Κεφάλαιο 2 : Η μοντελοποίηση στο σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού

Σχετικά έγγραφα
Ο συμπεριφορισμός ή το μεταδοτικό μοντέλο μάθησης. Η πραγματικότητα έχει την ίδια σημασία για όλους. Διδάσκω με τον ίδιο τρόπο όλους τους μαθητές

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ Διδακτική της Πληροφορικής

Η ανάλυση της κριτικής διδασκαλίας. Περιεχόμενο ή διαδικασία? Βασικό δίλημμα κάθε εκπαιδευτικού. Περιεχόμενο - η γνώση ως μετάδοση πληροφορίας

Διδακτικές προσεγγίσεις στην Πληροφορική. Η εποικοδομιστική προσέγγιση για τη γνώση. ως ενεργητική και όχι παθητική διαδικασία

Διδακτικές προσεγγίσεις υποψηφίων καθηγητών Πληροφορικής

Μάθηση & διδασκαλία στην προσχολική εκπαίδευση: βασικές αρχές

Ο ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΜΑΘΗΣΗΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

Γράφοντας ένα σχολικό βιβλίο για τα Μαθηματικά. Μαριάννα Τζεκάκη Αν. Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Μ. Καλδρυμίδου Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Εναλλακτικές θεωρήσεις για την εκπαίδευση και το επάγγελμα του εκπαιδευτικού

ΡΟΜΠΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ

Έννοιες Φυσικών Επιστημών Ι

Κασιμάτη Αικατερίνη Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος ΑΣΠΑΙΤΕ

Κοινωνικοπολιτισμικές. Θεωρίες Μάθησης. & Εκπαιδευτικό Λογισμικό

Εννοιολογική χαρτογράφηση: Διδακτική αξιοποίηση- Αποτελέσματα για το μαθητή

Μαθηματικά: θεωρίες μάθησης. Διαφορετικές σχολές Διαφορετικές υποθέσεις

Μάθηση & Εξερεύνηση στο περιβάλλον του Μουσείου

Διερευνητική μάθηση We are researchers, let us do research! (Elbers and Streefland, 2000)

Τα Διδακτικά Σενάρια και οι Προδιαγραφές τους. του Σταύρου Κοκκαλίδη. Μαθηματικού

O σχεδιασμός περιβαλλόντων μάθησης σε υπολογιστή

Μεθοδολογίες αξιολόγησης εκπαιδευτικού. λογισμικού

Παιδαγωγικές δραστηριότητες μοντελοποίησης με χρήση ανοικτών υπολογιστικών περιβαλλόντων

Σύγχρονες θεωρήσεις για τη μάθηση

Σύγχρονες θεωρίες μάθησης

Εκπαιδευτική Τεχνολογία και Θεωρίες Μάθησης

1. Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών στην εκπαιδευτική διαδικασία

των βασικών αρχών των θεωριών μάθησης και των πιο γνωστών τους διδακτικών μοντέλων.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ Δρ. Ζαφειριάδης Κυριάκος Οι ικανοί αναγνώστες χρησιμοποιούν πολλές στρατηγικές (συνδυάζουν την

EDUS265 Εκπαιδευτική Τεχνολογία

Τα σχέδια μαθήματος 1 Εισαγωγή

Αναλυτικό Πρόγραμμα Μαθηματικών

ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΠΣ) Χρίστος Δούκας Αντιπρόεδρος του ΠΙ

«Διδακτική της πληροφορικής»

Τομέας Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου ATS2020 ΤΟΜΕΙΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΧΟΥΣ ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ

Σ.Ε.Π. (Σύνθετο Εργαστηριακό Περιβάλλον)

ΔΙΔΑΚΤΙΚΉ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΏΝ

Εκπαιδευτική Διαδικασία και Μάθηση στο Νηπιαγωγείο Ενότητα 2: Μάθηση & διδασκαλία στην προσχολική εκπαίδευση: βασικές αρχές

Παιδαγωγικό Υπόβαθρο ΤΠΕ. Κυρίαρχες παιδαγωγικές θεωρίες

Τρίτη 24 και Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Η ανάπτυξη της Εποικοδομητικής Πρότασης για τη διδασκαλία και τη μάθηση του μαθήματος της Χημείας. Άννα Κουκά

ΕΥΑΡΜΟΓΕ ΣΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΜΑΘΗΗ ΣΗΝ ΠΡΟΦΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΤΗ. Δρ Ζωή Καραμπατζάκη

Προσχολική Παιδαγωγική Ενότητα 8: Σχεδιασμός Ημερησίων Προγραμμάτων

Μαθηµατική. Μοντελοποίηση

Η ιστορία της παιδικής συμπεριφοράς γεννιέται από την συνύφανση αυτών των δύο γραμμών (Vygotsky 1930/ 1978, σελ. 46).

Ο πρώτος ηλικιακός κύκλος αφορά μαθητές του νηπιαγωγείου (5-6 χρονών), της Α Δημοτικού (6-7 χρονών) και της Β Δημοτικού (7-8 χρονών).

O μετασχηματισμός μιας «διαθεματικής» δραστηριότητας σε μαθηματική. Δέσποινα Πόταρη Πανεπιστήμιο Πατρών

ΤΩΝ ΤΠΕ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η διάρκεια πραγματοποίησης της ανοιχτής εκπαιδευτικής πρακτικής ήταν 2 διδακτικές ώρες

Cabri II Plus. Λογισμικό δυναμικής γεωμετρίας

1. Η σκοπιμότητα της ένταξης εργαλείων ψηφιακής τεχνολογίας στη Μαθηματική Εκπαίδευση

Η Εκπαίδευση στην εποχή των ΤΠΕ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Μαθηση και διαδικασίες γραμματισμού

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Το σενάριο προτείνεται να διεξαχθεί με τη χρήση του Cabri Geometry II.

Θεωρητικές αρχές σχεδιασµού µιας ενότητας στα Μαθηµατικά. Ε. Κολέζα

Παιδαγωγικές εφαρμογές Η/Υ. Μάθημα 1 ο

Πρακτική Άσκηση σε σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

ΣΧΕΔΙΟ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ: ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΣΤ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ «ΤΑ ΚΛΑΣΜΑΤΑ»

Μ. Κλεισαρχάκης (Μάρτιος 2017)

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Κοινωνικο-πολιτισμική προσέγγιση - VYGOTSKY

Διδακτική της Πληροφορικής

των σχολικών μαθηματικών

Η Θεωρία του Piaget για την εξέλιξη της νοημοσύνης

Σενάριο 5. Μετασχηµατισµοί στο επίπεδο. Γνωστική περιοχή: Γεωµετρία Α' Λυκείου. Συµµετρία ως προς άξονα. Σύστηµα συντεταγµένων.

Αναγκαιότητα - Χρησιμότητα

Κοινωνιογνωστική θεωρία Social Cognitive Theory

Σκοπός και στόχοι της δράσης Το πλαίσιο εφαρμογής Δραστηριότητες της δράσης

4. Σηµειώ -στε. 8 Μάθηση ως διαδικασία και όχι µόνον ως περιεχόµενο ή αποτέλεσµα 9 Διαθεµατική ολική προσέγγιση της διδασκαλίας και µάθησης

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ 1. Τίτλος ΟΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ 2. Εµπλεκόµενες γνωστικές περιοχές Γεωγραφία, Γλώσσα 3. Γνώσεις και πρότερες ιδέες ή αντιλήψεις τ

ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΜΑΘΗΣΙΑΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΜΑΘΗΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ 6 ΟΥ ΕΞΑΜΗΝΟΥ (5 Ο ΜΑΘΗΜΑ)

Γεωµετρία Β' Λυκείου. Συµµεταβολή µεγεθών. Εµβαδόν ισοσκελούς τριγώνου. Σύστηµα. συντεταγµένων. Γραφική παράσταση συνάρτησης. Μέγιστη - ελάχιστη τιµή.

