ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑI ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΕΤΡΑΜΗΝΙΑ ΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ Β ΡΑΒΕΙΟΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑI ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΕΤΡΑΜΗΝΙΑ ΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ Β ΡΑΒΕΙΟΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ"

Transcript

1 ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑI ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΕΤΡΑΜΗΝΙΑ ΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ Β ΡΑΒΕΙΟΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΙΩΑΝΝΏΝ ΚΑΛΙΤΣΟΥΝΑΚΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ f Ό Αάμπης και Σφακίων ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΦΑΝΟΥ ΡΑ- ΚΗΣ. ΝΙΚ. ΠΛΑΤΩΝ ΜΕΝ. Γ. ΠΑΡΛΑΜΑΣ. ΚΩΝ. ΛΑΣΙΘΙΩΤΑΚΗΣ. ΙΩΝ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. ΕΚΔΟΤΗΣ ΑΝΔΡΕ ΑΣ Γ. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟ'Ν ΚΡΗΤΗΣ ΕΤΟΣ Tl'k ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1953 ΤΕΥΧΟΣ III

2 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ Γ' ΤΕΥΧΟΥΣ ΚΩΝΣ. I. ΒΟΥΡΒΕΡΗ: Πλάτων καί Κρήτη... σ. 323 ΑΝ, Κ. ΟΡΛΑΝΔΟΥ : Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας... σ. 337 JOH. IRMSCHER : Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie σ. 360 f EYMENIOY ΦΑΝΟΥΡΑΚΗ: Πατριαρχικόν έν μεμβράναις συγιλλιον τής έν Ρεθ-ύμνψ Ί. Μονής Μυριοκεψάλου... σ 889 Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ : Ή κρητική παραλλαγή τοΰ «Θανάτου του Διγενή».. σ. 394 I. Θ. ΚΑΚΡΙΔΗ : 'Ερμηνευτικά στον Άπόκοπο τοΰ Μπεργαδή... σ. 409 Ν. Π, ΑΝΔΡΙΩΤΗ: Συντακτικά τής μεσαιωνικής καί νέας ελληνικής σ 414 ΧΑΡΙΤ. ΧΑΡ1ΤΩΝΙΔΗ: Varia ad Varios...σ 419 NIK. ΒΛΑΧΟΥ : Λόγος έπί τή έπετείφ τής δλοκαυτώσεως τής μονής τοΰ Άρκαδίου καί τών υπερασπιστών της...σ. 422 ΝΙΚ. ΠΛΑΤΩΝΟΣ: Έπιγραφαί έκ Κρήτης. I. Λατοΰς πρός Καμάραν. σ. 436 Σ. Γ. ΚΑΨΩΜΕΝΟΥ : 'Ετυμολογικά τής Κρητικής διαλέκτου.... σ. 446 Ν. Α. ΒΕΙΙ (Bees) : Τό «Κακόν ορος» τής Κρήτης καί τά παράλληλα τοπωνύμια αύτοΰ... σ. 451 MAX VASMER : Zu den Slavischen lehnwortern im NeugriecMschen...σ. 454 FRANZ BABINGFR : Zur lebensgesshickte des Calixtus Ottomanus (Bajezid Osman)...σ. 457 ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ I. ΚΟΝΙΔΑΡΗ : Αί επίσκοποί τής Κρήτης μέχρι καί τοΰ Γ αίώνος...σ. 462 ΧΡΟΝΙΚΑ ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ ΤΟΥ Ζ' ΤΟΜΟΥ 2 ΠΙΝΑΚΕΣ ΕΚΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

3 «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΑΝΟΛΗ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑI ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΕΤΡΑΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ ΒΡΑΒΕΙΟΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΑΛ1ΤΣ0ΥΝΑΚΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ f Ό Λάμπης και Σφακίων ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΑ- ΚΗΣ. ΝΙΚ. ΠΛΑΤΩΝ. ΜΕΝ. Γ. ΠΑΡΛΑΜΑΣ. ΚΩΝ. ΛΑΣΙΘΙΩΤΑΚΗΣ. ΙΩΝ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. ΕΚΔΟΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ ΚΡΗΤΗΣ ΕΤΟΣ Ζ'+ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ -ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1953 ΤΕΥΧΟΣ III

4 ΟΡΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ Εις τα «Κρητικά Χρονικά» γίνονται δεκταϊ προς δήμοσίευσιν μελέται, κείμενα και β ιβλιοκρισίαι, εφ3 όσον άνταποκρίνονται προς τους σκοπούς του.περιοδικού, ώς έκτίθενται ούτοι εις το προλογικόν σημείωμα του πρώτου τόμου. Πάντα τα δημοσιεύματα ϋπόκεινται εις την κρίσιν τής Συντακτικής 3Επιτροπής, ή οποία καθορίζει τον χρόνον τής δημοσιεύσεως άναλόγως του διαθεσίμου έκάστοτε χώρου και αναλαμβάνει την ευθύνην τής επιμελούς εκδόσεως αυτών. *0 συγγραφευς δύναται αυτοπροσώπως να επιμεληθή μιας των διορθώσεων των τυπογραφικών δοκιμίων, εφ3 όσον εξασφαλίζεται ή ταχεία επιστροφή των. Εις περίπτωσιν καθυστε ρήσεως ή * Επιτροπή επιφυλάσσει εις εαυτην το δικαίωμα τής άμεσον εκτυπώσεως. Δ ικαιοϋται επίσης ό συγγραφευς να ζητήση την εκδοσιν μέχρι τριάκοντα, κατ3 άνώτατον δριον, ανατύπων εκάστης εργασίας αυτόν. *Η παράδοσις τών ανατύπων συντελειται μετά παρέλευσιν διμήνου από τής ημέρας τής κυκλοφορίας του αντιστοίχου τεύχους του περιοδικού. At συνεργασίαι δημοσιεύονται κατά σειράν λήψεως. Ίά δημοσιευόμενα χειρόγραφα δεν έπιστρέφονται. Χειρόγραφα και έπιστολαι άφορώσαι την σύνταξιν τον περιοδικού δέον ν3 αποστέλλωντα\ προς τον κ. Ν. Πλάτωνα, Μονσεΐον Ηρακλείου. 3Εμβάσματα και έπιστολαι άφορώσαι την εκδοσιν (διορθώσεις δοκιμίων κλπ.) προς τον κ. 9Ανδρέαν Ι\ Καλοκαιρινόν, Ηράκλειον Κρήτης.

5 ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΡΗΤΗ ΕΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ «μηδε τοϋΰ15 ημάς λανΰανέτω περί τόπων ώς ούκ εισιν άλλοι τίνες διαφέροντες άλλων τόπων προς τό γεννάν ανθρώπους ά- μεΐνονς καί χείρονς». (Πλάιων «Νόμοις» Ε 747 ά). Ή συγκέντρωσις και ερμηνευτική σύνθεσις ε ις Ινιαίαν εικόνα των πληροφοριών, γνωμών καί αποφάνσεων τοΰ κορυφαίου τών 'Ελλήνων φιλοσόφων Πλάτωνος περί τής Κρήτης είναι εν επί μέρους θέμα τής γενικωτέρας έρεύνης τής σχέσεως τοΰ Πλάτωνος προς τον βαρβαρικόν καί ελληνικόν κόσμον καί τον κόσμον τής εμπειρίας καί ιστορίας, έρεύνης, εις την οποίαν έχομεν άφ ικανού χρόνου στρέψει τάς επιστημονικός προσπάθειας μας1. Επειδή δέ υπολείπεται νΰν ή δημοσίευσις τού τρίτου μέρους τών σχετικών μελετών μας, δηλαδή τοΰ άναφερομένου εις τήν σχέσιν τοΰ Πλάτωνος προς τήν υπόλοιπον Ελλάδα, πλήν τών 'Αθηνών - τούς λοιπούς Ίωνας, τούς Δωριείς καί δή καί τήν Σπάρτην καί τήν Κρήτην, τήν Θεσσαλίαν, τήν Μακεδονίαν καί τον Ελληνισμόν τής Δύσεως, έκρίναμεν σκόπιμον, όπως προτάξωμεν τής έπικειμένης δημοσιεύσεως, οίονεΐ πρόδρομον άνακοίνωσιν, τήν παρούσαν πραγματείαν, ήτις ατενώς συνδέεται τόσον προς τήν εύανδρον γενέτειραν, οσον καί προς τά φιλολογικά διαφέροντα καί επιτεύγματα 2 τοΰ τιμωμένου εξαίρετου Κρητός. 'Ο Πλάταιν εκφράζεται περί τής Κρήτης εις πέντε διαλόγους του: *) *) Βλέπε: Κωνστ. I. Βουρβέρη, Αί ίστορικαί γνώσεις τοΰ Πλάτωνος, Α' Βαρβαρικά, Άθήναι, Τοΰ αύτοΰ, Platon nnd die Barbaren, Athen, Τοΰ αύτοΰ, Ή εθνική συνείδησις τοΰ Πλάτωνος, Άθήναι, Τ ο ΰ α ύ τ ο ΰ, Συμβολή εις τήν ερμηνείαν τοΰ «Μενεξένου» τοΰ Πλάτωνος (Έπιστ. Έπετ. Φιλοσ Σχολής Πανεπ. Θ)νίκης, τόμος 6ος, Μνημόσυνον Ν. Παππαδάκι), Τοΰ αύτοΰ, Πλάιων καί Άθήναι (ώς Β' τόμ., Ιον μέρ. τών «'Ιστορικών γνώσεων τοΰ Πλάτωνος»), Άθήναι, Βλ. προς τούτοις καί τά ήμέτερα άρθρα : «Πλάτων», (Βίος, έργα, πλατωνική έρευνα), «Μενέξενος», «Νόμοι» τοΰ Πλάτωνος, «Πολιτεία», «Πολιτικός», «Πρωταγόρας» κ.λ.π. έν τφ Έγκυκλοπαιδικφ Λεξικφ τοΰ περιοδικού «"Ηλιος». ) Τάς πλατωνικάς εργασίας τοΰ καθηγητοΰ Ίω. Καλιτσουνάκη βλ. έν τή βιβλιογραφία του όπ αριθμόν 96, 109, 118 (Πλάτων), 127, 156 καί 181.

6 324 Κωνοτ. I. Βουρβέρη τον «Κρίτωνα» 3, τον «Πρωταγόραν» 4,* τον * * «Φαίδωνα» *, την «Πολιτείαν» 8 καί ιδίως εις τό πρεσβυτικόν εργον του, τούς «Νόμους»', διάλογον, οστις πσρίστατοιι γινόμενος εν Κρήτη, επ εύκαιρίφ τής ίδρυσεως μιας νέας κρητικής πόλεως καί μέ Κρήτα, τον Κλεινίαν, εν εκ των τριών διαλεγομένων προσώπων. Εις την Κρήτην, καί δη καί τον παλαιόν βασιλέα αυτής Μίνων, άναφέρεται καί απόσπασμα τοϋ ψευδοπλατωνικοϋ διαλόγου «Μίνωος»*. Των αποφάνσεων τούτων περί Κρήτης, τό περιεχόμενον είναι ποικίλον : γεωγραφικόν, πολιτειολογικόν, ήθικοπαιδαγωγικόν, ιστορικόν8. Έκ τοΰ ύλικοΰ τούτου εις την προκειμένην μελέτην μας ερμηνευομεν τάς άν&ρωπογεωγραφικάς παρατηρήσεις τοΰ Πλάτωνος περί τής Κρήτης, τάς οποίας εύρίσκομεν εις έν μόνον έργον του, τούς «Νόμους». Σκοποΰμεν να άπεικονίσωμεν τον τρόπον, καθ 8ν οΰτος είδε την σχέσιν τής θέσεως, τοΰ εδάφους καί τής γεωγραφικής ιδιοσυστασίας τής νήσου μέ τον βίον των κατοίκων *) Κρίι. 52 e. 4) Πρωτ. 342α κ.έ. *) Φαίδων 58α. «) Πολιτ. Ε 452c, Θ 575d. ') Μνεία συχνή τής Κρήτης καί τών Κρητών έν Νόμοις πολλαχοΰ, ίδίφ δέ εις τά 8 πρώτα βιβλία. 8) *Μίν. 318d κ. έ. Πρβλ. καί Γοργ. 523e κ. έ. καί * Επιστ. Β 311α κ.έ. 8) Ό Henri van Effenterreei?t0 βιβλίον του «L,a Crete et le mande grec de Platon a Polybe», Paris, 1948 (έν τή Bibliotheque des Bcoles Fran9aises d Athenes et de Rome, ύπ άριδ. 163), εξετάζει τά τής Κρήτης καί τών σχέσεων αυτής πρός τόν ελληνικόν κόσμον κατά τούς κλασσικ >ύς καί ελληνιστικούς χρόνους, μίαν όλιγώτερον γνωστήν περίοδον τοΰ ιστορικού βίου τής νήσου. Ιδιαίτερον κεφάλαιον τοΰ βιβλίου υπό τόν τίτλον «Πλάτων καί Κρήτη» (σελ ) άφιεροΰται εις τήν ιστορικήν αξίαν (έν συγ κρίσει καί πρός τά επιγραφικά ευρήματα τής Γόρτυνος κ.λπ.) καί τήν προέ λευσιν τών περί Κρήτης αποφάνσεων τοΰ Πλάτωνος, τών συναφών πρός τήν νομοθεσίαν, τά ήδη, τούς πολιτικούς δεσμούς καί τόν βίον έν γένει τής μεγάλο νήσου. Ή έργασία, οΰσα πληροίς ένημερωμένη από βιβλιογραφικής άπόψεως, έςετάζει καί τό «τοπικόν χρώμα» τής σκηνογραφίας τών «Νόμων» τοΰ Πλάτωνος, χωρίς δμως καί νά άσχολήται περαιτέρω μέ τό άνδρωπογεωγραφικόν περιεχόμενον τών πλατωνικών αποφάνσεων. Θά ήτο δέ αναμφίβολος πληρέστερα, &ν είς τήν συνδετικήν δεώρησιν τοΰ θέματός της έστηρίζετο έπί προεργασίας ερμηνευτικής πάντων τών περί Κρήτης άποσπασμάτιον τοΰ πλατωνικού κειμένου, πληρούσης δλας τάς συγχρόνους απαιτήσεις μιας φιλολογικής, φιλοσοφικής καί ιστορικής ερμηνείας αΰτοΰ. Πρόκειται περί τής αυτής έλλείψεως, τήν οποίαν παρουσιάζει καί ή άλλως όξυνουστάτη πραγματεία τον G. Rohr, Platons Stellung zur Gesehichte, Berlin, Άπό τής άπόψεως αυτής ΰπήρ- Ιεν εύιυχεστέρα ή Jula Kerschensteiners^ro βιβλίον της: Platon und der Orient, Stuttgart, 1945.

7 Ιΐλάτων καί Κρήτη 825 της, Ινί λόγφ την σχέσιν φΰσεως και ιστορίας τής Κρήτης εν τφ άπαραιτήτφ πλαισίφ τής δλης πλατωνικής και ελληνικής άνθρωπογεωγρα- φικής σκέψεως. * * * Αι ανθρωπογεωγραφικαί παρατηρήσεις τών «Νόμων» 10 εξηγούνται από την εν τω διαλόγφ τοότφ έκδηλον στροφήν τοΰ γέροντος Πλάτωνος προς την πραγματικότητα καί την εμπειρίαν. Ώς γνωστόν εν τή εξελίξει τής φιλοσοφικής σκέψεως τών Ελλήνων οί «Νόμοι» αποτελούν μεταβατικόν σταθμόν από τοΰ Πλάτωνος εις τον Αριστοτέλη. Τά άνθρωπογεωγραφικά στοιχεία τής πραγματείας μας εΰρηνται εις δΰο κυρίως μέρη τών «Νόμων» : α) εις τήν σκηνογραφίαν τοΰ διαλόγου εν τφ Α' βιβλίφ (625 b κ. έ.) και β) εις τήν εισαγωγήν τοΰ γενικοΰ προοιμίου τής νομοθεσίας έν τή αρχή τοΰ Δ'βιβλίου (704a - 707e). Συν-,0) Τής βιβλιογραφίας τών «Νόμων» σημειοΰμεν τά εξής: 1) Γενικά έργα περί Πλάτωνος: C. Ritter i(a' 1910, Β 1923), Wilamowitz (A- Β' 1920'), Ρ. Friedlander (A' 1928, Β' 1930), A, Ε. Taylor (1927 ), Ρ. Shorey (1933), A. Dies (1930), L. Robin (1935). 2) "ΆρΟ-ρα: Ίω Καλιτσουνάκη, «Πλάτων» έν τή Μεγάλη Έλλην. Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 20, οελ. 302 κέ. Η. Leisegang, «Platon» έν τή RB Κωνστ. I. Βουρβέρη «Πλάτων» (Α'. Βίος, Έργα, Πλατωνική έρευνα, ό Πλάτων καί ή εποχή μας) έν τφ Εγκυκλοπ. Λεξική) τοΰ περιοδ. «Ήλιος». 3) Ειδικά άρθρα: Κωνστ. I. Βουρβέρη, άρορον διεξοδικόν «Νόμοι τοΰ Πλάτωνος» έν τφ Εγκυκλοπ. Λεξικφ τοΰ «Ήλιου». 4) 'Ερμηνευτικοί έκδόσεις «Νόμων» : C. Ritter, Platons Gesetze, τόμ. 2 Inhaltsdarstellung, Kommentar, 1896 E. B. England, The Laws of Platon, 1921 A. E. Taylor, The Laws of Platon, 1934 E. des Places, A. Dies, L Gernet, Platon, Les lois (τόμ. 2, βιβλ. 1-6) Paris, 1951 (έν τή Βιβλιοθήκη Bu. de). 5) Μεταφράσεις τών «Νόμων» : Ο. Apelt (εις τήν γερμανικήν μετ ε ισαγωγής, σημειώσεων καί ειδικών κατά διαλόγους πινάκων, ώς καί γενικοΰ πί νακος) 1918 κ. έ R. G. Bury (είς τήν αγγλικήν τόμ 2 έν τή Loeb Classical Library, 1926) A. E. Taylor (είς τήν αγγλικήν έν τή έρμην. έκδόσει τών «Νόμων») Ε. des Places κ.λπ. (είς τήν γαλλικήν έν τή Βιβλ. Bude) L Robin (είς τήν γαλλικήν έν Platon Oevres completes, 1942, La Pleiade). 6) Συνθετικά έργα, έρευναι: W. Jaeger Paideia, τόμος Γ', Berlin, 19i7 Κωνστ. I. Βουρβέρη, Πλάτων καί Άθήναι, 1950 (κείμενον, ερμηνεία καί έρευνα διεξοδικών αποσπασμάτων τών «Νόμων») G. Muller, Der Aufbau der Bucher II und VII von Platons Gesetzen, 1935 G. Rohr, Platons Stellung zur Geschichte, 1932 J. Bisinger, Der Agrarstaat in PI. Gesetzen, E. Kirsten, Die Insel Kreta, 1936 M. Guarducci, Inscriptiones creticae opera et consilio Friderici Halbherr collectae, Ρώμη, A' 1935, B' 1938, Γ' Τήν λοιπήν βιβλιογραφίαν βλ. εις τάς ήμετέρας βιβλιογραφικής έπισκοπήσεις έν τφ περιοδ. «Πλάτων» 1950 καί 1951, είς τό μνημονευθέν έργον τοΰ Η. van Effenterre καί είς τήν βιβλιογραφικήν έπετηρίδα «L Annee philologique», έκδιδομένην υπό J. Ernst, τόμ XX - XXII, Paris.

8 320 Κωνστ, I, Βουρβέρη αφεΐς δέ προς ταϋτα είναι καί άλλαι τινές μικρότεροι παρατηρήσεις 11 τοΰ Πλάτωνος, εν αίς καί ή τής προμετωπίδος τής μελέτης. Α'. Ό διάλογος των «Νόμων» διεξάγεται μεταξύ τριών προσώπων, ένός Κρητός, ενός Λακεδαιμονίου και ενός Αθηναίου ξένου, κατά την διάρκειαν κοινής θερινής πορείας αυτών από τής Κνωσού εις τό άντρον καί τό ιερόν τοΰ Διάς. Το τοπίον, διά μέσου τοΰ οποίου όδεύουσιν οί διαλεγόμενοι, περιγράφεται12 μέ τέχνην, άποδεικνύουσαν, δτι 6 Πλάτων δεν επαυσεν ούτε κατά τό γήρας νά είναι ποιητής καί πλάστης εικόνων εφάμιλλων προς την σκηνογραφικήν δημιουργίαν τοΰ «Φαιδρού»18. Εις την έξαρσιν τών φυσικών καλλονών τής περιοχής τής Κνωσού δ ξένος επισκέπτης άμιλλάται μέ τον εγχώριον συνομιλητήν του, καθ ον: «καί μην έστιν,... προϊόντι κυπαρίττων τε εν τοΐς άλσεσιν νψη καί κάλλη θαυμάσια καί λειμώνες, iv οΐσιν αναπαυόμενοι διατρίβοιμεν &ν» 14. Αί συχναί άνάπαυλαι κατά την μακράν οδόν εις τά άλση τών περιφήμων κρητικών κυπαρίσσων καί τούς χλοερούς λειμώνας ένδείκνυνται λόγιρ τής ώρας τοΰ έτους μέ τον πνιγηρόν καύσωνα καί τής ηλικίας τών δδοιπορούντων, ώστε «(τούτους) λόγοις άλλήλους παραμνΰου μένους την όδόν απασαν μετά ραστώνης διαπερατοί» (625b). Εντός τοΰ σκηνογραφικοΰ αυτού διακόσμου μέ τό έντονον «τοπικόν χρώμα» 18 ανοίγει τον διάλογον μέ κρητικής ώσαύτως άποχρώσεως έρώτησιν δ Αθηναίος ξένος: «κατά τί τά συσσίτιά τε υμϊν συντέταχεν δ νόμος καί τά γυμνάσια καί την τών οπλών ίξιν;» (625c). Ζητείται λοιπόν τό νόημα καί δ σκοπός τών χαρακτηριστικών τούτων κρητικών θεσμών. Ή μακρά άπάντησις τοΰ Κρητός Κλεινίου παρέχει την άνθρωπογεωγραφικήν έξήγησιν τής απορίας τοΰ ξένου. Ή Κρήτη, λέγει δ Κλεινίας, δέν είναι πεδιάς, δπως ή Θεσσαλία' δι αυτό οί μεν Θεσσαλοί κινούνται μάλλον έφιπποι, ημείς δέ πεζοί Ή ανώμαλος φύ- *) Β 666 d κ. έ., Ε 747 d, Η 831b, 847c 2. la) A 625 b - c. ) 230 b κ. έ. Πρβλ. καί Κριτί. Ill b κ. έ. 4) 625 b.,5) Πινδ. Παιάν 4, 42 (εκδ. Τ ury η, 1952, σελ Βλ. αΰτ. καί Σχολ. Όξυρ.: <τήν Κρήτην, έπεί πολλα'ι εκεί ^κυ^πάρισοοι γίνονται» καί Πλούτ. Περί φυγής 9,5 ( Ηθικά, 602, {). 1β) "Αν τοΰτο οφείλεται εις αναμνήσεις έκ προσωπικής έπισκέψεως τοΰ Πλάτωνος εις Κρήτην ή εις πασιγνώστους έν Άθήναις πληροφορίας περί τής νήσου, βλ. κατωτέρω. ) Τήν πρός συγκρίσεις τάσιν τοΰ Πλάτωνος καί τάς εκδηλώσεις αυτής έξετάζομεν έντή μελέτη ημών: «Ιστορικοί συγκρίσεις παρά Πλάτωνι, (περιοδ. 'Ελληνικά, τόμ. 11, σ. 5 κ. έ. 1939). Ό Πλάτων δέν αποκλείει τε-

9 Πλάτων καί Κρήτη 327 σις τής χώρας μας άπαιτεί κατά κανόνα πεζοπορίαν. Κατά συνέπειαν και τά δπλα μας είναι ελαφρά, ϊνα μή βαρύνουν τους όπλίτας είς τους δρόμους των' άρμόζοντα και κατάλληλα δι ημάς δπλα είναι τά ελαφρά τόξα 1S.* * * 19 Ή μετάβασις εις τό δεύτερον καί κυριώτερον επακολούθημα τοΰ ορεινού κα'ι ανωμάλου εδάφους τής Κρήτης γίνεται αμέσως διά τής δηλώσεως τού Κρητός : «ταΰζ ονν πρός τον πόλεμον ήμιν απαντα ίξήρτνται, και πάνϋ ' S νομοΰέτης ως γ έμο'ι φαίνεται, προς τόϋτο βλεπων αυνετάττετο' ΙπεΙ κα'ι τά σνοσίτια κινδυνεύει συναγαγεΐν, ορών ώς πάντες, δπόταν οτρατεύωνται, τό& νπ αύτοΰ τοΰ πράγματος αναγκάζονται φυλακής αυτών ενεκα ονοσιτεϊν τούτον τον χρόνον» (625 d - e). Ή στενή αύτη σύναψις τοΰ σκοπού τής κρητικής νομοθεσίας μέ την γεωγραφικήν Ιδιοσυστασίαν τής νήσου άφίνει νά διαφαίνεται, αν καί δεν δηλούται ρητώς, ή μεταξύ αυτών αιτιώδης σχέσις. Εις τήν φυσικήν δηλαδή κατάτμησιν τής χώρας, κατά τήν εποχήν εκείνην τής πρωτογόνου συγκοινωνίας, οφείλεται ή άνάπτυξις τοπικιστικού, άτομιστικού, φιλέριδος καί φιλοπόλεμου πνεύματος- ούτω δ εξηγούνται καί οί συχνοί εμφύλιοι πόλεμοι τών κρητικών πόλεων προς άλλήλας 10. Καί ή κρητική νομοθεσία λοιπόν δεν ήτο δυνατόν νά Ικφύγη τοΰ γενικού αύτοΰ πνεύματος, διό καί αποβλέπει είς τήν προς πόλεμον παρασκευήν καί διαπαιδαγώγησιν τών πολιτών. Δημόσιοι καί ιδιωτικοί θεσμοί τής Κρήτης, εν οίς καί τά συσσίτια, τά γυμνάσια καί ή φύσις τών οπλών καί άσκησις είς αύτά, έχουν έν κοινόν τέλος: τήν εν πολέμφ νίκην, δι ής δλα τά αγαθά τών νικωμένων περιέρχονται είς τούς νικητάς. Τούτο δέ ευρίσκει 6 απολογητής τής κρητικής νομοθεσίας Κλεινίας καί ορθόν, ώς άνταποκρινόμενον προς τήν μόνιμον καί φυλείως τήν ίπποτροφίαν έν Κρήτη (πρβλ. καί A 625d : «πρός τήν τών πεζή δρόμων άοκηοιν μάλλον σύμμετρος*). Ούτως έν Νόμ. Η 834 β κ. έ. ορίζει νομοθετικές τά τών περιωρισμένης μορφής ιππικών αγώνων τής νέας πόλεως: «ίππων δε ήμιν χρεία μεν ούτε τις πολλών ούτε πολλή, κατά γε δή Κρήτην, ώστε αναγκαΐον και τας οπονδάς ελάττονς γίγνεο&αι τάς τε έν τί] τροφή καί τάς περί αγωνίαν αυτών...*. Έν συνεχεία ορίζονται αί λεπτομέρειαι τών ιππικών αγώνων, τής «ιππικής παιδιας» τών πολιτών τής νέας πόλεως. Πρβλ. καί Έφορον παρά Στράβ. X, 4, 18.,8) "Ισως είναι συναφής πρός τό πλήθος καί τήν εΰδοκίμησιν τών Κρητών τοξοτών καί ή έν Νόμ. Δ 706 a παραβολή πρός τοξότην τοΰ καλόΰ νομοθέτου, τοΰ έκάστοτε στοχαζομένου μόνον τοΰ όρθοΰ. 19) Τά συναφή πρός τήν κρητικήν ενότητα καί τούς διασπώντας αυτήν έμφυλίους πολέμους βλ. έν τφ περί Κρήτης έκτενεϊ άρθρφ τοΰ G. Karo, RE, τόμ. 11 (στ καί ίδίφ έν στήλη 1793 κ.έ.)καί Η. van Eff enterr e, ε. άν., σ. 26 κ. έ. Πρβλ. Kirsten, Die Insel Kreta, 1936,,.

10 828 Κωνστ. ΐ. Βουρβέρη σικήν μορφήν του κοινωνικού βίου τών ανθρώπων, τουτέστι τον πόλεμον. 'Η λεγομένη ειρήνη, τονίζει ό Κλεινίας, είναι λόγος μόνον είς την πραγματικότητα υπάρχει «πάσαις προς πάσας τάς πόλεις άεΐ πόλεμος άκήρνκτος κατά φνσιν» (626a). Καί τελειώνει εδώ ή άνθρωπολογική άπόφανσις τής σκηνογραφίας τών «Νόμων». Β'. Έρχόμεθα τώρα είς τά άνθρωπογεωγραφικά στοιχεία τοΰ Δ' βιβλίου (704a - 707e). Έν αρχή τοΰ βιβλίου τοΰτου περιγράφονται ή θέσις καί οί τοπογραφικοί καί οικονομικοί δροι τής υπό ΐδρυσιν πόλεως. Επειδή δέ διά τής πολιτειολογικής συζητήσεως τών προηγουμένων τριών βιβλίων (Α' Γ') επεβλήθη καί άνεγνωρίσθη καί υπό τών Δωριέων ομιλητών ή θεμελιώδης αρχή, ότι ή νομοθεσία πρέπει νά άποβλέπη είς τήν δλην αρετήν καί οΰχί είς εν «μόριον» (μέρος) αυτής, λ. χ. τήν ανδρείαν20 μόνον, τήν γεωγραφικήν περιγραφήν συνεχίζει δ άνθρωπολογικός έλεγχος τών περιγραφέντων δρων, διά νά φανή κατά πόσον οΰτοι πληροϋσι τήν εϊρημένην βασικήν αρχήν. Ή νέα πόλις21 θά ίδρυθή εις θέσιν, μή άλλως καθοριζομένην άκριβέστερον ουδέ κατονομαζομένην, εΐμή διά τής δηλώσεως, δτι έχει καλόν λιμένα καί απέχει όγδοήκοντα σταδίους (περίπου 16 χιλιόμετρα) από τής θαλάσσης. Ή περί τήν πόλιν χώρα, όμοια εδαφολογικώς προς τήν υπόλοιπον Κρήτην, είναι «πάμφορος» καί «σχεδόν ουδενδς έπιδεης» (Δ 704 c), δηλαδή σχεδόν αυτάρκης από άπόψεως παραγωγής πάσης φυσεως προϊόντων. Τά χαρακτηριστικά ταΰτα άρκοϋν διά μίαν κατ αρχήν ευμενή διαπίστωσιν, δτι, υπό τάς ανωτέρω γεωφυσικός συνθήκας, δεν είναι αδύνατος ή «κτήσις της άρετής», ή διά τής παιδαγωγοΰσης νομοθεσίας διαμόρφωσις ενάρετου ήθους τών κατοίκων - πολιτών. Είναι ευτύχημα, συνεχίζει ό Πλάτων, δτι ή νέα πόλις δεν είναι εντελώς παράλιος καί, σχεδόν αυτάρκης ουσα, δεν έχει ανάγκην εισαγωγής αγαθών έκ τοΰ Ιξωτερικοΰ' διότι, εν εναντίφ περιπτώσει, θά ύπέκειτο είς δλους τούς κατωτέρω έκτιθεμένους ηθικούς κινδύνους τών ναυτικών πολι-,0) Ό Πλάτων, διά στόματος τοϋ Αθηναίου ξένου, αναγνωρίζει μέν τόν στρατιωτικόν καί πολεμικόν χαρακτήρα τών πολιτειών τής Σπάρτης (πρβ. Λάχ. 182 κ. έ.) καί τής Κρήτης, ών πολλαχοΰ τών διαλόγων του επαινεί τήν ευνομίαν (Κρίτ. 52 e, Ίππ. μ. 283 e, 284 b, Πολιτ. Η 544 c1 πρβλ. Στράβ. 1C 477, Ξεν. Άπ. 3, 5, 4), νομίζει όμως αυτόν μονομερή καί μονόπλευρον. Διότι ή αληθής πρόοδος καί ευδαιμονία μιας πολιτείας έγκειται κατά τόν Πλάτωνα όχι είς τήν καλλιέργειαν μιας μόνον πλευράς τής άρειής, ώς είναι ή ανδρεία, άλλ είς τήν σύμμετρον καί αρμονικήν θεραπείαν όλων τών πλευρών τής άρετής, δηλ τής σοφίας, τής σωφροσύνης, τής δικαιοσύνης καί τής ανδρείας, ή οποία μάλιστα έχει τήν τελευταίαν θέσιν είς τήν ιεραρχίαν τών μορίων τής άρετής. Πρβλ. καί Άριστοτ. Πολιτικ. Β 1271 b 1 κ. έ. 21) Τά γενεσιουργά αίτια τοΰ άποικισμοΰ αυτής βλ. εν Δ 707 e κ. ί.

11 Πλάτων καί Κρήτη 38t τειών και τής μετά των ξένων Επικοινωνίας καί επιμειξίας. 'Από τούτων δέ τών δεινών τότε μόνον θείος τις νημοθέτης και σωτηρ θά ήδύνατο νά την άπαλλάξη. Ή σχετική από τής θαλάσσης άπόστασις αντής είναι «παραμν&ιον» (704 d 9) «ντίδοτον κατά τών κακών τής γείτονας θαλάσσης, ήτις, παρά τάς τέρψεις, που παρέχει είς την καθημερινήν ζωήν, κατ' ουσίαν είναι «μάλα όντως αλμυρόν και πικρόν γειτόνημα» (70ό a 3). 'Ως πορατηροΰμεν, ή νέα πόλις παρίσταται ως πραγματοποιούσα γεωγραφικιΐις τό «μηδέν άγαν», ιό μέτρον, την μεσότητα. Είναι «,πάμφορος», όχι όμως και «πολύφορας» (705b, πρβλ. καί Η 847 c 2), πσράγει δηλαδή όλα τά αναγκαία προϊόντα, χωρίς όμως νά εχη τον όλβον καί τήν αφθονίαν τής υπερπαραγωγής' διότι είναι εδαφολογικώς «τραχντέρα» παρά «πεδιει> οτέρα» (704 d). Δένδρα δεν έχει πολλά: «ονκ εοτιν οντε τις έλάτη λόγου αξία οϋτ αν πεύκη, κνπάριττός τε ου πολλή' πίτυν τ αν και πλάτανον όλίγην αν εϋροι τις» (705 ο)' επομένως έχει έλλειψιν ναυπηγήσιμου ξυλείας* * Δύσκολον * * * * * * * * * * * είναι νά δεχθώμεν, ότι ή τοπογραφική αύτη εικών τής ανωνύμου νέας πόλεως άνταποκρίνεται εις συγκεκριμένην τινά πραγματικότητα' είναι μάλλον πλάσμα34 πλατωνικόν, ποίημα τού φιλοσόφου πρεσβύτου, συν- ί3) Πρβλ. καί Νόμ. Γ 691 d a, ένθα ό λόγος περί τής νομοθεσίας τής Σπάρτης. 2S) Εκ του παρά Πλουτ. Συμπ. Προβλ. 1, Β, 5, 21 κ. έ. : «ουδέ ό ναυπηγός προτάττει τήν Ιαθμικήν πίτυν ή τήν κρητικήν κυπάριττον δέν φαίνεται έλλειψις έν Κρήτη ναυπηγήσιμου ξυλείας. Ώς πρός τήν διά τού; Αθηναίους πολιτικήν σημασίαν τής ναυπηγήσιμου ξυλείας καί τής έξωθεν, καί ιδίως έκ Μακεδονίας, εισαγωγής αυτής είς τήν Αττικήν βλ. Θουκ. IV, 108, 1. Ξενοφ. Έλλ. VI, 1, 11. *Δημοσθ. Π. Τιμόθ. 26, 29. Διόδ. XX, 46, 4. Ιίλούτ. Δημητρ. 10, 1. Κατά τόν Ξενοφώντα (Έλλ- V, 2, 16) ώς λόγοι τής ναυτικής ισχύος τής Όλύνθου προβάλλονται : «ξύλα μεν ναυπηγήσιμα εν αυτή τή χώρα, εσιί, χρημάτων δε πρόσοδοι εκ πολλών μεν λιμένων, πολλών δ εμπορίων, πολυανθρωπία γε μήν διά τήν πολυσιτίαν υπάρχει». 3*) Άντιθέτως ή έν τή σκηνογραφία (A 624a κ. έ.) εικών τής περιοχής τής Κνωσού, έν συνδυασμφ πρός τήν έντύπωσιν τού χωρίου Η 834 a κ. έ., δέν άπομακρύνετιη τής πραγιιατικότητος, ώστε καί διά τούτο νά υποστηρίζεται παρά τινων (λ. χ. τού C. Ritter, Platon Α, σ. 88 καί ιδίως τού Η. van Εί fenterre, έ ά., σ. 66 κ. έ., έξετάζοντος διά μακρών τό ζήτημα έπί τή βάσει πλήρους γνώσεως τής σχετικής βιβλιογραφίας) ή εικασία, δτι 6 Πλάτων κατά τι ταξίδιόν του (ίσως τό είς Αίγυπτον καί Κυρήνην, δπερ όμως δέν δέχονται πάντες ώς πραγματικόν) έστάθμευσεν έπ ολίγον χρόνον είς τήν Κρήτην. Ταξίδιον τού Πλάτωνος είς Κρήτην ύπ οΰδενός αρχαίου βιογράφου του παραδίδεται. Τό πρόβλημα ευλόγως δέν έ'τοπίζεται μόνον είς τήν περί τής φύσεως τής Κρήτης πηγήν τών γνιύσεων τού Πλάτωνος, άλλ έπεκτείνεται είς τήν δλην ένημέρωσιν αυτού, ώς πρός τε τήν χώραν καί τόν ιδιωτικόν καί δημόσιον βίον τής νήσου. Ή πιθανωτέρα δέ γνώμη είναι, δτι ή παρά Πλάτωνι είκών τού βίου

12 580 Κωνστ. I. Βουρβέρη τεθέν!κ πασίγνωστων " στοιχεία» τής κρητικης χοδρας καί φύσεως, κατασκεύασμα γεωγραφικόν, προσηρμοσμένον προς την επακολουθούσαν άνθρωπολογικην ερμηνείαν, περί ής δ Πλάτων κυρίως ενδιαφέρεται. 'Η σχετική από της θαλάσσης άπόστασις, ή παραγωγική αύτάρκεια και η έλλειψις ναυπηγήσιμου ξυλείας είναι κατά τον Πλάτωνα τρία προτερήματα, κωλυοντα την έξέλιξιν της υπό ιδρνσιν πόλεως εις πολιτείαν εμπορικήν καί ναυτικήν 38 καί άποτρέποντα την άνάπτυξιν ηθών «παλιμβόλων», «απίστων» καί «άφιλων» (70δ a)31. Αυτή ακριβώς είναι ή αλμυρά καί πικρά γειτονία της θαλάσσης διά τούς κατοίκους μιας παραλίου πόλεως, έχοΰσης περίσσειαν παραγωγής αγαθών : δημιουργεΐται κίνησις εξαγωγής τών προϊόντων τούτο» εις τήν αλλοδαπήν, στροφή τών κατοίκων προς τήν ναυτιλίαν, τήν εμπορίαν καί τον χρηματισμόν, καθιστώσα αυτούς ασταθείς τον χαρακτήρα, φιλοχρημάτους, χωρίς εμπιστοσύνην προς άλλήλους καί προς τούς ά'λλους ανθρώπους καί μέ γνώμονα τό συμφέρον αντί τής φιλίας. Έναντι τών εξαγομένων προϊόντων, ή πόλις «νομίσματος άργυρον καί χρυσόν πάλιν άντεμπίμπλαιτ αν, ου μεΐζον κακόν ώς έπος είπεΐν πόλει άνθ ένός εν ουδόν άν γίγνοιτο είς γενναίων και δικαίων ή&ών κτήαιν» (705 b). "Εν άλλο μειονέκτημα τής παραλίου πόλεως είναι ή ηθική διαφθορά τών πολιτών διά τής μιμήσεως ξένων πονηρών ηθών καί θεσμών. τής Κρήτης περιέχει, πλήν τών είς τήν κρητικήν πραγματικότητα άνταποκρινομένων στοιχείων, ατινα ελέγχονται καί διά τής αντιπαραβολής πρός τά νεώτερα επιγραφικά ευρήματα, καί πολλά στοιχεία έκ τής προφορικής παραδόσεως καί έκ τής αττικής καί δή καί τής σπαρτιατικής νομοθεσίας, τήν όποιαν πολλαχοϋ δέν χωρίζει τής κρητικής. "Ισως δ υπάρχει καί οχέσις μεταξύ τής συνθέσεως τών «Νόμων» καί τών έν Σικελίφ περιπετειών τοΰ Πλάτωνος.,s) Βλ. Wilamowitz, Platon, Α', σ. 661 κ. έ. Άλλως ό Ρ. Friedlander, Platon A', β) Ό Θουκυδίδης (I, 8, 2 κ. έ.) παρατηρεί περί τών έπακολουθημάτων τής ναυτικής ισχύος τοΰ Μίνιο : «εφιέμενοι γάρ των κερδών ογ is ηοοους νπεμενον τών κρεισοόνων δουλείαν, ογ τε δυνατότεροι περιουσίας εχοντες προοεποιονντο υπηκόους τάς ελάασους πόλεις». Τήν έξέλιξιν τών Αθηνών από κράτους ηπειρωτικού εις ναυτικόν ό Πλάτων θεωρεί ως μίαν τών κυριωτέρων αίτιο» τής διαφθοράς τών πολιτικών ηθών καί τής καθόλου παρακμής τής πόλεως. Διά ιόν αυτόν λόγον ό Πλάτων κατακρίνει καί τό θαλάσσιον κράτος τοΰ Μίνωος, ένφ έπαινε! τό νομοθετικόν του εργον. Κριτικήν τών ανωτέρω γνωμών τοΰ Πλάτωνος περί τής «πρός την θάλασσαν κοινωνίας» καί άλλων σχετικών βλ. παρ Ά- ριστοτ. Πολιτικ. VII, 4, 1327a, 10 κ. έ. *') Ώς πρός τήν αξίαν τής φιλίας τών πολιτών πρός άλλήλους βλ. Νόμ. A 708c, Γ 678e, 694b, 698c.

