ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, ΣΗΜΕΙΩΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, ΣΗΜΕΙΩΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, ΣΗΜΕΙΩΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία Ηλίας Μιχαηλίδης ΤΙΤΛΟΣ «Τριφύλλια, Θυρεοί και Κανόνια.» Λογότυπα Ευρωπαϊκών Ομάδων Ποδοσφαίρου: μια ιστορική, κοινωνιολογική και σημειωτική Ανάγνωση ΕΠΟΠΤΡΙΑ: Ιφιγένεια Βαμβακίδου, Επίκουρος Καθηγήτρια ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΤΕΣ: Αργύρης Κυρίδης, Καθηγητής Αγγελική Τσαπακίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΦΛΩΡΙΝΑ

2 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α. Θεωρητικό Ι. Κοινωνιολογία και Ιστορία, συνάντηση επιστημονικών πεδίων, Κριτική Ανάλυση II. Περί ποδοσφαίρου ως πολιτισμικού και καταναλωτικού προϊόντος III. Ιστορικές και κοινωνικές παράμετροι IV. Σύγχρονες έρευνες για το ποδόσφαιρο Β. Ερευνητικό Υλικό I. Μεθοδολογία II. Ποσοτική ανάλυση III. Συνταγματικός άξονας Γ. Ανάλυση Ι. Αποτελέσματα - Συζήτηση ΙΙ. Εφαρμογή - Ανάλυση Βιβλιογραφία Παράρτημα

3 Πριν από εφτακόσια χρόνια ο Εδουάρδος B', o βασιλιάς της Aγγλίας, την έθεσε εκτός νόμου. Ο Σαίξπηρ τη διακωμώδησε. Οι «διανοούμενοι» της επιτέθηκαν με μίσος. Αλλά, παρ όλες τις διώξεις και τις προσβολές, η Αυτού Εξοχότητα η «μπάλα» νίκησε. Οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας του ποδοσφαίρου ξεπερνούν το άθροισμα των υπηκόων του Μεγαλέξανδου, του Τζένγκινς Χαν και του Ταμερλάνου. Στα τριάντα δισεκατομμύρια θεατές ανήλθε η συνολική τηλεθέαση στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο. ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ Ιστορικοκοινωνικές αναπαραστάσεις στα logos Σκοπός Στερεότυπα και Συλλογικές Ταυτότητες Μέθοδοι Ποσοτική ανάλυση Σημειωτική ταξινόμηση Αποτελέσματα Παραδειγματικός άξονας Και τετράγωνο Greimas ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ GREIMAS Σκοπός της έρευνας είναι να εντοπίσουμε τις ιστορικές και κοινωνικές παραμέτρους στην εικόνα που προβάλλουν οι ευρωπαϊκές ομάδες ποδοσφαίρου ως επίσημη αναγνωρίσιμη ταυτότητά τους. Παρόμοια το ερευνητικό πρόβλημα αναφέρεται στην εικόνες και στα σύμβολα που επιλέγονται ως ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές, εθνικές, θρησκευτικές, τοπικές, ευρωπαϊκές ορίζουσες για την αναπαραγωγή της στερεότυπης συλλογικής ταυτότητας. Tο θέμα επιλέχτηκε με κριτήριο την πρότερη γνώση και ειδίκευσή μας στον αθλητισμό σε προπονητικό και εκπαιδευτικό πεδίο. Σε συνάρτηση με τις μεταπτυχιακές σπουδές μας στις πολιτισμικές αναλύσεις του ού αιώνα

4 οριοθετούμε τον αθλητισμό και ειδικότερα το ποδόσφαιρο στην «μαζική κουλτούρα» και στην αντικειμενοποίηση της άθλησης, όπως αυτή εμφανίζεται μεταπολεμικά στην Ενωμένη Ευρώπη, αλλά και διεθνώς. Ακολουθώντας τις θεωρίες της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης για την κουλτούρα, αλλά και την Βρετανική σχολή του R. Williams για την μαρξική και μαρξιστική ανάλυση της αλλοτρίωσης και της εμπορευματοποίησης του ελεύθερου χρόνου αναζητούμε το υπό ανάλυση υλικό στο δημοσιευμένο γλωσσικό και οπτικό κείμενο των ευρωπαϊκών ομάδων ποδοσφαίρου. Τα θεωρητικά πεδία που εμπλέκονται, όπως η ιστορία, η κοινωνιολογία και οι πολιτισμικές θεωρίες μας οδηγούν σε κοινά μεθοδολογικά εργαλεία, όπως χρησιμοποιούνται από τον ό αιώνα κυρίως για θέματα «μαζικής κουλτούρας, υποκουλτούρας και ταυτοτήτων, ετεροτήτων». Οι μέθοδοι προέρχονται από την ιστορική, κοινωνιολογική ανάλυση, όπως αυτές συναντώνται στις πολιτισμικές Σπουδές με δίαυλο τις επικοινωνιακές και κοινωνικές μελέτες. Τα ερωτήματα δεν αποτελούν προκαθορισμένες υποθέσεις, αλλά προκύπτουν από το ίδιο το υλικό μετά τη συλλογή και την ταξινόμησή του. Η συλλογή του υλικού διήρκησε μία χρονιά και στη συνέχεια δοκιμάσαμε ποικίλες σημασιολογικές ταξινομήσεις για να καταλήξουμε στην ποσοτική ανάλυση περιεχομένου λόγω του πλήθους (9 logos) και στην ποιοτική σημειωτική του γλωσσικού και οπτικού υλικού ακολουθώντας την κοινωνική σημειωτική των Gunther Kress και Theo van Leeuwen (6) για την εικόνα-σημείο για να καταλήξουμε στον προγενέστερο Greimas, που όρισε τις αντιθέσεις και αντιφάσεις των θετικά και αρνητικά σεσημασμένων (98). Το υλικό αποτελείται από 9 logos-λογότυπα, τα οποία εντοπίσαμε στο αρχείο της UEFA με την οποία επικοινωνήσαμε για την άδεια της έρευνας και την αναζήτηση του υλικού. Μετά την θετική ανταπόκριση συλλέξαμε το υλικό ψηφιακά και ταξινομήσαμε ακολουθώντας τον παραδειγματικό άξονα της σημειωτικής τεχνικής, ενώ ποσοτικά με την περιγραφική στατιστική μετρήσαμε τις σταθερές και τις μεταβλητές, όπως αυτές προέκυψαν από την ποιοτική θεματική καταγραφή. Στην αρχή της μελέτης επιχειρούμε να ορίσουμε τα όρια συνάντησης της Κοινωνιολογίας με την Ιστορία ως συνάντηση επιστημονικών πεδίων και εστιάζουμε στην Κριτική Ανάλυση των πολιτισμικών Σπουδών με μια σύντομη αναδρομή σε Μαρξιστές θεωρητικούς της κουλτούρας. Ειδικότερα η εργασία δομείται ως εξής: 4

5 Α. Θεωρητικό τμήμα Ι. Κοινωνιολογία και Ιστορία, συνάντηση επιστημονικών πεδίων, Κριτική Ανάλυση II. Περί ποδοσφαίρου ως πολιτισμικού και καταναλωτικού προϊόντος III. Ιστορικές και κοινωνικές παράμετροι IV. Σύγχρονες έρευνες για το ποδόσφαιρο Β. Ερευνητικό Υλικό I. Μεθοδολογία II. Ποσοτική ανάλυση περιεχομένου Γ. Ανάλυση Ι. Σημειωτική ταξινόμηση ΙΙ. Αποτελέσματα ΙΙΙ. Παρατηρήσεις. Για την εκπόνηση και ολοκλήρωση της μελέτης αυτής ευχαριστίες οφείλουμε στους δασκάλους του μεταπτυχιακού, στις γόνιμες συζητήσεις με τους συμφοιτητές και ειδικότερα με την τριμελή επιτροπή. 5

6 Εισαγωγή Δεν υπάρχουν μηνύματα που μαζικοποιούν, ούτε μαζική κουλτούρα, αλλά μόνο mass media (Umberto Eco) Οι πολιτισμικές σπουδές, σήμερα προσβλέπουν στη δημιουργία ενός πεδίου, όπου διαφορετικά και πολύπλοκα πεδία ενδιαφέροντος να μπορούν να συνδυαστούν σε ένα ενιαίο σύμπαν (Nelson; Treichler & Grossberg, 99:9). Η Lata Mani μας λέει πως «οι νέες πολιτικές της διαφοράς φυλετικής, σεξουαλικής, πολιτισμικής, εθνικής- μπορούν να συνδυαστούν και αρθρωθούν σε όλη την εκπληκτική τους πολυπλοκότητα» μέσα σε αυτό το πεδίο (στο Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Ωστόσο και παρά τα στοιχεία της επιστημονικής περιοχής, της μεθοδολογίας, και των πνευματικών τους καταβολών, οι πολιτισμικές σπουδές κάθε άλλο παρά παραδοσιακή επιστήμη μπορεί να θεωρείται. Ως χώρος κατ εξοχήν διεπιστημονικός αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από της άλλες επιστήμες, ενώ οι μελέτες του αξιοποιούν υλικό από οποιονδήποτε κλάδο μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για την παραγωγή πολιτισμικής γνώσης στην πορεία μιας έρευνας. Έτσι το περιβάλλον κάθε φορά καθορίζει τα ερωτήματα και αυτά με τη σειρά τους την «επιλογή της ερευνητικής πρακτικής» (στο Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Σε ό,τι αφορά στην επιλογή της μεθόδου όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι απαιτούν εξαντλητική δουλειά και ενδελεχή σκέψη μιας και δεν υπάρχουν εγγυήσεις τόσο για τα ερωτήματα όσο και για τα πλαίσια μέσα στα οποία θα τεθούν. Κατά αναλογία οι πολιτισμικές σπουδές χρησιμοποιούν μεθόδους όπως η ανάλυση κειμένου, η αποδόμηση, η εθνογραφία, οι συνεντεύξεις, η ανάλυση περιεχομένου, η επιτόπια έρευνα και η σημειωτική προκειμένου να οδηγηθούν στην καλύτερη κατανόηση και την γνώση (Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Προσπαθώντας να ορίσει κανείς τις πολιτισμικές σπουδές θα μπορούσε να πει πως πρόκειται για ένα δι-επιστημονικό, δια-επιστημονικό πεδίο που λειτουργεί προσπαθώντας να συμπεριλάβει στο χώρο του τόσο μια ευρεία ανθρωπολογική προσέγγιση όσο και μια πιο στενή ανθρωπιστική (Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Ειδικότερα, απορρίπτοντας την παραδοσιακή ταύτιση του πολιτισμού με την υψηλή κουλτούρα, και όπως μας πληροφορούν οι Nelson; Treichler & Grossberg, οι πολιτισμικές σπουδές μελετούν ολόκληρο το φάσμα «των τεχνών, των θεσμών, των αντιλήψεων και των επικοινωνιακών πρακτικών μιας κοινωνίας» (στο Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Στην προσπάθεια ορισμού της κουλτούρας και του περιεχομένου της ο Williams (98) την ορίζει τόσο στο συμβολικό όσο και στο υλικό πεδίο και κατά συνέπεια δεν θα ήταν σωστό να μελετάμε τον ένα τομέα εις βάρος του άλλου, αλλά 6

7 πολύ περισσότερο να καταπιανόμαστε με την σχέση που έχουν μεταξύ τους. Έτσι οι πολιτισμικές σπουδές κατανοούν την κουλτούρα ως τρόπο ζωής (ιδέες, στάσεις, γλώσσες) και ως μια σειρά πολιτισμικών πρακτικών (κείμενα, φόρμες, αρχιτεκτονική) και όπως λέει ο Hall ως ένα «συνεκτικό χώρο», όπου «εκτυλίσσονται οι πρακτικές, οι αναπαραστάσεις, οι γλώσσες και τα έθιμα κάθε συγκεκριμένης ιστορικής κοινωνίας» (στο Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Σε ό,τι αφορά στην ιστορία των πολιτισμικών σπουδών μπορούμε να αναγνωρίσουμε στον Williams την απαρχή του βρετανικού παραδείγματος με τα έργα του Culture and Society (958) και The Long Revolution (96) όπου προσπαθεί να θέσει τις θεωρητικές βάσεις των σχέσεων κουλτούρας και κοινωνίας. Ο Hoggart (9) παράλληλα γράφει το έργο The Uses of Literacy, όπου ανιχνεύει τις σχέσεις της γλώσσας, των πεποιθήσεων, των αξιών, της οικογενειακής ζωής, των σχέσεων των φύλων με θεσμούς της βρετανικής εργατικής τάξης όπως οι αθλητικοί αγώνες ενώ καταγράφει την ανάδυση της αμερικανικής λαϊκής κουλτούρας σε βάρος της βρετανικής. Ο ίδιος, στην πιο σημαντική στιγμή της ιστορίας των πολιτισμικών σπουδών, την ίδρυση του Κέντρου Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών στο Birmingham, γίνεται διευθυντής που αργότερα τον διαδέχεται ο Hall. Μετά από πολλά χρόνια διαπραγμάτευσης με την μαρξιστική θεωρία, τη σημειωτική, αλλά και άλλες παραδόσεις της κοινωνιολογίας και της εθνογραφίας το έργο του Κέντρου συνοψίστηκε σε ένα όγκο μελετών για τις υποκουλτούρες και την θεωρία τους (Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). Πέραν από την δουλειά της βρετανικής σχολής στις υποκουλτούρες υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη άποψη για τις πολιτισμικές σπουδές ως σπουδών στη λαϊκή κουλτούρα. Αυτό έχει να κάνει με τον χώρο που δίνουν οι τελευταίες στις μελέτες τους στο τομέα της λαϊκής παραγωγής, των τρόπων και της λειτουργίας της λαϊκής κουλτούρας γενικότερα. Ενός τομέα που οι παραδοσιακή επιστημονικοί κλάδοι της γλωσσολογίας, της φιλολογίας, της ιστορίας και της ανθρωπολογίας κρατούσαν μακριά από τα ενδιαφέροντα των μελετών τους. Ωστόσο οι πολιτισμικές σπουδές δεν ασχολούνται μόνο με την λαϊκή κουλτούρα, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν μελέτες που αφορούν σε έργα του Shakespeare ή στην αισθητική (elit), με άλλα λόγια ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, που καλύπτει το σύνολο της ανθρώπινης δράσης. Oι σημαντικότεροι λόγοι ενασχόλησης με την λαϊκή κουλτούρα έχουν να κάνουν με το ενδιαφέρον για τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ «διαφορετικών πολιτισμικών τομέων» και έτσι αναγκαστικά μελετώνται η αλληλεπίδραση και ο αλληλοκαθορισμός των λαϊκών πεποιθήσεων και άλλων «σχηματισμών του λόγου» (στο Nelson; Treichler & Grossberg, ibid). 7

8 Οι πολιτισμικές σπουδές από νωρίς ανέπτυξαν ενδιαφέρον για την καθημερινή ζωή και τους τρόπους, που οι πολιτισμικές πρακτικές των ανθρώπων μιλούν τελικά για την ζωή τους και στη ζωή τους. Οι πολιτισμικές σπουδές βρίσκονται πάνω στην διατομή των διαφόρων αυτών απόψεων για την νεοτερικότητα. Οι φόβοι του Ντιούι πως η νεοτερικότητα συνιστά απειλή για την κοινότητα (Cahoone,988), δημιουργήθηκαν αλλά μπορεί και να διαψευστούν από τις νέες μορφές κοινωνικής επικοινωνίας. Οι αμερικανικές πολιτισμικές σπουδές, που συχνά τείνουν προς την κοινωνιολογία η την ανθρωπολογία και αντικατοπτρίζονται σε έργα του Carey James (9), μοιάζουν από πολλές απόψεις με την εικόνα του Williams για την εν εξελίξει κοινότητα, όπου οι μορφές επικοινωνίας ενσωματώνουν δομές και κοινωνικές σχέσεις και από τις οποίες μπορεί να κριθεί η ίδια η νεοτερικότητα. Παράλληλες θεωρίες για την κουλτούρα εντοπίζονται και σ άλλες μαρξιστικές αναλύσεις, όπως αυτή του Γκράμσι (97) για την «ύλη και την εικόνα»: (...)Η συντηρητική νεοηγεμονία παρουσιάζεται ως μια σύνθεση που προσφέρει στις εθνικές και κοινωνικές ομάδες που είναι περισσότερο απομακρυσμένες από το Κέντρο των Κέντρων (τον λευκό ευημερούντα άνδρα) ένα φτηνό υποκατάστατο της επιτυχημένης πραγματοποίησης του american way of life. Ο αμερικανιστικός πολιτισμός είναι πολιτισμός της εικόνας, ακριβώς επειδή βασίζεται στη ριζοσπαστικοποίηση και τη γενίκευση του φετιχισμού: πρόκειται ωστόσο για μια εικόνα που δεν συνοδεύει αλλά υποκαθιστά την πραγματικότητα. Λόγω της φυσικής ροπής του προς το πλαστό, ο αμερικανισμός είναι αναγκασμένος παντού και πάντα να επιχειρεί να ξεριζώσει ή να εξορκίσει οποιοδήποτε στοιχείο αυθορμητισμού, ανθρώπινης εξέγερσης απέναντι στην κυριαρχία, «δημιουργικού λαϊκού πνεύματος», δηλαδή αυτό ακριβώς το στοιχείο που, σύμφωνα με τον Γκράμσι, θα έπρεπε να συνδυαστεί με τη «συνειδητή οργάνωση» στην προοπτική δημιουργίας ενός ανώτερου πολιτισμού. Δύο όροι αποτελούν σήμερα το αναλυτικό κέντρο τόσων και τόσων ταμπού: οι τάξεις (οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής) και ο λαός (κοινή αντίληψη, αυθορμητισμός). Ο Γκράμσι αντίθετα μας έμαθε να τους συνδέουμε πάντα λόγω της αξίας τους που δεν είναι μόνο επιστημονική διανοητική αλλά και πρακτική - ακόμη και συγκινησιακή. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι χωρίς μια εσωτερική κριτική της κοινής αντίληψης (συνεπώς μια κριτική που να διατρέχει με συνέπεια τις τάσεις και τις αντιφάσεις της κοινής αντίληψης), η ανάλυση των σχέσεων παραγωγής χάνει σύμφωνα με τον Γκράμσι την ικανότητα της να συνδέεται θεωρητικά και πρακτικά με την πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια, ο Γκράμσι (97), που ήταν ο πρώτος μαρξιστής κριτικός της μαζικής κουλτούρας, ο πρώτος που μπόρεσε να αντιπαραθέσει στην ηγεμονευόμενη από τον αμερικανισμό κουλτούρα το σχήμα μιας «μαζικής διανοητικής 8

9 προόδου» - μας προσφέρει πολύτιμες ενδείξεις για να αντιμετωπίσουμε συνολικά το σημερινό πολιτισμό και το φετιχιστικό φαντασιακό του (Barrata, 989). Για τον Μαρξ η κουλτούρα άνηκε στο εποικοδόμημα (Williams, ibid). Ο Λούκατς (9) στο «ιστορία και ταξική συνείδηση» έδωσε μια ευρύτερη διάσταση στα αποσπάσματα των μαρξιστικών αναφορών για την κουλτούρα. Εισηγήθηκε ότι η ταξική συνείδηση του προλεταριάτου, ακριβώς λόγω της στρατηγικής του θέσης στην κοινωνία/οικονομία, δεν εκφράζει συμφέροντα αυτής της τάξης, μόνο τα συγκεκριμένα ταξικά οικονομικά αλλά την ευρύτερη ιστορική αναγκαιότητα της κοινωνίας. Η κουλτούρα δηλαδή που χρειάζεται η αριστερά και η επανάσταση δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από μια «ιστορική συνείδηση». Η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική προέκταση της μαρξιστικής θεωρίας στην πολιτιστική σφαίρα ήταν η εργασία του Α. Γκράμσι ο οποίος στην προσπάθεια του να κατανοήσει τις δυσκολίες του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού σε μια κοινωνία με ανεπτυγμένους αστικούς θεσμούς, εισηγήθηκε την ανάγκη να δημιουργήσουν μια πολιτιστική ηγεμονία στην κοινωνία πέρα από την επιδίωξη της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας (Gramsci, ibid). Ωστόσο στο έργο του Μαρξ (Baxandall; Morawski & Macdonald, 6) εντοπίζουμε τον ορισμό της υπερδομής και της κυρίαρχης κουλτούρας που επιβάλλεται: στην Μαρξιστική ορολογία η οικονομική «βάση», καθορίζει το πολιτισμικό «εποικοδόμημα». Σε κάθε κοινωνικό χώρο υπάρχει πάντα μια πολιτισμική ιεραρχία. Ο Μαρξ επισήμανε ότι η κουλτούρα της κυρίαρχης τάξης είναι η κυρίαρχη κουλτούρα. Λέγοντας αυτό, δεν ισχυρίζεται προφανώς πως η κουλτούρα της κυρίαρχης τάξης θα ήταν προικισμένη με ένα είδος εγγενούς ανωτερότητας ή ακόμη με μια δύναμη διάχυσης, η οποία θα προερχόταν απ την «ουσία» της και θα την καθιστούσε κυρίαρχη με φυσικό τρόπο. Για τον Μαρξ, η σχετική δύναμη των διαφορετικών εκδοχών της κουλτούρας στον ανταγωνισμό που τις αντιπαραθέτει, εξαρτάται ευθέως από τη σχετική κοινωνική δύναμη των ομάδων, οι οποίες είναι στηρίγματά τους (Baxandall; Morawski & Macdonald, ibid). Σημειώνουμε ένα ελληνικό παράδειγμα όσον αφορά στη χρήση του ποδοσφαίρου ως μαζικού θεάματος στον μαρξικό άξονα της κυρίαρχης ιδεολογίας/κουλτούρας που επιβάλλεται: Η δικτατορία στην Ελλάδα του 967 επενδύει εξαρχής σε μια πολιτική μαζικής κουλτούρας. Η κρατική τηλεόραση, που είχε δειλά ξεκινήσει το 966, γίνεται μετά το 968 λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας, με τη στήριξη, αλλά και τη χειραγώγηση του καθεστώτος. Η χούντα επενδύει στο μαζικό θέαμα και πέρα από την τηλεόραση. Το ποδόσφαιρο αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα της εθνικής ψυχαγωγίας- με κορύφωμα το «έπος του Γουέμπλεϊ», την πορεία δηλαδή του Παναθηναϊκού μέχρι τα τελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών την άνοιξη του 97. Οι 9

10 «εορτές πολεμικής αρετής των Ελλήνων» στο Παναθηναϊκό Στάδιο (τανκς με χλαμύδες), οι εορτασμοί της ης Απριλίου, οι Ολυμπιάδες τραγουδιού, ακόμα και οι εκτεταμένοι στολισμοί που γίνονται κάθε άνοιξη με αφορμή το Πάσχα, μεταδίδονται συνεχώς από μεγάλη και κυρίως μικρή οθόνη. Ένας τύπος μαζικής κουλτούρας που καθορίζει τη δημόσια σφαίρα χρησιμοποιείται έτσι και για τον βίαιο ανακαθορισμό μιας «εθνικής ιστορίας» με όχημα την παραστασιακή χρήση συμβόλων, το θέαμα, την επαναληπτικότητα και την αισθητική αφασία, το κιτς (Παπανικολάου, ). Στο πεδίο του μεταμοντερνισμού ο αθλητισμός ορίζεται ως θέαμα που συμπυκνώνει αρκετά στοιχεία του πολιτισμού κάθε χώρας (Μπρομπερζέ, 7). Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν το ποδόσφαιρο αποτελεί καθρέφτη αντανάκλαση μιας κοινωνίας, εάν το ποδόσφαιρο εγγράφει στοιχεία από το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και αν λειτουργεί ως πομπός κοινωνικών και πολιτισμικών δράσεων. Τα σπορ ως ιστορική κατασκευή της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας με αφετηρία την αγγλική δεν αποτελούν απομίμηση της πραγματικότητας, αλλά κυρίως ένα μέσο έλεγχου (Κυπριανός & Χουμεριανός, 9: 68). Ειδικότερα το ποδόσφαιρο ως λαϊκό σπορ αποτελεί ένα τόπο «διαχείρισης των παθών» για όσα κοινωνικά υποκείμενα εμπλέκονται στην σύνθεση των ομάδων, στο ίδιο το παιχνίδι, στην θέαση και στη βίωση των συμβάντων. Μέσα από την θεωρία του N. Elias (998) το ζήτημα του ποδοσφαίρου τοποθετείται σε απόλυτα κοινωνική συνάφεια με τη διαχείριση των κοινωνικών εντάσεων και παθών στις δυτικές κοινωνίες στη διαδικασία μετασχηματισμού τους σε κράτη έθνη (Κυπριανός & Χουμεριανός, 9: 68-69). Οι Βρετανοί αστοί του 9ου αιώνα θεμελίωσαν την άποψη ότι ο αθλητισμός λειτουργεί αντισταθμιστικά απέναντι σε καταχρήσεις, ναρκωτικά, μέθη χαρτοπαιξία. Έτσι για μεγάλο διάστημα η κοινωνική προσφορά του ποδοσφαίρου ταυτίστηκε με την αποστροφή της βίας και των βλαβερών έξεων. Στη συνέχεια ο βρετανός νεομαρξιστής John Hargreaves (986) ανέλυσε τα σπορ κοινωνικοπολιτικά και έδειξε ότι η αγγλική αστική τάξη των 9ο αιώνα δεν στόχευε στο έλεγχο της εργατικής τάξης αλλά στη δική της ενότητα. Η άποψη αυτή ωστόσο συγκρούεται με την πρόσληψη του αθλητισμού και του λαϊκού αθλήματος του ποδοσφαίρου ως μηχανισμού επιβολής και εξουσίας στα λαϊκά στρώματα (Κυπριανός & Χουμεριανός, 9: 75). Όπως υποστηρίζει ο Bourdieu (987) βασικό στοιχείο της ηγεμονίας είναι η διάκριση (και όχι η ομοιότητα). Η διάκριση λειτουργεί τριπλά: α) ως υπεροχή των κυρίαρχων τάξεων, β) ως εσωτερική συνοχή και γ) ως στόχος για τις κυριαρχούμενες τάξεις. Έτσι εξηγούν οι ερευνητές πώς ορισμένα αθλήματα της ανώτερης τάξης όπως το ποδόσφαιρο και το ποδήλατο από ψυχαγωγικά παιχνίδια ηγεμονικών ομάδων

11 έγιναν λαϊκά παιχνίδια. Ειδικότερα τα αστικά στρώματα επέλεξαν παιχνίδια και αθλήματα για να διακριθούν από τη λαϊκή τάξη όπως το γκολφ και η ιππασία. Ωστόσο από την άλλη πλευρά στα λαϊκότερα αθλήματα εντοπίζονται εσωτερικά πολλές διαφορές ανάμεσα στους φιλάθλους vs στους οργανωμένους οπαδούς. Αυτές είναι οι πρακτικές της διάκρισης όπως τις αναφέρει ο Bourdieu μέσα από τις οποίες υποστηρίζεται ότι το ποδόσφαιρο δεν αποτελεί απλουστευτικά ένα μέσω ελέγχου των παθών από τις κυρίαρχες ταξικές ομάδες. Στην ίδια κατεύθυνση οι ερευνητές θεωρούν ότι η λειτουργία του ποδοσφαίρου (των σπορ) υπάρχει σε αντιδιαστολή με την καθημερινότητα και τη ρουτίνα (Veber & Giddens στο Κυπριανός & Χουμεριανός ipid: 77). Στο πεδίο αυτό το ποδόσφαιρο αναλύεται ως αναψυχή και δραστηριότητα σχόλης που διακόπτει τη ρουτίνα και προκαλεί ευχάριστες συγκινήσεις. Έτσι το ποδόσφαιρο αποτελεί αυτό που ο Elias ονομάζει «θύλακα, δηλαδή οργανωμένους τομείς δραστηριότητας που λειτουργούν χωρίς τις συμβάσεις της καθημερινότητας» (Κυπριανός & Χουμεριανός ibid: 78). Με τις αναλύσεις αυτές ωστόσο το ποδόσφαιρο απομονώνεται από τα κοινωνικά δρώμενα και φαίνεται να αποκτά σχετική αυτονομία από την εξουσία. Ο Hargreaves (986) κατηγοριοποίησε έξι γνωρίσματα με τα οποία αποδεικνύει ότι τα σπορ αναγορεύουν το σώμα σε σημαίνοντα διαμορφωτικό παράγοντα της κοινωνικής τάξης και των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι επίσης άλλοι ερευνητές πιστοποιούν την οικουμενικότητα του ποδοσφαίρου. Ο Erwin Goffman (986) ορίζει το γήπεδο ως πλαίσιο (frame) ακολουθώντας τους φαινομενολόγους που ορίζουν την περίσταση ως κατάσταση. Σύμφωνα με την θεώρηση αυτή το πλαίσιο κάνει ευκολότερες τις συναντήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους με κοινά και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Με την ανάλυση αυτή το γήπεδο είναι χώρος συνάντησης και συμπόρευσης ετερόκλητων ανθρώπων. Για κάποιους αποτελεί θέαμα, χαβαλέ, προσκύνημα, κρίσιμη μάχη (Κυπριανός & Χουμεριανός ibid: 7). Το γήπεδο αναδεικνύεται σε χωνευτήρι ετερόκλητων αντιλήψεων, αναπαραστάσεων, ιδεολογιών. Ως πλαίσιο αντισταθμίζει στις μεγάλες ιδιαίτερα πόλεις την αποδιάρθρωση των κοινωνικών δεσμών. Αποτελεί ένα χώρο πέρα από τις καθημερινές συμβάσεις και ένα τόπο εκδήλωσης μιας πίστης. Από την άλλη πλευρά οι έρευνες στο πεδίο της πολιτικής κοινωνιολογίας του αθλητισμού, όπως ξεκίνησαν από το 96 και μετά (Brohm, 4) υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη το αθλήματος συνδέεται με την καπιταλιστική βιομηχανική μηχανοκρατία. Στο πεδίο αυτό ορίζονται τα διακριτικά γνωρίσματα του αθλητισμού που αντανακλούν την κοινωνία: α) ιδιοκτησία κέρδος και ανταγωνισμός, β) κοινωνική ιεραρχία, γ) αντικειμενοποίηση του κέρδους και δ) τεχνική απόδοση (στο Κυπριανός, & Χουμεριανός ibid: 6).

12 Ερευνητική ομάδα από την πρώην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εφάρμοσε τα πορίσματα της σχολής της Φρανκφούρτης ορίζοντας τον αθλητισμό σε συνάρτηση με την ιδεολογία, την εξουσία και τις μορφές συμβολικού έλεγχου. Από τους πρώτους κοινωνιολόγους που ασχολήθηκαν με τον αθλητισμό είναι ο Bero Regauer (): «τα σπορ ήταν αρχικά τύπος αναψυχής για την διασκέδαση των ελίτ». Με την ανάπτυξη όμως του βιομηχανικού καπιταλισμού και την διάδοση των σπορ στα άλλα κοινωνικά στρώματα αλλάζει η λειτουργία τους γιατί γίνονται μέρος της υπερδομής και αναπαράγουν κοινωνικές συμπεριφορές που λειτουργούν κανονιστικά και προέρχονται από τις καπιταλιστικές εργασιακές δομές. Στην Αγγλία ερευνητές εφάρμοσαν την θεωρία του Gramsci και ειδικότερα της έννοιας της ηγεμονίας με την οποία ο ιταλός φιλόσοφος αποστασιοποιήθηκε από την μαρξιστική θεωρία για την κουλτούρα ως αναπαραγωγή των εργασιακών σχέσεων. Ο αθλητισμός αφορά στην ταξική εξουσία και μέσω αυτού η Βρετανική αστική τάξη μετατράπηκε σε ηγεμονία. Η έμφαση δίνεται στη χρήση του αθλητισμού ως μέσου διαπάλης για την εξουσία και για την ηγεμονία της μιας ή της άλλης πλευράς. Η ανάλυση του Gramsi αποτέλεσε το υπόβαθρο για τις πολιτισμικές σπουδές μέσα στις οποίες δημοσιεύτηκε συνολικός τόμος που λέγεται Sport, Culture and Ideology (Hargreaves, 98). Οι αναλύσεις αυτές επικεντρώνονται στη κριτική των αξιών στον αθλητισμό, όπως είναι οι έμφυλες σχέσεις, η αντρική κυριαρχία και ο ρόλος του τύπου που διαμορφώνει μια εικονική πραγματικότητα. Οι περισσότερες αναλύσεις στο μοντέρνο και μεταμοντέρνο θεωρητικό υπόβαθρο αφορούν α) στην εμπορευματοποίηση του αθλητισμού β) στον επαγγελματισμό των αθλητών γ) στις αξίες που προβάλλονται μέσω του αθλητισμού δ) στις εκδηλώσεις και δράσεις των φιλάθλων οπαδών. Η επίδοση και η διάκριση αποτελούν τις αναγκαίες συνιστώσες στην κουλτούρα του αθλητισμού και είναι αποτέλεσμα πειθαρχίας, υπακοής και συμμόρφωσης. Τα τελευταία χρόνια οι έρευνες για τον αθλητισμό εμπλουτίστηκαν από επιτόπιες ανθρωπολογικές μελέτες. Κλασική είναι η ανάλυση του Clifford Geertz (), ο οποίος αναλύει τα νόημα που δίνεται στον αθλητισμό από τους εμπλεκόμενους. Η ανάλυση του Geertz αναδεικνύει τις απόψεις που θέλουν το ποδόσφαιρο είτε ως θεραπευτικό μέσω vs το κακό είτε ως χώρος παραγωγής του κακού. Το ποδόσφαιρο μοιάζει με μια επιχείρηση, που λειτουργεί με κριτήρια οικονομικά και όσο η επιχείρηση ήταν τοπική και οικογενειακή δεν προκαλούσε αντιδράσεις στου φιλάθλους του ποδοσφαίρου. Το ποδόσφαιρο φαίνεται ότι ανακαλεί βασικές αρχές των φιλελεύθερων δυτικών δημοκρατιών (ανισότητες και αναξιοκρατία). Η εμπορευματοποίηση και ο επαγγελματισμός του ποδοσφαίρου έχουν διευρύνει τις ανισότητες ανάμεσα στις ομάδες σε εθνικό και ευρωπαϊκό

13 επίπεδο. Το ποδόσφαιρο ως θεμελιώδες συστατικό της κοινωνίας του θεάματος (Debord, ) αποτελεί ένα μέσο για την κοινωνική άνοδο των λαϊκών τάξεων και κυρίως των αγοριών. Ο Roland Barthes ορίζει το ποδοσφαιρικό θέαμα ως ανοιχτό σημειωτικό σύστημα, «μια κουζίνα σημασιών» (985:8). Σε αναλύσεις άλλων το ποδόσφαιρο είναι ιδιαίτερα ελκυστικό, γιατί είναι προσιτό και ενσαρκώνει φαντασιακές αξίες, αποτελεί χώρο κοινωνικότητας και κινητικότητας και τέλος προσφέρει ένα χώρο για κοινωνικές προβολές.