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ Η/Υ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Μαθησιακές δραστηριότητες με υπολογιστή

ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΏΝ:

Εκπαιδευτικό Σενάριο 2

Διαφοροποίηση στρατηγικών διδασκαλίας ανάλογα με το περιεχόμενο στα μαθήματα των φυσικών επιστημών

Κοινωνικογνωστικές θεωρίες μάθησης. Διδάσκουσα Φ. Αντωνίου

ΘΕΩΡΊΕς ΜΆΘΗΣΗς ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΆ

Διδακτική των Φυσικών Επιστημών στην Προσχολική Εκπαίδευση

ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ:

Δεύτερη Συνάντηση ΜΑΘΗΣΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΟΜΑΔΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ. Κάππας Σπυρίδων

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ

Έννοιες Φυσικών Επιστημών Ι

Mάθηση και διαδικασίες γραμματισμού

Οδηγίες για αξιολόγηση στο πλαίσιο ομότιμης συνεργατικής μάθησης

Η παρατήρηση της τάξης των μαθηματικών και ο αναστοχασμός ως εργαλεία επαγγελματικής μάθησης και ανάπτυξης

Α/Α Τύπος Εκφώνηση Απαντήσεις Το λογισµικό Άτλαντας CENTENNIA µπορεί να χρησιµοποιηθεί 1. Α) Στην ιστορία. Σωστό το ) Σωστό το Γ)

Διαφοροποιημένη Διδασκαλία. Ε. Κολέζα

ΒΗΜΑΤΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΕΝΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (PROJECT)

Αυθεντικό πλαίσιο μάθησης και διδασκαλίας για ένα σχολείο που μαθαίνει. Κατερίνα Κασιμάτη Επικ. Καθηγήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος ΑΣΠΑΙΤΕ

Κάθε επιλογή, κάθε ενέργεια ή εκδήλωση του νηπιαγωγού κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι σε άμεση συνάρτηση με τις προσδοκίες, που

Προσεγγίζοντας παιδαγωγικά τη γλώσσα της σύγχρονης τέχνης με τη χρήση πολυμεσικών εφαρμογών: Η περίπτωσης της Mec Art του Νίκου Κεσσανλή

Τμήμα Μηχανικών Πληροφορικής Τ.Ε. της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του Τ.Ε.Ι. Ηπείρου

Μαθηματικά: Οι τάσεις στη διδακτική και τα Προγράμματα Σπουδών. Πέτρος Κλιάπης Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε.

Η αυθεντική μάθηση και αξιολόγηση. Δρ Δημήτριος Γκότζος

Transcript:

Κεφάλαιο 2 : Η μοντελοποίηση στο σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού 23

Ο σχεδιασμός εκπαιδευτικού λογισμικού εκφράζει τις αντιλήψεις του σχεδιαστή σχετικά με το τι είναι γνώση και πώς κατασκευάζεται, καθώς και τις αντιλήψεις του για το αντικείμενο μάθησης, τη διδασκαλία και τη μάθησή του (Παραφράζοντας αντίστοιχη έκφραση του Kaput, 1992 για τα Μαθηματικά). 24

2.1. Bασικά ερωτήματα στο σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού Κατά το σχεδιασμό ενός περιβάλλοντος μάθησης σημαντικό ενδιαφέρον αποκτά η απάντηση σε τρία βασικά ερωτήματα : πώς ; τι και γιατί ; ποιος ; μαθαίνει. (Laurillad, 1993). Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα μπορεί να προκύψει ύστερα από διαδικασίες μοντελοποίησης. Η μοντελοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί στην εκπαίδευση, προκειμένου να υποστηρίξει τη μάθηση με τεχνητό τρόπο. Αυτό γίνεται με την παροχή υπολογιστικών εργαλείων (computer tools) στα παιδιά, ώστε να τα ενεργοποιήσει να δημιουργήσουν τους δικούς τους κόσμους της γνώσης, να εκφράσουν τις αναπαραστάσεις τους για τον κόσμο ή να διερευνήσουν τις αναπαραστάσεις κάποιου άλλου (Mellar & Bliss, 1994). Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα υπονοεί τη δημιουργία ενός μοντέλου που στηρίζεται σε μία γνωσιοθεωρητική προσέγγιση για τη μάθηση η οποία επιλέγεται από το σχεδιαστή του λογισμικού. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα υπονοεί τη δημιουργία ενός μοντέλου για το αντικείμενο της μάθησης και κατασκευάζεται με βάση τη διερεύνηση της βιβλιογραφίας για το πώς ορίζονται οι σχετικές έννοιες και για το πώς αυτές αναπτύσσονται στη σκέψη των παιδιών. Η απάντηση στο τρίτο ερώτημα υπονοεί τη δημιουργία ενός μοντέλου για το μαθητή και τις ανάγκες του και κατασκευάζεται με βάση τη διερεύνηση της βιβλιογραφίας για το πώς οι μαθητές ενεργούν προκειμένου να πραγματοποιήσουν τις συγκεκριμένες δραστηριότητες που τους τίθενται ώστε να έχουν την ευκαιρία να μάθουν τις συγκεκριμένες έννοιες. Και τα τρία μοντέλα αντικατοπτρίζουν τις αντιλήψεις του σχεδιαστή για το αντικείμενο, τη φύση, τη διδασκαλία και τη μάθησή του, όπως αυτές προκύπτουν από τη μελέτη και τις ερμηνείες που αποδίδει στη σχετική βιβλιογραφίας. Κατά την κατασκευή των παραπάνω μοντέλων πρέπει να λαμβάνονται υπ όψιν οι δυνατότητες των υπολογιστών ως γνωστικών εργαλείων (Κεφάλαιο 1). Επιπλέον, στις φάσεις του εκπαιδευτικού και του λειτουργικού σχεδιασμού, όπως και στη φάση της υλοποίησης, πρέπει να γίνεται προσπάθεια ικανοποίησης προδιαγραφών υψηλής 25

ποιότητας εκπαιδευτικού λογισμικού όπως αυτές αναφέρονται από άλλους ερευνητές στο χώρο και παρατίθενται στην επόμενη παράγραφο. 2.2. Το μοντέλο για τη γνώση και τη μάθηση 2.2.1. Η θεώρηση του συμπεριφορισμού στο σχεδιασμό εκπ/κού λογισμικού Το μοντέλο του "συμπεριφορισμού" (behaviorism) για τη γνώση χρησιμοποιήθηκε στα πρώτα βήματα της κατασκευής λογισμικού για την εκπαίδευση ( Merrill, Li, & Jones, 1990). Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό η γνώση είναι απόλυτη, δεν εξαρτάται από το ποιος τη μαθαίνει και επομένως η έμφαση δίνεται στη μετάδοση της γνώσης με τη διδασκαλία και στον έλεγχο των αποτελεσμάτων της και όχι στη διαδικασία της μάθησης. Θεωρείται επομένως αναγκαίο να διατυπώνονται οι εκπαιδευτικοί στόχοι κάθε διδακτικής παρέμβασης και να γίνεται έλεγχος της πραγματοποίησής τους. Από αυτή τη γνωσιοθεωρητική τοποθέτηση ο μαθητής αντιμετωπίζεται ως "άδειο δοχείο" που πρέπει να γεμίσει με την πληροφορία που θα πάρει από το δάσκαλο. Ετσι βασικό μέλημα του δάσκαλου είναι να βρεί τους κατάλληλους τρόπους μετάγγισης της πληροφορίας από τον εαυτό του που θεωρεί ότι είναι αυθεντία και γνωρίζει, στο μαθητή που πρέπει να επαναλάβει οτιδήποτε βλέπει και ακούει από το δάσκαλο. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση η τροποποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα εξωτερικών κινήτρων (επιβραβεύσεις, τιμωρίες κλπ). Η γνώση αντιμετωπίζεται ως αθροιστική διαδικασία και όχι ως ολιστική σύλληψη. Επιπλέον, το άτομο και τα πράγματα που μαθαίνει αποτελούν ξεχωριστές οντότητες. Ετσι αυτός που επιθυμεί να μάθει κάποια πράγματα, πρέπει να κατασκευάσει μια αντιστοιχία μεταξύ των γνωστικών του δομών και αυτών των πραγμάτων που προτίθεται να μάθει. Οσο πιο ταιριαστή είναι αυτή η αντιστοιχία τόσο πιο κοντά στην αλήθεια είναι το άτομο. Η αξιολόγηση όμως του ταιριάσματος αυτών των δομών δεν γίνεται από το άτομο αλλά από εξωτερικούς παράγοντες. Η αξιολόγηση δηλαδή της αλήθειας της γνώσης εναποτίθεται σε παράγοντες που βρίσκονται έξω από το άτομο. Ετσι, η αλήθεια της γνώσης αποκτά έναν απόλυτο χαρακτήρα, γίνεται δηλαδή ένα δόγμα. Ο σχεδιασμός εκπαιδευτικού λογισμικού σύμφωνα με το συμπεριφοριστικό μοντέλο μάθησης έδινε έμφαση στην παρουσίαση της γνώσης από το δάσκαλο και όχι στο πώς ο μαθητής μαθαίνει. Ετσι ο σχεδιασμός επικεντρωνόταν στην παρουσίαση των εννοιών του αντικειμένου που είχε επιλεχθεί για τη διδασκαλία, στην επιβράβευση 26

