Πνευματική Διακονία. Ἀφιέρωμα: Νεώτερα Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἔτος 6 ο (2013) Τεῦχος 15 ο

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Πνευματική Διακονία. Ἀφιέρωμα: Νεώτερα Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἔτος 6 ο (2013) Τεῦχος 15 ο"

Transcript

1 πδ Περιοδική ἔκδοση Ἱ. Μητροπόλεως Κωνσταντίας-Ἀμμοχώστου Ἔτος 6 ο (2013) Τεῦχος 15 ο Πνευματική Διακονία Ἀφιέρωμα: Νεώτερα Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες

2 : Νεώτερα Πατριαρχεῖα καὶ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ΠΡΟΛΟΓΟΣ... 1 Πατριαρχεῖον Ρωσίας... 2 Ἱεροδιακόνου Διονυσίου Κοπτίδη Πατριαρχεῖον Σερβίας... 6 Δρ Πρέντραγκ Πούζοβιτς Πατριαρχεῖον Ρουμανίας...23 Δρ π. Μιχαὴλ Σωσωγιάν, Δρ π. Βιορὲλ Ἰονίτα Πατριαρχεῖον Βουλγαρίας...34 Δρ Μπόρις Μαρίνοβ Πατριαρχεῖον Γεωργίας...40 Δρ Γεωργίου Ἀντριάτζε Ἐκκλησία Ἑλλάδος...44 Καθ. Σπυρίδωνος Κοντογιάννη Ἐκκλησία Πολωνίας...58 Δρ π. Δωροθέου Σαββίσκυ Ἐκκλησία Ἀλβανίας...64 Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας Ἀναστασίου Ἐκκλησία Τσεχίας καὶ Σλοβακίας...67 Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Πράγας Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α Γεγονότα Ἐκδημία Πατριάρχη Βουλγαρίας κυροῦ Μαξίμου Ἐκδημία Πατριάρχη Ἀντιοχείας κυροῦ Ἰγνατίου Ἐκλογὴ νέου Πατριάρχη Ἀντιοχείας κ.κ. Ἰωάννη Ἐκλογὴ νέου Πατριάρχη Βουλγαρίας κ.κ. Νεοφύτου Γεγονότα Μητροπόλεως «2η Διεθνὴς Ἔκθεση Βιβλίου Κύπρου».. 78 Χειροτονία Πρεσβυτέρου Χειροτονία Διακόνου Τιμητικὴ ἐκδήλωση Οἰκονόμου Ἀνδρέα Παπασεραφείμ πδ Πνευματική Διακονία Περιοδική Ἕκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου Ἔτος 6 ο (2013), Τεῦχος 15 ο Ἐκδότης: Γραφεῖο Πνευματικῆς Διακονίας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας καὶ Ἀμμοχώστου. Συντακτικὴ Ἐπιτροπή: Πανιερ. Μητροπολίτης Κωνσταντίας καὶ Ἀμμοχώστου κ. Βασίλειος, Καθ. Θεόδωρος Γιάγκου, Δρ Γεώργιος Κάκκουρας, Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Κκαρᾶς, Πρωτ. Χριστόδουλος Χρ. Χριστοδούλου, κ. Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγοι. Εξώφυλλο: Πανορθόδοξη Λειτουργία στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, 26 Δεκεμβρίου Ὀπισθόφυλλο: Α Οἰκουμενικὴ Σύνοδος Νικαίας, τοιχογραφία, Πρωτάτον, Ἅγιον Ὄρος. Ἐκτύπωση: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ - Καραϊσκάκη 29, Νέα Χαλκηδόνα, ISSN Τηλ ,

3 ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Ἀφιέρωμα: Νεώτερα Πατριαρχεῖα καὶ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες Τὸ παρὸν τεῦχος εἶναι συνέχεια τοῦ προηγούμενου, τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦσε ἀφιέρωμα στὰ Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου. Στὸ παρὸν τεῦχος γίνεται ἀναφορὰ στὰ Νεώτερα Πατριαρχεῖα καὶ στὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Τὰ κείμενα ἔχουν συνταχθεῖ ἀπὸ ἀρχιερεῖς, κληρικούς, ἐπιστήμονες θεολόγους, ἱστορικοὺς καὶ ἄλλους καὶ ἀποτελοῦν τὸ πρῶτο μέρος τοῦ τεύχους αὐτοῦ. Τὸ δεύτερο μέρος περιλαμβάνει γεγονότα ποὺ συνέβησαν ἀνὰ τὴν Ὀρθοδοξία, καθὼς καὶ σὲ γεγονότα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας καὶ Ἀμμοχώστου. Τὸ πρῶτο ἄρθρο ἀφορᾶ τὸ Πατριαρχεῖο Ρωσίας. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ρώσων ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς κοσμοϊστορικῆς σημασίας καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τῆς βυζαντικῆς αὐτοκρατορίας καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχεῖου. Γίνεται λόγος λοιπὸν στὴ χιλιετῆ ἱστορία τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, στὴν ἀνάδειξή της σὲ Πατριαρχεῖο, στὶς δοκιμασίες ποὺ πέρασε καὶ στὴ σημερινὴ δομὴ καὶ ὀργάνωσή της. Σημερινὸς Πατριάρχης εἶναι ὁ κ.κ. Κύριλλος Γ. Τὸ ἑπόμενο κείμενο εἶναι ἀφιερωμένο στὸ Πατριαρχεῖο Σερβίας. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Σέρβων, ὅπως καὶ ὅλων τῶν σλαβικῶν ἐθνῶν, εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν προσπαθειῶν καὶ τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἀγώνα τῶν ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου. Τὰ δύο ἀδέλφια ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη στάλθηκαν τὸ 863 ἀπὸ τὸν Βυζαντινὸ Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ καὶ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φώτιο, κατόπιν αἰτήματος τοῦ Ἡγεμόνα τῶν Σλάβων τῆς Μοραβίας Ρατισλάβ, ὥστε νὰ τοὺς φωτίσουν. Ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία πέρασε καὶ αὐτὴ δοκιμασίες καὶ δεινά. Ὡστόσο ἡ πεφωτισμένοι Πατριάρχες καὶ ποιμένες στάθηκαν δίπλα καὶ στήριξαν τὸ ποίμνιό τους. Σημερινὸς Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας Σερβίας ὁ Μακαριώτατος Πατριάρχης κ.κ. Εἰρηναῖος. Στὴ συνέχεια ἔχουμε τὸ ἄρθρο γιὰ τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρουμανίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας ἔγινε Αὐτοκέφαλη στὶς 25 Ἀπριλίου 1885 καὶ στὶς 25 Φεβρουαρίου 1925 ἀνυψώθηκε σὲ ἐπίπεδο Πατριαρχείου. Ἡ ἱστορία της παρουσιάζει δύσκολες περιόδους, κατὰ τὶς ὁποῖες ὑπῆρξαν ἐναντίον της διωγμοὶ καὶ ταλαιπωρίες ἀπὸ τὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα ποὺ κυβέρνησαν τὴν χώρα. Ἀκολουθεῖ τὸ κείμενο ἀφιέρωμα στὸ Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας πέρασε διάφορα στάδια καὶ φάσεις μέχρι νὰ φτάσει στὴ σημερινὴ κατάσταση. Στὸ κείμενο γίνεται ἐκτενὴς ἀναφορὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας ἀπὸ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Βουλγάρων μέχρι τὴν ἀνακήρυξή της σὲ Πατριαρχεῖο. Σημερινός Πατριάρχης ὁ πρόσφατα ἐκλεγεὶς κ.κ. Νεόφυτος. Τὸ ἑπόμενο ἄρθρο ἀναφέρεται στὴν ἱστορία, ἐξέλιξη καὶ σημερινὴ κατάσταση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Γεωργίας διάγει τὴ δική της πορεία καὶ δίνει τὴ δική της μαρτυρία. Σημερινὸς Πατριάρχης εἶναι ὁ κ.