14 Α. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ Ι. Κοινωνιολογία και Ιστορία, συνάντηση επιστημονικών πεδίων, Κριτική Ανάλυση Το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Ιστορίας και Κοινωνιολογίας έχει κοινές ρίζες και για τις δύο επιστήμες. Για την πρώτη υπήρχε τον 9ο αιώνα η αντίληψη του θετικιστικού ιστορικισμού (π.χ. Ranke) σύμφωνα με την οποία η Ιστορία έχει ως αντικείμενο της μελέτης της αποκλειστικά το παρελθόν, ενδιαφέρεται για το βίο των ηγετικών ιστορικών προσωπικοτήτων και τα μοναδικά και ανεπανάληπτα γεγονότα, κυρίως τα πολιτικοστρατιωτικά (βιογραφική και γεγονοτολογική ιστορία), τα οποία και επιχειρεί να αποκαταστήσει με βάση τις πηγές και τη γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου (Μαυροσκούφης 997, 999). Σχεδόν παράλληλα οι θεμελιωτές της Κοινωνιολογίας (Comte, Spencer, Durkheim κ.ά.) αμφισβητούν τον επιστημονικό χαρακτήρα της Ιστορίας, επειδή αυτή δεν στοχεύει στη διατύπωση γενικών προτάσεων εμπειρικά επαληθεύσιμων (νόμοι), και την κατατάσσουν στις βοηθητικές της Κοινωνιολογίας επιστήμες. Ωστόσο δεν λείπουν και οι κινήσεις προσέγγισης μεταξύ των δύο επιστημών. Οι Max Weber και Otto Hinze λ.χ. αντιμετωπίζουν την Ιστορία πιο κοινωνιολογικά και αντιστοίχως, την Κοινωνιολογία πιο ιστορικά (στο Μαυροσκούφης, ibid). Ο συγχρωτισμός των επιστημών με άλλες κοινωνικές σπουδές είχε γίνει σταδιακά από τον Claude Levi Strauss «Επιστήμη της Επικοινωνίας, 958», που αποτελεί μια σύνθεση της Ανθρωπολογίας, της Γλωσσολογίας, της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και των Μαθηματικών και προχωράει μέχρι τον ό αιώνα (στο Μαυροσκούφης, ibid). Σημαντική είναι για την μελέτη που παρουσιάζουμε η συνεισφορά της «κριτικής θεωρίας», όπως αναπτύχτηκε από τη Σχολή της Φρανκφούρτης (Adorno & Horkheimer, ) στη δυτική Γερμανία. Η κουλτούρα διακρίνεται/τεμαχίζεται από τους θεωρητικούς της Σχολής, μετασχηματίζοντας το μαρξικό μοντέλο ανάλυσης σε «υποδομή-υπερδομή», σε υψηλή vs μαζική τέχνη και κουλτούρα, η οποία παράγεται και ταυτόχρονα αποστέλλεται από διαφορετικούς πομπούς-τάξεις (αστούς, εργάτες). Η Σχολή της Φρανκφούρτης θεωρήθηκε από τους ορθόδοξους μαρξιστές «αναθεωρητική», επειδή επέκρινε τον οικονομισμό ως ντετερμινισμό. Ωστόσο στη θεωρία των μέσων είναι σημαντική, γιατί προσέφερε την πρώτη μαρξιστική προσπάθεια θεωρητικής προσέγγισης των μέσων μαζικής επικοινωνίας (Gurevitch et al., 98: 8). 4

15 Οι θεωρητικοί, που συνδέονται με τη Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν οι Theodor Adorno, Herbert Marcuse και Max Horkheimer και ήταν μαρξιστές, οι οποίοι συνδέονταν με το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας, που ιδρύθηκε στην Φρανκφούρτη το 9, αλλά μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη το 9. Ο Herbert Marcuse, στο έργο Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος (97) παρουσίασε τα μέσα ως ακαταμάχητη δύναμη: Τα μέσα επικοινωνίας, τα ακαταμάχητα προϊόντα της βιομηχανίας ψυχαγωγίας και ενημέρωσης φέρουν μαζί τους προκαθορισμένες συναισθηματικές στάσεις αντιδράσεις που και συνήθειες, δεσμεύουν τους κάποιες διανοητικές καταναλωτές με και τους παραγωγούς και, μέσω των τελευταίων με το συνολικό (κοινωνικό σύστημα). Τα προϊόντα διαπαιδαγωγούν και χειραγωγούν. Προωθούν μια ψευδή συνείδηση με ανοσία έναντι της ψευδότητάς της Έτσι αναδύεται ένα σχήμα μονοδιάστατης σκέψης και συμπεριφοράς (Marcuse, αναφέρεται στο Bennett 98: 4). Η ανάλυση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην μετάδοση και διάχυση του ποδοσφαίρου από τα ΜΜΕ, έτσι ώστε από το 98 και μετά το μαζικό άθλημα των γηπέδων μετεξελίσσεται σε μαζικό θέαμα των ΜΜΕ για να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο στην ΕΕ του 99 (βλ. και ιστορικό της UEFA). Οι Theodor Adorno και Max Horkheimer (97, βλ. στο Bennett 98: ) εισήγαγαν τον όρο «βιομηχανία κουλτούρας», που αναφέρεται στη συλλογική λειτουργία των μέσων. Η επικέντρωση της Σχολής της Φρανκφούρτης στην ιδεολογία βοήθησε να υπονομευθεί ο οικονομισμός, αλλά επικρίθηκε από άλλους μαρξιστές για ελιτισμό και Χεγκελιανό ιδεαλισμό (Bennett, 98: 47). Από το έργο του Adorno παραπέμπουμε στις ιστορικές προοπτικές της προοριζόμενης για το πλατύ κοινό κουλτούρας: από το Μεσαίωνα και μέχρι τον 8ο αι., τα φεουδαρχικά καθεστώτα δημιουργούν άκαμπτες κοινωνικές ιεραρχίες, που βαθμιαία οδηγούν στη συστηματική διαφοροποίηση της τέχνης των αριστοκρατών από αυτή των υποτελών τους. Στα μέσα του 8ου αι. οι διαφωτιστές ορίζουν την έννοια του πολιτισμού ως την ενιαία, οικουμενική και σύνθετη πορεία της ανθρωπότητας, προς την τελειότητα - μέσα από μια εξελικτική διαδικασία - με την ανάπτυξη της γνώσης και της επιστήμης και με σταθερό γνώμονα τον Ορθό Λόγο. Στόχος ήταν η ευτυχία και ελευθερία του ανθρώπου. Αυτή η έννοια του πολιτισμού, κατά τους διαφωτιστές, συμπεριλαμβάνει την έννοια της κουλτούρας (καλλιέργεια παιδεία), την οποία θεωρούν κινητήρια δύναμη για την πρόοδο των λαών. Την ίδια εποχή στη Γερμανία, οι αστοί διανοούμενοι, αποκλεισμένοι από κάθε πολιτική δραστηριότητα, διαχωρίζουν τον πολιτισμό από την κουλτούρα και περιορίζουν τον όρο κουλτούρα στο χώρο του πνεύματος και του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου: η παιδεία και η μόρφωση αποτελούν το μοναδικό τους όπλο στη 5

16 σύγκρουσή τους με την αριστοκρατία, προκειμένου να νομιμοποιήσουν την θέση τους (Cuche, ). Κυρίαρχη Κουλτούρα Μαζική Κουλτούρα Πολιτισμός Τον 9ο αιώνα έλαβαν χώρα ριζικές αλλαγές. Ο κοινωνικός ανταγωνισμός πλέον εντοπίζεται ανάμεσα στην αστική και την κατώτερη τάξη που έχει συρρεύσει στα αστικά κέντρα και η οποία διεκδικεί με πάθος την συμμετοχή της τόσο στην πολιτική όσο και στην εκπαίδευση. Τα ευρωπαϊκά κράτη εθνικοποιούνται και δημιουργούνται τα ενιαία έθνη. Εμφανίζεται ένα νέο καλλιτεχνικό αισθητικό κίνημα ο ρομαντισμός, το οποίο διαδίδεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με κύριο χαρακτηριστικό την εξιδανίκευση της λαϊκής κουλτούρας και τέχνης (Μαυροσκούφης, 999). Το 899 ο κοινωνιολόγος Thorstein Veblen (7) διέκρινε την εμφάνιση ενός νέου μεσοαστικού στρώματος στην αμερικανική κοινωνία, το οποίο χρησιμοποιούσε την κατανάλωση, παρά την επαγγελματική του θέση, για να αυξήσει το κοινωνικό του γόητρο και να τονίσει την κοινωνική του υπεροχή. Την κατανάλωση αυτή, που αφορούσε κυρίως σε αγαθά όχι χρηστικής, αλλά συμβολικής αξίας, ο Veblen αποκάλεσε «επιδεικτική». Ένα βασικό μέρος της κατανάλωσης αυτής, που θύμιζε τη συμπεριφορά μιας άλλης, καταργημένης πλέον αργόσχολης τάξης, της αριστοκρατίας, άρχισε να γίνεται η αγορά έργων τέχνης και η συμμετοχή σε προβεβλημένες πολιτισμικές εκδηλώσεις κάθε είδους. 6

17 Η συντηρητική κριτική της μαζικής κοινωνίας επεκτείνεται και στον ό αιώνα, βρίσκοντας απήχηση στο πρόσωπο συγγραφέων, όπως ο Ortega y Gasset (99) και ο Karl Mannheim (94). Ο Ortega y Gasset μίλησε για την "εξέγερση των μαζών" και την "έλευση της εποχής των μαζών", ως μια εποχή κυριαρχίας των ακατάρτιστων και αυτών που δεν διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα. Για τον Μannheim, η κυριαρχία αυτή των "ακατάλληλων", δεν είναι παρά το αποτέλεσμα μιας αλλαγής στη δομική σχέση ανάμεσα στους πολλούς και τους λίγους. Η μαζική κοινωνία αυξάνει τις ευκαιρίες των πολλών να παρεμβαίνουν σε περιοχές που προηγουμένως ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ολίγων. Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις προσδιορισμού των κοινωνικών πολιτικών και των πολιτιστικών προδιαγραφών από τους πολλούς, που ωστόσο δεν διαθέτουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για ορθές επιλογές (Mannheim, 94). Η «μαζική κουλτούρα» για τον Karl Mannheim (99) ορίζεται ως μια έννοια που στηρίζει τις βάσεις της στις κοινωνικές τάξεις και προβλέπει ότι ο κοινωνικός και πολιτισμικός εκδημοκρατισμός θα επιτευχθεί από τη μείωση της κοινωνικής απόστασης ανάμεσα στο «υψηλό» και το «χαμηλό». Στη δεκαετία του 97 ο Pierre Bourdieu (Fowler, 997; Bourdieu, 6) συνεχίζει την παράδοση των προγενέστερων διανοητών, που πίστευαν ότι η έννοια της κουλτούρας είναι σημείο οριοθέτησης της κοινωνικής διαστρωμάτωσης: Η βασική και χαρακτηριστική διάκριση μεταξύ υψηλής και μαζικής τέχνης καθώς και η πολιτισμική ιεραρχία που συνεπάγεται, αποτελούν τη συγκεκριμένη εκδοχή του φαινομένου της αξιολόγησης και ιεράρχησης των έργων και των ειδών τέχνης, ανάλογα με την κοινωνική θέση και την παιδεία αυτών που τα χρησιμοποιούν: δηλαδή σε κάθε κοινωνία που χαρακτηρίζεται από άνιση κατανομή πλούτου, πολιτικής δύναμης και εκπαίδευσης οι οικονομικά και πολιτικά προνομιούχες τάξεις, κρίνουν ανώτερα τα έργα και τα είδη τέχνης, που χρησιμοποιούν ως προς εκείνα των χαμηλότερων τάξεων. Κατ αυτό τον τρόπο δηλώνουν την κοινωνική απόσταση μεταξύ τους και καθορίζουν συμβολικά το κοινωνικό τους γόητρο (status). Όπως γράφει ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος: ο Μαρκούζε, ο Αλτουσέρ, ο Φουκό, ο Καστοριάδης, ο Μπουρντιέ, ο Ε. Π. Τόμπσον, ο Ρέιμοντ Γουίλιαμς, η σχολή της Φραγκφούρτης, ο Λακάν κ.ά., παρά τις μεταξύ τους διαφορές βρήκαν τα μεγάλα ακροατήρια μετά το 968. Γεννήθηκε ο μεταδομισμός και συγκροτήθηκε ό,τι θα ονομαζόταν αργότερα μετανεωτερική ρήξη. Ακόμη και τέσσερις δεκαετίες αργότερα, κινήματα διεθνή και πολύχρωμα, όπως της αντιπαγκοσμιοποίησης, των δικαιωμάτων, τα νέα κοινωνικά κινήματα των λεγόμενων μεταϋλικών αξιών, από τα long sixties έλκουν την καταγωγή τους. Μεγάλες αλλαγές έγιναν στα πανεπιστήμια με τη 7

18 δημιουργία του μαζικού δημόσιου Πανεπιστημίου και τον εκδημοκρατισμό των δομών του (Λιάκος, 8). Στην παρούσα μελέτη η διεπιστημονικότητα των ιστορικών σπουδών και της κοινωνιολογίας μας οδηγούν στον άξονα της κριτικής σκέψης και των πολιτισμικών σπουδών: τις πολιτισμικές σπουδές δεν θα πρέπει να τις θεωρήσουμε ως ένα ενιαίο επιστημονικό ρεύμα με σαφή θεωρητική κατεύθυνση, αλλά ένα σύνολο θεωρητικών τάσεων με διαφορετικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Οι πολιτισμικές σπουδές (Williams, 96) εμφανίζονται και αναπτύσσονται κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, ενώ η εμφάνισή τους συμπίπτει με την κοινωνική αναταραχή, η οποία κυριάρχησε στην Ευρώπη κατά τη δεκαετία του '6 και η οποία επηρέασε, μεταξύ των άλλων, και την εξέλιξη των λογοτεχνικών σπουδών. Αν επιχειρούσαμε να διευκρινίσουμε τον όρο «πολιτισμικές σπουδές», θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν ευρύ διεπιστημονικό τομέα στον οποίο συνυπάρχουν στοιχεία από το μαρξισμό, το μεταμοντερνισμό, την ψυχολογία, την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, την εθνολογία, κ.ά. Με άλλα λόγια, οι πολιτισμικές σπουδές συγκεντρώνουν στοιχεία από θεωρητικά και επιστημονικά πεδία, τα οποία επικεντρώνουν το ερευνητικό ενδιαφέρον τους στις κοινωνικές και πολιτισμικές δυνάμεις καθώς και στις δομές εξουσίας που είναι υπεύθυνες τόσο για την παραγωγή των πολιτισμικών φαινομένων, όσο και για τη νοηματοδότησή τους (Gurevitch, M.; Bennett, Τ.; Curran & Woollacott, J. 98). Η τεκμηρίωση του ερευνητικού υλικού, που επιλέγουμε ως αντικειμένου επιστημονικής/διεπιστημονικής ανάλυσης εντάσσεται στο θεωρητικό πλαίσιο του μοντερνισμού/μεταμοντερνισμού: στα τέλη του 9ου αιώνα και στην απαρχή του ού, με την εξασθένηση του Ρομαντισμού, παρατηρείται η εμφάνιση και η άνοδος του Μοντερνισμού ή της Νεωτερικότητας, που συνιστά την επιστροφή στον Διαφωτισμό, με προοπτική την αναβάθμιση της ζωής του ανθρώπου. Ο Μοντερνισμός και ο Μεταμοντερνισμός αποτελούν διαδοχικές τάσεις του ού αιώνα με βασικό αίτημα την ανατροπή των δεδομένων, που ισχύουν μέχρι τη στιγμή της εμφάνισής τους. Ο Μοντερνισμός αντιτίθεται σε κάθε μορφή κλασικής παράδοσης, οι καλλιτέχνες επιθυμώντας να δημιουργήσουν μια τέχνη ανεξάρτητη και αυτοαναφερόμενη υποβαθμίζουν τη σημασία του θέματος του έργου τέχνης και ανακηρύσσουν τη μορφή ως το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της καλλιτεχνικής έκφρασης. Η τάση αυτή κορυφώνεται με τον αφηρημένο Εξπρεσιονισμό και το θεωρητικό υποστηρικτή του, Clement Greenberg, που οδηγούν την τέχνη σε κορεσμό και παράλληλα ετοιμάζουν το δρόμο για τη μεταμοντέρνα εποχή (Χαρτουλάρη, ). 8

19 Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα τα οποία χαρακτηρίζουν τον Μεταμοντέρνο πολιτισμό ή την λεγομένη Μεταμοντέρνα εποχή είναι, η αμφισβήτηση της αυθεντίας, η κατάρρευση της λογικής τάξης, η απώλεια του αναγνωρίσιμου, καθώς ο άνθρωπος με την πάροδο του χρόνου αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα των πραγμάτων (Αργκάν, 4; Smith, 6). Το πρώτο μισό του ού αιώνα μέχρι και τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η προσφορά εκπαιδευτικών ευκαιριών σε ευρεία κλίμακα και η εμφάνιση και διάδοση των νέων μέσων μαζικής επικοινωνίας (φωτογραφία, φωνογραφία, ραδιοφωνία κλπ) θεωρήθηκαν ότι απειλούν την πολιτισμική ιεραρχία που είχε καθιερωθεί τον προηγούμενο αιώνα. Στα τέλη της δεκαετίας του '5 οι επικοινωνιολόγοι στρέφονται στη μελέτη των τρόπων με τους οποίους το κοινό χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής επικοινωνίας για την ικανοποίηση των αναγκών και των ενδιαφερόντων του. Βασικό κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των απόψεων είναι ότι απορρίπτουν την έννοια της «μαζικής κουλτούρας», προτιμώντας την έννοια «δημοφιλής κουλτούρα». Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Umberto Eco (στο Αλεξανδρόπουλος, ), που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν «μηνύματα που μαζικοποιούν» ή «μαζική κουλτούρα», αλλά απλώς «μαζικές επικοινωνίες»- mass media. Στην κατεύθυνση αυτή όσον αφορά στους δέκτες του ποδοσφαίρου και στις ταυτότητες που διαμορφώνονται μέσω του θεάματος και της φίλαθλης συμμετοχής και συμπεριφοράς, η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας των Tajfel και Turner (979) μας προσφέρει ερείσματα: πρόκειται για αυτό που συμβαίνει στην αίσθηση του εαυτού των ανθρώπων (ταυτότητα), όπως επίσης στα κίνητρα, στις αξιολογήσεις καθώς και στις αντιλήψεις τους όταν αυτοί γίνονται μέλη ομάδων. Οι ψυχολογικές διεργασίες των ανθρώπων μετασχηματίζονται ποιοτικά όταν αυτοί βρίσκονται σε συνθήκες ομάδας. Κατά αυτόν τον τρόπο την θέση του αυτοπροσδιορισμού των ανθρώπων δηλαδή της προσωπικής ταυτότητας παίρνει η κοινωνική ταυτότητα. Η συγκεκριμένη μετάβαση από τη μία ταυτότητα στην άλλη γίνεται φανερή όταν πρόκειται για ομαδοποιήσεις μεγάλης κλίμακας. Παρόλα αυτά αυτό δεν σημαίνει ότι το ίδιο δεν θα συμβεί και σε μικρότερες ή πρόσωπο με πρόσωπο ομάδες. Έτσι, όταν υπαγόμαστε σε μια ομάδα αντί να είμαστε ένα και μόνο άτομο, ο εαυτός μας, αλλάζουμε τον αυτοπροσδιορισμό μας και λειτουργούμε με όρους ομαδικής υπαγωγής: είμαι χριστιανός ορθόδοξος, είμαι παναθηναϊκός, είμαι γυμναστής. Αποδίδοντας εμείς ή οι άλλοι μια τέτοια ετικέτα στον εαυτό μας, αλλάζει η αίσθησή μας τόσο για το ποιοι είμαστε όσο και για το πώς φαινόμαστε. O Τurner (98) πιστεύει ότι για τους συμμετέχοντες σε μια ομάδα ξεκινά μια διαδικασία που την ονομάζει «αποπροσωποποίηση και αυτο- στερεοτυπική απόδοση» όταν αυτή ταυτίζονται με την ομάδα τους (Wetherell, 4). 9

20 Πολύ γνωστή είναι επίσης η ιδέα πως αντιλαμβανόμαστε στερεοτυπικά μέλη άλλων ομάδων καθώς επικεντρωνόμαστε σε ορισμένα μόνο χαρακτηριστικά τους (αυτά της ομάδας στην οποία ανήκουν) υποβαθμίζοντας και παραμελώντας την ποικιλομορφία των ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Με αυτό τον τρόπο οι άνθρωποι υιοθετούν συγκεκριμένες κάθε φορά ταυτότητες, όπως αυτές προκύπτουν από την ομάδα στην οποία συμμετέχουν κάθε φορά καθώς και από την περίσταση (Wetherell, ibid). Τα τρία στάδια της θεωρίας των Tajfel και Turner είναι α) η κοινωνική κατηγοριοποίηση, β) η κοινωνική ταύτιση και γ) η κοινωνική σύγκριση, παράμετροι που εντοπίζονται στην αθλητική/φίλαθλη ομαδική ταυτότητα των δεκτών. Η κοινωνική κατηγοριοποίηση ως συνέπεια του διαχωρισμού σε ομάδες είναι ότι παρέχεται ένα νέο γνωστικό σχήμα βάση του οποίου μπορεί κάποιος να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Έτσι οι άνθρωποι, που συμμετέχουν σε διαφορετικές ομάδες αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους οργανώνοντας τη σκέψη τους γύρω από τα νέα αυτά γνωστικά σχήματα. Για παράδειγμα η κατηγοριοποίηση που αφορά στις ποδοσφαιρικές προτιμήσεις, αλλά και άλλες καθημερινές δραστηριότητες παρέχει το πλαίσιο για την κατανόηση της κοινωνίας καθώς και για την οργάνωση των αντιλήψεων μας για τον εαυτό μας και για τους άλλους. Ως συνέπεια αυτού θα μπορούσε να θεωρηθεί ο υπερτονισμός των διαφορών μεταξύ δύο ομάδων και των ομοιοτήτων μέσα στην ίδια ομάδα (978). Σύμφωνα με την κοινωνική ταύτιση οι κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις αλλάζουν τους αυτοορισμούς και δημιουργούν αξιακά συστήματα. Όταν ένα άτομο ξεκινά να αναγνωρίζεται ως μέλος μίας ομάδας και όχι άλλης τότε για τον ίδιο, τα μέλη της ομάδας του αλλά και για τα μέλη άλλων ομάδων αποκτά ταυτότητα. Έτσι, όχι μόνο προσφέρεται μια αίσθηση τάξης στον κοινωνικό ιστό, αλλά ορίζεται και η θέση των ανθρώπων και του καθενός ξεχωριστά. H Margaret Wetherell (4) γράφει ότι o Tajfel ορίζει την κοινωνική ταύτιση ως τη γνώση του ατόμου για το ανήκειν σε μια ομάδα παράλληλα με τη συναισθηματική και αξιακή σημασία, που προσδίδει σε αυτή την υπαγωγή. Στην κοινωνική σύγκριση τη στιγμή, που ένας άνθρωπος ξεκινά να αυτοπροσδιορίζεται με όρους ομάδος, ταυτίζει την θετική αξιολόγηση της ομάδος με το να σκέφτεται με θετικούς όρους για τον εαυτό του. Επίσης αυτοί που δεν ανήκουν στην ομάδα ή ανήκουν σε κάποια άλλη, αποτελούν μικρότερης σημασίας πηγές πληροφόρησης και κοινωνικής πίεσης για την ενδο-ομάδα. Έτσι η προσωπική θετική εικόνα συνδέεται με την θέση της ομάδος στην οποία ανήκουμε σε σύγκριση με τις άλλες ομάδες. Αυτό οδηγεί σε μια συνεχή διομαδική εχθρότητα και διάκριση καθώς η κάθε ομάδα προσπαθεί να εγκαθιδρύσει για τον εαυτό της μεγαλύτερη

21 διαφοροποίηση σχετικά με την αξία της από τις υπόλοιπες μέσα από συνεχή ανταγωνισμό (Wetherell, 4). Ένα στάδιο προ της συγκρότησης των κοινωνικών ταυτοτήτων βρίσκονται οι στάσεις: το σύνολο των δομικών και κοινωνικών παραμέτρων στις οποίες εκτίθεται κάθε κοινωνός δημιουργεί ένα πλέγμα διαθέσεων απέναντι σε στοιχεία του περιβάλλοντος του. Οι διαθέσεις αυτές τόσο στην κοινωνική ψυχολογία όσο και στην κοινωνιολογία αποκαλούνται στάσεις (Κυρίδης, 5) Σύμφωνα με την κοινωνική ψυχολογία οι στάσεις είναι οι τρόποι με τους οποίους ένα πρόσωπο τοποθετείται απέναντι σε ένα αντικείμενο αξίας. Σύμφωνα με τον Maisonneuve (), η στάση είναι μια (από λίγο έως πολύ αποκρυσταλλωμένη) θέση ενός (ατομικού ή συλλογικού) υποκειμένου ως προς ένα αντικείμενο (πρόσωπο, ομάδα, κατάσταση, αξία). Εκφράζεται λιγότερο ή περισσότερο ανοικτά μέσω διαφόρων συμπτωμάτων ή δεικτών (λόγια, τόνος, κινήσεις, πράξεις, επιλογές ή την απουσία τους) και ασκεί μια συναισθηματική και ρυθμιστική λειτουργία των που είναι συμπεριφορών συγχρόνως που γνωστική, υποβαστάζει. Ο προηγούμενος ορισμός αποτελεί σύνθεση των εννοιών που έχουν χρησιμοποιήσει ο Sherif (956) και ο Moscovici (998). Οι στάσεις είναι επίκτητες, έχουν κάποια διάρκεια με την έννοια ότι επιδέχονται και αλλαγές λόγω της επίδρασης, συνήθως εξωτερικών ερεθισμάτων, αποτελούν προνομιούχες σχέσεις του υποκειμένου με κάποια αντικείμενα και εκφράζουν μια συναισθηματική πολικότητα, με την έννοια του υπέρ ή του κατά, χωρίς βέβαια να αποκλείονται και οι αμφιθυμίες. Οι στάσεις διαμορφώνονται με βάση τα εξωτερικά ερεθίσματα που δέχεται ένα κοινωνικό υποκείμενο. Τα ερεθίσματα αυτά αποτελούν πληροφορίες, οι οποίες μετασχηματίζονται σε γνώσεις, σε κατηγορίες και σχήματα. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία σχηματοποιείται και η κοινωνική γνώση, η οποία αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα άτομα ή οι κοινωνικές ομάδες το κοινωνικό γίγνεσθαι. Κατά τη διαδικασία αξιολόγησης ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής ομάδας ανακαλούνται μνήμες και στερεοτυπικές αξιολογήσεις. Οι Pratto & John (99) έδειξαν ότι κατά τη διαδικασία αξιολόγησης συνήθως κυριαρχούν τα αρνητικά δεδομένα. Στη βάση της διαδικασίας σχηματοποίησης της κοινωνικής γνώσης και των στάσεων βρίσκεται η διαδικασία διαμόρφωσης της κοινωνικής ταυτότητας. "Η ταυτότητα είναι προϊόν επαφής όχι απομόνωσης, διακανονισμού συγκλίσεων και αποκλίσεων, συμπληρωματικότητας και διχοτόμησης: όλα τα παραπάνω υποκινούν διαρκή μεταλλαγή των μορφών και του σημασιολογικού τους περιεχομένου" (Eriksen, 99, στο Κυρίδης, ό.π.). H διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητας δεν αποτελεί απλώς μια εσωτερική διαδικασία, μονωμένη από τα εξωτερικά στοιχεία της ατομικότητας. Προϋποθέτει τον "άλλο", είτε ως στοιχείο ετερογένειας για την

22 ανάπτυξη του "εμείς" είτε ως τμήμα του "εμείς", ως διαχειριστή της εγγενούς κοινής πολιτισμικής ταυτότητας, του εθνικού πολιτισμού, που εκφράζεται μέσα από τα νέα ιδεολογήματα της ουσιακής ομοιογένειας, της ακεραιότητας και της εγγενούς εθνικής και πολιτιστικής ετερονομίας των ατόμων (Κυρίδης, ό.π.). ΙΙ. Περί ποδοσφαίρου ως πολιτισμικού-καταναλωτικού προϊόντος Όπως αναφέρει ο Simon Lee, στην εργασία του για την πολιτική οικονομία του Αγγλικού ποδοσφαίρου, το παιχνίδι, έχει όλα τα συμπτώματα της ανισότητας, του γρήγορου κέρδους και της απληστίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι τα ίδια με της κοινωνίας γενικότερα και των αγορών πιο ειδικά. Οι πολιτικές του λαϊκού καπιταλισμού παρήγαγαν μεγάλες ανισότητες στην κατανομή του πλούτου (Hutton 995: 6-8) και κατ αναλογία η ίδια κατάσταση μεταφέρθηκε και στο χώρο του ποδοσφαίρου παράγοντας εκεί ακόμα μεγαλύτερες

23 ανάμεσα στις μεγαλύτερες και τις μικρότερες ομάδες, τους οπαδούς και τους παίκτες. Όπως έδειξε μια σχετική έρευνα, (Corry et al. 99:-4) «το ποδόσφαιρο στην Αγγλία παρουσιάζει όλα τα σημάδια μια αποτυχημένης αγοράς», μιας και η ελεύθερη αγορά οδήγησε στην «έλλειψη σταθερότητας στην συγκέντρωση της εξουσίας μεταξύ λίγων ομάδων-εταιριών, στην εκμετάλλευση των καταναλωτών-οπαδών, στην έμφαση στη διαφήμιση, σε μια υπερ-ανεπτυγμένη ομογενοποίηση του προϊόντος ποδοσφαίρου και τέλος, στην παραμέληση του συλλογικού καλού (στην μορφή των εθνικών κατηγοριών και του παγκοσμίου πρωταθλήματος)». Σε ό,τι αφορά στην πλευρά των φιλάθλων το αγγλικό ποδόσφαιρο στην δεκαετία του 9, έγινε ολοένα και μια πιο δαπανηρή, παθητική και ατομιστική εμπειρία. Η μορφή των σχέσεων της κοινότητας παλαιότερα δημιουργούσε σχέσεις ανάμεσα στους οπαδούς και τους παίκτες, τους οπαδούς και τις ομάδες. Η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου αποστείρωσε και «αναισθητοποίησε» την εμπειρία του να είσαι φίλαθλος-οπαδός, ένα στοιχείο που πάντα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στη δημιουργία συλλογικής, πολιτικής ταυτότητας, αλλά και πηγή υπερηφάνειας. Στην έρευνα των Sugden, Tomlinson & Darby (στο Brown, 998: -), για την αντιπαλότητα που προέκυψε ανάμεσα στην FIFA και την UEFA, όσον αφορά στον έλεγχο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, σημειώνονται τα εξής: μετά τον ο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα μέλη της FIFA άρχισαν να πολλαπλασιάζονται σε βαθμό που έγινε κατανοητή η ανάγκη για ένα βαθμό αποκέντρωσης των διοικητικών λειτουργιών, αλλά και για την απόκτηση, τοπικών εθνικών ομοσπονδιών. Ο Jules Rimet, τότε πρόεδρος της FIFA ήταν αντίθετος με αυτή την ιδέα, γιατί ερχόταν σε σύγκρουση με την δική του αίσθηση «οικογένειας» για την FIFA. Παρόλα αυτά οι συνάδελφοί του στις ευρωπαϊκές ομοσπονδίες, που ανησυχούσαν, γιατί πολιτικά οδηγούνταν έξω από τις διοικητικές διαδικασίες, ήταν όλοι υπέρ. Με όρους οργάνωσης των εθνικών ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών, η Ευρώπη είχε ήδη κατακερματιστεί πολύ πριν το 95. Ειδικότερα, υπήρχαν μικρότερες περιφερειακές ομάδες στην Αγγλία, στην Σκανδιναβία και στα πρώην Ανατολικά κράτη. Μετά το 95, όταν η Ευρώπη πήρε σοβαρά την ποδοσφαιρική ομοσπονδία σε παγκόσμιο επίπεδο, δόθηκε και η απάντηση στο αναπτυσσόμενο ενδιαφέρον των Νοτιοαμερικάνικων ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών, οι οποίες είχαν ήδη σχηματοποιηθεί από το 96. Ο Billy Drennan, ο πρώην γραμματέας της Ιρλανδέζικης ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, ήταν παρών το 954 στην συνάντηση στο Basle της Σουηδίας, όπου συγκροτήθηκε η UEFA. Η ίδρυση της UEFA έδωσε στην Ευρώπη μια συλλογική φωνή μέσα στο παγκόσμιο αθλητικό σώμα από το 956 μέχρι το 97. Στην

24 συνέχεια η Ευρώπη είχε ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια ανάπτυξη του ποδοσφαίρου. Ωστόσο, ο πατρονιστικός, ευρωκεντρικός και νεοιμπεριαλιστικός τρόπος διοίκησης της FIFA, αποσιωπήθηκε από την πετυχημένη διάχυση του παιχνιδιού στον τρίτο κόσμο. Στην οργανωτική δομή της FIFA, οι χώρες οι οποίες ήταν πολιτικά αδιάφορες, ανακάλυψαν μια πολιτική πλατφόρμα για την απόκτηση ανεξαρτησίας και εθνικής ταυτότητας. Στην δεκαετία το 7 εντοπίζεται ο αγώνας του τρίτου κόσμου για παγκόσμια ισότητα. Η ανάδειξη του τρίτου κόσμου ως μια ενεργή πολιτική δύναμη μέσα στην οργάνωση της FIFA, έφερε κοντά την UEFA με το νοτιο-αμερικάνικο ποδόσφαιρο. Συγκεκριμένα, το 97 το συνέδριο της FIFA στο Μεξικό, συμπεριέλαβε ως νέα μέλη τα έθνη της Αφρικής και της Ασίας, έτσι ώστε όλοι μαζί με τους νοτιο-αμερικάνους ψήφισαν με αποτέλεσμα η Ευρώπη να χάσει την πλειοψηφική εκπροσώπηση στο Παγκόσμιο Κύπελλο και τις Ολυμπιακές Επιτροπές. Η UEFA ανησυχούσε ιδιαίτερα για την περιορισμένη της επίδραση στις επιτροπές της FIFA, γιατί έτσι θα δυσκολευόταν στην ανάληψη των Παγκοσμίων Κυπέλων και όπως υποστήριξε ο τότε πρόεδρος της: «δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την συρρίκνωση της Ευρωπαικής επίδρασης» (ibidem, 4). Πέρα από τις πολιτικές εμπλοκές, η ακραία φτώχεια, υπήρξε το βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στην Αφρική, καθώς δεν υπήρχαν τα απαραίτητα χρήματα για τις εξωτερικές αποστολές των ομάδων. Στα προκριμάτικα του Κυπέλλου Αφρικανικών Εθνών, ο συνδυασμός του Εμφύλιου πολέμου και της ένδειας των ταμείων, οδήγησε στην εγκατάλειψη 6 χωρών. Γι αυτό τον λόγο πολλές Αφρικανικές χώρες δεν μετείχαν στα προκριματικά του 998 στην Γαλλία. Αυτός ο συνδυασμός της πολιτικής αστάθειας και της οικονομικής δυσχέρειας οδήγησε στην διαφθορά, που αποτελεί μέχρι και σήμερα πρόβλημα για το Αφρικανικό ποδόσφαιρο. Μεγάλο ενδιαφέρον εντοπίζουμε στην προσπάθεια θεωρητικοποίησης του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όταν οι συγγραφείς Sugden, Tomlinson & Darby, στην κριτική ανάλυση που προτείνουν, καταλήγουν στα εξής ερωτήματα: «Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε μια φαινομενικά παράλογη κατάσταση, όπου η εκτέλεση ενός ποιητή στην Νιγηρία και η απόφαση για μία ποδοσφαιρική διοργάνωση στην Άπω Ανατολή, οδήγησαν στην αύξηση των πιθανοτήτων ενός Σουηδού ποδοσφαιρικού παράγοντα να πάρει την θέση ενός Βραζιλιάνου στην Ζυρίχη;». Η ανάπτυξη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου έχει τις ρίζες της στην εμπειρία των αποικιών. Η αντίληψη του Jules Rimet για την FIFA σαν μια εκτεταμένη οικογένεια ακολουθεί μια πατερναλιστική και νέο-αποικιακή αντίληψη για την ανάπτυξη του κόσμου: Η εξάπλωση μιας οικονομικής και πολιτισμικής ηγεμονίας από την «μοντέρνα» Ευρώπη σε μια προ-μοντερνιακή περιφέρεια του τρίτου κόσμου. Προσωπικότητες όπως ο Rimet, ο Drewery και ο 4