του μαθητή σε περίπτωση που τα αποτελέσματα της προσπάθειάς του ταίριαζαν με αυτά που ο σχεδιαστής του λογισμικού θεωρούσε σωστά και στην παρότρυνσή του να συνεχίσει στην περίπτωση λάθους. Τα εκπαιδευτικά πακέτα αυτής της εκπαιδευτικής θεώρησης δεν ήταν σχεδιασμένα ώστε να δίνουν ευκαιρίες στο μαθητή να φέρει σε πέρας αυθεντικές δραστηριότητες ούτε να διερευνήσει το τι συμβαίνει προκειμένου να απαντήσει σε ανοικτά ερωτήματα. Κάτω από αυτή την οπτική το εκπαιδευτικό λογισμικό ήταν φτωχό, αντέγραφε τα βιβλία και χρησιμοποιούσε τα παραδοσιακά μέσα αναπαράστασης και συμβολισμού, χωρίς να διαθέτει εργαλεία σχεδιασμένα με βάση το πώς ο μαθητής μαθαίνει και με στόχο να του επιτρέπουν συμμετοχή στην κατασκευή της γνώσης του μέσα από πειραματισμό και διερεύνηση. 2.2.2. Kοινωνικές και εποικοδομιστικές προσεγγίσεις στο σχεδιασμό εκπ/κού λογισμικού Υπάρχει έντονο ενδιαφέρον, προβληματισμός και συζήτηση για τις αρχές σχεδιασμού εκπαιδευτικού λογισμικού το οποίο θα υλοποιεί ως μαθησιακό περιβάλλον βασικές αρχές του εποικοδομισμού (constructivism) ( Reigeluth, 1991; Winn, 1991). Ενώ ο εποικοδομισμός είναι αποδεκτός ως θεωρία μάθησης από πολλούς ερευνητές, η μετατροπή των βασικών αρχών του σε αρχές σχεδιασμού εκπαιδευτικού λογισμικού είναι ένα θέμα που παραμένει ανοικτό. Στην προσπάθειά τους να εισάγουν την εποικοδομιστική προοπτική στο σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού οι Kember & Murphy (1990) τονίζουν ότι ο εκπαιδευτικός σχεδιασμός θα πρέπει να μη μεταδίδει απλά γνώση αλλά να βοηθά τους μαθητές να πραγματοποιήσουν εννοιολογικές αλλαγές. Επιπλέον, οι δυσκολίες των μαθητών με το γνωστικό αντικείμενο για τη μάθηση του οποίου έχει σχεδιαστεί το λογισμικό θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψη. Σύμφωνα με τον Jonassen (1985, o.π. οι Kember & Murphy, 1990) "οι εκπαιδευτικές τεχνολογίες θα πρέπει εντελώς απλά να διδάσκουν τους μαθητές πώς να μαθαίνουν και όχι πώς να ενεργούν σαν παθητικοί δέκτες πληροφοριών ή τεχνικών εις βάρος της μαθησιακής τους εμπλοκής στη διαδικασία της μάθησης". Η ομάδα Τhe Cognition and Technology Group at Vanderbilt (1991) ξεκαθαρίζει ότι βλέπει το εκπαιδευτικό λογισμικό από την εποικοδομιστική θεώρηση ως υλικό που υποστηρίζει τη μαθησιακή διαδικασία και όχι ως υλικό που αντικαθιστά το δάσκαλο. Η κοινωνική εποικοδομιστική θεώρηση για τη γνώση έχει επίδραση στη θεώρηση για τη διδασκαλία και τη μάθηση. Η έμφαση πια μεταφέρεται από την προσπάθεια σωστής επανάληψης των πρακτικών του δάσκαλου από το μαθητή, στην επιτυχή οργάνωση της 27

εμπειρίας του από τον ίδιο. Ο σχεδιασμός εκπαιδευτικού λογισμικού κάτω από αυτή τη θεώρηση υπονοεί τη διαθεσιμότητα τέτοιων εργαλείων που από τη μια μεριά να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του παιδιού και από την άλλη να του προσφέρουν τις δυνατότητες και τα επιτεύγματα της επιστήμης και του πολιτισμού για πειραματισμό στην ενεργητική του προσπάθεια για την οικοδόμηση της γνώσης του. Παρακάτω γίνεται : διαγραμματική παρουσίαση του μοντέλου για τη γνώση και τη μάθηση με βάση βασικές αρχές εποικοδομιστικών και κοινωνικών προσεγγίσεων στη γνώση και στη μάθηση (ενότητα 2.2.2.1) παρουσίαση των εκπαιδευτικών προδιαγραφών πάνω στις οποίες στηρίχθηκε το μοντέλο που προαναφέρθηκε (ενότητα 2.2.2.2) και εκτενής ανάλυση και τεκμηρίωση των προδιαγραφών που διατυπώθηκαν (ενότητα 2.2.2.3) 2.2.2.1. Διαγραμματική παρουσίαση του μοντέλου για τη γνώση και τη μάθηση περιβάλλον αλληλεπίδρασης Που ανταποκρίνονται στο πως ο μαθητής μαθαίνει δραστήρια διαθεσιμότητα εργαλείων Που εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες των Η/Υ ως εργαλεία μάθησης Εργαλεία κυμαινόμενης διαφάνειας για κατασκευή πολλαπλών αναπαραστάσεων ανεξαρτησία λειτουργιών υποκειμενική αντικείμενα που δίνονται από το μαθητή Η μάθηση μη διαθέσιμο σύστημα αξιολόγησης με τη μορφή ελέγχου των σωστών απαντήσεων περιβάλλον πειραματισμού μη γραμμικός, καθοδηγ. από τα γεγονότα αντικειμενοστραφής προγραμματισμός κατασκευή περιβάλλον πολλαπλών πλαισίων όχι παρουσίαση πληροφοριών αλλά διαθεσιμότητα ενός συνόλου λειτουργιών περιβάλλον Επίλυσης προβλημ περιβάλλον ανατροφοδότηση αναστοχασμού των ενεργειών Intrinsic, των παιδιών Εικονική Σχήμα 2.1. Το μοντέλο για τη γνώση και τη μάθηση 28

2.2.2.2. Kοινωνικές και εποικοδομιστικές προσεγγίσεις στη γνώση και τη μάθηση σε μορφή εκπαιδευτικών προδιαγραφών εκπ/κού λογισμικού Βασικές κοινωνικές και εποικοδομισττικές προσεγγίσεις στη γνώση και στη μάθηση έγινε προσπάθεια να διατυπωθούν με τη μορφή εκπαιδευτικών προδιαγραφών. Ο μετασχηματισμός σε εκπαιδευτικές προδιαγραφές σχεδιασμού του λογισμικού δεν είναι μονοσήμαντος εξαρτάται από το αντικείμενο μάθησης και το σχεδιαστή του λογισμικού, έχει όμως στόχο την πληρέστερη έκφραση του γνωσιοθεωρητικού μοντέλου. Οι εκπαιδευτικές προδιαγραφές μπορούν σύντομα να διατυπωθούν ως οι απαιτήσεις για να προσφέρεται στο μαθητή δυνατότητες : ενεργητικής κατασκευής της γνώσης του ανάπτυξης των προσωπικών του στρατηγικών επίλυσης χρήσης εργαλείων που ανταποκρίνονται στον τρόπο που μαθαίνει το γνωστικό αντικείμενο αλληλεπίδρασης με γνώση που είναι κατασκευασμένη από τον πολιτισμό για τις έννοιες που αφορούν στο γνωστικό αντικείμενο να πειραματίζεται με τις έννοιες που αφορούν στο γνωστικό αντικείμενο να αποκτά πρακτική (hands-on) εμπειρία χρησιμοποιώντας πρωτογενείς πηγές σχετικές με τις έννοιες που αφορούν στο γνωστικό αντικείμενο να επιλύει ουσιαστικά προβλήματα που αφορούν στο γνωστικό αντικείμενο και του δημιουργούν εσωτερικό κίνητρο τη δυνατότητα εικονικής ανατροφοδότησης των ενεργειών του, ώστε να μπορεί να αναστοχάζεται στα αποτελέσματά τους. ανάπτυξης περισσότερων από μιας αναπαράστασης των εννοιών που αφορούν στο γνωστικό αντικείμενο ανάπτυξης μεθόδων αυτοδιόρθωσης, σε συνδυασμό με τη μη διάθεση από το περιβάλλον ενός συστήματος αυτόματης αξιολόγησης της ορθότητας της επίλυσης των στρατηγικών επίλυσης του μαθητή 2.2.2.3. Κοινωνικές και εποικοδομιστικές προσεγγίσεις στη γνώση και στη μάθηση Σε αντιπαράθεση με τις παραδοσιακές δυτικές φιλοσοφίες που θεωρούσαν ανεξάρτητο τον πραγματικό κόσμο από το άτομο που προσπαθούσε να τον γνωρίσει και ως εκ τούτου προσέδιδαν στη γνώση απόλυτη ισχύ, αναπτύχθηκε η επιστημολογική θεώρηση του εποικοδομισμού (constructivism) για τη γνώση όπως αναφέρεται από τον von Glasersfeld 29

