτός όµως από τον αθέµιτο ανταγωνισµό ο νοµοθέτης µε τον όρο δικαιώµατα των άλλων εννοεί φυσικά και υπόλοιπα ατοµικά δικαιώµατα και κυρίως την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του άρθρου 106 παρ. 2. επίσης, ιδιωτικά δικαιώµατα τα οποία είτε προκύπτουν από σύµβαση είτε από τον νόµο, αρκεί να µη θεσπίζονται ειδικώς για να µαταιώσουν ή να περικόψουν την οικονοµική ελευθερία ενός συγκεκριµένου προσώπου. Τέλος, στην έννοια των δικαιωµάτων των άλλων του Συντάγµατος ανήκουν και τα δικαιώµατα των καταναλωτών, που ο νοµοθέτης µπορεί να προστατεύει τόσο ουσιαστικά όσο και δικονοµικά. Παρακάτω αναφέρω εκτενέστερα για 2 πολύ σηµαντικά νοµοθετήµατα, ήτοι για τον ν. 146/14 περί αθέµιτου ανταγωνισµού και για τον ν. 2251/94 περί προστασίας του καταναλωτή. ειδικότερα για τον αθέµιτο ανταγωνισµό Ο ανταγωνισµός ρυθµίζεται µε τους ν. 146/14 και 703/77 που εξειδικεύουν σε επίπεδο ιδιωτικού δικαίου την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγµατος. Ο νόµος 146/14 διαπλάσσει την παρεχόµενη προστασία του ανταγωνιστή µε µέσα ιδιωτικού δικαίου, συστηµατικά δε εντάσσεται στο ιδιωτικό δίκαιο και ειδικότερα στην περιοχή της αδικοπραξίας είτε θεωρηθεί σαν ειδικός νόµος που απαγορεύει την κατάχρηση της οικονοµικής ελευθερίας είτε σαν νόµος που προστατεύει την οικονοµική ελευθερία σε επίπεδο συµφέροντος. Ο ν. 146/14 προστατεύει κατ αρχήν την οικονοµική ελευθερία όχι στη µορφή δικαιώµατος αλλά σε επίπεδο ιδιωτικού συµφέροντος. Η άποψη ότι στον αθέµιτο ανταγωνισµό πρόκειται για παράβαση αντικειµενικών κανόνων που προστατεύουν τα συµφέροντα των ανταγωνιστών, των λοιπών παραγόντων της αγοράς και της ολότητας για τη διατήρηση του θεµιτού ανταγωνισµού είναι ορθή, στο µέτρο που δέχεται ότι πρόκειται για την

14 προστασία συµφερόντων. Το προστατευόµενο όµως συµφέρον δεν είναι άµεσα ο θεµιτός ανταγωνισµός αλλά η οικονοµική ελευθερία. Τα χρηστά ήθη ανάγονται στον αθέµιτο ανταγωνισµό σε κριτήριο προσδιορισµού της παράβασης (προϋπόθεση για τη θεµελίωση του ειδικού αδικήµατος), ηλαδή της προσβολής της οικονοµικής ελευθερίας. Η αθέµιτη ανταγωνιστική ενέργεια µπορεί να έχει το χαρακτήρα είτε υλικής αλλά νοµικά ενδιαφέρουσας ενέργειας είτε δικαιοπραξίας. Έτσι η αγωγή προς παράλειψη στη µορφή της άρσης της προσβολής ή η αγωγή αποζηµίωσης στη µορφή της in nature αποκατάστασης της ζηµίας, µπορεί να κατατείνουν και στη απαγόρευση κατάρτισης δικαιοπραξίας ή ακόµη και στην επιβολή υποχρέωσης προς κατάρτιση δικαιοπραξίας. Η νοµολογία για τον αθέµιτο ανταγωνισµό δεν έχει αναπτύξει ειδικότερα κριτήρια προσδιορισµού της αόριστης έννοιας των χρηστών ηθών. Η γενική άποψη είναι ότι µια η ενέργεια είναι αντίθετη µε την έννοια των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/14 όταν αντιβαίνει στις ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εµφρόνως σκεπτόµενου ανθρώπου. 6 ειδικότερα για την προστασία του καταναλωτή Η ανάγκη προστασίας του καταναλωτή, ο οποίος σε κάθε συναλλαγή αποτελεί το ασθενές µέρος και είτε πέφτει εύκολα θύµα παραπλάνησης είτε κάνει συναλλαγές µε όρους που τους εγκρίνει µεν αλλά δεν τους αποδέχεται επειδή δεν έχει δικαίωµα επιλογής, οδήγησε τον νοµοθέτη να ψηφίσει τον νόµο 2251/94 περί προστασίας του καταναλωτή. Αυτός ο νόµος ρυθµίζει µια σειρά από πολύ σηµαντικά θέµατα. Με αυτό τον νόµο ο καταναλωτής µπορεί και πρέπει να προστατεύεται τόσο από την εξαπάτηση του παραγωγού αγαθών και υπηρεσιών µε ψευδείς ή 6 ΑΠ 1/72, ΑΠ 15/1972, ΑΠ 329/1969, ΕφΑθ 632/1982, ΜΠρΑθ 2340/93 ΟλοµΑΠ 397/75, ΑΠ956/88, ΜΠρΑθ 2172/83, ΑΠ 925/91,ΠολΠρΑθ 9666/97, ΜΠρΑθ 4701/2002, ΠολΠρΜυτ 58/2000