13 Πλάτων και Κρήτη 331 'Ιδού δέ μία ειδική περίπτωσις τοιαύτης επικίνδυνου μιμήσεοις : Οταν μία πόλις παράλιος παρενοχλήται υπό εχθρών, αναγκάζεται προς καλυτέραν άμυνάν αυτής νά μιμηθή τους αντιπάλους της εις τά μέσα τοΰ πολέμου. 'Ως συγκεκριμένου δέ παράδειγμα τής περιπτώσεως αυτής ό Πλάτων παραθέτει τό κατωτέρω, δπερ δεν είναι μέν πραγματικόν γεγονός, θά ήδύνατο όμως νά πραγματοποιηθή και νά επιβεβαίωση ως ιστορική πράξις, δσα ενταύθα λέγονται θεωρητικώς περί ναυτικής μιμήσεως : 'Όταν οί Αθηναίοι, λέγει ό Πλάτων, ύπεχρεώθησαν υπό τοΰ Μίνωος εις τήν καταβολήν, τήν «χαλεπήν φοράν δασμόν», τοΰ αιματηρού φόρου τών 7 νέων καί 7 νεανίδων, υπήρχε κίνδυνος, πρός αποτροπήν τοΰ ζυγοΰ καί τοΰ φόρου τούτου καί πρός αποτελεσματικήν άντιμετώπισιν τών Κρητών, νά στραφοΰν πρός τήν θάλασσαν καί νά μετατραποΰν από τότε εΐς ναυτικήν δύναμιν κατά μίμησιν τής Κρή. της. Επειδή δμως δεν είχον πλοία καί ναυπηγήσιμου ξυλείαν, διέφυγον τότε τον κίνδυνον. Τοΰτο υπήρξε μέγα ευτύχημα διά τους Αθηναίους, έστω καί αν τό έπλήρωνον μέ τον αιματηρόν φόρον τών 14 ψυχών. Τήν βραδύτερου πραγματοποιηθεΐσαν διά τής πολιτικής τοΰ Θεμιστοκλέους μετατροπήν τοΰ βίου τής πόλεως από χερσαίου εις ναυτικόν 88 δ Πλάτων, διαφωνών ριζικώς καί πεισμόνως εις τό σημεΐον αυτό πρός τήν επίσημον ιστορικήν89 άντίληψιν, θεωρεί τόσον πολύ δλεθρίαν διά τά ήθη τών πολιτών και τής πόλεως, ώστε παρατηρεί: «ετ«γάρ αν πλεονάκις έπτά άπολέααι παΐδας αντοις συνήνεγκεν, πρίν άντι πεζών οπλιτών μονίμων ναυτικούς γενομένους Ιθισθήναι, πυκνά άποπηδώντας, δρομικώς εις τάς ναϋς ταχύ πάλιν άποχοτρεΐν, και δοκεΐν μηδέν αισχρόν ποιεϊν μη τολμώντας άποθνησκειν μένοντας έπιφερομένοτν πολεμίων, άλλ εικυίας αυτοΐς γίγνεσθαι προφάσεις και σφοδρά Ιτοίμας όπλα τε άπολλνσιν και φεΰγουσι δή τινας ονκ αίσχράς, ως φααιν, φυγάς» (706 b - c). Κατά τήν γνώμην δηλαδή τοΰ Πλάτωνος θά ήτο προτιμοτέρα διά τούς Αθηναίους ή εις τον Μίνω καταβολή κσί πολλαπλασίου ακόμη φόρου (ή : ή συχνοτέρα καταβολή τοΰ φόρου) παρά ή αποτελεσματική άμυνα κατά τοΰ Μίνωος διά τής ναυτικής μιμήσεως τών Κρητών υπό τών Αθηναίων. Καί τοΰτο, διότι ή μίμησις αύτη θά είχε διά τούς Αθηναίους δεινά ηθικά επακόλουθα, αυτά δηλαδή τά όποια συνέβησαν βραδύτερου, άφότου αί Άθήναι έγιναν ναυτική δύναμις. Ή πόλις αντί πεζών βαρέως ωπλισμένων καί μονί- ) Βλ. Θουκ. I, 14, 2.80,3. 121,3. 142,5 κ. I. II, 39,3. 62,2. 87,4. V, VI, 82,3. Έν Θουκ. I, 49 περιγραφή τής περί τά Σύβοτα ναυμαχίας, γτνομίνης τψ παλατφ τρόπου καί προαφεροϋς πεζομαχιρ». ) Λ. χ. τοΰ Θουκυδίδου, καθ δν *μέγα το τής ΰαλάσοης κράτος».

14 382 Κωνστ. Τ. Βουρβέρη μων οπλιτών θά ειχεν έκτοτε αύτοιίς, τούς οποίους ήρχισε νά εχη από τοΰ Θεμιστοκλέους : ευκινήτους ναύτας, έπιχειροΰντας συχνάς αιφνιδιαστικά; αποβάσεις εις εχθρικός χώρας καί δρομαία»; πάλιν ύποχωροΰντας εις τά πλοΐά των Κατά την τακτικήν καί ηθικήν τοΰ ναυτικού πολέμου δεν θεωρείται αισχρόν πράγμα ή μη μέχρι θανάτου μμονή είς τήν τεταγμένην θέσιν' τουναντίον δικαιολογούνται δι εύσχημων καί προχείρων προφάσεων ή απώλεια των οπλών, ή εγκατάλειψις τής θεσεως καί ή αισχρά φυγή προ τοΰ εχθρού!,η. Μή άρκούμενο; δέ ό Πλάτων εις τό εκ τής παλαιοτέρας κρητικής ιστορίας ανώτερα) δυνητικόν παράδειγμα, καταφεύγει καί εις τήν λογοτεχνίαν, ΐνα έπικυρώση καί δι αυτής τά κατά τούς ηθικούς κινδύνους, τούς συνδεόμενου; μέ τήν θάλασσαν καί τον ναυτικόν πόλεμον. Επικαλείται τον "Ομηρον καί ιδίως τούς λόγους τοΰ Όδυσσέως προς τον Άγαμέμνονα (Ίλιάδ. Ξ 95 κ. έ.): «δ; κέλεαι πολέμοιο ουνεαταότος και αυτής νήας ευοέλμους αλαδ ελκειν, δφρ ετι μάλλον ΤρωοΙ μεν ευκτά γένηται έελδομένοιοί περ εμηης, ήμϊν δ αΐπ'υς δλεέλρος έπιρρέπτf οϋ γαρ Αχαιοί σχήοουοιν πολέμου, νηών αλαδ έλκομενάων, αλλ άποπαπτανέουσιν, έρωήηουσι δε χάρμης' ενϋα κε σή βουλή δηλήσεται, οϊ αγορεύεις» 5Ι. Ό συνετός βασιλεύς τής Ιθάκης θεωρεί ως φοβερόν απερισκεψίαν τήν πρότασιν τοΰ Άγαμεμνονος, δπως οί υπό των Τρώων δεινώς πιεζόμενοι Αχαιοί καθελκύσουν τά κινδυνεύοντα πλοία είς τήν θάλασσαν' ούτοι όμως εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θά έπιμείνουν πλέον εις τον σκληρόν άγώνά των, αλλά θά κοιτάξουν πώς νά φύγουν, εγκαταλείποντες αυτόν καί ριπτόμενοι εύχερώ; είς τά πλοία' τοιαΰται προτά-,0) Τά τοϋ τρόπου, καθ δν ό Πλάτων ένυφαίνει είς τούς διαλόγους του ιστορικά παραδείγματα πρός έποπτικοποίησιν ή έπικύρωσιν τών θεωρητικών ήθικοπολιτικών καί παιδαγωγικών αρχών του, έρμηνεύομεν είς τάς ανωτέρω σημειωθείσας εργασίας μας Ενταύθα είναι δλως ιδιότυπος ή χρήσις τού 'ιστορικού παραδείγματος διότι ώς παράδειγμα παρατίθεται μία περίπτωσις, ήτις 6έν είναι ιστορική, έφόσον δέν έπραγματοποιήθη, θά ήτο δμως δυνατόν νά πραγματοποιηθώ καί νά επικύρωση ίσιορικώς τά θεωρητικώς λεγάμενα περί ναυτικής μιμήσεως, άν ύπήρχον αί συναφείς ευμενείς προϋποθέσεις (πλοία καί Ιπάρκεισ ναυπηγήσιμου ξυλείας). *') Ή πλατωνική γραφή τοΰ ανωτέρω ομηρικού κειμένου παρουσιάζει απο. κλίσεις τινάς άπό τού κειμένου τών κωδίκιυν. Βλ. κριτ. υπόμνημα έκδόσεως Monro -A lien ( Οξφόρδης) καί J. Labarbe, 1/ Hotnere de Platon, σ, 243 κ. έ (παρά Ε. de Places, Platon, L,es lois, B', 3-6, 1951, σ. 52).

15 Πλάιων καί Κρήτη 333 σεις αποτελούν εκδηλώσεις ολέθριας ηττοπάθειάς, παραλυούσας τδ ηθικόν των οπλιτών κατά τάς σκληράς πεζομαχίας. Τών πεζομαχιών άκρος θιασώτης είναι καί ό Πλάτων. Πιστεύει, δτι αύται βελτιώνουν τά άνίίρώπινα ήθη, ως καλλιεργούσαι τό πνεύμα τής καρτερίας καί τής εμμονής είς την τεταγμένην θέσιν μέχρι ιθανάτου' άντιθέτως αί ναυμαχίαι συντελούν είς την χαλάρωσιν τών ηθών, διότι έπιτρέποιιν εγκατάλειψην τής θέσεισς καί αίσχράν φυγήν προ τού εχθρού. Την πίστιν του ταΰτην περί τής διαφόρου ηθικής αξίας τού ηπειρωτικού καί τού ναυτικού πολέμου εκφράζει ό Πλάτων διά στόματος τού Αθηναίου ξένου είς τό τέλος τής δλης άνθρωπογεωγραφικής συζητήσεως τού Δ' βιβλίου (707 b - d). Έξ αφορμής τής ένστάσεως τού Κρητός, δτι την Ελλάδα έσωσεν από την βαρβαρικήν επιδρομήν ή εν Σαλαμΐνι ναυμαχία, ό Αθηναίος ξένος, συμφωνούντος εν τφ προκειμένφ σημείφ καί τού Αακεδαιμονίου συνομιλητοΰ του, άντιπαρατηρεΐ, δτι ή σωτηρία τής Ελλάδος οφείλεται είς τάς δυο πεζομαχίας τών Μηδικών : τήν εν Μαραθώνι, ήτις «ήρξε τής οοπηρίας» τής Ελλάδος, καί τήν έν Πλαταιαΐς, ήτις «έπέϋηκε τέλος» αυτής. Αί δυο ναυμαχίαι τών Μηδικών, ή έν Σαλαμΐνι καί ή περί τό Αρτεμίσιαν, υστερούν τών πεζομαχιών δχι μόνον ως προς τά πολεμικά, άλλα καί ως προς τά ηθικά αποτελέσματα *2, περί ών έγένετο λόγος ανωτέρω. Ή προκειμένη διαφωνία μεταξύ τού Κρητός άφ ενός καί τού Λακεδαιμονίου καί Αθηναίου άφ ετέρου εξηγείται ως προς τούς δτίο πρώτους από τόν οίκεΐον είς έκάτερον τρόπον βίου. Ό μέν Κλεινίας, ο παράλιος καί ναυτικός Κρής, τιμά τό κράτος τής θαλάσσης, εντός τού οποίου ζή, διό καί έξαίρει τάς ναυμαχίας' ό δέ Λακεδαιμόνιος συνηγορεί υπέρ τών πεζομαχιών διά τήν ηπειρωτικήν μορφήν τής σπαρτιατικής πολιτείας. Ό τρίτος δμως ομιλητής, ό Αθηναίος, δεν είναι φορεύς τού ναυτικού πνεύματος τής πατρίδος του, αλλά τού πλατωνικού πνεύματος- διά τούτο δέ καί εκφράζεται συνεπής προς τήν θεμελιώδη άντίθεσιν τού φιλοσόφου προς τό θαλάσσιον κράτος τών Αθηνών. Ό Πλάτων τάς άνθρωπογεωγραφικάς παρατηρήσεις τής εισαγωγής του είς τό γενικόν προοίμιον τής νομοθεσίας κατακλείει μέ τήν εξής άνακεφαλαίωσιν (Δ 707 d) : «άλλα γάρ άποβλέποντες ννν προς πολιτείας αρετήν, καί χώρας φύοιν οκοπούμεΰα και νόμο)ν τάξιν, ον 52) "Αλλο δυσμενές ήθικόν επακολούθημα τοϋ βίου τών ναυτικών πολιτειών είναι ή ΰπ αυτών καλλιεργούμενη τάαις πρός συνάγεις καινοτοιιίας. βλ. τά κατά τών καινοτομιών έν ΙΙολιτ. Δ 424c κ. έ. Νόμ Β 656c κ. έ. Γ 700a κ. έ. Ζ797 ά κ. έ. Έπιστ. Ζ 324b κ. έ

16 384 Κωνστ. I. Βουρβέρη το σφζεσϋαί τε και είναι μόνον άν&ρώποις ημιώτατον ήγονμενοι, κα&άπερ οί πολλοί, το δ ώς βελτίοτους γίγνεο&αί τε και είναι τοσοντον χρόνον, δουν 3)' ώσιν». * * * Ή ανωτέρω κατακλείς παρέχει την φιλοσοφικήν θεμελίωσιν καί ερμηνείαν τών άνθρωπογεωγραφικών παρατηρήσεων τοΰ Πλάτωνος. Εις την γενικωτέραν δέ κατανόησίν των συντελεί και ή διά βραχέων ενταξις αυτών εις το ευρυτερον πλαίσιον τής δλης άνθρωπογεωγραφικής σκέψεως των Ελλήνων. Ό Πλάτων, συνάπτων εις τ«τς έρμηνευθείσας ανωτέρω αποφάνσεις του στοιχεία φυσικά γεωγραφικά μετά ήθικοπολιτικών άνθρωπολογικών, εύρίσκεται άναμφιβόλως έν ομοφωνία προς τάς σχετικάς δοξασίας τοΰ 'Ιπποκράτους καί τής σχολής του, ώς αυται έκταθενται ιδία εις τό υπό το όνομα τοΰ 'Ιπποκράτους παραδοθέν σύγγραμμα «Περί αέρων, ύδάτων, τόπων». Προς τάς γνώμας τοΰ 'Ιπποκράτους ωσαύτως στοιχει καί ό τρόπος, καθ δν χειρίζονται τά κλιματολογικά καί συναφή ζητήματα ό Ηρόδοτος, ό Έκαταΐος καί διεξοδικώτερον ό Αριστοτέλης. Τοϋτο παρετήρησσν ήδη καί οί Αρχαίοι, ώς μαρτυρεί, πλήν άλλων, καί τοΰ Γαληνού τό έργον «Περί τών καθ 'Ιπποκράτην καί Πλάτωνα δογμάτων» **, Οί νεώτεροι έρευνηταί εκινήθησαν μεταξύ δύο άκρων απόψεων, έξ ών μνημονεύομεν την τού Fr. Poschenrieder δεχομένου ώς σημαντικήν τήν από τοΰ 'Ιπποκράτους έξάρτησιν, καί τήν τοΰ L. Edelstein'5, καθ δν ό 'Ιπποκράτης δεν ήτο διά τον Πλάτωνα 16 καί τον Άρισιοτέλην 37 ή αλάθητος ιατρική αυθεντία, οΐα εθεωρεΐτο κατά τούς χρόνους τοΰ Γαληνού. Όρθότερον ό W. Jaeger επεξέτεινε τό θέμα εις μίαν εύρυτέραν έρευναν τών σχέσεων ελληνικής ιατρικής καί φιλοσοφίας, εϊδικώτερον δέ τής πλατωνικής38. Ό Πλάτων έλαβε τήν ιατρικήν τέχνην ώς πρότυπον εν τή ιδρύσει τής ηθικής - πολιτικής επιστήμης του. Κατά τον Γαληνόν (Ε 440, 4 *) Έκδ. Muller, Λιψία, **) Die platonischen Dialoge in ihrem Verhaltnisse zu den hippokra" tischen Schriften, Programm Metten, Dandshut, ) Περί αέριον und die Sammlung der hippokratischen Schriften, Berlin, * ) Πολλών συζητήσεων υποκείμενον έγένοντο τά δυο χωρία, εις α ό Πλάτων ρητώς μνημονεύει τόν Ιπποκράτην (Ιίρωτ. 311b c καί Φαίδρ. 270c). * ) Εϊδικώτερον ή άπό τοΰ Ίπποκράτους έξάρτησις τοΰ Άριστοτέλους διαπιστοΰται συνήθως έν Πολιτικ. VII, 4, 1326α 15 κ. έ.,r) Βλ. Paideia, τόμ. Β', 1944 καί ίδίρ τό κεφάλαιον «Ή ελληνική ιατρική ώς παιδεία».

17 Πλάτων καί Κρήτη 885 X. έ.) «ώσπερ γάρ νγίεια σώματός Ιστιν ή συμμετρία τών άπλονστάτων αυτού μορίων, 3 δη καϊ στοιχεία προσαγορεύομεν, τον θερμού, λέγω, και ψυχρόν και ξηρού καϊ υγρού, κατά τον αυτόν τρόπον εχη δν, οϊuat, και ή τής ψυχής ΰγίεια συμμετρία τις τών άπλών αυτής μορίων...καϊ δη καϊ ή νόσος ή τής ψυχής ώσαντως άσνμμετρία τις εσται και στάσις προς αλληλα τών αυτών τούτων μορίων (επιθυμητικού, θυμοειδούς, λογιστικού)». At εννοιαι τής νγιείας και τής νόσου άπαντώσιν εν τε τή φυσική και ψυχική περιοχή, εκφράζουσαι εκείνη μέν τήν συμμετρίαν, την αρμονίαν και τό κάλλος, αΰτη δε τήν άσυμμετρίαν, τήν πλημμέλειαν και τό αίσχος τοΰ τε σώματος και τής ψυχής**. Εντεύθεν καθίσταται ευνόητος ό κοινός «κανονικός», κανονιστικός κα'ι δεοντολογικός, παιδευτικός άρα χαρακτήρ τής τε πολιτικής ηθικής και τής Ιατρικής. Ή κλασσική ιατρική τού Ε' κα'ι Δ' π. X. αιώνος, προεξαρχούσης τής σχολής τοΰ Ίπποκράτους 4<ι, αληθή μέθοδον έθεώρει και ήσκει ε κείνην, ήτις ουδέποτε χωρίζει τό μέρος από τό δλον, βλέπει δε τό μέρος πάντοτε έν τή άμοιβαίςι άλληλεπιδράσει και εξαρτήσει αυτού από τών λοιπών μερών και τού δλου. Κατά ταΰτα ή άνθρωπογεωγραφική σκέψις τών Ελλήνων και τού Πλάτωνος, ή έρευνώσα καί έρμηνεόουσα τήν συμβολήν τών «τόπων» καί τοΰ φυσικού έν γένει περιβάλλοντος εις τήν γέννησιν ανθρώπων ήθικωτέρων ή φαυλοτέρων, «προς τό γένναν ανθρώπους άμείνους καi χείρους» κατά τήν ρήσιν τής προμετωπίδας τής παρούσης μελέτης, είναι απόρροια τής ιδέας τής ένότητος, ύφ ήντό Ελληνικόν πνεύμα έβλεπε φυσιν άμα καί άνθρωπον, χώραν καί κατοίκους αυτής. Καί τών περί Κρήτης * 41 * άνθρωπογεωγραφικών * ιδεών τοΰ Πλάτωνος4* **) Πρβλ. καί τήν σκηνογραφίαν τοΰ πλατωνικού διαλόγου «Χαρμίδου». 4 ) Διά τάς λοιπάς ελληνικός ιατρικός σχολάς βλ. J. Ilberg, Die Arzteschule von Knidos (Πρακτ. Σαξ. Άκαδημ. 1924) καί Μ. Wellmann, Die Fragmente der sikelischeti Arzte, Berlin, Βλ. καί τό βιβλίον τοΰ Werner Jaeger, Diokles von Karystos, ) *0 καθηγητής καί ακαδημαϊκός κ. Β α σ. Α ί γ ι ν ή τ η ς, όρμώμενος έκ τής σταθερότητος τής περιόδου τών βροχών από τής εποχής τοΰ Μίνωος, θέματος, όπερ ήρεύνησεν Ιδίςτ εις τήν μελέτην του «Περί τών μετεωρολογικών περιόδων» (Έπετηρίς Πανεπιστ. Αθηνών, 1947), άνεζήτησε καί τήν σταθερότητα ολοκλήρου τοΰ κλίματος τής Κρήτης άπό τής αυτής εποχής μέχρι σήμερον. Τήν σταθερότητα ταύτην όποδεικνΰει εις δευτέραν εργασίαν του υπό τόν τίτλον «Τό κλίμα τής Κρήτης κλπ.», άνακοινωθείσαν είς τήν Ακαδημίαν Αθηνών (1953). Τής άνακοινώσεως ταύτης, δι ής, πλήν άλλων, διαφωτίζεται λίαν πειστικώς καί ή έννοια τοΰ ομηρικού «έκκέωρος» (Όδυσ. τ, 179 καί αλλαχού, πρβλ. καί Πλατ *Μίν. 320e κ. έ., Νόμ. Δ 706a κ, έ ), περίληψις έδημοσιεύθη είς τό περιοδ,

18 336 Κωνστ. I. Βουρβέρη αφετηρία είναι ή αυτή 'Ελληνική ιδέα τής ενότητας και ή παιδαγωγική αγωνία τοΰ πολίτικου δημιουργού, όσης, παρά τήν συνήθη έξασφάλι* σιν τής υλικής ύπάρξεως καί έπαρκείας τής υπό ΐδρυσιν πόλεαις, κατατείνει εις το «ώς βέλτιστους γίγνεο&αί τε και εΐιαι τους πολίτας» αυτής, συναπτών ούτω γεωγραφίαν, ιατρικήν καί ηθικήν εις τήν ύπερτέραν ενότητα τής φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. ΚΩΝΣΤ I ΒΟΥΡΒΕΡΗΣ * 45 «Ήλιος», τεύχη 448 καί 449 τού 1953 Συναφώς πρβλ. καί Σπυρ. Μαρινάτου, Διογενεις βοσιλήες (έν Studies presented to David Moore Robinson) καί Τοΰ αϋτοϋ, Έννέωρος Μίνοις (άρθρον είς τό περιοδ. «^Ηλιος», τεΰχ. 457, 1953). 45) "Αλλας, εκτός των περί Κρήτης, άνθρωπογεωγραφικάς αποφάνσεις τοΰ Πλάτωνος βλέπε: Πολιτ. Δ 435e κ. ί., Τίμ. 24c, Κριτί. 109c, llle, * Επινομ. 987d. Πρβλ. καί Ήρόδ. Ill, 106, 1. I, 142, IV, 28, Άριστοτ. Πολιτικ. VII, 1327b 23 κ. έ. 'Ερμηνείαν αυτών βλ έν τω ήμετέρφ βιβλίω: Ή εθνική συνείδησις τοΰ Πλάτωνος σ. 15 κ. έ.

19 Η ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΙΑΣ Δεν είναι ολίγα τα παραδείγματα επιμόνων κατ δναρ εμφανίσεων, εις γυναίκας ιδίως, θείων η και κοσμικών προσώπων έπιτασσόντων την είς ωρισμένον μέρος ενέργειαν σκαφής προς άνεΰρεσιν κεκρυμμένου χριστιανικοί) ναοΰ η κατακεχωσμένης θαυματουργοί) είκόνος, ουδέ σπανία ή έπαλήθευσις της επιταγής'. Οΰτω προσφάτως ακόμη ή χριστιανική αρχαιολογία έπλουτίσθη χάρις εΐς θήλ<=α media ιιέ το' άΐι 5 λογά παραδείγματα παλαιοχριστιανικών βασιλικών, ήιυι ; ) ΐμν ι<.. Δαφνουσίων τής Λοκρίδος* 2, (3) τήν παρά τό 'Ηράκλειον τής Νεμέας, άδημοσίευτον είσέτι, τρίκλιτον επαρχιακήν βασιλικήν καί γ) τήν κατωτέρω δημοσιευομένην βασιλικήν τής Συίας (σημερινής Σουγιάς)'κειμένης επί τής προς τό Λιβυκόν πέλαγος ακτής τής Κρήτης καί συγκεκριμένως εις τά δρια των επαρχιών Σέλινου καί Σφακίων. Ιδού πώς περιγράφει τήν ευρεσιν τοΰ μνημείου εις τήν εφημερίδα «Παρατηρητήν» τών Χανίων τής 2ας Ιουλίου 1952 (άρ. φυλ. 1156) δ Επιθεωρητής τών Δημοτικών Σχολείων κ. Παν. Κασιμάτης, δστις καί πρώτος έπέσυρε τήν προσοχήν τών επιστημόνων καί τών αρμοδίων αρχών επί τής ύπάρξεως τοΰ άξιολόγου ναοΰ τής Σουγιάς καί τών ψηφιδωτών αύτοΰ : «Ή άνακάλυψις τοΰ ναοΰ οφείλεται εις επανειλημμένα δνειρα τής Αντωνίας, συζύγου Ματθαίου Καναντολέων (sic) έκ Λιβαδά, μαγειρίσσης σήμερον τοΰ οικοτροφείου Σουγιάς, εις τό όποιον φιλοξενοΰνται οί μαθηταί τών έκ θεμελίων καταστραφέντοον σχολείων καί χατ ρίων : Μονής, Κουστογεράκου καί Λιβαδά. Μετά τήν ήτταν καί άναχώρησιν τών Γερμανών από τήν Σοόγιαν, ή Αντωνία ειδεν εις τό δνειρόν της κάποιον, δ όποιος τήν παρεκίνησε νά σκάψουν βαθειά εις ύποδεικνυόμενον ωρισμένον τμήμα ενός άγροΰ, μέχρι τότε καλλιεργου- *) Πολλά είναι καί από τήν βυζαντινήν εποχήν τά παραδείγματα εύρέσεως ναοΰ ή είκόνος κατά θείαν άποκάλυψιν. 'Αναφέρω προχείρως τό τοΰ ναοΰ τοΰ Άγ. Άνδρέου τής Μ. Περιστερών ύπό Άγ. Εύάυμίου τοΰ Νέου (Ε Petit Vie et office de St Euthyme le Jeune, Paris 1904 σ 38) καί τό τής είκόνος τοΰ Μ. Σπηλαίου ύπό τών αδελφών μοναχών Συμεών καί Θεοδώρου, διαταχάέντων πρός τούτο ύπό τής Παναγίας φανερωθείσης εις αυτούς καθ ύπνους (Ο ί- κονόμου τοΰ έξ Οικονόμων, Κτητορικόν ή Προσκυνητάριον.,τής Μ. Μεγάλου Σπηλαίου, ΆΟήνησιν 1840 σ. 44). 2) A. Orlandos, Une basilique paleochretienne en Eocride Byzantion V (1929) a ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Z. 22

20 338 Άν. Κ. Όρλάνδου μένου, ευρισκομένου είς τό δυτικόν όίκρον τοϋ συνοικισμού και εις άπόστασιν 125 μέτρων από τής θαλάσσης, διότι εκεΐ υπήρχε «παληά εκκλησία», την όποιαν πρέπει να κτίσουν εκ νέου. Επειδή τό ίδιον όνειρον έπανελήφθη, έπίεσε τον σύζυγόν της να αρχίσουν την άνασκαφήν, διότι είναι «θέλημα τού Θεού». Πεισθε'ις τέλος ό Ματθαίος, τή βοηθείφ κα'ι τής συζύγου του ήρχισε την άνασκαφήν. Ευθύς από τής δευτέρας ημέρας διέκριναν σημεία πείθοντα, ότι εκεί ό'ντως ύπήρχον θαμμένα τα ερείπια ναού». Καί έως μεν εδώ τα πράγματα έβαινον καλώς, οΰχί όμως και περαιτέρω' διότι αντί νά είδοποιηθή αμέσως ή Αρχαιολογική υπηρεσία περί τής εύρέσεως αρχαίου κτηρίου, ό Ματθαίος ένήργησεν εράνους, Ιλαβε τήν άδειαν τού θεοφιλεστάτου Επισκόπου καί επί τών ερειπίων τοϋ παλαιού άνήγειρε νέον ναόν, μήκους 13 μ. καί πλάτους 5 μ., κατεσκεύασε θύρας κλπ. καί παρήγγειλε ξυλόγλυπτον τέμπλον αντί 9 περίπου εκατομμυρίων δραχμών. Είναι άξιος παντός επαίνου ό Επιθεωρητής κ. Κασιμάτης διότι κατιδών τον κίνδυνον περαιτέρω καταστροφής συνέστησεν, ως γράφει περαιτέρω, θερμώς εις τούς διδασκάλους καί τον Αστυνομικόν Σταθμάρχην νά διαφυλάξουν τα άνακαλυφθέντα ψηφιδωτά ολοκλήρου τοϋ δαπέόου τού ναού εις οΐαν κατάστασιν εύρέθησαν, μέχρις ου ειδοποιηθούν αί άρχαί. Άνεφέρθη δέ πράγματι ό κ. Κασιμάτης εις τε τον επιμελητήν Βυζ. Αρχαιοτήτων Κρήτης κ. Κ. Καλοκύρην καί είς τ ΎπουργεΙον Παιδείας. Επειδή δέ συνέπεσε τότε ό κ. Καλοκύρης νά ετοιμάζεται δι αποδημίαν εις Έσπϊρίαν καί δεν ήδύνατο, τούτου ένεκα, νά μεταβή είς Σούγιαν, έθεώρυσα καλόν, επ εύκαιρίφ καί τών εργασιών άναστηλώσεως τοϋ Ναού "Αϊ - Κυργιάννη Άλυκιανοϋ, άς διηύθυνον, νά έπιληφθώ ου μόνον τής έξετάσεως αλλά καί τής προστασίας τών ψηφιδωτών τής Συίας, δπερ καί έγένετο κατ Ιούλιον τοϋ Ή έπίσκεψίς μου εις Σούγιαν υπήρξε πλήρης απογοητεύσεων' διότι οί χωρικοί, εν τή άγνοια των, είχον κτίσει τον νέον ναόν επί τών στυλοβατών τοϋ μέσου κλιτούς τής παλαιάς βασιλικής, είχον δέ μάλιστα καλύψει αυτόν καί διά κυλινδρικής καμάρας εκ σιδηροπαγούς σκυροκονιάματος, τον δέ δυτικόν αυτού τοίχον εστήριξαν επί τών ψηφιδωτών. Ευτυχώς διά τής εγκαίρου παρεμβάσεως μου κατώρθωσα νά άποτρέψω περαιτέρω καταστροφάς τής αρχαίας βασιλικής, τάς οποίας ήτοιμάζοντο νά συντελέσουν οί εντόπιοι, ως π. χ. τήν άπομάκρυνσιν τής σωζομένης βάσεως τής 'Αγίας Τραπέζης, τήν διάνοιξιν δπών επί τών ψηφιδωτών προς στερέωσιν τοϋ νέου ξυλίνου τέμπλου κλπ. Δι είδικής δέ πιστώσεως, ήν επέτυχον παρά τοϋ Υπουργείου, εφρόντισα διά τήν στερέωσιν τών φθαρεισών παρυφών τών ψηφιδωτών, ήν εξε.

21 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας χέλεσί, μετά τής συνήθους αΰτφ Ικανότητος, δ άρχιτεχνίτης τοϋ Μου* σείου 'Ηρακλείου κ. Ζαχ. Κανάκης. Α' Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ Ας ελθωμεν ήδη είς την λεπτομερή εξέτασιν τοΰ άποκαλυφθέντος μνημείου, δπερ κείται κατά τό δυτικόν άκρον τοΰ εξ ολίγων οικογενειών απαρτιζόμενου σημερινού χωρίου τής Σουγιάς *. *) Τό σημερινήν δνομα Σούγια είναι προφανώς παραφθορά τοϋ αρχαίου Συία, τοΰ αρχαίου Υ συνηθέστατα τραπέντος είς ου υπό των μεταγενεστέρων πβλ. τρύπα - τρούπα, άχυρών - αχούρι κλπ. Περί τοϋ Υ έν τή νεωτέρφ ελληνική βλ. Γ. Ν. Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά καί Νέα ελληνικά τ. Β' έν Άθήναις 1907 σ Κατά Στέφανον τόν Βυζάντιον (έκδ. Meineke, Βερολΐνον 1849 σ. 590) ή Συία ήτο «πόλις μικρά τής Κρήτης, έπίνειον οδσα τής Έλύρου», κατά δέ τόν άνοόνυμον συγγραφέα τοΰ Σταδιασμοΰ των μεγάλων θαλασσών παρ. 331 (Geographi Graeci Minores τ. II σ. 496 τής έκδόσεως Gail) «είς Συβάν (= Συίαν;) πόλις έστί καί λιμένα καλόν έχει». Έκειτο δ ή πόλις 6 στάδια δυτικώς τής Ποικιλασσοϋ, ήτις τοποθετείται άνατολικώτερον, πρός τά Σφακιά, έν φ ή Έλυρος ήτο ιδρυμένη παρά τό πρός βορράν τής Σούγιας κεί" μενον χωρίον Ροδοβάνι. Σήμερον ό λιμήν τής Συίας έχει έξαφανισθή λόγω σημαντικής άνυψώσεως τής άκτής, ήτις είχεν αρχίσει ήδη άπό τής άρχαιότητος (Bursian, Geographic von Griechenland II Leipzig 1868, σ. 548). Λείψανα αρχαίων κτηρίων διατηρούνται άφθονα μέχρι σήμερον έν Συίφ' είναι δέ ταΰτα άς έπί τό πολύ τείχη, τάφοι καί θεμέλια οικιών υστέρων ρωμαϊκών χρόνων.^0 R. Pashley (Travels in Crete II, London 1837 σ. 98) είδε «λείψανα τοΰ τείχους τής πόλεως καί δημόσιον κτήριον οΰχί άρχαιότερον τών ρωμαϊκών αΰτοκρατορικών χρόνων». Έσημείωσε δ έπίσης καί τάφους έπί τής κλιτύος τοΰ πρός τά Ν.Α. λόφου καί δή άναγλύφους σταυρούς έπί τεμαχίων λευκοΰ μαρμάρου, έξ ών συμπεραίνει τήν ϋπαρξιν τής πόλεως κατά τούς χριστιανικούς χρόνους πράγμα τό όποιον, ώς λέγει, συνάγεται καί έκ τής μνείας τής Έλύρου' έν τώ Συνέκδημοι τοΰ Ίεροκλέους (έκδ. Honigmann 1937, 605, 15 σ. 19) μεταξύ τών Κρητικών πόλεων, αΐτινες τότε είχον περιορισθή μόνον είς είκοσι καί δύο. Άναμφιβόλως δέ ύπαρχούσης τής Έλύρου κατά τούς Χριστ. χρόνους καί ό μικρός αυτής λιμήν, δηλ. ό τής Συίας, θά υπήρχε κατά τούς αύτούς χρόνους. Άργότερον ό S p r a 11 (Travels and researches in Crete II, London 1865 a. 242) αναφέρει έπίσης, on είδεν έν Συίςι «λείψανα οίκήσεων υστέρων χρόνων ώς καί έρείπια έκκλησιών τινων καί υδραγωγείου». Τά ρωμαϊκά λείψανα τής Συίας αναφέρει καί ό Γάλλος L. The no η έν Revue Ar cheol. τοΰ 1866 σ , έκ δέ τών νεωτέρων ό Ιταλός L Savignoni έν Monumenti Antichi dei Lincei τ. XI (1901) στ , δστις παρέχει καί σχέδια τών αυτόθι θερμών (στ. 444), τάφων καί βωμών (στ ). Λμφότεροι όμως οί τελευταίοι οΰδέν περί χριστιανικών λειψάνων τής Συία λέγουσιν.