25 Rous πίστευαν, χωρίς καμία κριτική διάθεση, πως το ποδόσφαιρο, όπως ο χριστιανισμός, ήταν καλό για τους «αγρίους» και ως τέτοιο ήταν καθήκον της FIFA να αναπτύξει το παιχνίδι σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. Το ποδόσφαιρο αλλάζει και αλλάζει γρήγορα. Σε πλανητικό επίπεδο είδαμε την τελική κατάταξη για το Παγκόσμιο κύπελλο του 998 να διεξάγεται στη Γαλλία και να υπάρχει μια διένεξη για την τοποθεσία διεξαγωγής του πρωταθλήματος του 6. Στην Ευρώπη έγινε η επανίδρυση του Champions League και των άλλων ευρωπαϊκών διοργανώσεων, όπως επίσης και οι προχωρημένες συζητήσεις και διαφωνίες για την δομή μιας ευρωπαϊκής Super League. Η τελευταία ήταν καθοδηγούμενη από την απληστία της δορυφορικής τηλεόρασης για κέρδη μέσω του ποδοσφαίρου και από την επιθυμία των ομάδων για περισσότερα χρήματα έτσι ώστε να χρηματοδοτήσουν την σπειροειδή μετά-bosman μεταγραφική αγορά (Brown, 998). ΙΙΙ. Ιστορικές και κοινωνικές παράμετροι SPORTS HISTORY SOCIOLOGY FOOTBALL FRANKFURT SCHOOL Το ποδόσφαιρο, στην σύγχρονη μορφή του, προέρχεται, ιστορικά και γεωγραφικά από την Μεγάλη Βρετανία του 9ου αιώνα (Ken Bray, 6). Υπάρχουν ικανοποιητικά στοιχεία για να στηρίξουν την σχέση του με αρχαιότερα παιχνίδια που παιζόταν με μπάλα και είναι γνωστά από την Αρχαία Ελλάδα και την Ρώμη (H. A. Harris, 97). Παραλλαγές τέτοιων παιχνιδιών υπήρξαν, ο Ελληνικός «Επίσκυρος» και το Ρωμαϊκό «Harpastum» (E. Norman Gardiner, ). Στην αρχαία Κίνα του ου π.χ. αιώνα, βρίσκουμε το «Cuju», που είναι η πρώτη καταγεγραμμένη μαρτυρία παιχνιδιού με μπάλα (He Jin, ), ενώ στην 5

26 ιαπωνική του εκδοχή ονομάζεται «Kemari» και αναπτύσσεται από το 6 μ.χ. (Allen Guttmann, Lee Austin Thompson, 979). Στην νεότερη ιστορία παρόμοιο παιχνίδι συναντάμε στην Βρετάνη και την Νορμανδία από τον Μεσαίωνα μέχρι τα τέλη του 8ου αιώνα με την ονομασία «la Soule», ενώ στην Αναγεννησιακή Ιταλία και συγκεκριμένα στην Φλωρεντία παίζεται το «Calcio» (Ken Bray, 6). Ο Ken Bray μας λέει πως στην Βρετανία, το ποδόσφαιρο, το πιο πιθανόν είναι να εξελίχθητε από το haspartum που έφεραν οι Ρωμαίοι με την κατάκτηση της χώρας το 47μ.χ. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος το 99 ο Brants Johnson αποκαλούσε το ποδόσφαιρο «κατάλοιπο της Μαγείας» και μάλλον θεωρούσε πως οι καταβολές του ήταν πολύ παλαιότερες. Έτσι, ο τελευταίος υποστήριξε πως το λαϊκό παιχνίδι, που παίζονταν την Τρίτη της Τυροφάγου σε Αγγλία και Γαλλία ήταν απόγονος κάποιας λατρείας και ενός τελετουργικού προς τιμήν του Ήλιου και σχετιζόταν με την επικείμενη επιτυχημένη συγκομιδή (Ken Bray, 6). Ο συμβολισμός αφορούσε στο θάψιμο της μπάλας, δηλαδή του Ήλιου, στο χώμα προκειμένου να ζεσταθεί η γη και να προστατευθεί η καλλιέργεια. Άλλοτε πάλι, η μπάλα βυθίζονταν στο νερό για να προκληθεί βροχόπτωση με τον ίδιο σκοπό. Ο αγώνας για την κατοχή της μπάλας ερμηνεύεται ως αγώνας για την κατοχή του Ήλιου που θα διασφαλίσει μια πλούσια σοδειά. Ως άμεσος πρόγονος του σημερινού αθλήματος παιζόταν μια φορά το χρόνο και φαίνεται να είχε καθιερωθεί από τον ο αιώνα καθώς η παλαιότερη γραπτή μνεία γίνεται το 7 από τον William Fitzstephen (Ken Bray, 6). Επρόκειτο για ένα τραχύ και βίαιο παιχνίδι, που παιζόταν αρχικά στις πόλεις και τα χωριά της Μεσαιωνικής Αγγλίας, ενώ από τον 4ο αιώνα γίνεται μέρος της καθημερινότητας των λαϊκών στρωμάτων καθώς οι εργάτες και οι υπηρέτες έπαιζαν κάθε Κυριακή. Μέχρι τον 7ο αιώνα παραμένει ένα σκληρό παιχνίδι και έτσι ξεκινά να διώκεται με διατάγματα τόσο από τους βασιλείς της εποχής (Εδουάρδος Β, Ερρίκος Ζ ) όσο και από τις τοπικές αρχές. Οι διώξεις σε όσους συμμετέχουν κορυφώνονται τους επόμενους αιώνες και έτσι τον 8ο και 9ο αιώνα το ποδόσφαιρο παρακμάζει. Τότε στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια των αρρένων της αριστοκρατίας και της ανερχόμενης και φιλόδοξης αστικής τάξης, το ποδόσφαιρο μεταφέρθηκε από νεαρούς σπουδαστές της εποχής στους χώρους των πανεπιστημίων ως παραδοσιακό παιχνίδι, που έβλεπαν να παίζεται στους τόπους καταγωγής τους από τους λαϊκούς (Ken Bray, 6). Διαφοροποιημένο από τις ιδέες και την εφευρετικότητα των μαθητών απόκτησε σαφείς στόχους και κανονισμούς βάσει των οποίων διεξάγονταν οι αγώνες και έτσι διαμορφώθηκε το σύγχρονο ποδόσφαιρο. 6

27 Σημειώνουμε ότι στην πρώιμη ιστοριογραφία του ποδοσφαίρου, εκτός από την παραπάνω αποδεκτή θέση υποστηρίζεται επίσης ότι η οργάνωση του παιχνιδιού είναι πολύ παλαιότερη και σίγουρα όχι τόσο απλή. Έτσι ο Harvey εμπλέκει την εργατική τάξη με το ποδόσφαιρο και υποστηρίζει πως η οργάνωσή του προκύπτει από την βιομηχανοποίηση και την ακόλουθη αύξηση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων. Επίσης αναδεικνύεται η επίδραση του γενικότερου αθλητικού πνεύματος στα σχολεία και πανεπιστήμια της μεσαίας τάξης, που και αυτή οδηγεί στη συστηματοποίηση του παιχνιδιού (Mangan J.A., 8:7 88). Η ανάγκη δημιουργίας κανονισμών για το άθλημα, που σήμερα ονομάζουμε ποδόσφαιρο γεννήθηκε στα μέσα του 9ου αιώνα, προκειμένου να οριοθετηθεί το παιχνίδι σε σχέση με άλλα παρόμοια, όπως το ράγκμπι, που παίζονταν στα δημόσια σχολεία της Αγγλίας. Οι πρώτοι κανόνες τέθηκαν στο κολέγιο του Κέιμπριτζ το 848, σε μία συνεδρίαση στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι από τα κολέγια Ίτον, Χάροου και Ράγκμπι. Εννέα χρόνια αργότερα, το πρώτο ποδοσφαιρικό σωματείο, η Σέφιλντ, προσέθεσε τους δικούς της και διαφοροποίησε κάποιους άλλους. Όλες αυτές οι προσπάθειες κορυφώθηκαν το 86. Στις 6 Οκτωβρίου, αντιπρόσωποι ομάδων κι ενός κολεγίου συγκεντρώθηκαν στην Ταβέρνα των Μασόνων στο Λονδίνο, όπου συμφώνησαν στην ίδρυση της Ένωσης Ποδοσφαίρου Αγγλίας και στη δημιουργία των κανονισμών που διέπουν το άθλημα έως σήμερα. Τότε γεννήθηκε και ο όρος «soccer», όπως ονομάζεται το ποδόσφαιρο στ' αγγλικά. Η λέξη προέρχεται από τη σύντμηση δύο λέξεων: Social Ceremony, που στα ελληνικά σημαίνει «κοινωνική τελετή». Σήμερα, υπεύθυνη για την τροποποίηση των κανονισμών είναι η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, η γνωστή μας FIFA, που ιδρύθηκε στις Μαΐου του 94 στο Παρίσι. Τιμήν ένεκεν, για την προσφορά της στο άθλημα, η Βρετανία είναι η μόνη χώρα που διατηρεί τέσσερις εθνικές ομάδες, αυτές της Αγγλίας, της Σκοτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας. O Geoffrey Green υποστηρίζει ότι το ποδόσφαιρο απλώθηκε από τους δρόμους της πόλης προς τα δημόσια σχολεία και στη συνέχεια στα πανεπιστήμια των Cambridge, Oxford. Τέλος μεταφέρθηκε από το Λονδίνο στην βόρεια Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία, Ουαλλία και στη διάρκεια αυτής της διάχυσης συνέβαλαν αποφασιστικά η ανάπτυξη των μέσων μεταφοράς στην βόρεια Ευρώπη. Στην μελέτη που παρουσιάζουμε επικεντρωνόμαστε στο έργο και στη δράση της UEFA, όπως αναπαριστάται στα logos και ανατρέχουμε συνοπτικά στο ιστορικό χρονικό της, καθώς και στο ιστορικοκοινωνικό συγκείμενο της Ευρώπης στις αντίστοιχες περιόδους. 7

28 Η οικονομική άνοδος που παρατηρείται από το και παράλληλα η κυριαρχία των ΗΠΑ ορίζονται στην ιστορία ως «Χρυσή Εποχή» για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες (Hobsbawm, : ). Παρόλα αυτά η γενική αφθονία δεν άγγιξε την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, γιατί στον τρίτο κόσμο παρατηρείται μαζική λιμοκτονία. Ωστόσο στη δεκαετία του 96 φαίνονται τα σημάδια κόπωσης και φθοράς στην εξασθένηση των ΗΠΑ. Η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της εποχής ανέδειξε περιθωριακές ομάδες και νέους ανθρώπους με αποτέλεσμα την αυτονομία της νεολαίας ως ένα ξεχωριστό κοινωνικό στρώμα. Η νεότητα δεν θεωρείται πλέον ένα προπαρασκευαστικό στάδιο για την ενηλικίωση αλλά το τελικό στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης. Πρόσθετη ιδιαιτερότητα αποτελεί η κουλτούρα της νεολαίας ως μια συγκεντρωμένη μάζα αγοραστικής δύναμης σε συνάρτηση με την τεχνολογική αλλαγή. Επίσης η νέα κουλτούρα της νεολαίας αστικοποιείται και παράλληλα διεθνοποιείται μέσα από κοινούς ενδυματολογικούς και μουσικούς κώδικες (Hobsbawm, ibid: 45-4). Η κουλτούρα της νεολαίας έγινε η μήτρα της πολιτιστικής επανάστασης, με τη ευρύτερη έννοια της επανάστασης ως αναφορά τους τρόπους συμπεριφοράς, στα έθιμα, στον ελεύθερο χρόνο. Δύο ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, ήταν μια λαϊκή επανάσταση με στροφή της μεσαίας τάξης προς το φτηνό και το λαϊκό με στόχο ένα αντινομιακό χαρακτήρα της νεολαίας που βρήκε διανοητική έκφραση στο Μάη του 968 (Hobsbawm, ibid: 4-46). Μπορούμε να καταλάβουμε την πολιτισμική επανάσταση στο τέλος του ου αιώνα από την άποψη του θριάμβου του ατόμου επί της κοινωνίας. Στην συνέχεια μετά το 97 ο κόσμος χάνει τα υποστηρίγματα του και οι όροι οικονομική κάμψη και ύφεση κυριαρχούν. Ο πολιτισμός που είχε προβάλει την λέξη μαζικός και διαφήμιση σταδιακά άρχισε να αυτοαναιρείται. Ο σύντομος ος αιώνας τερματίστηκε μέσα σε μια δίνη προβλημάτων με αβέβαιους τους πολίτες. Ο ος αιώνας ως εποχή παγκόσμιων πολέμων, θερμών ή ψυχρών, τελείωνε σε συνθήκες παγκόσμιας αταξίας χωρίς να φαίνεται ο μηχανισμός ελέγχου (Hobsbawm, ibid: 86-87). Η UEFA (Union des Associations Européennes de Football, Union of European Football Associations) ιδρύθηκε στη Βασιλεία (Ελβετία) στις 5 Ιουνίου 954. Αποτελεί την διοικητική και ελεγκτική αρχή του Ευρωπαϊκού 8

29 ποδοσφαίρου και μία από τις έξι ηπειρωτικές συνομοσπονδίες ποδοσφαίρου, που αναγνωρίζονται επίσημα από την FIFA (International Federation of Association Football). Κατευθυντήρια αρχή από την ίδρυση της είναι η προώθηση και η ανάπτυξη της ενότητας και της αλληλεγγύης μεταξύ της Ευρωπαϊκής κοινότητας ποδοσφαίρου καθώς και η προστασία και ανάπτυξη του αθλήματος σε όλα τα επίπεδα. Μέλη της UEFA είναι 5 εθνικές ευρωπαϊκές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες, ενώ η έδρα της βρίσκεται στη Νιόν της Ελβετίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 95 μέχρι την τελική φάση του παγκοσμίου κυπέλου το 954 είχε ωριμάσει η ιδέα της δημιουργίας ηπειρωτικών οργανισμών για την καλύτερη οργάνωση και διοίκηση του ποδοσφαίρου. Η σταθερή ανάπτυξη του αθλήματος και η αρτιότερη εποπτεία του απαιτούσε περισσότερο από ένα μόνο κεντρικό όργανο σε όλο τον κόσμο. Ο Δρ. Ottorino Barassi, πρόεδρος της ιταλικής ομοσπονδίας και οι ομόλογοί του στην γαλλική και στη βελγική, Henri Delaunay και Jose Crahay είχαν ένα πρώτο γύρο συνομιλιών στη Ζυρίχη Μάιο του 95, ενώ άτυπες συζητήσεις πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι (95) και του Ελσίνκι (95). Ωστόσο, μετά το έκτακτο συνέδριο της FIFA το 95, όπου εγκρίνεται και αποκτά νομική βάση η δημιουργία ηπειρωτικών συνομοσπονδιών, οι προσπάθειες για δημιουργία ευρωπαϊκού οργάνου αποκτούν πραγματική προοπτική. Το πρώτο καταστατικό του οργανισμού εγκρίνεται κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση στη Βιέννη στις Μαρτίου 955, ενώ ο Ebbe Schwartz γίνεται ο πρώτος πρόεδρος στις Ιουνίου 954 και ο Henri Delaunay ο πρώτος γενικός γραμματέας της UEFA. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της UEFA, το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο αναπτύχθηκε ιδιαίτερα την περίοδο 95-6 γιατί οι ποικίλες πλευρές του παιχνιδιού και των νέων οργανώσεων θεσμικά κυρίως καθιερώθηκαν μέσα από τις θέσεις του προέδρου και του γενικού γραμματέα. Οι κυρίαρχες επιτροπές καθώς και οι εκπρόσωποι τους προερχόταν από την Σουηδία και την Γαλλία. Την ίδια περίοδο παρατηρείται μεγάλη αύξηση των διεθνών διοργανώσεων, όπως το Winners' Cup, το οποίο αφορούσε στους νικητές των τοπικών κυπελλούχων. Στη συνέχεια καθιερώθηκε επίσης το European/South American Cup (διηπειρωτικό κύπελλο) ανάμεσα στους νικητές των ευρωπαϊκών και νοτιοαμερικανικών κυπέλλων πρωταθλητριών. 9

30 Τα καθήκοντα της UEFA διευρύνθηκαν με δυο νέες εξειδικευμένες επιτροπές, την τεχνική επιτροπή το 96και την επιτροπή διαιτησίας το 968. Για την εξέλιξη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου συστάθηκαν κύκλοι σεμιναρίων και συνεδρίων για διαιτητές, προπονητές καθώς επίσης και για τους γραμματείς και προέδρους των εθνικών ομοσπονδιών. Το 968 το ευρωπαϊκό κύπελλο εθνών μετονομάστηκε σε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη των νέων ποδοσφαιριστών με την δημιουργία ανάλογου πρωταθλήματος για ηλικίες κάτων των. Την περίοδο αυτή τα ΜΜΕ επηρέασαν ιδιαίτερα στην μετάδοση και διάδοση των ποδοσφαιρικών αγώνων. Μέχρι το 97 το ποδόσφαιρο είχε κατακτήσει μαζική και λαϊκή αναγνώριση με αποτέλεσμα την επίσημη αναγνώριση της UEFA, η οποία από την περίοδο αυτή και μετά άρχισε να ελέγχει το παλαιότερο Inter-Cities Fairs Cup. Στο διοικητικό τομέα πολλές αποφάσεις και αλλαγές οργάνωσαν θεσμικά την λειτουργία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου μέχρι και το 976. Η μεγάλη ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου εντοπίζεται στην αλλαγή της δεκαετίας από το 98 προς 99, γιατί παράλληλα η οικονομική ζωή στην Ευρώπη ακμάζει σε άμεση συνάρτηση με το εμπόριο, την δύναμη της διαφήμισης και των ΜΜΕ, την παγκοσμιοποίηση. Η κοινωνικοπολιτικές αυτές παράμετροι άλλαξαν τόσο το χαρακτήρα της Ευρώπης όσο και το χαρακτήρα του ευρωπαϊκού παιχνιδιού, γιατί νέα κράτη-έθνη και διαφορετικά στυλ παιχνιδιού ενσωματώνονται στην ευρωπαϊκή ένωση. Την περίοδο αυτή μέχρι και το 4 πρόεδροι και γραμματείς εκλέγονται από την Γερμανία και την Σουηδία. Σημαντικές αλλαγές έγιναν επίσης σε ό,τι αφορά τις δύο συλλογικές διοργανώσεις που ελέγχει η UEFA: το κύπελλο πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης μετονομάζεται σε Champions League από το 99, ενώ το κύπελλο κυπελλούχων σε Europa League. Ταυτόχρονα αλλάζει και ο τρόπος διεξαγωγής των συγκεκριμένων διοργανώσεων με την δημιουργία «φάσης ομίλων», ενώ γίνεται φανερή η επαγγελματική και αθλητική ηγεμονία της ευρωπαϊκής ποδοσφαιρικής ένωσης. Όσον αφορά στην μεταβλητή του φύλου στο πεδίο της ιστορικής καταγραφής της UEFA εντοπίζουμε τη θεσμική καθιέρωση του γυναικείου ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου στο 98, ενώ ο πρώτος διαγωνισμός έγινε το

31 989 σε επίπεδο ευρωπαϊκού πρωταθλήματος και σε επίπεδο συλλόγων μόλις το /. Οι νέες χώρες που εντάχτηκαν στην ΕΕ από την ανατολική Ευρώπη από τις αρχές του 99, άλλαξαν όπως ήδη σημειώσαμε τον αθλητικό χάρτη και επιπρόσθετα η εμπορευματοποίηση του αθλήματος ανέδειξαν και τον οικονομικό ρόλο της UEFA. Όπως υποστηρίζεται στα αρχεία της UEFA, προσπάθειες καταβάλλονται διαρκώς ενάντια στη βία και στην «κακή διαφήμιση» του ποδοσφαίρου στο όνομα του ασφαλούς παιχνιδιού για όλη την οικογένεια. Η περίπτωση Bosman ασκεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην κοινωνιολογική ανάλυση του ιστορικού που επιχειρούμε, γιατί η δικαστική απόφαση που αφορούσε στην ελεύθερη «διακίνηση» παικτών ανάμεσα σε ευρωπαϊκές ομάδες άλλαξε θεσμικά και ουσιαστικά τόσο το χάρτη του ποδοσφαίρου, αλλά κυρίως την ιδιότητα και το ρόλο του εθνικού «ήρωα- δεξιοτέχνη» ποδοσφαιριστή, ο οποίος γίνεται ανταλλάξιμο προϊόν στο πεδίο της επαγγελματικής αλλοτρίωσης. Έτσι πολλοί ξένοι παίκτες μετακινούνται στις ευρωπαϊκές ομάδες στο όνομα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Αποτέλεσμα αυτών των εμπορικών ανταλλαγών ήταν η «συνεργασία και αμοιβαία συνενοχή» μεταξύ πολιτικών και αθλητικών ηγεμονιών με στόχο ένα διεθνές και αμοιβαία αποδεκτό σύστημα μεταγραφών. Στα αρχεία (http:// uefa/ aboutuefa/ organisation/ history/ index.html) της UEFA για το ιστορικό χρονολόγιο της ίδρυσης και της δράσης της δίνεται έμφαση στις αλλαγές που έγιναν από το 99 σε συνάρτηση με τις πολιτικοκοινωνικές αλλαγές στις δομές των κρατών και της ΕΕ. Έτσι διαπιστώνεται η μεταστροφή της UEFA από έναν διοικητικό οργανισμό σε μια μοντέρνα επιχείρηση, που απασχολεί εργαζομένους και διαχειρίζεται σημαντικά ποσά. Η μεταφορά της έδρας της από την Nyon (Ελβετία) το 995 στην Γενεύη και οι πλούσιες εγκαταστάσεις σημασιοδοτεί επίσης την «επιτυχημένη» εμπορευματοποίηση της οργάνωσης του ποδοσφαίρου. Στην περίοδο - η συζήτηση ανάμεσα στην UEFA και στους ιδιοκτήτες των ομάδων για το τυπικό της διοργάνωσης οδήγησε στις αλλαγές του format για το διαδικαστικό των αγώνων: στην νέα αυτή τυπολογία έχουμε στηρίξει την έρευνά μας στα logos των ομάδων της UEFA.

32 Για την κατανόηση των συμβόλων, που επιλέγονται στα logos των ευρωπαϊκών ομάδων κρίνεται αναγκαίο να ανατρέξουμε στο μεσαιωνικό παρελθόν της Ευρώπης και των Βαλκανίων, γιατί τα στερεότυπα που υιοθετούνται αναφέρονται σε συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές ορίζουσες του 4ου-8ου αιώνα. Από το 5-Α` Παγκόσμιο Πόλεμο η Ευρώπη γίνεται το πολιτικό κοινωνικό και καλλιτεχνικό κέντρο του κόσμου. Το βασικότερο χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ιστορίας είναι ο πόλεμος. Τον ο αιώνα στην Ευρώπη υπήρχε φεουδαρχία και τους πολέμους τους υποκινούσαν ιππότες (πόλεμος ιπποτών). Η ευρωπαϊκή αριστοκρατία είχε την Οικονομική εξουσία (τον 6ο αιώνα), Πολιτική εξουσία (μέχρι τον 8ο αιώνα), Κοινωνική εξουσία (μέχρι σήμερα). Το κάστρο είναι συνδεδεμένο με το φέουδο την εποχή της φεουδαρχίας. Τον 4ο -5ο αιώνα έχουμε τον πόλεμο τον μισθοφόρων. Ο πόλεμος των μισθοφόρων ήταν συνδεδεμένος με την άνοδο του κράτους και την επιβολή της εξουσίας κάποιου ηγεμόνα σε μία ευρύτερη περιοχή, όχι όμως σε όλη την Ευρώπη. Τον 7ο αιώνα έχουμε τον πόλεμο των εμπόρων. Ο πόλεμος τότε αποκτούσε πλούτο. Η Ευρώπη βιώνει την εποχή των ανακαλύψεων και των νέων χωρών. Τον 8ο αιώνα έχουμε τον πόλεμο των επαγγελματιών,διότι οι στρατοί πλέον είναι επαγγελματικοί. Τον 9ο αιώνα έχουμε τον πόλεμο των λαών- με εθνικό στρατό. Οι Γάλλοι γα πρώτη φορά πήγαν στρατό επειδή ήταν υποχρέωση του πολίτη. Τον ο αιώνα έχουμε τον πόλεμο των ιδεολογιών. Τον ο αιώνα έχουμε τον πόλεμο της τρομοκρατίας. Τον 6ο αιώνα η πορεία της Ευρώπης ήταν ανοδική, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό που δεν είχε αποφασιστεί και δεν ήταν δεδομένο ήταν το αν θα υπάρξει μία ευρωπαϊκή δύναμη που θα κυριαρχήσει και θα ελέγχει την υπόλοιπη Ευρώπη. Η πρώτη προσπάθεια γίνεται από τους Αψβούργους κατά την περίοδο , όπου και προσπαθούν να ελέγξουν την Ευρώπη.

33 59-659: Η περίοδος αυτή επιτρέπει τον πολιτικό πλουραλισμό στη Ευρωπαϊκή ήπειρο. Όλα αυτά τα χρόνια η Ευρώπη:.Ταλανίζεται από πολέμους. Οι πόλεμοι αυτής της εποχής δεν ήταν τοπικοί, έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ολόκληρες πολεμικές διαδικασίες..οι πόλεμοι στην Ευρώπη έχουν θρησκευτική διάσταση. Πχ το 57 υπήρχε η μεταρρύθμιση του Λούθηρου. Οι πόλεμοι με θρησκευτική διάσταση δυσκολεύουν τις προσπάθειες για επίτευξη συμβιβασμού ή ειρήνης. Σε αυτή την εποχή ήταν εφικτό να μετέχουν άτομα σε διακρατικές συγκρούσεις και για θέματα θρησκευτικού δόγματος. Η δυναστεία των Αψβούργων έβλεπε τον ρόλο της ως θεματοφύλακα και προασπιστή του Ρωμαιοκαθολικισμού στην Ευρώπη..Βασικό χαρακτηριστικό ήταν ο μεγάλος χρόνος διάρκειας των πολέμων. Πχ ο τριαντακονταετής πόλεμος. Το πολιτικό σύστημα της Ευρώπης αυτή την περίοδο είναι περίπλοκο. Δεν υπάρχει κάποια ηγεμονική δύναμη. Εισάγεται η έννοια της «Real politic» Ο πόλεμος και οι διπλωματικές κινήσεις γίνονται για λόγους κρατικού συμφέροντος και όχι για υπερεθνικούς, διακρατικούς ή θρησκευτικούς λόγους. Αυτή την εποχή στην Ευρώπη έχουμε μία χρηματοοικονομική επανάσταση π.χ. ανάπτυξη τραπεζών, μακροπρόθεσμα δάνεια, πώληση ομολόγων κτλ. Η περίοδος αυτή έχει να κάνει με την άνοδο της Γαλλίας. Ο βασικός στόχος της πολιτικής της Γαλλίας ήταν η ηγεμονία στην Ευρώπη. Η Γαλλία αυτή την εποχή είναι η γεωγραφικά μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη και η πιο πλούσια χώρα στην Ευρώπη. Όμως δεν είναι αρκετά μεγάλη για να είναι η μοναδική υπερδύναμη. Το 66 έρχεται στον θρόνο της Γαλλίας ο Λουδοβίκος ο ΧΙV προσπαθώντας να επιβάλει την προσωπική του ηγεμονία στην Ευρώπη. Τι είναι επανάσταση; Το άτομο στο παλαιό καθεστώς στην Γαλλία πριν από την επανάσταση ήταν υπήκοος και όχι πολίτης. Τα άτομα άνηκαν σε ομάδες. Ο αρχηγός της κοινωνίας ήταν ο μονάρχης ο οποίος ήταν ο «πατέρας» των υπηκόων του και το αξίωμα του το κληρονομούσε διότι ήταν ο αντιπρόσωπος του Θεού. Ακόμα ο μονάρχης είχε κάποιες ιδιότητες ιερέα. Με άλλα λόγια η βασική αρχή της κοινωνίας ήταν η συνέχεια και όχι η αλλαγή ούτε οι νεωτερισμοί.

34 Η έννοια της αριστοκρατίας στο Βυζάντιο είναι εξαιρετικά ασαφής, έχοντας χρησιμοποιηθεί από τους σύγχρονους ιστορικούς προκειμένου να προσδιορίσει την κοινωνική ομάδα που βρισκόταν αμέσως κάτω από τον αυτοκράτορα η αμφισημία του όρου όμως έχει συχνά οδηγήσει στην απεικόνιση της συγκεκριμένης ομάδας με πολλούς διαφορετικούς τρόπους..αριστοκρατία σημαίνει η κυριαρχία των αρίστων, αλλά πώς αυτοί προσδιορίζονται στο Βυζάντιο; Συχνά καταλήγουμε στο κάπως κυκλικό επιχείρημα ότι αυτοί που έχουν την εξουσία είναι οι άριστοι, οι καταλληλότεροι να την ασκήσουν. Έτσι όμως η έννοια «αριστοκρατία» στο Βυζάντιο συχνά αλληλεπικαλύπτεται με την έννοια «άρχουσα τάξη»..το πρόβλημα είναι ότι στο Βυζάντιο η ευγενική καταγωγή, που επιτρέπει την κληροδότηση από γενιά σε γενιά της κοινωνικής θέσης, ενώ έχαιρε πάντοτε μεγάλης εκτίμησης, δεν στάθηκε εμπόδιο στη συνεχή ανανέωση της βυζαντινής αριστοκρατίας. Η δυνατότητα κοινωνικής μεταβολής από κάτω προς τα επάνω, και αντίστροφα, ήταν αναμφισβήτητη πραγματικότητα..σε μεγάλο βαθμό αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν ανοιχτή σε ανθρώπους με ικανότητες, οι οποίοι υπηρετώντας πιστά τον αυτοκράτορα λάμβαναν ως αντάλλαγμα αποδοχές και μια θέση στην ιεραρχία της αυλής. Έτσι, εκτός από την ευγενική καταγωγή, στο Βυζάντιο η μόρφωση και οι ικανότητες ήταν εφόδια που μπορούσαν να ανοίξουν το δρόμο προς την άρχουσα τάξη. Συνεπώς, όπως έχει παρατηρήσει ο Hans-Georg Beck, είναι δόκιμο να ονομάζουμε την τάξη αυτή αριστοκρατία στο βαθμό που έχουμε επίγνωση της πολυσημίας αυτής της έννοιας και δε διαθέτουμε κάποια καλύτερη. 4.Η αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης ήταν φυσικό να αποτελέσει το ανώτατο στρώμα όχι μόνο της πρωτεύουσας, αλλά και της βυζαντινής αριστοκρατίας γενικότερα. Σε ένα κράτος που η ισχύς ενός αξιωματούχου εξαρτιόταν από την όσο το δυνατό στενότερη σχέση με το αυτοκρατορικό περιβάλλον η παραμονή στην πρωτεύουσα πρόσφερε σαφή πλεονεκτήματα. Ως αποτέλεσμα, η βυζαντινή αριστοκρατία συνδέθηκε στενά (ή και ταυτίστηκε) με την αυτοκρατορική αυλή. Κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο η τάξη των συγκλητικών καταλάμβανε την πρώτη θέση στη βυζαντινή κοινωνική ιεραρχία, όπως 4

35 συνέβαινε και στη ρωμαϊκή κοινωνία. Η σύγκλητος της Κωνσταντινούπολης ιδρύθηκε από το Μεγάλο Κωνσταντίνο (4-7) και επανδρώθηκε κυρίως από μέλη της ρωμαϊκής συγκλήτου που ακολούθησαν τον αυτοκράτορα στη νέα πρωτεύουσα, ενώ σε αυτά προστέθηκαν οι αυτοκρατορικοί υπάλληλοι των τριών ανώτερων τάξεων [οι illustres (=ένδοξοι), οι spectabiles (=περίβλεπτοι) και οι clarissimi (=λαμπρότατοι)]. Η νέα σύγκλητος αρχικά θεωρούνταν κατώτερη από τη ρωμαϊκή. Επί Κωνσταντίου Β (7-6) όμως η σύγκλητος της Νέας Ρώμης εξισώθηκε με τη ρωμαϊκή, τα μέλη της αυξήθηκαν (στα τέλη του 4ου αιώνα αριθμούσε. μέλη) και εδραιώθηκε μία συγκλητική τάξη της Ανατολής με νομικό καθεστώς που την καθιέρωνε. Οι συγκλητικοί ήταν ως επί το πλείστον μεγαλογαιοκτήμονες, αφού η κατοχή έγγειας περιουσίας ήταν απαραίτητο κριτήριο για την είσοδο στη σύγκλητο. Από τον 7ο αιώνα οι αραβικές κατακτήσεις, σε συνδυασμό με τις βαρβαρικές επιδρομές στα Βαλκάνια, φαίνεται ότι εξαφάνισαν τις ηγετικές οικογένειες της προηγούμενης περιόδου. Επιπλέον, οι αυτοκράτορες Φωκάς (6-6) και ο Ιουστινιανός Β ιδιαίτερα ( , 75-7) καταδίωξαν τα μέλη της ανώτερης τάξης της εποχής τους, δημεύοντας τις περιουσίες τους ή προχωρώντας ακόμα και στην εξόντωσή τους. Η συγκλητική αριστοκρατία παρήκμασε εξαιτίας των συντριπτικών πληγμάτων που δέχθηκε,4 παρότι ο θεσμός της συγκλήτου δεν εξαλείφθηκε. Κατά τον ο αιώνα η ανώτερη αριστοκρατία διαιρέθηκε σε δύο βασικές ομάδες, με κριτήριο τα καθήκοντα, στρατιωτικά ή πολιτικά, της καθεμιάς. Η πρώτη ομάδα, η στρατιωτική αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, σχηματιζόταν από οικογένειες που κατείχαν τις μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες και τις σημαντικότερες στρατιωτικές θέσεις, ενώ εκπλήρωναν και τις διοικητικές λειτουργίες στην κρατική μηχανή. Οι οικογένειες αυτές κατάγονταν κυρίως από τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Παρά τις ομοιότητες με τους βαρόνους της δυτικής Ευρώπης, η ομάδα αυτή δε διέθετε την αυτονομία τους: τα μέλη της ήταν αυτοκρατορικοί λειτουργοί που μπορούσαν να υποστούν από απόλυση και κατάσχεση της περιουσίας τους μέχρι εξορία. Ως εκ τούτου, η βυζαντινή αριστοκρατία συνδέθηκε στενά με την Κωνσταντινούπολη και την αυτοκρατορική αυλή και μόνο ίσως στα τέλη του ου αιώνα σχηματίστηκε 5