(1995). Ο εποικοδομισμός στηρίζεται στη γενετική επιστημολογία, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον J. Piaget. Από αυτή τη θεώρηση η γνώση δεν μελετάται ως κάτι απόλυτο και ανεξάρτητο αλλά σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του ατόμου (Piaget, 1970b). Η έμφαση μεταφέρεται από την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της μάθησης στις στρατηγικές επίλυσης που οι μαθητές αναπτύσσουν. Η επίδραση του πλαισίου συμφραζομένων με την ευρεία έννοια των πολιτισμικών και κοινωνικών παραγόντων που εμπεριέχει αναγνωρίζεται ως σημαντική στη διαδικασία της μάθησης. Επιπλέον αναγνωρίζεται η σημασία της διαθεσιμότητας εργαλείων και γίνεται κατανοητή η συμπληρωματικότητα της διαδικασίας σε σχέση με το περιεχόμενο της μάθησης H γνώση ως μια υποκειμενική και ενεργητική διαδικασία αλληλεπίδρασης και κατασκευής: Η γνώση δεν αντιμετωπίζεται πια ως μια παθητική στάση μίμησης των συμπεριφορών των ενηλίκων αλλά ως μια δραστηριότητα του ατόμου προκειμένου να προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα (von Glasersfeld, 1995). Η δραστηριότητα αυτή πραγματοποιείται στο επίπεδο του ζωτικού (living) περιβάλλοντος του μαθητή, όπως και στο περιβάλλον των εννοιών μέσα στις οποίες ζεί. Ομως η μάθηση δεν αντιμετωπίζεται ως προιόν μόνον της προσπάθειας του παιδιού να προσαρμοσθεί σε ένα αντιστεκόμενο κόσμο όπως ο Piaget υποστήριξε, αλλά και ως προιόν της υποκειμενικής ανακατασκευής μηνυμάτων και μοντέλων στα πλαίσια της αλληλεπίδρασής του με μέλη κοινωνικών ομάδων έτσι, ώστε να συμπληρώνουν, να αναπαράγουν και να μετατρέπουν τον πολιτισμό, όπως η επιστημονική κοινότητα, ο δάσκαλος και οι μαθητές της τάξης (Βauersfeld, 1988). Eπιπλέον, "τα μοντέλα και τα νοήματα που χρησιμοποιούνται σε αυτές τις υποκειμενικές κατασκευές δεν είναι αυθαίρετα ούτε ανασυρόμενα από ανεξάντλητες πηγές αλλά εμφανίζονται μέσα από τους ενοποιητικούς δεσμούς της γλώσσας και του πολιτισμού δια μέσου της διυποκειμενικότητας της γνώσης, που έχει κοινωνικά διαπραγματευθεί ανάμεσα στα μέλη των κοινωνικών ομάδων και μέσα από κανόνες που σχετίζονται με τις αλληλεπιδράσεις τους" (Βauersfeld, 1988, σελ. 39). Η γνώση ως υποκειμενική κατασκευή : Τα αποτελέσματα των εκπαιδευτικών ερευνών άρχισαν να υπονομεύουν τα θεμέλια του συμπεριφοριστικού μοντέλου μάθησης (von Glasersfeld, 1987a). Ο μύθος της απόλυτης αλήθειας για μια πραγματικότητα που έχει το ίδιο νόημα και την ίδια σημασία για όλους τους ανθρώπους, φαίνεται να καταρρίπτεται. Οι μαθητές φαίνεται να μη καθρεφτίζουν τις πληροφορίες που τους παρέχονται μέσα από τις διδακτικές παρεμβάσεις αλλά να τις επεξεργάζονται και να προκύπτουν διαφορετικά αποτελέσματα από τα προβλεπόμενα. Φαίνεται ότι κάθε μαθητής μέσα από τις δικές του γνωστικές λειτουργίες επεξεργάζεται τις πληροφορίες που του παρέχονται και γι αυτό το 30

λόγο οι αντιλήψεις για τα διάφορα θέματα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Επιπλέον οι μαθητές φαίνεται να μην έρχονται με άδεια κεφάλια στο σχολείο, ενώ πολλές μελέτες διερευνούν τις πρότερες αντιλήψεις τους, ώστε να βρεθούν οι κατάλληλες διαδικασίες για την τροποποίησή τους (Kember, & Murphy, 1990). Για τον Piaget (1970b) η επικοινωνία με τη γνώση των άλλων γίνεται μέσα από τις γνωστικές δομές του ατόμου. Η ύπαρξη επικοινωνίας σημαίνει ότι είναι δυνατό να υπάρξει βιώσιμη αλληλεπίδραση από την άποψη των ερμηνειών κάθε ατόμου στο περιεχόμενο της αλληλεπίδρασής του με το άλλο. Οι λέξεις από μόνες τους δεν μεταφέρουν τα ίδια νοήματα για όλους τους ανθρώπους που τις ακούν ή τις διαβάζουν (von Glasersfeld, 1987a). Κάθε λέξη ενεργοποιεί στο άτομο την ικανότητα να φανταστεί, ό,τι σχετίζεται με τη λέξη που διαβάζει ή ακούει, όπως αυτό προκύπτει από την προηγούμενη εμπειρία του. Ετσι, τα νοήματα που αποδίδονται στις λέξεις διαφέρουν από άτομο σε άτομο και η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι δυνατή, εφ όσον υπάρχει συμβατότητα των εσωτερικών αναπαραστάσεων που έχουν για τις έννοιες ή τα πράγματα για τα οποία επικοινωνούν. Η κατανόηση σε ένα γλωσσικό επικοινωνιακό πλαίσιο συμφραζομένων σημαίνει την εξεύρεση ενός τρόπου για το ταίριασμα των ήδη κατασκευασμένων γνωστικών στοιχείων του ατόμου με ένα πρότυπο, το οποίο περιορίζεται από ειδικούς περιορισμούς που σχετίζονται με τον τρόπο εκμάθησης της γλώσσας (von Glasersfeld, 1987a). Η σημασία των ενεργειών του ατόμου στη νοητική του ανάπτυξη : Σύμφωνα με τον Piaget (1970b, σελ.14) η λειτουργική πλευρά της σκέψης, δεν προέρχεται από την αναφορά σε στατικές καταστάσεις αλλά από μετασχηματισμούς καταστάσεων. Η πρώτη εμφάνιση αυτής της σκέψης, γίνεται μέσα από τις ενέργειες του ατόμου στα πλαίσια μιας δραστηριότητας που έχει κάποιο στόχο. Για τον Piaget (1970b, σελ.34) ένα "σχήμα" (scheme) αποτελείται από τα επαναλαμβανόμενα και γενικεύσιμα χαρακτηριστικά, που προέκυψαν από τις ενέργειες του ατόμου. Τις ενέργειες του ατόμου ακολουθεί μια αφαιρετική απλή λειτουργία που απορρέει από τα αντικείμενα και μια αφαιρετική λειτουργία που προέρχεται από τον αναστοχασμό του ατόμου, σε συνδυασμούς των ενεργειών του (Piaget, 1970b,σελ.18). Με τη διαδικασία αυτή δημιουργούνται οι λειτουργίες. Οι λειτουργίες αποτελούν ενέργειες, που έχουν εσωτερικευτεί από το άτομο, είναι αντιστρέψιμες, έχουν κάτι το αμετάβλητο και αποτελούν μέρος ενός συστήματος λειτουργιών. Η κατανόηση μέσα από την εμπειρία : Βασικό χαρακτηριστικό των οργανισμών που διαθέτουν νόηση είναι η ικανότητά τους να μαθαίνουν (von Glasersfeld, 1987a). Μάθηση 31

σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να βγάλει συμπεράσματα από την εμπειρία και να δρα σύμφωνα με αυτά (von Glasersfeld, 1987a). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν βασικά στοιχεία της εμπειρίας που μπορεί να επαναληφθούν ή να αποφευχθούν από κάποιους. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να μπορούν να εξευρεθούν μέσα από την εμπειρία κάποιοι κανόνες, οι οποίοι θα μπορούν να επιβεβαιώνονται και σε παρόμοιες μελλοντικές εμπειρικές περιπτώσεις. Για να εξευρεθούν αυτοί οι κανόνες, πρέπει να χωριστεί η εμπειρία σε τμήματα τα οποία έχουν ομοιότητες και ξαναεμφανίζονται και να αξιολογηθεί το είδος των ομοιοτήτων και των διαφορών τους. Εάν, μέσα από αυτή την οργάνωση της εμπειρίας, ένα αποτέλεσμα φανεί χρήσιμο, τότε η οργάνωση αυτή είναι βιώσιμη δεν θα μπορούσε να γίνει με άλλο τρόπο και σημαίνει ότι το άτομο αντιλήφθηκε κάτι από τον πραγματικό κόσμο. Η κατανόηση της εμπειρίας σημαίνει την οργάνωσή της με τέτοιο τρόπο, ώστε να μας επιτρέπει τη διατύπωση έγκυρων προβλέψεων. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν σε κάθε περίπτωση γίνεται ερμηνεία της εμπειρίας από την άποψη της πρόβλεψης των αναμενόμενων αποτελεσμάτων σε μελλοντικές παρόμοιες εμπειρικές καταστάσεις. Η κατανόηση της εμπειρίας που προκύπτει με τη διαδικασία που προαναφέρθηκε, θεωρείται γνώση, σύμφωνα με τη γνωσιοθεωρητική τοποθέτηση του εποικοδομισμού (von Glasersfeld, 1987a). Η σημασία της επίλυσης εμπειρικών προβλημάτων : Η αμφισβήτηση του ελέγχου της ορθότητας της γνώσης από μη ελεγχόμενους από το άτομο με κάποιο τρόπο παράγοντες οδήγησε στην αμφισβήτηση της ύπαρξης μιας απόλυτης αλήθειας. Η ορθότητα της γνώσης εξαρτήθηκε όχι από το κατά πόσον εκφράζει την "πραγματικότητα" - της οποίας το περιεχόμενο έχει ορισθεί από κάποιους παράγοντες έξω από το άτομο - αλλά από το κατά πόσον εκφράζει οργάνωση και δομή σε γεγονότα που προέρχονται από την εμπειρία και που μπορούν να παρατηρηθούν. Από αυτή την άποψη η επίλυση εμπειρικών προβλημάτων θεωρήθηκε ως βασική διαδικασία για την απόκτηση γνώσης (von Glasersfeld, 1987a). Στα χρόνια του Καρτέσιου, η θεώρηση αυτή μορφοποιήθηκε και αναπτύχθηκε περισσότερο, ενώ 60 περίπου χρόνια πριν από σήμερα εκφράστηκε από τον Piaget (1937, ο.π. ο von Glasersfeld, 1987a) ως εξής : " η νόηση οργανώνει τον κόσμο οργανώνοντας τον εαυτό της". Η επιστημολογική θεώρηση του εποικοδομισμού καθορίζει την αξία των γνωστικών δομών του ατόμου, από το κατά πόσον ταιριάζουν με την εμπειρία του και από τη βιωσιμότητά τους, δηλαδή, αν και πόσο μπορούν να επιλύσουν προβλήματα. Αυτή η ατελείωτη διαδικασία προσαρμογής της νόησης στην εμπειρία ονομάζεται κατανόηση. Ετσι, ο κόσμος που ζούμε, είναι ο κόσμος όπως τον κατανοούμε, και τα γεγονότα φτιάχνονται από εμάς και από τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας μας εμπλέκεται σε αυτά. 32