22 340 *Av. K. Όρλάνδου Ώς βλέπει τις εκ τής παρατιθέμενης κατόψεως (είκ. 2) ή βασιλική έχει το σΰνηθες σχήμα έπιμήκους ορθογωνίου φέροντος κατά την έτέ- Είκ. 2. Γενική κάιοψις τής βασιλικής τής Συίας. ραν τών στενών αυτού πλευρών προσκεκολλημένην ήμικυκλικήν κόγχην ίεροϋ (έσωτ. διαμ, 4,30 μ,) διαιρούμενου δέ δγ εγκαρσίου τοίχου

23 *ί1 παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας 341 εϊς κυρίως ναόν (Α) (εσωτερικών διαστάσεων 16,75X12,40 μ.) και εις νάρθηκα (Β) (έσωτερ. διαστάσεων 12,30X3,55 μ.) Κατά την βόρειον πλευράν τοϋ ναοϋ κα'ι τοΰ νάρθηκος είναι προσκεκολλημένα καί τινα ορθογώνια προσκτίσματα (Γ, Δ, Ε) εκτεινόμενα προς δυσμάς κατά 10 δλα μέτρα πέραν τής εξωτερικής παρειάς τοϋ νάρθηκος. Ό ναός δεν είναι ακριβώς προς άνατολάς έστραμμένος' διότι δ μέγας άξαιν αϋτοΰ αποκλίνει κατά 12 μοίρας προς βορράν, άντιθέτως προς την κρατούσαν εις τάς πλειστας των παλαιοχριστιανικών βασιλικών συνήθειαν τής προς νότον άποκλίσεως4. Οί τοίχοι του είναι κατεσκευασμένοι διά μικρών μάλλον καί ακανόνιστων άσβεστολιθικών πετρών καί άφθονου υδραυλικού κονιάματος, διατηρούνται δ ενιαχού μέχρις ύψους 0.80 μ. Τών εξωτερικών τοίχων τό πάχος κυμαίνεται μεταξύ 0,70 καί 0,75 (ανατολικός τοίχος). Ή αναλογία τοΰ εσωτερικού,,,,, ,, 0 μήκους προς το πλάτος του κυρίως ναού =1.35 τάσσει την βασιλικήν τής Συίας είς την 4ην κατηγορίαν ήτοι τών μέ αναλογίαν 3:45. Ό κυρίως ναός έχωρίζετο έσωτερικώς είς τρία κλίτη διά δυο κιονοστοιχιών, τών οποίων διετηρήθη δ στυλοβάτης, πλάτους 0,70 0,75 μ. ΰψοόμενος κατά 0.23 υπέρ τό ψηφιδωτόν δάπεδον τοϋ μέσου κλιτούς, όλιγώτερον δε υπέρ τό δάπεδον τών πλαγίων κλιτών, τά δποΐα δέν έφερον ψηφιδωτόν έδαφος. Τό πλάτος τοϋ μέσου κλιτούς μετρούμενον έσωτερικώς από στυλοβάτου είς στυλοβάτην είναι παρά μέν την αψίδα τοϋ ιερού 5.10 μ., παρά δέ τον νάρθηκα 4,96 μ. Τό δέ πλάτος τών πλαγίων κλιτών ποικίλλει από 2.92 μ. (Ν.Δ. γωνία) μέχρι 3.00 μ. (Ν.Α. γωνία). Κατά ταΰτα ή αναλογία τοϋ πλάτους τοϋ μέσου κλιτούς προς τό πλάτος τών πλαγίων είναι, κατά μέσον δρον, 1 : 1,70. Τέλος τό ελεύθερον πλάτος τοϋ νάρθηκος (3.55 μ.) ήτο καί ενταύθα, ως συνήθως, μεγαλύτερον μέν τοϋ πλάτους τών πλαγίων κλιτών, μικρότερον δέ τοϋ τοΰ μέσου κλιτούς. Πόσοι κίονες ΐσταντο εφ εκατέρου τών στυλοβατών δέν κατέστη δυστυχώς δυνατόν νά εξακριβωθή' διότι, ως ήδη είπον, οί νεώτεροι Συιάται έκτισαν τον νέον ορθογώνιον ναόν των χρησιμοποιήσαντες ως θεμέλιον διά μέν τάς μακράς αυτού πλευράς τούς στυλοβάτας τών εσωτερικών κιονοστοιχιών, διά δέ την ανατολικήν καί τήν αψίδα τοΰ ιερού τά αντίστοιχα παλαιά θεμέλια καί τέλος τον δυτικόν τοίχον τοϋ νέου ναοϋ έστήριξαν επί τοϋ καλύπτοντος τό μέσον κλιτός ψηφιδωτού *) Όρα σχετικώς Α. Όρλάνδου, Ή ξυλόστεγος παλαιοχριστιανική βασιλική τής μεσογειακής λεκάνης τ. Α. Άθήναι 1952 σ ) "Ορα τόν σχετικόν πίνακα είς τό ανωτέρω μνημονευθέν περί παλαιοχρ. βασιλικών έργον μου σ. 205.

24 849 Αν. Κ. Ορλάνδου δαπέδου, τοποθετήσαντες αΰιόν είς άπόστασιν 3,20 μ. άπό τοϋ θεμελίου τοΰ νάρθηκος τής παλαιός βασιλικής, ως έν τφ σχεδίψ (είκ. 2) δι εσιιγμένης γραμμής έμφαίνεται. Τ t^j-ienan TeXHMUJN goh^-h 'ο Ο ---Ί U... <2,33 ΕΙκ. 3. Οί διασωφέντες κορμοί κιόνων ιών έσωτερικών κιονοστοιχιών τής βασιλικής.

25 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής 2υ(ας m Τό λυπηρόν είναι, δτι κατά ιήν κτίσιν τών μακρών τοίχων τοϋ νέου ναοΰ οί αδαείς νεώτεροι τεχνιται έξηφάνισαν δι έντειχισμοΰ των καί τάς μαρμαρίνας βάσεις τών έπί τών αντιστοίχων στυλοβατών βαινόντων κιόνων, τούτο δ= έξηγεΐ καί διατί οΰδεμία τοιαΰτη βάσις άνευρέθη είς τα πέριξ. Εις αντιστάθμισμα εν τουτοις τής απώλειας ταύτης διεσώθησαν ευτυχώς τέσσαρα εκ λευκού μαρμάρου τεμάχια κυλινδρικών κορμών κιόνων (είκ. 3) οΐτινες ήσαν, ως συνήθως, άρράβδωτοι. Δύο τών κορμών τούτων τό ύψος διεσώθη ευτυχώς ακέραιον, είναι δ άντιστοίχως 2.06 μ. καί 2.02 μ., έν < > τά 2 υπόλοιπα τεμάχια διετηρήθησαν είς μήκος μόνον 0,55 καί 0,19 μ. Καί κάτω μέν φέρουσιν οί κορμοί ταινίαν μετ άποθέσεως, άνω δ έτέραν ταινίαν μετά τριγωνικής Ιγκοπής (είκ. 3). Έπί τής άνω δ5 έπιφανείας υπάρχει κυκλική οπή txhtdan JirMitluJN βοηίηϊ -farlfahmhtpi kohgihmjnf Είκ. 4. Ai έπί τών κορμών τών κιόνων έπιγραφαί. γομφιόσεως τοϋ κιονοκράνου, διαμέτρου 0,032 μ. καί βάθους 0.05 μ. Αφ ετέρου αισθητή είναι ή μείωσις, ήν παρουσιάζουσιν οί κορμοί, τών οποίων ή άνω διάμετρος (0,26) ϊσοΰται προς τά 5/6 τής κάτω (0.32 μ.). Αξία ιδιαιτέρα σημειώσεως είναι ή επ άμφοτέρων τών κορμών καί είς ύψος άντιστοίχως 0,83 καί 0,98 από τής βάσεως χάραξις επικλήσεων βοήθειας, ών ή μέν αποτείνεται προς τον "Αγιον Παντελεήμονα (είκ. 4) : f "Αγιε Παντελεήμων βοή&ι f (ύψ. γρ μ.) ή δέ προς τον "Αγιον Δημήτριον (είκ. 4) f "Αγιε Δημήτρι βοήΰι ήμΐν f. (ύψ. γρ μ.). Έάν δέ υπολογίσω μεν τό ύψος τών βάσεων τών κιόνων είς 0.15 τότε, προστιθεμένου καί τοϋ ύψους τοϋ στυλοβάτου υπέρ τό ψηφιδωτόν δάπεδον (0.230) εύρίσκομεν, δτι αί έπιγραφαί εύρίσκοντο είς ύψος 1.50 μ. ήτοι ολίγον κατωτέρω τοϋ ύψους τών οφθαλμών ενός μέσου αναστήματος ατόμου. Αί μνημονευθεΐσαι έπιγραφαί ύποδηλοϋσιν άρα γε τούς αγίους είς όνομα τών οποίων έτιμάτο ή βασιλική ή μήπως ύπήρχον καί εις άλλους κίονας άλλαι, προς άλλους αγίους αποτεινόμενοι έπικλήσεις; Πάν τως πρέπει νά σημειωθή, δτι επικλήσεις χαρασσόμεναι έπί κιόνων τοϋ κυρίως ναοΰ ή τοϋ νάρθηκος καί αποτεινόμενοι προς ρητώς κατονο-

26 841 Άν. Κ. Όρλάνδου μαζομένους αγίους είναι σπάνιαι κατά την παλαιοχριστιανικήν Ιποχήν,.εν φ τουναντίον πολύ συνηθέστεραι είναι αί αναθηματικοί έπιγραφαί, αί άρχόμεναι συνήθως διά τής φράσεως «υπέρ ευχής καί σωτηρίας» και μνημονεύουσαι είτε εν αρχή είτε εν συνεχεία τό δνομα τοΰ άναθέσαντος. Τοιαΰτας έπ'ι κιόνων έπιγραφάς έχομεν π. χ. εις Θεοτόκου τοΰ Πηλίου έπ'ι τής άνω ταινίας κίονος τοΰ έξωνάρθηκος6, έν δέ τή βασιλική Άφαντου τής Ρόδου 7 πλείονας επί τής άνω ταινίας των επιθημάτων των κιονόκρανων, καί τέλος άλλας όμοιας επί κιονόκρανων τοΰ μουσείου τής Αϊγίνης8 καί τίνος έν Θάσφ9. Εκ τών κιονόκρανων τών έσωτερικών κιόνων διετηρήθη εν έκ λευκοΰ μαρμάρου εντειχισθέν υπό τών κτιστών τοΰ νέου ναοΰ είς τό παράθυρον τής άψΐδος τοΰ ίεροΰ. Είναι δέ τοΰτο ιωνικόν μετά συμφυοΰς έπιθήματος (είκ. δ). Έπί τών στενών αΰτοΰ πλευρών φέρει τό κιονόκρανον άνά έν ιωνικόν ωόν παρεμβαλλόμενον μεταξύ τών γωνιαίων ελίκων, έπί δέ τής κεκλιμένης πλευράς τοΰ έπιθήματος εΰρηται άνάγλυπτος «λατινικός σταυρός». Ή κάτω διάμετρος τοΰ κιονοκράνου είναι μ. αντιστοιχεί επομένως τελείως προς την άνω διάμετρον τοΰ τρίτου τεμαχίου κίονος, ήτις μετρεΐ 0.21 μ. Κατά ταΰτα τό ολικόν ΰψος τοΰ κίονος θά ήτο: 0.23 (ΰψος στυλοβάτου) 0,15; (ΰψ. βάσεως) -f (ΰψ. κορμοΰ) 0,17 (ΰψ. κιονοκράνου) = 2.61 μ. Τό ΰψος τοΰτο φαίνεται βεβαίως μικρόν έν συγκρίσει προς τό ΰψος τών κιόνων τών γνωστών μεγάλων βασιλικών. Δέν είναι έν τούτοις ασυνήθες εις μικροτέρας κλίμακος, επαρχιακός ή αγροτικός, βασιλικός τής κυρίως Ελλάδος καί ιδία τής Αττικής. Οΰτω π, χ. οί κίονες τής βασιλικής τών Καλυβιών Κουβαρά10 είχον ολικόν ΰψος 2,71 μ. οί δέ τής βασιλικής τής Γλυφάδας 3, Είναι δ ή λεπτότης τών κιόνων τών βασιλικών τούτων, ως καί τών τής ήμετέρας, ένδεικτική, ότι δέν ΰπήρχον είς αΰτάς ύπερφα ή γυναικωνίτης, τοΰθ δπερ έπικυροΰται καί έκ τής ανυπαρξίας κλιμακοστασίου. Κατά ταΰτα την βασιλικήν τής Συίας πρέπει νά φαντασθώμεν μέ άπλάς τοξοστοιχίας ΰποστηριζοΰσας φωταγωγόν έκ μονολόβων παραθύρων ύψούμενον ΰπεράνω τών στεγών τών πλαγίων κλιτών. ο) Wace - Droop, B.S.A. XIII (1906-7) σ ) Όρλάνδος, Άρχεϊον τών Βυζαντινών μνημείων τής Ελλάδος τ. " (1948) σ. 26, είκ ) Όρλάνδος, αυτόθι σ. 26, σημ. 1. 9) Όρλάνδος, Άρχεϊον τών Βυζ. Μνημείων τής Ελλάδος τ. Ζ' (1951) σ. 63, είκ ) Όρλάνδος, Έπετ. Έτ. Βυζ. Σπουδών τ. Θ' (1932) σ, 442. ) Όρλάνδος, Πρακτικά τής 'Ακαδημίας 'Αθηνών τοΰ έτους 1930 σ. 262, είκ. 3.

27 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής 2υίας 345 "Οσον δ αφορά την επικοινωνίαν τοϋ κυρίως ναού προς τον νάρθηκα τά διασωθέντα θεμέλια άποκλείουσι την ΰπαρξιν τριβήλου κατά τό μέσον κλίτος, επιτρέπουσι δέ μόνον την ΰπαρξιν άνά μιας θΰρας επικοινωνίας εκάστου κλιτούς πρός τον νάρθηκα (εΐκ. 2). Άφ ετέρου Β Είκ. 5. Κιονόκρανον ιών κιόνων τών κιονοστοιχιών (άνω αριστερά), βάσις τοϋ κιβωρίου (κάτω δεξιά) καί κιονίσκος τής Άγ. Τραπέζης (αριστερά). λόγφ τής μεγάλης καταστροφής τών εξωτερικών τοίχων τοΰ νάρθηκος δεν είναι εΰκολον νά όρισθή πώς έπετυγχάνετο ή πρός την αυλήν επικοινωνία τοΰ νάρθηκος, είναι αμως πιθανόν, οτι θυραι θά ΰπήρχον εφ εκατέρας τών στενών πλευρών τοϋ νάρθηκος, έξ ών ή βόρειος θά συνέδεε τον νάρθηκα πρός τό συνεχόμενον έπίμηκες διαμέρισμα Γ (εσωτ. διαστ. 4.05X7,10) έπέχον πιθανώς τόπον βαπτιστηρίου Ι2, συγκοινω- ) Ή μή άνεύρεσις έν ιφ μέσφ τοϋ δωματίου τούτου κολυμβήθρας δέν

28 346 Άν. K. Όρλάνδου νοϋν δέ διά θύρας προς ετερον άνατολικώς κείμενον μικρότερον χώρον (Δ) (έσωτ. διηστ. 2,40 X 4.05) ϊσως τό δωμάτιον τοΰ χρίσματος, Ιν φ τό προς δυσμάς ετερον έπίμηκες διαμέρισμα (Ε) (έσωτ. διαστ X 4.25) δυνατόν νά έχρησίμευεν ώς φωτιστήριον η ώς προθάλαμος τοΰ βαπτιστηρίου η ακόμη και ως διακονικόν. Τό 'Ιερόν διετηρήθη σχετικώς καλώς εις τας λεπτομέρειας του. Ούτω έσωτερικώς μέν τής ήμικυκλικής άψΐδος ύπήρχεν ήμικυκλικόν συνθρονον, δπερ εν μέρει κατεστράφη, λόγφ τής αδαημοσύνης τών άνασκαψάντων. Τό συνθρονον τοΰτο άπετελεΐτο πιθανώς εκ τεσσάρων ομοκέντρων βαθμιδών, έκ τών οποίων σαφώς διετηρήθησαν τά ίχνη τής άνωτάτης (πλάτους 0.80 μ.) καί τής κατωτάτης (είκ. 2). Προ τής άψΐδος τοΰ ίεροϋ καί εις άπόστασιν 1.10 από τής χορδής αυτής διετηρήθη ή ορθογώνιος (1.54 X 0.87) πώρινη βάσις τής 'Αγίας Τραπέζης (εΐκ. 2), συνισταμένη έκ δυο πλακών εξεχουσών κατά μ. υπέρ τήν στάθμην τοΰ ψηφιδωτού δαπέδου. Έπί τής άνω επιφάνειας τής βάσεως ταΰτης υπάρχουσι, παρά τάς 4 γωνίας, άνά μία ορθογώνιος (0.11 X 0.14 μ.) εγκοπή, βάθους 0.04 μ. πέμπτη δέ τετράγωνος εγκοπή εΰρηται καί εις τό κέντρον, διαστάσεων 0.15 X 0,15 μ. Είναι προφανές, δτι αί έγκοπαί αΰται εχρησίμευον προς υποδοχήν καί Ινσφήνωσιν τών 5 ποδιών τής 'Αγίας Τραπέζης. 'Ως δ έκ διασωθέντος τεμαχίου (είκ. 5) συνάγεται οί πόδες οΰτοι ειχον, ώς συνήθως, τήν μορφήν κιονίσκου μετά βάσεως καί κιονοκράνου. Εύρέθη δέ μάλιστα έν τεμάχιον τής μετά πλίνθου βάσεως τοιούτου κιονίσκου, πλευράς καί ύψους 0,14, ώς καί 2 τεμάχια μετά κορινθιάζοντος κιονοκράνου ύψους (είκ. 5). Τό ολικόν ύψος τών κιονίσκων τούτων δεν δΰναται ακριβώς νά όρισθή, ή έκ τής 'Αγίας Τραπέζης δμως προέλευσίς των είναι αναμφισβήτητος, ου μόνον λόγιο τής μικράς αυτών κλίμακος άλλα καί λόγφ τής μορφής, ήν παρουσιάζουσιν, ήτις είναι τυπική διά πόδας 'Αγίας Τραπέζης18. * 1 συνεπάγεται καί τόν αποκλεισμόν τοΰ χαρακτηρισμού αϋτοϋ ώς βιιπτιστηοίοι^ καθόσον εις πολλάς βασιλικός, ένθα δέν ήτο δυνατή ή αγωγή πηγαίου υδατος διά σωλήνων, τό βάπτισμα έγίνετο διά ραντισμοϋ, τοΰ βαπτιζομένου ίσταμένου εντός πηλίνης φορητής λεκάνης πβλ. σχετικώς Lemerle, Philippes σ Τό δωμάτιον Γ θεωρώ ώς βαπτιστήριον διότι, ώς έπί τό πλεΐστον, τά βαπτιστήρια κατεσκευάζοντο παρά τήν ΒΔ γωνίαν τοΰ νάρθηκος, ώς π χ. είς Φιλίππους (Lemerle, Philippes πίν. XV-XVI), Επίδαυρον (ΔΕ 1929 σ. 200, είκ. 32), Νικόπολιν A (Α.Ε, 1929 σ. 206, είκ. 37), Ελευσίνα κλπ. 1S) "Ομοια παραδείγματα : Θάσου (Ό ρ λ ά ν δ ο ς, Άρχ. But. Μνημ. Έλλ, Ζ' (1951) σ. 25, είκ. 16) Φθιωτίδων Θηβών Α καί Β (Σωτηρίου, Α.Ε σ. 24, είκ. 24 καί σ. 125 είκ. 170), Φιλίππων A (Lemerle, Philippes, πίν. XXXII άρ. 10), Άφεντέλλη Λέσβου, (Ό ρ λ ά ν δ ο ς, Άρχ. Δελτ σ. 57 είκ. 62) κλπ.

29 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής 2υίας 347 Πέριξ τής 'Ανίας Τραπέζης διετηρήθησαν τά ίχνη τριών βάσεων καί μία ολόκληρος βάσις κατά χώραν άνήκουσα εις ένα τών κιόνων τοϋ στεγάζοντος άλλοτε την 'Αγίαν Τράπεζαν κιβωρίου (είκ. 2). Αί βάσεις αύται σχηματίζουσιν ακριβές τετράγωνον, πλευράς 1.87 από άξονος εις άξονα κίονος. Ή σωζομένη κατά χώραν βάσις τής Ν. Α. γωνίας έχει ολικόν ύψος μ. συνίσταται δέ έκ χαμηλής τετραγώνου πλίνθου, πλευράς 0.27 μ. φεροΰσης άνωθεν πεπλατυσμένην κυκλικήν σπείραν καί τέλος συμφυές τμήμα τοΰ κυλινδρικού κορμού τού κίονος (ύψ καί διαμ. 0 22). Τού κορμού όμως τού κίονος λείψανα δυστυχώς δέν άνευρέθησαν. Ή διασωθεΐσα βάσις φέρει εν τφ κέντρφ κυκλικόν τόρμον γομφώσεως τού κορμού, διαμ καί βάθους 0.03 μ. Τέλος τού άποκλείοντος το πρεσβυτέριου από τού υπολοίπου μέσου κλιτούς τέμπλου αρχιτεκτονικά μέλη δέν διετηρήθησαν κατά χώραν. Εύρέθη δμως έξω τού ναού εις ωραίος έκ λευκού μαρμάρου πεσσίσκος (είκ. 6) πλευράς μ. καί ύψ μ. φέρων άνω συμφυά την Ιωνικήν βάσιν τού ύπερθεν, μή σωζομένου πλέον, κιονίσκου. Έπί τής πρόσθιας έπιφα νείας τοΰ πεσσίσκου υπάρχει εντός ορθογωνίων εγκοπών ή συνήθης κυρτή γλυφή (είκ. 6), έν φ ή ό'πισθεν επιφάνεια είναι ανώμαλος, λόγφ θραύσεως. Πού ακριβώς εύρίσκετο τό μαρμάρινου τέμπλον μάς διδάσκει τό ψηφιδωτόν δάπεδον, δπερ εις άποστασιν 5.50 μ. από τής χορδής τής άψΐδος τού ιερού παρουσιάζει ό'χι μόνον αλλαγήν σχεδίου, αλλά καί διακοπήν τής ψηφώσεως κατά μίαν ταινίαν πλάτους 0.25 μ. Είκ. 6. Πεσσίσκος τοΰ τέμπλου. Επειδή δ έν τφ μέσφ καί προς δυσμάς τής ακόσμητου ταύτης ταινίας παρατηρεΐται καί άλλο κανονικόν άκόσμητον ορθογώνιον, πλάτους 1.63 καί εξοχής 1.37 μ. συμπεραίνομεν, οτι καί εις τό τέμπλον τής Συίας θά υπήρχε τό καί εις άλλας παλαιοχριστιανικός βασιλικάς 14 παρατηρούμενου τετρακιόνιον, τό κατασκευαζόμενον ενταύθα, προφανώς χάριν μεγαλυτέρας έξάρσεως τής 'Ωραίας Πύλης. u) "Ορα τά σχετικά παραδείγματα έν Ό ρ λ ά ν δ ο υ, Άρχ. Βυζ. Μν. Έλλ. Ζ", σ. 30, σημ. 1.

30 848 ΕΙκ. 7. Γενική κάτοψις τοΰ ψιιψιδωιοΰ δαπέδου.

31 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας 349 Β' Η ΨΗΦΙΔΩΤΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΙΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ Εξαιρέσει των πλαγίων κλιτών και τών προσκτισμάτων δλη ή υπό-,οιπος επιφάνεια τοΰ άποκαλυφθέντος ναοΰ, ήτοι το μέσον κλίτος και A Β Γ Εΐκ. 8. Λεπτομέρεια τής ψηφιδωτής δια*οσμήσειος τοΰ πρεσβυτερίου. ό νάρθηξ, εχει τό δάπ;δον αντής κεκαλυμμένον διά ψηφιδαηών γεω μετρικών και ζωϊκών παραστάσεων (εΐκ. 7). Θά άρχίσωμεν την περί

32 850 Αν. Κ. Ορλάνδου γραφήν τω\ από τοϋ μέσου κλιτούς. Τούτου ή διακόσμησις διαιρείται είς δύο σαφώς διακεκριμένα τμήματα, ήτοι α) τοϋ ανατολικού, δηλ. τοϋ πρεσβυτερίου, εκτεινόμενου από τής χορδής τής άψΐδος, τοϋ ίεροΰ μέχρι τοϋ τέμπλου και β) τοϋ δυτικού, εκτεινομένου από τοϋ τέμπλου μέχρι τοϋ χωρίζοντος τον κυρίως ναόν από τοϋ νάρθηκος εγκαρσίου τοίχου. α) Ή ψηφιδωτή διακόσμησις τοϋ πρεσβυτερίου φέρει κατά τάς τρεις αυτής πλευράς (Β.Δ καί Ν) πλαίσιον (πλάτους μ ) έκ δια- ΕΙκ. 9. Παράστασις τοϋ συμβολικού ιχθύος δεξιά τής Άγ. Τραπέξης. τεμνομένων ημικυκλίων, μελανών επί λευκού βάθους (εικ. 7). Ευθύς μετά τό πλαίσιον τούτο υπάρχει έσωτερικώς δεύτερον πλαίσιον, πλάτους 0.50 μ. άποτελούμενον εξ αλυσοειδούς πλέγματος ταινιών εναλλάξ φαιών και ερυθρών καί λευκών κόμβων (εικ. 8, Β). Τό δεύτερον όμως τοΰτο πλαίσιον δεν εκτείνεται μέχρι τής χορδής τής άψΐδος' διότι παρεμβάλλονται προς άνατολάς τρία μεγάλα ορθογώνια πεδία έκ τών οποίων τά μέν δύο άκρα κοσμούνται διά τοϋ γνωστού φολιδωτού κοσμήματος (είκ. 8, Α), τό δε μέσον διά κυανών άτρακτοειδών σχημάτων προκυπτόντων εκ διατεμνομένων κύκλων (είκ. 8,Γ). Τά μεταξύ 5 τών^άτρακτοειδών σχημάτων καμπυλόγραμμα τετράπλευρα συνετέ*

33 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας 851 Είκ. 10. Ψηφιδωτή παράστασις έλάφου και άμφορέως ν τφ πρεσβυτερίφ (σχέδιον).

34 85a *Av. K. Όρλάνδου θησαν εκ ψηφίδων σιτοχρόων. 'Η δυτικώς των 3 ανατολικών πεδίων επιφάνεια τού πρεσβυτερίου διηρέθη εις πέντε ορθογώνια πεδία, η διάχωρα, έκ τών οποίων τά δυο ανατολικά εύρίσκονται άνά εν εκατέρωθεν τής 'Αγίας Τραπέζης καί είκονίζουσι τό μέν προς Β. σταυροειδές τι γεωμετρικόν κόσμημα εγγεγραμμένου εντός ρόμβου, τό δέ προς νότον μέγαν ιχθΰν (εικ. 9) διευθυνόμενον απ Α. προς Δ καί περιβαλλόμενου υπό ομολόγων ορθογωνίων πλαισίων. 'Η παρά την 'Αγίαν Τράπεζαν παρόστασις τοΰ συμβολικού ιχθύος ευρηται καί εις οίλλας EU. 11. Ψηφιδωτή παράστασις έλάφου έν τφ πρεαβυτεραρ (φωτογραφία/. βασιλικάς. Έκ δέ τών υπολοίπων τριών όρθογα)νίων διαχώρων τό μέν κοσμούμενου διά διαιεμνομένων κύκλων χρησιμεύει ώς ζόίνη χωρισμού, τά δέ δύο άλλα φέρουσι συμβολικός καί πάλιν παραστάσεις ήτοι έλαφον μέν τό βόρειον (πβλ. Ψαλμόν 41,2) παγώνια δέ τό νότιον ύπεράνω μεγάλου άμφορέως (πβλ. Αυγουστίνον, De civitate Dei DXXI. 4). Καί ή μέν μακρόκερως έλαφος (είκ. 10 καί 11) είκονίζεται βαδίζουσα προς τ αριστερά εντός φυλλωμάτων κισσού καλυπτόντων διά τών κυματιστών μίσχων των ολόκληρον την επιφάνειαν, πλήν τών δύο κάτω γωνιών, εν αις είκονίσθη εις μικροτέραν κλίμακα, άνά έν φτηνόν. Τά δέ παγώνια (εικ. 12 καί 13) είκονίσθησαν άντωπά καί βα(-

35 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας 353 Είκ. 12. Ψηφιδωτή παράστασις παγωνιών επί άμφορέως (οχέδιον). ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Ζ. 23

36 864 Άν. Κ. Όρλάνδου νοντα έπι μεγάλου άμφορέως έχοντος την κοιλίαν ερραβδωμένην διά 10 ραβδώσεων εξ εναλλάξ ερυθρών καί λευκών γραμμών. 'Ως δ εις τό άλλο διάχωρον, οΰτω καί ενταύθα άπλοΰνται κισσόφυλλα μετά κυματιστών βλαστών πληρούντα τά κενά τού ορθογωνίου. Έπί τών δυο περιγραφέντων διαχώρων είχον τεθή αϊ δύο δυτικαί βάσεις τού κιβω ρίου, ή μέν επί τού σώματος της έλάφου, ή δέ Ιπί τού εκ τού άμφορέως εκφυόμενου βλαστού (είκ. 10 καί 12). Ας έλθωμεν τώρα εις την έξέτασιν τού εξω τού ιερού δευτέρου τμήματος τού μέσου κλιτούς. Είκ 13. Ψηφιδωτή παράστασις παγωνίων έπί άμφορέως (φωτογραφία). 'Ως τό πρώτον ούτω καί αυτό πλαισιούται κατά τάς τρεις αυτού πλευράς διά πλαισίου εκ διατεμνομένων ημικυκλίων. Τό εντός τού πλαισίου τούτου ορθογώνιον διαιρείται εις πολλά ορθογώνια διάχω ρα, εξ ών πάλιν δύο μεγαλύτερα προς άνατολάς ευρισκόμενα εκατέρωθεν τού προ της 'Ωραίας Πύλης τού τέμπλου τετρακιονίου, κοσμούνται διά τού γνωστού φολιδωτού κοσμήματος (είκ. 8, Α) εν φ τό αμέσως προ τού τετρακιονίου στενόμηκες κοσμείται διά διατεμνομένων κύκλων, είναι δέ κατά μέγα μέρος κατεστραμμένον. Άλλο δέ πάλιν στενόμηκες ορθογώνιον, εκτεινόιιενον κατά τον άξονα τού ναού, εν εΐδει διαδρόμου (είκ. 7), κοσμείται ωσαύτως διά φολιδωτού κοσμήματος. Έκ τώιν εκατέρωθεν αυτού τεσσάρων τετραγώνων διαχώρων τά μέν πρός άνατολάς κοσμούνται διά κυκλικών άλύσεων περιβαλλουσών εγ- γεγραμμένον τετράγωνον (είκ. 14), τά δέ πρός δυσμάς διά μεγάλων άμ

37 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας 355 Εΐ*. 14. Διάχωρον μετά κυκλικής άλύσεως περιβαλλούσης τετράγωνον. Είκ. 15. Διάχωρον μετά παραστάσεως άμφορέως έ οΰ εκφύονται κισσόφυλλα

38 356 Άν. Κ. Όβλάνδοο φορέων από τοΰ στομίου των οποίων εκφύονται πολλαχώς διακλαδούμενοι βλαστοί μετά κισσοφΰλλων (είκ. 15). Τό θέμα τοϋτο ήτο λίαν αγαπητόν εις την παλαιοχριστιανικήν διακοσμητικήν. Αμέσως κάτωθεν των τελευταίων τούτων διαχώρων άκολουθοϋσιν άλλα ορθογώνια, εκατέρωθεν τοΰ διαδρόμου διατεταγμένα, περικλείοντα δε κΰκλους μετά σταυρών (είκ. 7) και περαιτέρω άλλα μετά διατεμνομένων κύκλων, κατά τό πλεΐστον κατεστραμμένα. Τέλος τό δυτικόν τέρμα τοΰ μέσου κλιτούς κοσμείται διά φολιδωτοΰ κοσμήματος εις τρία ή τέσσαρα διά- Εΐκ. 16. Ψηφιδωτή διακόσμησις τοΰ δυτικού τμήματος τού μέσου κλιτούς. χωοα κατανεμημένου, έξ ών σήμερον σώζονται μόνον τά δύο προς βορράν (είκ. 7 καί 16) λόγφ τής έξω τοΰ σημερινοΰ ναοΰ θέσεώς των, ένεκα τής οποίας είναι εκτεθειμένα εις τάς βροχάς καί τούς παγετούς. Οσον αφορά τό ψηφιδωτόν δάπεδον τοΰ ορθογωνίου νάρθηκος, δπερ σώζεται σήμερον μόνον κατά τό βόρειον αύτοΰ ήμισυ (είκ. 7), τοΰτο φέρει πέριξ αέν πλαίσιον έκ διατεμνομένων κύκλων, εσωτερικούς δ5 αύτοΰ αλλά κατά τάς τρεις μόνον πλευράς (Β,Δ καί Ν.) έτερον στενώτερον πλαίσιον εκ διατεμνομένων κύκλων. Εντός τοΰ εν σχήματι Π πλαισίου τούτου ύπήρχον τετράγωνα διάχωρα, έξ ών διεσώθησαν δύο (είκ. 7). Τούτων τό μέν προς βορράν φέρει κυκλικόν αλυσοειδές κόσμημα περιβάλλον τετράγωνον πλήρες κισσοφΰλλων, τό δέ γειτονικόν αύτοΰ διαιρείται εις τετράγωνα εγγεγραμμένα εντός έφαπτομένων

39 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Συίας 357 κύκλων κα'ι περιβάλλοντα άλλοτε μέν κισσόφυλλα εκφυόμενα άπό των γωνιών των, άλλοτε δέ άτρακτοειδή σχέδια, ώς ή είκών 17 δεικνύει. Καί τά μέν τετράγωνα, οΐ κύκλοι καί τα κισσόφυλλα είναι έκτελεσμένα διά λευκών ψηφίδων, το δέ βάθος ό κάμπος διά μελανών. Είκ. 17. Τό σωζόμενυν τμήμα τής ψιμριδωτοϋ διακοομήσεως τοϋ δαπέδου τοΰ νάρδηκος. Γ' Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Ελλείψει συγκεκριμένου τίνος χρονολογικού τεκμηρίου θά στηριχθώμεν διά την χρονολόγησιν τής βασιλικής εις καθαρώς τεχνοτροπικά κριτήρια. Καί δη: α) ή μορφή τοϋ μόνου διασωθέντος κιονοκράνου τών στοών (είκ. 5), τό οποίον παρουσιάζει υψηλόν επίθημα καί πεπιεσμένον έχΐνον είργασμένα έξ ενός καί τοϋ αύτοΰ τεμαχίου μαρμάρου, είναι δηλωτική τοΰ 6ου μ. X. αι. οπότε εις επαρχιακός βασιλικάς τά κιονόκρανα φέρουσιν έν μόνον ωόν μετά κελύφους έν τφ μέσφ> τοΰ εχίνου 16. Ιουστινιάνειους επίσης χρόνους ύποδηλοΐ καί ή έν τψ

40 358 Άν. Κ. Όρλάνδου ίερφ υπαρξις σύνθρονού εξ ομολόγων ήμικυκλικών δακτυλίων. Εις τούς αυτούς τέλος χρόνους μέσα 5) δεύτερον ημισυ τοΰ 6ου αί. τάσσει τον ναόν καί ή τεχνοτροπία της ψηφιδωτής αύτοΰ διακοσμήσεως, ίδίςι τής έλάφου (είκ. 10 και L1) και των παγωνίων (είκ. 12 καί 13), άτινα παρουσιάζουσιν ακαμψίαν καί ίσχυράν σχηματοποίησιν μέ τό αύστηρώς γραμμικόν των σχέδιον καί παντελή έλλειψιν πλαστικότητος εις τον όγκον τών σωμάτων, αντί τής οποίας κυριαρχεί ενταύθα ή διακοσμητική έπιπεδότης, ή τόσον χαρακτηριστική διά τον 6ον μ. X. αιώνα. Πλήν τών ανωτέρω περιγραφέντων γλυπτών τεμαχίιον διασώζονται εις την βασιλικήν, είτε ελεύθερα, είτε εντειχισμένα εις τούς τοίχους τοΰ νεωτέρου ναοϋ, καί τα εξής 3 τεμάχια (είκ. 18). ΕΙκ. 18. Κινητά γλυπτά εκ Συίας έντετειχισμένα ή υποκείμενα εν τη βασιλική. α) Κολοβόν τεμάχιον πλακός μαρμάρου (πάχους 0,07) φέρον κεχα ραγμένον τό Ιν τή είκόνι 18 σχεδιαζόμενον συμπίλημα, οπερ δυναται ίσως ν άναγνωσθή Ύπατίον. Τό τεμάχιον τοΰτο ανήκει πιθανώς εις την καλΰπτουσαν την 'Αγ. Τράπεζαν πλάκα. Όμοια μετά συμπιλήματος πλάξ παλαιοχριστιανικής 'Αγίας Τραπέζης σώζεται εΐς τό Μου- σεΐον Χίου18. β) Ήμικυκλική πωρίνη πλάξ διαμέτρου 0,57 μ. φέρουσα άνάγλυπτον σταυρόν καί εκατέρωθεν αύτοΰ κάτω τά αποκαλυπτικά γράμματα Α καί Ω. ιί) "Ορα σχετικώς Kautzsch, Kapitellstudien σελ. 176 καί Α. Ό ρ- λάνδον, Ή ξυλόστεγος παλαιοχρ. βασιλική τ. Β'(1954) σ ) A. Orlandos, Monuments byzantins de Chios II πίν. 2, κ.