36 σημαντικό στρώμα επαρχιακής αριστοκρατίας που, ενώ δεν ήταν άμεσα στην αυτοκρατορική υπηρεσία, λάμβανε τους ανώτατους αυτοκρατορικούς τίτλους. Τη δεύτερη ομάδα, την υπαλληλική αριστοκρατία, την αποτελούσαν οι αριστοκρατικές οικογένειες που βρίσκονταν στην αυτοκρατορική υπηρεσία και κατείχαν τα αξιώματά τους από γενιά σε γενιά. Οι αξιωματούχοι αυτοί ήταν συνήθως επικεφαλής των γραμματειών, δικαστές και φοροεισπράκτορες, ασκούσαν δηλαδή τις αστικές λειτουργίες (δικαστικές και φορολογικές) της κρατικής μηχανής. Οι οικογένειες που σχημάτιζαν την υπαλληλική αριστοκρατία κατάγονταν κυρίως από την Κωνσταντινούπολη, την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τις παραθαλάσσιες πόλεις της Μικράς Ασίας. Στους κόλπους της υπαλληλικής αριστοκρατίας περιλαμβάνονταν άτομα ιδιαίτερης μόρφωσης, ρήτορες, νομικοί και θεολόγοι, που επάνδρωναν τον ανώτερο κλήρο, τους επισκόπους των επαρχιών και τους διακόνους της Αγίας Σοφίας που περιέβαλλαν τον πατριάρχη. Τον ο και 4ο αιώνα τα κύρια χαρακτηριστικά του κομνήνειου συστήματος επιβίωσαν. Ο συνασπισμός των οικογενειών που είχαν δημιουργήσει τη φατρία των Κομνηνών διατήρησε το ρόλο του ως της κατεξοχήν αριστοκρατίας, ανεξάρτητα από το αν βρισκόταν άλλη δυναστεία στο θρόνο. Τα υψηλότερα κλιμάκια της παλαιολόγειας αριστοκρατίας καταλάμβανε μια μικρή ομάδα οικογενειών, που ήταν πολύ πλούσιες και ενεργές στη διακυβέρνηση και συνδέονταν μεταξύ τους με επιγαμίες κυβερνούσαν ουσιαστικά τις επαρχίες, ιδίως όπου είχαν οικονομική δύναμη, δημιουργώντας έτσι κέντρα εξουσίας εκτός της πρωτεύουσας. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι τον 4ο και ιδιαίτερα τον 5ο αιώνα η αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης επιδόθηκε στο εμπόριο, λόγω της απώλειας των γαιών της από την τουρκική επέκταση. Επέδειξε έτσι λίγο πριν από την Άλωση διαφορετική οικονομική συμπεριφορά σε σύγκριση με προηγούμενους αιώνες και αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα. Τον 4ο αιώνα μια αναδυόμενη ευρωπαϊκή δύναμη είναι το βασίλειο της Αγγλίας, που έχει ήδη εγκαινιάσει την επεκτατική πολιτική του στις περιοχές που σήμερα συγκροτούν τη Μεγάλη Βρετανία (Σκωτία, Ουαλία, Ιρλανδία). Αλλά τώρα οι αγγλικές βλέψεις στρέφονται και στην ηπειρωτική Ευρώπη, συγκεκριμένα στη Γαλλία. Η Γαλλία έχει να αντιμετωπίσει ένα περίπλοκο πρόβλημα διαδοχής στον βασιλικό θρόνο και αυτό δεν θα 6

37 δημιουργήσει μόνο εσωτερική αναταραχή. Θα αποτελέσει και την αφορμή για έναν από τους πιο σφοδρούς πολέμους της γαλλικής ιστορίας. Από την τρίτη δεκαετία του αιώνα και υπό τη δυναστεία των Βαλουά, οι Γάλλοι απλώς θα αγωνίζονται να διαφυλάξουν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας τους από τους Άγγλους εισβολείς. Η Ιβηρική Χερσόνησος είναι ένα μωσαϊκό εθνοτήτων (Μαυριτανοί, Καστιλιάνοι, Καταλανοί, Εβραίοι, Βάσκοι, Λουζιτανογαλικιανοί), χωρίς συνοχή ούτε στην οικονομία ούτε στη διοίκηση. Το βασίλειο της Αραγωνίας προσπαθεί να γίνει η κυρίαρχη δύναμη της Μεσογείου. Η Καστίλη ασχολείται περισσότερο με την εκδίωξη των Μαυριτανών. Και η Πορτογαλία κάνει τα πρώτα της μεγάλα βήματα στο θαλάσσιο εμπόριο, που θα την αναδείξει σε μια ισχυρή ευρωπαϊκή χώρα τον προσεχή αιώνα. Η Ιταλία είναι μάλλον ένας απλός γεωγραφικός όρος. Οι Γερμανοί αυτοκράτορες έχουν παραιτηθεί από κάθε βλέψη στη χερσόνησο, αλλά η ενοποίηση των ιταλικών κρατών είναι ακόμη πολύ μακριά. Το βασίλειο της Νεάπολης, από εμπορικό κέντρο, μεταλλάσσεται σε φεουδαρχικό κράτος. Τη θέση του στο εμπόριο καταλαμβάνει η Φλωρεντία. Στον ιταλικό Βορρά ξεχωρίζουν το δουκάτο του Μιλάνου υπό την αυταρχική εξουσία των Βισκόντι και η δημοκρατία της Βενετίας, που ακμάζει λόγω της πολιτικής σταθερότητας, του ισχυρού ναυτικού της και των αποικιών της. Τα παπικά, τέλος, κράτη στο κέντρο της Ιταλικής Χερσονήσου περνούν κρίση λόγω της απουσίας του Πάπα και αυτονομούνται. Στην Κεντρική Ευρώπη, η άλλοτε πανίσχυρη Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περιορίζεται πια στο γερμανικό βασίλειο. Ο αυτοκράτορας έχει αποδυναμωθεί, ενώ οι άρχοντες διεκδικούν περισσότερη ανεξαρτησία. Αντίβαρο στην αυξανόμενη δύναμή τους είναι οι συνασπισμοί των πόλεων. Η Πολωνία, η Βοημία και η Ουγγαρία διέρχονται περίοδο σταθερότητας και υλικο-πνευματικής προόδου. Τα σκανδιναβικά, τέλος, βασίλεια (Νορβηγία, Σουηδία, Δανία), ενώνονται σε ένα κράτος με την αστική οικονομία υπό γερμανική επιρροή και την ύπαιθρο υπό τον έλεγχο της τοπικής αριστοκρατίας. Ο Εκατονταετής Πόλεμος Ανάμεσα στις περισσότερες από αυτές τις χώρες σημειώθηκαν συγκρούσεις μικρής ή μεγαλύτερης κλίμακας σε όλη τη διάρκεια του 4ου 7

38 αιώνα. Η πιο σφοδρή και μακροχρόνια υπήρξε ο Εκατονταετής Πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και στην Αγγλία, ο οποίος, διήρκεσε με διαλείμματα, από το 7 ως το 45. Η χηρεία του γαλλικού θρόνου έδωσε στους Άγγλους το άλλοθι για τον πόλεμο αυτόν. Η δυναστεία των Καπετιδών στη Γαλλία είχε τερματιστεί από την έλλειψη αρρένων διαδόχων, γεγονός που έδωσε στον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Γ' το έρεισμα να διεκδικήσει το στέμμα ως απόγονος του γαλλικού κλάδου της οικογένειας. Στο μεταξύ οι Γάλλοι αναπλήρωσαν το κενό ανεβάζοντας στον θρόνο συγγενή των προηγούμενων βασιλέων, τον Φίλιππο των Βαλουά. Η Αγγλία δεν σκόπευε φυσικά να παραιτηθεί εύκολα από τις βλέψεις της στη Γαλλία. Δεν ήταν μόνο η συγγένεια αίματος με τον γαλλικό βασιλικό οίκο. Οι προσδοκώμενες κτήσεις στη γαλλική γη θα έδιναν τεράστια ώθηση στο αγγλικό εμπόριο. Θα παρείχαν άφθονες πρώτες ύλες και νέες αγορές. Επιπλέον, το βασιλικό ταμείο θα γέμιζε από τα έσοδα των φόρων και οι ευγενείς θα πλούτιζαν ακόμη περισσότερο από τα λύτρα και τις λεηλασίες. Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, οι Άγγλοι φαίνονταν να πετυχαίνουν τους σκοπούς τους. Οι Γάλλοι υπέστησαν βαριές ήττες στο Σλόις, στο Κρεσύ και στο Πουατιέ. Αλλά από το 68 ανέκαμψαν και μέσα σε μια δεκαετία ανακατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των περιοχών που απωλέσθηκαν. Οι εχθροπραξίες διακόπηκαν το 8, για να συνεχισθούν και να τερματιστούν τον επόμενο αιώνα με νίκη της Γαλλίας. (Ο Εκατονταετής Πόλεμος ανέδειξε και μία από τις πιο θρυλικές μορφές της γαλλικής ιστορίας, την Ιωάννα της Λωραίνης ή Ζαν ντ' Αρκ). Το Μεγάλο Σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας Δεν ήταν μόνο τα κράτη που ταλανίστηκαν από συγκρούσεις. Και η Εκκλησία γνώρισε τον 4ο αιώνα μία μεγάλη κρίση, γνωστή ως Βαβυλώνια αιχμαλωσία και Μεγάλο Σχίσμα. Η αρχή έγινε από τον πάπα Βονιφάτιο Η' και τον Γάλλο μονάρχη Φίλιππο Δ'. Οι αξιώσεις του πάπα για πολιτική εξουσία ανώτερη και από αυτή των βασιλέων και η απαίτηση του Φιλίππου να καταβάλλει ο κλήρος φόρους για τις δημόσιες δαπάνες έφεραν τους δύο άνδρες σε μετωπική σύγκρουση. Οι αμοιβαίες προκλήσεις κορυφώθηκαν το, όταν ο γαλλικός στρατός εισήλθε στο Ανάνι, γενέτειρα του πάπα και τον αιχμαλώτισε. Ο λαός τον απελευθέρωσε, αλλά λίγες μέρες μετά ο Βονιφάτιος πέθανε στη Ρώμη. Το 9, ο πάπας Κλήμης Ε', τυφλό όργανο του Φιλίππου, 8

39 μετέφερε την παπική έδρα στη γαλλική πόλη Αβινιόν, για να ικανοποιήσει τον Γάλλο μονάρχη. Η μεταφορά υποτίθεται πως ήταν προσωρινή, τελικά όμως κράτησε σχεδόν 7 χρόνια. Η παραμονή της παπικής εξουσίας στην Αβινιόν παραλληλίστηκε με την επίσης εβδομηκονταετή εξορία των Ιουδαίων στη Βαβυλώνα τον 6ο αιώνα π.χ., γι' αυτό και ονομάστηκε Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Η μακρά παραμονή στην Αβινιόν εξηγείται από το γεγονός ότι οι πάπες εκείνης της περιόδου ήταν Γάλλοι, αλλά οφείλεται και στην πλεονεκτική γεωγραφική θέση της πόλης: στο κέντρο της Δυτικής χριστιανοσύνης, σε κομβικό σημείο των χερσαίων μεταφορών, σε περιοχή οικονομικά ανθηρή και πολιτικά υποτονική. Επιπλέον, στα παπικά κράτη της Ιταλίας επικρατούσε πολιτική αστάθεια, η ειρήνη ήταν εύθραυστη και οι πάπες δεν σκόπευαν να βρεθούν εν μέσω εξεγέρσεων και αναταραχών. Δείγμα της προοπτικής να παραμείνει η παπική έδρα μόνιμα στην Αβινιόν ήταν η ανέγερση πολυτελών ανακτόρων, που θα αντιστάθμιζαν το ιστορικό και θρησκευτικό γόητρο της Ρώμης. Ωστόσο, ο χριστιανικός κόσμος πίεζε για την επιστροφή της παπικής έδρας στην παραδοσιακή περιοχή της, τη Ρώμη. Η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού έγινε από τον τελευταίο Γάλλο πάπα, Γρηγόριο ΙΑ'. Αλλά λίγους μήνες μετά την εγκατάστασή του στην Αιωνία Πόλη ο Γρηγόριος πέθανε (78). Ο θάνατός του προκάλεσε τη χειρότερη κρίση που γνώρισε ως τότε η Λατινική Εκκλησία. Η εκλογή του νέου πάπα θεωρήθηκε διαβλητή και ακυρώθηκε. Νέος πάπας εξελέγη από τη Σύνοδο των καρδιναλίων, αλλά καθώς ο πρώτος δεν του επέτρεψε την είσοδο στο Βατικανό, αυτός επέστρεψε στην παπική έδρα της Αβινιόν. Το Μεγάλο Σχίσμα ήταν πια γεγονός και η Ευρώπη, ανάλογα με τα πολιτικά συμφέροντα των ιθυνόντων, μοιράστηκε ανάμεσα στους δύο πάπες. Οι αντίπαλοι πάπες πέθαναν, νέοι τους διαδέχθηκαν, αλλά το πρόβλημα παρέμενε. Η εξουσία ήταν πολύ γλυκιά για να την εγκαταλείψουν και οι μεν και οι δε. Τελικά, το 49, καρδινάλιοι και των δύο παρατάξεων συμφώνησαν να εκλέξουν νέο πάπα, ελπίζοντας να τερματίσουν το σχίσμα. Αλλά δεν έκαναν τίποτα παραπάνω από το να προσθέσουν έναν ακόμη ποντίφικα στους ήδη υπάρχοντες. Το σχίσμα τερματίστηκε μετά χρόνια, 9

40 όταν οι τρεις διάδοχοι πάπες καθαιρέθηκαν από την ενισχυμένη Σύνοδο και εξελέγη νέος στη Ρώμη. Αιρέσεις και αμφισβητήσεις Παρά την επανόρθωση, οι μακροχρόνιες διαμάχες έπληξαν το γόητρο του παπισμού και, ακόμη χειρότερα, την εμπιστοσύνη του ποιμνίου στην πνευματικότητα και στην ηθική του. Οι αιρέσεις, που στην αρχή του αιώνα είχαν εξοβελιστεί, επέστρεψαν με νέα ονόματα και νέες θεωρίες. Μία μόνο από τις πολλές αιρέσεις ήταν αυτή του «Ελεύθερου Πνεύματος», ενός μυστικιστικού κινήματος που απέρριπτε τις ιεροτελεστίες και τους ιερούς κανόνες και πρόβαλλε πάνω από όλα την ένωση με τον Θεό. Θεολόγοι και στοχαστές αμφισβήτησαν και αυτοί τις θέσεις της επίσημης Εκκλησίας. Από αυτούς ο πιο διφορούμενος υπήρξε ο Άγγλος Τζων Ουίκλιφ, διδάκτωρ της Οξφόρδης και προσωπικός κληρικός του Άγγλου βασιλιά Εδουάρδου. Σε αδρές γραμμές, ο Ουίκλιφ καταδίκασε τον υλικό πλούτο της Εκκλησίας, αρνήθηκε το θαύμα της Θείας Ευχαριστίας τη μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Κυρίου και υποστήριξε ότι ο Θεός έχει προεπιλέξει ποιους θα σώσει, επομένως ο ρόλος της Εκκλησίας εξακολουθούσαν, δεν είναι επίσης, απαραίτητος. να επικρίνουν, Την ιεραρχημένη όπως και Εκκλησία παλαιότερα, οι Φραγκισκανοί μοναχοί. Στη θέση της πρότειναν την πνευματική Εκκλησία, όπου θα βασίλευε η αυταπάρνηση και η φιλανθρωπία. Κήρυτταν ακόμη πως η πενία είναι η υπέρτατη αρετή, αφού και ο ίδιος ο Χριστός έζησε φτωχικά και δεν επιθύμησε ποτέ πλούτη ή εξουσία. Από τους κυριότερους εκπροσώπους των Φραγκισκανών αυτής της περιόδου είναι ο Άγγλος Γουλιέλμος Όκαμ. Εξεγέρσεις Αλλά την πιο μαχητική επίθεση δέχτηκαν τα κράτη από τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην κατώτερη βαθμίδα της κοινωνίας, δηλαδή από τον λαό. Και αυτό γιατί ο 4ος αιώνας δεν υπήρξε τόσο δύσκολος για κανέναν άλλο όσο για τους φτωχούς, εξαθλιωμένους ανθρώπους του μόχθου. Αυτοί βίωσαν κυρίως την καταστροφή του πολέμου, την οικονομική ύφεση, την κοινωνική ανισότητα, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα. Οι αγρότες κυρίως, αλλά όχι μόνο, υπήρξαν οι πρωταγωνιστές των εξεγέρσεων του 4ου αι. Η πιο γνωστή από αυτές είναι η «Ζακερί», που σημειώθηκε στη βορειοανατολική Γαλλία τον Μάιο του 58. Πήρε το όνομά 4

41 της από την περιφρονητική ονομασία που απέδιδαν οι ευγενείς σε κάθε χωρικό (Ζακ ή Ζακ Μπονόμ, χαζο-ιάκωβος). Στόχος ήταν οι ευγενείς, οι οποίοι την ίδια στιγμή που πολλαπλασίαζαν τις καταχρήσεις και τις καταπιέσεις εις βάρος των χωρικών, αποδεικνύονταν ανίκανοι να προστατεύσουν τη χώρα από τους Άγγλους εισβολείς. Η πολεμική ανικανότητα των ευγενών αποδείχτηκε περίτρανα και όταν ένας ένας θανατώνονταν ή διώκονταν από τους εξεγερμένους αγρότες, που έφεραν υποτυπώδη οπλισμό. Την ίδια εποχή εμφανίζονται στη Γαλλία οι «Ληστές των δασών». Στο κίνημα αυτό συγκεντρώθηκαν φτωχοί, άστεγοι, περιθωριακοί, που ζούσαν ληστεύοντας ευγενείς και πλούσιους αστούς. Εξεγέρσεις εξακολούθησαν να σημειώνονται σποραδικά ως το τέλος του αιώνα και στις γαλλικές πόλεις που στρέφονταν κατά των αστικών ολιγαρχιών. Η Αγγλία γνώρισε και αυτή τη δική της Ζακερί, γνωστή ως εξέγερση των χωρικών. Ξεκίνησε το 8 από το Έσσεξ και το Κεντ, για να εξαπλωθεί ως το Λονδίνο. Τη δυσαρέσκεια των χωρικών για την εκμετάλλευση και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης είχαν εντείνει η επιβολή κεφαλικού φόρου, ο καθορισμός ανώτατων ορίων στις αμοιβές και η απειλητική τροπή του πολέμου με τη Γαλλία. Στις τάξεις των εξεγερμένων, ωστόσο, προσχώρησαν σύντομα και έμποροι, βιοτέχνες, εργάτες, ακόμη και κάποιοι μικροευγενείς. Αιτήματα της εξέγερσης ήταν φορολογικές ελαφρύνσεις, απελευθέρωση των δουλοπάροικων και οικονομική ισότητα. Από τους πρωταγωνιστές ήταν ο ιερέας Τζων Μπωλ, του οποίου το σύνθημα έχει μείνει γνωστό ως τις μέρες μας: «Όταν ο Αδάμ έσκαβε και η Εύα έκλωθε, πού βρισκόταν ο άρχοντας;». Η Καταλωνία επίσης κλονίστηκε από διαδοχικές στάσεις των δουλοπάροικων, που ευνοήθηκαν ακόμη και από τους βασιλείς τους σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η ισχύς των ισχυρών φεουδαρχών. Στην Ιταλική Χερσόνησο την πιο εκτεταμένη εξέγερση γνώρισε η Φλωρεντία. Πρόκειται για την επανάσταση των Τσόμπι (ciombi=λαναράδες) το 878. Δέκα χιλιάδες εργάτες της υφαντουργίας απαίτησαν μεγαλύτερες αμοιβές, ελαφρύτερη φορολογία και συμμετοχή στην εξουσία. Οι εξεγέρσεις αυτές υπήρξαν βίαιες και σαρωτικές, αλλά βραχύβιες. Η Ζακερί καταπνίγηκε στο αίμα είκοσι μέρες μετά την εκδήλωσή της. Η αγροτική εξέγερση της Αγγλίας είχε επίσης οικτρό τέλος. Ο βασιλιάς Ριχάρδος Β' 4

42 φάνηκε αρχικά διαλλακτικός απέναντι στους εξαγριωμένους επαναστάτες, αλλά με δόλο τους κατέσφαξε ένα μήνα μετά την έναρξη της επανάστασης. Στη Φλωρεντία σχηματίστηκε νέα, πιο δημοκρατική, κυβέρνηση που τελικά ανατράπηκε από τους παλαιούς άρχοντες. Κάποτε μάλιστα οι λαϊκές εξεγέρσεις είχαν και αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα: σύσφιξαν τις σχέσεις μοναρχίας-αριστοκρατίας, σκλήρυναν τη στάση των ιθυνόντων. Απέδωσαν, όμως, μακροπρόθεσμα και υπογείως: μετέτρεψαν τις λαϊκές τάξεις σε υπολογίσιμη δύναμη στα μάτια των αρχόντων και κράτησαν ζωντανά τα παράπονα και τις ελπίδες των απλών, καταπιεσμένων ανθρώπων. Θετικές εξελίξεις Παρ' όλες τις τραγωδίες που έπληξαν την Ευρώπη τον 4ο αιώνα, θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι επί χρόνια τίποτα καλό δεν συνέβη. Σημειώθηκαν, πρώτα απ' όλα, κάποια πνευματικά βήματα. Μετά το τα πανεπιστήμια πολλαπλασιάστηκαν αισθητά και βελτιώθηκαν οι υλικές συνθήκες για μαθητές και διδάσκοντες. Οι διδάκτορες απολάμβαναν τον σεβασμό ιεραρχών και βασιλέων. Σε κάποιους από αυτούς οφείλεται η στροφή στον ορθολογισμό, που απάλλαξε τη σκέψη από τη θρησκευτική αυθεντία (Ντανς Σκώτους, Γουλιέλμους Όκαμ, κ.ά.). Όσον αφορά τη λογοτεχνία, την εποχή αυτή ο Δάντης συγγράφει την αθάνατη «Θεία Κωμωδία» του, ενώ ζει και δημιουργεί ο ουμανιστής λόγιος Πετράρχης. Η τέχνη εξακολουθεί να εκφράζεται σε μικρά ή μεγάλα έργα γοτθικού ρυθμού. Και η μουσική, τέλος, ανανεώνεται χάρη στην Ars Nova, μουσική κίνηση με εμπνευστή τον Φιλίπ ντε Βιτρύ, η οποία εισάγει νέους ρυθμικούς τρόπους και εμπλουτίζει τη μουσική σημειολογία. Αλλά και στον υλικό πολιτισμό υπήρξε κάποια μικρή ανάπτυξη. Η κτηνοτροφία γνώρισε άνοδο, η βιοτεχνία οργανώθηκε πιο άρτια με την εξειδίκευση και τα επαγγελματικά σωματεία. Οι χερσαίες μεταφορές μειώθηκαν λόγω των πολέμων, αλλά το θαλάσσιο εμπόριο διευρύνθηκε χάρη στις βελτιώσεις των λιμανιών, τη διάδοση της πυξίδας και των ασφαλίσεων πλοίων και εμπορευμάτων. Εξαπλώθηκαν, επίσης, οι τραπεζικές συναλλαγές και οι μόνιμες εμπορικές εταιρείες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εμπορικής ανόδου είναι η Τευτονική Χάνσα (Χανσεατική Ένωση), συνασπισμός εμπορικών πόλεων της Γερμανίας, που έγινε αυτό τον αιώνα ο κύριος, αν όχι 4

43 ο μόνος, παράγοντας του θαλάσσιου εμπορίου στη Βόρεια Θάλασσα και στη Βαλτική. Σημειώθηκε, τέλος, και μια ανεπαίσθητη τεχνολογική πρόοδος στον πολεμικό εξοπλισμό, στη μεταλλουργία και στην υφαντουργία. Ο 4ος αιώνας υπήρξε σημαντικός και για την κρατική οργάνωση και τη διακυβέρνηση των ευρωπαϊκών χωρών. Είναι η εποχή όπου από τα παλαιότερα συμβούλια γεννήθηκαν οι πρώτες συνελεύσεις με θεσμικό και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα, τα λεγόμενα κοινοβούλια: Οι Γενικές Τάξεις στη Γαλλία, το Κοινοβούλιο στην Αγγλία, τα Κοόρτες στην Ισπανία, το Ράιχσταγκ στη Γερμανία. Τα κοινοβουλευτικά αυτά σώματα αποτελούσαν εκπρόσωποι πόλεων, ευγενείς, γαιοκτήμονες και, σπανιότερα, ανώτεροι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι. Οι αρμοδιότητες, η περιοδικότητα και το κύρος των κοινοβουλίων αυτών ποίκιλλαν από χώρα σε χώρα, αλλά, έστω θεωρητικά, υπήρχε πάντα η δυνατότητα ένστασης στις αποφάσεις του βασιλιά και περιορισμού της εξουσίας του. Παράλληλα με τα κράτη, διαμορφώνονται σε νέα βάση και τα έθνη. Ο κατακερματισμός των προηγούμενων μεγάλων αυτοκρατοριών, Ρωμαϊκή, Αγία Ρωμαϊκή, ο επακόλουθος περιορισμός των εθνικών ομάδων στον φυσικό τους χώρο, οι πόλεμοι, τέλος, οδήγησαν στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης, γεγονός που εγκαινίασε τις κατοπινές θρησκευτικές, πολιτιστικές κ.λπ. διαφοροποιήσεις στην Ευρώπη. Αυτές οι δύο τελευταίες εξελίξεις, σχηματισμός κοινοβουλίων, ενίσχυση εθνικής ταυτότητας, υπήρξαν και η πιο καθοριστική κληρονομιά που άφησε ο 4ος αιώνας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία (Μέριανος, 7; Beck, 99: 7; Καραγιαννόπουλος, 99: 48; Λαΐου, 98: 9; Κιουσοπούλου, 7: 57). 4

44 IV. Σύγχρονες έρευνες Το ποδόσφαιρο θεωρήθηκε ως πηγή κοινωνικής αταξίας ή όπιο του λαού, ένα μέσο χειραγώγησης των μαζών και εργαλείο στα χέρια οικονομικών, πολιτικών και θεσμικών παραγόντων (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem, ). Ως τέτοιο, για πολλά χρόνια, έμεινε ως αντικείμενο μελέτης στο περιθώριο των επιστημονικών μελετών. Οι πρώτες μελέτες τοποθετούνται στη δεκαετία του 96 και αφορούν στους Άγγλους χούλιγκαν, στις πρακτικές και τις στάσεις τους. Από τότε οι έρευνες, που αφορούν στο ποδόσφαιρο πληθαίνουν και το τελευταίο γίνεται θέμα μελέτης τόσο για τους κοινωνιολόγους και τους ιστορικούς όσο και για τους ανθρωπολόγους. Τα τελευταία χρόνια με την ανάπτυξη του αθλήματος σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και ως ευρέως προβαλλόμενου μαζικού θεάματος, ενδιαφέρον δείχνουν επίσης οι οικονομολόγοι, αλλά και οι ειδικοί των ΜΜΕ (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem, ). Στην χώρα μας οι έρευνες σχετικές με το ποδόσφαιρο είναι ελάχιστες καθώς μόνο τα τελευταία χρόνια και μετά τα μέσα της δεκαετίας του 99 υπάρχουν μόνο λίγες που είναι αξιομνημόνευτες. Προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης του ενδιαφέροντος ως πεδίου μελέτης και έρευνας συνέβαλαν οι δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην δεκαετία 99 (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem, ). 44

45 Αποτέλεσμα της φτωχής παραγωγής αξιόλογων ερευνών και μελετών γενικότερα για το ποδόσφαιρο ήταν να θεωρηθεί ως ένα όχι και τόσο σημαντικό φαινόμενο. Έτσι τόσο η πολυπλοκότητα του όσο και η εμπλοκή διαφορετικών πεδίων ενδιαφέροντος στην έκφρασή του αμελήθηκε. Ωστόσο πρόκειται για ένα πολυσύνθετο φαινόμενο που εμπλέκει στην λειτουργία του, πέραν της αμιγώς αθλητικής πλευράς του, τόσο οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές όσο και πολιτικές πτυχές για τα εμπλεκόμενα με αυτό μέρη (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem, ). Από άποψη ερωτημάτων που τίθενται κάθε φόρα στην έρευνα του ποδοσφαίρου θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχουν δύο συνιστώσες. Όπως μας λένε οι Κυπριανός και Χουμεριανός, η μια μελετά το ποδόσφαιρο από την πλευρά «της πρόσληψής του, του ειδικού βάρους του και των χρήσεων του στις σημερινές κοινωνίες» ενώ η άλλη αφορά στα μέρη που κάθε φορά εμπλέκονται. Σε ό,τι αφορά στην μέθοδο, τόσο ο Bourdieu με την κριτική στρουκτουραλιστική προσέγγιση του προσφέρει ένα εργαλείο για την ανάλυση του ποδοσφαίρου από την άποψη των «κοινωνικών χαρακτηριστικών των αθλημάτων και των εμπλεκομένων σε αυτά» (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem 8) όσο και ο Goffman με «την θεωρία του περί πλαισίου» (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem 8). Οι νεομαρξιστές Foucault, Gramsci προσφέρουν τη δική τους μεθοδολογική προσέγγιση εξετάζοντας το φαινόμενο του ποδοσφαίρου σε συνάρτηση με τις σχέσεις θεάματος, εξουσίας και ιδεολογίας ενώ οι τελευταίες ανθρωπολογικές θεωρήσεις αναγνωρίζουν σε αυτό «έντονα τελετουργικά στοιχεία» (Κυπριανός, Χουμεριανός ibidem 8). Πριν από όλα αυτά σημαντική υπήρξε η προσπάθεια ορισμού του παιχνιδιού ως αφετηρία για την οριοθέτηση του και του ορισμού του αθλητισμού ως κοινωνικού φαινομένου. Από τους αρχαίους Έλληνες μέχρι τους νεότερους ερευνητές βρίσκουμε προσπάθειες κατανόησης των αρχών και των χαρακτηριστικών του καθώς και της σχέσης του με την κοινωνία. Ο Χουιζίνκα υποστήριξε πως το παιχνίδι είναι παλαιότερο από τον πολιτισμό, ενώ το όριζε ως μια ελεύθερη δραστηριότητα που ενώ βρισκόταν έξω από τον «συνήθη βίο» όντας μη σοβαρή, παρ όλα αυτά απορροφούσε πλήρως τους συμμετέχοντες. Παρόμοια και από την πλευρά των ψυχολόγων και των παιδαγωγών, το παιχνίδι θεωρήθηκε ως περισσότερο από σημαντικό μέσο μάθησης. Ο Βιγκότσκι υποστήριξε πως αν και το παιχνίδι δεν είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας, είναι όμως πολύ σημαντικό για την ανάπτυξη του παιδιού. Με το παιχνίδι το παιδί εισάγεται στον κόσμο του νοήματος μιας και αποτελεί πρωταρχικό μέσο γνωστικής ανάπτυξης και κατάκτησης του περιβάλλοντος (Τσαπακίδου, 997). 45

46 Γίνεται φανερό πως το παιχνίδι δεν αποτελεί μόνο μια πανανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά και ένα μέσω κατανόησης το κόσμου από τον άνθρωπο. Έτσι το παιχνίδι αναδεικνύεται σε κύριο χαρακτηριστικό της κουλτούρας ενώ παράλληλα το συναντάμε σχεδόν σε κάθε διάσταση της κοινωνικής μας ζωής. Εδώ ανάμεσα στα παιχνίδια ως μια πιο οργανωμένη δραστηριότητα τοποθετείται ο αθλητισμός γενικότερα και το ποδόσφαιρο πιο ειδικά. Στον σύγχρονο αθλητισμό εξακολουθεί να υπάρχει ο χαρακτήρας του παιχνιδιού στη βάση του οποίου βρίσκεται ο ανταγωνισμός. Από την άλλη, ο χαρακτήρας αυτός κινδυνεύει να καλυφθεί εξαιτίας της μεθόδευσης, του προγραμματισμού και της σκοπιμότητας του σύγχρονου αθλητισμού (Σταμίρης, 5). Η διαπίστωση πως ο αθλητισμός ή καλύτερα τα σπορ αποτελούν συνέχεια παλαιότερων πρακτικών των ανθρώπων δεν έχει υποστηριχτεί από πολλούς ερευνητές. Σε ό,τι αφορά στην πατρίδα μας και για το δεύτερο μισό του δεκάτου ενάτου αιώνα, υποστηρίχτηκε για καιρό ότι ο αθλητισμός κληροδοτήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες και αφού ξανά ανακαλύφθηκαν από το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό διαδόθηκαν στον υπόλοιπο κόσμο. Η θέση αυτή βέβαια έχει να κάνει με την διάθεση του επίσημου ελληνικού κράτους μετά το 84- να δημιουργήσει την αίσθηση της συνέχειας του ελληνικού έθνους. Από την άλλη, ο Νόρμπερτ Ελίας υποστηρίζει πως τα σπορ και ο αθλητισμός είναι νεότερη κατασκευή. Στην Αγγλία την πρώτη βιομηχανική χώρα εμφανίζονται και μορφοποιούνται μέσα σε νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Στα πλαίσια αυτά βασικός στόχος του αθλητισμού είναι η διοχέτευση, η οριοθέτηση και ο έλεγχος της βίας που ταλαιπωρεί τη χώρα το 7ο αιώνα. Στην ίδια λογική της ασυνέχειας ο ιστορικός Πολ Βεν μας πληροφορεί για την διαφορετική λειτουργία μεταξύ του αθλητισμού στην αρχαιότητα και των σύγχρονων σπορ: Σε ένα παιχνίδι στην αρχαία Ελλάδα οι συμμετέχοντες απομιμούνται πιο πολύ τη βίαιη πραγματικότητα από το να συμμορφωθούν στους κανόνες ενός φτιαχτού παιχνιδιού. Ο Simon Lee στην έρευνα του Grey shirts to grey suits: The political economy of English football in the 99s, εξετάζει την εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου σε σχέση με την καπιταλιστική αγορά στην Αγγλία και την αντίδραση των οπαδών στις εξελίξεις αυτές. Εξετάζει την επίδραση των νέων δεδομένων που αφορούν στις οικονομικές συμφωνίες και το άνοιγμα των αγορών της τηλεόρασης και την αλλαγή από την ίση διανομή των κερδών μεταξύ των αγγλικών ομάδων με την συλλογική διαχείριση τους από τους παραδοσιακούς διοικητικούς φορείς στην αυτόνομη διαχείριση. Έτσι η τηλεόραση καταλήγει να είναι ο κύριος φορέας μέσω του οποίου οι υπάρχουσες οικονομικές ανισότητες ενισχύονται. Η ιστορική συμφωνία με την BskyB TV το 99 ανοίγει τον δρόμο για την εισαγωγή ομάδων της Premier League στο 46