15 παραπλανητικές διαφηµίσεις ή απόκρυψη της πλήρους εκτάσεως των επιβαρύνσεων των καταναλωτών, όσο και από ανεπιεικείς γενικούς όρους συναλλαγών (ΓΟΣ), από επικίνδυνα ή ελαττωµατικά προϊόντα, από υπερβολική κερδοσκοπία σε εποχή κρίσεως κ.ο.κ. Το κράτος όµως δεν πρέπει ούτε δικαιούται να µεταβάλλεται σε κηδεµόνα του καταναλωτή που ξέρει καλύτερα από αυτόν τον ίδιο τι είναι καλό για αυτόν, ούτε σε γενικό ασφαλιστή του καταναλωτή που αναλαµβάνει την ευθύνη και ασφαλίζει όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται οι καταναλωτικές αποφάσεις. Η ελευθερία του ατόµου συνεπάγεται εξ ορισµού και την κατ αρχήν άντληση της ευθύνης για τις αποφάσεις και πράξεις του. Εξάλλου από ένα σηµείο και µετά η προστασία των καταναλωτών ανεβάζει υπερβολικά και αδικαιολόγητα τις τιµές και τελικά προστατεύει συχνά τους παραγωγούς και όχι τους καταναλωτές. Η νοµολογία ποικίλει όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή αφού περιλαµβάνει είτε προστασία από ΓΟΣ 7 είτε για ευθύνη του παραγωγού από ελαττωµατικά προϊόντα 8 είτε για τη διαφήµιση 9 και αρκετά αλλά θέµατα.. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος Κατάχρηση δικαιώµατος είναι η νοµότυπη πλην όµως υπερβολική και για τούτο µη ανεκτή από την έννοµη τάξη άσκηση δικαιώµατος. Ο συντακτικός νοµοθέτης δεν ορίζει την έννοια της κατάχρησης δικαιώµατος την οποία θεωρεί δεδοµένη. Η έννοια αυτή είναι η ίδια τόσο στην περιοχή του ιδιωτικού, όσο και σε εκείνη του δηµόσιου δικαίου. Το 7 ΠολΠρΑθ 3229/1996, ΠολΠρΑθ 2438/1997, ΕφΑθ 1448/1998, ΕφΠειρ690/2000, ΕφΠατρ 937/1999, ΕφΑθ 3811/1998 8 ΠολΠρΑθ 4813/1995, ΠολΠρωτΛαρ 718/1997, ΑΠ 1337/1997, ΕφΑθ 7228/1996, ΕιρΞανθ 220/1997 9 ΠολΠρΑθ 3717/1996, ΜονΠρωτΑθ 6317/2000, ΜονΠρωτΑθ 13321/1972, ΜονΠρωτΑθ 17522/1982, ΜονΠρωτΑθ 12011/1986, ΜονΠρωτΑθ 288/1987, ΜονΠρωτΑθ 4543/1991

16 Σύνταγµα αναφέρει στο άρθρο 25 παρ. 3 ότι η καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος δεν επιτρέπεται. πρόκειται για γενική οριοθέτηση που συµπληρώνει την γενική οριοθέτηση κάθε συνταγµατικού δικαιώµατος που θεσπίζεται στο άρθρο 5 παρ. 1. Η καταχρηστική συµπεριφορά ως αντισυνταγµατική συµπεριφορά απαγορεύεται είτε προέρχεται από φορείς θεµελιωδών δικαιωµάτων είτε από φορείς δηµόσιας εξουσίας. Η κατάχρηση συνιστά υπερβολική χρήση και ως εκ τούτου κακή χρήση. Η καταχρηστική συµπεριφορά ως ποιοτικά υπερβολική συµπεριφορά περιέχει στις περισσότερες περιπτώσεις το στοιχείο της εκµετάλλευσης. Ο καταχρώµενος εκµεταλλεύεται την εξουσία που του αναγνωρίζει η έννοµη τάξη για σκοπούς εντελώς ξένους από εκείνους για τους οποίους του παρεσχέθη το δικαίωµα και οπωσδήποτε για σκοπούς αντίθετους προς την έννοµη τάξη. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος οριοθετεί την ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία 10. Κάθε ιδιώτης µπορεί να ασκήσει οικονοµική δραστηριότητα υπό τον όρο ότι δεν είναι καταχρηστική. µεγάλη σηµασία έχει αυτή η οριοθέτηση στον τοµέα του εµπορικού δικαίου και ειδικότερα στην βιοµηχανική ιδιοκτησία όπου ρυθµίζονται αναλυτικά δυο πολύ συνηθισµένες περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης δικαιώµατος, ήτοι η καταχρηστική εκµετάλλευση δεσπόζουσας θέσης και η κατάχρηση οικονοµικής εξάρτησης. 10 ΜονΠρΘες 2175/1984 «Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγµατος του 1975 προκύπτει ότι αυτό αναγορεύει σε ανωτέρα επιταγή την απαγόρευση για κατάχρηση δικαιώµατος, κατά τρόπο ώστε να καταλαµβάνει αυτή όλη την έκταση του δικαίου και εποµένως και την δικονοµική ένσταση της κατά τόπον αναρµοδιότητας», ΕφΑθ 5700/1987