41 Ή παλαιοχριστιανική βασιλική τής Σ»ίας 35Θ γ) Πώρινος περίοπτος σταυρός, διαστάσεων 0,415X0.26 μ., φέρων κεχαραγμένας τάς εξής επιγραφάς: α) 1C XC ΝΙ Κ(Α) ήτοι Ιησοΰς Χριστός Νικρ και β) Έτους ttωκγ', δπερ αντιστοιχεί προς τό σωτήριον έτος Κατά την βεβαίωσιν τών Ιγχωρίων ό σταυρός οΰτος μετηνέχθη άλλοθεν εις την εκκλησίαν, και τούτο είναι φυσικόν, άφ οΰ ή βασιλική τής Συίας δεν φαίνεται νά διετηρήθη δρθία πέρα τοΰ 7ου μ. X. αιώνος. ΑΝ. Κ. ΟΡΛΑΝΔΟΣ

42 DAS BONNER CORPUS UND DIE BERLINER AKADEMIE Uber das Bonner Corpus der byzantinisehen Geschichtsschreiber ist, und zwar nicht ohne Berechtigung, von seinen Anfangen an sehr viel Kritisches gesagt worden das scharfste Urteil sprach sein Initiator B. G. Niebuhr selber, der wenige Monate vor seinem Tode «die Ausgabe der Byzantiner» als untiber legtes Beginnen 1 bezeichnete, und trotzdem stellt die Sammlung, die ja bekanntlich zu einem wesentiiehen Teil noch in J.-P. Mignes Patrologia Graeca unverandert nachgedruckt wurde, auch in unserer Gegenwart ein Arbeitsmittel der Byzantinistik dar, uber dessen Bedeutung, wie erst in jiingster Zeit wieder konstatiert wurde, «kein Wort zu verlieren» ist2. Dem Werdegang des Corpus nachzugehen, diirfte daher nicht ohne Nutzen sein, gilt es doch, die Ursachen festzustellen, warum das Unternehmen nicht, wie es Niebuhr erhofft hatte, zu einem «fur die Philologie und Geschichte hochst erheblichen, fur unsere Nation ruhmvollen» 3 Werke geworden ist, und sodann aus solchen Feststellungen fiir die Planung, Anlage und Durchfiihrung ahnlicher gelehrter Kollektivarbeiten die notwendigen Behren zu ziehen. Dabei wird sich die Darstellung auf jene Periode beschranken, wahrend deren das Corpus unter den Auspizien der Berliner Akademie stand; sie griindet sich auf die im Archiv der Deutschen Akademie der Wissenschaften zu Berlin verwahrten «Acta der wissenschaftlichen Unternehmungen der historisch - philologischen Klasse, Vol. 9,1 ; Herausgabe des Corpus scriptorum historiae Byzantinae, 1831 ff.»4. Nachdem Barthold Georg Niebuhr endgiiltig aus dem preussischen Staatsdienst ausgeschieden war, liess er sich in Bonn nieder, um sich ganz der gelehrten Tatigkeit zu widmen. Im ') Rdmische Geschichte, 2, 2. Aufl. Berlin 1830, IV. 3) Georg Ostrogorsky, Geschichte des byzantinisehen Staates, 2. Auflage, Miinchen 1952, 5. 3) Vgl. unten S. 9. *) Ich danke dem Direktor der Deutschen Akademie der Wissenschaften zu Berlin fiir die Erlaubnis zur Benutzung des akademischen. Archivs fiir die vorliegende Arbeit.

43 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 361 Zentrum stand dabei die Umarbeitung des ersten und zweiten und die Herausgabe des dritten Bandes seiner «Romischen Geschichte»; ferner hielt Niebuhr vom Sommer 1825 ab in freier Verbindung zur Universitat Vorlesungenδ, 1827 erschien der erste Band des von ihm ins Leben gerufenen «Rheinischen Museums fiir Jurisprudenz, Philologie, Gesehichte und griechische Philosophic», und schliesslich wandte sich der rastlos Tatige der Verwirklichung eines lange gehegten5 6 Gedankens zu, der Erneuerung des Pariser Corpus der byzantinischen Historiker. Als Verleger fiir diese Unternehmungen gewann Niebuhr den jungen Bonner Buchhandler Eduard Weber7. Was das Corpus anlangt, so waren dessen Grenzen durchaus eng gezogen; es sollte, wie sich Weber in einem am 22. Juni 1851 an die Preussische Akademie der Wissenschaften gerichteten Schreiben ausdriickt, «nur ein korrekter Wiederabdruck der alten Ausgaben» sein der im Pariser Corpus erschienenen sowie der in Einzeleditionen daruberhinaus zuganglichen Texte ; jeder weitergehende Plan ware nicht zuletzt dadurch, dass seine Durchfiihrung allein auf die finanziellen Moglichkeiten des Verlegers gestellt war, von vornherein utopisch gewesen8! Mit der Ausgabe des Agathias, die Immanuel Bekker gewidmet ist, «ut apud posteros amicitiae monumentum exstet et nova Byzantinorum editio fausto omine prodeat»9, leitete der Herausgeber selber 1828 das Corpus ein, und die nachsten Bande erschienen in rascher Folge. Als Niebuhr am 2. Januar 1831 starb, lagen 10 Bande ausgedruckt vor, und eine grossere Anzahl weiterer war in Bearbeitung, wie eine im Archiv der Deutschen Akademie der Wissenschaften verwahrte Aufstellung Eduard Webers beweist. 5) Heinrich Nissen in: Allgemeine Deutsche Biographie, 23, Leipzig 1886, 657. e) So sein Schuler Johannes Classen in der Gedenkschrift «Barthold Georg Niebuhr», Gotha 1876, 18. ) Eduard Weber hatte als Freiwilliger an den Freiheitskriegen teilgenommen und 1818 in Bonn, das zum geistigen Zentrum des befreiten Rheinlands geworden war, sein Verlagshaus gegriindet; er starb am 28. Februar 1868, also noch vor Abschluss des Bonner Corpus (vgl. Karl Hessel in: Hundert Jahre A. Marcus und E. Webers Verlag 1818 bis 1918, Bonn 1919, 8). 8) Vgl. auch die Bemerkung Ulrich von Wilamowitz - Moellendorffs, Gesehichte der Philologie, Leipzig und Berlin 1921, 54. 8) S. V.

44 362 Job. Irmscher Diese zeigt ferhiei den von Niebuhr ins Auge gefassten Umfattg des gesamten Corpus und macht dessen Abhangigkeit von der Pariser Sammlung vollends deutlich. Ihr Inhalt soil daher im folgenden wiedergegeben und durch Hinweise auf die spatere Verwirklichung des urspiinglichen Planes erganzt werden,0. Webers Inhaltsangabe Webers Bemerkungen dazu Meine Bemerkungen P. I Labbei Protrepticon. Quae supersunt e Dexippo, Eunapio, Petro, Prisco, Maleho, Candido, Olympiodoro, Nonnoso, Prisciani Panegyricus. 1st als Pars I bereits erschienen.labbei Protrepticon zur Pariser Edition ist, als eine fur die j e t z i g e Ausgabe nicht geeignete Arbeit, weggelassen worden. Erschienen 1829, enthalt «Dexippi, Eunapii, Petri Petricii, Prisci, Malchi, Menandri, Olympiodori, Candid^ Nonnosi et Theophanis historiarum reliquiae, Procopii et Prisciani panegyrici», also mehr als der auf der Grundlage der'pariser Sammlung aufgestellte Plan voisah(vgl- S. IX der Praefatio). P. II Procopius. Ist von Herrn Prof. W. Dindorf zur Bearbeitung ubernommen worden und soli nocb im Lauf d.j erseheinen. Erschien in 3 Banden und P. Ill Agatbias. Ist erschienen. Erschien 1828 (siehe o- ben S. 2) P. IV Silentiarius. Eydus. Vom Silentiarius ist eine vorlaufige Bearbeitung Niebuhrs vorhanden. Der Lydus sollte, nur mit den Fussscben Nachtragen vermehrt, unverandert abgedruckt werden. Paulos Silentiarios Geschichte tiber die Sophienkirche und ihre Kanzel veroffentlichte Bekker 1837 zusatnmen mit den Gedichten des Georgios Pisides und dem Breviarium desnikephorospa- 10) Hier wie auch bei alien folgenden Bezugnahmen auf die Akten werden Orthographie und Interpunktion auf den Usus der Gegenwart umgestellt.

45 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 363 Webers Inhaltsanqabe Webers Bemerkunqen dazu Meine Bemerkunqen P. V P. VI P. VII P. VIII P. IX P. X Corippi Iohannis et Pa- Ist Hrn. Prof. Schopen negyrici. iibergeben worden. Menandri Protectoris quae supersunt, Georgius Pisida-iFragm. Io. Epiphaniensis. Theopylactus Simocatta. Genesius. Scriptores post Theophanem. Leo Diaconus. Psellus. P. XI Io. Scylitzes. Nicephorus Bryennius. Der Menander ist nun bereits in Pars I abgedruekt erschienen. Ist von Herrn Professo -'Imm. Bekker tibernommen worden. triarches,ohne Hinweis auf Niebuhrsche Vorarbeiten.Im Sinne von Webers Notiz brachte Bekker, ebenfalls 1837, jedocb als gesonderten Band, den Johannes Lydos heraus. Erschien, von Bekker besorgt, 1836 zusammen mit Merobaudes ; eine Mitwirkung Schopens an der Ausgabe wird in der Praefatio nicht erwahnt. tjber Georgios Pisides vgl. zu P. IV.Das Fragment des Johannes von Epiphania ist ins Bonner Corpus nicht aufgenommen worden. Erschien 1834 zusammen mit Lachmanns Genesios. liber Genesios vgl. zu P. VII. Die Scriprores post Theophanem erschienen, herausgegeben von Bekker, 1838 als selbstandiger Band unter dem Titel «Theophanes continuatus». Leo Diaconus ist nach- Namlich im Jahre i8;8. her als Pars XI erschienen. Psellos wurde ins Corpus nicht aufgenommen. Die Auszuge des Pariser Corpus aus Johannes Skylitzes finden sich im 2. Band der

46 864 Joh. Irmscher Webers Inhaltsangabe Webers Bemerkungen dazu Meine Bemerkungen P. Xlf Anna Comnena. 1st Hrn. Prof. Schopen zugeteilt worden. P. ΧΙΠ Cinnamus. 1st Hrn. Direktor Meineke zugeteilt worden. P. XIV Nicetas Choniates. 1st von Hrn. Prof. I. Bekker iibernommen worden. Ausgabe des Georgios Kedrenos, 639 ff. Nikephoros Bryennios besorgte Meineke 1836 im Anschluss an Johannes Kinnaiuos. Band 1 erschien 1830, Band 2, besorgt von August Reiffersch'id, Erschien Erschien P. XV Georgius Acropolita. Besorgte 1836 Immanuel Bekker im Anschluss an Konstantin Manasses. P. XVI Georgius Pachymeres. Edierte Bekker in 2 Banden 1833 P. XVII Nicephorus Gregoras. 1st nachher als Pars XIX erschienen. P. XVIII Cantacuzenus. P. XIX Ducas. Io. Cananus - alia. 1 1st nachher als Pars XX erschienen. 1st von Herrn Prof. I. Bekker iibernommen worden. P. XX Phrantzes. Herr Prof. Nake hat sich zur liberuahme geneigt erklart. Namlich 1829 und 1830, und schliesslich Band 3, von Bekkcrbesorgt, 1S55. Namlich in 3 Banden 1828, 1831 und Die Ausgabe des Dukas erschien 1834; Johannes Kananos gab Bekkerl838 zusammen mit Georgios Phrantzes und Johannes A- nagnostes in einem besonderen Band heraus. Vgl. zu P. XIX. Nake hat offensichtlich schon bald auf eine libernab me verzichtet. P. XXI Chalcocondyles. Wurde von Bekker 1843 herausgegeben.

47 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 365 Webers Inhaltsangabe Webers Bcmerkunqen dazu Meine Bemerkungen P. XXII Historia bellorum in j\iorea gestorum. Gerrnstas de ordinanda Peloponneso. P. XXIII Ville Hardouin et Ducangii Constantinopolis sub Francis. P XX'V Kusebii chronicon. P XXV Georgius Syncellns. 1st nachher o h n e An gabe der Teilzahl erschienen. P XXVI Chronicon Alexandrinum. 1st von Herrn Ludwig Dindorf iibernommen worden und bereits unter der Presse, um noch im Laufe d. J zu erscheinen. P. XXVII NicephorusPatriarchs. 1st nur noch zum Teil zu edieren, da seine Chronographia cotnpendiaria als Anhang zum Syncellus geliefert worden ist. Ins Corpus nicht aufgenommen. Ins Corpus nicht aufgenommen. Ins Corpus nicht aufgenommen. Erschien in 2 Banden 18'9 Die Bandzahl geinass dem urspriinglichen Plan wurde nach Niebuhrs Tode, als die Undurchfiihrbarkeit des alten Pro. jekts.zunehmend deutlicher wurde, fast immer.bei einzelnen Banden auch schon vorher, weggelassen; vgl.s.u. Erschien Uber die Ausgabe des Breviarium des Nikephoros vgl. zu P. IV. Theophanes. P. XXVIII Georgius Cedrenus. P. XXIX loannes Zonaras. Ist Herrn Dr. Classen iibergeben worden. Die Edition des Theophanes erschien in 2 Banden 1839 und Gab Bekket in 2 Banden 1838/39_heraus. Erschien in'3 Banden 1811,1844 und 1897.besorgt νρη M. Pinder

48 366 Joh. Irmscher Webers Inhaltsangabe Webers Bemerkungen dazu Meine Bemerkungen undth.biittner-wobst. P. XXX Michael Glycas 1836 von Bekker herausgebracht. P. XXXI Io. Malalas. 1st nachher o h n e Angabe der Teilzahl erschienen. Erschien P. XXXII Constantinus manas- Besorgt von Bekker ses. Ioel zusammen mit Ioel und Georgios A- kropolites. P. XXXIII Chronicon orientale. Ins Corpus nicht aufgenommen. P. XXXIV Constantinus Porphy- Wurde 1840 von Bekrogenitus. De themati- ker als Band 3 der Ausbus et aiministrando gabe des Konstantin imperio. Porphyrogennetos herausgebracht. P XXXV Constantinus Porphy- 1st nachher ohne An- Erschien zweibandig rogenitus De cerimo- gabe der Teilzahl er- 1829/30. niis aulae Byzamiuae. schinenen. P. XXXVI Codinus. Bekker brachte 1839 unter dem Namen Codinus Curopalates die Schriften. De officialibus palatii Constantinopolitani et de officiis magnae ecclesiae und 1843 unter dem Namen Georgius Codinus die Excerpta de antiquitatibus Constantinopolitanis heraus. P. XXXVII Historia Sulei et Chro Bekker gab 1849 die nica Epirotica. Historia politica et patriarchica Constantinopoleos und die Epirotica heraus; die Historia Sulei wurde nicht aufgenommen. Neudruck ist nicht er- folgt P.XXXVIII Ducangii Familiae Byzantinae et Constant!-

49 Das Bonner Corpus uud die Berliner Akademie 867 Webers Inhaltsangabe Webers Bemerkungen dazu Meine Bemerkungen nopolis Christiana. P. XXXIX Banduri Imperium orientale. P. XL Anastasius Bibliothecarius. Am Schlus- Ducanges Glossarium, se: vervollkommnet. Neudruck ist nicht erfolgt. Erscheint itn 2. Band der Ausgabe des Theophanes ex recensione Immanuelis Bekkeri. Eine Neubearbeitung von Ducanges Glossar ist bis auf den heutigen Tag Desiderat geblieben. Das Corpus enthalt dariiberhinaus eine Anzahl von Texten, die in der urspriinglichen Planung nicht vorgesehen waren. Die Versclironik des Ephram (1840), deren Editio princeps 1828 Angelo Mai geschaffen hatte, die den Namen des Leon Grammatikos tragende Chronographie (1842) unter Heranziehung der von J. A. Cramer, Anecdota Graeca e codd. manuscriptis bibliothecae regiae Parisiensis, 2, Oxford 1839, 243 ff. zuganglich gemachten Redaktion (zusammen mit Eustathios5 Geschichte der Eroberung Salonikes, auf der Grundlage von E. Fr. Tafels 1832 erschienenen Ausgabe), das hier erstmals gedruckte Geschichtswerk des Michael Attaliates (1853) und schliesslich das im Pariser Corpus nicht enthaltene Geschichtswerk des Zosimos (1837). Der Tod Niebuhrs war ein schwerer Schlag fur das Unternehmen, dessen Leitung beinahe ausschliesslich auf seinen Schultern gelegen hatte. Aber noch von anderer Seite her stellten sich triibe Perspektiven fur den Fortgang des Corpus. Als dieses vorbereitet wurde, stand die Philhellenenbewegung in voller Bltite, und in vielen, die mit heissem Herzen den Freiheitskampf des griechischen Volkes verfolgten, wurde auch das Interesse fur das griechisch - byzantinische Mittelalter geweckt; seit dem Erfolg der Griechen in der Seeschlacht von Navarino (20. Oktober 1827) l'ess Jene Anteilnahme jedoch sichtbar nach, und mit den Byzantinern mochte mancher die gleiche Einttatr

50 368 Joh. Irmscher schung erlebt haben wie mit den Neugriechen: Hier ist nicht das klassisehe Hellas, nach dem man suchte, hier beginnt eine neue WeltHinzu kam die politische Erregung der Zeit, deren die Metternichsche Reaktion vergebens Herr zu werden versuchte, und mit ihr die wirtschaftlichen Schwankungen, welche das Vordringen der kapitalistischen Produktionsweise notwen dig mit sich braehte. Die sinkende Subskribentenzahl wurde zum sichtbaren Gradmesser solcher Entwicklungen. Diese schwierige Situation veranlasste den Verleger Eduard Weber, der bis zum Friihjahr 1835, lediglieh auf Niebuhrs Autoritat gestiitzt, zwolf Baende des Corpus herausgebracht hatte, sich nach neuer Hilfe umzusehen. Der Bonner Philosoph Christian August Brandis, der mit Niebuhr gemeinsam das «Rheinische Museum» gegriindet und offensichtlich aucli an seinem Corpusplan Anteil genommen hatte, schlug eine Anlehnung an die Preussische Akademie der Wissensehaften vor und iibernahm die ersten Verhandlungen ; Brandis war fur diesen Scliritt die bestgeeignete Personlichkeit, wahlte ihn doch jenes Gremium bereits im Jahre nach Niebuhrs Tode, am 12. April 1832, zum korrespondierenden und am 21. Mai 1862 zum auswartigen Mitglied 12. Seine Bemfihungen ffihrten am 25. Januar 1831 zu einem Beschluss der philosophisch - historischen Klasse der Akademie, wonach diese «der allgemeinen Eeitung dieses Unternehmens sich unterziehen, deshalb dem Plenum Vortrag halten und nach erfolgter Genehmigung eine Kommission fur diese Angelegenheit niedersetzen» sollte. Noch ohne Kenntnis dieses Beschlusses wandte sich am 31. Januar desselben Jahres Weber in einem an Immanuel Bekker gerichteten Schreiben an die Akademie : «Ich erkenne in seiner vollen Grosse den ausserordent - lichen Wert, den es fur die fernere gediegene Ausfuhrung dieses Unternehmens haben wurde, wenn die Konigliche Hohe Akademie der Wissensehaften sich hochstgeneigtest bewogen finden sollte, dieses Werk von jetzt an ihres unmittelbaren Schutzes zu wilrdigen und * * ) ) Novus incipit orbis: G. L. Fr. Tafel, Gelehrte Anzeigen, hgg. von Mitgliedern der K. bayer. Akademie der Wissensehaften, 39, 1854, 152. * ) Erik Amburger, Die Mitglieder der Deutschen Akademie der Wissensehaften zu Berlin , Berlin 1950, 115 und 92; vgl. im. iibrigen Adolf Trendelenburg, Zur Erinnerung an Christian August Brandis, Berlin 1868.

51 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 869 fur die wissenschaftliche obere Leitung desselben die Stette einzunehmen, welche Niebuhr zu seinem unverganglichen Ruhme erfiollte, in der durch ihn und Him befreundete hochberuhmtc Gelehrte in kurzer Zeit so Ausgezeichnetes geleistet wurde, dass dieses Unternehmen, wenngleich erst bis zum ersten Viertel seiner Vollendung gelangt, dennoch bereits jetzt durch den glanzendsten Beifall von ganz Europa hochgeehrt dasteht. Wir empfinden es mil tie fern Schmerze, dass sein unvergesslicher Urheber nicht begliickt sein sollte, der Vollendung desselben sich zu freuen : wer aber, wenn es sich durum handelt, eine so grossartige und ruhmvolle. Verlassenschaft anzutreten, duerfte so vollkommen die innigen Wunsche und Bitten aller far sich teilen, als der vor alien Nationen hochstralilende Verein der ersten in der Wissenschaft, dem aucli Niebuhr anzugehoren stolz war? Wie konnte sein bei Erscheinen des Agathias...der Well gegebenes Wort: «Es ist mir zu angelegen, ein Unternehmen, welches icli nicht anstehe fur Philologie unci Ceschichte hochst erheblich, fuer unsere Nation ruhmvoll zu nennen, geziemend zu Ende gefuehrt zu sehen, um davon abzutreten, wenn cs nicht an solche Ifande uebergehen kann, die es wohl noch besser als die meinigen herausfuehren». herrlicher gelost wer den, als indem diehohe Akademie der Wissensehaflen selber dafuer eintrate? Durchdrungen von einer so hock belebenden Hoffnung erdreiste ich mich dciher, Euer Hochwohlgeboren personliches Wohlwollen fuer das grosse Unternehmen hiermit vertrauensvoll und gehorsamst zu erbitten, indem ich durch Euer Hochwohlgeborenen guetige Vermittlung der Koniglichen Hohen 'Akadenne das ganz gehorsamste Gesiich zu stellen wuensche,dass es ihr zn Niebuhrs Eh re and zum Gewinn fuer die Wissenschafien gefallen mdge, an die Spitze dieses Werkes Zur For derung seiner gediegeneu Vollendung zu treten, unter hbchstgeneigler A nwendung ihres erleuchteten iind hochbelebenden Einflusses sowie der Mittel und, Verbindungen, uber welche sie zur Erreichung wissenschaftlicher Zwecke in so ausgezeichnetem Masse zu gebieten hat. Die hochstgeneigte Gewahrung dieses \\ unsches wuerde selbst im fernsten A usland von alien Gebildeten mit lebhafter Teilnahme, von der gelehrten Welt aber mit holier Freude, von mir mit unausloschlichem, verehrungsvollem Danke erlumnt werden. Sie wuerde fuer fcphtjka ΧΡΟΝΙΚΑ Z.

52 'TVt Ο Joh. Irmscher -die Vollendung des UrUernehmens, indem sie zugleich die zweckmassige Anwendung alter geeigneten Miltel verbuergte, eine Sieherheil bitten, die kein Einzelner in dem Masse zu leisten im Stande ist; ja schon die blosse Anhuendigung, dass dem Unter- «4*ehmen so unschatzbare Gunst zuteil werden solle, wird die Ge- <mueter aller, die an edlen literarischen Bestrebungen ueberhaupt. Anted nehmen, mil inniger Beruhigung erfuellen Ich erhalte jetzt -in dieser Beziehung von alien Seiten die dringlichsten Anfragen». Bereits am io Februar gab die Klasse an Weber einen Zwisclienbescheid auf seinen Antrag und forderte von ihm eini- : ge Detailangaben als Unterlage fiir die weiteren Beratungen. Aus Webers Antwort von 19. Februar ergeben sich unter anderem felgende Aufschliisse: 1) Da der urspriingliche Plan lediglich einen «korrekten Wiederabdruck der friiheren Ausgaben» vorsah, der Honorare allenfalls fiir die Herstellung von Indices erforderte, war entsprechend kalkuliert und ein diesem Sachverhalt angemessener Subskriptionspreis festgelegt worden. Diesen behielt man auch spater bei, als in einigen Fallen Neueditionen sich als unerlasslich notwendig erwiesen; die zusatzlichen Kosten fiir Handschriftenkollationen und-kopien gingen zu Fasten des Verlegers. Dessen Kalkulation setzte fiir die Deckung der Kosten einen Absatz von 562 Exemplaren voraus, eine Zahl, die bis 1831 nur -bei einigen Banden erreicht war. Es machte sich im Gegenteil -seit Niebuhrs Tode ein Rtickgang der Subskriptionen fiihlbar, wshrend auf nene kaum noch zu rechnen schien. 2) Der Anlageplan, wie er im vorangegangenen mitgeteilt wnrde; -sah fiir jeden Band eine Kennziffer vor. Von einer solchen -Bezifferung wurde jedrch bald abgesehen, um Interessenten nicht durch eine Vielzahl zu erwartender Bande von vornherein «bzuschrecken. Lediglich die folgenden Autoren sind in dieser Form numeriert: Agathias (3), Dexippus etc. (1), Ioannes Cantacttzenus I - III (20), Leo Diaconus (11), Nicephorus Gregoras I - II (19), Procopius 1-111(2); iibrigens zeigt der Vergleich dieser Ziffern mit dem urspriinglichen Anlageplan, das letzterer schon zu Niebuhrs Lebzeiten preisgegeben wurde, ohne dass freilich iiber die Veranlassung dieser Anderungen noch iiber das sich dadurch neuergebende Editionsprogramm Niiheres bekannt

53 t)as Bonner Corpus usd die Berliner Akademie 3T1 Das Plenum der Akademie befasste sich niit der Bortfiihrung des Corpus Bonnense in seiner Sitzung vom 31. Maerz. Es be*- schloss, die Sammlung «als ein Unternehmcn der Akademie det- Wissensehaften zu iibernehmen, jedocli auf Kosteit desverlegers». Am 12 April konstituierte darauf die Klasse eine -Kom* mission, welcher neben den beiden Sekrctaren '* Schleieftnaeherund Friedrich Wilhelm Wilken 14 die Akademiker Boeekh, Bek-^ ker, Meineke und Lachmann angehorten. Wilken begegiiet- in-*- der Korrespondenz mit Weber als Repraesentant der Akademie. In diesem Sehriftwechsel stehen die finanziellen Nbte des-urr* ternehmens an erster Stelle. Schon am 8. Juni 1831 fuhrt We* ber mit beredten Worten Klage : «Die Zahl der Subskribenten hat sich so merklich verringert, dass ich jetzt zwisehen 30 bis 40 weniger zaehle als noch zu Anfang dieses Jahres. Hierbei sind allein sechs bloss von Berliner Handlungen (Diimmler.c Nicolai, Laue, EnSlin) mir aufgekiindigt..., was bei der fur Berlin ohne* dies ungewohnlich und in der Tat unbegreiflieh geringen Zahl der teilnehmenden Subskribenten wirklich betrubend ist*>. Da *^ durch sieht sich def Verleger genotigt, eine Senkung-der Aufld" ge auf 2/3 der bisherigen Hohe (von 1550 auf 1075 Exemplars laut Brief von 28. Juli) ins Auge zu fassen und die Ak-adefflieiunr Obernahme der Honorare anzugehen. Auch verspricht ef sich einiges von dem neuen Untertitel, der auf alien nach :i8gl* herausgekommenen Baenden erscheint: Corpus scriptorum histo*- riae-byzantinae. Editio emendatior et copiosior, consilio Bi Qv- Niebuhrii C. f. instituta, auctoritate academiae litterafum re* giae Borussicae continuata15. Chronicon paschale I ist der. 1. Band, der auf die tibernahme der Eeitung des UnteroehtaCfts dutch die Akademie hinweist; ein Vorwort beizugeben erachbetediese jedoch Webers dringender Bitte ungeachtet nicht fiir notig. ia) 1830 waren die vormals vier Klassen def Akademie zu-zweien verschmolzen, die Vierzahl der Sekretare wurde jedoeh bcibehalten fatti*; burger, a.. Ο., VIII).,4) Geboren Ratzeburg 23 Mai 1777, gestorben Berlin 24. Dezembir 1840; ordentlicher Professor fiir Geschichte an der- UniversitSt Berlin und Oberbibliothekar (Direktor) der Koniglichen BibliothekT ordentlidh» Mitglied der Akademie seit 1. Januar i8rg (Amburger, a. ar-o., 24V. u) In Webers Vorschlag heisst es «a B. G. Niebuhrio instituta» und feirtt def Zusntz «C. f»; ferner findet sich die -Fdrmulierting;*afe aeedeimia regia Borussica continuata».

54 372 Job. Irmscher Trotz allem hatten sich die materiellen Schwierigkeiten gesteigert. In seinem vschreiben vom 8. Juni 1831 legte Weber eine Kalkulation fiir die reduzierte Auflage vor. Die Herstellungskosten ausschliesslich der Honorare und Gemeinkosten belaufen Sich danach «fuer das Alphabet von 23 Bogen» auf 655 Taler 150 Silbergroschen bei einer Auflage von 1550 Exemplaren, bei der reduzierten Ausgabe von 1075 Exemplaren auf 615 Taler 19 Silbergroschen ; im ersten Fall werden' sie durch einen Absatz νόη 562, im zweiten durch einen solchen von 528 Exemplaren gedeckf Durch die S'ubskription vermochte jedoch selbst die verminderte Zahl nicht mehr erreicht zu werden ; ganz im Gegenteil meldete Frankreich, wie aus einer Mitteilung Webers vom 20. Januar 1832 hervorgeht, einen Rueckgang der Abnehmerzahl von 33 auf 24, Mailand von 4 auf x, Belgien den Ruecktritt von 5 Subskribenten - insgesamt sank die Zahl der Festbezieher innerhalb von vier Monaten um fast 30. Immer dringender werden darum Webers Bitten um eine ueber die wissenschaftliche Leitung hinausgehende finanzielle Unterstuetzung von seiten der Akademie und des ihr vorgesetzten Ministers von Altenstein,s; Hilfsarbeiten an den Registern usw. mochten tunlichst nach Bonn vergeben werden, wo gewisse Stipendienmittel fuer solche Zwecke zur Verfuegung stuenden 17 und eine Beaufsichtigung der herangezogenen Krafte durch Gelehrte wie Brandis, Nake, Sehopen u. a. gegeben ware schliesslich wird eine staerkere Mitarbeit der Akademie erbeten mit dem Hinweis, «dass die sehr verehrten Mitglieder der hohen Akademie jedenfalls sehr viel geringere Forderungen machen werden als Herr Dindorf in Eeipzig»,s. Dagegen erweist sich die tfbernahme des Druckes eines Teils oder der ganzen Auflage durch die *) Karl Freiherr von Stein zum Altenstein, geboren Ansbach 1. O- ktober 1770, gestorben Berlin 14. Mai 1840, war preussischer Kultusminister von 1817 bis 1840, (F. Bosse in : Realencyklopaedie fiir protestantische Theologie und Kirche, 3. Auflage, 1, Leipzig 1896, 404). ) Dafiir hatte Niebuhr selbst Sorge getragen (vgl. Friedrich von Bezold, Geschiehte der Rheinischen Friedrich Wilhelms Universitaet, Bonn 1920, 266I. 18) Da beide Briider Dindorf am Bonner Corpus beteiligt waren und in Leipzig wirkten, ist schwer auszumachen, auf welchen sich diese Betnerkung bezieht.

55 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie m Akademische Offizin, wie sie zur Unterstuetzung des Verlegers in Aussicht genommen war, als unzweckmaessig. In der Akademie zeigt man alles Verstandnis fiir Webers Eage, jedoch sind ihre Moglichkeiten zu helfen begrenzt. Ihre philosophiscli - historische Klasse erklart sich am 6. Marz 1832 fiir die LJbernahme der Nebenkosten, jedoch nicht generell, sondern nur von Fall zu Fall, bereit; sie vsrpflichtet sich, das Unternehmen anderen gelehrten Gesellschaften zu empfehlen und dem Minister eine zusatzliche Subskription nahe zu legen. Dazu stellt der Geldverwendungsausschuss freilich in seiner Sitzung vom 17. Mai 1832 ausdriicklich fest, dass «die Akademie eine Verbindlichkeit zu einer Geldunterstiitzung fiir dieses Unternehmen weder anerkennt noch iibernommen hat»; trotzdem wird der Beschaffung der fiir den dritten Band des Nikephoros Gregoras 19 und die Chronik von Morea 20 notwendigen Abschriften in der Pariser Nationalbibliothek zugestimmt und dafiir ein Betrag von je 300 Franken bereitgestellt. Fur ein paar Monate ruhen nuumehr Webers Klagen. Am 5. Marz 1833 wendet er sich indessen erneut an Wilken. «Der Anted des Publikums an diesem Unternehmen», stellt er fest, «erschlafft auf eine wahrhaft erschreckende Weise und in einer so reissenden Progression, dass mir der Mut, welchen icli bisher, den mannigfachen mir eroffneten Aussichten vertrauend, stets aufrecht zu erhalten bemiiht war, jetzt tief gesunken ist». Ein bestaendiger Riickgang der Subskribentenzahl wird durch die Beifiigung der originalen Abbestellungen der Kommissionaere und ausliefernden Buchhandlungen dokumentiert. Grosse Hofnungen habe man schliesslich auf eine zusaelzliche Subskription des Konigs gesetzt, fiir die sich Alexander von Humboldt, damals Kammerherr am preussischen Hof21, verwendet habe; doch sei fiber einen erfolgreichen Fortgang der Angelegenheit nichts bekannt geworden. Wenn eine Intervention der Akademie nicht zu greifbaren Ergebnissen fiihre, sei das Schlimmste fiir die Weiterfiihrung des Unternehmens zu befiirchten. Noch ehe Wilken auf diesen Brief antwortete, wandten sich ls) Vgl. dazu S ) Vgl. dazu S ) Alfred Dove in: Allgemeine Deutsche Biographic, 13, Leipzig 1881, 381.

56 374 Joh. Irmscher die Dinge zum besseren. Am 15. Maerz richtete Alexander von Humboldt an Friedrich Gottlieb Welcker, damals Professor und Oberbibliothekar in Bonn 22, der sich in der Saehe warm verwendet hatte, folgendes Schreiben23 : «Es muss Ihnen, verehrungswerter Herr Professor, mehr als fabelhaft scheinen, dass icli einem Manne, dessen Name bei mir so hoch steht und dem mein alterer Bruder die freundschaftlichste Achtung gewidmet hat, in so vielen Monaten keine Nachricht ueber den Erfolg des byzantinischen Gesuchs des Herrn Weber gegeben habe. Wenn Sie aber die Lage der Verhaltnisse hier-ganz kennten, so wuerden Sie mir Ihre Nachsicht schenken. Denn ununterbrochen habe icli alles getan, was dieses schone Unternehmen, das Niebuhrs gefeierten Namen an der Spitze traegt, fordern konnte. Das Gesuch fuer den Koenig ist erst spat ueberreicht worden, well der Geheime Kabinettsrat Albrecht, der das lebhafteste Interesse fuer das Unternehmen aussert und auck mein Bruder glaubten,man duerfe das Ueberreichen des schon Erschienenen nicht von dem Gesuche um Unterstuetzung trennen. Nun war aber~ wahrend der Besorgnis, die die Katastrophe des Marsches auf Antwerpen erregte 2\ auf keine reichliche Spendung zu rechnen: Sobald der Zeitpunkt guenstig schien, habe ich selbst seiner Majestaet eine Note ueber die Wichtigkeit des Werkes und die Notwendigkeit eingereicht, ein das Vaterland ehrendes Unternehmen reichlich zu unterstuetzen. Dem Urteil des Geheimen Oberregie- ) fiber die Beziehungen Welckers zu Alexander von Humboldt vgl- Reinbold Kekule, Das Leben Friedrich Gottlieb Welckers, Leipzig 1880, 186 und 331. s') Zitiert nacli einer Kopie Webers.. a4) Daniel Ludwig Albrecht, geboren Berlin 7. Juni 1765, gestorben daselbst 27. Mai 1835, wurde 1808 Vortragender Rat im preussiscken Kabinett und 1810 geheimer Kabinettsrat; er war ein einflussreicher Ver' mittler zwischen dem Konig und der preussisclien Reformpartei (Der Grost se Brockhaus, 1, 1928, 250). ss) Wie schwer die franzosische Aktion gegen Antwerpen im Herbst 1832 iu Preussen empfunden wurde, zeigt Heinrich von Treitschke, Deutsche Geschichte in 19. Jahrhundert, 4, 4. Auflage Leipzig 1897, 94 f- Dort wird auch fiber die preussischen Truppenkonzentrationen berichtet, die angesichts der gegebenen Kriegsgefahr eine strenge Bewirtschaitung der Staatsmittel notig machten.