47 χρηματιστήριο, που με την σειρά της θα οδηγήσει σε επενδύσεις με την αγορά καλύτερων ποδοσφαιριστών, που θα συγκεντρώσουν μεγαλύτερο αριθμό φιλάθλων σε ανακαινισμένα (με ατομικά καθίσματα), αλλά μικρότερης χωρητικότητας στάδια. Το συμπέρασμα είναι πως η εμπορευματοποίηση του αγγλικού ποδοσφαίρου δεν δημιούργησε απλώς, αλλά επέτεινε και νομιμοποίησε τις ανισότητες που υπάρχουν σήμερα ανάμεσα στις πλουσιότερες και φτωχότερες ομάδες της Αγγλίας. Σε άλλη έρευνα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον κυρίαρχο λόγο, όπως αυτός διαμορφώθηκε στο Euro 96 και προώθησε μια κουλτούρα ρατσισμού. Όπως διαπιστώνεται η συνάρτηση του εθνικισμού με το ποδόσφαιρο και την πολιτική του αποκλεισμού εντοπίζεται σε πολλές εκφράσεις των νέων ανθρώπων, που συγκροτούν την «λαϊκή κουλτούρα». Ειδικότερα στη συλλογική έκδοση Adam Brown για μελέτες στο ποδόσφαιρο (998) και συγκεκριμένα σε αυτή του Ben Carrington (-) υπογραμμίζεται η σχέση ανάμεσα στην ποπ μουσική και στα αθλητικά εμβατήρια, που επηρεάζουν τόσο το κοινό όσο και την πολιτική φαντασία. Ο Carrington αναλύοντας το εμβατήριο για τα τρία λιοντάρια διαπιστώνει πως μέσω της μουσικής αναδεικνύεται, σε πρώτο επίπεδο, η επιστροφή του ποδοσφαίρου στην «πατρίδα» του και τελικά μέσω αυτού ενισχύεται η εθνική βρετανική ταυτότητα. Ακόμα περισσότερο και σε σχέση με την αποικιακή ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας, το ίδιο εμβατήριο, υπενθυμίζει πως το Βρετανικό έθνος μορφώνει διαχρονικά και μέσω του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού. Στην ίδια έρευνα το αίτημα των Ευρωπαϊκών Ομοσπονδιών ποδοσφαίρου για την διεξαγωγή των μεγάλων διοργανώσεων φαίνεται ότι εξαρτάται από την ευρωκεντρικότητα και τον εθνικισμό των Δυτικών vs στους άλλους εξωευρωπαϊκούς εκπροσώπους αθλητικών ομοσπονδιών. Στο ίδιο πεδίο και για το θέμα του ρατσισμού και την διαμόρφωση αντίστοιχης ταυτότητας μέσω του ποδοσφαίρου, ο Hall αναφέρει ότι «οι ταυτότητες κατασκευάζονται συνεχώς χωρίς να ολοκληρώνονται σε μια διαρκή διαδικασία δόμησης μέσα από αναπαραστάσεις» ( στο Paul Dimeo and Gerry P.T. Finn, 998: 7). Οι αναπαραστάσεις του ποδοσφαίρου στα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στον αθλητικό τύπο αποπροσανατολίζουν τους αναγνώστες-δέκτες από τα πραγματικά γεγονότα όπως καταγράφεται στην έρευνα για τους Ασιάτες-Σκοτσέζους που διαφοροποιούνται από τους πραγματικούς Σκοτσέζους: στην περίπτωση του Patrick Thistle, μια ομάδα της Γλασκόβης, που υποστηρίχτηκε οικονομικά από Ασιάτες επιχειρηματίες το 995 και προωθήθηκε ως μια αντιρατσιστική ομάδα μας παραπέμπει ιστορικά στο ποδόσφαιρο της Γλασκόβης όπου κυριαρχούσαν η Rangers και η Celtic. Ο αθλητικός τύπος με χιουμοριστικό τρόπο αρχικά αντιμετώπισε την ανάμειξη των Ασιατών στο Σκοτσέζικο ποδόσφαιρο. Στην πορεία 47

48 όμως αυτή η προοπτική δημιουργίας πολυεθνικών ομάδων μέσα στη Σκοτία συρρικνώθηκε σε ένα αστείο εις βάρος της Ασιατικής κουλτούρας ( στο Paul Dimeo and Gerry P.T. Finn, 998: 9-). Σε έρευνα των Anderson και Radmann καταγράφονται ιστορικά στοιχεία για την ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική κουλτούρα, όπως αυτή θεμελιώθηκε το 9. Στη μελέτη αυτή φαίνεται πως υπάρχει μια ιεραρχική κλίμακα για την καλή vs κακή συμπεριφορά στο ποδόσφαιρο, όπου οι Βρετανοί και Σκανδιναβοί εκπροσωπούν το καλό ενώ η κεντρική και νότια Ευρώπη το αντίθετο. Το ιδεατό για μια τη συμπεριφορά των «Βρετανών ευγενών» αποτέλεσε για τους Σκανδιναβούς μια εμμονή (στο Anderson και Radmann, 998: 4-4). Οι ποικίλες αναφορές στον αθλητικό τύπο σχετικά με τους τοπικούς αγώνες, τους αγώνες των εθνικών ομάδων και τις διαφορετικές συμπεριφορές των φιλάθλων και οπαδών φαίνεται ότι αναπαράγουν τις συγκρούσεις ανάμεσα στις ομάδες του Βορρά και του Νότου. Ειδικά στη μελέτη αυτή αναλύεται α) η κουλτούρα του αθλητικού κοινού που φαίνεται να διαμορφώνεται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η διοίκηση του αθλήματος, οι οργανωτές των αγώνων και ο Τύπος και β) οι ταξική προέλευση των φιλάθλων, καθώς ενώ το ποδόσφαιρο θεωρήθηκε ως παιχνίδι της εργατικής τάξης είναι φανερό πως οι τιμές των εισιτήριων περιόρισαν την διάδοση της δημοτικότητας του τουλάχιστον μέχρι το 9. Μόνο μετά το Β Παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε αύξηση στη χρυσή εποχή του σουηδικού ποδοσφαίρου, ενώ το 97 παρατηρείται μια κατακόρυφη πτώση. Συγκριτικές μελέτες έχουν γίνει επίσης στην Αγγλία και στην Δανία μετά το 988 ως αναφορά την ταξική κουλτούρα των φιλάθλων την ηλικία και το φύλο (Peitersen και Holm Skov, 99). Οι περισσότερες έρευνες για το ποδόσφαιρο επικεντρώνονται στην κοινωνική και νομική ανάλυση σε ό,τι αφορά στην παραβατικότητα των φιλάθλων και οπαδών. Κυρίαρχος άξονας ωστόσο και σε αυτές τις αναλύσεις παραμένει ο εθνικισμός και η ξενοφοβία, ο προσδιορισμός της ευρωπαϊκότητας, εθνικότητας, τοπικότητας για το άθλημα. Η δική μας μελέτη από διαφορετικό άξονα για την σημειωτική ανάλυση των λογοτύπων-συμβόλων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο απαντά επίσης στα ερωτήματα αυτά, γιατί όπως αναδεικνύεται στις πραγματικές αναφορές των συμβόλων οι ιστορικές και πολιτικές σημαίνουσες ορίζουν την ευρωπαϊκότητα, εθνικότητα, τοπικότητα, αθλητικότητα. Σε έρευνα του Simon Gardiner (στο Brown: 49-65) φαίνεται πως η διαδικασία νομικής ενοχοποίησης των προβλημάτων, όπως ο ρατσιστικός λόγος, μπορεί πολλές φορές να χρησιμοποιηθεί για να εκτρέψει την ευθύνη από την 48

49 αποτυχία της κοινωνικής πολιτικής και να μετατρέψει το πρόβλημα σε ένα θέμα καθαρά νομικό, που αφορά στα άτομα και στην προσωπική ευθύνη του καθενός. Στα πλαίσια της νέας διευρυμένης Ευρώπης, που δομείται φαίνεται ότι οι στερεοτυπικές κατασκευές για τις εθνικές διακρίσεις θα προκαλέσουν περισσότερες μελέτες ( στο Brown: 49-65). Οι Crolley, Hand και Jeutter (στο Brown: 7-86) αναλύουν τις δημοσιογραφικές αναφορές στον αθλητικό τύπο και ειδικότερα σε εφημερίδες στην Γαλλία, Ισπανία και Γερμανία για να εντοπίσουν τις εθνικές εμμονές και την κατασκευή των ταυτοτήτων όπως αυτές μεταφέρονται στον τύπο. Φαίνεται ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι περισσότερο από αυτοαναφερόμενο και περισσότερο από ένα σημείο της κοινωνίας (ibidem, 74). Έτσι αναδεικνύεται η σχέση ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και στην κοινωνία (Jarvie, 994) μέσα από την χρήση της φαντασίας και της μεταφοράς στο δημοσιογραφικό λόγο. Συγκριτικά με την δική μας μελέτη το ενδιαφέρον βρίσκεται στην θεματική ανάλυση των Crolley, Hand και Jeutter, γιατί αρκετές από τις θεματικές κατηγορίες που προκύπτουν διασταυρώνονται με πολεμικές, ιστορικές, πολιτικές, θρησκευτικές αναπαραστάσεις και εικόνες. Οι πολιτικές αναφορές είναι περισσότερες στο γερμανικό δημοσιογραφικό λόγο από το 96 και μετά, οι στρατιωτικές αναφορές εντοπίζονται στο γαλλικό δημοσιογραφικό λόγο και πολιτικές αναφορές στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο καταγράφονται στο ισπανικό δημοσιογραφικό λόγο. Ενδιαφέρον επίσης συγκριτικά με την ερευνά μας έχει η θεματική για τις θρησκευτικές μεταφορές, όπου χρησιμοποιούνται πλήθος συμβολισμών από την Καθολική εκκλησία (ibidem, 8). Στο ίδιο πεδίο τα εθνοτοπικά σύμβολα και εμβλήματα χρησιμοποιούνται στερεοτυπικά στον ημερήσιο αθλητικό τύπο όπως για παράδειγμα ο ταύρος και οι ταυρομαχίες στην Ισπανία. Οι μεταφορές αυτές σημαίνουν τις συμπεριφορές των αθλητικών οπαδών. Το λεξιλόγιο και η εικονογράφηση στη μεγάλη αυτή συγκριτική έρευνα φανερώνει τις ιστορικές και πολιτικές ορίζουσες για τις εθνικές εμμονές και την αναπαραγωγή των στερεότυπων συλλογικών ταυτοτήτων (ibidem, 8). Σε έρευνα του Joseph Bradley (στο Brown: -8) οι αθλητικοί ύμνοι, τα συνθήματα και οι συμβολισμοί τους αποτελούν ειδικό πεδίο πολιτισμικής ανάλυσης από την οποία προκύπτει η αλληλόδραση του ποδοσφαίρου με την κοινωνία. Έτσι αποκαλύπτεται πως ο αθλητισμός και ειδικότερα το ποδόσφαιρο αναπαριστά και αναζωπυρώνει τις κοινωνικές και πολιτικές στερεότυπες διακρίσεις. Σε ό,τι αφορά στην γεωγραφία του ποδοσφαίρου (Bale, 998:65-89) πολλές έρευνες (Auge, 995 και Dear, 988) έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια 49

50 με κύριο άξονα το χώρο, το περιβάλλον, τις τοπικές κοινότητες και ομάδες διαμορφώνοντας το «τοπίο» του αθλήματος (Relph, 986). Έτσι αναπτύχθηκε μια γεωγραφική θεωρία του ποδοσφαίρου με επίκεντρο τον τόπο και την τοπικότητα η οποία περιγράφει και αναλύει καταδηλωτικά τον χώρο του παιχνιδιού, των θεατών, των οπαδών, του σταδίου, της κερκίδας με πολλές αναφορές στο έργο του Baudrillard (Baudrillard, 99). Στο έργο αυτό ο Baudrillard αναφέρεται στο θέαμα, στους θεατές και στο κλίμα εκφοβισμού που παράγεται στην διάρκεια του παιχνιδιού: οι παίκτες και ο χώρος του σταδίου σημαίνουν αναπαράσταση «αρένας και βίας». Ενδιαφέρον έχει επίσης η ανάλυση στις έρευνες αυτές σχετικά με τις αναπαραστάσεις και τις πραγματικές αναφορές του παιχνιδιού. Όπως και στην ιστορική έρευνα και ανάλυση τα γεγονότα-ο αγώνας ποδοσφαίρου έγιναν ως πραγματικό συμβάν, αλλά οι αναπαραστάσεις τους από τους θεατές, φιλάθλους, οπαδούς, δημοσιογράφους, ερευνητές αποτελούν διαμεσολαβημένες αφηγήσεις. Έτσι στη δική μας ανάλυση το πραγματικό αναφερόμενο είναι οι ευρωπαϊκές ομάδες ποδοσφαίρου, αλλά το αντικείμενο της ανάλυσης μας είναι οι αναπαραστάσεις των ομάδων στα λογότυπα δηλαδή στην εικόνα και το εικονομήνυμα. Ενδιαφέρον ασκούν στο πεδίο της εκπαιδευτικής έρευνας οι νέες παιδικές εκδόσεις με θέμα το ποδόσφαιρο, όπου οι αναπαραστάσεις και οι συμβολισμοί ποικίλουν (ενδεικτικά, βλ. Μάσανεκ, 7). Ο κόσμος του ποδοσφαίρου αναμειγνύεται με το παραμύθι, έχοντας ως αναδευτήρα τη γοητευτική πένα του Γερμανού Μάσανεκ (πτυχιούχος Γερμανικής Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Ανώτατης Σχολής Κινηματογραφικών Τεχνών) και με τη λογοτεχνικά προσεγμένη μετάφραση το αποτέλεσμα είναι: ένα καλό παιδικό μυθιστόρημα που κεντρίζει το ενδιαφέρον του έφηβου. Ο συγγραφέας προσεγγίζει την παιδική αθωότητα του έφηβου που προσπαθεί να διαβεί το σύνορο των ενηλίκων με διαβατήριο το ποδόσφαιρο. Το αγαπημένο άθλημα των Ευρωπαίων λειτουργεί ως ο καναπές του ψυχολόγου, όπου οι μικροί ήρωες με τα βαριά ονόματα (Μάξι το κανόνι, Φάμπι ο βολίδας, Γιόσκα το Έβδομο Σύνταγμα ιππικού) αποκαλύπτονται ξεδιπλώνουν τις ανησυχίες τους, τους προβληματισμούς τους, γκρινιάζουν για τα εμπόδια (σχολείο, οικογένεια) στα όνειρα τους. Ιστορίες απλές, καθημερινές για τους λάτρεις του ποδοσφαίρου, με πινελιές γερμανικού πολιτισμού, αφηγούνται πράγματα τετριμμένα, αλλά πάντα ενδιαφέροντα για τους φιλόδοξους μπαλαδόρους, που πάτησαν το μεθυστικό χορτάρι των γηπέδων. Ας μη λησμονούμε ότι στη γερμανική κουλτούρα το ποδόσφαιρο αποτελεί τρόπο ζωής, γιατί η χώρα του Γκαίτε δεν γέννησε μόνο Σίλερ, Μπετόβεν, Μπρεχτ, αλλά και Μπεκενμπάουερ, Ραν, Μπράιτνερ. 5

51 Αξίζει να σημειώσουμε ότι η σειρά Οι άπαιχτοι μπαλαδόροι (οκτώ βιβλία) γνωρίζουν σημαντική εκδοτική επιτυχία στη Γερμανία, καθώς οι πωλήσεις τους φθάνουν το εκατ. Αντίτυπα. Β. ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ I.Μεθοδολογία Logos Content Analysis Semiotic Analysis Football Cultural Material Οι Thwaites et al. βλέπουν ότι αποστολή της σημειωτικής ανάλυσης είναι η απόρριψη της φυσικότητας των κειμένων, και η απόδειξη ότι οι κοινότυπες σημασίες τους δεν είναι δεδομένες, αλλά το προϊόν ιδεολογικής κωδικοποίησης (Thwaites et al. 994, 6) Οι περισσότερες συστηματικές έρευνες για το ποδόσφαιρο στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών, ξεκινούν από το 97 και μετά και αφορούν κυρίως σε θέματα κανονισμού του παιχνιδιού, σε προπονητικά θέματα και σε ζητήματα βίας μέσα στο γήπεδο. Η παραβατικότητα και η εγκληματικότητα των νέων σε συνάρτηση με την λαϊκότητα του ποδοσφαίρου αποτέλεσε ένα ευρύ πεδίο ερευνών (Greenfield & Osborn, 994). Πολλές έρευνες στην Αγγλία και την Ιρλανδία, επικεντρώνονται στο θέμα της τοπικότητας και της συλλογικής ταυτότητες που υιοθετούν οι φίλαθλοι και οι οπαδοί στην καθημερινότητά τους. 5

52 Σε έρευνα για τα όρια του ποδοσφαίρου, την κανονικότητα και τοπικότητα των φιλάθλων, αναζητούνται μέσα από τα συνθήματα και τις εικόνες, η κατασκευή ταυτοτήτων από μετανάστες Ιρλανδούς στην Αγγλία. Τα χιουμοριστικά, αλλά κυρίως υβριστικά συνθήματα που καταγράφονται από τους Ιρλανδούς και τους Άγγλους και το αντίστροφο, αναπαριστάνουν σε καθημερινό μαζικό πεδίο πολιτειακά αιτήματα της μετα-εθνικιστικής εθνικής ταυτότητας των Ιρλανδών και της διασποράς (Free, στο Brown A., 9-, βλ. επίσης Cronin M.,994). Ενδιαφέρον επίσης, παρουσιάζουν οι έρευνες, που επικεντρώνονται στο ποδόσφαιρο και στο έθνος μετά το, όπως για παράδειγμα στις αναπαραστάσεις της σκωτζέζικης αθλητικής και εθνικής ταυτότητας, όπως προκύπτει από έρευνα στους σκληροπυρηνικούς οπαδούς των συνδέσμων στο Birmingham και στην Γλασκόβη. Οι Finn και Giulianotti θεωρούν ότι εφόσον οι αθλητικές ομάδες, προσδίδουν υπόσταση στις «φαντασιακές κοινότητες» του Anderson, παρόμοια το επιτυγχάνουν και οι Σύνδεσμοι και στην περίπτωση της Σκωτίας με μεγάλη επιτυχία. Η θετικά σεσημασμένη σκωτζέζικη οπαδική ταυτότητα στηρίζεται στην αμοιβαία αντίθεσή της με την Αγγλική οπαδική ταυτότητα. Το EURO 996, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα ανάδειξης της Σκωτσέζικης οπαδικής ταυτότητας χωρίς ωστόσο να επιτυγχάνεται ο θετικά σεσημασμένος αυτοπροσδιορισμός των φιλάθλων (βλ στο Brown, 89-). Η δύναμη του ποδοσφαίρου ως κοινωνικού θεσμού, σταθεροποιήθηκε στην αγγλική λαϊκή κουλτούρα για έναν ολόκληρο αιώνα και το πάθος που προέκυψε για τους Συνδέσμους, διαφοροποίησε και την συμπεριφορά των οπαδών. Όπως καταγράφουν οι αναλυτές, οι φανατικοί οπαδοί των συνδέσμων, δεν καταναλώνουν απόλυτα το παιχνίδι ως σχόλη ούτε την συμμετοχή τους σε αυτό, αλλά διεκδικούν την περιθωριοποίηση και την σύγκρουση με τους άλλους (βλ. στο Brown, 5-66). Διαφορετικές έρευνες στην Ευρώπη, αναλύουν στο πεδίο των πολιτισμικών και πολιτικών σπουδών, τον χώρο που προσφέρει το λαϊκό άθλημα του ποδοσφαίρου για την ανάδειξη ρατσιστικής συμπεριφοράς την ρατσιστική συμπεριφορά των λευκών οπαδών κατά την διάρκεια των αγώνων (βλ. στο Brown, A. 7-76). Οι τεχνικές-μέθοδοι, που ακολουθούμε αφορούν στη σημειωτική και στην ποσοτική ανάλυση περιεχομένου. Ακολουθήσαμε τα εξής στάδια: Προ-ανάλυση (πραγματοποιήσιμο, εντοπισμός, επιλογή). Ορισμός του υλικού προς συλλογή- Κατηγοριοποίηση (καταλληλότητα, εξαντλητικότητα, κατηγοριών)-εγκυρότητα: ομοφωνία αποκλειστικότητα, / όχι αμφισημία- αντικειμενικότητα Κωδικοποίηση των και 5

53 καταμέτρηση: ενότητα καταγραφής / απαρίθμησης- Ερμηνεία των αποτελεσμάτων (σε σχέση με τις υποθέσεις). Η Ανάλυση περιεχομένου ορίζεται και ως κειμενική ανάλυση στην μεθοδολογία για τις κοινωνικές επιστήμες και την επικοινωνία. Πρόκειται για μια μελέτη των καταγραμμένων ανθρώπινων επικοινωνιών, όπως βιβλία, ιστοχώροι, έργα ζωγραφικής, εικόνες ομαδοποιημένες, δημόσια κείμενα, νόμοι, εγχειρίδια, κ.α. Ο Harold Lasswell διατύπωσε τα θέματα πυρήνων της ανάλυσης περιεχομένου και ο Ole Holsti (969) προσφέρει έναν ευρύ ορισμό της ανάλυσης περιεχομένου ως «τεχνικής για τα συμπεράσματα με αντικειμενικά και συστηματικά κριτήρια για να προσδιορίσει τα διευκρινισμένα χαρακτηριστικά των μηνυμάτων». Η έρευνα, άρχισε την άνοιξη του 9 και ολοκληρώνεται τον Δεκέμβριο του. Περιλάμβανε τρεις φάσεις: την προετοιμασία, την κύρια φάση συγκέντρωση του υλικού και την επεξεργασία των στοιχείων που βρέθηκαν. Το ερευνητικό πρόβλημα αφορά στις κοινωνικοιστορικές αναπαραστάσεις, όπως αυτές εμφανίζονται στα logos που επιλέγονται για τις ευρωπαϊκές ομάδες, που μετέχουν στους αγώνες που διοτγανώνει η UEFA. Ο αθλητισμός, με επίκεντρο το ποδόσφαιρο, έχει αναδειχθεί σε αυτόνομη σφαίρα δημιουργίας κεντρικών ενδιαφερόντων, νοημάτων και κινήτρων για διανθρώπινη επικοινωνία και κοινωνική δράση σε ποικίλες κοινωνικές και δημογραφικές ομάδες, και κυρίως στην νεολαία. Με άλλα λόγια, είναι ένα κοινωνικό, πεδίο που εμπλέκεται με τις κουλτούρες, γιατί συσπειρώνει, ενεργοποιεί και εκφράζει όσους συμμερίζονται τα πρότυπά της και συμμετέχουν στην εμπειρία της. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η κουλτούρα αυτή βασίζεται στο σώμα, στην εικόνα του σώματος, στη ψυχική δράση και στον διατομικό και διομαδικό ανταγωνισμό κοινωνιο-ψυχολογικού αναστήματος. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά έχουν δομηθεί ιστορικά και προσδιορίζονται συνεχώς από ευρύτερους κοινωνικούς, πολιτισμικούς, οικονομικούς και πολιτικούς καθορισμούς, με αποτέλεσμα η αθλητική κουλτούρα να συγκροτείται από αντιθετικές και ανταγωνιστικές μεταξύ τους δυνάμεις και πολιτισμικές αξίες, νοήματα και συμβολισμούς. Η εσωτερική διάρθρωση της αθλητικής κουλτούρας συγκροτείται από τρία υποσυστήματα: τα γλωσσικά και γνωστικά πρότυπα, από μία ποικιλία στυλ θεατών και από ένα δίκτυο ομάδων συνομηλίκων και ομάδων φιλίας (βλ. Robins & Cohen, 978). Η μονάδα ανάλυσης για την ποσοτική καταγραφή προέκυψε από τον υποδειγματικό άξονα της σημειωτικής ανάλυσης-κατηγοριοποίησης ως εξής:. Ονομασία Ομάδος. Χώρα Προέλευσης 5

54 . Γεωγραφικός Προσδιορισμός 4. Έτος Ίδρυσης 5. Χρονολογικός Προσδιορισμός 6. Τοπικότητα 7. Γεωμετρικά Σχήματα 8. Γλωσσικό Υλικό 9. Τρόπος Γραφής. Θεματική Γλωσσικού. Σύμβολο. Genre (Οπτικό). Κατηγορίες Συμβόλων 4. Προέλευση Χρωμάτων 5. Χρώματα 6. Στάση Κίνηση 7. Σενάριο 8. Χώρος Εξωτερικός Εσωτερικός 9. Άνω Κάτω Θέση Λογότυπασύμβολα εικονομήνυμα Πομπός-ομάδα Δέκτεςφίλαθλοιερευνητής Ο John Fiske γράφει ότι «σε ένα σύνταγμα η σημασία μιας μονάδας καθορίζεται από το πώς αλληλοδρά με τις άλλες, ενώ σε ένα υπόδειγμα καθορίζεται από το πώς διακρίνεται από τις άλλες» (στο O' Sullivan et al. 994, 5). Οι Thwaites et al. σχολιάζουν ότι «τα υποδείγματα προσφέρουν μια πληθώρα πιθανών νοημάτων, 54

55 ενώ τα συντάγματα τείνουν να τα περιορίσουν σύμφωνα με το πλαίσιο αναφοράς». Τα υποδείγματα επεκτείνουν, τα συντάγματα συστέλλουν» (Thwaites et al. 994, 4). Η παραδειγματική διάσταση μπορεί να είναι τόσον ευρεία όσο η επιλογή του θέματος (ibid., 95). Σ αυτό το πλαίσιο, η μορφή αποτελεί συνταγματική διάσταση, ενώ το περιεχόμενο είναι υποδειγματική διάσταση. Η μορφή υπόκειται σε υποδειγματικές επιλογές και το περιεχόμενο σε συνταγματική οργάνωση. Οι 9 θεματικές κατηγορίες, όπως προκύπτουν από την ανάγνωση του ίδιου υλικού συγκροτούν τον υποδειγματικό (ή παραδειγματικό άξονα): οι «υποδειγματικές σχέσεις» αποκαλύπτουν τις αντιθέσεις και τις ασυμφωνίες μεταξύ σημαινόντων, που ανήκουν στο ίδιο σύνολο, από το οποίο αντλούνται αυτά που χρησιμοποιούνται στο κείμενο. Οι σημειωτιστές εστιάζονται στο ζήτημα του για ποιό λόγο χρησιμοποιήθηκε ένα ειδικό σημαίνον μάλλον παρά ένα άλλο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση: σ αυτό που συχνά αναφέρουν ως «απουσίες». Ο John Fiske ισχυρίζεται ότι σε οποιοδήποτε κείμενο «η σημασία αυτού που επιλέγεται καθορίζεται από τη σημασία αυτού που δε χρησιμοποιήθηκε» (Fiske 98, 6). Ο Roland Barthes ισχυρίστηκε ότι «ένα σημαντικό μέρος της σημειολογικής εργασίας» ήταν να διαιρέσει τα κείμενα «σε ελάχιστες μονάδες σημασίας με τη βοήθεια του τεστ συμμετατροπής και να ομαδοποιήσει ύστερα τις μονάδες αυτές σε υποδειγματικές τάξεις, και τελικά να ταξινομήσει τις συνταγματικές σχέσεις που συνδέουν τις μονάδες αυτές» (Barthes 967, 48). Αυτή είναι μια τυπική τεχνική στη δομική στρουκτουραλιστική σημειωτική ανάλυση (Langholz Leymore 975). Οι διάφοροι συνδεδεμένοι όροι μπορεί να περιγραφούν προσφορότερα ως ζεύγη αντιθέσεων, αφού δεν είναι πάντοτε άμεσα 'αντίθετοι' (αν κι η χρήση τους οδηγεί συχνά σε πόλωση. Η Varda Langholz Leymore κάνει μια χρήσιμη διάκριση μεταξύ τριών τύπων αντιθέτων : α) Δυαδικές αντιθέσεις, με την ίδια έννοια όπως στη λογική, δηλαδή αρσενικό/μη-αρσενικό, όπου μη-αρσενικό είναι αυτόματα θηλυκό (αλλού αναφέρεται επίσης σ αυτές ως ψηφιακές αντιθέσεις). β) Αντιθέσεις με συγκριτική διαβάθμιση στην ίδια σιωπηρή διάσταση, π.χ. καλό/κακό όπου μή-καλό δεν είναι αναγκαία κακό και τανάπαλιν (αναλογικές αντιθέσεις, ή αντίθετα). γ) Αντιθέσεις που τα στοιχεία τους είναι αμοιβαία αποκλειόμενα όπως στο (α), αλλά αδιαβάθμητα όπως στο (β), και τα οποία δε δημιουργούν το διαλογικό σύμπαν όπως στο και (α) και (β), π.χ. ήλιος/σελήνη. Τα στοιχεία των ζευγών αυτών νοούνται ως όντα κατά κάποιον τρόπο αντίστροφα το ένα του άλλου [αντίστροφες αντιθέσεις (Barthes, 985: 6). 55

56 Από Η ανάλυση περιεχομένου επιλέχτηκε ως συμπληρωματικό εργαλείο της έρευνας μας (Curley, 99). Σύμφωνα με τις αρχές της Ποσοτικής και Ποιοτικής Ανάλυσης Περιεχομένου, όπως διατυπώθηκαν από τους B. Berelson (97), M. Palmquist (99), Weber 99) και από τους εκπροσώπους της γαλλικής σχολής (Moscovici 97, Mucchieli 988), για την κλασική θεματική ανάλυση, αναλύθηκαν οι επίσημες περιγραφές των λογοτύπων-συμβόλων και ως βασική μονάδα ανάλυσης θεωρήθηκε το θέμασύμβολο (οπτικό και γλωσσικό), το οποίο αναλύσαμε σημειωτικά. Ενώ η ανάλυση περιεχομένου συνεπάγεται μια ποσοτική διαδικασία στην ανάλυση του εμφανούς περιεχομένου κειμένων στα επικοινωνιακά μέσα, η σημειωτική προσπαθεί να αναλύσει κείμενα επικοινωνιακών μέσων ως δομημένα σύνολα και να διερευνήσει σιωπηρές, συμπαραδηλωτικές έννοιες. Η σημειωτική σπάνια είναι ποσοτική: όπως ισχυρίστηκε ο Olivier Burgelin: «Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι το πράγμα που εμφανίζεται συχνότερα είναι το σημαντικότερο ή το πιο σπουδαίο, γιατί ένα κείμενο αποτελεί σαφώς ένα δομημένο σύνολο, και η θέση που παίρνουν τα διάφορα στοιχεία του είναι πιο σημαντική από τον αριθμό των φορών που επανέρχονται (Burgelin 968, 9). Ένας κοινωνικός σημειωτιστής θα έδινε έμφαση στη σπουδαιότητα που οι αναγνώστες αποδίδουν στα σημεία μέσα σε ένα κείμενο. Αν κι η ανάλυση περιεχομένου επικεντρώνεται στο εμφανές περιεχόμενο και τείνει να υποθέσει ότι αυτό αντιπροσωπεύει μια μοναδική σταθερή σημασία, οι μελέτες σημειωτικής επικεντρώνονται στο σύστημα κανόνων, που διέπουν το διάλογο, που περιέχεται σε κείμενα επικοινωνιακών μέσων, υπογραμμίζοντας το ρόλο του σημειωτικού πλαισίου στη διαμόρφωση εννοιών. Μερικοί ερευνητές 56

57 συνδύασαν τη σημειωτική ανάλυση και την ανάλυση περιεχομένου (Glasgow University Media Group 98; Leiss et al. 99; McQuarrie & Mick 99). Διευκρίνιση όρων, που χρησιμοποιούνται Σύμβολο/συμβολικό: τύπος κατά τον οποίο το σημαίνον δεν ομοιάζει στο σημαινόμενο, αλλά είναι αυθαίρετο ή καθαρά συμβατικό ούτως ώστε η σχέση να πρέπει να ερευνηθεί. Εικόνα: το αντικείμενο, το αναφερόμενο που απεικονίζει το σημείο. Βασική αρχή αποτελεί η κατανόηση του σημείου μέσα στα συμφραζόμενα του. Ανάλογα με τις αντιλήψεις, τα σημεία μπορεί να αναφέρονται στο παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον. Το σύνολο των λογότυπων-συμβόλων, που συλλέξαμε/ταξινομήσαμε και δομήσαμε σε αρχείο αποτελεί ΣΗΜΕΙΟ και σύμφωνα με τον ορισμό των (Belting κ.α., 995: 8-5), τα σημεία είναι φορείς πληροφοριών(σημαντική), καθορίζονται από έναν σκοπό (πραγματιστική), αναγνωρίζονται από την εμφάνισή τους (συντακτική). Προ απαιτείται ένας πομπός και μια ομάδα από δέκτες. Τα σημεία είναι πολύσημα και η σημασία που κάθε φορά τους αποδίδεται, αναδεικνύεται από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Χρησιμοποιώντας ένα υπόδειγμα βασισμένο σ αυτό του Roman Jakobson οι Thwaites et al. αναφέρουν επτά λειτουργίες του σημείου, που τις θεωρούν όλες «αναγκαίες για κάθε δραστηριότητα σημειοδότησης» (Thwaites et al. 994, 8): Λειτουργίες σημασίας: οι αναφορικές, μεταγλωσσικές, τυπικές Λειτουργίες προσαγόρευσης: οι εκφραστικές, παρορμητικές, φατικές Λειτουργίες πλαισίου: η κοινωνική περίσταση μέσα στην οποία λειτουργεί το σημείο. Τα σημεία οργανώνονται μεταξύ τους με δύο είδη σχέσεων: το υπόδειγμα και το σύνταγμα. Αυτό που ονομάζουμε υπόδειγμα είναι σειρές σημείων που έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, κάποια κοινή λειτουργία. Ωστόσο αρκετές φορές στον υποδειγματικό άξονα μπορούν να εμπλακούν τόσο τα σημαίνοντα όσο και τα σημαινόμενα (K.Boklound-Λαγοπούλου, 98 σελ. 7). Έτσι για παράδειγμα, σε επίπεδο σημαίνοντος, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε την λέξη «βιβλίο» μαζί με τις λέξεις «βιβλιοπώλης», «βιβλιοφάγος», «βιβλιοθήκη» ενώ σε επίπεδο σημαινομένου με τις λέξεις «μόρφωση», «εκπαίδευση», «παιδεία». Από την άλλη πλευρά με τον όρο σύνταγμα εννοούμε τον τρόπο με τον οποίο τα σημεία, ακολουθώντας κάποιους κανόνες, συνδυάζονται μεταξύ τους μέσα σε μία πρόταση, μέσα σε ένα μήνυμα (K.Boklound-Λαγοπούλου, 98 σελ. 7 ) και δομούν έτσι ένα 57