17 ειδικότερα για την καταχρηστική εκµετάλλευση δεσπόζουσας θέσης Η καταχρηστική εκµετάλλευση δεσπόζουσας θέσης ρυθµίζεται στο άρθρο 2 του ν. 703/77, το οποίο δεν απαγορεύει τη δηµιουργία οικονοµικής ισχύος αλλά δηµιουργεί νοµικό πλαίσιο έλεγχου της συµπεριφοράς µιας επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην σχετική αγορά. Το µονοπώλιο που αναιρεί την έννοια του ανταγωνισµού δεν απαγορεύεται. Η συµπεριφορά του απλώς υποβάλλεται σε νοµικό έλεγχο για την προστασία του τρίτου. Μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση όταν δεν είναι εκτεθειµένη καθόλου σε ανταγωνισµό ή όταν δεν είναι εκτεθειµένη σε ουσιώδη ανταγωνισµό ή όταν έναντι των ανταγωνιστών της βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Όπως δέχεται η ΕΑ, η δεσπόζουσα επιχείρηση µπορεί να αναπτύξει αυτοτελή οικονοµική δραστηριότητα χωρίς να λαµβάνει υπόψη τη θέση άλλων επιχειρήσεων και να επηρεάζει µειονεκτικά για τους τελευταίους τις τιµές ή άλλους όρους της προσφοράς συγκεκριµένων αγαθών. Αυτή η επιχείρηση πρέπει να κατέχει δεσπόζουσα θέση σε µια ορισµένη αγορά και η συµπεριφορά της να είναι καταχρηστική. Το τελευταίο προσδιορίζεται µε βάση την γενική ρήτρα της ΑΚ 281 όπου ορίζεται η καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος. ειδικότερα στο άρθρο 2 του ν. 703/77 για την κατάχρηση, αποφασιστικής σηµασίας είναι ο επιδιωκόµενος από τον νόµο σκοπός. Άρα κατάχρηση έχουµε όταν µια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση χρησιµοποιεί την οικονοµική της ισχύ για να επιβάλλει τους όρους της στις συναλλαγές. Πυρήνας εποµένως της έννοιας της κατάχρησης αποτελεί η προστασία της οικονοµικής ελευθερίας όλων των τρίτων που βρίσκονται στην περιοχή επιρροής της δεσπόζουσας επιχείρησης.

18 Περιπτώσεις καταχρηστικής εκµετάλλευσης αποτελούν η παρεµποδιστική κατάχρηση 11, η χειροτέρευση της δοµής της σχετικής αγοράς και η καταχρηστική εφαρµογή τιµών ή άλλων συναλλακτικών όρων 12. ειδικότερα για την κατάχρηση οικονοµικής εξάρτησης Η συγκεκριµένη κατάχρηση ρυθµίζεται στο άρθρο 2 Α του ν. 703/77 και σκοπός της διάταξης αυτής είναι να απαγορεύσει που δεν προέρχεται µεν από επιχείρηση ή επιχείρησης µε δεσπόζουσα θέση, προέρχεται όµως από επιχείρηση που κάνει κατάχρηση της οικονοµικής της δύναµης. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκµετάλλευση της οικονοµικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται µια επιχείρηση προς άλλη. Η οικονοµική εξάρτηση σηµαίνει ότι η εξαρτώµενη επιχείρηση, είτε πελάτης είτε προµηθευτής, δεν διαθέτει ισοδύναµη εναλλακτική λύση, ηλαδή δεν µπορεί να επιβιώσει στην αγορά χωρίς διακινδύνευση της υπόστασης της αν δεν συνεχίσει να είναι πελάτης ή προµηθευτής της επιχείρησης από την οποία εξαρτάται 13. σκοπός τελικά αυτού του νόµου είναι η προστασία της εξαρτηµένης επιχείρησης. Η καταχρηστική εκµετάλλευση της οικονοµικής εξάρτησης µπορεί να έχει την µορφή είτε της διακοπής ή άρνησης συναλλακτικών σχέσεων είτε την επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής. 11 ΕΚ 26.11.98, ΕΚ 13.2.1979, ΕΚ 9.11.83 12 ΕΑ 23/84, ΕΑ 17/84, ΕΑ 18/84, ΣτΕ 3003/83, ΕΑ (Ολοµ) 207/ΙΙΙ/2002 13 ΕΑΟλοµ. 38/ΙΙ/99 «Η οικονοµική εξάρτηση εµπόρου από προµηθευτή µπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι ο πρώτος έχει λόγω της µακροχρόνιας συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε προσαρµόσει την επιχείρηση του στις ανάγκες διαθέσεως και προωθήσεως των προϊόντων του δευτέρου ώστε δε θα µπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασµού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονοµικές θυσίες»

19 Ε. Ελευθερία Ενώ τα προηγούµενα άρθρα (5 παρ. 1 και 25 παρ.3 του Σ) αναφέρονται στην οριοθέτηση κάθε συνταγµατικού δικαιώµατος, το άρθρο 106 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία, η οποία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή επί βλάβη της εθνικής οικονοµίας. Όταν ο συντακτικός νοµοθέτης αναφέρεται στην ελευθερία, δεν εννοεί µόνο τη φυσική ελευθερία ( ηλαδή το 5 παρ.3) αλλά όλες οι ατοµικές ελευθέριες, τις οποίες κατοχυρώνει το Σύνταγµα και οι συνάδοντες µε αυτό νόµοι. Η οριοθέτηση αυτή περιέχεται δηλαδή ήδη στη γενική οριοθέτηση των δικαιωµάτων των άλλων και του Συντάγµατος που προβλέπει το άρθρο 5 παρ. 1. Η ελευθερία του ανθρώπου περιορίζει εποµένως την οικονοµική ελευθερία και προπάντων την ελευθερία των συµβάσεων. Άρα δεν µπορεί ο άνθρωπος να πουλήσει ή να παραχωρήσει την ελευθερία του στο σύνολο της ή στον απαραβίαστο πυρήνα της. µπορεί όµως να την περιορίσει ως προς ορισµένες εκφάνσεις της έναντι βεβαίως κάποιου ανταλλάγµατος. εν µπορεί επίσης να παραιτηθεί από µια ή περισσότερες ατοµικές ελευθέριες που κατοχυρώνει το Σύνταγµα γιατί µια τέτοια παραίτηση θα ήταν νοµικά ανίσχυρη ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε. Το επιτρεπτό ή µη των αναγκαστικών συµβάσεων κρίνεται µε αυτά τα κριτήρια.