κ. Ἠλίας. Ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρο ἀφιέρωμα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ μεγάλου ἱεραποστολικοῦ ἔργου τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου. Οἱ Ἕλληνες σταδιακὰ καὶ χάρη στὶς προσπάθειες τοῦ Παύλου καὶ τῶν συνεργατῶν του, ἀφήνουν τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ δέχονται τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα. Ἀποτέλεσμα τοῦ ἔργου τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν Ἑλλάδα, ἦταν ἡ ἵδρυση τοπικῶν Ἐκκλησιῶν (Θεσσαλονίκη, Κόρινθος κ.ἄ.). Στὸ παρὸν ἄρθρο ἐπιχειρεῖται σύντομη ἀναδρομὴ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σημερινὸς Προκαθήμενος εἶναι ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμος. Τὸ ἑπόμενο ἄρθρο ἀναφέρεται στὴν ἱστορία καὶ στὴ σύγχρονη δράση καὶ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Πολωνίας. 1

4 Ἡ Ἐκκλησία τῆς Πολωνίας εἶναι ἔργο καὶ πάλιν τῶν Ἁγίων ἀδελφῶν Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου καὶ ἡ ἵδρυσή της ἀνάγεται στὸν 9ο αἰώνα. Σημερινὸς Προκαθήμενος εἶναι ὁ Μακαριώτατος Μητροπολίτης Βαρσοβίας καὶ Πάσης Πολωνίας κ.κ. Σάββας. Στὴ συνέχεια εἶναι τὸ κείμενο ποὺ ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας εἶχε καὶ ἔχει μία μαρτυρικὴ πορεία. Κληρικοί καὶ λαϊκοί ὑφίστανται διώξεις καὶ φυλακίσεις. Ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας εἶναι ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου καὶ Πάσης Ἀλβανίας κ.κ. Ἀναστάσιος, μία σεβάσμια καὶ μαρτυρικὴ μορφή. Διεξάγει τιτάνιο ἀγώνα γιὰ τὰ δίκαια τῶν κληρικῶν καὶ τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ὁποίας ἡγεῖται. Τὸ πρῶτο μέρος κλείνει μὲ τὸ κείμενο ποὺ ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Τσεχοσλοβακίας. Εἶναι μία Ἐκκλησία τὴν ὁποία ἀρκετοὶ δὲν γνωρίζουν. Συνεπῶς τὸ ἄρθρο γιὰ τὴν Ἐκκλησία Τσεχοσλοβακίας ἀποτελεῖ εὐκαιρία γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της μέχρι σήμερα. Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχοσλοβακίας εἶναι ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Τσεχίας καὶ Σλοβακίας κ.κ. Χριστοφόρος. Στὸ δεύτερο μέρος τοῦ Περιοδικοῦ ὁ ἀναγνώστης θὰ βρεῖ γεγονότα ποὺ συνέβησαν ἀνὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ γεγονότα ποὺ ἀφοροῦν τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Κωνσταντίας. Εἶναι καταρχὰς ἡ πρὸς Κύριον ἐκδημία τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχη Βουλγαρίας κυροῦ Μαξίμου τὴν Τρίτη 6 Νοεμβρίου σὲ ἡλικία 98 ἐτῶν. Ὁ μακαριστὸς Πατριάρχης διαποίμανε θεοφιλῶς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας γιὰ 41 χρόνια. Τὸ δεύτερο γεγονός εἶναι ἡ κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας κυροῦ Ἰγνατίου Δ, ὁ ὁποῖος ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον τὴν Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου Ὁ μακαριστός, ὁ ὁποῖος ἦταν 92 ἐτῶν, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴν ἐντατικὴ τοῦ Νοσοκομείου Ἁγίου Γεωργίου στὴ Βηρυτό. Στὴ συνέχεια ὑπάρχει ἕνα σύντομο ἀφιέρωμα στὴν ἐκλογὴ τῶν νέων Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας κ.