57 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 375 rungsrats Schulze gem ass Melt der Geheime Kabinettsrat Albrecht es fuer nuetzlich, die Zahl der zu nehmenden Exemplare von dem Departementdes Herrn von Altemtein vorschlagen zu lassen. Die gegenwaertige Lage der Kassen macht darin leider eine grosse Maessigung zur Pflicht. Der Antrag ist von dem Herm Minister seit wenigen Tagen in das Kabinett ziirueckgegangen und lautet auf 30 bis 40 Exemplare. Ich glaubte,jetzt bloss, um mich von dem unverdienten Verdacht der Barbarei gcgen Sie und Herm Weber zu rechtfertigen, ihnen diese vorlacufige Anzeige machen zu muessen». So verstummen denn Webers Klagen fur die naechsten Monate, und unsere obige Aufsteliung beweist ebenso wie die Akten der Akademie, dass neue Baende in so dichter Folge herauskamen, wie es die Aufnahmefaehigkeit fiir ein derartiges Werk iiberhaupt nur zuliess. Bei einem solchen Fortgang konnte man durchaus schon an den Abschluss des Unternehmens denken, und in der Tat wurden im Fruhjahr 1835 auf Immanuel Bekkers Geheiss die Pariser Ausgaben samt eventuell hergestellter Handschriftenkopien von alien jenen Autoren nach Berlin gesandt, fiir die ein Bearbeiter noch nicht gefunden war. Bekkers Name taucht denn auch in der Folgezeit am haeufigsten unter den Herausgebern der Corpusbaende auf, zur Freude des Verlegers. der am 6. September 1836 feststellen kann, dass es ihm «durch die erfreuliche Taetigkeit des Herrn Professor Bekker» niemals an Manuskripten gebraeche, weniger dagegen zum Nutzen der Wissenschaft, die es und zwar mit Recht an harten Urteilen fiber eine so wenig griindliche Arbeit nicht fehlen liess 2f. Die!,1 Der Padagoge Johannes Scliulze (geboren Bruel 15. Januar 1786, gestorben Berlin 20. Februar 1869) war am 18. November 1818 zum Geheirnen Oberregierungsrat und Vortragendem Rat im preussischen Kultusministerium ernannt worden; im Jahre 1849 wurde er Direktor der Unterrichtsabteilung (M. Hertz in : Allgemeine Deutsche Biographic, 33, Leipzig 1891, 9). a:) Ausser auf die von Karl Krumbacher, Geschichte der byzantiriisehen Litteratur, 2. Auflage Munchen 1897, 222, erwahnten Beurteilun. gen sei noch auf Conrad Bursian, Geschichte der classischen Philologie in Deutschland, 1, Munchen und Leipzig 1883, 653, Wilamowitz, a.a. O, and schkesslich auf Gyula Moravcsik, Byzantinoturcica, 1, Budapest 1942, 75, verwiesea.

58 376 Joh. Irmscher Riickschlaege Hessen daher auch nicht auf sich warten. In dem bereits erwaehnten Brief vom 6. September 1836 muss Weber der Akademie zur Kenntnis bringen, dass der Ttibinger Professor G. L,. Fr. Tafel die Materialieu zur Ausgabe des Konstantin Manasses zuriickgesandt habe, weil «seine wankende Gesundheit wie andere Engagements ihn an der Vollendung dieser Arbeit hinderten». Man wird dieser Begriindung jedoch nur bedingt Glauben schenken, wenn man weiss, dass Tafel spaeter das Bonner Corpus mehrfach als nicht mehr als «eine tiichtige Druckrevision» der Pariser Texte herausstellte, die lateinische Ubersetzungen biete, welche ungeachtet der sich dabei dem griechischen Texte gegeniiber ergebenden Divergenzen zumeist nicht einmal revidiert wurden, und die in der Verwendung der Pariser Kommentare durchaus «stationaer geblieben» sei2s. Doch nicht nur Mitarbeiter, die wirklicli Gutes zu bieten gehabt haetten28 29, gingen dem Unternehmen verloren, sondern auch die Abnehmer, so dass die kaufmaennischen Schwierigkeiten, die schon in der vorangegangenen Zeit nur mit Miihe hatten iiberbriickt werden konnen, aufs neue Gegenstand ernster Besorgnis wurden, Weber schreibt daruber am 6. September 1836 wort- lich : «Waehrend von meiner Seiie fortwaehrend das Mogliche geschieht, um die byzantinische Sammlung zu immer weiterer Vollendung zu bringen, erkaltet die Teilnahme des Publikums dafuer auf eine wahrhaft erschreckende Weise, gehen, ich rnochte sagen, taeglich die anfaenglichen Subskribenten ab. Teils lichtet der Tod Hire Reihen, teils wirkt schon lange nicht mehr der erste Enthusiasmus fuer dieses Unternehmen, dass vielen auf die Laenge zu beilaeufig, zu kostspielig werden mag. Man schickt mir die neuen Baende zuriick, ohne auch eben einmal einen Grund anzugeben, kurz, man faellt auf alien Seiten ab. Rezensionen erscheihen nicht, Oder es stehen dann iibelwollende in den Berliner Jahrbu- 28) Komnenen und Normannen, Stuttgart 1852, XXI ff.,9) fiber Tafels Bedeutung, vor allern auch fur das Bonner Corpus, vgl. Carl Neumann in: Allgemeine Deutsche Biographie, 37, Beipzig, 1894, 342 ff. und Ernst Gerland, Das Studiun der byzantinischen Geschichte vom Humanismus bis zur Jetztzeit, Athen 1934, 44 f. Bei Gerland, a.a.o., 44 Anmerkung 58 und 45 Anmerkung 60 finden sich ferner Hinweise auf Niebuhrs Bemiihungen um Fallmerayers Mitarbeit.

59 Das Bonner Corpus und die Berliner Akadetnie 377 chern80; meine Anzeigen helfen natuerlicherweise nicht, um auch nur einen neuensubskribenten zu gewinnen. Es sindseit der Ostermesse 1835 bis die sen Aug enblick 68 Subskribenten abgegangen! Wobei ich ausdruecklich nur solche zaehle, von deren Abgang ich geiuiss bin. Denn von vielen, die nicht pilnktlich zahlen, weiss ich es selbst noch nicht, kahn es aber nicht besser vermuten und habe einstweilen keine Ursache, mich Hires Stillschweigens zu freuen». Auf Grand dieser Darlegungen Webers fasste die philosophischhistorische Kiasse am 6. Februar 1837 auf Antrag Wilkens und Bekkers den Beschluss, fiir den Verleger eine einmalige Unterstutzung in Hohe von 300 Reichstalern zu beantragen. «Dieser Antrag wird» laut Protokoll «mit aeht Stimmen gegen eine angenommen; die Stimme des neunten Anwesenden ging namlich dahin, dem p. Weber eine noch grossere Unterstiitzung zu gewahren». Nachdem jedoeb bereits am 25. Januar 1836 die Oberreehnungskammer gelegentlich einer Revision Auskunft dariiber verlangt hatte, was die Akademie berechtige, ein Privatunternehmen des Verlegers Weber zu subsidiieren, vermochte sich der Geldverwendungsausschuss der Akademie in seiner Sitzung vom 16. Februar 1837 keineswegs auf den Standpunkt der philosophisch - historischen Kiasse zu stellen; das Protokoll berichtet fiber den Gang der Beratungen folgendermassen : «Herr Weber befindet sich also in demselben Fall tvie jeder Buchhandler, der auf Gewinn und Verlust ein Werk in Verlag genommen hat, und wenn daher die Wichtigkeit dieser Unternehmung in wissenschaftlicher Hinsicht ein Motiv zur Unterstiitso) Webers Auffassung ist in diesem Punkt einigermassen unverstandlich. In den Jahrbiichern fiir wissensckaftliche Kritik, hgg. von der Societat fiir wissenschaftliche Kritik zu Berlin, sin! dem Bonner Corpus bis zum Jahre 1837 zwei Sammelbesprecliungen aus der Feder Gottfried Bernhardys gewidmet, namlich Jahrgang 1831, 2, 320 ff., und Jahrgang. 1832, 2, 121 ff. Jn beiden Besprechungen werden die wissenschaftliche Bedeutung des Corpus und Niebuhrs Verdienste um dieses gebiihrend hervorgehoben und an den Editionen selbst nur sehr bescheidene AUSstellungen gemacht. Freilich schatzte Bernhardy seiner wissenschaftlichen Einsicht gemass einige der edierten byzantinischen Autoren nicht hoeh ein und sprach das auch offen aus; aber dadurch diirfte der Absatz des Corpus doch wohl kaum beeintrachtigt vvorden sein. 240

60 878 Job. Irmscher zung fur die Akademie sein sollte, so warden sich daraus sogleich Exemplifikationen ohne Zahl ableiten lassen. Nachstdem fanden verschiedene Mitglieder des Geldverwendungsausschusses noch zu bemerken, dass Herr Weber als Verleger uber den zunehmenden Mangel an Absatz uiohl Klage fuhren konne, ohne deshalb den Beweis gefuhrt zu haben, dass er uberhaupt bei der Herausgabe des Corpus historiae Byzantinae im Nachteil stehe. Endlich konnte auch nicht unerwahnt bleiben, dass die Summe von 300 Talern mil dem dadurch zu erreichenden Zweck ausser allern Verhaltnisse stehe und dass die Bewilligung oder die Zuruckweisung derselben, den Herrn Weber nicht veranlassen werde, das Unternehmen fortzusetzen Oder liegen zu lassen, dass die Beivilligung der Summe von 300 Beichstalern daher als ein zwecklos verwendetes Geschenk der Akademie an Herrn Weber betrachtet werden musse. Der Beschluss fiel dahin aus, der philosophisch - historischen Klasse den Antrag zu einer Outerstutzung von 300 Talern an den Buchhandler Weber zu Bonn zuruckzugeben, um dsnselben, im Falle es notig erachtet werden sollte, genuegend zu motivieren und den Geldverwendungsausschuss dadurch in den Stand zu selzen, sich dem Antrage der Klasse anschliessen zu konnen». Als jedoch die Klasse in ihren Sitzungen am 6. Marzund 17. April auf ihrein Antrage beharrte, einigte man sich schliesslich in der Session des Geldverwendungsausschusses vom 27. April auf eine zusatzliche Subskription von ftinf Exemplaren unter Einschluss der bereits erschienenen Bande. Obgleich dafxir der Akademie hoherekosten erwachsen als nach der urspriinglichen Form des Antrags, namlicb 5X90 Reichstaler 16 Silbergroschen = 433 Reichstaler 18 Silbergroschen, erklaren sich dennoch das Plenum (am 8. Juni) und das Kultusministerium (am 19. Juni) mit dieser Losung einverstanden. Trotz solcher Hilfe setzt indes sehr bald eine sichtbare Stagnation ein. Wahrend von Beginn des Corpus bis zum Jahre 1830 zehn Vollbande81 und bis zum Jahre 1837 weitere 19 Vollbande im Druck erschienen, bedurfte es fur die daruberhinaus noch ersch- *') Ieh spreche von Vollbanden, um zu verdeutlichen, dass Ausgaben, die von vornhereiu an andere angebunden waren wie z B. die des loel, des Georgios Akropolites, des Georgios Pisides u. a., obgleich sie ein eigenes Titelblatt haben, nicht als selbstandige Bande gezahlt wer-

61 Das Bonner Corpns und die Berliner Akademie m cinenden 21 Vollbande ganzer 52 Jahre obgleich der grosste Teil dieser Ausgabe von Immanuel Bekker selbst «betorgt» wurde82. * * 8 So werden dehn aucli in den nachsten Jahren die akademi* schen Akten fiber das Corpus sparlicher. Beachtung verdienen k- diglich zwei Hinweise. Am 29. Oktober 1838 stellt die Klasse fest, dass sie mit einer Abschrift des Pariser Textes der ChrQ* nik von Morea, die Wladimir Brunet liefern sollte, nicht mehf rechne, und unter dem 2. Marz 1840 wird ein Antrag des am 14. Marz 1839 in die Akademie gewahlter Kirchenhistoriker August Neander38 notifiziert, «dass die Akademie als Zugabe zu dem Corpus scriptorum historiae Byzantinae eine Sammlung von wichtigen Eebensbeschreibungen griechischer Heiliger, besonders solcher, welche von Zeitgenossen oder Schfilern der Heiligen verfasst waeren veranstalten moge, indem solche L,ebensbeschreibungen aucb fur die politische Gesehiehte des griechischen Reiches wichtige Nachrichten enthalten». Die Klasse bat Neander, seinen Antrag «schriftlich zu wiederholen- und naeher zu motivieren», das ist jedoch offensichtlich nicht geschehen. Erst im Jahre 1848 kam die Edition wieder in Fluss. Das Protokoll der Klassensitzung vom 13. Maerz jenes Jahres enthaelt folgende Notiz : «Hr. Meineke trug darauf mundlicli an, den Verleger der Scriptores historiae Byzantinae zur Fortsetzung und zum Abschluss der Herausgabe anzuregen, da doch die Akademie das Un ternehmen in ihren Schutz genommen habe. Herr Bekker unterstiitzte den Antrag. Es wurde besehlossen, an den Verleger zu 8i) Bekkers Verdienste uin die Philologie, die sich in einer Vielzahl anderer Editionen dokumentieren, (vgl. z. B. die Wurdigungen bei Bursian,a.a.O., 1, 658; Adolf Harnack Gesehiehte der Koniglich Preussischen Akademie der Wissensehaften zu Berlin, I 2, Berlin 1900, 857 f ; Alfred Gudeman, Grundriss der Gesehiehte der klassischen Philologie, 2. Auflage Eeipzig und Berlin 1909, 226), sollen damit in keiner Weise geschmalert sein, seine Arbeit am Corpus ist jedoch ein schlagender Beweis fur Wilamowitz Feststellung (a a.o., 54), «dass man noch dachte, fiir die Byzantiner ware» mit einer so nachlassigen philologischen Be handlung «genug getan». 8S) Amburger, a. a. O. 26.

62 890 Joh. Irtnscher Schreiben, und HerrBekker iibernahm es, den Entwurf des Briefes durchzusehen, da er den Gang des Unternehmens durch eigene Teilnahme am genauesten kennt». Die Revolutionsereignisse verhinderten die Ausftihrung dieses Beschlusses. Ausdriicklich wird im Protokoll der Sitzung voin xo. April folgendes festgestellt: «In der vorigen Sitzung war beschlossen, Herrn Weber in Bonn, Verleger des Corpus scriptorum historiae Byzantinae, zur Fortfiihrung der seit fiinf Jahren stockenden Herausgabe in geeigneter Weise anzuregen. Die stiirmische Zeit, die unmittelbar nach dem letzten Sitzungstage der Klasse eingetreten war, hatte die Absendung eines solchen Schreibens verzogert. Der unterzeichnete Sekretar [Trendelenburg] legte nunmehr einen Entwurf vor, teilte aber mit Herrn Bekker das Bedenken, ob die letzten Ereignisse den rechten Zeitpunkt bildeten, um an die Fortsetzung eines lange zuriickgehaltenen kostspieligen Unternehmens zu mahnen. Es wiirde sich in jetziger Zeit eine unerwiinschte Antwort voraussehen lassen. Die Klasse beschloss, die Sache einstweilen ruhen zu lassen. Der Entwurf des Schreibens an Herrn Weber soli nach Ablauf von sechs Monaten wieder vorgelegt werden, damit dann nach Lage der Umstande das N6- tige zur Erwagung komme». Doch auch am 5. Marz 1849, als das Thema erneut zur Verhandlung stand, kam es nicht znr Absendung des beschlossenen Mahnschreibens an Weber, vielmehr wurde zunachst Eachmann gebeten festzustellen, wieviel liberhaupt noch herauszugeben sei. Diese Priifung zog sich langer hin, so dass erst im Mai 1850 wieder fiber das Corpus verhandelt wurde. Ohne dass Eachmanns Stellungnahme vorlag, richtete der Sekretar Trendelenburg, einem Antrage Immanuel Bekkers naclikommend, folgendes Schreiben an Weber, das am 18. Mai abgesandt wurde ; «Der tatige Anted, den die Konigliche Akademie der Wissenschaften an der Ausgabe des Corpus scriptorum historiae Byzantine genommen hat, wird die folgende Frage und Bitte der unterzeichneten philosophisch - historischen Klasse rechtfertigen. Seit dem Jahre 1832 tragt der Titel der Sammlung den Namen der Akademie als der Fortsetzerin nach Niebuhrs Tode. Die Akademie leistete fiir Vergleichung von Handschriften nicht unbedeutende Zuschiisse. Sie unterstutzte das Unternehmen im Jahre 1837 durch den Ankauf von fiinf Exemplaren der erschie-

63 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 381 nenen Baende und durcli Unterzeichnung auf eine gleiche Anr zahl aller folgenden. Die Akademie wiinscht daher lebhaft, dass das Unternehmen seiner Beendigung entgegengefiihrt werde, und es hat ihr zur Freude gereicht, dass sie nach einem Zwischenraum von fast sieben Jahren, in welchem das Werk beinahe zu stoeken schien, im Dezember vorigen Jahres zwei neu erschienene Baende der Sammlung empfing. Es muss ihr indessen besonders daran liegen, dass die jenigen Teile der byzantinischen Historiker gefordert werden, welche bisher noch nicht herausgegeben sind. Zu den wichtigeren Sehriften dieser Art gehoren die unedierten Bucher der byzantinischen Geschichte des Nicephorus Gregoras. Schon im Jahre 1832 wurden sie fiir das Corpus auf Kosten der Akademie abgeschrieben; aber sie sind bis jetzt nicht erschienen, wahrend der 2. Band des Nicephorus Gregoras, der die friiher herausgegebenen Bucher seiner Geschichte zu Ende fiihrt, bereits im Jahre 1830, von Professor Schopen bearbeitet, herauskam. Die unterzeichnete pliilosophisch historische Klasse bittet daher Euer Wohlgeboren ergebenst um gefallige Auskunft, welche weiteren Aussichten auf Forde rung des ganzen Unternehmens vorhanden seien und was namentlich fiir die Herausgabe der bezeichneten Bucher des Nicephorus Gregoras geschehen sei oder geschehe». In Gegensatz zu seinen friiheren Gepflogenheiten Hess Weber mit der Antwort auf sich warten. Da auch mehrfaclie Erinnerungen vergebens blieben, wandte sich die Klasse zunachst an Schopen und, als dieser ebenfalls schwieg, an Welcker mit der Bitte um Vermittlung. Schliesslich bequemte sich Weber am 22. Juni 1852 zu einer Antwort, die freilich mit seinen friiheren Verhandlungsformen nicht ganz in Einklang stand. Die 46 er schiencnen Bande sprachen «nicht eben fiir Verzagtheit» auf seiner Seite. Dass der Druck 1843 aussetzte, liege einmal an der Ungunst der Zeiten, zum anderen an dem schlechten Eingang der Manuskripte (Zonaras III, ed. Pinder; Anna Comnena II, ed. Schopen). Den Band Nicephorus Gregoras III werde Ludwig Schopen infolge seiner starken Inanspruchnahme als Gymnasialdirektor nicht besorgen konnen; ob nicht Bekker wie es denn spater auch geschah dazu bereit sei? Dann schliessen sich Vorschlage fiir die Gestaltung des Corpus an: Fiir Kiirzeres mochte ein Supplementband vorgesehen werden, fiir das Gesamtwerk ein «vollstandiger sprachlicher und sachlicher Index»

64 m Joh. Irmscher alsoeine Art eimeuerter Du Cange sowie eine «wissenschaftliche Abhandlung iiber alles, was in dem Zyklus der byzantinischen Geschichte und deren Erzaehler einschlaegt» also eine Art Bibliotheca Byzantina. Dass Webers Schreiben mit der schon fast stereotypen Bitte um finanzielle Unterstiitzung endet, wird man auf Grund der Kenntnis des Vorangegangenen nicht anders erwarten. Webers Brief bewirkte zunachst einmal eine Regeneration der byzantinischen Kommission, die seit ihrer Begriindung im Jahre 1831 Rachmann am 13. Marz 1851 durch den Tod verloren, sonst aber ihren Mitgliederbestand unverandert gewahrt hatte. Auf Vorschlag Bekkers wurden in der Klassensitzung am 12. Juli der Numismatiker Moritz Pinder, Mitglied der Akademie seit 24. Mai 1851s4, sowie der Historiker Georg Heinrich Pertz, Mitglied der Akademie seit 23. Januar 1843 s6, zu der Kommission hinzugewahlt. Die so erweiterte Kommission trat nunmehr am 30. Juli 1851 zur Beratung zusammen, das Ergebnis ihrer Verhandlungen formulierte Pinder in einem Bericht an die philosophisch - historische Klasse. Darin heisst es unter anderem: «Es sind bis jetzt 46 Bande erschienen, welche bis auf einen geringen Rest alles wichtige enthalten, was in die Pariser und venezianische Sammlung aufgenommen war. Manches ist in der Bonner Sammlung mehr geliefert worden, wie Zosimus, Merobaudes et Corippus, Ephraemius, wogegen anderes, als jetzt zum Wiederabdruck nicht geeignet, ausgeschlossen wurde. Die Zahl der notwendig noch zu liefernden Bande beschrankt sich auf vier. 1) Anna Comnena Band II; wird nach Mitteilung des Verlegers von Herrn Sehopen noch im Raufe dieses Sommers in Druck gegeben werden. Sobald dieser Druck beendigt ist, wird sich 2) der dritte Band der Ansgabe des Zonaras von Pinder sogleich anschliessen. 3) Der unedierte Teil des Nicephorus Gregoras, Buch 25 bis 38, ist von Herrn Bekker iibernommen. Die schon friiher auf Kosten der Akademie in Paris besorg. te Abschrift der Bucher 27 bis 38 liegt nebst der lateinischen ijbersetzung bereits vor; die noch fehlenden Bucher 25 und 26 werden hoffentlich aus einer vatikanischen Handschrift (No. * *4) Amburger, a. a. O., 28.,s) Amburger, a. a. O., 27 f.

65 Das Bonner Cerpus nnd die Berliner Akademie m 1095) beschafft werden konnen88, oder aus einem Manuskript des Escurial, welches 29 Biicher enthalten soli (Millers Katalog, letzte Seite). 4) Michael Attaliota, bisher ungedruckt. Die aui Kosten der Akademie gemachte Abschrift befindet sich in den Handen des Herrn Weber, welcher die Starke auf 20 Druckbogen schatzt. Herr Bekker will die Herausgabe ubernehmen. Diese vier Bande, welche unmittelbar nacheinander geffihrt werden konnen, sind alles, was zum Abschluss des Corpus historiae Byzantinae notwendig ist. Dasselbe konnte zwar viel weiter ausgedehnt werden, doch scheint es zweckmaessig, bei den Klagen des Verlegers fiber ungeniigenden Absatz, die Sammlung auf das Notwendige zu beschraenken». Aus ebendiesem Grunde wird auch von einer eingehenderen Erorterung der Weberschen Vorschlaege Abstand genommen, lediglich den Plan einer kurzen libersicht sowohl der «Autoren mit Angabe der in ihnen behandelten Zeitdauer als der einzel- nen Regierungen des byzantinischen Kaiserturas mit Beifiigung der ftir eine jede vorhandenen byzantinischen Geschichtsquel- len» greift Pinder als durchffihrbar auf. Im iibrigen wird die Moglichkeit spaeterer Supplementbaende keineswegs ausgeschlossen. Diesem Votum schloss sich die Klasse in ihrer Session vom ir. August 1851 voll an. Man draengte auf raschen Abschluss und disponierte auf einen Zuschussbetrag von 500 Reichstalern, der sich fiber die Jahre 1852 und 1853 verteilen sollte. «Zur leichteren libersicht des Ganzen» wurde der Verleger aufgefordert, «der friiheren Absieht gemaess am Schlusse numerierte Titel zu den einzelnen Abteilungen nachzuliefern». Die Abfassung der Autorenubersichl ubernahm Pinder. Im Sinne dieses Beschlusses sclirieb der Sekretar Trendelemburg am 14. August 1851 an Weber, der am 8. September sein Einverstaendnis mit den Wtinschen der Klasse kundgab, Man ist geneigt anzunehmen, dass nach so klaren Entschei- dungen nunmehr das Corpus innerhalb weniger Monate seinen Abschluss haette finden konnen. In Wirklichkeit dauerte es se) Die Kopie besorgte Heinrich Brunn; sie ging am 3. Mai 1852 ip Berlin ein.

66 384 Joh. Irmscher jedoch viereinhalb Jahrzehnte, bis der letzte der vorgesehenen vier Baende vorlag. Zunaechst ging es, nachdem einer Mitteilung Webers zufolge mit dem Bande Anna Comnena II vorerst nieht zu rechnen war, um die Ausgabe des Michael Attaliota, deren Manuskript dem Verleger seit laengerer Zeit vorlag. In der Klassensitzung vom 23. Oktober 1852 wurde dazu festgestellt: «Die Akademie habe sich beeifert, das Ihre zur Forderung des Werkes zu tun, und wiirde dringend wiinsehen, dass dies nieht vergeblich geschehen sei». Bereits am 31. Oktober trafen jedoch die ersten Aushaengebogen ein, die freilich eine solche Vielzahl von Druckfehlern entliielten, dass Trendelenburg in einem Schreiben vom 26. November 1852 namens der Klasse eine sorgfaeltige Beaufsichtigung des Druckes forderte. Weber konnte in seiner Antwort von 24 Februar 1853 darauf aufmerksam machen, dass er zur Hilfeleistung auf Empfehlung Schopens den Dr. phil. Johannes Vahlen (geboren in Bonn am 27. April 1830), den nachmaligen Berliner Professor und Akademiker, herangezogen habe ; die Klasse beschloss darauf am 28. Februar 1853, die Sache auf sich beruhen zu lassen. Schwierig gestaltete sich dagegen die Auseinandersetzung mit Wladimir Brunet,.der in einem Schreiben vom 28. Oktober 1852 gegen die Angabe «ex rec. Imm. Bekkeri» protestierte, da er den Autor entdeckt und die Abschrift seines Werkes freilich bereits im Jahre 1836 und im Auftrage der Akademie besorgt habe und somit auch als der Editor anzusehen sei. Brunets Schreiben zirkulierte bei den Mitgliedern der byzantinischen Kommision, von diesem machte Boeckh den ausser von Bekker allseits akzeptierten Vorschlag, man moge Brunets Wunsch entsprechen und auf den Titel neben Brunets Namen den Zusatz «cum emendationibus Imm. Bekkeri» stellen. Bekkers energischer Einspruch gegen eine solche Eosung fuhrte zu neuen Verhandlungen, in deren Ergebnis bei Stimmenthaltung Boeckhs am 2. Dezember 1852 beschlossen wurde, das auswaertige Mitglied der Akademie Benedikt Hase um eine Vermittlung bei Brunet anzugehen. Hases Bemuhungen batten Erfolg, bereits am 20. Dezember teilte Brunet mit, dass er mit einer vor der Akademie vorgeschlagenen Entschaedigung seiner Eeistung und folgender Titelfassung einverstanden sei: «Michaelis Attaliotae historiae, Opus a Vladim. Bruneto de Presle Instituti Imp. Gallici Socii inventum descriptum correctum ] recognovit ] Imm. Bekker». So konnte

67 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 385 denn die Ausgabe noch 1853 erscheinen; ihr folgte zwei Jahre spater der Abschluss des Nikephoros Gregoras, dessen Druck von den unaufhorlichen finanziellen Klagen des Verlegers begleitet war. Der Aktenfaszikel des akademischen Archivs schliesst mit einer unterm 31. Januar 1856 gefertigten Aufstellung «samtlicher Bewilligungen ftir die byzantinischen Gesehichtsschreiber», welche sieh auf 1601 Reichstaler 10 Silbergroschen beliefen, nicht jedoch war zu diesern Zeitpunkt bereits auch das Corpus selbst zum Abschluss gebracht. Immer noeh standen zwei Baende aus, die Schriften von Autoren enthielten, deren Gesamtedition bereits eingeleitet war, naemlich Band II der Ausgabe der Anna Komnena und Band III der Ausgabe des Zonaras. Die Anna Komnena Edition fand schliesslich 1878 ihren Abschluss, ohne dass dariiber in der Akademie viel gesprochen wurde; Sehopens Schuler August Reifferscheid 31 hatte sich des Bandes, fiir den bereits gute Vorarbeit geleistet war, mehr aus Pietaet als weil er seinem wissenschaftlichen Interessengebiet angehorte, angenommen. Dagegen musste sieh die philosophisch - historisehe Klasse mehrfach mit dem dritten Zonarasband beschaeftigen. In ihrer Sitzung vom 20. Ianuar 1879 beschloss sie, Alfred Schone fiir die Ausgabe zu gewinnen. Dieser nahm zunaechst auch an, trat dann aber im Oktober 1883 von dem Auftrag zuriick. liber Friedrich Hultsch wandte man sich darauf an den Dresdner Gymnasiallehrer J. R. Theodor Biittner Wobst, der sich nichs nur durch die Edition, sondern auch durch die sie begleitenden Abhandlungen um die Zonaras Forschung verdient machte. 1897, im vierzehnten Jahr nach der Beauftragung Biittner Wobsts, lag der Band vor 3S. Damit fand das Bonner Corpus fiir die Berliner Akademie seinen Abschluss, ohne dass die zur Betreuung des Unternehmens eingesetzte Kommission waehrend der letzten Dezennien auch nur ein einziges Mai zusammentrat, ohne dass sein Anlageplan je wieder zur Diskussion kam, ja ohne dass iiberhaupt des erreichten Abschlusses auch nur Erwaehnung getan wurde. * *,r) Vgl. Georg Wissowa, Biographisches Jahrbuch fiir die Alterthumskunde, 12. Jahrgang 1889, 47. *e) Vgl. Franz Poland, Biographisches Jahrbuch fiir die Altertumswissenschaft, 32. Jahrgang 1909, 138, sowie Patzig, Byzantinische Zeitschrift 15, 1906, 513. ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Z, 25

68 386 Job. Irmscher Das beginnende 19, Jahrhundert, in dem die waehsenden Produktivkraefte den alten Handwerksbetrieb zunehmend durch die Manufaktur mit ihrer Arbeitsteilung und der dadurch moglichen Produktionssteigerung ablosten, hat auch auf dem Gebiete der Wissenschaft zu neuen Arbeitsformen gefiihrt. Auf dem naturwissenschaftlich techniselien Bereich mit seinen Forschungsinstituten Und Grosslaboratorien ist das ganz augenscheinlich, doch blieb auch der philologiscli - historische Bezirk davon nicht ausgeschlossen. Gerade die Berliner Akademie mit ihren Gemeinschaftsunternehmungen, die von Kommissionen getragen wurden, weil sie ihrem Umfang nach Arbeitskraft und Eebenszeit eines einzelnen Gelehrten uberschritten, beweist eine solche Entwicklung. Es war also nicht von ungefaehr, wenn Niebuhr den Plan eines Corpus Byzantinum aufgriff, und durchaus folgerichtig, dass sich die Akademie des Unternehmens nach seinem Tode annahm. Worin aber liegen die Ursachen, dass diese Sammlung, die zweifelsohne aus einem akuten wissenschaftlichen Bediirfnis erwuchs, dennoch unzulaenglich blieb und die Erwartungen ihrer Interessenten enttauschte? Die Grunde, scheint mir, sind aus unseren vorangegangenen. Darlegungen deutlich geworden. Sie liegen einmal in der Sache selbst und sind zum anderen technischer Natur. Fragen wir zunaechst nach den Ursachen der erstgenannten Art! Das Corpus entsprach einem wissenschaftlichen Bediirfnis insofern, als einmal die altertumswissenschaftliche Forschung fiir ihre eigenen Arbeiten die Byzantiner zunehmend weniger entbehren konnte, und es trug ferner darin wissenschaftlichen Erfordernissen Rechnung, dass der griechische P'reiheitskampf und das Interesse, das man in Europa daran nahm, zu einer Beschaftigung auch mit dem mittelalterlichen Griechenland anreizten. Auf diese Bediirfnisse hatten die Fferausgeber des Corpus bei der Aufstellung seines Anlageplanes jedoch viel starker Rucksicht nehmen miissen, indem sie diesen unter den Fachgenossen zur Diskussion stellten und nach den dabei sich ergebenden Kritiken korrigierten; stattdessen legte man ein Programm zugrunde, das zwei Jahrhunderte vorher unter ganz anderen inneren und ausseren Voraussetzungen seine Richtigkeit gehabt haben mochte, und kam schliesslich zu einer Sammlung, die weder in Hinblick auf Vollstandigkeit noch auf wissenschaftliche Aktualitat den gegebenen Notwendigkeiten geniigte. Diese fehlende Orientierung an den

69 Das Bonner Corpus und die Berliner Akademie 387 Problemen, fur welche das Corpus Quellenmaterial bereitstellen konnte, zeigt sich auch in der Festlegung seines Umfangs. Noch langst ehe der Plan auch nur zu wesentlichen Teilen erfiillt war, erlahmte das Interesse am Corpus nicht nur bei seinen Abnehmern, sondern auch bei seinen Herausgebern. Von solcher Interesselosigkeit zeugt die unzulangliche Konstitution der Texte, von ihr zeugen vor allem die von Tafel immer wieder herausgestellten Mangel S!\ von ihr zeugt die Tatsache, dass man die Korrektur, ja nicht selten sogar die Auswahl der Bearbeiter von Indizes und lateinischen Versionen und ihre Beaufsichtigung dem Verleger uberliess. Die Akademie hat auch bei anderen Arbeiten solches Lehrgeld zahlen mussen, ehe sie fur ihre Grossunternehmen feste Arbeitsstellen mit angestellten Mi tarbeitern schuf, welche die Tatigkeit der im freien Vertrag arbeitenden Gelehrten koordinierten und fur eine Vereinheitlichung der zum Druck kommenden Manuskripte sorgten. Fur diese Drucklegung aber muss und damit beriihren wir den Kreis der ausseren Ursachen von vornherein eine Kalkulation zur Verfiigung stehen, die einen eventuell notigen Zuschussbetrag eindeutig nachweist und so die gelehrte Gesellsehaft, die das Unternehmen tragt, vor spateren unliebsamen LTberraschungen bewahrt. Es ist jederzeit vertretbar, wenn bei derartigen wissenschaftlichen Werken aus Griinden der Sparsamkeit die Ausstattung schlicht und einfach gehalten wird; wenn dagegen wegen fehlender Mittel Konzessionen hinsichtlich der wissenschaftlichen Qualitat erforderlich werden, ist es besser, auf das Unternehmen ganz zu verzichten als Unzulaengliehes zu bieten. Ein Verleger lcann den Nachdruck eines Standardwerkes veranlassen und wird sich damit nicht selten ein Verdienst um die Wissenschaft erwerben; eine Akademie dagegen ist verpflichtet, nur solche Veroffentlichungen zu bringen, die in alien Punkten dem letzten Stand der Forscliung entsprechen und iliren Notwendigkeiten in alien Stricken geniigen. Man wird unter solchem Aspekt Mignes Vorgehen, das sich von vornherein auf den Nachdruck von Alterem beschraenkte, als verdienstlicli anselien mussen, waehrend das Bonner Corpus fur ein blosses Verlagsunternehmen zu viel, fur ein Akademie Unternehmen zu we- S9) Vgl. oben S. 15.