Η βιωσιμότητα των γεγονότων εξαρτάται από το κατά πόσον συνεχίζουν να κάνουν αυτό που περιμένουμε από αυτά (von Glasersfeld, 1987a). H σημασία του αναστοχασμού στη διαδικασία της μάθησης : Η γνώση δεν πρέπει να θεωρείται ότι περιορίζεται στη δυνατότητα ανάκλησης γεγονότων από έναν αποθηκευτικό χώρο, αλλά θα πρέπει να συνδέεται με τη δυνατότητα κατασκευής νέων αποτελεσμάτων. Το τι θεωρείται νέο, βεβαίως εξαρτάται από αυτόν, που το πραγματοποιεί. Δηλαδή κάτι καινούργιο που κατασκευάζεται από έναν μαθητή, δεν είναι κατ ανάγκη καινούργιο και για τον καθηγητή του, κάποιον άλλον ενήλικα ή κάποιον ερευνητή. Σύμφωνα με τον Piaget η γνώση είναι περισσότερο λειτουργική παρά εικονική. Η λειτουργική γνώση εμφανίζεται κυρίως σε καταστάσεις που δημιουργείται κάτι το καινούργιο. Από αυτή την άποψη η σημασία πρέπει να δίνεται στη διαδικασία και στην προσπάθεια κατασκευής αυτής της υποκειμενικής γνώσης και όχι μόνο στα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας. Η λειτουργική γνώση είναι αποτέλεσμα αναστοχασμού, ο οποίος, ενώ δεν είναι παρατηρήσιμος, έχει παρατηρήσιμα αποτελέσματα. Ως αναστοχασμός ορίζεται η ικανότητα του νου να παρατηρεί τις λειτουργίες του. Ο αναστοχασμός είναι προαπαιτούμενο στάδιο της ερμηνευτικής διαδικασίας μιας κατάστασης που αποτελείται από εμπειρίες. Η εικονική ανατροφοδότηση των ενεργειών του ατόμου αποτελεί πολύ ισχυρό διδακτικό εργαλείο, διότι το βοηθά να αποκτά πλήρη επίγνωση της εμπειρίας του και να αναστοχάζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να κάνει υψηλού επιπέδου έλεγχο στις πράξεις του. Η διαδικασία του αναστοχασμού απαιτεί προσπάθεια, διότι στα μαθηματικά πολλές φορές απαιτείται αφαιρετική διεργασία σε επίπεδα στα οποία ήδη έχει προηγηθεί αφαίρεση. Η επιτυχής προσπάθεια αναστοχασμού απαιτεί ισχυρό κίνητρο. Τέτοιο ισχυρό κίνητρο δεν αποτελεί η επιβράβευση της ορθότητας μιας προσπάθειας από τρίτους π.χ. από τον καθηγητή, αλλά η ικανοποίηση που προέρχεται από τη δημιουργία εσωτερικού κινήτρου στο μαθητή. Κατά την ερμηνευτική διαδικασία χρησιμοποιείται όλο το εμπειρικό υλικό, όπως έχει ταξινομηθεί, και απαιτείται αναστοχασμός προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα τι έγινε και γιατί έγινε. Επιπλέον, απαιτείται πλήρης επίγνωση των περισσοτέρων της μιας πιθανότητας ερμηνείας προκειμένου για την απάντηση, στο γιατί συνέβη αυτό που συνέβη, και πολύ προσεκτική και ορθολογιστική επιλογή της ερμηνευτικής διάστασης της εμπειρικής κατάστασης. Στην περίπτωση του μαθητή μια διάσταση της ικανότητάς του αποτελεί το να μπορεί να φέρει σε πέρας μια δραστηριότητα. Την άλλη διάσταση αποτελεί η ικανότητά του να ελέγχει ή να παρακολουθεί τη δραστηριότητα, να ξέρει τι κάνει και γιατί αυτό είναι σωστό. Ο ρόλος του δάσκαλου δεν είναι στο να αποδίδει χαρακτηρισμούς ορθότητας των ενεργειών του μαθητή αλλά να 33

διερευνά, ώστε δυναμικά να προσδιορίζει το αφετηριακό εννοιολογικό σημείο στο οποίο βρίσκεται ο μαθητής και να γνωρίζει πολύ καλά τον προορισμό του. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατασκευάζει με ερμηνευτικό και διερευνητικό τρόπο ένα δυναμικό μοντέλο για το μαθητή και ένα μοντέλο με τις έννοιες και τις λειτουργίες που μπορούν να αποτελέσουν πηγή λειτουργικής γνώσης. O κοινωνικοπολιτισμικός χαρακτήρας της γνώσης - Η επίδραση των εργαλείων στην ανθρώπινη συμπεριφορά : Η θεωρία του Vygotsky (1978) στηρίχτηκε στις θεωρίες των Μarx και Egels για τον καθορισμό της ανθρώπινης εργασίας με τη χρήση των εργαλείων της εργασίας και την τροποποίηση της φύσης από την ανθρώπινη παραγωγή. Σύμφωνα με τον Μarx, οι ιστορικές αλλαγές στην κοινωνία και την υλική ζωή παράγουν αλλαγές και στην ανθρώπινη φύση. Ο Vygotsky χρησιμοποίησε δημιουργικά τις απόψεις του Engels για τη χρήση των εργαλείων στην αλλαγή της φύσης αλλά και των ανθρώπων. Σύμφωνα με τον Engels, η εξειδίκευση της χειρωνακτικής εργασίας - κάτι που υπονοεί τη χρήση των εργαλείων - μετατρέπει τη φύση του ανθρώπου. Ο Vygotsky (1978) επέκτεινε την έννοια της διαμεσολάβησης, στην αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το περιβάλλον του, με τη χρήση των "σημείων" (sign) ως εργαλείων. Η χρήση των εργαλείων αλλάζει το είδος της εργασίας και η χρήση των ψυχολογικών ή γνωστικών εργαλείων διαμεσολαβεί και τροποποιεί το είδος της γνώσης που παράγεται από το άτομο (Vygotsky, 1978, σελ.7). " Οπως τα εργαλεία έτσι και τα σημειολογικά συστήματα όπως η γλώσσα, η γραφή, ή τα συστήματα αρίθμησης δημιουργούνται από τις κοινωνίες κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας και αλλάζουν τη μορφή της κοινωνίας και το επίπεδο της πολιτιστικής της ανάπτυξης". Ο Vygotsky πίστευε ότι η εσωτερίκευση των σημειολογικών συστημάτων που παράγονται από τον πολιτισμό, τροποποιούν τη συμπεριφορά και γεφυρώνουν προηγούμενες και επόμενες μορφές ανάπτυξης του ατόμου. Για τον Vygotsky η αλλαγή της ανάπτυξης του ατόμου έχει τις ρίζες της στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Η χρήση των εργαλείων από τα παιδιά, πριν την εμφάνιση της γλώσσας και των σημείων, ήταν συγκρίσιμη με αυτή των πιθήκων. Από τη στιγμή που η γλώσσα και τα σημεία επέδρασαν σε κάθε ενέργεια, η ενέργεια μετατράπηκε και οργανώθηκε ολοκληρωτικά πάνω σε νέες γραμμές. Με αυτόν τον τρόπο ο Vygotsky έδωσε έμφαση στην κοινωνικο-ιστορική βάση της ψυχολογίας και εξέτασε το ρόλο της γλώσσας ως ψυχολογικό εργαλείο. Σύμφωνα με τον Vygotsky (1978) οι υψηλές νοητικές διεργασίες εξελίσσονται από το διαπροσωπικό (interpersonal) στο προσωπικό (intrapersonal) επίπεδο με τη διαδικασία της εσωτερίκευσης. Ο Vygotsky (1978) τοποθετεί σημεία (signs) στην κοινωνική ζωή και 34