58 σύνολο με σημασία (στο Daniel Chandler, 999, Υποδείγματα και Συντάγματα). Ο Daniel Chandler γράφει: «συνταγματικές σχέσεις ονομάζονται οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους τα στοιχεία μέσα στο ίδιο κείμενο μπορεί να σχετίζονται μεταξύ τους» (Daniel Chandler, 999, Υποδείγματα και Συντάγματα). Τα σημεία δηλαδή, για να πάρουμε το παράδειγμα της γλώσσας, ενώνονται μεταξύ τους για να φτιάξουν ένα σύνολο σημασίας ακολουθώντας τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού. Από την ταξινόμηση των σημαινόντων και των σημαινομένων στον υποδειγματικό άξονα προκύπτουν ισοτοπίες. Σύμφωνα με την δομική σημασιολογία του Greimas, με τον όρο ισοτοπία εννοούμε σημασιολογικές μονάδες (λέξεις, φράσεις) οι οποίες ομαδοποιούνται με βάση το κοινό τους νόημα, την κοινή τους σημασία (Κ.Boklound-Λαγοπούλου, 989, σελ.64-65). Η Karin Boklund Λαγοπούλου μας λέει πως εφαρμόζοντας το τετράγωνο του Greimas διαβάζουμε τα «κείμενα» και εντοπίζουμε ομάδες λέξεων, που σε μία πρώτη ανάγνωση φαίνεται πως έχουν κοινό σημασιολογικό περιεχόμενο. Στον στίχο από το ποίημα του Γ. Ρίτσου Συλλείτουργο, διαβάζουμε: Κάτου απ τις λεύκες συντροφιά, Πουλιά και καπετάνιοι συλλείτουργο αρχινήσανε με τον καινούριο Μάη. Παραπάνω, οι λέξεις «λεύκες» και «πουλιά» έχουν κοινό σημασιολογικό στοιχείο την φύση. Ο στρουκτουραλιστής - σημειωτιστής Algirdas Greimas εισήγαγε το σημειωτικό τετράγωνο, γνωστό ως τετράγωνο του Greimas, όπως το προσαρμόσε από το «λογικό τετράγωνο» της σχολαστικής φιλοσοφίας: χρησιμοποιείται ως μέσο προκειμένου να αναλυθούν ζεύγη εννοιών πληρέστερα (Greimas 987, XIV, 49). Το σημειωτικό τετράγωνο έχει ως στόχο να χαρτογραφήσει τους λογικούς συνδέσμους και διαχωρισμούς που αφορούν στα βασικά σημασιολογικά χαρακτηριστικά όπως αυτά συναντώνται σε διαφορετικά «κείμενα». Ο μηχανισμός λειτουργίας του τετραγώνου είναι σε θέση να παράγει τουλάχιστον δέκα νοητές θέσεις «έξω» από ένα υποτυπώδες ζεύγος δυαδικών αντιθέσεων (στο Greimas 987, xiv). Ενώ αυτό δείχνει ότι οι δυνατότητες σημασιοδότησης σε ένα σημειωτικό σύστημα είναι πλουσιότερη από αυτή που μας προσφέρουν οι δυαδικές αντιθέσεις, την ίδια στιγμή υπόκεινται σε «σημειωτικούς περιορισμούς» καθώς οι βαθύτερες δομές των κειμένων παρέχουν τους βασικούς άξονες της νοηματοδότησης. 58

59 S (life) S (death) - S (non-death) - S (non-life) Στο παραπάνω τετράγωνο σύμφωνα με την θεωρία του Greimas ισχύουν τα εξής: ) τα S και S βρίσκονται σε θέση αντίθεσης (ο ένας όρος προϋποθέτει τον άλλο). ) τα S και -S είναι σε σχέση αντίφασης: το -S αναιρεί το S. Τα S και - S βρίσκονται επίσης σε σχέση αντίφασης: το S αναιρεί το S. ) S και S βρίσκονται σε συμπληρωματική σχέση : το -S υπαινίσσεται το S. Κατά τον ίδιο τρόπο, το -S υπαινίσσεται το S. Τα σύμβολα S, S, -S και -S αντιπροσωπεύουν θέσεις του συστήματος και μπορεί να καταλαμβάνονται από συγκεκριμένες ή αφηρημένες έννοιες. Τα διπλά βέλη αντιπροσωπεύουν τις διμερείς σχέσεις. Οι πάνω γωνίες του τετραγώνου αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση μεταξύ S και S (π.χ. λευκό και μαύρο). Οι κάτω γωνίες αντιπροσωπεύουν θέσεις οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη από τις απλές δυαδικές αντιθέσεις: Τα -S και το -S (π.χ. μη-λευκό και μη-μαύρο). Το -S αποτελείται από περισσότερα από απλά S (π.χ. εκείνο που δεν είναι άσπρο δεν είναι απαραιτήτως μαύρο). Οι οριζόντιες σχέσεις αποτελούν μια αντίθεση μεταξύ του καθενός από τους όρους αριστερά (S και -S) και αντιστοιχούνται από τους όρους δεξιά (-S και S). Οι όροι στην κορυφή (S, S), αντιπροσωπεύουν «παρουσίες», ενώ οι συνοδευτικοί όροι (-S και -S) αντιπροσωπεύουν «απουσίες». Οι κάθετες σχέσεις προσφέρουν μια εναλλακτική εννοιολογική σύνθεση του S με το -S 59

60 και των S με το -S (π.χ. των λευκών με μη-μαύρο ή μαύρο με μη-λευκό). Ο Greimas αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων θέσεων, ως: αντιθετικές (S/S), συμπληρωματικές (S/-S και S/-S) και τέλος αντίφατικές (S/-S και S/-S). Περί συμβόλων Σ ένα σύστημα σημείων, όπως το περιγράψαμε, ο συμβολισμός αντανακλά μόνο μια μορφή σχέσης μεταξύ των σημαινόντων και των σημαινομένων τους. Οι όροι «σύμβολο» και «συμβολικό» ορίζονται ως «τύπος» κατά τον οποίο το σημαίνον δεν αναφέρεται σε ένα σημαινόμενο, αλλά είναι αυθαίρετο ή καθαρά συμβατικό, για παράδειγμα η εθνική σημαία ως σύμβολο. Το σύμβολο είναι ένα σημείο που αναφέρεται στο αντικείμενο, το οποίο υποσημαίνει μέσα από συνειρμούς γενικών ιδεών έτσι ώστε το σύμβολο να ερμηνεύεται σε αναφορά προς αυτό το αντικείμενο. Το ίδιο το σύμβολο γίνεται τύπος ή νόμος, «νομόσημο» και δρα μέσα από αντίγραφα. Το σύμβολο υποσημαίνει ένα άτομο, σημαίνει ένα χαρακτήρα και έχει γενικό νόημα. Δεν μπορεί να καταδεικνύει ένα επιμέρους πράγμα, αλλά υποσημαίνει ένα είδος πραγμάτων. Η σημειωτική αρχή της μη σύμπτωσης του συμβολικού με το πραγματικό οδηγεί σε μια κριτική στάση στις ιδεολογίες και τα στερεότυπα. Τα σύμβολα δεν είναι στατικά στη χρήση και λειτουργία τους, αλλά αναπτύσσονται, ενώ από σύμβολα παράγονται νέα σύμβολα, τα οποία διαδίδονται στους λαούς και στις κοινωνικές ομάδες. Με τη χρήση και την εμπειρία αναπτύσσεται ή και συρρικνώνεται το νόημά τους, όπως θα δείξουμε στην περίπτωση των σχολικών γιορτών. Η αναγνώριση των αντικειμένων- των συμβόλων και η χρησιμοποίηση τους ως οδηγών στη δράση είναι κεντρικές έννοιες στην ανθρώπινη εξέλιξη και επιβίωση, περιλαμβάνοντας μια διαδικασία που εμπλέκει συναισθηματικές και γνωστικές διαδικασίες. Τα σύμβολα αποκτούν νόημα μόνο όταν συνδέονται με τις συμπαραδηλούμενες αξίες. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο οι ερμηνείες των υποκειμένων για τα σύμβολα μπορούν να διαφέρουν, ανάλογα με το πολιτισμικό υπόβαθρο του κάθε ανθρώπου. Βασική λειτουργία των συμβόλων είναι η απόσπαση των εσωτερικευμένων αξιών και κανόνων και η δραστηριοποίηση σε ανάλογη κατάσταση. Οι C. Carver και M. Scheier υποστηρίζουν ότι τα σύμβολα ελέγχουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, βοηθούν τα άτομα να αναγνωρίσουν τις αξίες και τα πρότυπα που προκρίνει το κράτος και καθοδηγούν σε μια επιθυμητή προς την παρούσα κατάσταση συμπεριφορά. Σε κοινωνικά πλαίσια οργάνωσης, ένα σύμβολο χρησιμεύει ως συνδετικός κρίκος μεταξύ του συναισθήματος, της ερμηνείας, και της οργανωτικής δράσης και 6

61 επενεργεί ως σύνθημα όταν συνδέεται με καταστάσεις ή συναισθήματα. Τα σύμβολα καθοδηγούν την οργανωτική ζωή, ενώ η ανάγνωση και αναγνώριση των συμβόλων αποτελεί ένα τρόπος σκέψης και μια μορφή επικοινωνίας, που αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν κοινωνικά. Στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας τα σύμβολα αποτελούν στοιχείο της ηγεμονικής ομάδας και προαπαιτούν έναν τρόπο ανάγνωσης, ένα πολιτισμικό κεφάλαιο. Παράλληλα, ένα σύμβολο λειτουργεί συναινετικά, ενσωματώνοντας τον ανταγωνισμό και ενδεχομένως τα συγκρουόμενα συστήματα σε μια ενιαία κοινωνική δομή. Τα σύμβολα και γενικότερα τα συνθήματα ενσωματώνουν την εμπειρία των μελών και παρέχουν τρόπους κατανόησης πλήθους ενεργειών. Σύμφωνα με τον D. Aaker «το σύνθημα παρέχει ένα σύνολο εννοιών επιτρέποντας σε έναν πλήθος ειδικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων και προγραμμάτων να εισαχθεί χωρίς να αμβλύνει ή να δημιουργήσει σύγχυση». Αν επιχειρούσαμε μια σημειωτική ανάλυση των συμβόλων πιθανόν να αποκαλύπταμε τις εσωτερικές συγκρούσεις ή την έλλειψη συνοχής τους, αναδεικνύοντας έτσι τους κοινωνικούς και ιδεολογικούς κώδικες που κρύβονται πίσω από τις οργανωτικές ενέργειες και αποκαλύπτοντας τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη συνδέουν το σύμβολο με το περιεχόμενό του. Σε ψυχολογικό επίπεδο, ο S. Freud προσδιόρισε τα σύμβολα ως αντανακλάσεις των κρυμμένων φόβων και ψυχώσεων, υποστηρίζοντας ότι αυτά είναι σημαντικά «συνθήματα» για επηρεασμό και αλλαγή συμπεριφοράς. Το συναισθηματικό φορτίο που αντανακλάται από τα σύμβολα οδηγεί σε μια γνωστική κατανόηση της κοινωνικής οργάνωσης, διότι ως απτά και αισθητηριακά αντικείμενα μπορούν να μεταφέρουν μηνύματα για να γίνουν κατανοητές οι αξίες και τα πρότυπα που απεικονίζουν. Με τη θέα και μόνο των συμβόλων αισθανόμαστε ότι γνωρίζουμε την οργάνωση της παρελθοντικής κοινωνίας. Αυτή και μόνο η διαδικασία υποδεικνύει ότι τα σύμβολα γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ συναισθήματος και σκέψης και προκαλούν συναισθήματα, που επενεργούν με τρόπο, ώστε να καταστήσουν τα σύμβολα αντικείμενα πραγματικά. Το γεγονός ότι τα σύμβολα εξυπηρετούν τη λειτουργία της οργάνωσης, απεικονίζεται στις ελλοχεύουσες πτυχές του πολιτισμού, καθώς παράγουν τις συναισθηματικές απαντήσεις των μελών και αντιπροσωπεύουν τις οργανωτικές αξίες και κανόνες μιας κοινωνίας. Ένα σύμβολο όπως μια σημαία, είναι ένα αισθητά αντιληπτό αντικείμενο που αντανακλά την εμπειρία της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης μιας κοινότητας ή ενός κράτους και για το λόγο αυτό «μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τα μηνύματα άμεσα», γιατί αντιπροσωπεύει και «αποκαλύπτει τις παρελθοντικές αξίες μιας κοινωνίας, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τους ανθρώπους 6

62 εκείνης της εποχής». Ο A. Cohen υποστηρίζει ότι οι κοινότητες είναι συμβολικά κατασκευάσματα και ότι οι άνθρωποι συγκεντρώνονται γύρω από τα σύμβολα πιστεύοντας ότι όλοι οι άλλοι ερμηνεύουν και αποδίδουν το ίδιο νόημα σε αυτά τα σύμβολα. Έτσι οι άνθρωποι, που μοιράζονται την κοινότητα δεν έχουν αναγκαστικά μια κοινή ερμηνεία ή ένα σύνολο κοινών αξιών, αλλά βιώνουν την πεποίθηση ότι έτσι λειτουργούν. Αυτή η ψευδαίσθηση φαίνεται στο σύμβολο της εθνικής σημαίας, στην περίπτωση των φιλάθλων οπαδών, χρησιμοποιείται σε διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον, αλλά παραπέμπει παρόμοια σε εθνικά σημαινόμενα καταγωγής και προέλευσης. 6

63 II.Ποσοτική ανάλυση Περιγραφή ποσοτικών δεδομένων Πίνακας Χώρες προέλευσης λογοτύπων Χώρα Προέλευσης Συχνότητα Ποσοστό Austria Belarus Belgium Bulgaria Croatia Cyprus Czech Republic Denmark England Finland France Germany Greece Hungary Israel Italy Netherlands Norway Poland Portugal Romania Russia Scotland Serbia Slovakia Slovenia Spain Sweden Switzerland Turkey Ukraine Total ,5,8 4,,8,7,7,7,5 6,7,8 7,6 8,4,5,7,5 6,7 5,9,7,7 4,,5 4,,7,8,5,8,,5,4,4,7, Πρώτη σε εμφανίσεις κατατάσσεται η Ισπανία με ομάδες, που την έχουν εκπροσωπήσει στους ομίλους του Ch. League μέχρι σήμερα, με ποσοστό,%. Στη συνέχεια, ακολουθούν οι ομάδες της Γερμανίας με ποσοστό 8,4% και η Γαλλία με ποσοστό 7,6%. Η Αγγλία και Ιταλία κατέχουν από 6,7% ενώ οι υπόλοιπες χώρες έχουν ποσοστά που κυμαίνονται από 5,9% έως,8%. Οι ομάδες που εκπροσώπησαν την Ελλάδα είναι με ποσοστό,5%. 6

64 Πίνακας Γεωγραφικός Προσδιορισμός προέλευσης ομάδων Γεωγραφικός Προσδιορισμός Συχνότητα Ποσοστό Ν. Ευρώπη/Μεσόγειος Κ. Ευρώπη Β. Ευρώπη ,5 7,8,7, Οι ομάδες που προέρχονται από την Ν. Ευρώπη και Μεσόγειο εμφανίζονται 47 φορές και κατέχουν την πρώτη θέση σε κατάταξη με ποσοστό 9,5%. Πολύ κοντά τους, ακολουθούν οι χώρες που προέρχονται από την Κ. Ευρώπη, ενώ τελευταίες με,7% εμφανίζονται οι ομάδες της Β. Ευρώπης. Πίνακας Έτος ίδρυσης ομάδων Έτος Συχνότη Ποσοστ ίδρυσης τα ό , 47,,6,4, Οι ομάδες που ιδρύθηκαν στον ό αιώνα ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ μεταξύ κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό στο δείγμα μας με 47,%. Οι αμέσως επόμενες είναι αυτές που ιδρύθηκαν τον 9ο αιώνα μεταξύ 879 με ποσοστό 7%. 5 ομάδες που ιδρύθηκαν μεταξύ στην περίοδο του Β Παγκοσμίου και μεταπολεμικά κατέχουν ποσοστό,6% και τέλος τέσσερις ομάδες που ιδρύθηκαν μεταξύ (σύγχρονη ιστορία) με ποσοστό,4%. Οπότε αναγνωρίζουμε την βαρύτητα της προπολεμικής περιόδου του ού αιώνα στην ίδρυση ευρωπαϊκών ομάδων ποδοσφαίρου, καθώς αργότερα ο αθλητισμός μαζικοποιείται και σε άλλες εκφάνσεις του, όπως για παράδειγμα η καλαθοσφαίριση. Η θεώρηση αυτή συμφωνεί με τις έρευνες που ορίζουν την ιστορία του ποδοσφαίρου στην Αγγλία στις αρχές του ού αιώνα και στη συνάρτησή του με τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης και του αστισμού που παρατηρείται στην Ευρώπη (Hobsbawm, ). 64

65 Πίνακας 4 Αναγραφή χρονολογικού προσδιορισμού στα λογότυπα Χρονολογικός προσδιορισμός Συχνότητα Ποσοστό Δεν Υπάρχει Υπάρχει ,9 6,, Στα περισσότερα λογότυπα δεν συναντούμε την αναγραφή του χρονολογικού προσδιορισμού και συγκεκριμένα του έτους ίδρυσης του Συλλόγου. Το ποσοστό φτάνει στο 6,9%, ενώ 4 ομάδες με ποσοστό 6,% αναγράφουν το έτος ίδρυσης στα σήματα τους. Οπότε διακρίνουμε αφενός την απουσία καταδηλωτικής χρονολογικής/ιστορικής αναφοράς σε εποχή μέσω της συμβατικής χρονολόγησης, αλλά αφετέρου παρατηρούμε ότι ο χρόνος και η εποχή αποδίδεται με συνδηλώσεις συμβόλων, πολιτικών και θρησκευτικών για κάθε εποχή και χώρα σε ένα μακροιστορικό πεδίο αυτοκρατοριών και βασιλειών του 5ου-8ου. Πίνακας 5 Αναγραφή τοπικού προσδιορισμού στα λογότυπα Τοπικότητα Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Χώρα Πόλη Περιφέρειες Συνοικία Μεικτό/άλλο ,,8 6,9 7,6 4,,4, Η πλειονότητα των λογοτύπων, που μελετήσαμε αναφέρεται σε τοπικό προσδιορισμό και συγκεκριμένα στην πόλη από την οποία προέρχεται η ομάδα με ποσοστό 6,9%. Με,% βρίσκουμε λογότυπα που δεν έχουν καμία αναφορά τοπικότητας και μόνο σε ένα λογότυπο και ειδικότερα της Sporting Λισσαβόνας εντοπίζουμε εθνικό προσδιορισμό με ποσοστό,8% επί του συνόλου. Οπότε παρατηρούμε τη σημαντικότητα της πολεο-ιστορίας, της μικροιστορίας, της μικρής κοινότητας και της συγγενικής-οικογενειακής ταυτότητας στην οποία προσβλέπει η εικόνα και την οποία αναγνωρίζει ο φίλαθλος. Η υπόθεση αυτή διασταυρώνεται με τα πορίσματα ερευνών για την ταυτότητα των φιλάθλων, που δομείται σε συγγενικό-μικροκοινοτικού-φιλικούς-ομαδικούς ιστούς (Κυπριανός, 9). 65

66 Πίνακας 6 Εμφάνιση γεωμετρικών σχημάτων στα λογότυπα Γεωμετρικά Σχήματα Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Κύκλος Παραλληλόγραμμο Σφαιροειδές τρίγωνο Τρίγωνο Ρόμβος Ωοειδές ,7 4,,4,8,8 4,,7, Στο μεγαλύτερο ποσοστό των λογοτύπων 4,% εμφανίζεται ο κύκλος και ακολουθείται από ποσοστό 7,7%, όπου δεν υπάρχουν καθαρά σχήματα, αλλά οικόσημα και σύμβολα. Σε ποσοστό,8% συναντούμε το σφαιροειδές τρίγωνο, ένα σχήμα που προσομοιάζει σε ασπίδα και εμφανίζεται σε 6 από τις 9 ομάδες. Η μικρότερη εμφάνιση σχήματος με μία αναφορά είναι αυτή του τριγώνου με ποσοστό,8%. Οπότε φαίνεται ότι ο κύκλος ως σχήμα, που προτιμούν γραφίστες και εικαστικοί αποδίδει τα σημαινόμενα της ομαδικότητας και της συναισθηματικής σχέσης, της αναφοράς τόσο με το παρελθόν που ενώνει συγγενικά και «φυλετικά» τους φιλάθλους μιας ομάδας με δίαυλο, το σύμβολο της ομάδας, αλλά ενώνει και τους ίδιους τους φιλάθλους-δέκτες της εικόνας-σημείου μεταξύ τους. Όπως διαβάζουμε στη βιβλιογραφία ο κύκλος θεωρείται σύμβολο του πνεύματος κινούμενο μέσα από την ενότητά του. Προξενεί ένα αίσθημα χαλάρωσης και συνεχούς ροής. Στην οικογένεια του κύκλου ανήκουν τα καμπύλα σχήματα με κυκλικό χαρακτήρα, όπως η έκλειψη, το ωοειδές, η κυματοειδής καμπύλη και όλα τα αντίστοιχα παράγωγα. Όπως τα βασικά χρώματα έτσι και τα βασικά σχήματα (τετράγωνο, τρίγωνο, κύκλος) μπορούν να βρουν μονοσήμαντες εκφραστικές αξίες. Για πρακτικούς λόγους τα σχήματα είναι πιο αξιόπιστο μέσον αναγνώρισης και προσανατολισμού απ' όσο το χρώμα, εκτός αν η διάκριση του χρώματος περιορίζεται στα θεμελιώδη βασικά χρώματα. Ο Ernest Schachtel αναφέρει ότι «η εμπειρία του χρώματος μοιάζει μ' εκείνην του συναισθήματος ή της συγκίνησης. Και στις δύο περιπτώσεις τείνουμε να είμαστε παθητικοί δέκτες ερεθισμάτων. Μια συγκίνηση δεν είναι το προϊόν του ενεργώς οργανωτικού νου. Απλώς προϋποθέτει ένα είδος ανοίγματος, το οποίο, επί παραδείγματι, ένα καταθλιμμένο άτομο μπορεί να μην έχει. Η συγκίνηση μας ερεθίζει με τον ίδιο τρόπο που μας ερεθίζει και το χρώμα. Το σχήμα, εν αντιθέσει, φαίνεται να απαιτεί μια πιο ενεργή απόκριση. Ανιχνεύουμε το αντικείμενο, εγκαθιστούμε το δομικό του σκελετό, συσχετίζουμε τα μέρη προς το όλον. Παρομοίως ο νους κυριαρχεί επί 66

67 των παρορμήσεων, εφαρμόζει αρχές, συντονίζει μια ποικιλία εμπειριών, και αποφασίζει επί μιας πορείας δράσεως». Για την αντίληψη του σχήματος ο οργανωτικός νους βγαίνει έξω για να συναντήσει το αντικείμενο. Πίνακας 7 Εμφάνιση δεύτερων γεωμετρικών σχημάτων Γεωμετρικά Σχήματα Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Κύκλος Παραλληλόγραμμο Σφαιροειδές τρίγωνο Τρίγωνο Ρόμβος ,9 8,5,7,5,8,5, Στο 7,9% των λογοτύπων δεν υπάρχει δεύτερο γεωμετρικό σχήμα, ενώ σήματα με ποσοστό 8,5% έχουν ως δεύτερο γεωμετρικό σχήμα τον κύκλο. Ο ρόμβος και το σφαιροειδές τρίγωνο εμφανίζονται ως δεύτερα σχήματα από φορές με ποσοστό,5% το καθένα. Πίνακας 8 - Εμφάνιση τρίτων γεωμετρικών σχημάτων Γεωμετρικά Σχήματα Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Κύκλος Παραλληλόγραμμο Σφαιροειδές τρίγωνο Τρίγωνο ,6,8,8,8,8, Σχεδόν όλα τα λογότυπα με ποσοστό 96,6% δεν εμφανίζουν τρίτο γεωμετρικό σχήμα και μόνο τέσσερα λογότυπα με ποσοστό,8% το καθένα, έχουν τρίτο γεωμετρικό σχήμα στην σύνθεσή τους. Οι εκφραστικές αξίες των σχημάτων είναι οι εξής: Τετράγωνο: Είναι σύμβολο της ύλης, της βαρύτητας και του αυστηρού περιορισμού. Στην οικογένεια του τετράγωνου ανήκουν ο σταυρός, το ορθογώνιο, ο μαίανδρος και τα αντίστοιχα παράγωγα. Στο τετράγωνο αντιστοιχεί το κόκκινο χρώμα της ύλης. Το βάρος και η πυκνότητα του κόκκινου ταιριάζουν στο στατικό και βαρύ σχήμα του τετράγωνου. Τρίγωνο: Είναι σύμβολο της σκέψης και έχει μαχητικό και επιθετικό χαρακτήρα. Στην οικογένεια του τριγώνου ανήκουν όλα τα σχήματα με διαγώνιο χαρακτήρα, όπως ο ρόμβος, το τραπέζιο και τα αντίστοιχα παράγωγα. Στο τρίγωνο αντιστοιχεί το κίτρινο χρώμα. Κύκλος: Είναι σύμβολο του πνεύματος κινούμενο μέσα από την ενότητά του. Προξενεί ένα αίσθημα χαλάρωσης και συνεχούς ροής. Στην οικογένεια του κύκλου ανήκουν τα καμπύλα σχήματα με κυκλικό χαρακτήρα, όπως η έκλειψη, το ωοειδές, η κυματοειδής καμπύλη και όλα τα αντίστοιχα παράγωγα. Στον κύκλο αντιστοιχεί το μπλε χρώμα (Η Τέχνη του Χρώματος'', Γιοχάνες Ίττεν, Εκδόσεις Ένωση Καθηγητών Καλλιτεχνικών Μαθημάτων, Αθήνα ''Ανακαλύπτω τα μυστικά της ζωγραφικής'', Γιάννης Σίγουρος, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα - ''Ζητήματα Αισθητικής'', Jean - Pierre Cometti, Jacques Morizot, Roger Pouivet, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 5 - ''Χρωματοθεραπεία - Θεωρία και Πρακτική'', Γκίμπελ Τέο, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος). 67

68 Πίνακας 9 Παρουσία λεκτικού στα λογότυπα Λεκτικό Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Υπάρχει 7 9 5,9 94,, Σε από τα 9 λογότυπα των ομάδων, που ερευνήσαμε υπάρχει σε ποσοστό 94,% παρουσία λεκτικού μηνύματος και μόνο σε 7 απουσιάζει, οπότε διαπιστώνουμε την αξία του γλωσσικού/συνθηματικού υλικού, το οποίο θεωρείται τόσο στα αθλήματα του θεάματος, καθώς επίσης και στα μαζικά αθλήματα αναγκαίος και απαραίτητος δίαυλος επικοινωνίας. Οι φίλαθλοι υιοθετούν και παράγουν επίσης συνθηματικό λόγο ως συνεκτικό κώδικα εντός της ομάδας, αλλά και ως συγκρουσιακό εργαλείο vs της άλλης ομάδας (βλ. συνθηματολογία και ομάδες Λάζαρος). Πίνακας Τρόπος γραφής λεκτικού μηνύματος Τρόπος γραφής Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Συντομογραφία Ολογράφως Μεικτό ,4 6, 5, 5,, Σε 4 από τα 9 λογότυπα με ποσοστό 6,% το λεκτικό μήνυμα εμφανίζεται με μορφή συντομογραφίας και ακολουθεί με ποσοστό 5,% λεκτικό μεικτό μήνυμα (ολογράφως - συντομογραφία), που το βρίσκουμε σε 4 ομάδες. Σε λογότυπα με 5,% επί του συνόλου, υπάρχει ολογράφως η επιγραφή του λεκτικού μηνύματος. Η επιλογή της συντομογραφίας στις περισσότερες ομάδες σημαίνει την «ιδιόλεκτη» κωδικοποιημένη επικοινωνία αναγνωρισιμότητας και οικείωσης μεταξύ των φιλάθλων, ενώ η δεύτερη σε ποσοστό μικτή τυπολογία γραφής αποδίδει περισσότερο ένα άνοιγμα γνωριμίας και διαφήμισης της ομάδας και σε άλλους ίσως φιλάθλους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. 68

69 Πίνακας Πρώτη θεματική λεκτικού μηνύματος Πρώτη θεματική λεκτικού Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Στρατιωτικά Μυθολογία Κοινωνικά Φυσικά στοιχεία ,9 7,7 9,5, 6,7,8,7 5,9,7, Σε 47 λογότυπα με ποσοστό 9,5%, η πρώτη θεματική του λεκτικού μηνύματος, αφορά σε αθλητικά σημαινόμενα. Τα τοπικά σημαινόμενα κατέχουν το 7,7% του συνόλου και το,% αφορά σε ιστορικά. Πίνακας Δεύτερη θεματική λεκτικού μηνύματος Δεύτερη θεματική λεκτικού Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Θρησκεία Μυθολογία Κοινωνικά , 7,,,5 6,7,8,8 6,7, Σε 44 λογότυπα υπάρχουν ως δεύτερη θεματική λεκτικού με ποσοστό 7% τοπικά σημαινόμενα. Με,% ακολουθούν αυτά με αθλητικό προσδιορισμό και με 5,% δεν εμφανίζεται δεύτερη θεματική. Τρίτη θεματική λεκτικού Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Κοινωνικά ,7 4,,,5,7,7, Πίνακας Τρίτη θεματική λεκτικού μηνύματος Το μεγαλύτερο ποσοστό των συμβόλων με ποσοστό 59,7% θεματική δεν εμφανίζει λεκτικού. τρίτη Ένα ποσοστό,% εμφανίζει ως τρίτη θεματική και πάλι τον αθλητισμό ενώ 7 λογότυπα κάνουν αναφορά σε τοπικό προσδιορισμό. 69

70 Πίνακας 4 Τέταρτη θεματική λεκτικού μηνύματος Τέταρτη θεματική λεκτικού Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Κοινωνικά ,9 4,,5,7,7, Το 89,9% των λογοτύπων δεν παρουσιάζει τέταρτη θεματική στο λεκτικό μήνυμα, ενώ ο τόπος και ο αθλητισμός, αν και σε μικρό ποσοστό, εμφανίζονται σε 5 και λογότυπα αντίστοιχα. Συνολικά και από τους τέσσερις πίνακες για τη θεματική ανάλυση του γλωσσικού υλικού προκύπτει η επιλογή της αθλητικότητας και της εντοπιότητας ως σημαινόντων, που απευθύνονται σε φιλάθλους του ποδοσφαίρου και σε όσους αναγνωρίζουν την τοπικότητα της ομάδας. Τα στοιχεία αυτά συμφωνούν επίσης με έρευνες για την ταυτότητα των φιλάθλων του ποδοσφαίρου που αφορά στην εντοπιότητά τους, καθώς επίσης και στην επιβολή της ποδοσφαιρικής σήμανσης σε μαζικό επίπεδο. Όπως σημειώνει ο Α. Κυρίδης (8), η ετερότητα ως έννοια, αλλά και ως κοινωνικό βίωμα υφίσταται κυρίως ως λογική κατηγορία, η οποία απαιτεί την ύπαρξη τουλάχιστον δύο πόλων οι οποίοι θα πρέπει να διαφέρουν τουλάχιστον σε κάτι μεταξύ τους. Η ετερότητα ως διπολικό ή ως πολυπολικό σχήμα δεν σχηματοποιείται ως μια ουδέτερη «απολιτίκ» κατάσταση, αλλά ως εξουσιαστική δομή. Είναι προφανές ότι κάθε πόλος αποκτά μια πολιτική δυναμική την οποία διαχειρίζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να εδραιώσει την θέση στον κοινωνικό σχηματισμό και να αποκτήσει ανταγωνιστικές δυνατότητες στις διαδικασίες νομής και διαχείρισης της εξουσίας. Είναι επίσης προφανές ότι οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην δομή και στην δυναμική του κοινωνικού ιστού έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας συνεχούς διαπάλης μεταξύ των πόλων που σχηματοποιούν την κοινωνική ετερότητα. Δημιουργούνται κατ αυτόν τον τρόπο οι προϋποθέσεις για την ανακάλυψη φανταστικών ή πραγματικών συνεκτικών δομών με ιδεολογική, πρακτική ή φαντασιακή βάση. 7

71 Πίνακας 5 Εμφάνιση συμβόλων Σύμβολα Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Υπάρχει 7 9 6,7 9,, Σε λογότυπα με ποσοστό 9,% εμφανίζονται σύμβολα, ενώ μόνο σε 7 ομάδες απουσιάζουν πλήρως. Η δύναμη των συμβόλων, τα οποία κατασκευάζονται και αναπαράγονται σε κάθε εποχή θεμελιώνουν έναν τύπο «κατά τον οποίο το σημαίνον είναι αυθαίρετο ή καθαρά συμβατικό» με αποτέλεσμα τα σύμβολα να μην είναι κατανοητά από όσους δεν ανήκουν στο συγκεκριμένο τόπο/ομάδα, γιατί κάθε σύμβολο μεταφέρει αναγκαστικά μια ιστορία αναπαράστασης, σύνδεσης και σχέσης. Μ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται μια συναισθηματική προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας με την οποία επιτυγχάνεται η ομοιογενοποίηση των αγωνιζομένων και θεατών μέσα από την ταύτιση του παρελθόντος με το παρόν, τη διακήρυξη της πίστης στον τόπο/ομάδα και στον αγώνα για την νίκη vs του άλλου (Barry, 997). Πίνακας 6 Genre, κειμενικό είδος στο σύνολο των λογοτύπων Genre Θυρεός Σημαία Ασπίδα Οπτικοποίηση Γραμμάτων Πρόσωπα Μεικτά Συχνότητα Ποσοστό ,8 5, 6,9,4,5 5,, Σε ό,τι αφορά στο Genre του οπτικού μηνύματος στο σύνολο του, τα 4 λογότυπα με ποσοστό 5,% είναι μεικτά. Το 6,9% των λογοτύπων εμφανίζει ασπίδες καθώς και το 6,8% θυρεούς. Τέλος, 6 λογότυπα με ποσοστό,4% εμφανίζουν οπτικοποίηση γραμμάτων. 7