20 ΣΤ. ανθρώπινη αξιοπρέπεια Φραγµό στην ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία θέτει κατά το άρθρο 106 παρ. 2 και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 2 το οποίο δεν υπόκειται ούτε σε ανάκληση ούτε σε αναθεώρηση. Ανήκει εποµένως όχι απλώς στο Σύνταγµα, το οποίο η οικονοµική ελευθερία δεν επιτρέπεται να παραβιάζει, αλλά και στον µη αναθεωρήσιµο πυρήνα του Συντάγµατος. Και αυτός εποµένως ο περιορισµός περιλαµβάνεται στο πεδίο εφαρµογής του άρθρου 5 παρ.1. Ενώ όµως η παραίτηση από µια ή περισσότερες από τις ατοµικές ελευθερίες επιτρέπεται εκτός από τις περιπτώσεις που προσβάλλει τον απαραβίαστο πυρήνα τους ή είναι γενική, η παραίτηση από το δικαίωµα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου είναι πάντοτε αντισυνταγµατική ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται. Στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου αντίκειται και η απαγόρευση της προσωπικής κρατήσεως για µόνο τον λόγο της αδυναµίας εκπληρώσεως µιας συµβατικής υποχρέωσης. Η υποχρέωση αυτή αναφέρεται στο άρθρο 11 του ιεθνούς Συµφώνου περί ατοµικών και πολιτικών δικαιωµάτων και στο άρθρο 1 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής συµβάσεως των δικαιωµάτων του ανθρώπου (ΕΣ Α), τα οποία και έχει υπογράψει και η χώρα µας. Ζ. Εθνική οικονοµία Στο άρθρο 106 παρ. 2 του Συντάγµατος ορίζεται ότι η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται προς βλάβη της εθνικής οικονοµίας. Άρα η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία οριοθετείται από το ίδιο το κράτος µε την έννοια ότι τα συµφέροντα του

21 κάθε ιδιώτη δεν µπορούν να φτάσουν σε τέτοιο σηµείο ώστε να βλάψουν την οικονοµική υπόσταση της ίδιας της χώρας. Το πότε όµως θίγεται η Εθνική οικονοµία το ορίζει η Βουλή και η Κυβέρνηση και η απόφασή τους µόνο σε ακραίες περιπτώσεις υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Από τον αναφερόµενο στην Εθνική οικονοµία περιορισµό της ελευθερίας της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας προκύπτει ότι κρατικά µέτρα προς καταπολέµηση του πληθωρισµού, προστασία του νοµίσµατος 14, ενίσχυση του τραπεζικού συστήµατος 15 και γενικά προς προστασία της οικονοµικής ελευθερίας δεν αντίκεινται καταρχήν στην οικονοµική ελευθερία, εφόσον βέβαια τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και δεν θίγεται ο πυρήνας της οικονοµικής ελευθερίας. Συγκεκριµένα το Συµβούλιο της Επικρατείας αφού τονίζει τις πολλαπλές δυνατότητες συνταγµατικών περιορισµών της οικονοµικής ελευθερίας επισηµαίνει συγχρόνως ότι «οι εξ αντικειµένου περιορισµοί δεν επιτρέπεται να εισέρχονται τόσο ουσιωδώς στον κύκλο συναλλαγών της ιδιωτικής επιχειρήσεως, ώστε πράγµατι να καθίσταται αδύνατη ή να τίθεται υπό άµεσο κίνδυνο η πραγµατοποίηση και των θεµιτών σκοπών της οικονοµικής δραστηριότητας, εκτός αν το κράτος ακολουθήσει άλλους νόµιµους οδούς όπως η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή δηµοσιοποίηση των επιχειρήσεων, εάν τούτο συγχωρείται συνταγµατικώς» 16. Με την απόφαση αυτή το Συµβούλιο της Επικρατείας δέχεται ότι η ελευθερία της οικονοµικής δραστηριότητας διασφαλίζει την ελεύθερη λειτουργία της επιχείρησης ώστε αυτή να µπορεί να εργάζεται κερδοσκοπικά κατά προσαρµογή της µέσα στην ανταγωνιστική αγορά. Εξάλλου οι περιορισµοί της οικονοµικής δραστηριότητας της δεν είναι επιτρεπτό να εισέρχονται τόσο ουσιωδώς στον κύκλο της ιδιωτικής επιχείρησης, ώστε στην πραγµατικότητα να 14 ΣτΕ 2125/77 15 ΣτΕ 598/53 16 ΣτΕ 2112/63. Επίσης 2193/82, 1731/88, 2998/88 και 368/89