κ. Ἰωάννη καὶ Βουλγαρίας κ.κ. Νεοφύτου. Ἀκολουθοῦν στὴ συνέχεια τὰ γεγονότα τῆς Μητροπόλεως Κωνσταντίας. Ἀπὸ τὶς 26 Δεκεμβρίου μέχρι τὶς 4 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε ἡ «2η Διεθνὴς Ἔκθεση Βιβλίου Κύπρου» στὴν πλατεία τῆς Μητροπόλεως στὸ Παραλίμνι. Ἡ «2η Διεθνὴς Ἔκθεση Βιβλίου Κύπρου» εἶχε σὰν γενικὸ θέμα: «Ὀρθοδοξία καὶ Ἑνωμένη Εὐρώπη» καὶ ἦταν ἐνταγμένη στὶς ἐκδηλώσεις γιὰ τὴν ἀνάληψη ἀπὸ τὴν Κύπρο τῆς Προεδρίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης κατὰ τὸ δεύτερο ἑξάμηνό τοῦ Ἡ Ἔκθεση τελοῦσε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Προέδρου τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια καὶ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου. Στὴν Ἔκθεση ἔλαβαν μέρος ἀρκετοὶ ἐκδοτικοὶ οἶκοι ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὴν ἐπισκέφθηκαν χιλιάδες ἄνθρωποι. Στὰ πλαίσια τῆς Ἔκθεσης πραγματοποιήθηκαν καὶ ποικίλες πολιτιστικὲς ἐκδηλώσεις, ὁμιλίες, προβολὲς καὶ διαλέξεις. Στὴ συνέχεια γίνεται ἀναφορά στὶς χειροτονίες δύο νέων κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως, τοῦ Πρεσβυτέρου Εἰρηναίου Κυριάκου καὶ τοῦ Διακόνου Κωνσταντίνου Γερμανοῦ, καθὼς καὶ στὴν τιμητικὴ ἐκδήλωση γιὰ τὸν Οἰκονόμο Ἀνδρέα Παπασεραφεὶμ. 2

5 ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΡΩΣΙΑΣ Ἱεροδιακόνου Διονυσίου Κοπτίδη, θεολόγου Ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας εἶναι ἡ μεγαλύτερη σὲ ἔκταση καὶ πληθυσμὸ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Κατὰ τὸ ἔτος 1988 ἑορτάστηκε πανηγυρικὰ μὲ λαμπρὲς ἀκαδημαϊκὲς καὶ ἐκκλησιαστικὲς ἐκδηλώσεις ὁ συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπος χριστιανικὸς βίος τῆς Ρωσίας. Ἡ Ρωσία, ὡς γνωστόν, καὶ οἱ Σκανδιναβικοὶ λαοὶ ἐκφράζουν τὴ νεότητα τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χριστιανισμοῦ. Ἡ μεταστροφὴ τῶν Ρώσων δὲν εἶναι ἕνα ἱστορικὸ κεφάλαιο ἀδιάφορο μὲ τὴν σύγχρονη πνευματικὴ ταυτότητα τῆς Εὐρώπης, διότι παράλληλα μὲ τὴν χριστιανικὴ ἱεραποστολὴ τοῦ Βυζαντίου εἶχε δυναμικὰ ἀναπτυχθεῖ στὴν περιοχὴ ἡ ἱεραποστολικὴ δράση καὶ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ. Εἶναι ἐμφανὲς καὶ εὐνόητο ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς ἐξουδετέρωσε τὶς ἀντίστοιχες βλέψεις τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ καὶ θεμελίωσε τὴν ἑνότητα τῆς θρησκευτικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ὑποδομῆς τῆς Εὐρώπης. Ἡ Ρωσία δέχθηκε τὸν χριστιανισμὸ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνος τοῦ Κιέβου Βλαδιμήρου ( ). Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἐργάστηκαν στὴ Ρωσία δραστήριοι ἱεραπόστολοι τοῦ Βυζαντίου, οἱ ὁποῖοι πέτυχαν τὴν ταχύτατη διάδοση τῆς νέας θρησκείας καὶ τὴ διοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας κατὰ τὰ βυζαντινὰ πρότυπα. Ἐντούτοις, ἡ πλήρης ἀφομοίωση τῆς ἤδη διαμορφωμένης ὀρθόδοξης παράδοσης καὶ βυζαντινῆς κληρονομιᾶς ἀπαίτησε μακρόχρονη διαδικασία, καὶ πολλὲς φορὲς κάτω ἀπὸ ἀντίξοες ἱστορικὲς συνθῆκες. Βεβαιότατα ὅμως ἡ συνεχής, ἀδιάκοπη καὶ ἀδιάπτωτη φροντίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπῆρξε ἀναμφιβόλως ἀσφαλὴς ἐγγύηση γιὰ τὴν ὀρθὴ χειραγώγηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἀποσαφηνίζοντας περισσότερο τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τῆς Ρωσίας ἐν συντομίᾳ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ καταγωγὴ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀνιχνεύεται πίσω στὴν περίοδο τῆς χρυσῆς ἐποχῆς τοῦ κράτους τῶν Ρώς, τὸν πρόδρομο οὐσιαστικὰ τοῦ ρωσικοῦ κράτους καὶ στὴν ἀπόφαση τοῦ πρίγκιπα Βλαδιμήρου τὸ 988 νὰ κάνει τὴ βυζαντινὴ πίστη τοῦ χριστιανισμοῦ θρησκεία τοῦ κράτους τῆς Ρωσίας. Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ὑπαγόταν τότε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καί ἡ πρώτη γνωστὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα ἦταν τὸ Κίεβο. Ὅταν ἡ πολιτικὴ δύναμη μετακινήθηκε ἀπὸ τὸ Κίεβο στὴ Μόσχα κατὰ τόν 14ο αἰώνα, μεταφέρθηκε καὶ ἡ ἕδρα. Ἔκτοτε διαμορφώθηκε ἡ παράδοση ὅτι ὁ Μητροπολίτης Μόσχας εἶναι ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Διαμορφώνοντας τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα της μέσα στὸν μεσαίωνα, ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἔδωσε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὸν ἀσκητισμό, ποὺ ἐξελίχθηκε ἐντέλει σὲ μία εὐρέως διαδεδομένη μοναστικὴ παράδοση. Πολλὲς εἶναι οἱ Μονές (Λαῦρες) ποὺ ἱδρύθηκαν σὲ αὐτὴ τὴν περίοδο στὴν ἐπικράτεια τῆς Μοσχοβίας, οἱ ὁποῖες ἐπεκτάθηκαν πληθυσμιακά, ἀναδεικνύοντας τὸ μοναστικὸ κίνημα ὡς βάση τῆς κοινωνικῆς, οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς ζωής. Μετὰ τὴν πτώση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας τὸ 1453, ἡ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔγινε αὐτοκέφαλο τμῆμα τοῦ ἀνατολικοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τὸ 1589 ὁ Μητροπολίτης Μόσχας διεκδίκησε καὶ πῆρε τὸν τίτλο τοῦ Πατριάρχη. Ἐν τῇ γενέσει της ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία διατήρησε τὴ βυζαντινή παράδοση τῆς ἀλληλεπίδρασης μὲ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, ἐπιτρέποντας στο κράτος νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ στὶς διοικητικὲς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸς ὁ ἔντονος βυζαντινισμὸς μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ρωσία παρέμεινε μετὰ τὸν μεσαίωνα γιὰ μακρὸ χρονικὸ διάστημα ἀπομονωμένη