Κεφάλαιο 2. Η διοικητική οργάνωση του Κράτους

Σχετικά έγγραφα
Γεωργία Καζάκου, ΠΕ09. Οικονομολόγος. Πολιτική Παιδεία. Β Τάξη Γενικού Λυκείου

Ενότητα 11 η : Αρχή δεδηλωμένης Διορισμός πρωθυπουργού

Περιεχόμενα. Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17

Το πολίτευμα που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα του 1975/1986/2001/ Οι θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος

Άρθρο 1. Μορφή του πολιτεύματος * Άρθρο 2. Πρωταρχικές υποχρεώσεις της Πολιτείας ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

<~ προηγούμενη σελίδα ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ. ***Οι σωστές απαντήσεις είναι σημειωμένες με κόκκινο χρώμα. 1. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται :

Η ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ & Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΗΜΟΣΙΟΥ TOMEΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΕ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: «ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ»

ΟΙ ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ

Κάθε πότε γίνονται εκλογές; Κάθε τέσσερα χρόνια, εκτός αν η Βουλή διαλυθεί νωρίτερα.

Ενότητα 8 η : Η Βουλή

Σελίδα 1 από 5. Τ

Ενότητα 12 η : Η υπουργικη ευθυνη

Συνταγματικό Δίκαιο Ασκήσεις

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης

ΘΕΜΑ: ΤΟ ΟΛΛΑΝΔΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (Συνοπτική παρουσίαση) ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:ΦΩΤΗΣ ΜΟΡΦΟΠΟΥΛΟΣ

Συμμετοχικές Διαδικασίες και Τοπική διακυβέρνηση

-Να καταργεί διατάξεις που δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή πραγματικότητα

Ενότητα 13 η : Απαλλαγή Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της Η Διάλυση της Βουλής

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Α ΕΞΑΜΗΝΟ ΕΤΟΣ:

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών

9. Έννοια του κράτους Στοιχεία του κράτους Μορφές κρατών Αρχές του σύγχρονου κράτους... 17

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Συγκριτικός πίνακας ισχυουσών και προτεινόμενων διατάξεων

Συγκριτικός πίνακας ισχυουσών και προτεινόμενων διατάξεων

Συγκριτικός πίνακας ισχυουσών και προτεινόμενων διατάξεων

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΙΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΒΟΥΛΗΣ Αριθμ. Πρωτ.:. S L Q J... Ημερομ. \ z q a 5 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

γ Να συγκαλεί το Συμβούλιο πολιτικών Αρχηγών δ. Να προκηρύσσει δημοψήφισμα για. ε. Να απευθύνει διαγγέλματα

Πολιτική και Δίκαιο Γραπτή Δοκιμασία Α Τετραμήνου

Προτεινόμενη. Ισχύουσα διάταξη

Εισαγωγή στο Δίκαιο και Συνταγματικό Δίκαιο

ΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΗΜΟΣΙΟΥ TOMEΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΕ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: «ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ»

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

ΕΘΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

ΕΝΩΜΕΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑΤΟΣ EN.AP.

Α. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Άρθρο 6 Νόμος αντίθετος στο Σύνταγμα παραμένει ανίσχυρος. Υπεροχή του Συντάγματος.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕ ΨΗΦΟΥΣ ΑΝΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΣΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ 14 Ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΔΙΑΤΑΞΗ ΝΑΙ ΟΧΙ ΠΑΡΩΝ ΣΥΝΟΛΟ. (κατάργηση παραγράφου)

Ε.Ε. Παρ. Ι(I), Αρ.4545,

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ. Άρθρο 310

Καλλικράτης: οι Περιφέρειες ως δεύτερος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης

ΕΒΔΟΜΗ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ( ) ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΣΕ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ 1

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ. «Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης» Άρθρο 1. Σύσταση και συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίησης (Κ.Ε.Κ.)

ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ ΚΥΠΡΟΣ. Σύνταγμα Διεθνείς Συμβάσεις Πρωτογενής νομοθεσία Δευτερογενής νομοθεσία. Δικαστήρια

ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ σχετικά με το STOA

Συγκριτικός πίνακας ισχυουσών και προτεινόµενων διατάξεων

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ. 4. Ποια από τις ακόλουθες πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαιτείται να φέρει και την υπογραφή του αρμόδιου Υπουργού :

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Ο

(ΦΕΚ.) ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ Κατεπείγουσα ρύθμιση για την οργάνωση της διαδικασίας διεξαγωγής του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου του 2015.

Διοικητικό Δίκαιο Ι. Μαθητική σχέση έννομη σχέση δημόσιου διοικητικού δικαίου. Αντικείμενο Διοικητικού Δικαίου Διοίκηση

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΕΣΤ ΓΝΩΣΕΩΝ

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΙΟΥ

Γεωργία Καζάκου, ΠΕ09. Οικονομολόγος. Πολιτική Παιδεία. Β Τάξη Γενικού Λυκείου

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4271, 25/2/2011 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ, ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ

1. Ορκωμοσία. Α. Υπόχρεοι σε ορκωμοσία. -ο δήμαρχος, -οι δημοτικοί σύμβουλοι. -οι σύμβουλοι του συμβουλίου της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

ΕΒΔΟΜΗ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ( ) ΙΟΥΛΙΟΣ 2009 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΣΕ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

Ενότητα 10 η : Κοινοβουλευτική αρχή

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΟΔΙΔ ΑΡΘΡΟ 1

N. 3685/2008 Θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές. Άρθρο 11 Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα 1. α) Τα Ερευνητικά Πανεπιστημιακά

Θέμα 1ο: Τροποποίηση των άρθρων 8, 9 παρ. 3, 20 παρ.8 και 14 παρ.1 εδάφιο (γ) του Καταστατικού της εταιρείας.

Το ΚΡΑΤΟΣ είναι ένα νομικό πρόσωπο και χρειάζεται απαραιτήτως τα φυσικά πρόσωπα για να λειτουργήσει. Τα φυσικά πρόσωπα, δηλαδή οι άνθρωποι, ενεργούν

ΔΕΟ 24 Δημόσια διοίκηση και πολιτική. Τόμος 2 ος : Η διάρθρωση του Ελληνικού κράτους. Η Ελληνική Δημόσια Διοίκηση

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 3126/2003 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ»

10680 Αθήνα κ. Αθανάσιο Τσαυτάρη

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ Ν.Ο.Π.Ε ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών Δημοσίου Δικαίου Μάθημα: Συνταγματικό Δίκαιο

ΣΧΕ ΙΟ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ της ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΙΑΤΑΞΗΣ. Θέµατα Ηµερήσιας ιάταξης.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ» Άρθρο 8 Ποσοστό συµµετοχής του Ελληνικού ηµοσίου

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

811 Ν. 23/90. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ Δικαστήρια Δικαστές Γραμματεία

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Π.Μ.Σ. ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Γλυκερία Σιούτη, καθηγήτρια Νομικής και μέλος του Συμβουλίου του ΕΚΠΑ

Σχέδιο Νόµου. «Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης. και επαναφορά της αρχής του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων» Άρθρο 1

ΜΑΘΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ. (όπως υπεβλήθη στο Συμβούλιο Της Επικρατείας) «Οργάνωση της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας ΟΤΑ»

ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ σχετικά με τη STOA

Ο διορισµός Πρωθυπουργού - Μια απόπειρα ερµηνείας του άρθρου 37 παρ. 4 του Συντάγµατος.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 1975 ΣΤΟ 2008 ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΑΣ. Βασικές διατάξεις. ΤΜΗΜΑ Α Μορφή του πολιτεύματος...

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Ελεγκτικό Συνέδριο. Νομική βάση. Δομή

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3807, 6/2/2004 Ο ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2004 ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΑΡΘΡΩΝ

Απόφαση Α2 757 (ΦΕΚ 2271/Β/ ) Ρύθμιση θεμάτων για την οργάνωση και λειτουργία των Κλιμακίων Ελέγχου Λαϊκών Αγορών και Υπαίθριου Εμπορίου.

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4158, 11/4/2008 NOMOΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ «Επιτομή Γενικού Διοικητικού Δικαίου» του Απ. Γέροντα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2014

1. Συνιστάται Εθνική Επιτροπή για τα δικαιώµατα του ανθρώπου. η οποία υπάγεται στον Πρωθυπουργό.

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ. 1. Η Κοινότητα ονομάζεται. 2. Έδρα της είναι

1. Αναθεώρηση του Συντάγματος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΧΡΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Εισαγωγή στο Δίκαιο και Συνταγματικό Δίκαιο

Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους 19 ος Διαγωνισμός ΕΣΔΔ 2 ος Διαγωνισμός ΕΣΤΑ Σάββατο 09 Δεκεμβρίου 2006

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΚΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΘΕΜΑ 3 ο : Εκλογή τακτικών και αναπληρωματικών Ορκωτών Ελεγκτών για τον έλεγχο της χρήσης 2012 και καθορισμός της αμοιβής τους.

ΣΧΕΔΙΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ. 1η τροποποίηση αναφορικά με το άρθρο 2 του καταστατικού

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «ΙΝΤΕΡΤΕΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ» ΑΡ.

ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Transcript:

Κεφάλαιο 2. Η διοικητική οργάνωση του Κράτους Σύνοψη Στο κεφάλαιο αυτό αναλύεται η δομή της εκτελεστικής εξουσίας και της δημόσιας διοίκησης και η διοικητική οργάνωση του ελληνικού κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, θα παρουσιαστούν τα κυριότερα συστήματα διοικητικής οργάνωσης (συγκεντρωτικό σύστημα, αποκεντρωτικό σύστημα, σύστημα καθ ύλην και κατά τόπο αυτοδιοίκησης). Παράλληλα, θα εξεταστεί το νομικό καθεστώς των συνταγματικά κατοχυρωμένων Ανεξάρτητων Αρχών, δηλαδή του Συνηγόρου του Πολίτη, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Προαπαιτούμενη γνώση Αρχή του δημοσίου συμφέροντος, αρχή της νομιμότητας, κανονιστικές πράξεις της δημόσιας διοίκησης, νομοθετική εξουσιοδότηση. 2. Έννοια και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης Η έννοια της δημόσιας διοίκησης συνδέεται με τη φροντίδα και τη διαχείριση δημοσίων υποθέσεων, δηλαδή υποθέσεων του λαού. Η δημόσια διοίκηση πρέπει να διακρίνεται από την ιδιωτική, τόσο ως προς τα μέσα που μεταχειρίζεται, όσο και ως προς τους σκοπούς που υπηρετεί. Η ιδιωτική διοίκηση εξυπηρετεί το ιδιωτικό συμφέρον και ιδιωτικούς καθαρά σκοπούς και για να τους επιτύχει χρησιμοποιεί τη συνδιαλλαγή, δηλαδή συμβατικές μεθόδους. Αντίθετα, η δημόσια διοίκηση είναι προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση δημοσίων αναγκών, σκοπών δημοσίου ή γενικού συμφέροντος και εν γένει αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ενώ για την εξυπηρέτηση των σκοπών και στόχων αυτών χρησιμοποιεί κυρίως δημόσια εξουσία και καταναγκασμό. Η δημόσια διοίκηση με την έννοια που την περιγράψαμε αποκαλείται και κυριαρχική ή εξουσιαστική διοίκηση και βασίζεται σε κανόνες δημοσίου δικαίου, ενώ αντίθετα η ιδιωτική διοίκηση αποκαλείται συναλλακτική και λειτουργεί στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς και της ιδιωτικής οικονομίας στη βάση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου. Η δημόσια διοίκηση διακρίνεται από τις δύο άλλες κρατικές λειτουργίες, τη νομοθετική και τη δικαστική και ονομάζεται εκτελεστική λειτουργία (άρθρο 26 Σ). Η εκτελεστική λειτουργία αναλαμβάνει την εκτέλεση των κανόνων δικαίου στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας και ασκείται από την Κυβέρνηση και από τα όργανα της δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο, ειδικότερα τόσο η Κυβέρνηση, όσο και η δημόσια διοίκηση εκτός από την εκτέλεση των κανόνων δικαίου, έχουν και τη δυνατότητα να θέτουν κανόνες, εκδίδοντας κανονιστικές πράξεις ύστερα από γενική, ειδική ή ειδικότερη νομοθετική εξουσιοδότηση τυπικού νόμου (άρθρο 43 2 Σ). Την Κυβέρνηση την αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο (άρθρο 81 1 Σ), ενώ τη δημόσια διοίκηση την αποτελούν οι δημόσιες υπηρεσίες και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), τα οποία προβλέπονται από την νομοθεσία. Η δημόσια διοίκηση υπάγεται ιεραρχικά στην Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη δημόσια διοίκηση για να εφαρμόζει τις πολιτικές της, καθώς και για να υλοποιήσει τις αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει. Τα μέλη της Κυβέρνησης θέτουν τους σκοπούς της διοικητικής δράσης με βάση πολιτικούς σκοπούς και πολιτικές αξιολογήσεις, ενώ από τη δική τους πλευρά τα μέλη της δημόσιας διοίκησης υποχρεούνται να ασκούν τα καθήκοντά τους αμερόληπτα, με την αμεροληψία που συνεπάγεται η συνταγματική υποχρέωση της πολιτικής τους ουδετερότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 29 3 Σ), προκειμένου να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των πολιτών. Τη δημόσια διοίκηση τη διακρίνουμε σε διοίκηση κατά το οργανικό και κατά το λειτουργικό κριτήριο. Τη δημόσια διοίκηση σύμφωνα με το οργανικό κριτήριο αποτελούν όλοι οι φορείς άσκησης δημόσιας διοίκησης που διαθέτουν τη νομική μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Αντίθετα, τη δημόσια διοίκηση κατά το λειτουργικό κριτήριο αποτελούν όλα τα νομικά πρόσωπα που επιτελούν δημόσια υπηρεσία ή εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ανεξάρτητα από το αν αυτά διαθέτουν τη μορφή Νομικών Προσώπων του Δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου. Δημόσια διοίκηση κατά το οργανικό κριτήριο ασκούν οι δήμοι, οι περιφερειακές αυτοδιοικήσεις και τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ενώ αντίθετα διοίκηση κατά 42

το λειτουργικό κριτήριο αποτελούν τα Ελληνικά Πετρέλαια (ΕΛΠΕ), η ΤΡΑΙΝΟΣΕ που που διαθέτουν την μορφή ανωνύμων εταιριών του ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω, τη δημόσια διοίκηση την αποκαλούμε κυριαρχική δημόσια διοίκηση και την διακρίνουμε σε: α) περιοριστική, β) παροχική και γ) ρυθμιστική. Η περιοριστική διοίκηση είναι η παραδοσιακή κυριαρχική διοίκηση η οποία δρα μέσω του διοικητικού καταναγκασμού και της οποίας έργο είναι η τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας των πολιτών, καθώς και η συλλογή των φόρων. Η παροχική διοίκηση εστιάζει στην παροχή προς τους διοικούμενους παροχών κοινωνικής σημασίας, όπως για παράδειγμα υγεία, κοινωνική πρόνοια, ενώ ρυθμιστική είναι η διοίκηση που θέτει προγράμματα και στόχους και ασκείται από την Κυβέρνηση. Περαιτέρω, συναλλακτική αποκαλούμε τη διοίκηση όταν αποσκοπεί στον προσπορισμός κέρδους υπέρ της εξυπηρέτησης σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Στην περίπτωση αυτή, αυτή δρα σύμφωνα με το ιδιωτικό δίκαιο και νομικά είναι ισότιμη με τους ιδιώτες. Τέλος η Δημόσια Διοίκηση οργανώνεται κάθετα και οριζόντια. Ειδικότερα: α) Κάθετα οργανώνεται η Δημόσια Διοίκηση όταν κάθε επιμέρους κλάδος της συντάσσεται με τρόπο ιεραρχικό μεταξύ των οργάνων που τον αποτελούν, έτσι ώστε στην κορυφή της πυραμίδας να βρίσκεται το όργανο το οποίο αποφασίζει, ενώ όσο προχωρούμε προς τη βάση της, να διευρύνεται μεν ο αριθμός των διοικητικών οργάνων, να μειώνεται όμως η αποφασιστική τους αρμοδιότητα. Η κάθετη οργάνωση της δημόσιας διοίκησης συντελεί στην διευθέτηση των διοικητικών υποθέσεων με τρόπο ενιαίο και λειτουργικό. β) Οριζόντια οργανώνεται η Δημόσια Διοίκηση όταν η διοικητική εξουσία μεταβιβάζεται κατά ειδικότητες, οι οποίες αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες ανάγκες. Πρόκειται για καθ ύλη, κατά αντικείμενο δηλαδή καταμερισμό των διοικητικών έργων, π.χ. Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Υπουργείο Εξωτερικών, Υπουργείο Παιδείας, έρευνας και θρησκευμάτων κλπ. Αυτό το σύστημα διοικητικής οργάνωσης βασίζεται στην ειδίκευση κατά αντικείμενο ή έργο. 2.1. Συστήματα διοικητικής οργάνωσης Διεθνώς, τέσσερα είναι τα συστήματα μέσα από τα οποία είναι δυνατόν να οργανωθεί η δημόσια διοίκηση: α) το αποσυγκεντρωτικό, β) το συγκεντρωτικό, γ) το αποκεντρωτικό και γ) το σύστημα της αυτοδιοίκησης. Το αποσυγκεντρωτικό σύστημα (decentralization) εμφανίζεται στα ομοσπονδιακά κράτη, όπως οι ΗΠΑ ή η Γερμανία. Αντίθετα το συγκεντρωτικό, αποκεντρωτικό, καθώς και το σύστημα της αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται σε ενιαία κράτη, όπως η Ελλάδα. Στο αποσυγκεντρωτικό σύστημα, η ομοσπονδιακή δημόσια διοίκηση εμφανίζεται ως πλήρως ανεπτυγμένη στον ανώτερο βαθμό (κεντρική διοίκηση) αλλά ασθενώς παρούσα στο μέσο και κατώτερο περιφερειακό και τοπικό επίπεδο (ομοσπονδιακή πολιτεία ή κρατίδιο). Οι ομοσπονδιακές πολιτείες ή κρατίδια διαθέτουν εξουσία η οποία διαχωρίζεται από την ομοσπονδιακή κεντρική διοίκηση, ενώ τα κράτη μέλη διαθέτουν πρωτογενή εξουσία τόσο νομοθετική, όσο και εκτελεστική και δικαστική αλλά πάντως υπόκεινται σε τελικό επίπεδο στην κεντρική κρατική εξουσία. Συγκεντρωτικό (centralization) είναι το σύστημα στο οποίο τα όργανα του κράτους ασκούν αποφασιστικές αρμοδιότητες σε όλη την κρατική επικράτεια. Βέβαια και με το σύστημα αυτό λειτουργούν περιφερειακές ή τοπικές διοικητικές υπηρεσίες, οι οποίες, όμως, τόσο σχετικά με την συγκρότησή τους όσο και σχετικά με τις αρμοδιότητες τους, εξαρτώνται από τα κεντρικά διοικητικά όργανα και ενεργούν υπό την εποπτεία ή την οικονομική εξάρτηση της κεντρικής διοίκησης. Ουσιαστικά πρόκειται για αποσυμφόρηση των υπηρεσιών του κέντρου και τη διασπορά τους στην περιφέρεια, χωρίς να συνοδεύονται και από το ανάλογο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που απαντάται στο αποσυγκεντρωτικό σύστημα διοικητικής οργάνωσης. Αποκεντρωτικό (decentration) είναι το σύστημα το οποίο προβλέπει την ύπαρξη μη κεντρικών, δηλαδή περιφερειακών οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις από τις οποίες προκύπτουν έννομα αποτελέσματα, χωρίς να χρειάζονται την έγκριση ή την επικύρωση των οργάνων της κεντρικής δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο, τα περιφερειακά όργανα ανήκουν στις κρατικές υπηρεσίες και διορίζονται από την κεντρική κρατική εξουσία, η οποία έχει τη δυνατότητα να τα κατευθύνει και να τα συντονίζει αλλά και να προσδιορίζει τις ασκούμενες από αυτά δημόσιες πολιτικές. Η ελληνική επικράτεια οργανώνεται με βάση το αποκεντρωτικό σύστημα, αφού σύμφωνα με το άρθρο 101 1 Σ, ορίζεται ότι: «Η διοίκηση του Κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα», κατά την 2 ότι: «Η διοικητική διαίρεση της χώρας διαμορφώνεται με βάση τις γεωοικονομικές, 43

κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες», ενώ σύμφωνα με την 3: «Τα περιφερειακά όργανα του κράτους έχουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις τα περιφέρειας τους. Τα κεντρικά όργανα του κράτους εκτός από ειδικές αρμοδιότητες, έχουν την γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων, όπως νόμος ορίζει». Στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση του 2008, το σχετικό άρθρο τροποποιήθηκε. Για την ακρίβεια καταργήθηκε η ερμηνευτική δήλωση που όριζε ότι: «Ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση όταν δρα κανονιστικά έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών», η οποία και αντικαταστάθηκε από την προσθήκη της νέας 4 η οποία ορίζει ότι: «Ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών μεριμνώντας για την ανάπτυξη τους». Αντίθετα προς τα παραπάνω, το διοικητικό σύστημα της αυτοδιοίκησης (self governance) συνεπάγεται την άσκηση διοικητικής φύσης αρμοδιοτήτων από οργανισμούς, οι οποίοι είναι οργανωμένοι ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς όμως αυτά να ανήκουν στις κρατικές υπηρεσίες. Αυτό σημαίνει ότι οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί διαθέτουν δική τους νομική προσωπικότητα, διακριτή από εκείνη του κράτους. Οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί είναι δυνατόν να αποτελούν και φορείς δικαιωμάτων (όπως για παράδειγμα της ιδιοκτησίας) αλλά και υποχρεώσεων, έναντι των διοικουμένων. Επιπλέον, τα όργανά τους συνήθως εκλέγονται από τους πολίτες, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, τους δήμους και τις περιφερειακές αυτοδιοικήσεις (αν και δεν συμβαίνει αντίστοιχα στα όργανα της καθ ύλην αυτοδιοίκησης, πχ. Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα). Οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί ασκούν δημόσια εξουσία, όχι όμως κρατική εξουσία, ενώ οι πράξεις οι οποίες εκδίδουν αποτελούν διοικητικές πράξεις, κανονιστικού ή ατομικού περιεχομένου. Η οργάνωση της αυτοδιοίκησης σε νομικά πρόσωπα, διακριτά από το κράτος, δεν συνεπάγεται και την κανονιστική αυτονομία τους. Αυτό σημαίνει ότι οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί δεν μπορούν να εκδίδουν αυτοτελώς κανονιστικές πράξεις, εκτός αν διαθέτουν νομοθετική εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 43 2, εδ. β Σ. Θα πρέπει μάλιστα η νομοθετική εξουσιοδότηση που τους παρέχεται να έχει ειδικότερο χαρακτήρα και να αφορά στη ρύθμιση θεμάτων με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Οι αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί, περαιτέρω, διαθέτουν δημοσιονομική και διοικητική αυτοτέλεια. Η δημοσιονομική τους αυτοτέλεια συνεπάγεται τη δυνατότητα των αυτοδιοικούμενων οργανισμών να διαθέτουν δική τους περιουσία την οποία και να διαχειρίζονται αυτοβούλως, αλλά και την δυνατότητά τους να καταρτίζουν τον δικό του προϋπολογισμό, ισολογισμό και απολογισμό. Η διοικητική αυτοτέλεια των αυτοδιοικούμενων οργανισμών βασίζεται στην διάκριση μεταξύ των αυτοδιοικούμενων οργανισμών και των κεντρικών υπηρεσιών του κράτους, χάρη στην διακριτή νομική προσωπικότητα που τα πρώτα διαθέτουν. Την αυτοδιοίκηση τη διακρίνουμε σε καθ ύλη και σε κατά τόπο αυτοδιοίκηση. Κατά τόπο αυτοδιοικούμενοι είναι οι οργανισμοί που περιορίζουν την δραστηριότητα τους σε μια περιοχή, όπως για παράδειγμα οι δήμοι και οι περιφερειακές αυτοδιοικήσεις. Σε αυτούς το χωρικό στοιχείο αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό τους. Καθ ύλην αυτοδιοικούμενοι είναι οι οργανισμοί στους οποίους ανατίθεται μια καθορισμένη ενότητα, ειδικών διοικητικών δραστηριοτήτων, ή άσκησης δημόσιας υπηρεσίας όπως για παράδειγμα τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ή η Εκκλησία της Ελλάδος. Την εξουσία προς αυτοδιοίκηση την παρέχει το Σύνταγμα ή ο κοινός νομοθέτης. Έτσι, στο Σύνταγμα αναγνωρίζεται η τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού (δήμοι και περιφερειακές αυτοδιοικήσεις) στο άρθρο 102 1 Σ, η αυτοδιοίκηση του Αγίου Όρους, στο άρθρο 105 1 Σ, η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρο 3 Σ), καθώς και η αυτοδιοίκηση των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στο άρθρο 16 5 Σ. Νομοθετικά αναγνωρίζονται για παράδειγμα ως αυτοδιοικούμενα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, οι κατά τόπους Δικηγορικοί Σύλλογοι, ή οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όπως για παράδειγμα το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Βάση του Συντάγματος του 1975 προβλέφθηκε η ύπαρξη πρώτου βαθμού αυτοδιοίκησης ο οποίος αποτελούνταν από τους Δήμους και τις Κοινότητες, ενώ το σύστημα της αποκέντρωσης βασίζονταν στην λειτουργία των νομών. Το 1994, με το Ν. 2218/1994 ιδρύθηκε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και εγκαθιδρύθηκε η εκλογή αιρετών Νομαρχών, με αποτέλεσμα να λειτουργήσει στην Ελλάδα και αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού. Εν συνεχεία, με το Ν. 2539/1197 «Περί Συγκροτήσεως της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» («Καποδίστριας») συστάθηκαν κατά νομό νέοι δήμοι ή κοινότητες που προέκυψαν από τη συνένωση υφιστάμενων δήμων και κοινοτήτων, οι οποίες καταργήθηκαν Έτσι, από τις 5318 Κοινότητες και τους 457 Δήμους που λειτουργούσαν έως τις 31-12-98 με την εφαρμογή του προγράμματος Καποδίστριας μειώθηκαν στους 910 Δήμους και 124 Κοινότητες, ενώ λειτουργούσαν 50 Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις (στις 44