70 888 Joh. Irmscher nig bietet. Moge d'e Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin als Nachfolgerin der Preussichen Akademie des vergangenen jahrhunderts die mit deni Bonner Corpus begonnene byzantinistisehe Tradition wieder aufnehmen und orientiert an den Aufgaben der Gegenwart und gestutzt auf die Erfahrungen der Vergangenheit, diese Studien in ihren Mauern zu neuer Bliite fiihren. JOH. IRMSCHER

71 ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΕΝ ΜΕΜΒΡΑΝΑΙΣ Σ1ΠΛΛΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝ ΡΕΘΥΜΝΩ' I. ΜΟΝΗΣ ΜΥΡίΟΚΕΦΑΛΟΥ Σιγιλλιώδες εν μεμβράνη γράμμα τοΰ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ανθίμου Δ' (τό β'.) περί άποσπάσεως τοΰ Μοναστηριού Μυριοκεφάλων από τής Μονής Ρουσπ'κων και άνακηρύξεως αΰ* τοΰ εις Σταυροπήγιον. Διαστάσεις τοΰ εγγράφου τό μέ*.' ύψος μετά της ουράς 0,65, τό δέ πλάτος 0,52μ. Ή γενική κατάστασις οΰχί καλή, μέ πολλάς φθοράς λόγφ διαβρώσεως των ύδατων κσί μάλιστα είς τάς πτυχιόσεις διπλώσεως. Τό σιγίλλιον εις ήν κατάστασιν εύρίσκεται σήμερον διεσώάη υπό τοΰ Κ. Δρανδάκη, καθηγητοΰ έν τω Γυμνασίω θηλέων Ρεθυμνης, κατά τινα έπίοκεψίν του εϊς την Μονήν Μυριοκεφάλων. Μετά τάς συνοδικάς ϋπυγραφάς έπικρέμαται διά κυανής μετάξης άποχρωματισμένης βοΰλλα έκ μυλΰβδου εχουσα διάμετρον 0,07. Επί τής μιας δψεως τής βούλλας υπάρχει επιγραφή: «Άνάψος ελέφ Θεοΰ Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικό; Πατριάρχης 1848*. Έπί δέ τής άλλης δψεως ή είκών τής Θεοτόκου φέρουσα έν χερσί τον Χριστόν μέ τάς μεγαλογραμμάτους συντομογραφίας ΜΗ ΘΥ IC XC. Ανθιμος 1 ελέφ Θεοΰ Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης. ΟΙ δε μέν πολλαχώς η καθ ήμας τον Χρίστον Μεγάλη Εκκλησία χεΐρα βοήθειας όρέγειν τοΐς χρείαν έχι,νσι, καί πολνιρόπως άντιλααβάνεσθαι των προστρεχόντων τη Πατριαρχική περιωπή και /ιεγαλειότητι, θεραπείαν τε των σφών έπιδεομένων παθών καί δεινών παντοίων απαλλαγήν επάγειν. Τοΐς πασι γάρ τά πάντα γίνεσθαι δει τον τής κοινής προστασίας τοΰ χριστεπώνυμου πληοώμαζος είληχότα προς καταρτισμόν των απάντων κατά την άποστολικήν υποτύπωσιν, οΰχ ήττον δ'ε καί διά τής σταυροπηγιακής φιλοτιμίας τά πολλά των άπανταχοΰ θείων καί ιερών καταγωγίων κρατννονσα, τό άνενόχλητον καί ακίνδυνου και άζήμιον αυτοϊς έπιμνηστεύεται, δι ών ανςεται και καλλΰνεται ταΰτα, καί θεοΰ ελε οΰντος καί βοηθοΰντος εις μακράν διαμονήν περισώζεται. Επειδή τοιγαροΰν ανηνέχθη ήδη τή ήαών Μειριότητι προκαθήμενη Συνοδικώς καί έδηλώθη από τε Άρχιερατικοΰ γράμματος τον Ίερωτάτου Μητροπολίτου Κρήτης ύπερτίμου καί Έξάρχον Ευρώπης άγαπητοΰ ήιιϊν εν Χριστφ αδελφοΰ καί συλλειτουργοΰ κυρ Αιονυσίουκαί από κοινής αναφοράς συνυπογεγραμμένης παρά τοΰ Όσιωτάτου κυρ Χ(ατζ)ή Ματθαίου*, Ηγουμένου τοΰ έκεΐσε ήμετέρου Πα-

72 390 Εύμενίου Φανουράκη rριαρχικον καί Σταυροπηγιακόν Μοναστηριού Ρονστίκον έπιλεγομένον, και των Ιν Σφακίοις προκρίτων χριστιανών Καπιτατανίων, δτι το εν τη Νήσφ ταντη Κρήτη κατά την έπαρχίαν Ρεϋύμνης παρά τφ Μελοπο τάμφ κείμενον ιερόν Μονήδριον τιμώμενον \ επί τφ ένδόξφ γενε&λίφ τής Ύπεραγίας Θεοτόκον, και επιλεγόμενου Μυριοκέφαλον, οπερ ό είρημένος χ(ατζ)ή Ματθαίος ήγουμενενων του ρηΰέντος Ιερόν Μοναστηριού τον Ρονστίκον άνωκοδόμησε καί άνήγειρε* μετά πολλών κόπων καί διά τής συν \ δρομής των είρηιιένων εν Σφακίοις χριστιανών Καπιτανίων, αυτό φαμέν, τό ιερόν Μοναστήριον διατελοΰν καί υποκείμενον εις δεύρο υπό την προστασίαν τής ρη&είσης 'ιερός Μονής του Ρονστίκον6, καί υπό των άποστελλομένων έξ αυτόν πάτε ρων διοικονμενον, ού μόνον ονδεμιας ετυχε τής ανξήσεως καί προόδου, αλλά τουναντίον ώφίλη δπισϋοβατούν καί όκλλζον καί εις ά&λίαν καί ελεεινήν κατάστασιν έκβιαζόμενον, ενεκα τής κακής οικονομίας καί των πολλών καταχρήσεων \ τών εκ του Ρονστίκον δωριζόμενων ηγουμένων, οΐτινες ούχ ώς άληϋεΐς ποιμένες, αλλά μιο&ωτών δίκην άμελώς διακείμενοι καί πόσης μοναστηριακής ευταξίας καταφρονούντες, καταχρώμενοί τε Ιδιοτελώς τών προσόδαιν αυτού, καί παντός νποστα τικοΰ τής ύπάρξεως αυτού κατά μικρόν άπογνμνονντες κατέστησαν αντικείμενου λύπης ον μικρός καί οδύνης τφ τε είρημένω χ(ατζή) Ματϋ αίφ καί τοις είρημένοις χριστιανούς, τοΐς [...] του γενομένον, οΐ δι αιτίαν καί αφορμήν τής τοιαύτης παραλύσεως τον μονηδρίου τούτον προβάλλοντες την σχέσιν καί υπαλληλίαν αυτόν προς τό ρηϋεν τοΰ Ρονστίκον Ιερόν Μοναστήριον, καί δτι ήν μή ταντης άπαλλαγίν καί άποσπα&έν, δπως [...] \ καί αί έπιφερόμεναι αύτω καταχρήσεις, αναδειχ&ή ίδιον Μοναστήριον έλεύϋερον, καί αυτόνομον, ώσπερ καί τά λοιπά τών σταυροπηγίων, οϊχεται, πάντως, καί εις παντελή ερήμωσιν καταντήσει. Ταυ τα τοίνυν προβαλλόμενοι οι τήν ενρ ρνίλμίαν καί διάσωσιν τοΰ μονηδρίου επιποϋούντες είρημένοι κτήτορες αυτόν έξητήσαντο ύλερμώς καί έπιμόνως τήν 'Αγίαν τοΰ Χριατοΰ Εκκλησίαν άντιλαβέοΰαι αυτόν κινδυνεύοντος, καί χεΐρα αύτω στοργικήν όρέξασίλαι, καί τής μεν δλείλρίου τέως από τών πραγμάτων άποδειχ&είσης, καί καταχρεωτικής μονονου υποταγής αυτού προς τό τοΰ Ρονστίκον 'Ιερόν Μοναστήριον άποσπασαι καί άπολυτρώσαι, καί τάς πρόσίΐεν επιγενομένας άποκλεΐσαι κακώσεις, διά δέ τής σταυροπηγιακής αξίας άνασπάσαι αύτφ τής παντελούς έξοντώσεως άναδεικνύμενον ίδιον αύτοδέσποτον Μοναστήριον τή παροχή τών σταυροπηγιακών προνομίων, κατοχνρωίλήναι δέ ταΰτα δι* έκδόσεως ήμετέρου Πατριαρχικού καί Συνοδικού Σιγιλλιώδους εν Μεμβράναις Γράμματος. Ένϋεν τοι σκεψάμενοι έκκληαιαατικώς καί τήν προ-

73 ίίατριαρχικόν εν μεμβράναις Σιγίλλιον Οαχθεϊσαν αίτηση> κατιδόντες ον μόνον τό εύλογον καί δίκαιον φέρονσαν, άτε κτητορικοϊς δικαιώμασι συνιστωμένην, άλλα καί τήν Αξιόχρεων πρόνοιαν της Εκκλησίας άναγκαίως νπαγορενονοαν εν προϋπτφ τφ κινδννω τοΰ ίεροΰ αϋτοΰ Καταγωγίου, καί προς τοντοις κατιδόντες δτι ονδεμία εκ της άποσπάσεως προσγίγνεται ζημία τφ τοΰ Ρονστίκου Μοναστηρίφ, εΐγε προς ιδίαν των καταχρωμένων ωφέλειαν ή πρός έκεΐνο υποταγή σννετέλει, καί τώ δνόματι μόνον ρουστίκειον, τφ πράγματι δε καί έκλειψόμενον παντελώς προϊόντος τοΰ χρόνον, ώς Αποδέδεικται, διά ταΰτα έγνωμεν \ Συνοδική διαγνώσει άποδέξασθαι τάς προσενεχθείσας παρακλήσεις, καί την Αρχιερατικήν άξίωαιν καί μεαι τείαν, περιβαλέσθαι δηλαδή εν τοΐς έκκλησιαστικοΐς κόλποις τό δεινοπαθονν 'Ιερόν Μονήδριον, καί τής σταυροπηγιακής έλευ&ερίας αυτό άξιώσαι, έπιρρωνυ μένους τον ζήλον, καί τήν θεάρεστον υπέρ αύτοΰ προσπάθειαν των είρημένων συνδρομητών αύτοΰ, καί οϋτω τήν ποθεινήν βελιίωσιν, καί ανξησιν συν Θεφ έκπληρώααι. Καί δή γράφοντες άποφαινόμε θα Συνοδικώς μετά των περί ημάς ίερωτάτων Άρχιε ρέων καί υπερτίμων, των εν άγίω Πνενματι Αγαπητών ημών Αδελφών καί Συλλειτουργών, ΐνα τό διαληφθέν κατά τήν [νήσον] Κρήτην εν τη Επισκοπή Ρεθύμνης παρά τφ Μυλοποτάμφ κείμενον 'Ιερόν Μυνήδριον τής Ύπεραγίας Θεοτόκου, καί επιλεγόμενον Μυριοκέφαλον, ϋπάρχη Από τοΰ νυν καί διά παντός Απηλλοτριωμένον, καί Απεσπασμένον τάλεον Από τον έκεϊσε 'Ιερόν Μοναστηριού τοΰ Ρου στίκου [ελεύθερον] πάσης προς εκείνο [...] υποταγής τε καί υπαλληλίας, νπάρχη δέ καί γνωρίζηται καί παρά πάντων γινώσκηται μετά πάντων τών Ιδίων αύτοΰ κτημάτων τε καί πραγμάτων, καί τών είσέπειτα έλέφ Θευΰ [προακτησομένων...] ίδιον καί αυτόνομον ήμέτερον Πατριαρχικόν καί σταυροπηγιακόν Μοναστηριού, ελεύθερον παντός [...] καί ανεπηρέαστον παρ[αμένον...] προσώπου Ιερωμένου ή λαϊκού καί μηδενί αλλω υποκείμενον ει μ ή μόνω τφ καθ ημάς άγιωτάτω ΙΙατριαρχικφ καί [Οίκουμεν] ικφ Θρόνω καί προς αυτόν εχη τήν σχέσιν καί αναφοράν, νπ αύτοΰ μόνον κρινόμενον καί Ανακρινόμενον, ώσπερ καί τά λοιπά Απανταχού κείμενα σταυροπήγια, μνημονευόμενου έν αντώ άεννάως τοΰ κανονικού Πατριαρχικού ονόματος, ώ; νε νόμισται, αποστέλλη δε κατ έτος προς τό Κοινόν τής καθ ήαάς τοΰ Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας τό ήδη Συνοδικώς προσδιορισθεν έτήσιον γρόσια έκατόν πεντήκοντα Αριθ. : 150 εις σημειον υποταγής καί γνώρισμα τής Σταύρο πηγιακής αύτοΰ Κλήσετυς, καί μήτε οί κατά τόπον έκεϊσε Αρχιερείς, μήτε οί τοΰ Ρονστίκου ή άλλης τίνος Μονής Πατέρες, μήτε άλλος τις τών Απάντων έχη έπ άδειας επεμβήναι αντφ, καί εις δον-

74 392 Εύμενίου Φανουράκη λείαν νπαγαγεΐν, ή των κπ; [ μάτων αντον καί πραγμάτων καί άφιερω μάτων Αντιποιηθήνατ, ή δλως αναμιχθήναι τή διοικήσει καί διεξαγωγή αντον. Καί ήδη μεν νπάρχη καί διατελή ηγούμενος αντον δ κοινή γνώμη καί έγκρίσει τον τε ίερωτάτον Μη τροπολίτον Κρήτης κυρ Διοννσίον, καί τον όσιωτάτου ηγούμενον- Χ(ατζ)ή Ματθαίον (ου καί Ανάστημα υπάρχει, ώς εγνωμεν) εκλεγείς όοιώτατος εν ΊερομονΑτχοις κυρ Εύλόγιος, ώς άξιος καί αρμόδιος, καί διά τοϋ ένόντος αντφ ζήλου καί τής φρονήοεως ικανός διακωλϋσαι [...] καί επί τα χείρω φέρειν καί την πρόοδον καί βελτίωοιν κατορθώσαι. εφεξής δε χρείας 'Ηγούμενον προκυψάσης, οΐ ενασκούμενοι εν αντφ πατέρες κατά τάς τάξεις των σταυροπήγια \ κών Μοναστηρίων έχοναιν έκλέγειν έλ.ενθέρως ώς ηγούμενον αυτών τον κοινώς έγκριθησόμενον άξιον, καί τούτον [... ] τή καθ ημάς τον Χρίστον Μεγάλη Έκκλησίρ επί τφ άναδεικνύεσθαι καί Αποκαθίστασθαι 'Ηγούμενον δι εγγράφου \ Πατριαρχικής έπινεύσεως καί άναγνωρίσεως. Έν χρεία δε χειροτονίας γενόμενοι οι ενασκούμενοι πατέρες εχουσι πρόσφορου δν άν βούλωνται των έν τή νήσφ Κρήτη Αρχιερέων επί τφ έπιτελ,είν τάς χειροτονίας αυτών μετά τής δφειλο μένης κανονικής παρατηρήσεως. Ταντα άπεφάνθη καί κεκύρωται οννοδικώς. "Ως δ άν καί όποιος των [ ] γνώμης σκαιότητι καί Ανευλάβειά καί κακοβουλία κεκινημένος τολμήση ποτέ κρυφίως ή φανερώς, αμέσως ή εμμέσως την [......] καί ελευθερίαν τον 'Ιεροϋ τούτον Μονηδρίου, καί εις δουλείαν αυτό έπαναγαγεΐν, καί ταϊς προτέραις ή άλλαις καθυποτάξαι καταχρήσεσιν, ή τους έν αντφ ασκούμενους πατέ ρας ένοχλήσαι καί έπηρεάσαι καθ ο'ιονδήποτε τρόπον προαχθείς, καί των κτημάτων καί Αφιερωμάτων αντον Αποξένωσιν διανοηθείη καί δλως βονληθή Ανα τρέψαι μέχρι κεραίας τα έν τφ παρόντι Συνοδικώς έπι [ [κεκυρωμένα] ό τοιοΰτος οποίας άν ή τάξεως καί βαθμόν, άφωρισμένος νπάρχη παρά τής 'Αγίας καί 'Ομοουσίον καί Ζωοποιού καί αδιαιρέτου Μακαρίας Τριάδος τον ενός τή φύσει δντος Θεού, κατηραμένος καί ασυγχώρητος \ καί μετά θάνατον άλυτος καί τυμπανιαΐος καί πάοαις ναι πατρικαΐς καί Σννοδικαΐς άραις υπεύθυνος, καί ένοχος τοϋ πυρός τής γεέννης, καί τφ αΐωνίφ άναθέματι υπόδικος. "Οθεν είς ένδειξιν καί διηνεκή την Ασφάλειαν έγένετο καί τό παρόν [Πατριαρχικόν] καί Συ νοδικόν Σιγιλλιώδες έν μεμβράναις Γράμμα, καταστρυτθεν έν τφ 'Ιερφ Κώδικι τής καθ ημάς τον Χρίστον Μεγάλης Εκκλησίας καί έδόθη τφ διαληφθένιι 'Ιερφ Μονηδρίφ τής Ύπεραγίας Θεοτόκου, Μυριοκεφάλφ [...] καί κειμένφ έν τή Νήσφ Κρήτη κατά την Επισκοπήν Ρεθύμνης παρά τφ Μελοποτάμφ. Έν έτει,αωνβ' κατά μήνα Ιανουάριον έπινεμήσεως I

75 Πατριαρχικόν Ιν μεμβράναις Σιγίλλιον... 35Μ! f "Αν&ιμ&ς &ίφ θεόν Αρχιεπίσκοπος Κτονοταντινουπόλετης Νέας Ρώμης καί Οικουμενικός Πατριάρχης 'Έπονται ενδεκα υπόγραφα! Συνοδικών Μητροπολιτών δνσανά* γνωστοί, μεταξύ τών οποίων διακρίνονται : f ό Καισαρείας Παίσιυς f ό Δέρκιον Νεόφυτος f δ.., Διδυμοτείχου Μελέτιος f ό Δράμας Μελέτιος f ό Βιδυνίον Παίσιος (;) f ό Δρνοτρας Διονύσιος f δ... Γρηγόριος ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ ') 'Ο "Ανθιμος Δ' έπατριάρχευσε τό δεύτερον από τοϋ 1848 μέχρι τοΰ 1852 (Μ. Γεδεών, II. Π, σελ. 698). Τήν αρχήν τής δευτέρας Πατριαρχείας ούτοΰ δεικνύει ή βοΰλλα μέ τήν χρονολογίαν Τό δέ συγιλλιώδες γράμμα χρονολο- γεϊιαι τό 1852 κατά μήνα Ιανουάριον, τής Πατριαρχείας τοΰ Ανθίμου παρα- ταθείσης μέχρι 30ης Οκτωβρίου ) Ό Κρήτης Διονύσιος, ό λεγόμενος Βυζάντιος, άνήλθεν είς τόν θρόνον τόν Δεκέμβριον 1850 ήτο μητροπολίτης μέχρι τοϋ Νοεμβρίου 1856 (βλ. Τω. μαδάκη σελ. 131, Σάρδεων Γερμανού σελ. 11). ) Περί Χατζή Ματθαίου καί Μονής Ρουοτίκου προχείρω; βλ «Χριστιανική Κρήτη» Β', σελ , ένθα ό Χατζή Ματθαίος φέρεται μέ τό έπώ. νυμον Κιρμιζάκης. *) Ή αρχική ϊδρυσις τής Μονής Μυριοκεφάλων άποδίδεται είς τόν πολόν Ίωάννην Κυργιάννην τόν λεγόμενον 'Ερημίτην καί Ξένον (διά τούς ταυτίζοντας τούτους κατά ιόν 11ον αιώνα) Περί τούτων προχείρως καί γενικώς (βλ. α) Ανθίμου Λ ε λ ε δ ά κ η, Επισκόπου Κισάμου καί Σέλινου, Ακολουθία άσμα- τική τού 'Οσίου καί Θεοφόρου πατρός ημών κύρ Ίωάννου τοΰ έν Κρήτη λάμ- ψαντος μετά βίου καί τής πολιτείας αΰτοΰ, β) Τωμαδάκη, Ό "Αγιος Ιωάννης ό Ξένος καί ή διαθήκη αυτού, «Κρητικά Χρονικά» Β, σελ *) Περί τής υποταγής καί έξαρτήσεως τής Μονής τού Μυριοκεφάλου εκ τής Μονής τών Ρουστίκων δέν γνοιρίζομει. Ή Μονή αδτη άπό τοΰ 1900 έπαυσεν ύφισταμένη διαλυθεΐσα συμφώνως τφ ύπ άριθ. 276 Νόμφ. "Εκτοτε καί μέχρι σήμερον διατηρείται ώς προσκύνημα μέ συρροήν πολλών προσκυνητών (ταξιμά- ρων), διευθυνομένη ύπό τής Επισκοπής Ρεθύμνης. to ΛΑΜΠΗΣ ΚΑΙ ΣΦΑΚΙβΝ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΑΚΗΣ

76 Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ «ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΙΓΕΝΗ» Ιδιόρρυθμη, μέ έντονη τη σφραγίδα της δικής της ξεχωριστής τεχνικής, στέκει παράμερα απ όλες τις άλλες Άκριτικές μια παραλλαγή από την Κρήτη για τό «Θ άνατο τοΰ Διγεν ή». Δεν υπάρχει σχετική μελέτη, πού νά έξηγή τό ύφος και τό χαρακτήρα της και ν άναλΰη τον τρόπο πού άρχισε και όλοκληρώθη ή σύνθεσή της. Τό έργο τούτο φιλοδοξεί νά τό επιχειρήση ή παρούσα διατριβή. Ή Κρητική παραλλαγή αρχίζει μέ τον επιβλητικό στίχο «'Ο Διγενης ψυχομαχεί κι ή γη τόνε τρομάοαει» καί περιέχεται μέσα στις Εκλογές τού Ν. Πολίτη (Π. Ε. άρ. 78 Α'), απ δπου καί έχει γίνει πολύ γνωστή. Π. χ. από τον Πολίτη παίρνουν όλα τά περιοδικά, τά σχολικά "Αναγνωστικά, καθώς καί οί διάφορες νεώτερες ανθολογίες. Ό δανεισμός προχωρεί καί έμμεσος : Έτσι από εκεί παίρνει δ Π. Καλονάρος (Βασίλειος Διγενής Ακρίτας 2, 253) καί από τον Καλονάρο παίρνει αργότερα τήν παραλλαγή ό Άπ. Μελαχρινός (Δημοτικά Τράγο ιί δια 1946, σελ. 100 άρ. 118). Τό γεγονός έξ άλλου δτι ή παραλλαγή αυτή περιέχεται στις Εκλογές τοΰ Πολίτη δεν είναι μειονέκτημα, δπως πολλοί γιά πολλά τραγουδιστής συλλογής αυτής υποστηρίζουν, ούτε σημαίνει δτι έχει στο κείμενό της άλλαχτή από τον σοφό Λαογράφο. Ή Κρητική παραλλαγή έχει δημοσιευθή, άτόφυα δπως παραδίδεται, αρχικά στον Κρητικό Λαό 1909 σελ. 15, από εκεί έχει άναδημοσιευθή από τον Πολίτη στή Λαογραφία (1, 253 άρ. 42 μαζί μέ χρήσιμες γλωσσικές επεξηγήσεις) καί από εκεί μεταφέρεται στις Εκλογές (βλέπε σχετικά: Π. Ε. Κεφάλαιο Πηγαί άριθμ. 78 Α). Μερικοί από τούς πρώτους στίχους της έχουν δημοσιευθή καί παλαιότερα: α) Στοΰ Jeannaraki, Ά-σματα Κρητικά 1876, σελ. 104 άρ. 93. β) Στοΰ Άντ. Μηλιαράκη, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας 1881 σελ. 16. Ας ίδοΰμε λοιπόν τό κείμενο τής Κρητικής αυτής παραλλαγής, βέβαιοι από πριν γιά τή γνησιότητά του ως προς τή λαϊκή του προέλευση : 'Ο Διγενής ψυχομαχεί κι ή γή τόνε τρομάοαει. Βροντά κι αστράφτει δ ουρανός και σειέτ δ απάνω κόσμος, κι δ κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τά ϋεμέλια, κι ή πλάκα τον άνατριχιά πώς θά τόνε σκεπάοη,

77 Ή κρητική παραλλαγή τοϋ «Θανάτου τοΰ Διγενή πώς ϋά σκεπάση τον αητό τσή γης τον άντρειωμένο. Σπίτι δεν τον έοκέπαζε, απήλιο δεν τον έχώρει, τά δρη έδιαοκέλιζε, βουνον κορφές επήδα, χαράκι' αμαδολόγανε καί ριζιμιά ξεκοννειε. Στο βίτοιμά πιάνε πουλιά, ατδ πέταμα γεράκια, 10 στο γλάκιο καί οτδ πήδημα τά λάφια καί τ αγρίμια. Ζηλεύγει ό Χάρος με χωσιά μακρά τόνε βιγλίζει, κι ελάβωσέ του την καρδιά καί την ψυχή του πήρε. Για ευκολία σωστό είναι νά χωρίσωμε τό τραγούδι σέ μικρότερες ενότητες. Τέτοιες είναι τρεις πού μας περιγράφουν : α) Πώς είναι ή σκηνή τοΰ θανάτου τοΰ ήρωα (στίχοι 1-5). β) Πώς ήταν ό Διγενής όταν ζοΰσε κα'ι ποιες οί ασχολίες του κγ οί δεξιότητες του (στίχοι 6-10). γ) Πώς συνέβη και δ Διγενής έπεσε βαρεία άρρωστος για νά πεθάνη (στίχοι 11-12). Α' Αρχίζομε μέ την εξέταση τής πρώτης ενότητας (στίχ. 1-5) : Οί στίχοι 1 κα'ι 4 μοΰ φαίνεται δτι αποτελούσαν αρχικά ενιαίο δίστιχο πού αργότερα έχει διασπασθή μέ την παρεμβολή τών στίχων 2 καί 3. Γιά νά στερεωθή δμως ή υπόθεση αυτή, θά πρέπη ν αποδείξω δυο πράγματα: α) "Οτι πράγματι οί στίχοι 1 καί 4 μποροΰν ν αποτελούν οργανική μεταξύ τους ενότητα, β) Γιά ποιούς λόγους έγινε ή διείσδυση τών στίχων 2 καί 3 ανάμεσα στο αρχικό δίστιχο. Καί μόνο μια προσεκτική ματιά αν ρίξουμε στούς πρώτους τέσσερους στίχους, αμέσως θά βεβαιωθούμε δτι κάτι νοσεί στο ύφος τους, γιατί ανεξήγητη προβάλλει ή αντινομία σύμφωνα μέ τήν οποία δ πρώτος στίχος τελειώνει απότομα σέ τελεία, έχοντας ένα ύφος υπερβολικά δογματικό, ενώ αμέσως κατόπι αρχίζει μιά πρόταση υπερβολική σέ άλλο είδος ύφους, προχωρώντας τώρα σέ μεγάλο μάκρος (σέ τέσσερους δλόκληρους δεκαπεντασύλλαβους) καί σέ μεγάλη ποσότητα αλλεπάλληλων επαναλήψεων τοΰ ίδιου προσθετικού συνδέσμου. Κανονικά έπρεπε δ στίχος 2 νά άρχίζη μέ τό σύνδεσμο «κ α ί», καί όχι ασύνδετα. "Οπως επίσης κανονικά δεν έπρεπε, μετά τό ασύνδετο τέλος τοϋ πρώτου στίχου, αμέσως ν ακόλουθή ή παράταξη από πέντε αλλεπάλληλους ουνδέσμους «κ α ί». Έκτος από τήν αναταραχή τούτη στο ύφος, υπάρχει αναταραχή καί στήν ουσία τών εννοιών πού συνδέονται μεταξύ τους. "Αν πραγματικά υπήρχαν ως αρχική οργανική ενότητα ή γή καί δ ουρανός καί δ Απάνω Κόσμος καί δ Κάτω Κόσμος πού βροντούν

78 m Κ. Ρωμαίοι) κι αστράφτουν και χρίζουν, τότε είναι Ιντελώς περιττή νά ξεφυτρώνη τελικά και ή πλάκα που θά σκεπάση ιό νεκρό Διγενή. Έχουν προη- γηθή τόσα σπουδαία και τρανά ονόματα, ώστε ή πλάκα είναι κατώτερη, και είναι παράξενο νά υποστήριξή κανείς δτι μπορούσε ν άπο- κορυφώνη ποιοτικά τήν ενότητα. "Αν δμως αδιαφορήσουμε για τους στίχους 2 καί 3 και πάρουμε ενωμένους σέ δίστιχο τους δυο στίχους 1 καί 4, τότε αυτόματα δλες οί προηγούμενες δυσχέρειες παραμερίζονται. "Ας ίδοΰμε μονάχο του τώρα το νέο τούτο δίστιχο: Ό Διγενής ψυχομαχεί κι ή γή τόνε τροαάααει, xi ή πλάκα τον άνατριχιά πώς #ά τόνε σκεπάση. Αμέσως εξαφανίζεται το μειονέκτημα τού πρώτου στίχου, πού έμενε δογματικός απομονωμένος καί ασύνδετο?, γιατί τώρα ό επόμενος στίχος μέ τό «καί» στην αρχή του δένεται ομαλά μέ τον προηγούμενο. Οί δυο στίχοι παρουσιάζονται σάν μια Κρητική ομοιοκατάληκτη μαντινάδα, πού ήταν πρόσφορη σάν τυπική εισαγωγή τοΰ τραγουδιού. Ή αρχή τού δίστιχου εκφράζει ένταση μέ τό νά βάνη πρώτα τό ήρωϊκό ό'νομα «Διγενής» καί τό φοβερό νέο δτι «ψυχομαχεί», ενώ παράλληλα τά δυο επόμενα υποκείμενα ή γή καί ή πλάκα ενώνονται τώρα μέ ουσιαστικό μεταξύ τους σύνδεσμο. Ή πλάκα είναι ή γνωστή πλάκα τοΰ τάφου, αλλά καί γ ή δέν είναι εδώ ολόκληρη ή γή αλλά είδικά ή συγκεκριμένη γή τοΰ τάφου, αυτή ή ίδια πού σέ πλήθος άλλες περιπτώσεις ονομάζεται πιο συγκεκριμένα «μαύρη γ ή». Τά δυο τούτα ουσιαστικά «γή καί πλάκα» αποτελούν έτσι τό τυπικό ζευγάρι πού υποδέχεται κάθε νεκρό καί πού φυσικά θά ύποδεχτή καί τό Διγενή, πού ψυχομαχεί. Ή μαύρη γή είναι τό στρώμα τοΰ νεκρού, ή πλάκα είναι το σκέπασμά του. "Οταν 6 νεκρός είναι άντρας, καί μάλιστα ξενιτεμένος ή πολεμιστής, παραγγέλνει στούς δικούς του δτι δέν πέθανε αλλά παντρεύτηκε. Στή συνέχεια δίνει τις εξής λεπτομέρειες για τό «γάμο» του, πού ουσιαστικά δέν είναι τίποτε άλλο από μια παραβολική περιγραφή τοΰ θανάτου του καί τής ταφής του : Πήρα την πλάκα πεϋερά, τή μαύρη γή γυναίκα. Αυτές οί δυό, ή γή καί ή πλάκα, πού υποδέχονται σά σύζυγος καί σάν πεθερά δλους τούς νεκρούς νέους άντρες, εδώ τρομάζουν καί άνα- τριχιάζουν μέ τήν ιδέα πώς θά υποδεχτούνε τό νέο γαμπρό, τον άντρει- ωμένο Διγενή. Καί νά μήν είχαμε καμιά παραλλαγή πού νά Ιπιβεβαιώνη αύτή μας τήν ΰπόθεση δτι πρόκειται γιά αρχική οργανική ενότητα των δυό στίχων 1 καί 4 σέ ένα δίστιχο, καί πάλι δέ θά έπρεπε νά διστάσουμε

79 Ή κρητική παραλλαγή τοΰ «Θανάτου τοΰ Διγενή 397 στην αποδοχή τής λύσης αυτής. Θέλησα δμως ερευνώντας μέσα στ'ις γνωστές παραλλαγές, δημοσιευμένες και αδημοσίευτες, νά έλέγξω τό πράγμα. Τό αποτέλεσμα ήτιτν να άποδειχθή σάν σίγουρα αληθινή ή πιο πάνω ερμηνεία. 'Γούτο συμβαίνει διότι ή ενότητα μέ τους πρώτους 4 μαζί στίχους τής παραλλαγής, πού εξετάζομε, είναι σπανιώτατη, ενώ τό ενιαίο και ιδιαίτερο δίστιχο, πού άποτελεΐται από τον 1 καί 4 στίχους, τό συναντούμε αδιάσπαστο πάρα πολλές φορές καί σέ ποικίλες παραλλαγές, Κρητικές καί άλλες. Στήν υποσημείωση 1 παρατί- ') Τό νέο δίστιχο, άποτελούμενο από τούς στίχους 1 καί 4 τής παραλλαγής Π. Ε, 78 Α, άπαντά αδιάσπαστο πάρα πολλές φορές, ενώ στή μορφή τοΰ τετραστίχου τό συνάντησα μόνο στό κείμενο Π. Ε. 78 Α καί στό πρότυπό του στόν Κρητικό Λαό 1909 σελ. 15, καθώς καί στό χειρόγραφο Λ.Α σελ. 31 οπού παραλλαγή από τό Ρέθυμνο Αδιάσπαστο, μέ μικρές γλωσσικές ή άλλες δευτερεόουσες μεταβολές, τό συναντούμε σέ ποικίλες παραλλαγές, Κρητικές καί μή, όπως π. χ. 1) Άντ. Μ η λ ι α ρ ά κ η, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας 1881 σελ ) Μ. Λελέκου, Έπιδόρπιον 1888 σελ. 188 στίχ, 4-5, άπ όπου αναδημοσιεύεται στή Λαογραφία 1, 254 άρ. 43 καί Ά π. Μ έ λα χρινοΰ, Δημοτικά Τραγούδια 1946 σελ. 88 άρ ) Περιοδικό Άπ όλα δ ι όλους, Άθήναι 1907, Δ' σελ. 60, άπ όπου άναδημοσιεύεται στή Λαογραφία, 1, 255 άρ. a4. 4) Ό Κ ρ η τ ι κ ό ς Λαός 1909 σελ. 15, άπ όπου άναδημοσιεύεται στή Λαογραφία 1, 242 άρ. 32 καί άπ έκεϊ στοΰ Άπ Μελαχρινού, Δημοτικά τραγούδια σελ. 99 άρ ) Λαογραφία 1, 216 άρ. 5 άπό τή Ρόδο καί αναδημοσιεύεται στοΰ Άπ. Μελαχρινού σελ. 101 άρ ). Μ. Δ. Χαβιαρδς στα Βυζαντινά Χρονικά Πέτρο υ πό λεως 12 (1905) σελ. 499, παραλλαγή άπό τή Σύμη, καί άναδημοσιεύεται στή Λαογραφία, 1, 222 άρ. 8. Παράβαλλε τόν ίδιο στή μελέτη του στή Λαογραφία 1, 276 Επίσης γιά τό ίδιο άδιάσπαστο δίστιχο βλέπε Λαογραφ ί α 2, 179 (παραλλαγή Καλύμνου), Γερ. Δρακίδου, Ροδιακά 1937 σελ. 92, Νεοελληνικόν Άρχεΐον Α' σελ. 125 άρ. 3 (Κυδωνιών), Ώδεΐον Κρήτη 1930 σελ. 62, καθώς καί τις άνέκδοτες άπό τά χειρόγραφα Λ. Α. 172, 35 (Τήλου), Λ. Α. 462 σελ. 89 καί Λ. Α. 1568, σελ. 384,3 (Ρόδου καί οί δυό) καί Λ Α. 1109, Α σελ. 57, Λ.Α Α σελ. 135 καί Λ. Α Γ σελ. 70 (Κρήτης καί οί τρεις). Πολλές είναι καί. οί παραλλαγές, όπου ό πρώτος στίχος παρουσιάζεται τώρα μονάχος του σάν τυπική εύκολη εισαγωγή σέ μιά μορφή περίπου : Ό Διγενής ψνχομαχάει κι ή γης άνατρομάζει. Βλέπε σχετικά: Άντ. Μανούσου, Τραγούδια Εθνικά, Κέρκυρα 1850, Β' σελ. 86. Σ π. Ζ α μ π ε λ ί ο υ, ".Ασματα Δημοτικά 1852 σελ. 700, 135. Pas- sow, Carmina Popularia 1861 σελ. 37! άρ Τ h. Kind, Anthologie Neugr. Volkslieder 1861 σελ Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη 1873 τόμ. Β' σελ. μη'. Περιοδ. Βύρων 1 (1874) σελ Ά γ ι Θέρου, Δημοτικά Τραγούδια 1909 σελ. 99. Λαογραφία 1, 230 άρ. 20 καί σελ. 231 άρ. 21. Ά π. Μελαχρινού, Δημοτικά Τραγούδια σελ. 100 άρ Ό ίδιος στίχος παρουσιάζεται καί στις μεγάλες παραλλαγές, πότε στήν

80 398 Κ. Ρωμαίου θενται οι σχετικές παραπομπές. Από τη γεωγραφική εξάπλωση τοΰ δίστιχου συνάγεται δτι έχει επίκεντρο την Κρήτη και από εκεί προχώρησε ώς την Πελοπόννησο από το ένα μέρος καί ώς τά Δωδεκάνησα από τ άλλο. Από το γεγονός πάλι δτι μόνο το δίστιχο τούτο έχει ρίμα, ενώ ή συνέχεια των επόμενων στίχων είναι ανομοιοκατάληκτη, συνάγεται δτι στην Κρήτη πήρε τούτο νωρίς τη μορφή ανεξάρτητης ομοιοκατάληκτης μαντινάδας πού θεωρήθηκε κατάλληλη νά χρησιμεΰη σαν ή τυπική εισαγωγή τραγουδι'δύ μέ ιό ίδιο θέμα. Β' Βεβαιωθήκαμε έως τώρα δτι το δίστιχο των στίχων 1 καί 4 είναι σταθερό καί αρχικό. Θά πρέπη δμως νά έξηγηθή καί πώς συνέβη ν άναπτυχθή καί νά διείσδυση άνάμεσά του το άλλο δίστιχο τών στίχων 2 καί 3, οι όποιοι έχουν ώς έξης : 2 Βροντά κι αστράφτει δ ουρανός καί αειέτ δ απάνω κόσμος, 3 κι δ κάτω κόσμος άνοιξε καί τρίζουν τά θεμέλια. Ό νέος σύνδεσμος πρέπει ν άναζητηθή ανάμεσα στις λέξεις γ ή (τού στίχ. 1) καί ουρανός (τού στίχ. 2). Ό αρχικός σύνδεσμος ήταν γη (=ή γή τού τάφου) καί πλάκα. Τώρα ή γη μέ τήν ειδική εκείνη σημασία της (=γή τού τάφου) μέ τον καιρό μετατοπίσθηκε προς τήν άλλη σημασία της, τήν πιο γνωστή (γ ή = ή δλη γή, πάνω στήν οποία ζοΰμε). Αμέσως τότε παρουσιάστηκε ή ανάγκη νά συμπληρωθή ή παρουσία τού τυπικού ζευγαριού «γ ή καί ουρανός». Είναι δυο έννοιες πού ολοκληρώνουν ή μια μέ τήν άλλη τή γενική έννοια τού σύμάρχή του; (βλέπε Λαογραφία 1, 216 άρ. 5, δπου ακολουθούν 79 στίχοι, παραλλαγή Ροδιακή) καί πότε στή μέση, γιά νά κλείση τό προηγούμενο κομμάτι τής πάλης Χάρου καί Διγενή (βλέπε Λαογραφία 1, 213 άρ. 2 στίχ. 48 τής Κυπριακής παραλλαγής, οπού συνεχίζονται οί στίχοι μέ τά κατορθώματα τοΰ Διγενή). Μερικές φορές ό πρώτος στίχος άπαντά μονάχος του, παρουσιάζει δμιος μερικές παραλλαγές στό δεύτερο ημιστίχιο. Παίρνει τότε τή μορφή «ό Δ ιενης ψυχομαχεί σε σίδερό κρεββάτ ή <σέ οίερα παλάδκισ.» ή «κρ ονλος δ κόσμος κλαίει> κλπ. Βλέπε σχετικά : ί). Eegrand, Recueil de Chansons Populaires Grec" ques 1874, σελ. 196 άρ 90. Λαογραφία 1, 232 άρ. 22 Ξ ε ν. Φ α ρ μ α- κ ί δο υ, Κύπρια Έπη σελ. 1. Λ.Α σελ. 301=Κρήτη. Λ ν. Βροντή, Ρόδος 1930 σελ. 87 άρ. 5. Γ ε ρ. Δ ρ α κ ί δ ο υ, Ροδιακά L937 σελ. 93. C. Wescher, Δωρικόν Ψήφισμα Καρπάθου 1878 σελ. 80. Μανωλικάκη, Καρπαθιακά 1896 σελ. 234 άρ. 27. Λαογραφία 1, 228 άρ. 17. Μ. Μ ι χ α η λ ί δ ο υ Νουάρου, Δημοτικά Τραγούδια Καρπάθου 151 άρ. 1Q.