ἀπὸ τὴ Δύση, κράτησε οὐσιαστικὰ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἀνέπαφη ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ἐξελίξεις τῆς Ἀναγέννησης καὶ τῆς Μεταρρύθμισης. Ἡ ἐμμονὴ δὲ στὸ παραδοσιακὸ τυπικὸ προκάλεσε ἰσχυρὲς ἀντιδράσεις στὴ νεοτερικότητα Οὐκρανῶν κληρικῶν κατὰ τὸ 17ο αἰώνα, νὰ εἰσάγουν δογματικὲς καὶ λειτουργικὲς μεταρρυθμίσεις μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐκδήλωση σχίσματος καὶ τὴν ἐμφάνιση τοῦ κινήματος τῶν «Παλαιῶν Πιστῶν». Ἀργότερα, κατὰ τὸ 18ο αἰώνα, ὁ τσάρος Πέτρος ὁ Μέγας ἐλαχιστοποίησε κατὰ τὸ δυνατὸ τὴν ἐμπλοκὴ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴ διαχείριση τοῦ κράτους, ἀλλάζοντας τὸ καταστατικό της καὶ καταργώντας τὸ παλαιορωσικὸ ἡμερολόγιο, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ μέτρηση τῶν χρόνων ἄρχιζε ἀπὸ κτίσεως κόσμου καὶ τὸ ἔτος 3

6 ξεκινοῦσε τὸ Σεπτέμβριο. Ἐπενέβη περαιτέρω στὴν ἐκκλησιαστικὴ διαχείριση, καταργῶντας τὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1721 καὶ ὁρίζοντας τὴν Ἱερὰ Σύνοδο ὡς ἕνα κρατικὸ ὄργανο στελεχωμένο ἀπὸ κοσμικοὺς ὑπαλλήλους, προορισμένο νὰ διαχειρίζεται καὶ νὰ ἐλέγχει τὴν Ἐκκλησία. Ἡ δυναμική του ἐπέμβαση στὰ τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τοῦ ἐπέφερε τὸν τίτλο «ἀντίχριστος», χαρακτηρισμὸ ποὺ τοῦ ἀπέδιδαν οἱ δυσαρεστημένοι ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες. Φυσικὰ καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι ἡ ἐνσωμάτωση τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸν κρατικὸ μηχανισμὸ, καθώς καὶ ἡ ὑφαρπαγὴ τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῆς περιουσίας της, ἐπὶ Μεγάλου Πέτρου ( ) καὶ τῶν διαδόχων του, τὴν ὁδήγησε βαθμιαία σὲ ὑποταγὴ στὴν κοσμικὴ ἐξουσία. Ἐπὶ δύο περίπου αἰῶνες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας δὲν διέθετε κανονικὴ διοίκηση, Πατριάρχη, ἐνῶ ἐπίσης καὶ τὸ Συνοδικὸ Σύστημα ἦταν ἕρμαιο τῶν διαθέσεων τοῦ «ἐλέῳ Θεοῦ» μονάρχη καὶ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἐπιτρόπου, μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν καταργήθηκε ὁ θεσμὸς τῆς μοναρχίας, νὰ βρεθεῖ ἡ Ἐκκλησία ἀνοργάνωτη καὶ ἀπροετοίμαστη. Οἱ θεολογικὲς γνώσεις τοῦ κλήρου ἦταν ἐλλιπεῖς καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασή του δὲν ἀπεῖχε ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἀνέχεια. Τὸ λειτούργημα τοῦ ἱερέα ταυτιζόταν μὲ τὴν φτώχεια, τὴν ὑποταγὴ στὸ κράτος καὶ τὸν τσαρισμό, ἔχοντας ἀπολέσει ἔτσι τὸ κύρος του. Ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπόρεσε, ὑπὸ τὶς συνθῆκες αὐτές, νὰ διατηρήσει τὴν φυσιογνωμία αἰώνων ποὺ εἶχε, τὴν αὐτοτέλεια καὶ τὴν ἀποστολή της καὶ νὰ εἶναι πνευματικὸ καταφύγιο γιὰ τοὺς πιστούς της. Μάλιστα σὲ διάφορες περιόδους ἀρκετοὶ Ἱεράρχες εξυπηρετοῦσαν τά προσωπικά τους συμφέροντα σέ συνεργασία μέ τήν κρατική ἐξουσία καὶ ἀπολάμβαναν τιμὲς κοσμικές, χωρὶς ὡστόσο νὰ ἀντιδροῦν κατὰ τοῦ ἀπάνθρωπου θεσμοῦ τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῆς φτώχειας. Ἐπίσης, ἀναλώθηκαν πολλὲς φορὲς σὲ ζητήματα ἱεραποστολῆς καὶ σὲ μία προσπάθεια ἐκχριστιανισμοῦ ὅλων τῶν λαῶν ποὺ ζοῦσαν στὴν ἀκριτικὴ Ρωσία σὲ συνεργασία μὲ τὶς κρατικὲς ὑπηρεσίες. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἦταν ἀντίθετο καί, ὅταν τὸ διάταγμα τοῦ ἐπέτρεψε στοὺς ὀρθοδόξους νὰ ἀλλάξουν θρήσκευμα, ἐὰν τὸ ἐπιθυμοῦσαν, νὰ παρατηρηθεῖ μαζικὴ ἀποχώρηση τῶν νεοπροσύλητων χριστιανῶν. Ἔτσι, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία λειτουργοῦσε ὡς μία κρατικὴ ὀργάνωση καὶ ὑπὸ τὴν ἐξουσία τῆς Πολιτείας, ἦταν φυσικὸ μὲ τὴν πτώση τοῦ τσαρικοῦ καθεστῶτος νὰ ἀκολουθήσει καὶ ἡ κατάρρευσή της. Ἡ Α.Μ. ὁ Πατριάρχης Μόσχας καὶ πάσης Ρωσίας κ.κ. Κύριλλος Στὰ μάτια τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ τσαρικὸ καθεστὼς καὶ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ταυτίζονταν. Μὲ τὴν πτώση τῆς μοναρχίας ἀκολούθησαν πολλὰ δεινὰ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ρωσικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὅμως κατόρθωσε νὰ ἀνασυνταχτεῖ, νὰ ἐπιβιώσει καὶ μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων νὰ ἀνακτήσει τὸ κύρος της καὶ τοὺς πιστούς της καὶ νὰ ἀποτελεῖ στὴ συνέχεια ἕνα πραγματικὸ πνευματικὸ καταφύγιο. Τὴ δεκαετία τοῦ 1990 ἀνάκτησε καὶ τὴν πολιτικὴ ἐπιρροή της. Ἡ παράμετρος ποὺ πάντως εἶναι ἐντυπωσιακή, εἶναι ἡ ἀντοχὴ τῆς πνευματικῆς σχέσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μὲ τὸ ρωσικὸ λαό. Οἱ ἐπεμβάσεις εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴ μείωση τῆς εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἠθικῆς ἀρχῆς» κατὰ τὸ 18ο ἰδιαίτερα καὶ κατὰ τὸ 19ο αἰώνα, ὁπότε ἐκδηλώθηκε ἕνα ἰσχυρὸ κίνημα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς αὐτονομίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὀργανωτικὴ ἀνανέωση. Ἐπιπρόσθετα, κατὰ τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 19ου αἰώνα ἡ ἰσχυρὴ μοναστικὴ παράδοση παρήγαγε ἕνα σεβαστὸ ἀριθμὸ πρεσβυτέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν νὰ κερδίσουν τὸν σεβασμὸ ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, λειτουργώντας ὡς σύμβουλοι ἐπὶ κοσμικῶν καὶ πνευματικῶν θεμάτων. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη θρησκευτικὴ ἔκφραση, ἀκολούθησε τὸ ἅρμα τῆς ἀντίληψης 4

7 καὶ κυριολεκτικῆς ἑρμηνείας τῆς ρήσης τοῦ Κάρλ Μάρξ πώς «ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ». Πέραν τοῦ ὅτι ἔγινε ἀναστολὴ τῶν προνομίων ποὺ παρεῖχε ἡ μετριοπαθὴς προσωρινὴ κυβέρνηση λίγο πρὶν τὸ 1917 καὶ τὰ ὁποία ἀποκαθιστοῦσαν τὴν ἐκκλησία στὸ πρὸ του Πέτρου τοῦ Μεγάλου καθεστώς της, ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιουσία κρατικοποιήθηκε καὶ ἐκτελέστηκαν μὲ διάφορες αἰτιολογήσεις πάνω ἀπὸ 1200 ἁπλοὶ ἱερεῖς καὶ ἀξιωματοῦχοι