οποίες περιλαμβάνονταν τρεις υπερνομαρχίες, Αθηνών-Πειραιώς, Καβάλας-Ξάνθης-Δράμας και Ροδόπης- Έβρου), καθώς και 19 Επαρχεία, ενώ λειτουργούσαν σε επίπεδο αποκεντρωμένης διοίκησης 13 Περιφέρειες. Με το Ν. 3582/2010 με τον τίτλο «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης- Πρόγραμμα Καλλικράτης» συστήθηκαν τριακόσιοι είκοσι πέντε (325) Δήμοι, δεκατρείς (13) Περιφερειακές Αυτοδιοικήσεις ως νομικά πρόσωπα της κατά τόπον αυτοδιοίκησης του πρώτου και δεύτερου βαθμού, ενώ η αποκέντρωση λειτουργεί δια των επτά (7) Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. 2.2. Η κεντρική δημόσια διοίκηση Στα όργανα της κεντρικής διοίκησης περιλαμβάνονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση που αποτελείται από τον Πρωθυπουργό και από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ενώ στα κεντρικά όργανα της δημόσιας διοίκησης και στο μέτρο που ασκούν διοικητικές αρμοδιότητες εντάσσονται, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το Ελεγκτικό Συνέδριο. 2.2.1. Η κυβέρνηση Σύμφωνα με την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 Σ, η Κυβέρνηση μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είναι επικεφαλής στην άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ανεύθυνος και γι αυτό ο ρόλος του στην άσκησή της είναι συμβολικός, ενώ αντίθετα η Κυβέρνηση είναι το όργανο που αναλαμβάνει την πολιτική, ποινική και αστική ευθύνη για όλες τις πράξεις που αφορούν τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 82 1Σ, η Κυβέρνηση είναι το όργανο με την αποφασιστική λειτουργία στην άσκηση της γενικής πολιτικής της χώρας, ενώ διαθέτει δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας (υποβολή σχεδίων νόμου κατά το άρθρο 73 1 Σ) αλλά και συμμετοχής στην έκδοση κανονιστικών προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών πράξεων, στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43 2 Σ). Η Κυβέρνηση ή αλλιώς το υπουργικό συμβούλιο, αποτελεί άμεσο και συλλογικό όργανο του κράτους, με τη σημαντικότερη θέση και αρμοδιότητες στο πολίτευμα. Στο επίκεντρο της Κυβέρνησης τίθεται ο Πρωθυπουργός, ο οποίος εκτός από το ότι διασφαλίζει την ενότητα και τον συντονισμό της (άρθρο 82 2 Σ) είναι αυτός που επιλέγει τα μέλη της και προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το διορισμό ή την παύση τους από τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με το άρθρο 37 1 Σ. Από το πρόσωπο του Πρωθυπουργού εξαρτώνται όλες οι μεταβολές που υφίσταται μία Κυβέρνηση. Έτσι, η ατομική του παραίτηση συμπαρασύρει και όλο του υπουργικό συμβούλιο, ενώ η αλλαγή στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού οδηγεί στο σχηματισμό νέας κυβέρνησης ακόμη κι αν όλοι οι υπουργοί παραμείνουν στις θέσεις τους. Ωστόσο, τα υπόλοιπα μέλη της Κυβέρνησης, ακόμη και τα κατώτερα, όπως για παράδειγμα οι υφυπουργοί, δεν εντάσσονται σε μια ιεραρχική δομή, στο βαθμό που καθένα διαθέτει τις δικές του διακριτές αρμοδιότητες και λειτουργεί αυτοτελώς. Η ανάδειξη, οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, καθώς και η απαλλαγή από τα καθήκοντά της, ρυθμίζεται στα άρθρα 37, 38, 41 2, 81-86 Σ, αλλά και σε διάσπαρτες άλλες συνταγματικές διατάξεις. Την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης ρυθμίζει και ο οργανωτικός του συντάγματος νόμος, «περί λειτουργίας του Υπουργικού Συμβουλίου» (Ν. 1558/1985). Ως μέλη του υπουργικού συμβουλίου προβλέπονται οι αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης, οι υπουργοί, οι αναπληρωτές υπουργοί, οι υπουργοί επικρατείας, οι υπουργοί άνευ χαρτοφυλακίου και οι υφυπουργοί. 2.2.2. Οι αρμοδιότητες του Υπουργικού Συμβουλίου Το υπουργικό συμβούλιο ειδικότερα κατευθύνει και καθορίζει τη γενική πολιτική της χώρας (άρθρο 82 1 Σ), προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου (άρθρο 44 1 Σ) σε περιπτώσεις έκτακτης και επείγουσας ανάγκης, ασκεί την πολιτική εποπτεία της δημόσιας διοίκησης και των ενόπλων δυνάμεων, ενώ εκδίδει τις Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν ειδικότερης εξουσιοδότησης τυπικού νόμου (άρθρο 43 2, εδ. β Σ). Επίσης, προτείνει την προκήρυξη δημοψηφίσματος 45

για εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 2 Σ. Το υπουργικό συμβούλιο αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εφόσον δεν υπάρχει Πρόεδρος Βουλής και ο Πρόεδρος της προηγούμενης αρνείται να τον αναπληρώσει (άρθρο 34 1 Σ). Επιπλέον, εφόσον διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής, δύναται να προτείνει τη διάλυση της για ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας (πρόωρη διάλυση της Βουλής), σύμφωνα με το άρθρο 41 2 Σ. To Υπουργικό Συμβούλιο διαθέτει συλλογική πολιτική ευθύνη πέρα από την ατομική πολιτική ευθύνη των μελών του, σύμφωνα με το άρθρο 85 Σ, ενώ η υπερψήφιση πρότασης δυσπιστίας ή μομφής (με πλειοψηφία 151 ψήφων στο σύνολο των βουλευτών) έχει ως συνέπεια τη συλλογική παραίτησή του (άρθρο 84 6 Σ). Το υπουργικό συμβούλιο είναι συνήθως ένα όργανο πολυπληθές και για λόγους ταχύτητας, αποτελεσματικότητας και ευελιξίας οργανώνεται και λειτουργεί και υπό μικρότερες συνθέσεις. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ): Το όργανο αυτό διαθέτει αποφασιστική αρμοδιότητα σε ζητήματα: α) εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, β) μεγάλων εξοπλιστικών και ερευνητικών προγραμμάτων, γ) επιλογής των αρχηγών των σωμάτων των ενόπλων δυνάμεων και δ) διαθέτει την αρμοδιότητα για κήρυξης ή άρσης πολεμικής ετοιμότητας. Η Κυβερνητική Επιτροπή: Η βασικότερη αρμοδιότητά της είναι να εξειδικεύει αποφάσεις και πολιτικές κατευθύνσεις που δίνουν ο Πρωθυπουργός ή συλλογικά το υπουργικό συμβούλιο. Επιτροπή για τους θεσμούς και την Κοινωνία των Πολιτών: Βασική αρμοδιότητα της επιτροπής αυτής είναι ο συντονισμός κυβερνητικού έργου στο πεδίο του θεσμικού εκσυγχρονισμού, των μέτρων για την κοινωνία της πληροφορίας και της τοπική αυτοδιοίκησης. Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: Δημιουργήθηκε με την αναθεώρηση του 2001, με αποστολή τη διεξαγωγή κοινωνικού διαλόγου για τη γενική πολιτική της χώρας και ιδίως για τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, καθώς και της διατύπωσης γνώμης επί των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων που παραπέμπονται σε αυτήν (άρθρο 82 3 Σ). Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής: Δημιουργήθηκε με την αναθεώρηση του 2001 και συνίσταται στη συμμετοχή εκπροσώπων των κομμάτων της Βουλής και προσώπων με ειδικές γνώσεις ή εμπειρία (άρθρο 82 4 Σ). Άλλες επιτροπές όπως: Η Επιτροπή Μεγάλων Έργων και Υποδομών, το Κυβερνητικό Συμβούλιο (ΚΥΣΥΜ), το Ανώτατο Συμβούλιο Οικονομική Πολιτικής (ΑΣΟΠ), η Επιτροπή Τιμών και Εισοδημάτων, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Πληροφορικής (ΚΥΣΥΠ). 2.2.3. Οι αρμοδιότητες των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και του Πρωθυπουργού Τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, μολονότι δεν απαιτείται σύμφωνα με το Σύνταγμα να διαθέτουν τη βουλευτική ιδιότητα (άρθρο 84 7 Σ) πρέπει να συγκεντρώνουν τα προσόντα που το άρθρο 55 Σ απαιτεί για τους βουλευτές (άρθρο 81 2 Σ). Συγκεκριμένα πρέπει να διαθέτουν, την ελληνική ιθαγένεια, τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν και να έχουν συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Επιπλέον, η ιδιότητά τους είναι ασυμβίβαστη με κάθε επαγγελματική δραστηριότητα, ενώ θα πρέπει να δώσουν όρκο για την ανάληψη των καθηκόντων ανάλογα με το θρήσκευμα τους ή και μη θρησκευτικό, πολιτικό όρκο. Ειδικότερα, ο Πρωθυπουργός διαθέτει τις εξής αρμοδιότητες: α) προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον διορισμό και την παύση των υπουργών (άρθρο 37 1 Σ), β) προσυπογράφει το προεδρικό διάταγμα για την απαλλαγή της κυβέρνησης από τα καθήκοντά της (άρθρο 35 1 Σ), γ) προεδρεύει του υπουργικού συμβουλίου του οποίου κατευθύνει και συντονίζει τις ενέργειες και ελέγχει τις δημόσιες υπηρεσίες (άρθρο 82 2 Σ), δ) προσυπογράφει τα διαγγέλματα του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 44 3 Σ), ε) προσυπογράφει τα προεδρικά διατάγματα για την προκήρυξη εκλογών σε περιπτώσεις λήξης της θητείας της Βουλής ( άρθρο 53 1 Σ) και αδυναμίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 32 4 Σ). 46