22 καθίσταται αδύνατη ή να τίθεται σε άµεσο κίνδυνο η πραγµατοποίηση και των θεµιτών σκοπών της επιχειρηµατικής δραστηριότητας και η επιβίωση της οικονοµικής της δραστηριότητας. 4. Περιορισµοί της ιδιωτικής οικονοµικής ελευθερίας Αφού τελειώσαµε µε την οριοθέτηση της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας, µπορούµε τώρα να προχωρήσουµε στην ανάλυση των περιορισµών της. Γενικά περιορισµός του θεµελιώδους δικαιώµατος είναι κάθε συρρίκνωση του γενικού του περιεχοµένου. Ο περιορισµός δεν καθορίζει το γενικό περιεχόµενο τους δικαιώµατος, αλλά αποτελεί ελάττωση του γενικού περιεχοµένου, αποτελεί κατά συνέπεια απόκλιση εις βάρος της ελευθερίας του ανθρώπου. Ενώ η οριοθέτηση έχει χαρακτήρα τακτικό, ο περιορισµός έχει έκτακτο χαρακτήρα, δεν εφαρµόζεται δηλαδή σε όλες αλλά σε ορισµένες µόνο περιπτώσεις. Στο πεδίο της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας οι περιορισµοί έχουν άµεση σχέση µε την αόριστη νοµική έννοια του δηµόσιου συµφέροντος. Το κράτος επεµβαίνει στην ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία όταν κρίνει ότι βρίσκεται σε κίνδυνο το δηµόσιο συµφέρον. Αυτό φαίνεται τόσο από το άρθρο 25 παρ. 1 το οποίο ορίζει ότι η αναγνώριση και η προστασία των θεµελιωδών δικαιωµάτων του ανθρώπου από την πολιτεία αποβλέπει στην πραγµατοποίηση της κοινωνικής προόδου όσο και από το 106 παρ. 2 η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της εθνικής οικονοµίας. Υπάρχουν δυο είδη συµφέροντος, το ιδιωτικό, το δηµόσιο. Χρέος της πολιτείας είναι να προωθεί και να επιδοκιµάζει τα ιδιωτικά συµφέροντα έτσι ώστε µέσω αυτών να προωθούνται και τα δικά της

23 συµφέροντα. Όταν όµως τα ιδιωτικά συµφέροντα εµποδίζουν το δηµόσιο τότε το Σύνταγµα παρέχει αρµοδιότητα στο κράτος να παρεµβαίνει είτε προς αποτροπή βλάβης της εθνικής οικονοµίας (106 παρ.2) είτε προς διασφάλιση της οικονοµικής αναπτύξεως όλων των τοµέων της εθνικής οικονοµίας µε οικονοµικό προγραµµατισµό ή σχεδιασµό (106 παρ.1 εδ. 1). Όταν το δηµόσιο και τα ιδιωτικά συµφέροντα συµβαδίζουν τότε µιλάµε για γενικό ή κοινό συµφέρον. Το κοινό συµφέρον δεν αποκλείει κατ ανάγκη τα προσωπικά συµφέροντα γιατί δεν είναι αντίθετο αλλά περιλαµβάνει τα προσωπικά συµφέροντα. Φυσικά το γενικό συµφέρον δεν ταυτίζεται µε αυτά πάντα αλλά σκοπός του είναι ο συγκερασµός των συµφερόντων τόσο των ιδιωτών όσο και του κράτους στο µέτρο βέβαια που αυτό είναι δυνατό. Η νοµολογία χρησιµοποιεί συχνά την έννοια του δηµόσιου συµφέροντος για να χαρακτηρίσει ως συνταγµατικό ένα περιορισµό της οικονοµικής ελευθερίας. Με την επίκληση του δηµόσιου συµφέροντος η νοµολογία µπορεί να παρακάµψει άλλες διατάξεις του Συντάγµατος και να υποσκελίσει αλλά ατοµικά δικαιώµατα ενώπιον του γενικού συµφέροντος. Χαρακτηριστικές αυτής της τάσης αποφάσεις είναι οι ακόλουθες: -ΣτΕ 1149/88 : «Εν όψει του δηµόσιου συµφέροντος που υπηρετούν η µνηµονευόµενη διάταξη του νόµου και η προσβαλλόµενη νοµαρχιακή απόφαση, δεν παραβιάζουν το άρθρο 5 του Συντάγµατος που κατοχυρώνει µεν την οικονοµική ελευθερία, επιτρέπει όµως περιορισµούς της εν όψει του δηµόσιου συµφέροντος» -ΕφΑθ 6746/2002 : «ενόψει και του σκοπού των προαναφεροµένων διατάξεων, διαγραφοµένου και στις εισηγητικές εκθέσεις, που είναι η εξυγίανση και διάσωση προβληµατικών και υπερχρεωµένων επιχειρήσεων εφόσον µπορεί να γίνουν βιώσιµες, η διατήρηση του παραγωγικού δυναµικού της χώρας και η εξασφάλιση της

24 απασχολήσεως των εργαζοµένων, επ` ωφελεία της Εθνικής Οικονοµίας, δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι προσκρούει in abstracto στις συνταγµατικές αρχές που καθιερώνονται µε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 περί ισότητας, 5 παρ. 1 περί οικονοµικής ελευθερίας, 17 παρ. 1 περί ιδιοκτησίας, 20 περί παροχής έννοµης προστασίας, 22 παρ. 4 περί κοινωνικής ασφαλίσεως και 106 παρ. 2 του Συντάγµατος, κατά κύριο λόγο, διότι όλα τα δικαιώµατα που προστατεύονται µε τις προαναφερθείσες διατάξεις, κάµπτονται ενώπιον του γενικότερου συµφέροντος και εκείνου της Εθνικής Οικονοµίας, ως προς το οποίο µάλιστα υπάρχει ρητή επιφύλαξη στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 106 παρ. 2 του Συντάγµατος, µε την πρώτη από τις οποίες, τα δικαιώµατα από την ιδιοκτησία δεν πρέπει να ασκούνται εις βάρος του γενικού συµφέροντος και µε τη δεύτερη, η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται εις βάρος της Εθνικής Οικονοµίας». Α. Κρατικός Παρεµβατισµός Όπως προκύπτει από το άρθρο 106 του Συντάγµατος η ελευθερία της επιχειρηµατικής δραστηριότητας µπορεί να υπαχθεί σε δεσµεύσεις µε νόµο. Πρόκειται για το φαινόµενο του κρατικού παρεµβατισµού στην οικονοµία, τον οποίο ρητά προβλέπει το άρθρο 106 παρ. 1 και τον ανάγει στην εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συµφέροντος. εποµένως, περιορισµοί της οικονοµικής δραστηριότητας µπορούν να δικαιολογηθούν µε επίκληση του τελευταίου, όπως βέβαια κατά κόρον συµβαίνει. Παραπέρα ιδιαίτερες έντονες µορφές κρατικής παρέµβασης, δηλαδή µερικής ή ολικής εθνικοποίησης επιχειρήσεων προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 106 του Συντάγµατος. Θα