72 Πίνακας 7 Κατηγορίες πρώτης εμφάνισης συμβόλων Πρώτο Σύμβολο Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική Ιστορία Πολιτική Ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Συχνότητα Ποσοστό ,9 7,6 9, 4,4 8,5,5 4,,9 5,,7, Τα σύμβολα που αφορούν στην τοπική και πολιτική ιστορία καταλαμβάνουν τα ποσοστά 4,4% και 8,5% αντίστοιχα. Με 9,% ακολουθούν τα αθλητικά σύμβολα, ενώ σε ποσοστό,9% βρίσκουμε σύμβολα που αναπαριστούν φύση (ζώα, φυσικό περιβάλλον και φυτά), τα οποία ωστόσο σημαίνουν και σε θρησκευτικό και πολιτικό πεδίο. Πίνακας 8 - Κατηγορίες δεύτερης εμφάνισης συμβόλων Δεύτερο Σύμβολο Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική Ιστορία Πολιτική Ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Συχνότητα Ποσοστό ,4,5 8,5 9, 7,6,5,8 8,4,8 5,, Η απουσία δεύτερου συμβόλου στο ίδιο έμβλημα επικρατεί σε ποσοστό 4,4% και ακολουθείται από την τοπική ιστορία με εμφανίσεις και ποσοστό 9,%. Σε ό,τι αφορά στον αθλητισμό το ποσοστό εμφάνισης είναι 8,5% και στην πολιτική ιστορία 7,6%. 7

73 Πίνακας 9 - Κατηγορίες τρίτης εμφάνισης συμβόλων Τρίτο Σύμβολο Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική Ιστορία Πολιτική Ιστορία Θρησκεία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Σύνολα ,7,8,9 6,7,4,8 7,6,8 4,, Από τα 9 λογότυπα τα 77 δεν εμφανίζουν τρίτο σύμβολο ενώ από τα υπόλοιπα 4 όπου εμφανίζεται σύμβολο το επικρατέστερο ποσοστό με,9% αφορά στον αθλητισμό. Η κατηγορία φύση εμφανίζεται με ποσοστό 7,6% ενώ η τοπική ιστορία με 6,7%. Πίνακας - Κατηγορίες τέταρτης εμφάνισης συμβόλων Τέταρτο Σύμβολο Δεν υπάρχει Αθλητισμός Τοπική Ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Συχνότητα Ποσοστό ,7,4,4,7,8,4,7, Τέταρτο σύμβολο δεν εμφανίζεται σε ποσοστό 85,7%, ενώ από το υπόλοιπο 4,%, ο αθλητισμός, η τοπική ιστορία και η φύση καταλαμβάνουν από,4%. Πίνακας - Κατηγορίες πέμπτης εμφάνισης συμβόλων Πέμπτο Σύμβολο Δεν υπάρχει Αθλητισμός Τοπική Ιστορία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας Συχνότητα Ποσοστό 4 9 9,,4,7,8,8, Φαίνεται πως στην πλειονότητα των λογοτύπων δεν υπάρχει πέμπτο σύμβολο, ενώ και πάλι σε αυτά που παρουσιάζεται αφορά στον αθλητισμό με ποσοστό,4%. 7

74 Πίνακας - Κατηγορίες έκτης εμφάνισης συμβόλων Έκτο Σύμβολο Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Αθλητισμός Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος ,6,8,5, Το 96,6% του συνόλου χαρακτηρίζεται από απουσία έκτου συμβόλου. Από τα 4 που εμφανίζουν σύμβολο στην κατηγορία αυτή το επικρατέστερο αφορά την σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος σε ποσοστό,5%. Από τους πίνακες 7, 8, 9,,, προκύπτει πως το 94,% των εμβλημάτων διαθέτει τουλάχιστον ένα σύμβολο. Ποσοστό 75,6% επί του συνόλου διαθέτει από δύο σύμβολα, ενώ ποσοστό 5,% τρία ή και περισσότερα σύμβολα. Οπότε από το σύνολο των ποσοτικών πινάκων προκύπτει ότι ο τόπος και η ιστορία του κυρίως μέσα από τις συγκρούσεις, τους πολέμους, τις επαναστάσεις και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις πολιτευμάτων και ηγεμονιών αναπαρίστανται στα περισσότερα λογότυπα επιβεβαιώνοντας τις θεωρίες για τη συγκρότηση της αθλητικής ετερότητας ως τμήμα της κοινωνικοποίησης και στοιχείο της κοινωνικής ταυτότητας. Επίσης πολύ συχνά αναπαρίστανται αθλητικά σύμβολα, που αναφέρονται καταδηλωτικά και κυρίαρχα στην μπάλα του ποδοσφαίρου, που αποτελεί το αναγνωρίσιμο σύμβολο σε διεθνές, ταξικό, φυλετικό, ηλικιακό ακόμη και έμφυλο πεδίο. Πίνακας Προέλευση χρώματος λογοτύπων Προέλευση Χρωμάτων Συχνότητα Ποσοστό Αυθαίρετη/Αθλητική Εθνικά Χρώματα Τοπικά Χρώματα Θρησκευτικά Χρώματα Πολιτικά Χρώματα Χορηγού 6 9 5, 6,8 6,9,7,5,8, Στο πίνακα παρατηρούμε πως στο 5,% των λογοτύπων η προέλευση του χρώματος είναι αυθαίρετη/αθλητική ακολουθώντας τα χρώματα της ομάδος. Με ποσοστά 6,9% τα χρώματα με τοπική προέλευση έρχονται δεύτερα στο υλικό μας, ενώ αυτά που σχετίζονται με εθνικά χρώματα τα βρίσκουμε στην τρίτη θέση. 74

75 Πίνακας 4 Συνδυασμοί χρωμάτων Συνδυασμοί Χρωμάτων Συχνότητα Ποσοστό Πολύχρωμα Δίχρωμα Άλλα ,9 7,7,4, Σε ό,τι αφορά στα χρώματα το 68,9% των λογοτύπων είναι πολύχρωμα. Ένα ποσοστό 7,7% παρουσιάζεται με διχρωμία, ενώ μόνο 4 λογότυπα δεν κυριαρχούνται από χρώμα, αλλά μόνο από καθαρά σύμβολα. Πίνακας 5 Στάση και κίνηση Στάση-κίνηση Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Στάση Κίνηση , 6,,5, Στο 6,% του συνόλου δεν βρίσκουμε σύμβολα σε στάση ή σε κίνηση. Σε ποσοστό 6,% υπάρχουν σύμβολα σε στάση. Πίνακας 6 Ύπαρξη σεναρίου Σενάριο Δεν υπάρχει Υπάρχει Συχνότητα Ποσοστό ,5 9,5, Στο μεγαλύτερο ποσοστό των λογοτύπων δεν υπάρχει σενάριο με ποσοστό 6,5%, ενώ σε 9,5 εμφανίζεται και ασκεί ενδιαφέρον για τον ερευνητή, γιατί συγκροτεί μια πολυτροπική αφήγηση, που ελκύει επίσης απαιτητικούς δέκτες. Στα σενάρια που συγκροτούνται μπορούμε να διαβάσουμε πραγματικά και μυθολογικά αναφερόμενα από τις τοπικές ιστορίες των λαών και πολιτισμών κυρίως σε μακρο-ιστορικό πεδίο. Επίσης μπορούμε να αναγνωρίσουμε σε διακειμενικό πεδίο μυθολογικές και θρησκευτικές ιδεοληψίες, διαφορετικές ερμηνείες για τα ίδια σύμβολα, όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια σε συγκεκριμένα σύμβολα-περιπτώσεις. 75

76 Πίνακας 7 Ύπαρξη εσωτερικού και εξωτερικού χώρου Χώρος μόνο εσωτερικός/χώρος και εξωτερικός Συχνότητα Ποσοστό Μόνο εσωτερικός Και εξωτερικός ,6 45,4, Εδώ βλέπουμε τα ποσοστά σχεδόν μοιρασμένα με 65 λογότυπα να αποτελούνται μόνο από εσωτερικό χώρο και 54 και από εξωτερικό με ποσοστά 54,6% και 45,4% αντίστοιχα. Πίνακας 8 Κατανομή στο χώρο: άνω, κάτω και μεικτά Άνω/Κάτω/Μεικτά Συχνότητα Ποσοστό Δεν υπάρχει Άνω Κάτω Μεικτό ,6 8,5 7,6 9,, Σε συνέχεια του προηγούμενου πίνακα βλέπουμε πως σε ποσοστό και πάλι 54,6% δεν υπάρχει άνω, κάτω ή μεικτή κατανομή στο χώρο, άρα πρόκειται για χώρο εσωτερικό μόνο. Το υπόλοιπο ποσοστό κατανέμεται με 8,5% στα εμβλήματα που έχουν σύμβολα επάνω, το 9,% είναι μεικτά και ένα ποσοστό 7,6% παρουσιάζει σύμβολα στο κάτω μέρος του λογοτύπου. 76

77 ΙΙΙ. Συνταγματικός άξονας Πίνακας 9 Συσχέτιση Genre και Γεωγραφικού Προσδιορισμού Συσχέτιση Genre Γεωγραφικού Μεσόγειος/Νότια Κεντρική Βόρεια Ευρώπη Ευρώπη Ευρώπη 7,7% 6,4% 5,9% 4,4% 4,4% 8,9% 9 5 8,5%,7% 4 4,8% 4 6,8% 6 5,% 6,9% 6 6,4%,% 4,8%,4%,%,%,7%,5% 5,5% 47,% 8 4,% 45,% 44,4% 7,% 4 5,% 9,% Προσδιορισμού Θυρεός Σημαία Ασπίδα Οπτικοποίηση γραμμάτων Πρόσωπα (ανθρώπινο ή άλλο) Μεικτό Παρατηρούμε πως σε ό,τι αφορά στο γεωγραφικό προσδιορισμό το επικρατέστερο Genre των συμβόλων της Μεσογείου/Ν.Ευρώπης είναι η ασπίδα με 5 από τα 47 λογότυπα. Το αμέσως επόμενο Genre των συμβόλων της Ν. Ευρώπης είναι ο θυρεός με ποσοστό 7,7%, ενώ και τα μεικτά καταλαμβάνουν ποσοστό 5,5% με λογότυπα. Στην Κ. Ευρώπη επικρατέστερο Genre βρίσκουμε το μεικτό με 4% που ακολουθείται από τις ασπίδες με 8,9% και την οποτικοποίηση γραμμάτων με %. Στα λογότυπα των ομάδων της Β. Ευρώπης επικρατεί το μεικτό Genre, που εδώ ακολουθείται από τους θυρεούς με 8,5% και με ποσοστό 4,8% τόσο από τις ασπίδες όσο και από την οπτικοποίηση γραμμάτων. Συνολικότερα βλέπουμε πως στις ομάδες της Ν. Ευρώπης προτιμούνται αναπαραστάσεις θυρεών και ασπίδων, ενώ στην βόρεια και κεντρική τα λογότυπα έχουν ενσωματώσει τις μεικτές. Επίσης δεν είναι αμελητέο το γεγονός πως στην Κ. Ευρώπη δεν βρίσκουμε πολλούς θυρεούς (μόλις ) καθώς και το ότι το ποσοστό τους αυξάνει σημαντικά στην βόρεια και νότια Ευρώπη με 7,7% και 8,5% αντίστοιχα. Τέλος να σχολιάσουμε πως στην Ν. Ευρώπη το μεικτό Genre εμφανίζεται με τα λιγότερα λογότυπα σε σχέση με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, οπότε η 77

78 επιθετικότητα που σημαίνουν τα αμιγώς πολεμικά σύμβολα (ασπίδες, θυρεοί) εντοπίζονται στις παλαιότερες χρονολογικά ομάδες (Ισπανία, Αγγλία), αλλά και σε ό,τι ονομάζουμε μεσογειακό κύκλο λαών και νοοτροπιών (Braudel.), όπως η Πορτογαλία, Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα, Τουρκία με διαφορετικό από το βορρά ταμπεραμέντο και συμπεριφορά. Το διπολικό σχήμα βορράς vs νότος φαίνεται να διασπάται στην ανάλυση που επιχειρούμε, καθώς οι παλαιότερες ομάδες του βορρά και του νότου, αλλά και οι νεότερες ευρωπαϊκές ομάδες συγχρωτίζονται σε πολυγωνικά σχήματα με δίαυλο τα κοινά σύμβολα μιας κοινής επιθετικής, αγωνιστικής, ομαδικής αθλητικής, κοινωνικής ταυτότητας. Η βρετανικότητα/αθλητικότητα δεν φαίνεται να διακρίνεται τοπογεωγραφικά από την μεσογειακή/ανατολική/βαλκανική αθλητικότητα όσον αφορά στις επιλογές αυτοκρατορικών, ιστορικών, θρησκευτικών παρελθοντικών συμβόλων και αναφορών. Πίνακας - Συσχέτιση Υποκατηγορίας Συμβόλων Αναπαραστάσεων Φύσης και Γεωγραφικού Προσδιορισμού Συσχέτιση Υποκατηγορίας Συμβόλων Αναπαραστάσεων Μεσόγειος/Νότια Κεντρική Βόρεια Φύσης Γεωγραφικού Ευρώπη Ευρώπη Ευρώπη,% 6,%,% 5,%,%,% 4 8,% 5,% 66,7%,%,%,% Προσδιορισμού Φυτά Ζώα Φυσικό περιβάλλον,% 5 8,5% 5 8,5%,% Στον παραπάνω πίνακα βλέπουμε πως όταν στα λογότυπα υπάρχουν αναπαραστάσεις φύσης τότε στην Ν. Ευρώπη εμφανίζονται αυτές των ζώων με ποσοστό 6%, στην κεντρική του φυσικού περιβάλλοντος (αστέρια, ήλιος, νερό) με ποσοστό 8%, και στην βόρεια των φυτών με ποσοστό 66,7%. Οποιαδήποτε συνάρτηση αυτών των στοιχείων με την χλωρίδα και πανίδα των περιοχών δεν αποκλείεται, αλλά δεν εντάσσεται στα ερωτήματα της μελέτης μας. 78

79 Πίνακας - Συσχέτιση Κατηγορίας Τρίτης Εμφάνισης Συμβόλων και Γεωγραφικού Προσδιορισμού Συσχέτιση Κατηγορίας Τρίτης Εμφάνισης Συμβόλων Μεσόγειος/Νότια Κεντρική Βόρεια Ευρώπη Ευρώπη Ευρώπη 6,8%,% 8 7,% 4 8,5% 4,%,%,% 4 75,6%,% 6,7%,%,%,% 6,7% 48,%,% 7,4%,%,7%,% 5 8,5% 77 64,7%,8%,9% 8 6,7% 4,4%,8% 9 7,6%,%,%,7%,8% 5,% 4,4% 7,4% 4,% 47,% 45,% 7,% 9,% Γεωγραφικού Προσδιορισμού Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Στον πίνακα βλέπουμε πως στα λογότυπα της Κ. Ευρώπης με 75,6% δεν εμφανίζεται τρίτο σύμβολο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Β. Ευρώπη είναι 48,%. Η Ν. Ευρώπη βρίσκεται στο μέσω της κατάταξης με ποσοστό 6,8%. Γίνεται φανερό πως στην Β. Ευρώπη στα εμβλήματα κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούνται περισσότερα σύμβολα από ό,τι στην νότια και την κεντρική. Όταν πρόκειται για τρία σύμβολα σε ένα έμβλημα της Ν. Ευρώπης τότε τα αθλητικά εμφανίζονται με το μεγαλύτερο ποσοστό (7%), ενώ σε αυτά της βόρειας βρίσκουμε αναπαραστάσεις φύσης με 8,5% και τοπικής ιστορίας με,%. Ωστόσο και στην περίπτωση αυτή τα σύμβολα που επιλέγονται από το φυσικό περιβάλλον αναφέρονται σε ιστορικά σημαίνοντα της πολεο-ιστορίας και του τόπου σε μυθολογικό και εικονογραφικό πεδίο. 79

80 Πίνακας Συσχέτιση Εμφάνισης Λεκτικού και Τοπικότητας Τοπικότητα Συσχέτιση Εμφάνισης Λεκτικού Δεν Τοπικότητας υπάρχει 5,8% 9 79,% 4,% Δεν υπάρχει Υπάρχει Χώρα Πόλη,%,%,%,6% 74 97,4% 76,% Διοικητικές Περιφέρειες,% 9,% 9,% Συνοικία Μεικτό/Άλλο,% 5,% 5,%,% 4,% 4,% 7 5,9% 94,% 9,% Στο σύνολο 76 εμβλημάτων, όπου η τοπικότητα αναφέρεται σε πόλεις τότε εμφανίζεται και λεκτικό μήνυμα στα εμβλήματα με ποσοστό 97,4%. Στα 4 λογότυπα που δεν υπάρχει τοπικός προσδιορισμός επίσης εμφανίζεται λεκτικό μήνυμα με ποσοστό 79,%. Καταλαβαίνουμε πως στο μεγαλύτερο ποσοστό των εμβλημάτων υπάρχει λεκτικό μήνυμα και στα περισσότερα από αυτά αφορά στον προσδιορισμό της πόλης από όπου προέρχεται η ομάδα, στοιχείο που συμφωνεί με τις προηγούμενες συναρτήσεις και ενισχύει το ρόλο της τοπικότητας ως συνεκτικού δεσμού αθλητικής/κοινωνικής ταυτότητας. Πίνακας Συσχέτιση Τρόπου Γραφής και Τοπικότητας Συσχέτιση Τρόπου Γραφής Τοπικότητας Δεν υπάρχει Συντομογραφία Ολογράφως Μεικτό Τοπικότητα Δεν υπάρχει Χώρα Πόλη Διοικητικές Περιφέρειες Συνοικία Μεικτό/Άλλο,5% 45,8% 9 7,5% 4,% 4,%,%,%,%,%,%,% 6 4,% 7,4% 4,% 76,%,%,%,%,% 9,%,% 4,%,% 4,% 5,%,% 5,%,% 75,% 4,% Σε συνέχεια του προηγούμενου πίνακα βλέπουμε πως όταν δεν υπάρχει τοπικότητα στα λογότυπα τότε σε ποσοστό 45,8% βρίσκουμε το λεκτικό μήνυμα σε μορφή συντομογραφίας, ενώ όταν η τοπικότητα αφορά σε πόλεις τότε το λεκτικό μήνυμα έχει με ποσοστό 4,% μορφή μεικτή (συντομογραφία και ολογράφως). 8 4,4% 4 6,% 5,% 4 5,% 9,%

81 Από τους δύο πίνακες παραπάνω φαίνεται πως τα εμβλήματα τις περισσότερες φορές κάνουν αναφορά σε πόλεις, ενώ κυριαρχούνται στο τρόπο γραφής από συντομογραφίες μιας και η μορφή που παίρνει το λεκτικό μήνυμα είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει τοπικότητα είναι ή συντομογραφία ή μεικτό δηλαδή εμπεριέχει και πάλι συντομογραφία. Πίνακας 4 - Συσχέτιση Εμφάνισης Τρίτης Θεματικής Λεκτικού και Τοπικότητας Συσχέτιση Εμφάνισης Τρίτης Θεματικής Λεκτικού Τοπικότητας Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Κοινωνικά Χαρακτηριστικά Τοπικότητα Δεν υπάρχει Χώρα Πόλη Διοικητικές Περιφέρειες Συνοικία Μεικτό/Άλλο 8,%,% 8,% 4,%,%,%,%,%,%,% 9 5,% 4 8,4% 8,7%,6%,6% 7 77,8%,%,%,%,% 4 8,%,%,%,%,% 5,% 5,% 5,%,%,% 7 59,7% 7 4,% 4,%,5%,7% 4,%,%,%,%,%,%,7% 4,%,% 76,% 9,% 5,% 4,% 9,% Στο 59,7% των λογοτύπων δεν υπάρχει τρίτη θεματική λεκτικού. Από αυτές τις 7 ομάδες οι 9 παρουσιάζουν ως τοπικότητα τις πόλεις από όπου προέρχονται ενώ δεν έχουν καμία αναφορά σε τόπο. Όταν δεν προσδιορίζεται ο τόπος τότε κατά 8,% δεν υπάρχει και τρίτη θεματική λεκτικού. Όταν προσδιορίζεται ο τόπος με αναφορά σε πόλη τότε με ποσοστό 5,% δεν υπάρχει τρίτη θεματική λεκτικού ενώ όταν υπάρχει τότε κάνει αναφορά σε αθλητικά σημαινόμενα με ποσοστό,7%. Φαίνεται πως προτιμούνται κατ αρχήν σύντομα μηνύματα με αναφορές σε πόλεις προέλευσης και στις περιπτώσεις που αυτά είναι μεγαλύτερα τότε τονίζεται η αθλητική-ποδοσφαιρική ιδιότητα. 8

82 Πίνακας 5 - Συσχέτιση Εμφάνισης Τέταρτης Θεματικής Λεκτικού και Τοπικότητας Συσχέτιση Εμφάνισης Τέταρτης Θεματικής Λεκτικού Τοπικότητας Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Κοινωνικά Χαρακτηριστικά Τοπικότητα Δεν υπάρχει Χώρα Πόλη Διοικητικές Περιφέρειες Συνοικία Μεικτό/Άλλο 95,8%,% 4,%,%,%,%,%,% 68 89,5%,9%,6%,% 9,%,%,%,% 4 8,%,%,%,% 75,% 5,%,%,% 7 89,9% 5 4,%,5%,7%,%,%,6%,%,%,%,7% 4,%,% 76,% 9,% 5,% 4,% 9,% Σε 7 λογότυπα δεν υπάρχει τέταρτη θεματική λεκτικού και από αυτά τα 68 παρουσιάζουν τοπικότητα στη μορφή της πόλης. Φαίνεται όπως και πριν πως όσο περισσότερες θεματικές λεκτικού υπάρχουν τόσο σε λιγότερα εμβλήματα τις συναντούμε και ενώ το μήνυμα παραμένει σύντομο παρόλα αυτά βρίσκουμε σημαινόμενα τοπικότητας και μάλιστα πόλεων. 8

83 Πίνακας 6 Συσχέτιση Τρόπου Γραφής και Γεωμετρικών Σχημάτων Γεωμετρικά Σχήματα Συσχέτιση Τρόπου Γραφής Δεν υπάρχει Κύκλος Παραλληλόγραμμο,% 6 48,5% 6 8,%,%,%,% 4 9,% 6,% 8 7,5% 48,%,%,% 5,% 5,% 4,% Σφαιροειδές Τρίγωνο Ρόμβος Ωοειδές τρίγωνο Γεωμετρικών Σχημάτων Δεν υπάρχει Συντομογραφία Ολογράφως Μεικτό 7,7% 8,8% 5 9,% 4,% 6,%,%,%,%,%,%,% 4 8,%,%,% 5,%,%,% 5,% 5,%,% Ο τρόπος γραφής του λεκτικού μηνύματος όταν δεν συναντάμε σχήματα στα λογότυπα είναι κυρίως συντομογραφία με ποσοστό 48,5% μεταξύ εμβλημάτων. Όταν υπάρχει κύκλος στο έμβλημα τότε βλέπουμε πως επικρατεί ο μεικτός τρόπος γραφής με ποσοστό 7,5% αν και οι συντομογραφίες όπως και η ολογραφίες έχουν και αυτές υψηλά ποσοστά με 9,% και,% αντίστοιχα. Αν το σχήμα είναι σφαιροειδές τρίγωνο τότε επικρατεί ο μεικτός τρόπος γραφής με ποσοστό 4,% και ακολουθείται από τις συντομογραφίες με ποσοστό,8%. Εξετάζοντας το πίνακα συνολικά βλέπουμε πως στα περισσότερα εμβλήματα (48) το σχήμα που επικρατεί είναι ο κύκλος, που ακολουθείται από απουσία καθαρών σχημάτων () και σε κάθε περίπτωση το λεκτικό μήνυμα εμπεριέχει οπωσδήποτε συντομογραφία (ποσοστό 6,% οι συντομογραφίες και 5,% τα μεικτά). 8 4,4% 4 6,% 5,% 4 5,% 9,%

84 Πίνακας 7 Συσχέτιση Genre και Γεωμετρικών Σχημάτων Γεωμετρικά Σχήματα Συσχέτιση Genre(οπτικό) Γεωμετρικών Σχημάτων Θυρεός Σημαία Ασπίδα Οπτικοποίηση Γραμμάτων Πρόσωπο Μεικτό Σφαιροειδές Τρίγωνο Ρόμβος Ωοειδές τρίγωνο Δεν υπάρχει Κύκλος Παραλληλόγραμμο 8 4,%,%,% 5 5,4% 4,% 4,% 9,%,% 75,% 6,%,% 7 65,4%,%,%,%,%,%,%,% 5,%,% 6,8% 6 5,% 6,9% 6 5,% 8,8%,%,%,% 4,%,%,4%,% 9 7,%,% 6,% 7 56,% 48,%,% 5,% 4,%,%,5% 6,%,%,%,%,%,% 5,%,% 5,%,%,5% 4 5,% 9,% Στα λογότυπα που δεν υπάρχουν καθαρά σχήματα το Genre που επικρατεί είναι η ασπίδα με ποσοστό,% που ακολουθείται από το μεικτό με 7,% και τους θυρεούς 4,%. Στα εμβλήματα με κύκλο το Genre είναι τις περισσότερες φορές μεικτό με ποσοστό 56,%. Στα σφαιροειδή τρίγωνα το Genre είναι 65,4% η ασπίδα που ακολουθείται επίσης από θυρεούς με ποσοστό,%. Έτσι όταν το σχήμα του εμβλήματος δεν είναι κύκλος τότε αυτό προσομοιάζει κυρίως σε ασπίδες και θυρεούς (59 από τα 9 λογότυπα). 84

85 Πίνακας 8 Συσχέτιση Τρόπου Γραφής και Εμφάνισης Δεύτερου Γεωμετρικού Σχήματος Εμφάνιση Δεύτερου Γεωμετρικού Σχήματος Συσχέτιση Τρόπου Γραφής Δεν υπάρχ ει Εμφάνισης Δεύτερου Σφαιροειδές Τρίγωνο Ρόμβος τρίγωνο Κύκλος Παραλληλόγραμμο,% 4,5% 45,5% 5,%,%,% 5,% 5,%,%,%,% 66,7%,%,%,%,%,% 66,7%,%,% 4,4% 4 6,% 5,% 4 5,% 9,%,%,%,%,%,% Γεωμετρικού Σχήματος,4% 9 44,% 8,5% 8,8% 88, % Δεν υπάρχει Συντομογραφία Ολογράφως Μεικτό Στα εμβλήματα που υπάρχει δεύτερο σχήμα αυτό συνήθως είναι κύκλος ( λογότυπα) και ο τρόπος γραφής είναι μεικτός κατά 5% και ολογράφως κατά 45,5%. Πίνακας 9 Συσχέτιση Ύπαρξης συμβόλων Εμφάνισης Τρίτου Γεωμετρικού Σχήματος Εμφάνιση Τρίτου Γεωμετρικού Σχήματος Συσχέτιση Ύπαρξης Συμβόλου Εμφάνισης Τρίτου Γεωμετρικού Σχήματος Δεν υπάρχει Υπάρχει Δεν υπάρχει Κύκλος 7 6,% 8 9,9% 5,%,%,%,% Παραλληλόγραμμο Τρίγωνο Ρόμβος,%,%,%,%,%,%,%,%,% 8 6,7% 9,% 9,% Όσο λιγότερα σχήματα υπάρχουν σε ένα λογότυπο τόσο αυξάνει η ύπαρξη συμβόλων. 5 από τα 9 εμβλήματα δεν έχουν τρίτο γεωμετρικό σχήμα και από αυτά τα 8 έχουν κάποιο σύμβολο. 85

86 Πίνακας 4 Συσχέτιση Τρόπου Γραφής και Λεκτικού μηνύματος Συσχέτιση Τρόπου Γραφής Λεκτικού Δεν υπάρχει Συντομογραφία Ολογράφως Μεικτά Λεκτικό Δεν υπάρχει Υπάρχει 4 57,%,% 4 4,9% 5,7%,% 6,8% 4,% 7,5% 7,%,% 4,4% 4 6,% 5,% 4 5,% 9,% Φαίνεται πως όταν υπάρχει λεκτικό μήνυμα τότε το 5,7% το βρίσκουμε σε μορφή συντομογραφίας, το 6,8% ολογράφως και 7,5% μεικτά. Από τα λογότυπα τα 8 έχουν λεκτικό το οποίο συμπεριλαμβάνει συντομογραφία. Πίνακας 4 Συσχέτιση Ύπαρξης Λεκτικού και Πρώτης Θεματικής Λεκτικού Συσχέτιση Λεκτικού Πρώτης Θεματικής Λεκτικού Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Στρατιωτικά Μυθολογία Κοινωνικά χαρακτηριστικά Φυσικά στοιχεία Λεκτικό Δεν υπάρχει 7,%,%,%,%,%,%,%,%,% 7,% Υπάρχει,% 9,5% 47 4,%,7% 8 7,%,9%,8% 7 6,%,8%,% 7 5,9% 7,7% 47 9,5%,% 8 6,7%,8%,7% 7 5,9%,7% 9,% Στον πίνακα 5 βλέπουμε πως όταν υπάρχει λεκτικό τότε η πρώτη θεματική είναι με ποσοστό 4% αυτή του αθλητισμού, που ακολουθείται από αυτή του τόπου 86

87 με ποσοστό 9,5. Οκτώ από τα εμβλήματα που παρουσιάζουν πρώτη θεματική λεκτικού αναφέρονται στην ιστορία. Πίνακας 4 Συσχέτιση Ύπαρξης Λεκτικού και Δεύτερης Θεματικής Λεκτικού Συσχέτιση Λεκτικού Δεύτερης Θεματικής Λεκτικού Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Θρησκεία Μυθολογία Κοινωνικά χαρακτηριστικά Λεκτικό Δεν υπάρχει 7,%,%,%,%,%,%,%,% 7,% Υπάρχει 9,8% 44 9,% 6,%,7% 8 7,%,9%,9% 8 7,%,% 8 5,% 44 7,% 6,%,5% 8 6,7%,8%,8% 8 6,7% 9,% Σε σχέση και με τον προηγούμενο πίνακα βλέπουμε πως 44 εμβλήματα από τα που έχουν και δεύτερη θεματική λεκτικού αναφέρονται σε τόπο και 6 και πάλι στον αθλητισμό. Γίνεται φανερό πως η πρώτη και η δεύτερη θεματική λεκτικού κυριαρχούνται από αθλητικά και τοπικά σημαινόμενα. 87

88 Πίνακας 4 - Συσχέτιση Ύπαρξης Λεκτικού και Τρίτης Θεματικής Λεκτικού Λεκτικό Δεν υπάρχει Υπάρχει Δεν υπάρχει,% 57,% 59,7% 7 7 Τόπος,% 5,% 4,% 4 4 Αθλητισμός,%,4%,% Ιστορία,%,7%,5% Πολιτική,%,8%,7% Κοινωνικά χαρακτηριστικά,%,8%,7% 7 9,%,%,% Στον πίνακα 7 βλέπουμε πως στα 64 από τα λογότυπα, που έχουν λεκτικό δεν υπάρχει τρίτη θεματική, ενώ και πάλι όπου αυτή εμφανίζεται τότε αφορά σε ποσοστό,4% αθλητικά σημαινόμενα και σε ποσοστά 5,% σε τοπικά. Συσχέτιση Λεκτικού Τρίτης Θεματικής Λεκτικού Πίνακας 44 - Συσχέτιση Ύπαρξης Λεκτικού και Πρώτης Κατηγορίας Συμβόλου Συσχέτιση Λεκτικού Πρώτης Κατηγορίας Συμβόλου Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Λεκτικό Δεν υπάρχει 4,% 4,9% 4,% 4,% 4,%,%,%,% Υπάρχει 6 5,4% 6 5,4% 9,6% 8 5,% 8,8%,7% 5 4,5%,6% 6 7 5,9% 9 7,6% 9,% 9 4,4% 8,5%,5% 5 4,%,9% 6,% 5,4% 5,%,% 7,%,8%,%,7% 9,% 88

89 Από τα εμβλήματα που έχουν λεκτικό τα περισσότερα εμπεριέχουν σύμβολα που αφορούν στην τοπική ιστορία (8 από τα ). Ακολουθούν τα σύμβολα που αφορούν στον αθλητισμό ( στα ) και στην συνέχεια αυτά που αφορούν στην πολιτική ιστορία ( στα ). Σε σχέση και με τους πίνακες 5, 6 και 7 φαίνεται πως τα περισσότερα σύμβολα () κυριαρχούνται τόσο σε ό,τι αφορά στο λεκτικό μήνυμα όσο και στο οπτικό από σημαινόμενα αθλητικά, τοπικά και ιστορικά Πίνακας 45 Συσχέτιση Πρώτης Θεματικής Λεκτικού και Τρόπου Γραφής Συσχέτιση Πρώτης Θεματικής Λεκτικού Τρόπου Γραφής Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Ιστορία Πολιτική Στρατιωτικά Μυθολογία Κοινωνικά Χαρακτηριστικά Φυσικά Στοιχεία Τρόπος Γραφής Δεν υπάρχει 4,%,%,%,%,%,%,%,%,% 4,% Συντομογραφία Ολογράφως 7,%,% 9 44,% 7,% 4 9,%,%,%,%,% 4,%,% 7,% 8 6,7% 5 6,7% 6,7%,%,% 4,% 6,7%,% Μεικτό,%,% 47,6% 4 9,5% 4,8%,%,4% 4,8%,% 4,% 7 5,9% 7,7% 47 9,5%,% 8 6,7%,8%,7% 7 5,9%,7% 9,% Όπως είδαμε και προηγούμενα οι συντομογραφίες και ο μεικτός τρόπος γραφής επικρατούν. Εδώ φαίνεται επίσης πως οι αναφορές στον τόπο και τον αθλητισμό είναι κυρίαρχες. Σε ό,τι αφορά στα ποσοστά ο τόπος εμφανίζεται με,% σε μορφή συντομογραφίας και ο αθλητισμός σε ποσοστό 44,%. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο μεικτό τρόπο γραφής: ο τόπος εμφανίζεται με ποσοστό % και ο αθλητισμός με 47,6%. Στις περιπτώσεις που πρόκειται για μηνύματα που γράφονται ολογράφως βλέπουμε πως αν και πάλι κυρίαρχα τα σημαίνοντα τόπου και αθλητισμού μειώνονται τα ποσοστά τους (,% και 6,7% αντίστοιχα), ενώ αυξάνουν σημαντικά 89