Ο Πρωθυπουργός, όταν αδυνατεί προσωρινά να ασκήσει τα καθήκοντά του αναπληρώνεται προσωρινά από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης (εφόσον αυτός έχει διοριστεί), διαφορετικά από τον πρώτο κατά σειρά Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, εφόσον έχουν διοριστεί περισσότεροι του ενός, άλλως από τον υπουργό που έχει αναδείξει ως αναπληρωτή του ή από τον πρώτο τη τάξει υπουργό αν δεν έχει οριστεί κανείς από τους προηγούμενους (άρθρα 38 2, παρ. γ, 81 5 Σ). Το άρθρο 38 2 Σ εμπεριέχει ειδική πρόβλεψη για την περίπτωση που ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί ατομικά, εκλείψει, ή αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά. Στις παραπάνω περιπτώσεις, η υφιστάμενη Κυβέρνηση απαλλάσσεται από τα καθήκοντά της, χωρίς όμως αυτό να έχει ως συνέπεια τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη βουλευτικών εκλογών. Αντίθετα, η κοινοβουλευτική ομάδα της πλειοψηφίας έχει τη δυνατότητα μέσα σε τρεις ημέρες να προτείνει ένα νέο πρόσωπο, το οποίο και διορίζεται ως Πρωθυπουργός. Αν δεν υφίσταται εντός της Βουλής, κοινοβουλευτική ομάδα που να διαθέτει την πλειοψηφία και να προτίθεται να χορηγήσει εμπιστοσύνη σε Κυβέρνηση με νέο Πρωθυπουργό, ακολουθείται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών που προβλέπει το άρθρο 37 2 Σ. Ειδικό θέμα αποτελεί και η διαπίστωση της αδυναμίας του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του διαπιστώνεται από τη Βουλή με ειδική απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ύστερα από πρόταση που υποβάλει η κοινοβουλευτική ομάδα της κυβερνώσας πλειοψηφίας ή διαφορετικά τα 2/5 του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρο 38 2 Σ). Μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου αποτελούν και οι αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης, οι οποίοι διορίζονται κατά τη βούληση του Πρωθυπουργού, σύμφωνα με το άρθρο 81 1 Σ. Οι Αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης διορίζονται και παύονται από τον Πρωθυπουργό και δύνανται τον αναπληρώνουν προσωρινά στα καθήκοντά του, με τον τρόπο που εκτέθηκε ανωτέρω. Περαιτέρω, διαθέτουν όσες αρμοδιότητες τους ορίζει ο Πρωθυπουργός και όσες προβλέπονται από τον νόμο. Οι υπουργοί διαθέτουν όσες αρμοδιότητες προβλέπονται από το Σύνταγμα, το νόμο περί Υπουργικού Συμβουλίου και από διατάξεις που αφορούν τη λειτουργία των υπουργείων. Ειδικότερα: α) ασκούν την ανώτατη διεύθυνση υπηρεσιών υπουργείου, β) υποβάλουν και προσυπογράφουν τα σχέδια νόμου και τα κανονιστικά διατάγματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του υπουργείου τους (άρθρο 43 2 Σ) και γ) εποπτεύουν τους δημόσιους οργανισμούς και τα ΝΠΔΔ που υπάγονται στο υπουργείο τους. Οι αναπληρωτές υπουργοί και οι υπουργοί επικρατείας διορίζονται και ασκούν τις αρμοδιότητές τους με πρόταση του Πρωθυπουργού. Οι υφυπουργοί διορίζονται με πρόταση πρωθυπουργού και ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτουν με κοινή απόφαση ο Πρωθυπουργός και ο οικείος υπουργός. Οι υφυπουργοί δεν είναι υφιστάμενοι των υπουργών, από τους οποίους διαθέτουν διακριτές αρμοδιότητες, οι τελευταίοι, όμως, δύνανται να εποπτεύουν το έργο τους. Οι υφυπουργοί δεν αποτελούν καταρχήν μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το Σύνταγμα, παρά το γεγονός ότι και αυτοί διαθέτουν όπως και τα υπόλοιπα μέλη της Κυβέρνησης συλλογική και ατομική, πολιτική καθώς και ποινική και αστική ευθύνη (άρθρο 81 1 Σ). Επίσης, είναι δυνατόν να συμμετέχουν με άδεια του πρωθυπουργού στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. 2.2.4. Η ανάδειξη της Κυβέρνησης, η διαδικασία των διερευνητικών εντολών και χορήγησης εμπιστοσύνης υπό το ισχύον Σύνταγμα (άρθρα 37 και 84) Η ανάδειξη της Κυβέρνησης στηρίζεται στην αρχή της δεδηλωμένης και στην κοινοβουλευτική αρχή, ενώ διαρρυθμίζεται στο άρθρο 37 Σ. Στο άρθρο 37 2 Σ αποτυπώνεται συνταγματικά η αρχή της δεδηλωμένης σύμφωνα με την οποία: «Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών». Πρόκειται για έναν κανόνα ο οποίος υποχρεώνει τον αρχηγό του κράτους να διορίσει ως Πρωθυπουργό, εκείνον ο οποίος διαθέτει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου. Μολονότι, το Σύνταγμα αναφέρεται σε αρχηγό κόμματος ο Πρωθυπουργός δεν είναι υποχρεωτικό να διαθέτει την ιδιότητα του αρχηγού του κόμματος, μπορεί μάλιστα να είναι και τρίτο εντελώς εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο, αφού δεν είναι απαραίτητο να διαθέτει ούτε την βουλευτική ιδιότητα. Τέτοια παραδείγματα είχαμε στο παρελθόν, όταν την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Ξενοφών Ζολώτας, επιφανής οικονομολόγος, σε οικουμενική κυβέρνηση στην οποία συμμετείχαν όλα τα κόμματα της Βουλής αλλά και στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Σημίτη, ο οποίος αντικατέστησε τον Ανδρέα Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, χωρίς να διαθέτει την ιδιότητα του αρχηγού κόμματος. 47

Το Σύνταγμα, στη ρύθμιση αυτή, φαίνεται να αποδέχεται καταρχήν της σημασία του κομματικού φαινομένου για τη λειτουργία της Κυβέρνησης και του κοινοβουλευτισμού, ενώ επιβεβαιώνεται και από τη σύγχρονη πραγματικότητα, αφού στην σύγχρονη εποχή συνήθως ο αρχηγός του κόμματος είναι και αυτός που διορίζεται Πρωθυπουργός. Σε περίπτωση όμως διαφωνίας μεταξύ κόμματος και κοινοβουλευτικής ομάδας, ως προς το διορισμό του αρχηγού του κόμματος ή άλλου προσώπου θα πρέπει να δεχθούμε την υπερίσχυση της άποψης της κοινοβουλευτικής ομάδας, αφού από την εμπιστοσύνη της τελικά θα εξαρτάται ο μέλλων Πρωθυπουργός. Μια τέτοια αντίθεση δεν είναι απίθανη, δεδομένου ότι το κόμμα είναι ένας ευρύτατος, πολυσύνθετος και εξωκοινοβουλευτικός σχηματισμός που περιέχει συνήθως πολλά μέλη, ενώ η κοινοβουλευτική ομάδα ενός κόμματος περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο αριθμό βουλευτών. Συμπερασματικά, κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή της δεδηλωμένης, δεν είναι το κατά πόσον το πρόσωπο που διορίζεται Πρωθυπουργός είναι η όχι ο αρχηγός του πλειοψηφούντος κόμματος, αλλά το κατά πόσον διαθέτει ή όχι την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Με την έννοια αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεσμεύεται να διορίσει τον αρχηγό του κόμματος που πλειοψήφησε στις εκλογές, εφόσον αυτός διαθέτει και την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Η αρχή της δεδηλωμένης λειτουργεί υπέρ της Βουλής και κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος δεν διαθέτει καμία διακριτική ευχέρεια, ως προς την επιλογή του προσώπου του Πρωθυπουργού. Στον νόμο προβλέπεται ότι ο Πρόεδρος θα πρέπει να ενημερωθεί από τον Πρόεδρο της Βουλής για το σχετικό αποτέλεσμα με βάση τα αποτελέσματα της Ανώτατης Εφορευτικής Επιτροπής, στην πράξη όμως η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δίνεται με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα, αρκετά πριν από τη συγκρότηση σε σώμα της Βουλής και της εκλογή Προέδρου και προεδρείου. Το επόμενο βήμα στην ανάδειξη της κυβέρνησης, διαγράφεται στο άρθρο 37 1 Σ, σύμφωνα με το οποίο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον Πρωθυπουργό ο οποίος τεκμαίρεται ότι διαθέτει την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου και εν συνεχεία με πρότασή τους τα υπόλοιπα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Ο διορισμός του Πρωθυπουργού γίνεται με ρυθμιστικό προεδρικό διάταγμα που ανήκει στις ρυθμιστικές αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, το οποίο υπογράφει ο ίδιος ο Πρόεδρος, ενώ το αντίστοιχο ρυθμιστικό προεδρικό διάταγμα διορισμού των μελών της Κυβέρνησης προσυπογράφεται από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Η επόμενη φάση στην ανάδειξη της Κυβέρνησης απαιτεί σύμφωνα με το Σύνταγμα την εφαρμογή της κοινοβουλευτικής αρχής. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 84 1 Σ, δεκαπέντε μέρες μετά το διορισμό του Πρωθυπουργού, η Κυβέρνηση υποχρεούται να εμφανίζεται ενώπιον της Βουλής και να ζητά ψήφο εμπιστοσύνης. Με τον τρόπο αυτό, επαληθεύεται το τεκμήριο που συνάγεται από την αρχή της δεδηλωμένης (αφού διορίζεται η Κυβέρνηση που τεκμαίρεται ότι διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής), ότι δηλαδή η Κυβέρνηση πράγματι στην πράξη διαθέτει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του Κοινοβουλίου. Στην περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η ανάδειξη μιας Κυβέρνησης, η οποία και να διαθέτει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής, το Σύνταγμα, στο άρθρο 37 3 Σ προβλέπει μια ειδική διαδικασία ανάδειξης μέσω της διαδικασίας ανάθεσης «διερευνητικών εντολών». Η διαδικασία αυτή είναι δυνατόν να οδηγήσει όχι σε αυτοδύναμη Κυβέρνηση αλλά σε Κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία να διαθέτει την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου. Ειδικότερα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει διερευνητικές εντολές, οι οποίες διαρκούν τρεις ημέρες, στα τρία πρώτα κόμματα, με τη σειρά που πλειοψήφησαν στις βουλευτικές εκλογές, ούτως ώστε να διαπιστώσουν αν μπορούν σε συνεργασία με κάποιο άλλο κόμμα να συστήσουν Κυβέρνηση που να διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Οι διερευνητικές εντολές μπορεί να δοθούν συνολικά σε τέσσερα κόμματα εφόσον τα δυο τελευταία ισοψηφούν, ενώ σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 37, αν δυο κόμματα ταυτίζονται σε αριθμό εδρών προηγείται εκείνο που συγκέντρωσε περισσότερες ψήφους και αν ταυτίζονται και στις ψήφους, προηγείται εκείνο που είναι παλαιότερο. Η διαδικασία των διερευνητικών εντολών παύεται αμέσως μόλις δημιουργηθεί Κυβέρνηση που διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ακόμη κι αν απομένει χρόνος στο κόμμα που έχει αναλάβει τη διερευνητική εντολή, για την παράδοσή της, αφού αυτό απαιτεί η εφαρμογή της κοινοβουλευτικής αρχής. Πρωθυπουργός σε μια τέτοια κυβέρνηση που θα είναι κυβέρνηση συμμαχική ή αλλιώς συνασπισμού θα είναι το πρόσωπο που από κοινού επιλέγουν τα κόμματα που συμμετέχουν σε αυτόν. Διαφορετική είναι η περίπτωση συνασπισμού ο οποίος σχηματίζεται προεκλογικά ο οποίος γίνεται αντιληπτός, όσον αφορά την διαδικασία ανάδειξης Κυβέρνησης, ως ενιαίο κόμμα. Εφόσον η διαδικασία των διερευνητικών εντολών δεν τελεσφορήσει, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί σε διαβούλευση τους αρχηγούς των κομμάτων που συμμετέχουν στη Βουλή για να διερευνηθεί η δυνατότητα σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης, η οποία να αναλάβει και τη διακυβέρνηση της χώρας. 48