στην αλληλεπίδραση των ανθρώπων. Η εισαγωγή των σημείων και των συμβόλων και η χρήση τους ως διαμεσολαβητών (mediators) στην κοινωνικοπολιτισμική συμμετοχή δίνει στους δασκάλους παραγωγικούς τρόπους να κατανοήσουν το ενδιαφέρον της μίμησης, της πράξης, της χειρονομίας και την επίδρασή τους στην κατασκευή της γνώσης (Confrey, 1995). Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπιστεί η διδασκαλία ως προιόν κοινωνικής διαπραγμάτευσης (Steffe, 1990; Confrey, 1990; Noddings, 1990). Παρέχει, επίσης, μια ενδιαφέρουσα θεώρηση για τους υπολογιστές οι οποίοι είναι εργαλεία όπως τα σφυριά και τα ψαλίδια, τα οποία όμως επιπλέον μπορούν να αναπαριστούν συμβολικά συστήματα και επομένως μεταφέρουν ψυχολογικά σημεία (Confrey, 1995; Noss & Hoyles, 1996b; Sutherland, 1995; Crawford, 1996a; Crawford,1994; Crawford, 1996b). Ετσι δημιουργείται η ανάγκη να ειδωθούν ως διαμεσολαβητές της κοινωνικοπολιτισμικής συμμετοχής. Η μη αποδοχή της μάθησης μέσα από τη διαμεσολάβηση των σημείων (signs) σημαίνει, μη αποδοχή του τρόπου με τον οποίο αναπτύχθηκαν οι περισσότερες από τις ικανότητές μας (Confrey, 1995). Η διαθεσιμότητα των εργαλείων και η κατασκευή της γνώσης : H διάθεση εργαλείων μέτρησης και σχεδίασης στο μαθητή μπορεί να τον βοηθήσει να κάνει γενικεύσεις, να εξάγει συμπεράσματα, να πραγματοποιήσει συγκρίσεις μεταξύ των διαισθητικών του υποθέσεων και των αποτελεσμάτων που προέρχονται από μετρήσεις, όπως και να αναπτύξει το αίσθημα της ανάγκης για αιτιολόγηση (Hadas & Arcavi, 1997). Επιπλέον, η δυνατότητα διάθεσης μιας ποικιλίας εργαλείων όπως και αναπαραστάσεων δίνει την ευκαιρία για εξατομικευμένη μάθηση, επειδή επιτρέπει στο μαθητή να εργαστεί ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του (Clements, 1989). Ο τρόπος υλοποίησης των ενεργειών που μπορεί να πραγματοποιήσει ο μαθητής στο περιβάλλον του λογισμικού περιορίζει αλλά και υποστηρίζει το μαθητή στην προσπάθεια επίλυσης ενός προβλήματος με αποτέλεσμα να επιδρά στη διαμόρφωση των στρατηγικών επίλυσης του προβλήματος που αντιμετωπίζει (Laborde, 1992). O Cobb (1997, σελ. 170) για το ρόλο των εργαλείων αναφέρει :"Η χρήση των εργαλείων είναι κεντρική για το μαθητή στη διαδικασία μαθηματικοποίησης της δραστηριότητάς του". Σύμφωνα με την Jones (1997), τα εργαλεία διαμεσολαβούν μεταξύ του μαθητή και του γνωστικού αντικειμένου. Συνοψίζοντας το διαμεσολαβητικό ρόλο των εργαλείων η Jones (1998) αναφέρει : " Τα εργαλεία είναι συσκευές προσπέλασης στη γνώση των δραστηριοτήτων και των πρακτικών μιας κοινότητας. 35

Ο τύπος των εργαλείων που υπάρχουν μέσα σε μια πρακτική αλληλοσυνδέεται με εσωτερικούς τρόπους με την κατανόηση που κατασκευάζουν οι συμμετέχοντες σε αυτή την πρακτική. Τα εργαλεία δεν εξυπηρετούν απλά τις νοητικές διεργασίες που ούτως ή άλλως υπάρχουν, αλλά τις διαμορφώνουν και τις τροποποιούν. Τα εργαλεία διαμεσολαβούν στις ενέργειες του χρήστη, υπάρχουν μεταξύ του χρήστη και του κόσμου, και μετατρέπουν τις ενέργειές του στον κόσμο ολόκληρο. Η δραστηριότητα δεν πρέπει να μειώνεται ή να ερμηνεύεται μηχανιστικά από τα εργαλεία, μάλλον, η ενέργεια πάντα εμπεριέχει μια εσωτερική τάση μεταξύ των διαμεσολαβητικών νοημάτων και των ατόμων που τα χρησιμοποιούν με ένα μοναδικό τρόπο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις." Στην επίδραση της διαφοροποίησης των εργαλείων στη διαφοροποίηση των τρόπων αντιμετώπισης των δραστηριοτήτων από τους μαθητές έχει αναφερθεί και η Laborde (1993). Σύμφωνα με αυτή την ερευνήτρια οι δυνατότητες που προσφέρονται από ένα περιβάλλον υπολογιστή μπορούν να προσφέρουν μια ισχυρή αλληλεπίδραση μεταξύ εξεικόνισης (visualization) και γνώσης. Πιο γενικά μιλώντας οι Borba & Confrey (1996) υποστηρίζουν ότι οι προσεγγίσεις των μαθητών αλλάζουν συνεχώς ως αποτέλεσμα των πόρων που τους διατίθενται. Οι Νοss & Hoyles (1992) με βάση τα πειραματικά τους δεδομένα υποστήριξαν ότι οι μαθητές χρησιμοποιούν τα εργαλεία που τους προσφέρονται από τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα σε υπολογιστή με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούν τη γλώσσα, χωρίς να γνωρίζουν τη φύση τους ούτε τις επιστημονικές διαστάσεις της δραστηριότητας την οποία πραγματοποιούν. Αναγκάζονται να αναστοχαστούν και να μάθουν γι αυτά, όταν δεν μπορούν να φέρουν σε πέρας τη δραστηριότητα που τους ανατίθεται. Επιπλέον, τα εργαλεία δεν είναι ανεξάρτητα από το πλαίσιο συμφραζομένων στο οποίο εντάσσονται και επομένως οι μαθητές δεν είναι τόσο ελεύθεροι στην επιλογή τους αλλά επηρεάζονται από το γενικότερο αυτό πλαίσιο. Οι Η/Υ ως διαμεσολαβητές της κοινωνικοπολιτισμικής συμμετοχής : Από τους Νοss & Hoyles (1992) έχει αναφερθεί ότι οι μαθητές μπορούν να φέρουν σε πέρας κάποιες δραστηριότητες μέσα σε ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον σε υπολογιστή ενώ έξω από αυτό δεν μπορούν. Αυτό ερμηνεύεται σύμφωνα με τη θεωρία του Vygotsky (1978) ο οποίος αναφέρει ότι σε κάθε στάδιο η ανάπτυξη ενός παιδιού χαρακτηρίζεται από δύο επίπεδα : Το επίπεδο της πραγματικής ανάπτυξης του παιδιού, όπως αυτό καθορίζεται, όταν επιλύει προβλήματα μόνο του και το επίπεδο της δυναμικής ανάπτυξής του, όπως αυτό 36