81 Ή κρητική παραλλαγή τοΰ «Θανάτου του Διγενή 399 παντός. Έτσι προβάλλει ό «ουρανός», πού γίνεται ή βάση, πάνω στην οποία στηρίζεται τό νέο παρείσακτο δίστιχο. Το φαινόμενο τοΰτο δεν είναι τό μόνο. Πλάι στα ζεύγη «γη και πλάκα» και «γ ή καί ουρανός», υπάρχει στην καθημερινή χρήση των δυο λέξεων καί έ'να άλλο τυπικό ζευγάρι, ή «γ ή καί ή θάλασσα» (γή=ή στεριά, ή ξηρά). Ιδού λοιπόν δτι ούτε καί τό τρίτο τοΰτο ζευγάρι λείπει από τίς παραλλαγές τοΰ τραγουδιού. 'Η παρουσία του συμβαίνει κυρίως σέ Ροδιακές παραλλαγές. Στο επόμενο παράδειγμα δεν προβάλλουν μόνο τά δυο ουσιαστικά τοΰ τρίτου τούτου ζευγαριού άλλα καί συνδέονται μέ τό κοινό θέμα των δυό ρημάτων πού τά συνοδεύουν : Ό Διενης ψυχομαχεί κι" ή γης άναβρουχαται, κ ι ή θάλασσα βρονχίζεται κι* δ κόσμος τό(ν) φοαται. (Βλέπε Γερ. Δρακίδου, Ροδιακά 1937 σελ. 89. Παράβαλλε επίσης Λ. Α σελ. 385,4 καθώς καί Λ. Α σελ. 14, καί Άν. Βροντή, Ρόδος 1930 σελ. 86). Αντιστροφή στή σειρά τών δυό υποκειμένων «γή καί θάλασσα» βρίσκομε σέ έ'να άλλο, επίσης Ροδια- κό, δίστιχο (βλέπε Λαογραφία 1, 257 δπου ή μελέτη τοΰ Μ. Δ. Χαβιαρά για τά «Ροδιακά μνημεία τοΰ Άκριτικοΰ κύκλου») : Ο Διενης ψυχομαχεί κι ή θάλασσα βρονχάται, κι ή γης ανατινάσσεται και δ κόσμος τηφ φοαται. Νομίζω δτι έχει έρμηνευθή ικανοποιητικά γιά ποιούς λόγους πραγματοποιείται τό τριπλό ζευγάρι (γή καί πλάκα, γή καί ουρανός, γή καί θάλασσα), πού ξεκινάει από μιά νέα κάθε φορά μετατόπιση στή σημασία τοΰ ονόματος «γ ή». Εκείνο δμως, πού πρέπει ακόμη νά συνε- χισθή τώρα, είναι ή ερμηνεία γιά τήν παρουσία καί δλων τών άλλων στοιχείων, πού πλήν τοΰ ούρανοΰ περιλαμβάνονται μέσα στους δυό παρείσακτους στίχους 2 καί 3. Είναι αλήθεια δτι οί εικόνες γιά τό σεισμό τοΰ Απάνω Κόσμου καί γιά τό άνοιγμα τοΰ Κάτω Κόσμου καί τό τρίξιμο τών θεμελιών του είναι εικόνες εξαίρετες στή σύνθεσή τους, γεμάτες τραγικό μεγαλείο. Ή δύναμη, ή πρωτοτυπία, καί ή έξαρση στή σύλληψη καί στή σύνθεση τών ζωηρών αυτών περιγραφών, πού συγκλονίζοντας τό σύμπαν συνοδεύουν τό ψυχομαχητό τοΰ ήρωϊκοΰ Διγενή, δ'χι μόνο δικαιώνουν τον άγνωστο Κρητικό ποιητή πού τόλμησε νά διασπάση τό αρχικό δίστιχο καί νά παρεμβάλη τούς δυό νέους στίχους, αλλά καί ανυψώνουν τό ύφος τοΰ σημερινοΰ Κρητικοΰ τραγουδιοΰ ώς τό μεγαλειώδες ύφος τού Αισχύλου. Τέτοιες τολμηρές εικόνες σέ κάνουν νά νομίζης δτι πρό-

82 400 Κ. Ρωμαίου κειται για στίχους πού τούς έφτιαξαν δχι σημερινοί ανώνυμοι άοιδοί άλλα ένας μεγαλόστομος Αισχύλος πού περιγράφει την ένταση τής ναυμαχίας στη Σαλαμίνα ή το πώς μετέχει ό άψυχος κόσμος την ώρα πού δεμένος στον Καύκασο πάσχει ό Προμηθέας Δεσμώτης. Άπό ποϋ όμως προέρχονται οι σπουδαίες αυτές εικόνες ; Τ'ις ενε- πνεύσθη μονάχος του ό άγνωστος λαϊκός ποιητής ή μήπως είχε υπόψη του κάποιο παρόμοιο πρότυπο ; Νομίζω δτι μπορώ νά προτείνω την ορθή ερμηνεία, πού έχει κατά τή γνώμη μου ώς εξής: Οΐ λεπτομέρειες τοΰ γενικού αυτού συγκλονισμού τού σύμπαντος, πού συνοδεύουν τό ψυχομαχητό τοΰ Διγενή, μάς έρχονται άπό ένα ά'λλο ψυχορράγημα, πού επιβλητικό περιγράφεται ό'χι για θνητόν αλλά γιά έναν Θεό. Πηγή είναι τά Ευαγγέλια, πού έχει τήν ευκαιρία κάθε χρόνο και μέ ανέκφραστη εύλάβεια καί προσοχή νά τά άκούη ξανά ολος ό λαός κατά τή Μεγάλη Πέμπτη. «Άπό δέ έκτης ώρας σκότος έγένετο επί πάσαν τήν γην... Ό δε Ίησονς πάλιν κράξας φωνή μεγάλη άφήκε τό πνενμα. και Ιδού, τό καταπέτασμα τον ναόν έσχίβδη είς δύο, άπό άνωθεν εως κάτω, και ή γη εσείσ&η, και αΐ πέτραι έσχίοοησαν, και τά μνημεία άνεώχέληπαν, και πολλά σώματα των κεκοιμηιιένων 'Αγίων ήγέρϋη» (Μ ατθαΐος 27, 45 ~ 53). Άπό τά πολλά Ιξ άλλου σχετικά τροπάρια τής Μ. Πέμπτης καί Μ. Παρασκευής παραθέτω μόνο δύο δείγματα, άπό τά Άπόστιχα πού ψάλλονται μετά τό ενδέκατο Ευαγγέλιο τής Μ. Πέμπτης: «Πάσα ή Κτίσις ήλλοιοντο φόβφ, ύεωροναα σε εν Στανρφ κρεμάμενον, Χριστέ. Ο ήλιος εακοτίζετο, και γης τά έέεμέλια οννεταράττετο' τά πάντα συνέπασχον τφ τά πάντα κτίσαντι». «Κύριε, άναβαίνοντός σου εν τφ Στανρφ, φόβος και τρόμος έπέπεσε τη Κτίσει». Αρκεί καί άπλή άντιπαραβολή μερικών σημείων τών κειμένων γιά νά βεβαιωθούμε ότι μόνο άπό τά γεγονότα πού συνοδεύουν τό ψυχορράγημα τοΰ Ιησού έμπνέεται δ Κρητικός ποιητής τούς εξαίρετους στίχους του: α) «Και σειέτ' ό άπάνω κόσμος, κι 6 κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζονν τά θεμέλια», β) «Και ή γή έοείσ&η, και τά μνημεία άνεώ- χ&ησαν, και γης τά θεμέλια οννεταράττετο». Γ' Ερχόμαστε τώρα στήν εξέταση τής δεύτερης ενότητας τού τραγουδιού, πού τήν άποτελούν οί εξής πέντε στίχοι (στίχ. 6-10) : 6 Σπίτι δεν τον έσκέπαζε, σπηλιό δέν τον έχώρει, τά δρη έδιαακέλιζε, βοννον κορφές έπήδα, χαράκι' αμαδολόγανε καί ριζιμιά ξεκοννειε.

83 Ή κλητική παραλλαγή τοΰ «Θανάτου τοΰ Διγβνή 401 Στο βίχσιμά πιάνε πουλιά, ατό πέταμα γεράκια, 10 ατό γλάκιο και ατό πήδημα τά λάφια και τ άγρίμια. Σπονδυλική στήλη και των δυο ενοτήτων (στίχ. 1-5 καί στίχ. 6-10) είναι τό ρήμα σκεπάζω πού επιμένει στους στίχ. 4 και 5 και έπίμονα επαναλαμβάνεται τρίτη φορά στον στίχ. 6 («πώς θά τόνε σκε- πάση, πώς θά σκεπάση τον αητό... Σπίτι δεν τον έσκέπαζε»), 'Ο φόβος κα'ι τό άνατρίχιασμα τής πλάκας έχουν αιτίες ποιοτικές, προκαλοΰνται από τη συναίσθησή της πώς θά τολμήση να σκεπάση τον αητό, Στη συνέχεια παρατηρεί κανείς μια μετατόπιση στη.σκοπιά και εξέλιξη σέ νέα κριτήρια μέ τά όποια ό ποιητής άντικρύζει τό Διγενή. Ή ποιότητα τής αντρείας, πού προκαλει τό άνατρίχιασμα γιά τό πώς ή πλάκα θά τον σκεπάση, τώρα παραχωρεί τή θέση της σέ άλλην αιτία, στήν έκταση καί στον όγκο τοΰ σιοματος τοΰ Διγενή. Ό νέος συλλογισμός ξεκινάει από τό ρήμα «σκεπάζω» καί διαμορφώνεται ώς εξής: «Πώς θά τον σκεπάση ή πλάκα, άφοΰ δεν τον έσκέπαζε σπίτι ολόκληρο ούτε σπηλιά τον χωρούσε;» Στήν παράσταση αυτή τοΰ ήρωα, δπως εμφανίζεται ατούς τρεις στίχους 6-8,6 Διγενής αυτός δεν είναι πλέον ό κοντός, κοντούτσικος καί χ α μ η λ ο β ρ α κ ά τ ο ς, ό στιβαρός Άκριτης πού μέσα στις Κυπριακές παραλλαγές, τον δείχνει ό Χάρος καί τον ονομάζει ώς «τον κάλλιο» τών άντρειωμένων. Αντί τοΰ κοντού καί στιβαροΰ Ά κριτη εμφανίζεται τώρα ένας υπερφυσικός γίγας, πού μέσα στήν Άκρι- τική ποίηση βρίσκει τούς δμοιους του μόνο στον πελώριο Σαρακηνό, τό βλεπάτορα τοΰ Ευφράτη στις Κυπριακές παραλλαγές, καί στον πελώριο "Ελληνα Ξάντινον στις Ποντιακές. Ό Κρητικός όμως αυτός Δι- γενής δέν προέρχεται ούτε από τον έ'ναν ούτε από τον άλλον. Είναι ή έμμετρη διασκευή ντόπιοτν Κρητικών παραδόσεων γιά τό Διγενή, δπου ό ήρωας περιγράφεται περίπου δπως καί στούς στίχους εδώ. "Εχει πάρει τις γνώριμες διαστάσεις πού έχουν στις παραδόσεις οι Άντρειωμένοι, οί Ελληνες, οί Γίγαντες, καί οϊ Κρητικοί Σαραντάπη- χοι. "Οπως σωστά παρατηρεί ό Ν. Πολίτης (ΈκλογαΙ άρ. 78 πρόλογος) «ό γενναίος Άκριτης προσέλαβεν εν Κρήτη τάς διαστάσεις Τι- τανος, σχεδόν ούδέν διατηροΰντος πλέον τό ανθρώπινον». Είπαμε πριν δτι ή αιτία γιά νά μεγεθυνθοΰν οί σωματικές διαστάσεις τοΰ Διγενή ξεκινάει από τήν εξέλιξη τοΰ ρήματος «σκεπάζω», πού τρεις φορές χρησιμοποιείται πιο πριν. Παράλληλα άλλη αφορμή έδωσε καί ή λέξη «άντρειωμένος» τοΰ στίχ. 5, πού δημιουργούσε τήν ευκαιρία νά συνδεθή ό ήρωας τοΰ τραγουδιού μέ τούς Άντρειωμένους τών παραδόσεων. ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 2. 2

84 402 Κ. Ρωμαίου Προσέχοντας πιο πολύ τούς στίχους 6-10 μπορούμε νά διακρίνω με τα έξης : 'Όπως υπάρχει μια εσωτερική αντινομία ανάμεσα στούς στίχους l-f-4 και 2-4 3, δπου σΐ ομάδες «γη και πλάκα» και «γη καί ουρανός καί Απάνω Κόσμος κλπ.» δεν ταιριάζουν άμεσα μεταξύ τους, έτσι καί στούς στίχους 6-10 υπάρχει δεύτερη εσωτερική αντινομία. Δηλ. ενώ καί οί πέντε στίχοι περιγράφουν έξακερικά τον ήρωα καί τίς ιδιότητές του, οι δυο ξεχωριστές περίοδοι (ή μια των στίχ. 6-8 καί ή άλλη των στίχ. 9-10) περιγράφουν ξεχωριστούς σωματικούς τύπους. Οι στίχοι 6-8 εμφανίζουν τόν ό'γκο: Τονίζουν δηλ. δτι ό Διγενής δέ χωράει πουθενά (στίχ. 6), δτι πηδάει πάνω από ολόκληρα βουνά σαν τό Διγενή των παραδόσεων τής Κρήτης καί τής Κύπρου καί σάν τόν ώργισμένο Απόλλωνα στο Α τής Τλιάδας (στίχ. 7), καί δτι πετάει μακριά βράχους μεγάλους (στίχ. 8), όπως κάνουν οί Άν- τρειωμένοι καί οί Γίγαντες, γιά τούς οποίους δείχνουν βράχους πού μέσα στις διάφορες τοπικές παραδόσεις λέγεται δτι κάποτε ένας Άν- τρειωμένος τούς πέταξε από τό άντικρυνό βουνό. Ό άλλος τύπος προβάλλει στούς επόμενους στίχους (9-10): Στο βίτπιμά πιάνε πουλιά, στο πέταμα γεράκια, στο γλάκιο και στο πήδημα τά λάφια και τ αγρίμια. Ό σωματικός αυτός τύπος είναι ποιοτικά διαφορετικός από τόν προηγούμενο, σχεδόν αντίθετος, διότι οί ιδιότητες του δεν ανήκουν στον ογκώδη Γίγαντα, καί άς διασκελίζη από βουνό σέ βουνό. Οί δρασκελιές εκείνου προέρχονται από τό υπερφυσικό ανάστημα, όχι από κανονικό πού είναι σβέλτο. Έδώ όμως (στίχ. 9-10) τά μικρά θηράματα πού άναφέρονται πουλιά, γεράκια, λάφια, αγρίμια, δπως ειδικά στην Κρήτη λέγεται είδος αιγάγρου (βλ. 'Ιστορικόν Λεξικόν λ. αγρίμι 2 β) όλα άντιπαραβάλλονται μέ τόν ήρωα καί νικοϋνται απ αυτόν πάνω στά ίδια κριτήρια πού τονίζουν τό είδος τής υπεροχής τους. Νικοϋνται δηλ. δχι διότι 6 Διγενής είναι πελώριος, πού δεν τόν χωράει σπηλιά, αλλά διότι έχει ευκινησία καί ταχύτητα. Ή ευκινησία όμως, ιδίως γιά πουλιά καί άλάφια, εννοείται ώς ιδιότητα ενός μικρού καί ευκίνητου, ποτέ δμως ενός πελώριου Γίγαντος. Σ αυτόν θά προσέξωμε τη σωματική δύναμη (βλέπε π.χ. τόν πελώριο Σαρακη- νό, ή τόν Ξάντινον, ή καί τόν Τσαμαδό), ενώ στον μικρόσωμο Διγε- νή, τόν κοντό καί στιβαρό, θά προσέξωμε τήν τόλμη τής ψυχής καί τή σβελτοσύνη τού κορμιού. Μερικά κατορθώματά του, ίσως τά σπουδαιότερα, δ Διγενής δεν τά κατόρθωσε μέ τή δύναμή του μόνο άλλα καί μέ τήν ετοιμότητα καί ταχύτητα σέ δράση. "Οτι καί ή ένωση αυτή τών στίχων 6-8 καί 9-10 δεν είναι φυ

85 Ή κρηχική παραλλαγή χοΰ «Θανάτου χοΰ Διγενή 403 σική και οτι οί δυο διαφορετικές ενότητες προτιμούν νά βρίσκωνται ανεξάρτητες ή μια από την άλλη, τοΰτο τό δείχνει τό γεγονός δτι δε βρίσκονται άλλου μαζί παρά μόνο στο τραγούδι τοΰτο, ενώ αντίθετα μαρτυροϋνιαι χωρισμένες. "Ετσι στις παραδόσεις, δ'που δρά δ τύπος τοΰ Γίγαντος, ευκινησία δεν υπάρχει. Αντίθετα, σέ τραγούδια πού υμνείται ή ευκινησία δεν υπάρχει τό πελώριο κορμί. Έτσι σέ ένα τραγούδι πού είναι εγκώμιο ενός νέου υπάρχει μόνο εγκώμιο συγγενικό προς τούς στίχους 9-10 τοΰ Θανάτου τοΰ Διγενή. Λέγεται εκεί (βλέπε Λ. Α Β' σελ , παραλλαγή από τό ;\ασήθι) : Στον πήδο πιάνει τό λαγό, στην ασκελιά τ αγρίμι, την πέρδικα την πλουμιστή εις τό φτερό την παίρνει. Θά μποροΰσε λοιπόν νά υποστήριξή κανείς δτι ή ενότητα των στίχ περιέχει δυο ισοδύναμα μοτίβα, πού εκφράζουν δυο έννοιες αληθινές, υπαρκτές στη λαϊκή παράδοση, αλλά πού είναι παράλληλες καί δέν μπορεί νά συνυπάρξουν ώς ιδιότητες ενός καί τοΰ αύτοΰ προσώπου. Ό Γιάννης Άποστολάκης (Τα Δημοτικό Τραγούδια 1929, σελ ) εξετάζει διάφορα παραδείγματα ισοδύναμων μοτίβων, πού δέν συνυπάρχουν σέ γνήσιες παραλλαγές αλλά τά ενοποίησε ό Ν. Πολίτης, κάνοντας τοΰτο κινημένος από λανθασμένα, κατά τον Άποστολάκη, αισθητικά κριτήρια. Ιδού δμως δτι τό σφάλμα πού κατηγορούν στο σοφό Ν. Πολίτη προϋπάρχει ως σφάλμα πού τό έχει κάμει παλαιότερα δ ανώνυμος λαϊκός ποιητής. Από τά δύο ισοδύναμα τούτα μοτίβα νομίζω δτι τό παλαιότερο στην Κρητική παραλλαγή είναι τό δεύτερο πού περιγράφει τον ευκίνητο καί ταχύ κυνηγό, διότι τό μοτίβο τοΰτο ταιριάζει γενικά στη λαϊκή ποίηση, διότι υπάρχει μέ κάποιες μεταβολές καί σέ άλλα τραγούδια καί ήρωες, καί επίσης διότι συμφωνεί ειδικά μέ τις αντίστοιχες μα- κρές παραλλαγές τοΰ Θανάτου τοΰ Διγενή (Κυπριακές κλπ.), δπου δ άρρωστος Διγενής στο ίδιο σημείο τοΰ θέματος περιγράφει μέ λεπτομέρειες τά τολμηρά του κυνήγια στις όχθες τοΰ Ευφράτη. 'Η νεώτερη προσθήκη τοΰ τρίστιχου 6-8 πού περιέχει τό μοτίβο τοΰ πελώριου Άκριτη είναι δικαιολογημένη κατά τοΰτο, διότι αντιστοιχεί μέ την άλλη προσθήκη πού μόλις λίγο πριν (στίχ. 2-3) προηγήθηκε καί δπου συμβαίνει ή άλλη μεγέθυνση διαστάσεων τοΰ τόπου τής σκηνής, ώστε ή «γή καί πλάκα» νά αναπτυχθούν σέ «γή, ουρανό καί σύμπαν». Ίσως μάλιστα σαν συνέπεια τής πρώτης μεγέθυνσης νά παρουσιάστηκε εξακολουθητικά ή ανάγκη καί μιας δεύτερης τέτοιας. Πραγματικά, θά ήταν αφύσικη ή εκδοχή νά μεγεθύνεται δ χώρος (από μικρός τάφος νά γίνεται σύμπαν ολόκληρο μέ γή, ουρανό καί υποχθόνια) καί νά μή με-

86 404 Κ. Ρωμαίου γεθΰνεται παράλληλα και δ πρωταγωνιστής σέ βαθμό πού να δρασκελιά) βουνά ολόκληρα. Αν γιά τη μεγέθυνση τοΰ χώρου προϋπήρχε διευκολυντικό τό τθέμα τοΰ Εσταυρωμένου, παράλληλα για τη μεγέθυνση τοΰ πρωταγωνιστοΰ προϋπήρχαν επίσης διευκολυντικοι οί Άντρειωμένοι των πεζών παραδόσεων τής Κρήτης. Δ' Προχωρούμε τώρα στήν εξέταση τής τρίτης ενότητας (στίχ ): Ζηλεύγει ό Χάρος μέ χωσιά μακριά τόνε βιγλίζει, κι ελάβθ)σέ του την καρδιά καί την ψυχή του πήρε. Τό αρχικό μοτίβο των άλλων παραλλαγών τοΰ Θανάτου τοΰ Διγε- νή, ήρωϊκώτατο αυτό καθεαυτό, εκφράζεται μέ την τόλμη τοΰ θνητού νά μην ύπακούση στήν παντοδύναμη μοίρα τοΰ Θανάτου, αλλά νά συγ- κρουσθή μαζί της σώμα προς σώμα. Τό νεοελληνικό τούτο πάλεμα θνητοΰ καί Χάρου έχει τό ταίρι του στήν αρχαία πάλη Ήρακλέους και Θανάτου πού έγινε πλάι στήν Αλκηστη, τής οποίας τό θέμα συμβαίνει κατά περίεργο τρόπο νά παρουσιάζεται καί στο σημερινό κύκλο τοΰ Διγενή 2. Στήν Κρητική παραλλαγή, πού τώρα εξετάζομε, ή προέκταση τής υπερβολής, πού πιο πάνω άρχισε μέ τή μεγέθυνση τών σωματικών διαστάσεων τοΰ Διγενή, συνεχίζεται τώρα μέ τό νά παριστάνεται 0 Χάρος ό'χι νά παλεΰη αλλά ού'τε καί νά τολμά νά πλησιάση. Τώρα δ Χάρος στέκεται μακριά, κάνει χωσιά καί μόνο τολμά κρυμμένος νά σαϊτεύη. Προέλευση τοΰ μοτίβου : Θά νόμιζε κανείς ότι ή νέα αυτή υπερβολή γίνεται ή κατά τύχη ή από νέα επεξεργασία τοΰ θέματος και προσθήκη τής υπερβολής. Αλλά ούτε τό ένα συμβαίνει, οΰτε τό άλλο. Άπλούστατα παραλείπεται σιν δευτερώτερη ή όλη σκηνή τής αρχικής πάλης καί διατηρείται μην ίχα δ επίλογός της, όπως οργανικά δεμένος μέ τό πάλεμα προϋπάρχει καί περιγράφεται μέσα σέ διάφορες μακρές παραλλαγές. Εκεί δ Χάρος, άφοϋ νικιέται στο πάλεμα πρώτα, στή συνέχεια καταφεύγει στο δόλο, πότε βάνοντας τρικλοποδιά τοΰ Διγενή, πότε άρπάζοντάς τον άπό τά μαλλιά, πότε μέ τό νά γίνη πουλί καί νά a) Γιά ιή σύμπτωση τών δυό τούτων θεμάτων Ηρακλή καί Θανάτου καί Άλκηστης, πού έπιβιοΰν ενωμένα μέσα στον κύκλο τοΰ Θανάτου τοΰ Διγενή, δπου έχομε πάλεμα Διγενή μέ Χάρο καί προσφορά τής γυναίκας του νά πεθά- \η εθελοντικά στή θέση τοΰ άντρα της, βλέπε δσα παρατηρώ σχετικά στή μελέτη μου «τά Άκριτικά τραγούδια τοΰ Πόντου» Άρχεΐον Πόντου 17, 1952, σελ , Ιδίως σελ

87 Ή κρητική παραλλαγή τοΰ «Θανάτου τοϋ Διγενή» 405 πετάξη μακριά καί από εκεί εξασφαλισμένος νά προκαλή το θάνατο τοΰ Διγενή μέ διάφορους κάθε τόσο τρόπους. Ή χωσιά εδώ καί ή σαϊτιά από μακριά (βλέπε στίχ. 11) ανήκει στήν ίδιαν ομάδα τοΰ δόλου, που νικημένος χρησιμοποιεί ό Χάρος. Αυτή νομίζω ότι είναι ή αιτία που προκάλεσέ το δίστιχο Τό περιστατικό δμω; αύτοΰ τοΰ λαβώματος τού Διγενή άπό το Χάρο χρονολογικά προηγείται από τό κατοπινό ψυχομαχητό πού κάνει ό ή- ρωας στο σπίτι του. Γιατί λοιπόν έγινε αυτή ή αντιστροφή, ώστε τό λάβωμα, πού προηγείται, νά μπή otov τελευταίο στίχο τής Κρητικής παραλλαγής, ενώ τό ψυχομαχητό, πού κατόπι ακολουθεί, νά μπαίνη στον πρώτο στίχο τής ίδιας παραλλαγής ; Ή νέα τακτική, πού δεν τηρεί την ομαλή κατά παράταξη διήγηση τών περιστατικών σύμφωνα μέ τη χρονολογική τους σειρά, είναι επηρεασμένη από την τεχνική τών άλλων, τών μικρών σέ έκταση, π ριλλαγών τοΰ Θανάτου τοΰ Διγενή. Αλλά εκεί τό πράγμα είναι ευνόητο καί δικαιολογημένο, διότι υπάρχει καί δρά εκεί ή παρέμβαση τοΰ άφηγουμένου προσώπου. Εκεί, π. χ. στίς Κυπριακές καί Δωδεκανησιακές παραλλαγές, τό θέμα προχωρεί σύμφωνα μέ την ίδια τεχνική, πού λαϊκή στήν ουσία την έχει στέρεη β ίση του καί 6 "Ομηρος ι'ίταν πιάνη νά μάς διηγηθή τις περιπέτειες τοΰ Όδυσσέα: Βρισκόμαστε χρονικά στο τέλος τών περιπετειών καί τότε αρχίζει 6 Όδυσσέας νά διηγήται στούς Φαίακες τίς περιπέτειές του όπως έγιναν από τήν πρώτη στιγμή πού ξεκίνησε από την Τροία. Ανάλογο συμβαίνει καί μέ τό Διγενή : Βρισκόμαστε καί εδώ στο τέλος τής ζωής του, όταν δέν υπάρχει πιά χρόνος γιά νέους άθλους, καί μόνο τότε ό ίδιος ό ήρωας μάς διηγείται τίς δικές του περιπέτειες καί τά κατορθώματα. Διγενής άρρωστος, μέ τούς φίλους του συμποσιάζοντες γύρω, καί από τ άλλο μέρος Όδυσσέας στην αυλή τοΰ Αλκίνοου μέ τούς Φαίακες συμποσιάζοντες γύρω του, τά δυο αυτά περιστατικά είναι σκηνές πολύ αντίστοιχες. Καθένα; από ιούς δυο ήρωες αρχίζει νά διηγήται μέ πολλά τίς προσωπικές του περιπέτειες. "Ενας νεώτερος Κύπριος ποιητής μπορούσε νά έπεκτείνη σέ λεπτομέρειες τό θέμα τών περιπετειών καί νά δημιουργήση ένα έμμετρο έπος, μιάν άλλη Όδύσσεια, μιά λαϊκή Άκριτηίδα, μέ ήρωά της τό Διγενή, πού νά διηγήται σέ συμπόσιο όσα ό ίδιος έπαθε καί είδε. Έκεΐ, μέσα στής Αραβίας τούς κάμπους, θρασομανάει άγριος καί βαθύς ο καλαμιώνας τοΰ «Άφράτη» καί ένέδρα σέ κάθε βήμα στήνουν λιοντάρια, δράκοι, κάβουρας κλπ. Κάθε περιπέτεια (μέ τό λιοντάρι, μέ τό δράκοντα, μέ τό σιοιχειωμένο άλάφι) μπορούσε νά γίνη καί από μιά ραψωδία. Καί ό Διγενής μπορούσε νά είναι ένας άλλος αφηγητής Όδυσσέας, πού θά μάς λέη σέ πρώτο πρόσωπο τά πάθη του, τι έπαθε

88 406 Κ. Ρωμαίου στή χώρα εκείνη πού συνδνό δέν περπατούν, αυντρεις δέν κουβεντιάζουν, παρά πενήντα κι εκατό και πάλε φόβον έχουν. Μονάχος τόλμησε κα'ι πήγε παντού εκεί ό Διγενής, επιχειρώντας ακόμη και στον "Αδη να κατέβη (για το τελευταίο βλέπε παραπομπές στη μελέτη μου «Άκριτικά τραγούδια τού Πόντου» Αρχει ον Πόντου 17, 1952, ιδίως σελ. 171), δπως μονάχος, χωρ'ις τούς συντρόφους του, κατέβηκε στον τρομερό "Αδη και ό Όδυσσέας και μονάχος επίσης αντιμετώπισε τη μανία των κυμάτων. Άπό την τεχνική αυτή, αφού όμως λησμονήθηκε ή παρέμβαση τού άφηγουμένού προσώπου, προήλθε κατόπι ή ανάλογη τεχνοτροπία σύμφωνα μέ την οποία βλέπομε νά μπαίνη στην Κρητική παραλλαγή πρώτα τό ψυχομαχητό (στίχ. 1) και ύστερα τό πώς έγινε ή συνάντηση μέ τό Χάρο καί τό λάβωμα (στίχ. τελευταίος). Έγινε τούτο έτσι, επειδή καί σέ δλες τις άλλες αντίστοιχες παραλλαγές (Κυπριακές κλπ.) τού ίδιου τραγουδιού τηρείται ή ίδια σειρά στά γεγονότα. Ό Κρητικός ποιητής δέν πρόσεξε δτι εκεί δικαιολογείται τούτο., διότι πρόκειται γιά αφήγηση πού γίνεται αναδρομικά, ενώ εδώ δέν ταιριάζει καί τόσο πολύ, διότι δέν άναφέρεται αφηγητής πού νά παρεμβαίνη καί δικαιωματικά ν άλλάζη τή χρονική σειρά τών περιστατικών. Ή δυσχέρεια αυτή επιτείνεται άπό τό γεγονός δτι 6 στίχ. 11 έχει τά ρήματα σέ ενεστώτα σά νά συνεχίζη τούς στίχους 1-5 καί οχι τούς στίχ πού έχουν τά ρήματά τους σέ χρόνους παρωχημένους. Ε' Ανακεφαλαίωση: Πριν προχωρήσουμε για τό τελικό άντί- κρυσμα τής Κρητικής παραλλαγής ώς συνόλου, χρήσιμο είναι νά κάνουμε μια σύντομη ανακεφαλαίωση τών πορισμάτων πού αποκομίσαμε εξετάζοντας τις τρεις ξεχωριστές ενότητες τής παραλλαγής (στίχους 1-5, 6-10 καί 11-12): 'Υπάρχει στήν αρχή τού τραγουδιού μιά διάσπαση ενός παλαιότε- ρου δίστιχου, πού τό αποτελούν οί στίχοι 1 ) 4 καί πού τό συναντούμε σέ πολλές παραλλαγές σάν τυπική εισαγωγή τους. Είναι δίστιχο πού περιέχει ουσιαστική ενότητα πραγμάτων, καθώς καί ομοιοκαταληξίας, καί πού βεβαιώνεται άπό πλήθος παραλλαγές, Κρητικές καί άλλες. Αιτία στή διάσπαση τού άρχικοΰ δίστιχου είνσι ή μετάπτωση τής ειδικής σημασίας τού ουσιαστικού γ ή, πού πήρε τήν κοινότερη καί πασίγνωστη σημασία της καί έτσι προκάλεσε νεώτερη οργανική ένωσή της μέ τό πιο συνηθισμένο συμπληρωματικό της ταίρι (γη-(- ουρανός, ή και γή -(- θάλασσα). Κατά τον τρόμο τής γής αρχίζουν νά προστίθενται καί νέες ανάλογες εικόνες καί γιά τον ουρανό καί τό άλλο σύμ-

89 Ή κρητική παραλλαγή τοΰ «Θανάτου τοΰ Αιγβνή» 407 παν. Νέο δίστιχο αναπτύσσεται έτσι τώρα, διασπά τό προηγούμενο και ενώνει γή, ουρανό καί υποχθόνια. Ή νέα Αισχύλεια σύνθεση προέρχεται από τά συμβάντα στο άλλο εκείνο πασίγνωστο σ δλον τον κόσμο ψυχορράγημα, κατά τό όποιο επίσης «ή γή έσείσθη» και ό κά' τω κόσμος «άνεφχθη» και «γης τά θεμέλια συνεταράττετο». Στη δεύτερη ενότητα (στίχ. 6 * 10) έχομε δυο παραλλαγές περιγραφής τοΰ Διγενή, κατά βάθος ασυμβίβαστες μετα ύ τους. Ή μιά, πού τον παραστένει μέ τεράστιες διαστάσεις νά πετά βράχους καί νά όρασκελά τά βουνά, έρχεται από τις Κρητικές παραδόσεις. Ή άλλη έχει σχέση μέ σβέλτους κυνηγούς, νέους χωρίς όμως υπερφυσικό ανάστημα. Παρ δλο πού οί δυο τύποι είναι διαφορετικοί καί ασυμβίβαστοι, δμως οί διαφορές τους κατορθώνουν καί περνούν απαρατήρητες. Από τά δυο αυτά «ισοδύναμα μοτίβα» παλαιότερο στην Κρητική παραλλαγή είναι τό δεύτερο, έ.νώ τό άλλο τό σχετικό μέ τις γιγάντιες σωματικές διαστάσεις τοΰ Διγενή είναι νεώτερο καί ή παρείσακτυ αυτή μεγέθυνση τοΰ ηρώα πιθανώτατα είναι συνέπεια τής άλλης, πού προηγήθηκε λίγους στίχους πριν, παρείσακτης μεγέθυνσης τοΰ χώρου. Στήν τρίτη ενότητα (στίχ ) έχομε την εικόνα τοΰ Χάρου πού δειλός δέν τολμά νά πλησιάση, δπως πλησιάζει καί παλεύει στις άλλες παραλλαγές, αλλά τώρα τοξεύει από μακριά καί μέ χωσιά. Φαίνεται τούτο σάν εικόνα πρωτότυπη. Προσεκτική δμως άντιβολή μέ τις άλλες παραλλαγές Κύπρου καί άλλων ελληνικών τόπων μάς βεβαιώνει ότι ή σκηνή προέρχεται από τον επίλογο τοΰ γνωστοΰ επεισοδίου τής πάλης Διγενή καί Χάρου, όπου στο τέλος ό νικημένος Χάρος καταφεύγει στήν απάτη καί στο δόλο. 'Ως προς τή χρονική άνακυλουδία των γεγονότων, πού υπάρχει μέσα στήν Κρητική παραλλαγή, τούτο συμβαίνει επειδή διατηρείται ή αυτή σειρά τών γεγονότων, δπως μάς τά διηγείται ό ετοιμοθάνατος Διγενής μέσα στους στίχους τών μακρών Κυπριακών παραλλαγών. 'Η τεχνική αυτή, σύμφωνα μέ τήν οποία ό λαϊκός ποιητής περιγράφει τό τέλος τών γεγονότων καί ύστερα βάνει τον ίδιο τον ήρωά του νά διηγήται αναδρομικά δλες τίς προηγούμενες περιπέτειές του, μάς έδωσε τήν ευκαιρία νά διαπιστώσουμε πόσο βαθύς καί ουσιαστικός είνσι ό σύνδεσμος τών τραγουδιών για τό Θάνατο τοΰ Διγενή μέ τήν τεχνική πού ύπόκειται ως στέρεη βάση στή διάταξη τής Οδύσσειας. Ή εξέταση τών στίχων ξεχωριστά τής κάθε ενότητας έδειξε δτι τό θέμα τής Κρητικής παραλλαγής προέρχεται από σύντμηση τοΰ δέματος τών αντίστοιχων Κυπριακαιν. Έτσι δμο>ς, παράλληλα μέ τήν αισθητική ανάλυση, σταθεροποιείται τώρα καί τό χρονολογικό ζήτημα.