Αν τα κόμματα αρνηθούν ο Πρόεδρος επιδιώκει την δημιουργία οικουμενικής εκλογικής κυβέρνησης, με αποκλειστική της αρμοδιότητα τη διενέργεια εκλογών εντός τριάντα ημερών. Εάν και αυτή η προσπάθεια αποτύχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει σε έναν από τους τρεις Προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Αρείου Πάγου, την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία μέσα σε ένα μήνα θα διενεργήσει εκλογές. Πρόκειται για εξαίρεση από το άρθρο 89 4 Σ, που απαγορεύει την συμμετοχή των δικαστικών στην Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση αυτή χαρακτηρίζεται υπηρεσιακή, αφού δεν αποτελείται μόνον από πολιτικούς, ενώ αποτελεί το ύστατο καταφύγιο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η επιλογή του ποιος από τους τρεις Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων θα επιτελέσει καθήκοντα Πρωθυπουργού δεν ανήκει στον ίδιο, αφού στην απόφασή αυτή αλλά και στην όλη σύνθεση της Κυβέρνησης αυτής, θα πρέπει να συναινέσουν όλες οι κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων. Στην πρόσφατη κυβερνητική πρακτική έχουν δημιουργηθεί δύο υπηρεσιακές κυβερνήσεις με πρόεδρους, τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας (Κυβέρνηση Π. Πικραμμένου, η οποία διενήργησε τις εκλογές της 17.6.2012) και την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου (Κυβέρνηση Β. Θάνου, η οποία διενήργησε τις εκλογές της 20.9.2015), αντίστοιχα. Όπως παρατηρούμε η διαδικασία των διερευνητικών εντολών είναι αυστηρά τυποποιημένη, ούτως ώστε να μην επιτρέπει την ενάσκηση της οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας από πλευράς του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά τη διαδικασία ανάδειξης της Κυβέρνησης. Η αυστηρή αυτή τυποποίηση έλαβε χώρα κατά την αναθεώρηση του 1986, η οποία εξορθολόγησε και περιόρισε τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η διαδικασία των διερευνητικών εντολών εφαρμόζεται και μετά από την συλλογική παραίτηση των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία μπορεί να είναι, είτε εθελούσια, είτε αποτέλεσμα καταψήφισης πρότασης εμπιστοσύνης ή υπερψήφισης πρότασης δυσπιστίας σύμφωνα με το άρθρο 38 1 Σ. Επίσης, εφαρμόζεται και ως αποτέλεσμα της ατομικής παραίτησης του Πρωθυπουργού, εφόσον όμως η κοινοβουλευτική του ομάδα δεν διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή, ούτως ώστε να μπορεί να προτείνει αντικαταστάτη του εντός τριών ημερών κατά τη σχετική συνταγματική πρόβλεψη (άρθρο 38 2 Σ) και σε περίπτωση που κατά τη διάλυση της Βουλής, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 41 1, 2 Σ, δεν υπάρχει Κυβέρνηση που να διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Σύμφωνα τέλος, με την πρόβλεψη του άρθρου 37 4 Σ: «Στις περιπτώσεις στις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο ή ο εκπρόσωπός του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει εντολή σε αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος». Και από αυτήν τη διάταξη συνάγεται ότι απαραίτητη είναι πρωτίστως η εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής ομάδας στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού, σε σχέση και με την ιδιότητά του ως αρχηγού κόμματος. Το Σύνταγμα στην διάταξη αυτή θεωρεί απλώς ότι εφόσον ο αρχηγός του κόμματος έχει θέσει υποψηφιότητα ως βουλευτής, χωρίς να εκλεγεί, δηλαδή έχει αποδοκιμαστεί από το λαό, υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα, η κοινοβουλευτική του ομάδα να μην επιθυμεί να τον υποστηρίξει στην πρωθυπουργία. Η εφαρμογή της κοινοβουλευτικής αρχής, ως σχέσης εξάρτησης της Κυβέρνησης από τη Βουλή αποτυπώνεται στο άρθρο 84 Σ, μέσα από την κατοχύρωση της ψήφου εμπιστοσύνης και δυσπιστίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 84 1 Σ, η Κυβέρνηση οφείλει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες μετά την ορκωμοσία της να παρουσιαστεί ενώπιον της Βουλής και να ζητήσει την εμπιστοσύνη της. Εν συνεχεία, την ψήφο εμπιστοσύνης δύναται να τη ζητά η Κυβέρνηση οποτεδήποτε, δηλαδή χωρίς χρονικούς περιορισμούς, ενώ για να γίνει δεκτή πρέπει να ψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, που δεν μπορεί να είναι λιγότεροι από εκατόν είκοσι (120), σύμφωνα με το άρθρο 84 6 Σ. Πρόκειται για μια ελαστική πλειοψηφία, η οποία παρέχει τη δυνατότητα να λειτουργούν με την εμπιστοσύνη της Βουλής κυβερνήσεις «ανοχής», δηλαδή κυβερνήσεις που δεν διαθέτουν εναντίον τους εκατόν πενήντα ένα (151) εκφρασμένες αρνητικές ψήφους, αλλά δεν διαθέτουν και εκατόν πενήντα ένα (151) θετικά εκφρασμένες ψήφους, αφού κάποια μέλη της Βουλής, ή δεν παρίστανται στην ψηφοφορία ή δεν ψηφίζουν, ούτως ώστε να επιτρέψουν στην Κυβέρνηση να συνεχίσει το έργο της με την ανοχή τους. Οι κυβερνήσεις «ανοχής» είναι συνήθως κυβερνήσεις συνασπισμού, όπου κάποια από τα κόμματα που συμμετέχουν, επιθυμούν να διατηρήσουν τις επιφυλάξεις τους απέναντι στην κυβερνητική πολιτική ή και να πιέσουν ώστε να γίνουν αποδεκτές κάποιες προτάσεις ή θέσεις τους. Η ελαστική πλειοψηφία που απαιτείται για την ψήφο εμπιστοσύνης είναι πολύ σημαντική, διότι επιτρέπει στην Κυβέρνηση να συνεχίζει το έργο της, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα και τη μακροβιότητά της. Με ψήφο εμπιστοσύνης εξομοιώνεται κατά την συνταγματική πρακτική και η ψήφιση του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού. Η ψήφος εμπιστοσύνης έχει μεγάλη σημασία για την Κυβέρνηση, διότι έχει τη δυνατότητα 49