καθορίζεται κατά τη διάρκεια της επίλυσης προβλήματος με την καθοδήγηση ή τη βοήθεια ενός ενήλικα ή κατά τη συνεργασία του με παιδιά που γνωρίζουν περισσότερα από αυτό. H απόσταση μεταξύ των δύο αυτών επιπέδων ονομάστηκε ζώνη της πλησιέστερης ή εγγύτερης ανάπτυξης του παιδιού (zone of proximal development) (Vygotsky, 1978, σελ. 86). Το παιδί δηλαδή μπορεί να επεκτείνει το δυναμικό επίπεδο ανάπτυξής του με βοήθεια. Η ζώνη της πλησιέστερης ανάπτυξης μπορεί να παίξει το ρόλο "σκαλωσιάς" (scaffolding) στη νοητική ανάπτυξη του παιδιού (Bruner, 1995; Wertsch, 1995). Οι Νοss & Hoyles (1992) υποστηρίζουν ότι ο υπολογιστής μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο. Η σημασία της δραστηριότητας στη μάθηση : Η δραστηριότητα όπως περιγράφεται από τον Leont'ev (1981, ο.π. οι Noss, & Hoyles, 1996b) παρέχει το κίνητρο μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται και κατανοούνται οι ενέργειες του μαθητή που στοχεύουν σε κάποιο σκοπό. Η γνωστική ανάπτυξη πρέπει να τοποθετείται μέσα στην κατάσταση στην οποία δημιουργήθηκε. Η δραστηριότητα καθορίζει την επιλογή των ενεργειών, τη λειτουργική τους σύνθεση όπως και τη λειτουργική τους σημασία (Leont'ev, 1981, o.π. ο Cole, 1995). Οι σημασίες απορρέουν από την ανάγκη επίλυσης ενός προβλήματος ή την επίτευξη ενός ειδικού αποτελέσματος. Η συγκεκριμένη γνώση που πρέπει να μάθουν οι μαθητές δεν αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο για αναστοχασμό αλλά μέρος της δραστηριότητας. Η δραστηριότητα έχει διαφορετικά στοιχεία που αποτελούν μια σύνθεση όπως, γλωσσικά, φυσικά, μαθηματικά, κοινωνικά και γενικότερα αποτελεί ένα δυναμικό όλο. Ο ρόλος του πλαισίου συμφραζομένων στην τροποποίηση των αντιλήψεων του ατόμου : Μια μεγάλη περιοχή έρευνας που αντλεί ιδέες από το χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ψυχολογίας υποστηρίζει ότι το πλαίσιο συμφραζομένων (context) από μόνο του δημιουργεί νέες προβληματικές καταστάσεις και επιπλέον δομεί τις λύσεις τους (Lave, 1988; Walkerdine, 1989; Saxe, 1990). Αρκετοί ερευνητές στο χώρο της μαθηματικής εκπαίδευσης έχουν επίσης αναφερθεί στην επίδραση του πλαισίου συμφραζομένων στις ενέργειες των μαθητών ή στις στρατηγικές επίλυσης που αναπτύσσουν προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που τους τίθενται (Noss & Hoyles, 1992; Evans,1991; Κοrdaki & Potari, 1999; Laborde, 1993). Ενα πλαίσιο συμφραζομένων μπορεί να βοηθήσει το άτομο να τροποποιήσει τις έννοιες που έχει για κάποιο θέμα; Σύμφωνα με τον von Glasersfeld (1987a) οι ανθρώπινοι οργανισμοί ζουν σε έναν κόσμο που περιλαμβάνει περιορισμούς γι αυτούς. Στο γνωστικό επίπεδο επίσης έρχονται σε αλληλεπίδραση με τη γνώση άλλων ανθρώπων. Προκειμένου να αποφεύγουν τις συγκρούσεις με τους περιορισμούς του περιβάλλοντός τους, προσπαθούν να 37

κατανοήσουν την εμπειρία τους. Ετσι, ενεργητικά αναγκάζονται να τροποποιήσουν τους τρόπους και τα νοήματά τους, ώστε να επιτυγχάνουν μεγαλύτερη βιωσιμότητα. Eπιπλέον, τα παιδιά μαθαίνουν πάρα πολλά από τη συμμετοχή τους σε κοινωνικά πλαίσια συμφραζομένων. Ο Vygotsky δίνει έμφαση στην επίδραση τους στο είδος της μάθησης. Από την Lave (1988) αναφέρεται ότι το πλαίσιο συμφραζομένων έχει σημαντικές επιδράσεις στη μάθηση, από τον γλωσσικό τρόπο που τίθεται το πρόβλημα ως τη διαθεσιμότητα των εργαλείων ή των πηγών γενικότερα. Οι εσωτερικές διαφορετικές προσεγγίσεις του ατόμου στη μάθηση και το πλαίσιο συμφραζομένων : Το άτομο σε αλληλεπίδραση με ένα πλαίσιο συμφραζομένων που επιτρέπει την έκφραση των ατομικών του διαφορών κάθε φορά, αναπτύσσει τις προσωπικές του προσεγγίσεις για κάθε θέμα. Ετσι αναφέρονται οι διαφορετικές προσεγγίσεις (inter-individual differences) των ατόμων για διάφορα θέματα και δίνεται έμφαση στην κατασκευή περιβαλλόντων μάθησης που να επιτρέπουν την έκφραση αυτών των διαφορών (Weir, 1992). Αναφέρεται επίσης ότι οι μαθητές μπορούν να αναπτύξουν μια ποικιλία διαφορετικών προσεγγίσεων για την επίλυση του ίδιου προβλήματος (Lemerise, 1992; Silver, Leung, & Cai, 1995; Ohlsson & Bee, 1991). Οι έρευνες των Lemerise, (1992) αναφέρονται σε προβλήματα που τέθηκαν σε περιβάλλον Logo ενώ των άλλων ερευνητών που προαναφέρθηκαν αφορούν θέματα που σχετίζονται με την αριθμητική σε περιβάλλον χαρτί - μολύβι. Το σύνολο των προσεγγίσεων που ανέπτυξε κάθε μαθητής για την επίλυση του ίδιου προβλήματος μπορεί να εντάσσεται σε διαφορετικές κατηγορίες ανάλογα με το είδος των αναπαραστάσεων που χρησιμοποιεί (Silver, Leung, & Cai, 1995). Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι μαθητές που πραγματοποιούσαν μια στρατηγική επίλυσης ενός προβλήματος με σωστό τρόπο ήταν δυνατό να πραγματοποιούν μια άλλη στρατηγική με λαθεμένο (Ohlsson & Bee, 1991). Οταν οι μαθητές καλούνται να επιλύσουν προβλήματα με όλους τους δυνατούς τρόπους, θεωρείται ότι τα προβλήματα αυτά πρέπει να σχεδιάζονται με τρόπο που να είναι δυνατές οι πολλαπλές επιλύσεις αφ' ενός και αφ' ετέρου πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν το ότι είναι συνθετότερα από αυτά που επιδέχονται μια μόνον επίλυση (Silver, Leung, & Cai, 1995). Η δυνατότητα ανάπτυξης μιας πλουραλιστικής προσέγγισης σε κάποιο θέμα, συνδέθηκε με την αλληλεπίδραση του ατόμου με τις διαφορετικές όψεις ή προσεγγίσεις μιας έννοιας που αναπτύσσονται σε ένα πλαίσιο συμφραζομένων ή που είναι γενικά διαθέσιμες από τον πολιτισμό (Lemerise, 1992). 38

2.3. To μοντέλο του αντικειμένου μάθησης Η επιλογή του αντικειμένου μάθησης έχει μεγάλη σημασία για τις κοινωνικές και εποικοδομιστικές προσεγγίσεις στη διδασκαλία και στη μάθηση. Από αυτή τη σκοπιά το γνωστικό αντικείμενο το οποίο επιλέγεται πρέπει να αφορά σε ουσιώδεις και βασικές έννοιες. Προκειμένου να κατασκευαστεί το μοντέλο του γνωστικού αντικειμένου γίνεται ανάλυση των εννοιών που το συνθέτουν με βάση τον επιστημονικό ορισμό των εννοιών αλλά και με βάση το πώς φαίνεται ότι οι μαθητές μαθαίνουν τις σχετικές έννοιες. Για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η προσεκτική αναδίφηση της σχετικής βιβλιογραφίας. Οι έννοιες αναλύονται στις υποέννοιές τους και κατασκευάζονται σχετικά εργαλεία. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να βοηθούν στην κατασκευή κάθε υπο- έννοιας από το μαθητή στην προσπάθειά του να πραγματοποιήσει όχι τυχαίες και τετριμμένες δραστηριότητες, αλλά δραστηριότητες επίλυσης προβλήματος, ουσιαστικές, ολιστικές και βασικές που αφορούν στο αντικείμενο μάθησης. Επιπλέον κρίνεται απαραίτητο να ειδωθούν οι προς μάθηση έννοιες από μια οπτική πολλαπλών και διασυνδεδεμένων αναπαραστάσεων αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρουν οι υπολογιστές. Πολύ σημαντική είναι η χρήση των εικονικών και των δυναμικών αναπαραστασιακών συστημάτων που είναι δυνατό να υλοποιηθούν σε υπολογιστές. Από την ανάλυση των εννοιών με βάση τις αναπαραστάσεις τους σε διαφορετικά αναπαραστασιακά συστήματα κατασκευάζονται αντίστοιχα εργαλεία. Η ύπαρξη διαφορετικών αναπαραστασιακών εργαλείων δίνει την ευκαιρία στους μαθητές να επιλέξεουν αφ ενός μεν αυτά που ταιριάζουν καλλίτερα στη γνωστική τους ανάπτυξη και αφ ετέρου να επιλέξουν περισσότερα του ενός αναπαραστασιακά συστήματα προκειμένου να εκφράσουν τη γνώση τους. Ετσι τους δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές να εκφράσουν τις ατομικές τους (inter-individual) αλλά και τις εσωτερικές τους ατομικές (intra-individual) διαφορές στη μάθηση. Στην ενότητα.. δίνεται ένα παράδειγμα σχεδιασμού του γνωστικού αντικειμένου μάθησης διατήρηση και μέτρηση της επιφάνειας με βάση την διαδικασία που προαναφέρθηκε. Συνοψίζοντας την παραπάνω διαδικασία μοντελοποίησης βασικά σημεία που θα πρέπει να προβληματίζουν τον σχεδιαστή του λογισμικού στην κατασκευή του μοντέλου του αντικειμένου μάθησης είναι τα παρακάτω : Το μέρος του γνωστικού αντικειμένου που θα υλοποιηθεί στο ηλεκτρονικό περιβάλλον 39