25 πρέπει πάντως να σηµειωθεί ότι, όπως δέχεται η νοµολογία 17, οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν στον νοµοθέτη να θεσπίσει είτε µέτρα εποπτείας µιας οικονοµικής δραστηριότητας είτε µέτρα για την άσκηση οικονοµικής πολιτικής µε σκοπό την εξυπηρέτηση των συµφερόντων της εθνικής οικονοµίας και του δηµόσιου συµφέροντος. Τέτοια ηπιότερα των εθνικοποιήσεων µέτρα µπορούν να ληφθούν στο πλαίσιο των γενικών διατάξεων του Συντάγµατος περί της οικονοµικής ελευθερίας καθώς η τελευταία τελεί υπό την επιφύλαξη του νόµου (είτε άµεσα αν έρεισµα της θεωρηθεί και η παρ. 3 του άρθρου 5, είτε έµµεσα αν στους περιορισµούς της παρ. 1 ο όρος Σύνταγµα θεωρηθεί ότι υπονοεί και τους σύµφωνους µε αυτό νόµους) και µόνο ο πυρήνας της προστατεύεται απόλυτα από το Σύνταγµα. Εκτός από τα όρια του 106 παρ. 2, το Σύνταγµα προβλέπει ρητώς διάφορες άλλες µορφές κρατικής παρέµβασης κυρίως στο καθεστώς της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Οι ιδιοκτησιακές αυτές παρεµβάσεις έχουν συχνά περιοριστικές επιπτώσεις στην οικονοµική ελευθερία. Πάντως, αυτές και άλλες µορφές κρατικής παρέµβασης που προβλέπει το Σύνταγµα έµειναν αχρησιµοποίητες. Ο νοµοθέτης αποφάσισε να ακολουθήσει οδούς και µεθόδους που δεν προβλέπονται στο Σύνταγµα και είναι αµφίβολης συνταγµατικότητας. Πρόκειται κυρίως για τον λεγόµενο «κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής» 18 και την «κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων» 19. Οι δυο αυτές µορφές κρατικής παρέµβασης θεωρήθηκαν ότι συνιστούν διαδικασία µετάβασης από το κοινωνικοοικονοµικό σύστηµα του καπιταλιστικού κράτους στο σοσιαλιστικό, αν και τονίστηκε ότι χωρίς τις άλλες παρεµβάσεις 17 ΣτΕ 1094/87, ΣτΕ 3312/89 18 νόµος 1385/1983 «Εποπτικά συµβούλια επιχειρήσεων του κλάδου µεταλλείων-ορυχείων 19 νόµος 1365/1983 «κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων δηµόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας» και νόµος 1386/1983 «Οργανισµός οικονοµικής ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων»

26 υποδοµής ο κοινωνικός έλεγχος της παραγωγής και η κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεων δεν έχουν προοπτική επιτυχίας. Νοµολογία και Κρατικός Παρεµβατισµός Κατά την εκτίµηση πάντως της συνταγµατικότητας των νοµοθετικών περιορισµών της ελευθερίας της επιχειρηµατικής δραστηριότητας τα ελληνικά δικαστήρια επιδεικνύουν χαρακτηριστική και ενίοτε υπερβολική αυτοσυγκράτηση και αντίστοιχη προθυµία να δεχθούν ότι αυτοί υπαγορεύονται από το γενικό συµφέρον. Στις συγκριτικά λίγες περιπτώσεις όπου τέτοιοι περιορισµοί κρίθηκαν ως αντισυνταγµατικοί επρόκειτο κυρίως για ρυθµίσεις µε καταφανή στόχο την εξυπηρέτηση συντεχνιακών συµφερόντων ορισµένης επαγγελµατικής κατηγόριας. έτσι θεωρήθηκε αντισυνταγµατική η επιβολή σε ιδιωτικές επιχειρήσεις της υποχρέωσης να χρησιµοποιούν τους σωµατειακά οργανωµένους κατά τόπους αχθοφόρους αντί δικών τους εργατικών δυνάµεων για την διεξαγωγή φορτοεκφορτωτικών εργασιών ακόµα και µέσα στους δικούς τους επαγγελµατικούς χώρους 20. Ή ακόµη ο καθορισµός µεγίστου επιτρεπόµενου αριθµού βυτιοφόρων ανά εταιρία εµπορίας πετρελαιοειδών για τη µη αφαίρεση του µεταφορικού έργου των βυτιοφόρων δηµόσιας χρήσης 21. Αντίθετα όταν ο περιορισµός αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του γενικού συµφέροντος έχει κριθεί ότι αυτός µπορεί να φτάσει έως την πλήρη απαγόρευση της ασκήσεως ορισµένης δραστηριότητας 22 ή η επιβολή περιορισµών κατά την άσκηση της υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας 23 ή την απαγόρευση της σε συγκεκριµένη περιοχή 24. πάντως, έχει κριθεί ότι είναι αθέµιτη η 20 ΑΠ 234/1979, ΣτΕ 2315/1979, ΕφΚερκ 43/1983 21 ΣτΕ 2614/1989 22 ΣτΕ 35/1991 23 ΣτΕ 2175/1947, ΣτΕ 748/1975 24 ΣτΕ 2040/1977, ΣτΕ 2379/1989, ΣτΕ 1258/2000