να επιδείξει μέσα από αυτήν την επιδοκιμασία και τη νομιμοποίηση που απολαμβάνει από τη Βουλή. Μια μερίδα της συνταγματικής θεωρίας υποστηρίζει ότι η ελαστική πλειοψηφία των τουλάχιστον «εκατόν είκοσι ψήφων» που προβλέπεται για την ψήφο εμπιστοσύνης, δεν θα πρέπει να αφορά την πρώτη ψήφο εμπιστοσύνης που χορηγείται στην Κυβέρνηση αμέσως μετά την ορκωμοσία της, οπότε και η Κυβέρνηση θα πρέπει να διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 Σ. Για την πρόταση δυσπιστίας ή μομφής ισχύουν διαφορετικές ρυθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 84 Σ. Συγκεκριμένα, η πρόταση μομφής αποτελεί δικαίωμα της αντιπολίτευσης, ασκείται όχι οποτεδήποτε, όπως η πρόταση εμπιστοσύνης αλλά ανά εξάμηνο, μετά από πρόταση πενήντα βουλευτών, ενώ για να γίνει δεκτή απαιτούνται εκατόν πενήντα μία (151) αρνητικά εκφρασμένες ψήφοι. Περαιτέρω, η πρόταση δυσπιστίας κατατίθεται για συγκεκριμένο λόγο, διαθέτει δηλαδή συγκεκριμένο θέμα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα: «Κατ εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογεγραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών» (άρθρο 84 3). Η πρόταση δυσπιστίας μπορεί να είναι ατομική ή συλλογική, δηλαδή μπορεί να κατευθύνεται προς την Κυβέρνηση στο σύνολό της ή και σε ένα μόνο μέλος της. Με την πρόταση δυσπιστίας εξετάζεται όχι μόνο το κατά πόσον η Κυβέρνηση διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής αλλά και η πολιτική της ευθύνη πάνω σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό θέμα. Αποτελεί δηλαδή μέσο πολιτικού ελέγχου της Κυβέρνησης και έχει ως στόχο να στρέψει τη δημοσιότητα επί μιας συγκεκριμένης πολιτικής κριτικής της αντιπολίτευσης προς την Κυβέρνηση. Η συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας λαμβάνει χώρα με ειδική διαδικασία που προβλέπεται τόσο στο Σύνταγμα, όσο και στον Κανονισμό της Βουλής. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις 4 και 5 του άρθρου 84: «[ 4]. Η συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Κυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της. [ 5]. Η ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες αν το ζητήσει η Κυβέρνηση». Η πρόταση δυσπιστίας επιβάλει προκειμένου να γίνει δεκτή, δυσκολότερες προϋποθέσεις από την πρόταση εμπιστοσύνης, τόσο διαδικαστικές όσο και χρονικές, ενώ είναι κατά πολύ μεγαλύτερη η πλειοψηφία που απαιτείται για την υπερψήφισή της. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Σύνταγμα, εμφανώς, δεν επιθυμεί η πρόταση δυσπιστίας να γίνεται με τρόπο αποσταθεροποιητικό για την εκάστοτε Κυβέρνηση. Εκτός από μέσο έντονου πολιτικού ελέγχου, η πρόταση δυσπιστίας επιφέρει και συγκεκριμένες συνέπειες, εφόσον γίνει δεκτή. Οδηγεί στη συλλογική παραίτηση της Κυβέρνησης, εφόσον έχει ασκηθεί συλλογικά ή στην παραίτηση Υπουργού ή άλλου μέλους της, εφόσον έχει ασκηθεί ατομικά. Η συλλογική παραίτηση της Κυβέρνησης δεν οδηγεί σε εκλογές αλλά στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37 3 Σ, σύμφωνα με το άρθρο 38 1 Σ. Αν η ατομική πρόταση δυσπιστίας αφορά τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, τότε η αποδοχή της έχει ως συνέπεια την ατομική του παραίτηση (η οποία βέβαια θα συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα μέλη της Κυβέρνησής του), οπότε και εφόσον η κοινοβουλευτική του ομάδα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής θα οδηγηθούμε σε αντικατάστασή του εντός του τριημέρου που προβλέπει το άρθρο 38 3 Σ. Οι ίδιες συνέπειες εφαρμόζονται και στην περίπτωση καταψήφισης πρότασης εμπιστοσύνης, μόνο που στην περίπτωση αυτή θα μιλάμε αποκλειστικά για συλλογική παραίτηση της Κυβέρνησης. 2.2.5. Η απαλλαγή της Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της Η Κυβέρνηση είναι ένα όργανο που λειτουργεί χωρίς ορισμένη θητεία στο πολίτευμα μας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η θητεία της Κυβέρνησης εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής. Εφόσον αυτή χαθεί, η Κυβέρνηση ακόμη και μεσούσης της τετραετούς βουλευτικής περιόδου υποχρεούται να παραιτηθεί. Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι η απαλλαγή της Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της δεν οδηγεί σε εκλογές, αφού, εφόσον η πλειοψηφία της Βουλής επιθυμεί να μεταφέρει την εμπιστοσύνη της σε νέα Κυβέρνηση, έχει τη δυνατότητα να το πράξει. Η Κυβέρνηση απαλλάσσεται από τα καθήκοντά της στις ακόλουθες περιπτώσεις: 50

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει την Κυβέρνηση από τα καθήκοντά της αν αυτή παραιτηθεί, εθελούσια ή αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της, υπερψηφίζοντας πρόταση δυσπιστίας ή καταψηφίζοντας πρόταση εμπιστοσύνης (άρθρο 38 1 Σ). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει την Κυβέρνηση από τα καθήκοντά της αν ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί, εκλείψει ή αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει τα καθήκοντα του (άρθρο 38 2 Σ). Στην πρώτη περίπτωση, την παραίτηση της Κυβέρνησης ακολουθούν διερευνητικές εντολές, ενώ αν δεν καταστεί δυνατή η ανάδειξη νέας Κυβέρνησης, προκηρύσσονται εκλογές με εκλογική Κυβέρνηση είτε την οικουμενική που προβλέπεται συνταγματικά, και αν όχι την υπηρεσιακή που προβλέπει το άρθρο 37 3 Σ. Στη δεύτερη περίπτωση, αντικαθίσταται μόνο ο Πρωθυπουργός, εφόσον η κοινοβουλευτική ομάδα του απερχόμενου Πρωθυπουργού διαθέτει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Διαφορετικά ακολουθείται και στην περίπτωση αυτή, η προηγούμενη διαδικασία. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στις δυο ανωτέρω περιπτώσεις, το προεδρικό διάταγμα απαλλαγής της Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της, ακόμη κι αν δεν προσυπογραφεί από τον Πρωθυπουργό, το υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 35 1 Σ, ούτως ώστε ενδεχόμενη ολιγωρία του Πρωθυπουργού να μην παρεμποδίσει την υλοποίηση της κοινοβουλευτικής αρχής στην προκειμένη περίπτωση. 2.2.6. Η ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και το Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο του άρθρου 86 Σ Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά και οι Υφυπουργοί υπέχουν κατά το Σύνταγμα ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Η ευθύνη αυτή μπορεί να είναι: α) Ατομική ή συλλογική σύμφωνα με το άρθρο 85 Σ. Ατομική αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν την επιμέρους αρμοδιότητά τους ως μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και συλλογική για τις αποφάσεις που έχει λάβει συλλογικά το Υπουργικό Συμβούλιο. β) Πολιτική ευθύνη, αφού η Κυβέρνηση αλλά και τα μέλη της κατευθύνουν τη γενική πολιτική της χώρας. Η ευθύνη αυτή αναλαμβάνεται από τα μέλη της Κυβέρνησης ατομικά και συλλογικά, για τις πολιτικές τους επιλογές και πρακτικές που έχουν υιοθετήσει ως συλλογικό όργανο. Η πολιτική ευθύνη της Κυβέρνησης εξετάζεται με τα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου που διαθέτει η Βουλή (πχ. ερωτήσεις, επερωτήσεις, αναφορές, η ώρα του πρωθυπουργού, προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση) και τα οποία προβλέπονται στον Κανονισμό της Βουλής. Περαιτέρω, εξετάζεται μέσα από την υποβολή ατομικής ή συλλογικής πρότασης δυσπιστίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην ατομική παραίτηση μέλους της Κυβέρνησης ή σε συλλογική παραίτηση ολόκληρου του Υπουργικού Συμβουλίου. Μέσο πολιτικού ελέγχου της ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης είναι και η σύσταση εξεταστικών επιτροπών της Βουλής σύμφωνα με το άρθρο 68 2 Σ. Οι εξεταστικές επιτροπές αποτελούν δικαίωμα της μειοψηφίας, συστήνονται με πρόταση εξήντα (60) βουλευτών και απόφαση εκατόν είκοσι βουλευτών (120) εκτός από τις περιπτώσεις εξεταστικών επιτροπών που αφορούν την εξωτερική πολιτική ή την άμυνα της χώρας, οπότε και απαιτείται πλειοψηφία εκατόν πενήντα ένα (151) βουλευτών. Οι επιτροπές αυτές συστήνονται κατ αναλογία της δύναμης των κομμάτων στη Βουλή και έχουν ως στόχο να εξετάσουν σε βάθος ένα πολιτικό ζήτημα, ούτως ώστε να ασκήσουν έλεγχο στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. γ) Η ποινική ευθύνη των υπουργών διαμορφώθηκε κατά το στάδιο ιστορικής ανάπτυξης της κοινοβουλευτικής αρχής στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ανάδειξη του ανεύθυνου χαρακτήρα του αρχηγού του κράτους («the King can do no wrong»). Διατάξεις για την ποινική ευθύνη της Κυβέρνησης εμπεριέχουν όλα τα ελληνικά Συντάγματα, ενώ το Σύνταγμα του 1975 εμπεριέχει το άρθρο 86 Σ το οποίο και τροποποιήθηκε κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του 2001. Η ποινική ευθύνη αφορά μέλη της Κυβέρνησης (υπουργούς, τον Πρωθυπουργό, αναπληρωτές ή υπουργούς επικρατείας) αλλά και υφυπουργούς, για πράξεις ή παραλείψεις που διετέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους που συνιστούν ποινικά αδικήματα. Τέτοια ποινικά αδικήματα είναι η παραβίαση του Συντάγματος και των νόμων, η εκ προθέσεως βλάβη του κράτους, η παράνομη προσυπογραφή διαταγμάτων ή πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου, η ανακοίνωση ή δημοσιοποίηση εγγράφου με πρόθεση βλάβης των 51