90 408 Κ. Ρωμαίου Προκύπτει έτσι δτι άπό ένα μεγάλο τραγούδι προέρχεται ένα άλλο λιγόστιχο. Από ενα αφηγηματικό, άρα επικό, προέρχεται ένα νέό τραγούδι, αυτή τη φορά περισσότερο λυρικό. Τά κατορθώματα, οι Ιδιότητες, ό ήρωας ό ίδιος, δλα περιγράφονται μέ δραματικότητα και ιιέ προσωπική μέθεξη τοΰ τραγουδιστή, δς πρόκειται για ήρωϊκούς ά- θλους. Τό τραγούδι έτσι τό επικό γίνεται μικρότερο, περιέχει πολλές ιδέες έντονα συμπυκνωμένες, λυρικώτερο καί δραματικώτερο. Άποχτά δηλ. δ,τι αποτελεί τό κυριώτερο γνώρισμα καί στο Κλέφτικο τραγούδι. Αυτή νομίζω δτι είναι ή μεγαλύτερη προσφορά τής Κρητικής παραλλαγής, πού δέ μοιάζει μέ τά άλλα, τά πολύστιχα καί δ'χι λίγες φορές μονότονα ιστορικά τραγούδια τής Κρήτης: Είναι τό γεγονός, δτι παρουσιάζεται στήν Κρήτη, δπου δέν άνθισε τό Κλέφτικο τραγούδι, καί δμως ενώνει άμεσα σέ τεχνική τό Άκριτικό τής Κύπρου μέ τό Κλέφτικο τής Ρούμελης καί τοΰ Μόριά. Είναι τό μόνο, δσο ξέρω, Ά- κριτικό τραγούδι, πού μάς φέρνει τόσο κοντά μέ τά Κλέφτικα στο ύφος, στον αέρα καί στήν ψυχική ατμόσφαιρα. Αυτό είναι σημαντικό μας κέρδος δτι δηλ. ό Διγενής δέν υψώνεται μόνο σέ επική μορφή τοΰ αναστήματος Γιγάντων αλλά παράλληλα μετασχηματίζεται καί σέ λυρικό σύμβολο πού περιβάλλεται μέ τήν αγάπη καί αέ τον παλμό τοΰ λαϊκοΰ τραγουδιστή. Ή Ιξέταση πού έκάμαμε τής Κρητικής παραλλαγής δέν άποσκοποΰσε στή διάλυση τοΰ τραγουδιοΰ σέ κατακερματισμένες μικροενότητες, πού άλλες ιθά τις εξοβελίζαμε ως νόθες καί άλλες θά τις έγκρίναμε ως δόκιμες, δπως μέ ακαμψία καί κάποια σκληρότητα κάνει ό Άποστολάκης. Ή έρευνα άποσκοποΰσε νά γνωρίσωμε κάθε στίχο καί κάθε φράση ξεχωριστά, μέ τις αρετές του ή τά μειονεκτήματά του, καί ύστερα, μέσα απ δλες αυτές τις λεπτομέρειες, νά προχωρήσουμε στήν ενοποίησή τους καί τήν αντάξια εκτίμηση τοΰ αισθητικού συνόλου πού οϊ διαφορετικοί αυτοί χρωματισμοί κατορθώνουνε νά τό δημιουργήσουν. "Οτι τό δημιουργούν άξιο, δέ μάς αφήνει αμφιβολία ή συνέχεια τής ζωής τοΰ τραγουδιού στήν Κρήτη καί ή προτίμηση πού κάθε φορά τοΰ δείχνουν δσοι θέλουν νά αναφέρουν εκλεκτά δείγματα από Άκριτικά τραγούδια. Ή Κρητική παραλλαγή πού έξετάζομε στερείται βέβαια άπό αφήγηση, παράλληλα δμως έχει άποχτήσει τήν άδρότητα τοΰ Ιπιβλητικοΰ καί τοΰ μεγάλου, έχοντας πάρει κάτι σημαντικό άπό τή μορφή καί τό ύφος τών βράχων τοΰ Ψηλορείτη, άπό τά αίώνια καί ιστορικά «χαράκια καί τά ριζιμιά» τής Κρητικής γής, πού τά «άμαδολόγανε καί τά ξεκούνειε» δ Διγενής τής Κρητικής παραλλαγής. Κ. ΡΩΜΑΙΟΣ

91 ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΚΟΙΙΟ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΑΔΗ Τό κείμενο τού Άπόκοπου, δπως μας έχει παραδοθει, παρουσιάζει δυσκολίες μεγάλες για την αποκατάστασή του Γι* αύτό στη μικρή αυτή μελέτη προτίμησα νά εξετάσω μερικά ερμηνευτικά πιο πολύ ζητήματα από τό σημαντικό αυτό έργο τής κρητικής λογοτεχνίας. 12 έτρεχα, ώστε και τζάκιοε τό σταύρωμα ή μέρα. Ό Legrand γράφει ήμερα. Τον αλώβητο τΰπο τής λέξης τον χρησιμοποιεί 6 Μπεργαδής (206), δπως όμως στο στ. 58, έτσι κτ εδώ τό άρθρο είναι απόλυτα αναγκαίο (πρβλ. πιο κάτω τά παραδείγματα). Και σε άλλα χωρία τό άρθρο χρειάζεται νά προστεθεί, άν καί πολλές φορές στην κρητική διαλεχτό ό αρσενικός τύπος δέν άκούγεται, έτσι πού συγχωνεύεται μέ τό άρχτικό φωνήεντο τής ακόλουθης λέξης. 'Οπωσδήποτε, καί αν ακόμα δ μελλοντικός εκδότης αποφασίσει νά μη βάλει τό άρθρο παντού στο κείμενο, ό ερμηνευτής πρέπει νά τό συνακούσει: 24 ήτον τον λιβαδιού <^<5^> ύφαλός, 86 αν κρατεί <^όζ> ουρανό;, 92 <ό> αυγερινός άστέρας, λείποντα <^ογβμ υίοί τους. ουρανός κρατεί. Πρβλ. 'Η έκφραση τσάκισε τό σταύρωμα ή μέρα αποτελεί συμφυρμό από δύο λαϊκές φράσεις: έτσάκισε (τσακίζει) ή μέρα (πήρε νά νυχτόίνει) [πρβλ. τσάκισε δ ήλιος (πήρε νά βασιλέψει), ή κάψα (πέρασε ή μεγάλη ζέστη τοΰ μεσημεριού), τσακίσαν τά μεσάνυχτα, τσακίζει (άπόλ.)] -f- τό σταύρωμα τής μέρας [ή τοΰ μεσημεριού] (ακριβώς τό μεσημέρι) [πρβλ. τό σταύρωμα τής νύχτας (τά μεσάνυχτα), τον χρόνον (ή επέτειος ημέρα)]. 'Η πρώτη έκφραση, άν καί τήν αγνοεί, δσο ξέρω, ή αστική δημοτική, είναι, δπως φαίνεται άπό τό αρχείο τού 'Ιστορικού Λεξικού τής Ακαδημίας, γνωστή στο λαό δλου σχεδόν τού ελληνικού χώρου ( Ήπ., Μακεδ., Στερ. Έλλ., Θεσσαλ., ΙΙελοπόνν., Κύπρ., Σκίαθ., Εΰβ., Ζάκυνθ.). Τό σταύρωμα τού μεσημεριού ή τής ήμέρας λέγεται στην Κρήτη, τής νύχτας στην Κύθνο, τού χρόνον στην Κεφαλληνία. ) Πρβλ. Λίνου Πολίτη, Παρατηρήσεις στον «Άπόκοπο» τοΰ Μπερχαδή, Προσφορά είς Στίλπ. Π. Κυριακίδην, 'Ελληνικά, Παράρτ. 4 (1963) 546κκ. *) Άπό λογοτέχνες πού τή χρησιμοποιούν τό αρχείο τού Λεξικοί σημειώνει μόνο τό Μωραϊτίδη (Διηγήματα 3, 3 εταάκιζεν ή ημέρα) καί τόν Ξενόπουλο (Άναδυομένη 111 αμα τσακίσει ό ήλιος). Τήν έχει καί ό Βλαστός στο λεξικό του 364.

92 410 ί, Θ. Κακριδή ; 1 ι ί i f Ή σύμφυρση πού έχουμε στον Άπόκοπο δεν ξέρω όίν είναι λαϊκή κι5 αυτή ή ανήκει στον ποιητή μας: ώστε τζάκισε τό σταύρωμα ή μέρα. Τή φράση δεν είναι δυνατό να τη συντάξουμε (το σταύρωμα δεν μπορεί νά είναι αντικείμενο, γιατί τό τσακίζει στην περίπτωση αυτή είναι αμετάβατο) γι αυτό καί μιλούμε για σύαφυρση, τό νόημα όμως είναι απόλυτα καθαρό: έτρεχα ώς τήν ώρα πού πέρασε τό μεσημέρι. 'Ο αφηγητής έχει χωρίσει τήν ημέρα σε τρία, τό πρωί, τό μεσημέρι καί τό δειλινό (πρβλ. 11 πουρνόν τοϋ τρέχειν ηρχισα..., ώστε και τζάκισε τό σταύρωμα ή μέρα..., 15 λοιπόν τό τρέχειν έπαυσα..., (17) καί αγάλι αγάλι επήγαινα... (19) καί προς την δείλην έσωσα...). 117 καί τό ταχύ την Κυριακήν την όψιν τους νά νίβγουν καί σκολινά νά βάνουσι, στην εκκλησίαν παγαίνουν. "Ετσι δ βιενναΐος κώδικας καί ή βενετική έκδοση. Ή ομοιοκαταληξία δμως, κανονική σέ δλο τό έργο, απαιτεί ένα από τα δυο τελικά ρήματα, πού δίνουν νόημα τό μόνο μάλιστα δυνατό, ν άντικατασταθεΐ μ ένα συνώνυμό του. Έτσι ό Πολίτης* στή θέση τοϋ νίβγουν έβαλε τό πλένουν, προσθέτοντας τήν παρατήρηση δτι δ τύπος νίβγω είναι στήν Κρήτη σπάνιος, ενώ τό πλένω πολύ συνηθισμένος. 'Ωστόσο, καθώς μέ πληροφορεί δ φίλος Μανοΰσακας, οί Κρητικοί λένε πάντα πλύνω, καί ό'χι πλένω. Έπειτα υπάρχουν καί άλλοι λόγοι πού επιβάλλουν, νομίζω, τήν ανάγκη, τό λάθος νά τό ίδοΰμε στο δεύτερο καί ό'χι στο πρώτο ρήμα: πρώτα πρώτα δ τύπος παγαίνω είναι κι αυτός άγνωστος στήν Κρήτη. Έπειτα ή πρόταση στην εκκλησία παγαίνουν, όπως δείχνει τό νόημα, είναι εξαρτημένη από τήν προηγούμενη, όχι ίσότιμή της, ώστε νά μπορεί νά εξηγηθεί ή παράλειψη τοϋ νά: νά βάζουν σκολινά (γιά) νά πάνε στήν εκκλησία. Καί όχι μόνο χο νά είναι κατά τή γνώμη μου αναγκαίο' είναι καί ό αόριστος (νά πάνε, όχι: νά πηγαίνουν). Γιά τούς λόγους αυτούς υποπτεύομαι πώς στή γραφή παγαίνουν λανθάνει τό νά-)-ένα δισύλλαβο ρήμα στήν ύποταχτική τοϋ αορίστου. Προτείνω τό νά φύγουν, μέ πολύ δισταγμό, γιατί δεν δμοιοκαταληχτεΐ απόλυτα μέ τό νίβγουν (ανάλογη ατέλεια στήν δμοιοκαταληξία π. χ. στο μέσην - πεζεύσειν). Αντικατάσταση τής λέξης πού χρησιμοποίησε δ ποιητής μέ συνώνυμή της από τον άντιγραφέα βρίσκουμε καί σέ πάπυρο τής Σαπφώς (Pap. Berol [= «π. 98 Ό.,στ. 8): μήνα αντί σελάννα, πού α παιτεί τό μέτρο. ) Ο. π. 555.

93 Ερμηνευτικά στόν Άπόκοπο χοΰ Μπεργαδή καί αν προτιμεύγονν χέροντες μικροί καί κοδεσπότες, ώσάν επροτιμεύγοντα δντεν έζοΰμεν τότες. Προχιμεύγω σημαίνει δείχνω προτίμηση, τιμώ πάνω από τούς άλλους. Δέχομαι λοιπόν τό γέροντες αντικείμενο ίσως μάλιστα ό ποιητής έγραψε γέροντας και εξηγώ : άν μικροί καί μεγάλοι (κυδεσπότες, δηλ. νοικοκύρηδες κατ αντίθεση με τούς νέους) τιμούν τούς γέροντες, δπως (οί γέροντες) τιμόντουσαν τότε πού ζούσαμε εμείς. Ή αδήλωτη αλλαγή τού υποκειμένου δείχνει κάποιαν -αδεξιότητα άν καί ό λαϊκός λόγος τή συνηθίζει, τό νόημα δμως δεν μπορεί να παρεξηγηθεΐ. Γιατί ή μετάβαση από τον ενεργητικό τύπο στον παθητικό τού ίδιου ρήματος (προτιμεύγονν - επροτιμεύγοντα) υποδηλώνει κάί τή μεταβολή τού αντικειμένου σέ υποκείμενο. 301,Ητον αντίθετον σκαμν'ιν τής βασιλείας τής Ρώμης, καί τής αλαζονείας άγγειόν και τής διπλής τής γνώμης. 'Η περιγραφή τής πατρίδας τών δύο νέων παρουσιάζει τεράστιες δυσκολίες, κριτικές καί ερμηνευτικές. Τό πρώτο δίστιχο 291 Εμάς είν ή πατρίδα μας οπού ναι το λογάρι ώς από φύσιν και λουτρού έγεύγοντα τό ψάριν, είναι ακατανόητο, τό ίδιο καί οί φρ. (295) τοΰ κόσμου την στρατιάν ενίκησεν τό πάλών, (298) καί ώσάν τά ζάρια έ'βανεν τα εξι και κράτειν τό να καί (300) τής στρατιάς ιππάριν. Οί ερμηνείες πού πρότειναν για τό δίστιχο ό Κουκούλες καί για τό στ. 295 δ Πολίτης κγ εγώ δ ίδιος δεν ικανοποιούν4. Για ν αρχίσουμε νά προχωρούμε προς τή λύση τών προβλημάτων τής περικοπής αυτής αν κάποτε κατορθώσουμε νά τά λύσουμε, πιστεύω πώς πρέπει νά προχωρήσουμε πολύ μεθοδικά. Καί πρώτα πρώτα διαβάζοντας τήν περιγραφή έχουμε στήν αρχή τήν εντύπωση πώς στή χώρα αυτή αρετές καί κακίες πάνε μαζί μαζί: ή πατρίδα τών νέων είναι καθρέφτης τ ουρανού, εικόνα τοΰ κόσμου, κρίσις τής σοφίας, φεγγάρι τής βασιλείας, μάνα τής πλουσιότητας, αλλά καί τόπος άγριος 4) Πολίτης, δ.π. 557 κ. Ίσως εχει δίκιο ό Πολίτης, πού στή λ. πάλιον (ό IvCgrand πάληο) ανακαλύπτει τό pallium=o^(pio Ιερατικό. Στή φράση δμως τοΰ κόσμον τήν στρατιάν δέν νομίζω δτι πρέπει νά εννοήσουμε τήν κοσμική στρατιά ( εξουσία,) πού νικήθηκε τάχα άπό τήν εκκλησιαστική. Γιατί στήν υπόλοιπη περιγραφή τίποτε δέ δείχνει πώς εχουμε νά κάνουμε μέ θεοκρατική πολιτεία.

94 412 I. Θ. Κακριδή καί αδιάβατος, σκεύος Αλαζονείας καί Ανειλικρίνειας (της αλαζονείας άγγειόν και τής διπλής τής γνώμης), γεμάτη περιιριά καί θράσος. Κατά τή γνώμη μου μια τέτοια Αμφιπρόσωπη εικόνα της πολιτείας πρέπει νά την Αποκλείσουμε κατηγορηματικά. Ή συνέχεια τοΰ έργου δέν μπορεί νά τή δικαιολογήσει μέ κανένα τρόπο. Τό μόνο φυσικό είναι οί δυο νέοι νά παινέσουν την πατρίδα τους, για νά φανεί Ακόμα πιο μεγάλο τό πάθημά τους, πού τόσο γρήγορα τή στερήθηκαν μέ τό θάνατό τους. "Αλλωστε, πώς γίνεται ό πατέρας τους, πού έφεγγε ώς ήλιος τό πονρνόν καϊ ώς φέγγος εις τό σκότος, νά κυβερνάει σέ μιά πολιτεία αρκετά ύποπτη; Μέ τήν προϋπόθεση αυτή αποτολμώ νά δώσω μιάν ερμηνεία τών στ πρώτα : ήταν σκαμνί αντίθετο τής βασιλείας τής Ρώμης καί σκεύος (άγγειόν) αντίθετο τής Αλαζονείας καί τής διπλογνω- μίας. Οί γεν. αλαζονείας καί τής διπλής τής γνώμης Ανήκουν στο επίθετο αντίύετον, πού εξυπακούεται καί εδώ, όχι στο ούσ. άγγειόν. Μέ δυο λόγια: ή πολιτεία είναι ορθόδοξη4, Αντίθετη μέ τον Αλαζονικό καί διπρόσωπο καθολικισμό. Ή έκφραση είναι βέβαια στριφνή καί παρεξηγήσιμη, γιά τό σωστό όμως νόημα δέν νομίζω πώς χωρεϊ Αμφιβολία. Καί στο στ. 294 οί λ. περιψιά καί ΰράσος πρέπει νά χρησιμοποιήθηκαν μέ καλή σημασία. Περιψιά (<^ύπεροψία, Από παρετυμολογία προς τήν περί. "Η μήπα)ς Αναλογική επίδραση Από τήν περηγάνεια ;) σημαίνει εδώ: (Αντρική) περηφάνεια, Αξιοπρέπεια, όχι Αλαζονεία. Θράσος είναι γιά τον ποιητή μας ταυτόσημο μέ τό &άρρος. Πρβλ. στ. 9 έδιωχνα μέ θράσος έλαφίνα, 122 κι αν έναι ϋάορος είς αυτές καϊ ϋπεριψιά είς εκείνους β. Γιά τούς άλλους στίχους τής περιγραφής δέν έχω δυστυχώς νά παρατηρήσω τίποτα- μόνο γιά τον 293 θά ήθελα νά πώ πώς Αναφέρεται στήν τοποθεσία τής πολιτείας ήταν τριγυρισμένη Από δάση Αδιάβατα καί δέν έχει σχέση μέ τήν ηθική της 7. * *) *) Έτσι καί ό Πολίτης 558. *) 121 Νά χουν οί άρχόντιααες αυλές, παλάτια κα τρίκλινους, κι αν εναι θάρρος είς αυτούς καί ϋπεριψιά είς εκείνους. Αύτή είναι ή παράδοση. Ή αντίθεση δμως αυτούς - εκείνους απαιτεί δύο δμά- 8ες προσώπων: αρχόντισσες - τρίκλινοι. ("Η μήπως πρέπει νά γυρίσουμε στό στ. 114 καί νά δεχτούμε τήν αντίθεση νέοι - λυγερές;) Όπως καί νά εχει τό πράγμα, πρέπει νά γράψουμε αύτες. ) Ό Πολίτης 558 γυρεύοντας νά ταυτίσει τήν πολιτεία αύτή, αμφιβάλλει άν πρόκειται γιά τήν Κωνσταντινούπολη" και γιά τήν Κρήτη διστάζει. Κατά τή γνώμη μου πρόκειται γιά έντελώς φανταστική πολιτεία καί είναι μάταιος κόπος νά ζητάμε νά τή βρούμε στό χάρτη.

95 'Ερμηνευτικά στον Άπόκοπο τοΰ Μπεργαδή 413 Στο τέλος λίγες παρατηρήσεις πού δε χρειάζονται μεγάλη ανάπτυξη: 38 Ή κανονική σειρά είναι: καί έκά&ιζα στό<^ν^> τόπον όπου ηβλεπα την μέλισσαν. Ή πρόταξη τής αναφορικής, συνδυασμένη μέ τούς παρατατικούς έκάίηζα, ηβλεπα, νά μην παρασύρει κανέναν στη γνώμη πώς έχουμε αόριστη επανάληψη στο παρελθόν, όπως π. χ. στο παράδειγμα: όπου έβλεπε ό παπάς κερί πηδούσε. 87 Γράφε αστράφτει, πέ μας, καί βροντά (ή παράδοση: η ). 112 λίγο φωτιά 3ς προβάλει. Φωτιά μέ τη σημασία: φώς, λυχνάρι, δαδί αναμμένο, ά παντά σε πολλά μέρη τής Ελλάδας. Πρβλ. και Κορν. Έρωτόκρ. 1, 1035 κιαμιά φωτιά ας μου φέρει, 5, Γράφε κι έχουν και λόγον μέσα τους (ή παράδοση : λόγου ). Πρβλ. 70, (182). 290 Γράφε και ποιά ν πατρίδα άς έρωτας...στο ν πού πρέπει νά προ" φερθεί υγρόιερο (ν') λανθάνει όχι μόνο τό είναι, άλλα και τό άρθρο ή. Και σήμερα π. χ. λέγεται ποιά ν μάνα σου; ( ποιά είναι ή μάνα σου;), 471 Γράφε είδα διακόνους σ εκκλησίες (ή παράδοση : κι έκκλησιές). Τό νόημα : πού υπηρετούσαν άλλοτε σ εκκλησίες. (Πρβλ. 472 κι εις τον παστόν αντρόγυνα, πού ήταν, πρ'ιν πεθάνουν, στον παστό, νιόπαντρα). Εκκλησίες δεν μπορούσε νά ιδεΐ ό αφηγητής στη συγκέντρωση τών νεκρών, πού έρχονται γιά νά τού παραδώσουν γράμματα για τον Απάνω Κόσμο. Άξιοπρόσεχτη είναι ή συχνή σχετικά χρήση ενεργητικού τύπου τής μετοχής σέ ρήματα αποθετικά: 96 κρατώντα από τό χέριν (= κρατούμενα), 384 κι είπε μας έξενίζοντα (=άπορώντας. Πρβλ. 18 έξενίζουμαν), 397 έρχοντας, 425 κοίτοντα στο κρεβάτι μου (ό ακόλουθος στίχος είναι παρενθετικός. Ή απόδοση τού κοίτοντα= καθώς κοιτόμουν είναι τό έφάνη μου), 457 μη δύνοντα τό άποκριϋήν. Έχουμε νά κάνουμε μέ γνήσια λαϊκή χρήση (πρβλ. τά σημερινά πηγαίνοντας κι έρ χόντας, κοιμώντας κιλ.), πού πήγασε από τήν ανάγκη τά ρήματα αυτά νά σχηματίσουν μετοχή ενεστώτα, πού δέν είχαν (οί μτχ. σέ -όμενος είναι άχρηστες). Ακριβώς τό ίδιο έκαναν και οί Ρωμαίοι: hortans, verens, fungens, partiens κτλ. Ή νεοελληνική γλώσσα έχει τόσο λίγους συνθετικούς τύπους, πού είναι κρίμα πώς οί λογοτέχνες μας παραμέρισαν τή χρήση αυτή, άν καί δέν είχαν παρά ν ακολουθήσουν τό παράδειγμα τοΰ Σολωμού (και διηγώντας τα νά κλαϊς) καί τού Κάλβου (ποιος ποτέ τον τ)κονσε παραπονονντα;). I. Θ. ΚΑΚΡΙΔΗΣ

96 ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ 1. Ένώ στην κοινή Νεοελληνική ή έννοια «άλγώ» εκφράζεται μέ πρόταση που έχει τό πάσχον μέλος τοΰ σώματος ως υποκείμενο, π. χ. μον πονει τό κεφάλι to χέρι τό πόδι ', πολλά περιφερειακά νεοελληνικά Ιδιώματα εκφράζουν τήν έννοια αύιή μέ πρόταση πού έχει ώς υποκείμενο εκείνον πού υποφέρει, καί ώς αντικείμενο τό μέλος τοΰ σώματος δπου εντοπίζεται ό πόνος, π. χ. πονώ τό κεφάλι μου τό χέρι μου τό πόδι μου. Ή χρήση αυτή συνηθίζεται στούς εξής τόπους: Ίμβρος: Τί ποννεΐς; Ποννώ τον κεφάλι μ του χέρι μ τον κονρμί μ. Καππαδοκία (Φάρασα) : Πονώ την τοοιλία τη ράση μον, Κύπρος: Πονώ την τσεφαλή μον την τσοιλιάν μον, Έπόνεσεν τά μάδκια του, Χάμνα με, Χάρε, π τα μαλλιά, πονώ την τσεφαλή μον, Μέ 'ίχως τοεφαλόπονον την τσεφαλην πονονσι2, Επκιανα τά βνζονδ- κια της κ ελάλεμ μου «πονώ τα» *. Λέσβος: Γή γριγιά τοΰ πόνει λάλει (ή γριά εκείνο πού τής πο- νοϋσε έλεγε) παροιμία. Νίσυρος : Κι αν δεν μιλώ, καρδιάν πονώ, κι αν δεν μιλώ, συκώτι. Λ υ κ ί α (Λιβύσσι): Πουνον τον κεφάλι μου. 'Ο τρόπος αυτός γιά τήν έκφραση τής έννοιας «άλγώ» παρουσιάζεται καί σέ δημοτικά κείμενα τής μεσαιωνικής Ελληνικής, πού δείχνουν δ'τι ήταν καί τότε συνηθισμένος καί μάλιστα σέ ευρύτερη γεωγραφική έκταση από τή σημερινή : Τό παιδίον μου, δέσποτα, αιφνιδίως τους διδύμους αυτού έπόνε- σεν. Α. Παπαδοπούλου - Κεραμέως Varia gr. sacra, σ. 12, πάτεο, τον πόδα μου μον πονώ, ν' ανάβω εις τον ξενώνα Πρόδρ. 3,334α (έκδ. Hesseling - Pernot), έπόνεσα τον γονργονρον εκ της πολυφωνίας Πρόδρ. 2,612, καί σφίξη τά μέρια του καί την καρδιάν πόνεση Πρόδρ. 3,372. Αλλά ούτε τής μεσαιωνικής Ελληνικής νεωτερισμός είναι τό φαι- Α. Τζαρτζάνου, Νεοελληνική σύνταξις 1,125. *) Λαογραφία 2, 61. *) Δελτίον Ίστορ. Έθνολ, Έιαιρ. 5, 383.

97 Συντακτικά Τής μεσαιωνικής καί νέας ελληνικής 415 νόμενο, γιατί παρουσιάζεται και στην αρχαία Ελληνική σέ χρήση ακόμα πιο ευρύτερη : πόνων πλευράν πικρή. γλωχϊνι Σοφ. Τρ. 680, πε- πόνηκα κομιδή τώ σκέλη Άριστοφ. Εϊρ. 820, διατι ποτέ εν τοΐς οδοΐς ιών μηρών το μέσον μάλιστα πονονμεν Άριστοτ. Προβλ. 5,20. Επειδή ή αρχική σημασία τοϋ πονώ ήταν «κοπιάζω», και ή σημασία «άλγώ» διαμορφώθηκε αργότερα, πρέπει νά δεχτούμε ότι ή σύνταξη αυτή τού πονώ οφείλεται σέ αναλογική επίδραση τοϋ συνώνυμου άλγώ, άφότου συνέπεσαν σημασιολογικά. Δηλ. κατά τό άλγώ τάς γνάθους Άριστοφ. Εϊρ. 237, ό άνθρωπος τον δάκτυλον άλγει Πλάτ. ΓΓολιτ. 462d, είπαν καί πονώ την κεφαλήν -τους πόδας τους νεφρονς Ή άλλη σύνταξη πού συνηθίζεται στήν κοινή Νεοελληνική : μου πονεΐ τό κεφάλι τό χέρι κ.τ.ο. ούτε αρχαία είναι ούτε καν μεσαιωνική. Καί επειδή παρουσιάζει αντιστοιχία μέ τή λατιν. mihi dolet digitus, είναι πιθανό νά οφείλεται σέ ξένη επίδραση, χοιρ'ις νά αποκλείεται ότι διαμορφώθηκε στήν νέα Ελληνική αύτοτελώς. 2. Ένώ στήν κοινή Νεοελληνική τό επίθετο γεμάτος συντάσσεμέ απλή αιτιατική, π. χ. στέρνα γεμάτη νερό, σπίτι γεμάτο παιδιά, πλατεία γεμάτη κόσμο, ή μέ εμπρόθετη αιτιατική, π.χ. ζωή γεμάτη από φαρμάκια, στρώμα γεμάτο μέ μαλλί*, πολλά περιφερειακά ιδιώματα τής νέας Ελληνικής συντάσσουν τό επίθετο αυτό, κατθώς καί τά ρήματα γέμω, γεμίζω, μέ έναρθρη αιτιατική πού εκφράζει τήν ύλη από τήν οποία είναι γεμάτο κάτι. Ή γεωγραφική έκταση τού φαινομένου, όσο μπόρεσα νά Ιξακριβώσω, είναι ή εξής: Αστυπάλαια: Ιέμει η πλώρη του τούς νιονς, τα ή πρύμνη τον κοπέλτες *. Καππαδοκία: Γεμώννει τα τον κόλφον του, κλαίει και παραμένει11. Κάρπαθος: Τέμου τά 'όντια του τό κριάς καί τά φτερά τον τό 'μα1, Νά κάμναν οι ακατομπαμποϋλοι μέλι, ό κόσμος ήθελε τό γέμει*. *) Α. Τζαρτζάνου, οπού παραπ. 1, 89 κ. εξ. 5) Κ. Dieterich, Sprache und Volksiiberliefertmgen der sudlichen Sporaden, a e) P. La garde, Neugriechisches aus Kleinasien, σ. 37. ) Ζωγράφειος Αγών 1, 298. ) E. Μανωλακάκη, Καρπαθτακά, σ. 114.

98 416 Ν Π. Άνδριώτη Κως: Ποϋναι τά φυλλοκάρδια της γεμάτα το φαρμάκι*. Νάξος (Άπείρανθος) : Μια gaooa εμάτη τσι λίρες, ένα πιίλάρι 'εμάτο το λάδι, εμάτα ναι τά μόίηλα τη σκόνη, έβγα νά δής τον ουρανό πονναι εμάτος τ άστρα. Ρόδος: Έγέμωσάν άης ένα χεϊπέν άες λίρες ', πά λίμνη λάμνω τό νερό, τους φορτακλούς γεμάτη". Σύμη: Εγεμε ό δράκος τά μακριά μαλλιά. Δεν είναι όμως της νέος Ελληνικής νεοηερισμός ή σύνταξη αυτή στα παραπάνω_ίδιώματα, άλλα λείψανο παλαιότερης μεσαιιονικής χρή σης, π'ού, όπως φαίνεται από τά ακόλουθα παραδείγματα, είχε τότε γεωγραφική έκταση πολύ μεγαλύτερη από τή σημερινή : Κι είδαν τους κάμπους εκείνους γεμάτους τά φουασάτα Χρον. Μορ (έκδ. J. Schmitt), και οί) κοιμάσαι είς τό ψαθί και γέμεις και τάς φϋεϊρας Πρόδρ. 3,79 (έκδ. Hesseling-Pernot), (δ κόλπος του) τά νπέρπνρα γέμει τά μανοηλάτα, στο ίδιο 4,12, και βλέπω χαρτοσάκκονλα γεμάτα τά χαρτία στο ϊδιο 4,30, και σκουτελλίτσιν μ έίληκεν γεμάτον την λαπάραν στο ϊδιο 4,248, δ κόσμος δλος γέμει την και πάντες την ηξεύρουν Λίβιστρ. Ροδ. 571, κούπαν δρ&ήν, δλόχρυσην, γεμότην τά δουκάτα Φλώρ. Πλατζ. 1475, αλλά την δρόσον τής φλογδς τής έρωτοκαμίνου τά χείλη του την γέμουαιν, τό σώμά τον την γέμει Καλλίμ. Χρυσ (έκδ. S. Lambros), δ κάμπος δλος έγεμεν τάς τέντας τον φονασάτου Άχιλλ. 375 (έκδ. Hesseling), άν ενρης άβουλλον ρογ'ιν νά γέμη τό έλάδι Διήγ. τετραπ. 138 (έκδ. Wagner), γομάτες νά ναι τά φλουριά, τά κοκκινοχρυσέα Βελισαρ. 494 (έκδ. Wagner), τά ροΰχά του ναιν άτσαλα και γέμουαιν την ψείραν Σαχλίκ. 179 (έκδ. Wagner), να γέμονσι τά χείλη τους τό άδολον φαρμάκι Περί ξενιτ. 81 (έκδ. I. Καλιτσουν.), δύσβατον δυσκολόδροιιον, νά γέμη τήν πικρίαν Περί δυστυχ. 250 (έκδ. S Hambros). Και σέ κείμενα μεταβυζαντινά: μά βλέποντας τή θάλασσα τά κύματα γεμάτη Έρωτόκρ. Β 474 (έκδ. Στ. Ξανθουδ.), σ ποιάν κατοικιά πορενγεται τ'ες άτζαλιες γεμάτη ατό ίδιο Ε 517». ) Κ D i e t e r i c h, όπου παραπ. σ Πβ. καί σ. 31δ. ' ) A. Tsopanakis, Essai sur la phonetique des parlers de Rhodes σ ") A. Βρόντη, τής Ρόδου παραδόσεις καί τραγούδια,'σ. 68. ) Πβ. Ε. Κριαρά στην Έπειηρ. Μεσαίων. Αρχείου 1,35. Από αναλογία ίσως παρουσιάζεται ή ίδια σύνταξη καί σε άλλα έπίο-ετα συγγενικής ση-

99 Συντακτικά τής μεσαιωνικής καί νέας ελληνικής 417 Από τά μεσαιωνικά αυτά παραδείγματα, πού θά ήταν εύκολο νά πολλαπλασιαστοϋν, έχει κάνεις την εντύπωση δτι ή εναρθρη χρήση πού μάς απασχολεί ήταν κυρίαρχη καί αποκλειστική. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Παράλληλα χρησιμοποιούνταν καί ή ά'ναρθρη, πού δείχνει δτι καί οί δυο τρόποι τής συντακτικής εκφοράς τού επιθ. γεμάτος καί τού ρ. γέμω ήταν στο μεσαίωνα θεμιτοί, καί δτι ή προτίμηση τού ενός ή τού άλλου τρόπου υπαγορεύονταν στούς ποιητάς από λόγους μετρικής ευκολίας. Ιδού μερικά παραδείγματα : ον μη ηνοιγα το άρμάριν μου καί ηϋρισκα δτι γέμει ψωμίν, κρασίν πληθυντικόν και θυννομαγειρίαν Πρόδρ. 4,26, και τσίκναν γέμισαν πολλην τ άρθούνια μου 'ς την στράταν στο ίδιο 4,228, πολλά δάκρυα σε γέμισεν καί στεναγμούς μεγάλους στο ίδιο 4,260, νά γέμη δλο γράμματα, καί άκονοε τί έλαλοϋσαν Λίβιστρ. Ροδ. Ε 230 (έκδ. Lambert). To ίδιο φαίνεται δτι συμβαίνει καί στη νέα Ελληνική. Καί εκεί πού επικρατεί ή εναρθρη χρήση δεν είναι άγνωστη ή άναρθρη, καί έτσι οί ποιηταί μπορούν νά χρησιμοποιούν, ανάλογα μέ τις μετρικές τους ανάγκες, και τη μιά καί την άλλη, δπως δείχνουν τά παραδείγματα από την Κρήτη : σώπα κι δ κόσμος γιατρικά καί τά βοτάνια γέμει, καί από την Αστυπάλαια γέμει ή πλώρη του τους νιούς, τσ ή πρύμνη του κοπέλτες. Πάντως καί οί δυο συντάξεις είναι μεσαιωνικές, δ'χι αρχαίες. Ή αρχαία Ελληνική συνέτασσε τό ρ. γέμω μέ γενική, π. χ. πόλις ό δ- μου μέν θυμιαμάτων γέμει, δμου δε παιάνων τε καί στεναγμάτων Σοφ. Οίδ. Τύρ. 4, άσυμμετρίας τε καί αίσχρότητος γέμουσαν την ψυχήν Πλατ. Γοργ. 525α, εις κώμας αγαθών πολλών γεμονσας Ξεν. Κυρ. άνάβ. 4, 6, 17. Όταν ή σύνταξη μέ γενική άρχισε νά ύποχαιρή στή σύνταξη μέ αιτιατική (πβ. ακούω σου ακούω σε), συντάχθηκε καί τό γέμω μέ άναρθη αιτιατική, δπως παρατηρεί δ συντάκτης τού Θησαυρού «cum accusative» iunxerunt infimae aetatis scriptores», καί παραδείγματα τής σύνταξης αυτής συναντούμε στον Μαλάλα 395, 10 (Bonn) θησαυρόν γέμοντα τοιαϋτα ζώδια, καί στον Ίωάννην Μοναχόν (Anecd. Boissonade, ι, 24) ev άλαβάστρω γέμοντι δξος κ. ά. Από τή σύνταξη μέ άναρθρη αιτιατική διαμορφώθηκε ή σύνταξη μέ έναρ- θρη, ίσως από επίδραση άλλων συνώνυμων εκφράσεων : τό δοχείο περιέχει, φυλάσσει, εχει μέσα τό λάδι καί κατ αυτά γέμει τό λάδι καί είναι γεμάτο τό λάδι Μέ δλη της δμως τή διάδοση ή χρήση αυτή, μασίας : περιβολίτσιν έμορφον τά ρόδα φυτεμένον, γλυκομηλιά μου κόκκινη, τά μήλα φορτωμένη Έρωτοιταίγν. 270 (εκδ. Hesseling - Pernot). ΚΡΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Ζ. 27

100 418 Ν. Π. Άνδριώτη δεν μπόρεσε νά σβήση την άναρίίρη χρήση από παντού, ούτε στο μεσαίωνα οΰτε σήμερα, οπότε πια περιορίστηκε στα περιφερειακά Ιδιώματα ποί) είδαμε, δπως δεν μπόρεσε νά εξαφανίση εντελώς καί την αρχαία σύνταξη μέ γενική, ή οποία, ενισχυμένη καί από τη λόγια παράδοση, άπαντά σποραδικά σέ μεσαιωνικά ποιήματα: και περπατούν αιχμάλωτοι και γέμονν και τής ψώρας Βελισαρ. 973, παλάτια... γέμοντα τών χαρίτων Άκριτ. 56 (εκδ. Μηλιαρ.), καί στά σημερινά τραγούδια τής Κύπρου : άνθρωπος είμαι, Χάροντα, γεμάτος πάοης χάρης Ν. Π ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ * ) Πανδώρα 19, 41^.

101 V A R I A AD VARIOS Λουκιαν. Θε. Διαλ. 4,1. Ζευς : Άγε, ώ Γαννιιηδες ήχομεν γάρ ένέλα έχρήν φίλησόν με ήδη, όπως ειδής οίικέτι ράμφος αγκύλον έχοντα ουδ δννχας οξείς ουδέ πτερά, οϊος έφαινόμην οοι πτηνδς είναι δοκών. Γ«ν. : Ανθρωπε, ούκ αίειός άρτι ήσ&α και καταπτάμε- νος ήρπαοάς με από μέσου τον ποιμνί&omic