90 ποσοστά σημαινόντων που αφορούν στην Ιστορία (6,7%), στα κοινωνικά χαρακτηριστικά (,%), την πολιτική και τα φυσικά στοιχεία (6,7% το καθένα). Καταλαβαίνουμε πως όταν πρόκειται τα λογότυπα να κάνουν αναφορά σε κάτι πέραν του τόπου και του αθλητισμού τότε η μορφή γραφής γίνεται ολογράφως, για να υπάρχει αναγνωρισιμότητα. Πίνακας 46 Συσχέτιση Ύπαρξης Συμβόλου και Πρώτης Κατηγορίας Συμβόλου Συσχέτιση Ύπαρξης Συμβόλου Πρώτης Κατηγορίας Συμβόλου Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων Σύμβολο Δεν υπάρχει 7 %,%,%,%,%,%,%,% Υπάρχει,%,% 9 8,%,7% 9 5,% 9,8%,7% 5 4,5%,7% 6 7 5,9% 9 7,6% 9,% 9 4,4% 8,5%,5% 5 4,%,9% 6 5,4% 5,%,%,8%,7% 7 9,%,%,% Σε ό,τι αφορά στα σύμβολα βλέπουμε πως όταν αυτά υπάρχουν στο Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος λογότυπο τότε τα περισσότερα (9) αναφέρονται στην τοπική ιστορία. κάνουν αναφορά στον αθλητισμό, στην πολιτική ιστορία αφορούν φυσικά στοιχεία, 9 τόπο, 6 σε χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων. Βλέπουμε πως συνολικά 6 από τα 9 λογότυπα κάνουν κάποια μορφή αναφοράς στον τόπο από όπου προέρχονται και στην ιστορία του, οπότε η τοπική ιστορία, η πολεο-ιστορία και σημασιολογικά οι τοπικές ταυτότητες της ιδιαίτερης πατρίδας αναδεικνύονται σε σύστημα συγγένειας και κοινότητας για τους φιλάθλους. 9

91 Τα αποτελέσματά μας συμφωνούν με άλλες έρευνες, που ορίζουν ως δομικό στοιχείο της αθλητικής ταυτότητας και ομαδοποίησης τη συγγενική-οικογενειακή ιεραρχία με αναφορά στην εγγύτητα της τοπικότητας, η οποία ορίζεται vs των άλλων/ξένων, από άλλη πόλη/τόπο/οικογένεια. Πίνακας 47 - Συσχέτιση Ύπαρξης Συμβόλου και Δεύτερης Κατηγορίας Συμβόλου Συσχέτιση Ύπαρξης Συμβόλου Δεύτερης Κατηγορίας Συμβόλου Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Σύμβολο Δεν υπάρχει 7 %,%,%,%,%,%,%,% Υπάρχει 9,8%,7% 9,8%,7% 8,%,7%,9% 9,% 9 4,4%,5% 8,5% 9,% 7,6%,5%,8% 8,4%,%,9%,8%,% 7,% 6 5,4%,% 6 5,% 9,% Σε συνέχεια του προηγούμενου πίνακα παρατηρούμε πως και εδώ όταν υπάρχει δεύτερο σύμβολο στο λογότυπο τότε αναφέρεται στην τοπική ιστορία με ποσοστό,7%, στον αθλητισμό σε ποσοστό 9,8% και στην πολιτική ιστορία σε ποσοστό 8%. Γίνεται φανερό πως τα σύμβολα των λογοτύπων, πέραν των αναφορών τους στον αθλητισμό, κυριαρχούνται από αναφορές στην τοπική και πολιτική ιστορία των περιοχών από όπου προέρχονται. 9

92 Πίνακας 48 Συσχέτιση Genre και Πρώτης Κατηγορίας Συμβόλου Genre Συσχέτιση Genre Πρώτης Κατηγορίας Θυρεό Συμβόλου ς Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικ ών δραστηριοτήτων Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Σημαία Ασπίδ α Οπτικοποίησ η Πρόσωπ α Σύνολ Μεικτό ο,%,%,% 6,% 5,% 5,% 5,%,% 6,7%,% 6,7%,% 6,7%,%,%,%,% 4,5% 4,5% 4,6%,% 6,% 6,% 6,% Γραμμάτων 5,% 4 5,% 8,8%,%,5%,%,% 6,%,%,%,%,%,%,%,%,%,%,4% 8,6% 8 9,% 8 9,%,%,4% 9,4% 7 5,9% 9 7,6% 9,% 9 4,4% 8,5%,5% 5 4,%,9% 6,% 6,7% 6,%,%,% 7,% 5,%,%,%,% 6,%,%,%,7%, % 6, %, % 6,%,% 4, % 9, % Όπως έχουμε δει τα λογότυπα παρουσιάζονται κυρίως στην μορφή θυρεού, ασπίδας και μεικτού genre. Οι θυρεοί κυριαρχούνται από σύμβολα πολιτικής και τοπικής ιστορίας με και 6 λογότυπα στα. Οι ασπίδες παρουσιάζουν σε ποσοστό 4,6% σύμβολα τοπικής ιστορίας ενώ το μεικτό genre, που έχει και τα περισσότερα λογότυπα, παρουσιάζει κυρίως αθλητικά σύμβολα με ποσοστό 8,6% και φύσης με,4%. 9

93 Πίνακας 49 - Συσχέτιση Genre και Δεύτερης Κατηγορίας Συμβόλου Genre Συσχέτιση Genre Δεύτερης Θυρεό Κατηγορίας ς Συμβόλου Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Μυθολογία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικ ών δραστηριοτήτων Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Σημαία Ασπίδ α Οπτικοποίησ η Πρόσωπ α Σύνολ Μεικτό ο,%,% 5,% 5,% 5,% 5,%,%,%,%,% 6,7%,% 6,7%,%,%,% 8 5,% 9,4% 4,5% 5 5,6% 6 8,8% 6,%,% 4,5% Γραμμάτων 75,%,% 6,%,5%,%,%,% 6,%,%,%,%,%,%,%,%,% 4 9,5%,%,% 4 9,5%,8%,%,% 5,9% 9 4,4%,5% 8,5% 9,% 7,6%,5%,8% 8,4% 5,%,%,%,%,%,%,8% 6 6,%,%,%,%,% 4,% 5,%, % 6, %, % 6,%,% 4, % 9, % Σε ό,τι αφορά στο δεύτερο σύμβολο, όπου υπάρχει και σε συνέχεια του προηγούμενου πίνακα, οι θυρεοί σε ποσοστό 5% παρουσιάζουν σύμβολα τοπικής ιστορίας. Οι ασπίδες παρουσιάζουν σύμβολα πολιτικής (8,8%) και τοπικής (5,6%) ιστορίας, ενώ τα μεικτά κυριαρχούνται και πάλι από σύμβολα αθλητικά με ποσοστό %, που ακολουθείται από ποσοστό,8% συμβόλων πολιτικής ιστορίας. 9

94 Πίνακας 5 - Συσχέτιση Genre και Τρίτης Κατηγορίας Συμβόλου Genre Συσχέτιση Genre Τρίτης Κατηγορίας Θυρεό Συμβόλου ς Δεν υπάρχει Τόπος Αθλητισμός Τοπική ιστορία Πολιτική ιστορία Θρησκεία Φύση Χαρακτηριστικά κοινωνικοοικονομικ ών δραστηριοτήτων Σχεδιαστική τυπολογία εμβλήματος Σημαία Ασπίδ α Οπτικοποίησ η Πρόσωπ α Σύνολ Μεικτό ο 7 5,%,% 4,% 6,%,% 5,% 5,% 4 66,7%,% 6,7%,%,%,% 6,7% 65,6%,% 5 5,6%,% 6,%,% 9,4% Γραμμάτων 6,%,%,%,%,%,%,%,%,%,%,%,%,%,% 6 6,9%,4% 7,% 4,8% 4,8%,% 4 9,5% 77 64,7%,8%,9% 8 6,7% 4,4%,8% 9 7,6%,%,%,%,%,%,4%,8% 5 5,%,%,%,%,% 7,% 4,%, % 6, %, % 6,%,% 4, % 9, % Όταν το genre είναι θυρεός τότε είναι πιο πιθανό να βρούμε περισσότερα από δυο σύμβολα στο ίδιο λογότυπο. Στην περίπτωση αυτή η τοπική ιστορία αναπαρίσταται σε ποσοστό % και ο αθλητισμός σε %. Στις ασπίδες χρησιμοποιούνται ως τρίτα σύμβολα αθλητικά, ενώ στα μεικτά λογότυπα φαίνεται πως το τρίτο σύμβολο είτε δεν υπάρχει είτε ποικίλει με περισσότερες αναφορές στην φύση. 94

95 Γ. ΑΝΑΛΥΣΗ Ι. Αποτελέσματα - Συζήτηση Από την ποσοτική και ποιοτική καταγραφή των λογοτύπων με σενάριο, δηλαδή κίνηση-πρόσωπα-δράση-πληροφορίες-μηνύματα προκύπτουν 47 εικόνες σε σύνολο 9. Μεθοδολογικά η λειτουργία της οπτικής επικοινωνίας παρίσταται ως εξής: ΜΗΝΥΜΑ Πομπός-δημιουργός Δέκτης-θεατής ΜΕΣΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η Σημειολογία, σε αντίθεση με την Ψυχολογία, δεν ενδιαφέρεται για τις προθέσεις και την «προσωπικότητα» του σχεδιαστή ή εκείνου που παράγγειλε το διαφημιστικό σύνθεμα, αφού το κλασικό σχήμα της επικοινωνίας, πομπός / μήνυμα / δέκτης, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις δύο τελευταίες συνιστώσες. Οι λόγοι της παραπάνω προτίμησης είναι επιστημολογικοί και μεθοδολογικοί καθώς και η Σημειολογία έρχεται για να αντιπαρατεθεί στην υπαρξιακή φιλοσοφία (στη Γαλλία) και στη ψυχολογίζουσα θεώρηση (στις αγγλοσαξονικές χώρες) οι οποίες πριμοδοτούσαν τις δύο πρώτες συνιστώσες. Όσον αφορά τη νομιμότητα της «κλασικής» Σημειολογίας των εικονιστικών μηνυμάτων που θα εφαρμόσουμε εδώ, χρήσιμο θα ήταν να συγκριθεί και με άλλες δυνατότητες προσέγγισης όπως εκείνες των Francastel, Foucault, Lyotard, Damish, Eco, Panofsky. Το Εικονιστικό Μήνυμα Το γεγονός ότι πρώτα προσεγγίζουμε το εικονιστικό μήνυμα αποτελεί, όπως θα φανεί στη συνέχεια θεμελιωμένη επιλογή και όχι αυθαιρεσία. α. Μορφολογικός κώδικας το έμβλημα-εικόνα προκαλεί καταρχήν το ενδιαφέρον από την τάξη της αρχιτεκτονικής συγκρότησης της. Η αρχιτεκτονική αυτή, που κατά κύριο λόγο στηρίζεται στο γεωμετρικό σχήμα της συμμετρίας, θα οδηγήσει λογικά σε αντιπαραθετική ανάγνωση της παράστασης θα τοποθετήσει αντιμέτωπα το «συμμετρικοποιόν», άνω-κάτω-κέντρο. β. Χρωματικός κώδικας Η μεροληψία στη σκηνοθέτηση της διαφοράς αποτυπώνεται ξεκάθαρα με τη χρωματική επιλογή. Στο επίπεδο αυτό, οι επιλογές του σχεδιαστή είναι αρχικά αρκετά 95

96 εύκολο να αποκρυπτογραφηθούν, μια και έχουν για στόχο να ενισχύσουν την αντιπαραθετική στρατηγική, που έχει στηθεί από το μορφολογικό κώδικα. - της χρωματικής ποικιλίας (μάλλον εκτεταμένη χρωματική κλίμακα: μονοχρωμία απέναντι σε τριχρωμία), - της χρωματικής αντίθεσης (αντιπαράθεση χρωματικών πυκνοτήτων: σκοτεινό απέναντι στο φωτεινό, αντιπαράθεση τόνων. Το όνομα σε συντομογραφία ή ολογράφως σημαίνει την αθλητική ταυτότητα. Παρουσία / Απουσία ποδοσφαιρικού/αθλητικού σημαίνοντος Καταδήλωση Συμπαραδήλωση Πληροφορία Σημασία Αναπαράσταση Συγκίνηση Ανάλυση Σύνθεση Αντικείμενο Σημείο Οι σιωπηρές, συμπαραδηλωτικές ιδεολογικές κατευθύνσεις των ιστορικών πορτρέτων και των αφηγήσεων του πολέμου, μέσα από την ακαδημαϊκή ιστορική εικόνα και τη συγκεκριμένη ευρωκεντρική επιλογή της εικόνας δεν προέρχονται άμεσα από το ιστορικό σημείο, το ιστορικό δρώμενο ως πραγματικό συμβάν, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και η εκπαιδευτική κοινότητα το χρησιμοποιεί και το αξιολογεί. Το ζήτημα για την ύπαρξη καθαρής καταδήλωσης ή απλώς κυρίαρχης συμπαραδήλωσης μπορεί να μεταφραστεί σε όρους ιστορικής αντικειμενικότητας και ιδεολογικής φόρτισης τόσο στο περιεχόμενο όσο και στο ύφος των εικαστικών μαρτυριών, η οποία στη συνέχεια ταυτίζεται με την κυρίαρχη, εθνική, ηγεμονική μαθητική ομάδα. H πρότασή μας εντάσσεται στο πεδίο της κοινωνιολογίας της κουλτούρας και εστιάζεται στο ερώτημα για τη σπουδαιότητα του ιστορικού ζωγραφικού λόγου που εμφανίζεται συχνότερα, ή αυτού που αποσιωπάται. Τα ερωτήματα, τα οποία προκύπτουν στην προσπάθεια μιας κοινωνικής σημειωτικής ανάγνωσης των εικαστικών μαρτυριών για τους ερευνητές και κυρίως για τους διδάσκοντες της ιστορίας μπορούν να προσανατολιστούν προς τις υποκειμενικές πλευρές της σημασιοδότησης και προς την πρακτική, αισθητική ιδεολογική χρήση τους (994). Το ζήτημα για την ύπαρξη καθαρής καταδήλωσης ή απλώς της κυρίαρχης συμπαραδήλωσης (Thwaites, Davis και Mules, 994) μπορεί να μεταφραστεί σε όρους εικονικής αντικειμενικότητας και ιδεολογικής φόρτισης τόσο στο περιεχόμενο όσο και στο ύφος. Η αξία της πληροφορίας αυτής στη σημασία της σύνθεσης, 96

97 σύμφωνα με τη γραμματική του οπτικού σχεδίου στο επίπεδο της κειμενικής μεταλειτουργίας επικεντρώνεται στο «δεδομένο-σταθερό» γνωστικό υλικό, το οποίο παρουσιάζεται στο αριστερό τμήμα του σχεδίου, στο δεξί τμήμα το «νέο», ενώ στο κέντρο τονίζεται ο πυρήνας της πληροφορίας (Kress και Leeuvwen, 996). Tο μοντέλο αυτό μας οδηγεί στον τύπο της ανάλυσης με κριτήριο το «κέντρο και το περιθώριο» και την οριζόντια και κάθετη δομή της εικόνας, όπως παρατηρείται και στη βυζαντινή τέχνη (Arnheim, 974).Ο ανθρώπινος συμβολισμός, η επανάληψη της ανθρώπινης φιγούρας σε άλλη στάση προσδιορίζεται στη «γραμματική της εικόνας» ως απαίτηση προς αναγνώριση εάν είναι σε μετωπική στάση ή ως προσφορά εάν είναι σε πλάγια στάση προφίλ (Kress και Leeuvwen, 996, σσ. ). Το χρώμα είναι ένα στοιχείο που ελκύει τους οπαδούς/δέκτες των εικόνων: σύμφωνα με ψυχολογικές έρευνες η επιλογή των χρωμάτων απεικονίζει τη συναισθηματική κατάσταση και θεωρείται δυναμικό στοιχείο, που μπορεί να λειτουργήσει σε δύο επίπεδα, σε στατικές και κινούμενες εικόνες (Σιβροπούλου, 4, σσ. 5-5). Στο γνωσιολογικό επίπεδο το χρώμα μεταδίδει πληροφορίες α) με καθαρά περιγραφικούς όρους, όπως όταν τα φύλα αλλάζουν χρώμα και β) με συμβολικούς όρους, όπως πχ. στην περίπτωση σημαιών. Στο συγκινησιακό επίπεδο το χρώμα λειτουργεί βάσει ψυχολογικών συνδέσεων και προκαλεί διαθέσεις και συναισθήματα. Στο σύνολο του δείγματος ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η απουσία των ανθρωπόμορφων εικόνων παρά μόνο στις περιπτώσει όπου προκύπτει σύνθεσησενάριο με δράση. Οι σημειωτιστές εστιάζονται στο ζήτημα του για ποιο λόγο χρησιμοποιήθηκε ένα ειδικό σημαίνον μάλλον παρά ένα άλλο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση: σ αυτό που συχνά αναφέρουν ως «απουσίες». Ο John Fiske ισχυρίζεται ότι σε οποιοδήποτε κείμενο «η σημασία αυτού που επιλέγεται καθορίζεται από τη σημασία αυτού που δε χρησιμοποιήθηκε» (Fiske 98, σ. 6). Έχουμε δημοφιλείς εκφράσεις, που αφορούν δύο είδη απουσιών: αναφερόμαστε σ αυτό που «γίνεται χωρίς να λέγεται» κι αυτό που «λάμπει δια της απουσίας του». Αυτό που «γίνεται χωρίς να λέγεται» αντανακλά εκείνο, που υποτίθεται ότι λαμβάνεται ως «προφανές» (Fairclough 995, 6ff). Όσον αφορά στο δεύτερο είδος της απουσίας, ένα πράγμα που παρουσιάζεται μπορεί να εμπαίξει τις συμβατικές προσδοκίες, κάνοντας το συμβατικό αντικείμενο «να λάμπει δια της απουσίας του» και το απροσδόκητο «μια δήλωση». Στην περίπτωση αυτή παρατηρούμε ότι η δεύτερη κατηγοριοποίηση της απουσίας στο υλικό μας αφορά στην «λαμπρή» απουσία εθνικών συμβόλων και συμβολισμών έναντι των τοπικών, τοπικιστικών, πολεοιστορικών αναφορών, καθώς επίσης στη «λαμπρή» απουσία θηλυκού σημαινόμενου. 97

98 Στη συνέχεια εντοπίζονται στο δείγμα που μελετούμε οι κυρίαρχοι κώδικες, δηλαδή το πλαίσιο επικοινωνίας μέσα στο οποίο τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα συναρτώνται. Πρόκειται για: τον πολιτικό κώδικα, τον ιστορικό, τον αθλητικό, τον θρησκευτικό που εντάσσονται στον κυρίαρχο ηγεμονικό, τοπικό κώδικα και έτσι συγκροτείτε η συλλογική ταυτότητα της εντοπιότητας. Ο συνταγματικός άξονας στα έργα του δείγματος είναι στερεότυπος όσον αφορά στο χρώμα, το σχήμα, τη φωτεινότητα, τη στατική κίνηση και ανάλογα ο σημαντικός άξονας παρέχει πληροφορίες για ευρωπαϊκού τύπου ιστορικά σημαινόμενα όπως είναι ο θυρεός και η ασπίδα του 5ου - 8ου αιώνα. Η εικονογράφηση και η επιλογή συμβόλων, εμβλημάτων κάθε εποχής τείνει να εξυπηρετεί τα ιδεολογικά συμφέροντα της ηγεμονικής τάξης και κουλτούρας και κατ ακολουθία οι τρόποι όρασης του κόσμου καθορίζονται από τη στάση απέναντι στην ιδιοκτησία και στην ανταλλαγή. Οι Ευρωπαίοι φαίνεται να μορφοποιούν σημεία, αλλά η κυριαρχία του αισθητικού κώδικα και η έμφαση που δίνεται στο κυριολεκτικό, στο μορφολογικό αναπαριστάμενου, κώδικα όπως εκφράζουν ορίζονται τη από χρήση το και τη συγκεκριμένο λειτουργία του πομπό/αθλητική ομάδα/χορηγό/φορέα. Ο κεντρικός πυρήνας της πληροφορίας αποδίδεται σε τρία επίπεδα χωροταξικά-άνω, κάτω, κέντρο- ακολουθώντας την παραδοσιακή σχεδιαστική φόρμα του ουράνιου- κέντρου και γήινου. Η βαρύτητα στις εικόνες αυτές αποδίδεται στο μήνυμα-πληροφορία του κέντρου. Στην τυπολογία για τη χρήση του χώρου: α) εικονογραφικός χώρος: ο χώρος του κάδρου. Ο εικονογραφικός χώρος είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης της εικόνας (μέγεθος πλάνου, βάθος πεδίου, θέση αντικειμένων κτλ) και της οργάνωσης των φωτισμών, β) αρχιτεκτονικός χώρος, φυσικός χώρος(αστικό τοπίο, υπαίθριος κτλ) μέσα στον οποίο γίνεται η λήψη ή ο κατασκευασμένος χώρος, σκηνικός χώρος γ) αφηγηματικός χώρος, ο νοητικός χώρος που κατασκευάζει η αφήγηση, το μοντάζ των εικόνων. Στο υλικό που παρουσιάζουμε εντοπίζουμε το α), το β) και το γ). Οι κατηγορίες, όπως προκύπτουν από το οπτικό και γλωσσικό υλικό αφορούν εικόνες θρησκευτικούς και και ενδείκτες, πολιτικούς, που διαμορφώνουν τοπικότητας, κώδικες: διασκέδασης, αθλητικούς, ιστορικότητας και μυθοπλασίας. Θεματικές κατηγορίες που προκύπτουν από τη διασταύρωση της ποσοτικής με την ποιοτική ανάλυση αφορούν στα σύμβολα πολέμου από την αυτοκρατορική σύγκρουση ευρωπαϊκών χωρών προ της ΕΕ, από τη διαφοροποίηση των θρησκειών και των αιρέσεων: τοπογεωγραφικά φαίνεται ότι βόρεια Ευρώπη επιλέγει τοπικές- 98

99 πολεο-ιστορικές αναπαραστάσεις αυτοκρατορικών πολέμων και αριστοκρατικών ομάδων (βλ. ό.π. Ευρωπαϊκή ιστορία). Η νότια Ευρώπη επίσης εφόσον υπάρχει φεουδαλικό και αποικιοκρατικό παρελθόν επιλέγουν παρόμοια σύμβολα (βλ. Πορτογαλία, Ισπανία). Στην Μεσόγειο φαίνεται να επιλέγονται τοπικά, ιστορικά, αλλά κυρίως αθλητικά σύμβολα (Ιταλία, Ελλάδα, Γαλλία), ενώ η Τουρκία επιλέγει την εθνική σημαία και το θρησκευτικό σημαίνον. Η κεντρική Ευρώπη και πολλά νέα ευρωπαϊκά κράτη υιοθετούν έναν μικτό τρόπο εικονικής συμβολοποίησης μέσα από αθλητικά και τοπικά σημαίνοντα κατά περίσταση (Τσεχία, Γερμανία). Στη Ρωσία επιλέγονται φανερά εργασιακά, κομμουνιστικά, ταξικά σύμβολα (σιδηρόδρομοι) με κυρίαρχο τον κοινωνικό κώδικα. Σε μια προσπάθεια ομαδοποίησης των συμβόλων ο Deutsch (955) τα κατέταξε σε α) συμπεριληπτικά (λέξεις, συνθήματα, τραγούδια κ.α.), β) εικονικά (σημαίες, εμβλήματα, αγάλματα κ.α.), γ) προσωπικά (ήρωες, μυθικά πρόσωπα, ηγέτες κ.α), δ) θρησκευτικά, ε) συμβολικούς τόπους, συμβολικούς θεσμούς. Εμμένοντας στην επιλογή του συμβόλου/εικόνας, που προκρίνεται κάθε φορά από την Ευρωπαϊκή ομάδα στην περίπτωση που μελετούμε τα σύμβολα είναι εικονικά, συμβολικά και λιγότερο προσωπικά. Το σημειολογικό αυτό περιβάλλον είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών, ψυχολογικών και πολιτισμικών παραμέτρων, που επικρατούν σε κάθε οργανωμένη αθλητική κοινότητα. Η διαλεκτικότητα, την οποία ενέχουν τα σημειωτικά συστήματα, επηρεάζει τις κοινωνικές και τις ψυχολογικές δομές τόσο σε επίπεδο ομαδικό όσο και σε επίπεδο ατομικό, καθώς αυτά τα ίδια «αποτελούν μέρος της ιδεολογικής υπερδομής μιας κοινωνίας» (Boklund & Λαγόπουλος 98:4). Κάθε επιλογή συμβόλου είναι μια σημειωτική πράξη, η οποία παράγει και αναπαράγει νοήματα. Ως σύμβολο/συμβολικό ορίζεται ο τύπος κατά τον οποίο το σημαίνον δεν ομοιάζει στο σημαινόμενο, αλλά είναι αυθαίρετο ή καθαρά συμβατικό ούτως ώστε η σχέση να πρέπει να διδαχθεί. Μέσα από τα εικονικά και συμβολικά logos η κάθε ευρωπαϊκή ομάδα προτείνει και αναπαράγει συλλογικές ταυτότητες τοπικότητας με ηγεμονικό άξονα της ιστορία της πόλης κυρίως. Τα οικόσημα ως διοικητικό σήμα αριστοκρατικών και βασιλικών οικογενειών, οι θυρεοί ως έμβλημα σε σχήμα ασπίδας και οι ασπίδες ως όπλα αρχαίου και μεσαιωνικού κόσμου συγκροτούν μια διαμεσολάβηση της ιστορικής μνήμης. Η μνήμη αυτή αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα σε αυτοκρατορικές, φεουδαλικές και βασιλικές εποχές τόσο για την Ευρώπη, αλλά και για τα Βαλκάνια με σαφείς αναφορές σε πολιτικοκοινωνικά μορφώματα/πολιτεύματα ηγεμονίας και βίαιης επιβολής (βλ. ό.π. ιστορικό συγκείμενο). 99

100 Τα σύμβολα αυτά ως πολεμικά και συγκρουσιακά σημεία σημαίνουν την ανάγκη της στερεοτυπικής διαφοροποίησης από τους άλλους σε διπολικά σχήματα της τοπικής ιστορίας και κουλτούρας έτσι ώστε να συνεχιστεί το παιχνίδι στο πεδίο των ανταγωνισμών περισσότερο παρά του συναγωνισμού. Κίνηση/Θέση/Κατεύθυνση: Παρατηρούμε επιλέγεται η παρατακτική διάταξη, στην οποία ότι στα περισσότερα σημεία δηλώνεται ως καθορισμός του σχεδιαστικού χώρου η πόλη, ενώ ο ανθρώπινος συμβολισμός, η επανάληψη της ανθρώπινης φιγούρας σε άλλη στάση προσδιορίζεται στη «γραμματική της εικόνας» ως απαίτηση προς αναγνώριση ή προσφορά, εάν είναι σε μετωπική ή πλάγια στάση αντίστοιχα. Στο υλικό οι λιγοστές μορφές είναι θρησκευτικές και αποδίδονται μετωπιαία και συγκροτούν μια απαίτηση προς αναγνώριση από τον δέκτη-φίλαθλο. Η φύση και το άστυ χρησιμοποιούνται σε δεύτερο πεδίο ως τμήμα λειτουργικό των εμβλημάτων, τα οποία προέρχονται από τα οικόσημα και την τοπική πανίδαχλωρίδα ή/και μυθολογία της περιοχής ως αντικείμενα συνδήλωσης. Όσον αφορά στη θέση που τοποθετούνται τα σύμβολα και οι μορφές κυρίως τα σύμβολα αποδίδονται στο κέντρο: η αξία της πληροφορίας αυτής στη γραμματική του οπτικού σχεδίου στο επίπεδο της κειμενικής μεταλειτουργίας, επικεντρώνεται στο «δεδομένο-σταθερό» γνωστικό υλικό, το οποίο παρουσιάζεται στο αριστερό τμήμα του σχεδίου, στο δεξί τμήμα το «νέο», ενώ στο κέντρο τονίζεται ο πυρήνας της πληροφορίας. Ενδιαφέρον όσον αφορά στην εικαστική /σχεδιαστική δεξιότητα παρουσιάζουν οι μορφές, που καλύπτουν όλη την επιφάνεια κυρίως οι λέοντες. Αντιθετικά ζεύγη Η V. Langholz Leymore (975) προτείνει τη διάκριση μεταξύ τριών τύπων «αντιθέτων»: α) δυαδική αντίθεση (ψηφιακή αντίθεση): με την ίδια έννοια όπως στη λογική, δηλαδή αρσενικό/μη αρσενικό, όπου μη αρσενικό=θηλυκό, β)αντίθεση με συγκριτική διαβάθμιση (αναλογική αντίθεση): καλό/κακό (στην περίπτωση αυτή το μη καλό δεν είναι αναγκαία κακό), γ) αντίστροφη αντίθεση: όπου τα στοιχεία της είναι αμοιβαία αποκλειόμενα, όπως στο α, αλλά αδιαβάθμητα, όπως στο β, και τα οποία δεν δημιουργούν το διαλογικό σύμπαν όπως στο α και β, π.χ. ήλιος/σελήνη. Οι δυαδικές αντιθέσεις (βλ. σχήμα) είναι προϊόν της κουλτούρας και όχι της φύσης, αλλά αν και είναι χαρακτηριστικό της κουλτούρας, φαίνεται φυσικό στα μέλη της. Χρειάζεται να δούμε ότι το ταξινομικό σχήμα των κατάλληλων αντιθέσεων ισχύει στα ιστορικά όρια μιας κουλτούρας και επιτρέπει να εντοπίσουμε το αυθαίρετο των ομόλογων αντιθέσεων μεταξύ αρσενικού/θηλυκού. Παραδείγματα δυαδικών αντιθέσεων:

101 μέσα/έξω άνθρωπος/ζώο αρσενικό /θηλυκό στατικό/δυναμικό φύση/τεχνολογία περίεργο/οικείο μαύρο/άσπρο λόγια/πράξεις ήρωας/κακός πνευματικό/υλικό μυαλό/σώμα ενήλικος/παιδί παρουσία/απουσία γεγονός/φαντασί δουλειά/σχόλη=παιχνίδι παρουσία/απουσία παρελθόν/παρόν ένα/πολλά ενεργό/παθητικό πόλεμος/ειρήνη αστικό/αγροτικό ομάδα/άλλος Ως συζευγμένα σημαίνοντα θεωρούνται από τους δομιστές το τμήμα μιας βαθιάς/κρυφής δομής των κειμένων, που διαμορφώνει την προτιμητέα ανάγνωση. Ο Eco παρατηρεί πως οι κειμενικές αντιθέσεις είναι μέρος του ευρύτερου ιδεολογικού διαλόγου. Ο Fiske κάνει ανάλυση τέτοιων αντιθέσεων στα κείμενα των ΜΜΕ. Οι σωσσυριανοί σημειωτιστές δίνουν έμφαση στους τρόπους με τους οποίους δημιουργείται η έννοια από τις διαφορές μεταξύ σημαινόντων. Ο R. Jakobson επίσης εισήγαγε τη θεωρία του έκδηλου, που αναφέρεται στους πόλους μιας υποδειγματικής αντίθεσης: Τόπος μη σεσημασμένη μορφή (unmarked) νίκη Άλλος τόπος Σεσημασμένη μορφή (marked) ήττα Στο σημείο αυτό πολλές απαντήσεις εντοπίζουμε στο έργο του P. Bourdieu και στα ερευνητικά σχήματα τα οποία υιοθετεί: «ο άνδρας είναι ένα ιδιαίτερο ον που βιώνεται ως καθολικό ον, ο οποίος έχει το μονοπώλιο, και αντικειμενικά και δικαιωματικά μετέχει του ανθρώπινου, δηλαδή του καθολικού, ο οποίος είναι κοινωνικά εξουσιοδοτημένος να αισθάνεται κομιστής ολόκληρης της μορφής της ανθρώπινης κατάστασης [ ] ο έντιμος άνθρωπος είναι εξ ορισμού ένας άντρας, και όλες οι αρετές που τον χαρακτηρίζουν και που αδιακρίτως συνιστούν εξουσίες, δικαιώματα, ικανότητες, καθήκοντα ή προσόντα, αποτελούν χαρακτηριστικά καθαρά ανδρικά». Μπουρντιέ, Π. (999). Η ανδρική κυριαρχία. (επιμ.-επίλογος) Νίκος Παναγιωτόπουλος. Αθήνα: Στάχυ, 6). Κάθε εξουσία έχει μια συμβολική διάσταση, καθώς πρέπει να αποσπάσει από τους κυριαρχούμενους μια μορφή συγκατάθεσης, που στηρίζεται στην άμεση και προ-στοχαστική υποταγή των κοινωνικοποιημένων σωμάτων. Κάθε φορά που ένας

102 κυριαρχούμενος χρησιμοποιεί για να κρίνει τον εαυτό του μια από τις συστατικές κατηγορίες της κυρίαρχης ταξινόμησης, δέχεται για τον ίδιο, χωρίς να το γνωρίζει, την κυρίαρχη άποψη, υιοθετώντας κατά κάποιον τρόπο, προκειμένου να αποτιμήσει τον εαυτό του, τη λογική της δυσμενούς προκατάληψης. ΙΙ. Εφαρμογή - Ανάλυση. AEK Athens (Αγωνιστικός Δικέφαλος) Παραπέμπει σε αγώνες του Βυζαντίου με καταδηλώσεις την επίθεση. Ο δικέφαλος αετός είναι ένα σύμβολο, που απαντάται συχνά σε οικόσημα, εμβλήματα και σημαίες. Συνδέεται επίσης και με τη βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς στη βυζαντινή οικοσημολογία, τα δύο κεφάλια του αετού αντιπροσωπεύουν τη διπλή εξουσία του αυτοκράτορα (κοσμική και θρησκευτική), καθώς και την κυριαρχία των βυζαντινών αυτοκρατόρων από την ανατολή έως τη δύση. Διάφορα ανατολικο-

103 ευρωπαϊκά έθνη το υιοθέτησαν από τους Βυζαντινούς και συνεχίζουν να το χρησιμοποιούν ως εθνικό σύμβολό τους μέχρι σήμερα, όπως η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Αλβανία, η Αρμενία και παλιότερα η Ρωσική Αυτοκρατορία. Ο Δικέφαλος αετός της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η αριστερή κεφαλή (που είναι στραμμένη προς την δύση) συμβολίζει τη Ρώμη, ενώ η δεξιά (ανατολή) συμβολίζει την Κωνσταντινούπολη. Ο σταυρός και η σφαίρα στα νύχια συμβολίζουν την πνευματική και κοσμική εξουσία αντίστοιχα. Ο αετός στέκει επάνω σε δάφνινο στεφάνι. Ανάγλυφο στο οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Στην Κωνσταντινούπολη χρησιμοποιούνταν ο παραδοσιακός ρωμαϊκός μονοκέφαλος αετός τουλάχιστον μέχρι την υστερορωμαϊκή περίοδο. Στους βυζαντινούς χρόνους οι αετοί αντικαταστάθηκαν ως επίσημα εμβλήματα του κράτους από τον σταυρό και το χριστόγραμμα, καθώς θεωρούνταν ειδωλολατρικό σύμβολο. Ο δικέφαλος αετός χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως μοτίβο σε περσικά και Αρμενικά έργα τέχνης κατά την διάρκεια των πρώτων αιώνων μ.χ. μέχρι τον ο αιώνα μ.χ. Σύμφωνα με την πιο επικρατούσα θεωρία, ο δικέφαλος αετός υιοθετήθηκε για πρώτη φορά ως αυτοκρατορικό έμβλημα από τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό (5759), εμπνευσμένο από τις τοπικές παραδόσεις για ένα μυθικό ον, το haga, στην πατρίδα του, την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας. Οι τοπικοί μύθοι διηγούνται για έναν γιγάντιο αετό με δύο κεφάλια που εύκολα σήκωνε έναν ολόκληρ&omic