συμφερόντων του κράτους, η παραβίαση ποινικών νόμων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Απαγορεύεται σύμφωνα με το άρθρο 86 1 Σ η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων. Τη διαδικασία για την αναζήτηση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μπορούμε να την διακρίνουμε σε κοινοβουλευτική προδικασία και δικαστηριακή διαδικασία. Η κοινοβουλευτική προδικασία περιλαμβάνει: Την πρόταση για άσκηση δίωξης για ποινική ευθύνη μελών της Κυβέρνησης από τριάντα (30) βουλευτές. Τη συγκρότηση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής με απόφαση εκατόν πενήντα ένα βουλευτών, η οποία θα εξετάσει την κατηγορία και θα εκδώσει πόρισμα το οποίο θα κατατεθεί ενώπιον της Βουλής. Διαφορετικά η πρόταση άσκησης δίωξης απορρίπτεται, ως προδήλως αβάσιμη. Δημοσιοποίηση στη Βουλή του πορίσματος της προκαταρκτικής εξέτασης και ψηφοφορία στην Ολομέλεια για να ληφθεί η απόφαση άσκησης ή μη κατηγορίας, ενός ή περισσότερων μελών του υπουργικού συμβουλίου, για ποινική ευθύνη, με πλειοψηφία εκατόν πενήντα ένα (151) βουλευτών. Αν η Βουλή αποφασίσει σύμφωνα με τα παραπάνω να ασκήσει κατηγορίες για ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης, ακολουθεί η δικαστηριακή διαδικασία μέσα από τη σύσταση του Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου του άρθρο 86 Σ ή αλλιώς Υπουργοδικείου. Το Ειδικό Δικαστήριο είναι ανώτατο δικαστήριο και συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου κληρώνονται μετά από την άσκηση δίωξης κατηγορίας, από τον Πρόεδρο της Βουλής, σε δημόσια συνεδρίαση. Στην κληρωτίδα περιλαμβάνονται όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου που έχουν διορισθεί ή προαχθεί πριν από την υποβολή της άσκησης δίωξης. Πρόεδρος του Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου είναι ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν. Μεταξύ ομοιόβαθμων προεδρεύει ο αρχαιότερος. Ειδική καινοτομία αποτελεί η πρόβλεψη για τη διεξαγωγή τακτικής ανάκρισης από μέλος του Αρείου Πάγου, η οποία λήγει με την έκδοση βουλεύματος από πενταμελές Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από τρία μέλη του Αρείου Πάγου και δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα οποία επίσης κληρώνονται. Το βούλευμα μπορεί να είναι απαλλακτικό ή και παραπεμπτικό. Την εισαγγελική έδρα τόσο στο Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο όσο και στο Δικαστικό Συμβούλιο την κατέχει μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, το οποίο και κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Η Βουλή μπορεί να ασκήσει τη δίωξη κατά όσων διετέλεσαν στο παρελθόν ή και διατελούν μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου ή υφυπουργοί, μέχρι και το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της κοινοβουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Πρόκειται εδώ στην ουσία για μια σύντομη παραγραφή των σχετικών ποινικών αδικημάτων. Στο Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι του κατηγορουμένου, διατελούντος ή διατελέσαντος υπουργού ή υφυπουργού. Με τη ρύθμιση αυτή, το Σύνταγμα στοχεύει στην αποφυγή της έκδοσης συγκρουόμενων αποφάσεων μεταξύ Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου και τακτικών ποινικών δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σε περίπτωση παραγραφής των εγκλημάτων, κατά την οποία η διαδικασία δεν θα ολοκληρωθεί, η Βουλή μπορεί να συστήσει ειδική επιτροπή της για τον έλεγχο της κατηγορίας. Στην επιτροπή αυτή δύνανται να συμμετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί. Η απόφαση της Βουλής για τη σύσταση ειδικής επιτροπής για τον έλεγχο της κατηγορίας προκαλείται από αίτηση του ενδιαφερόμενου, διατελούντος ή διατελέσαντος υπουργού ή άλλου μέλους της Κυβέρνησης ή και υφυπουργού ή από τους κληρονόμους του, ούτως ώστε να έχουν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν τις υπόνοιες περί ποινικής ευθύνης των ιδίων ή μελών της οικογένειάς τους. δ) Η αστική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης. Η αστική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης συνίσταται στην αποκατάσταση των ζημιών που η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί προκάλεσε, ή της ζημιάς που προκαλείται από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η αστική ευθύνη εξετάζεται με αγωγή κατά του ελληνικού δημοσίου σύμφωνα με τα άρθρο 105/106 ΕισΝΑΚ, από τα διοικητικά δικαστήρια, ενώ υπαίτιο εις ολόκληρον είναι και το μέλος της Κυβέρνησης που προκάλεσε την ζημία. Ο υπουργός δεν απαλλάσσεται δηλαδή από την άμεση υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης όπως ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τον ισχύοντα Υπαλληλικό 52

Κώδικα, όπως θα εκτεθεί περαιτέρω στο επόμενο κεφάλαιο, ενώ η δική του προσωπική ευθύνη εξετάζεται στα πολιτικά δικαστήρια και συνιστά ιδιωτική διαφορά. 2.2.7. Η συγκρότηση της Κυβέρνησης μετά τις εκλογές της 20 Σεπτεμβρίου 2015 Μετά τις εκλογές της 20 ης Σεπτεμβρίου 2015 η Κυβέρνηση απαρτίζεται από δεκατέσσερα (14) συνολικά Υπουργεία: Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Υπουργείο Εξωτερικών, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Υπουργείο Οικονομικών, Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Υπουργείο Ναυτιλίας και νησιωτικής πολιτικής, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. 2.3. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποτελεί το άμεσο και μονοπρόσωπο όργανο του Κράτους, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 30 Σ ως «ρυθμιστής» του πολιτεύματος. Πρόκειται για ένα όργανο με ρόλο ουδέτερο, συμβολικό, υπερκομματικό και ανεύθυνο πολιτικά, αφού την ευθύνη για τις πράξεις του, την αναλαμβάνει η υπεύθυνη Κυβέρνηση. Εκλέγεται έμμεσα, από τη Βουλή. Ο ρόλος του και οι αρμοδιότητες του προσδιορίζονται στα άρθρο 30-50 Σ αλλά και στο άρθρο 26 Σ, την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, όπου και κατοχυρώνεται η συμμετοχή του στην εκτελεστική και νομοθετική λειτουργία. Ειδικότερα: 2.3.1. Προσόντα και διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας Τα απαραίτητα για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας προσόντα αναφέρονται στο άρθρο 31 Σ. Έτσι για να εκλεγεί κανείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να είναι έλληνας πολίτης, τουλάχιστον από μια πενταετία, να διαθέτει ελληνική καταγωγή από ελληνίδα μητέρα ή έλληνα πατέρα, να είναι τουλάχιστον σαράντα ετών (40) και να διαθέτει τα εκλογικά του δικαιώματα. Ο Πρόεδρος εκλέγεται για πενταετή θητεία, την οποία μπορεί να ανανεώσει μόνο μια φορά (να διατελέσει δηλαδή συνολικά δύο) κατά το άρθρο 30 5 Σ. Η θητεία αυτή παρατείνεται, όπως και η θητεία της Βουλής, σε περίπτωση πολέμου σύμφωνα με το άρθρο 30 4 Σ αλλά και στην περίπτωση που δεν έχει περατωθεί η διαδικασία εκλογής νέου Προέδρου, οπότε ο προηγούμενος συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντα του, μέχρι ο επόμενος να αναδειχθεί σύμφωνα με το άρθρο 32 6 Σ. Επιπλέον, η ιδιότητά του είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος (άρθρο 30 2 Σ). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε περίπτωση που απουσιάζει στο εξωτερικό για περισσότερες από δέκα ημέρες στο εξωτερικό, αν πεθάνει, αν εκπέσει από το αξίωμα, αν παραιτηθεί ή αν αδυνατεί για πάνω από τριάντα μέρες να ασκήσει τα καθήκοντά του, αναπληρώνεται με τη σειρά από τον Πρόεδρο της Βουλής, ή αν αυτή δεν υπάρχει (επειδή θα έχει διαλυθεί λόγω εκλογών) από τον Πρόεδρο της τελευταίας Βουλής. Αν ο τελευταίος αρνείται ή δεν δύναται, ο Πρόεδρος αναπληρώνεται συλλογικά από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο αναπληρωτής Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί τις αρμοδιότητες του Προέδρου, εκτός από εκείνες που αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος σύμφωνα με το άρθρο 44 2 Σ, την διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών στην περίπτωση που έχει λήξει η θητεία της (άρθρο 53 1 Σ), καθώς και την περίπτωση που υπάρχει αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με την Τρίτη κατά σειρά ψηφοφορία (άρθρο 32 4 Σ). Η απώλεια του προεδρικού αξιώματος προκύπτει σε περίπτωση παραίτηση ή θανάτου του Προέδρου (άρθρο 34 1 Σ), εξ αιτίας της έκπτωσης του μετά από καταδίκη του Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου του άρθρου 86 (κατά το άρθρο 49 Σ) και σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του την οποία και διαπιστώνει η Βουλή με ειδική απόφασή της (άρθρο 34 2 Σ) 53