27 απαγόρευση εξαγωγής ενός προϊόντος (µαυρισµένες µε οξείδωση ελιές) για µόνο τον λόγο ότι είναι ποιοτικά κατώτερο από αλλά εξαγόµενα ελληνικά προϊόντα (φυσική µαύρη ελιά) 25. Θεµιτή έχει κριθεί και η αφαίρεση ορισµένης επιχειρηµατικής δραστηριότητας από την ιδιωτική πρωτοβουλία µε αναγωγή της σε κρατικό µονοπώλιο 26 ή ακόµη και η παραχώρηση της σε συγκεκριµένη δηµόσια 27 ή ιδιωτική επιχείρηση 28. Συνταγµατικοί έχουν κριθεί Εξάλλου περιορισµοί ως προς τον τρόπο άσκησης της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, όπως η υπαγωγή της σε καθεστώς προηγούµενης διοικητικής άδειας 29, η αφαίρεση της άδειας αυτής υπό την µορφή διοικητικής κύρωσης για ορισµένες παραβάσεις νόµων 30, ή ο αποκλεισµός συγκεκριµένων ή όλων των εταιρικών τύπων (απαγόρευση λειτουργίας φαρµακαποθήκης επειδή µε τη µορφή ανώνυµης εταιρίας επειδή δεν διασφαλίζεται ο προσωπικός έλεγχος της προσωπικά από τον φαρµακοποιό 31, χορήγηση άδειας λειτουργίας µόνο σε οδοντιάτρους και όχι σε οµόρρυθµες εταιρίες έστω οδοντιάτρων 32, υποχρεωτική διεύθυνση και εκµετάλλευση καταστήµατος οπτικών ειδών προσωπικά από τον κάτοχο της άδειας λειτουργίας, κατ αποκλεισµό της εκµετάλλευσης υπό µορφής εταιρίας 33 ). Επίσης µπορεί να απαγορευτεί η χρήση συγκεκριµένης επωνυµίας από ιδιωτικές επιχειρήσεις για να αποφευχθεί η σύγχυση του κοινού προς αντίστοιχες υπηρεσίες παρεχόµενες από το κράτος 34. Κατά µείζονα λόγο θεωρούνται θεµιτά αγορανοµικά µέτρα για τη ρύθµιση των τιµών, την εξασφάλιση της επάρκειας και την αποτροπή της νοθείας στα πωλούµενα αγαθά 35. 25 ΣτΕ 1820/1995 26 ΣτΕ 3250/1998 27 ΣτΕ 308/1998 28 ΣτΕ 690/1957 29 ΣτΕ 54/1979 30 ΣτΕ 1972/1993, ΣτΕ 1212/1994 31 ΣτΕ 3905/1988 32 ΣτΕ 3113/1995 33 ΣτΕ 5380/1995 34 ΣτΕ 1149/1988 35 ΣτΕ 2711/1976

28 Παραπέρα γίνεται δεκτό ότι η κρατική εξουσία δικαιούται υπό προϋποθέσεις να επέµβει και να αλλοιώσει την ίδια τη φυσιογνωµία ιδιωτικών επιχειρήσεων σηµαντικών για την Εθνική οικονοµία. Κρίθηκε έτσι θεµιτή η υποχρέωση συγχώνευσης τραπεζών (αρ. 10 ν. 2292/1953) επειδή όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόµου και των συζητήσεων στη Βουλή «δι αυτού εσκοπήθη η εξυγίανσης του όλου τραπεζικού συστήµατος της χώρας, δια της δηµιουργίας ισχυρών τραπεζικών εταιρειών, ο σκοπός δε ούτος αποτελεί προδήλως λόγο γενικότερου κοινωνικού συµφέροντος» 36. Επίσης συνταγµατικός θεωρήθηκε ο υποχρεωτικός (ν. 431/1976) διπλασιασµός του µετοχικού κεφαλαίου τράπεζας µε παράλληλη διάθεση των 9/10 των νέων µετοχών σε πρόσωπα εκτός του κύκλου των παλαιών µετόχων, όπως και η ανάθεση σε ορισµένες περιπτώσεις (άρνηση ή αδυναµία αύξησης κεφαλαίου, παρακώλυση ελέγχου, παραβάσεις νόµων) της διοίκησης τράπεζας σε προσωρινό επίτροπο διορισµένο από τη Νοµισµατική Επιτροπή µε αυτοδίκαιη παύση κάθε εξουσίας των καταστατικών οργάνων της 37. Τέλος κρίθηκαν ως µη παραβιάζοντα το Σύνταγµα οι περιορισµοί στην κυκλοφορία του νοµίσµατος, ή η επιβολή πολιτικής τιµών και ηµεροµισθίων προς αντιµετώπιση της κακής οικονοµικής συγκυρίας 38, η οργάνωση δραστηριοτήτων εντόνου κρατικού ενδιαφέροντος δια της αφαιρέσεώς των εκ του χώρου της ιδιωτικής οικονοµικής πρωτοβουλίας όπως συµβαίνει µε τις συγκοινωνίες, την ιδιωτική εκπαίδευση και τον αθλητισµό 39 και ο υποχρεωτικός καθορισµός των τιµών των προϊόντων 36 ΣτΕ 598/1953 37 ΣτΕ 2250/1985 38 ΣτΕ 2125/1977, ΣτΕ 2289/1987 39 ΣτΕ 724/1938, ΣτΕ 2944/1980, ΣτΕ 1186/1983, ΣτΕ 4258/1985