η επιλογή της δόμησης του περιεχομένου μάθησης και η κατασκευή αντίστοιχων εργαλείων Ο ρόλος και το είδος των αναπαραστάσεων που σχετίζονται με το ειδικό γνωστικό αντικείμενο και το είδος των εργαλείων για την κατασκευή των αντίστοιχων αναπαραστάσεων Ο τύπος της δραστηριότητας που θα δώσει στους μαθητές ευκαιρίες για μάθηση του γνωστικού αντικειμένου όπως και το σύνολο των επιτρεπομένων δραστηριοτήτων ως αδιάσπαστο μέρος του περιβάλλοντος. Τα εργαλεία που θα διαθέτει το περιβάλλον να είναι τέτοια, ώστε να μπορούν να παίξουν ένα ρόλο στην κατανόηση του γνωστικού αντικειμένου και όχι να βοηθήσουν απλά στο τεχνικό μέρος της επίλυσης ενός προβλήματος. Η δυνατότητα συνεισφοράς των εργαλείων στην αφαιρετική διεργασία σκέψης των μαθητών που σχετίζεται με το γνωστικό αντικείμενο του εκπαιδευτικού λογισμικού. Το είδος της αλληλεπίδρασης και η ελευθερία εξερεύνησης του περιβάλλοντος από το μαθητή Το είδος της ανατροφοδότησης Το είδος της βοήθειας Οι γνωστικές απαιτήσεις των μαθητών Εμφαση στην αξιοποίηση της σκέψης των μαθητών στο σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού, δόθηκε επίσης και από τους Borba & Confrey (1996). Επιπλέον, οι Steffe & Tzur, (1994a) αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού του λογισμικού θα πρέπει να λαμβάνονται υπ όψη οι πιθανές ενέργειες των παιδιών κατά την εμπλοκή τους στις δραστηριότητες που τους τίθενται. Σχετικά με το σχεδιασμό του μοντέλου των εννοιών που καλείται να μάθει ο μαθητής ο Edwards (1991) υποστηρίζει ότι θα πρέπει να μην παρουσιάζονται άμεσα αλλά με ένα έμμεσο εσωτερικό τρόπο (intrinsic). Οσον αφορά στο είδος της ανατροφοδότησης (feedback), ο ίδιος ερευνητής αναφέρει ότι θα πρέπει να βοηθά τους μαθητές να διορθώνουν μόνοι τους τα λάθη τους. Επίσης, αναφέρει ότι το περιβάλλον θα πρέπει να ενσωματώνει ενδιαφέροντα προβλήματα τα οποία να μπορούν να εξερευνηθούν από μαθητές διαφορετικών ικανοτήτων. Οι Hoyles & Noss (1987) αναφερόμενοι στην κατασκευή του μοντέλου του γνωστικού αντικειμένου υπογραμμίζουν την ανάγκη να λαμβάνονται υπ' όψη οι περιορισμοί που προέρχονται από τη γλώσσα υλοποίησης, σε συνδυασμό με τις αρχικές αντιλήψεις των μαθητών για το θέμα και την 40

ερμηνεία των προβλημάτων που θα κληθούν να επιλύσουν. Οι ίδιοι ερευνητές, επιπλέον, αναφέρουν ότι θα πρέπει να καθορίζεται το είδος της εκπαιδευτικής βοήθειας που θα πρέπει να δίνεται στους μαθητές. Σχετικά με περιβάλλοντα γραφικών, δίνεται έμφαση στη γραφική εισαγωγή δεδομένων, στη δυνατότητα απλής μετακίνησης των δεδομένωνσημείων με τη λειτουργία του dragging, στη διαχείριση γραμμών και σχημάτων για τη δημιουργία πειραματικών καταστάσεων και στη χρήση γραφικών στατιστικών διαγραμμάτων (Biehler, 1993). 2.4. Το μοντέλο των πιθανών ενεργειών του μαθητή Προκειμένου να κατασκευαστεί το μοντέλο των πιθανών ενεργειών του μαθητή είναι απαραίτητο να γίνει επιλογή των βασικών και ουσιαστικών δραστηριοτήτων που αφορούν στις έννοιες που συγκροτούν το αντικείμενο μάθησης. Στη συνέχεια είναι απαραίτητο να διατυπωθούν υποθέσεις από το σχεδιαστή για την πιθανή πραγματοποίηση των δραστηριοτήτων αυτών από τους μαθητές. Οι υποθέσεις αυτές είναι δυνατό να τεκμηριωθούν με βάση τη σχετική βιβλιογραφία εφ όσον υπάρχει είναι όμως σίγουρο το ότι θα χρειαστεί τροποποίησή τους ύστερα από μελέτες αξιολόγησης του λογισμικού στο πεδίο. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική βιβλιογραφία τότε οι σχεδιαστές θα πρέπει να δοκιμάσουν τις υποθέσεις τους για τη συμπεριφορά του μαθητή μέσα από εκτεταμένες και επαναληπτικές έρευνες πεδίου με μαθητές στο περιβάλλον του λογισμικού και των δραστηριοτήτων που καλούνται να φέρουν σε πέρας. Η πραγματοποίηση τέτοιων ερευνών είναι απαραίτητη και ειδικότερα όταν μιλάμε για σχεδιασμό εκπαιδευτικού λογισμικού όπου η πρόβλεψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενός πληθυσμού μαθητών σε περιπτώσεις επίλυσης προβλημάτων και σε περιβάλλοντα που δίνουν εναλλακτικές ευκαιρίες για μάθηση είναι αδύνατη. Στην ενότητα.. δίνεται ένα παράδειγμα σχεδιασμού του μοντέλου των πιθανών ενεργειών του μαθητή προκειμένου για τη μάθηση του γνωστικού αντικειμένου διατήρηση και μέτρηση της επιφάνειας με βάση την διαδικασία που προαναφέρθηκε. 2.5. Προδιαγραφές ποιότητας εκπαιδευτικού λογισμικού Ο σχεδιασμός ενός εκπαιδευτικού λογισμικού γενικά πρέπει να υπακούει σε μια σειρά προδιαγραφών ποιότητας. Οι παρακάτω τεχνικές προδιαγραφές ποιότητας, σύμφωνα με 41

τις οποίες υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό λογισμικό σημαίνει : "κατάλληλο, φιλικό, απλό, ευέλικτο, δυναμικό, δομημένο, επαληθεύσιμο και λιτό" (Zimmer, 1985, ο.π. η Damarin, 1986 ερμηνεύτηκαν από μια εκπαιδευτική σκοπιά (Damarin, 1986) με τον τρόπο που παρατίθεται παρακάτω: Κατάλληλο: οι εκπαιδευτικοί στόχοι του προγράμματος θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο επίπεδο των μαθητών. Η παρουσίαση των εννοιών θα πρέπει να αντανακλά κάποια θεωρία μάθησης. Φιλικό: ο χρήστης θα πρέπει να μπορεί να αλληλεπιδρά με το λογισμικό εύκολα χωρίς να δημιουργούνται συγχίσεις. Απλό: η ροή του προγράμματος θα πρέπει να είναι απλή και οι κανόνες χρήσης του προγράμματος όχι πολύ σύνθετοι. Ευέλικτο: Το λογισμικό θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μια ποικιλία από μαθησιακές καταστάσεις. Επιπλέον θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από δασκάλους και μαθητές με διαφορετικές ανάγκες. Δυναμικό: Το λογισμικό θα πρέπει να έχει σχεδιαστεί έτσι, ώστε άν πραγματοποιηθεί κάποιος ασυνήθιστος τρόπος αλληλεπίδρασης από κάποιο χρήστη να μπορεί να τον επεξεργαστεί με ένα κατανοητό γι αυτόν τρόπο. Δομημένο : Οι απαιτήσεις του εκπαιδευτικού θέματος που έχει επιλεγεί για ανάπτυξη θα πρέπει να ταιριάζουν με τις δυνατότητες των διατιθέμενων εργαλείων από το υλικό και το λογικό. Επαληθεύσιμο: Οι προδιαγραφές του λειτουργικού σχεδιασμού του λογισμικού θα πρέπει με μεγάλη ακρίβεια να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που προέκυψαν από τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό. Λιτό: Το λογισμικό θα πρέπει να εκμεταλλεύεται με οικονομία, ταχύτητα και χωρίς υπερβάσεις ή υπερβολές τρόπο τις διαθέσιμες δυνατότητες του υπολογιστή πχ. μνήμη, ταχύτητα κλπ. 42