29 της επιχειρήσεως υπό την προϋπόθεση ότι οι τιµές αυτές ανταποκρίνονται στα έξοδα παραγωγής των προϊόντων 40. Β. Οικονοµικός προγραµµατισµός ή σχεδιασµός Το Σύνταγµα στο άρθρο 106 παρ. 1 εδ. 1 ορίζει άλλο ένα λόγο για τον οποίο µπορεί να περιοριστεί η ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία. αυτός είναι ο εξασφαλισµός της ανάπτυξης της εθνικής οικονοµίας (Οικονοµικός προγραµµατισµός ή σχεδιασµός). Οικονοµικός προγραµµατισµός ή σχεδιασµός είναι η προδιαγραφή ορισµένων δραστηριοτήτων καθώς και του επιδιωκόµενου από αυτές σκοπού στον τοµέα της οικονοµίας ώστε να διευκολυνθεί, επιταχυνθεί και εξασφαλιστεί η επίτευξη του. Το πρόγραµµα οικονοµικής αναπτύξεως είναι το σπουδαιότερο είδος οικονοµικού προγράµµατος. Το πρόγραµµα διακρίνεται σε δυο είδη, το ενδεικτικό και το επιτακτικό. Το πρώτο δεν χρησιµοποιεί κρατικό εξαναγκασµό αλλά προβάλλει µόνο κίνητρα και αντικίνητρα καθορίζοντας συχνά στόχους, κατευθυντήριες γραµµές, µεθόδους και µέσα. Το δεύτερο στηρίζεται αντιθέτως στον κρατικό εξαναγκασµό. Οι δυο αυτοί τύποι είναι ιδεατοί αφού στην πράξη συνήθως υπάρχουν ενδιάµεσες µορφές ανάλογα µε την µικροοικονοµική και µακροοικονοµική εµφάνιση του σχεδίου ή προγράµµατος και τον βαθµό τονισµού του επιτακτικού στοιχείου στο σχέδιο. Το ισχύον Σύνταγµα προβλέπει και ρυθµίζει τον οικονοµικό προγραµµατισµό αφενός µεν στο άρθρο 106 παρ. 1, το οποίο αναγνωρίζει την εξουσία του κράτους να προγραµµατίζει και να συντονίζει την 40 ΣτΕ 2112/1963, ΣτΕ 1231/1948, ΣτΕ 281/1949, ΣτΕ 854/1951, ΣτΕ 1370/1985

30 οικονοµική δραστηριότητα στη χώρα, αφετέρου δε στο άρθρο 79 παρ. 8, που ορίζει ότι τα προγράµµατα οικονοµικής και κοινωνικής αναπτύξεως εγκρίνονται από την Ολοµέλεια της Βουλής όπως νόµος ορίζει. Το Σύνταγµα δεν ορίζει αν και σε ποιο βαθµό εκτός από το ενδεικτικό πρόγραµµα επιτρέπεται και το επιτακτικό αλλά σίγουρα απαγορεύει την επιβολή διευθυνόµενης οικονοµίας, αφού αυτή δεν συµβιβάζεται τόσο µε την ιδιωτική οικονοµική πρωτοβουλία, η οποία κατοχυρώνεται στην παρ. 2 του άρθρου 106, όσο και µε την οικονοµική ελευθερία που διακηρύσσει το άρθρο 5 παρ. 1. Ο οικονοµικός προγραµµατισµός µπορεί να έχει γενικό σκοπό, που ορίζεται στο άρθρο 106 παρ. 1 και είναι η εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και η προστασία του κοινού συµφέροντος, ή ειδικό σκοπό κατά αντικείµενο και περιοχή, που ορίζεται στο άρθρο 106 παρ. 1 εδ. 2 ως η αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου εκ της ατµόσφαιρας και των υπόγειων ή υποθαλάσσιων κοιτασµάτων και η προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και προαγωγής της οικονοµίας των ορεινών, νησιωτικών και παραµεθορίων περιοχών. Ο σκοπός αυτός γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθεί τόσο µε παροχή κινήτρων για επιχειρηµατική δραστηριότητα όσο και µε προτάσεις εκσυγχρονισµού και ανάπτυξης 41. Ο οικονοµικός προγραµµατισµός εν γένει και τα επιµέρους αναπτυξιακά µέτρα παρεµβαίνουν στην οικονοµική ελευθερία ανάλογα µε τον βαθµό που δεν έχουν απλώς πληροφοριακό ή ενδεικτικό χαρακτήρα αλλά περιέχουν ενδεικτικά στοιχεία. Το Σύνταγµα όµως επιτρέπει µόνο την λήψη των επιβαλλόµενων µέτρων, των µέτρων δηλαδή εκείνων που κατά αντικείµενο, χώρο, χρόνο, διάρκεια και ένταση είναι αναγκαία, πρόσφορα και εύλογα για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 106 παρ. 1 (αρχή της αναλογικότητας). 41 ν. 849/1978, ν. 1262/1982, ν. 1360/1983, ν. 1892/1990