στὴν περίοδο Στὴν πραγματικότητα βέβαια ἡ ὅλη ἀντιθρησκευτικὴ πολιτικὴ καὶ προπαγάνδα δὲν στόχευε ἀποκλειστικὰ στὸν χριστιανισμό, ἀλλὰ σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, βουδιστικοὶ καὶ σαμανιστικοὶ τόποι λατρείας στὴν Μπουρυατία στὴν περιοχὴ τῆς Βαϊκάλης καταστράφηκαν, ἐνῶ οἱ Λάμα καὶ οἱ Σαμάνοι συλλαμβάνονταν καὶ εἴτε ὁδηγοῦνταν στὴν ἐξορία εἴτε ἀπειλοῦνταν μὲ ποινὴ θανάτου. Τὸ 1925 ἱδρύθηκε στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἄθεων Μαχητῶν ὁ ὁποῖος κατεύθυνε μία πανσοβιετικὴ ἐκστρατεία κατὰ τῶν ὀργανωμένων θρησκειῶν. Οἱ ἀκραῖες θέσεις τῆς ὀργάνωσης ὁδήγησαν ἀκόμη καὶ τὴ σοβιετικὴ κυβέρνηση νὰ ἀρνηθεῖ ὁποιαδήποτε ἄμεση σχέση μὲ τὶς πρακτικές της. Τοῦτο βέβαια ὅταν ὁ Ἰωσὴφ Στάλιν ἐκτίμησε ὅτι ἔπρεπε νὰ χαλαρώσει τὴν ἀντιθρησκευτική του πολιτικὴ καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὴν Ἐκκλησία πρὸς ὄφελός του γιὰ τὴν ἀπαιτούμενη ἐθνεγερσία ἐν ὄψει τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων τοῦ Β Παγκοσμίου Πολέμου. Χάριν ἐθνικῆς ἄμυνας χιλιάδες ἐκκλησίες ἄνοιξαν ἐκ νέου στὴ Σοβιετικὴ Ἕνωση, γιὰ νὰ κλείσουν καὶ πάλι ἐξαιτίας τῆς πολιτικῆς ποὺ ἀκολούθησαν ὁ Νικήτα Χρουτσώφ καὶ ὁ Λεονίντ Μπρέζνιεφ στὴν περίοδο Μία ἐκ νέου ἀλλαγὴ τῆς σοβιετικῆς πολιτικῆς συνέβη ἐνόψει τῆς Γκλάστνοστ καὶ τὴν προσέγγιση τῶν ἀξιωματούχων τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν Μιχαὴλ Γκορμπατσώφ. Τὸ 1988 συναντήθηκε μὲ ἡγέτες τῆς Ὀρθοδοξίας, προκειμένου νὰ συζητηθεῖ ὁ ρόλος τῶν θρησκειῶν στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Λίγο ἀργότερα ὁ ἐπίσημος ἑορτασμὸς τῆς χιλιετηρίδας τῆς ρωσικῆς ὀρθοδοξίας ὑπέδειξε ὅτι ἦταν πλέον ἀποδεκτὴ ἡ ἐλεύθερη θρησκευτικὴ ἔκφραση. Ἔκτοτε μὲ διαρκεῖς νομοθετικὲς ρυθμίσεις τὴν ἄνοιξη τοῦ 1990 ψηφίστηκε ἕνας νέος νόμος ποὺ ἀναγνώριζε ἐξαιρετικὲς θρησκευτικὲς ἐλευθερίες. Ὁ νόμος παρέμεινε σὲ ἰσχὺ ὅταν ἡ Ρωσία ἔγινε ἀνεξάρτητο ἔθνος τὸ ἑπόμενο ἔτος. Σύμφωνα μὲ τὸν μακαριστὸ Πατριάρχη τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας Ἀλέξιο Β μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1990 καί 1995 περισσότερες ἀπό 8000 ρωσικὲς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες ἄνοιξαν, διπλασιάστηκαν οἱ ἐνεργὲς ἐνορίες καὶ προστέθηκαν 32 ἐπισκοπές. Ἀκολούθως ἡ ρωσικὴ κυβέρνηση ἐπέστρεψε πολλὰ ἀπὸ τὰ δημευμένα κτίρια καὶ ἐγκαταστάσεις, παρέχοντας ταυτόχρονα βοήθεια γιὰ τὴν ἐπισκευὴ καὶ τὴν ἀνακατασκευὴ τῶν κατεστραμμένων συγκροτημάτων. Ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος Β πέθανε τὸ πρωινὸ τῆς 5ης Δεκεμβρίου 2008, στὴν πατριαρχικὴ κατοικία Περεδιέλκινο. Κηδεύτηκε στὶς 9 Δεκεμβρίου 2008, παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τοῦ Προέδρου τῆς Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ, τοῦ Πρωθυπουργοῦ Βλαντιμίρ Πούτιν, τῶν Προέδρων τῆς Λευκορωσίας, τῆς Ἀρμενίας καὶ τῆς Σερβίας καὶ πλήθους πιστῶν. Στὶς 27 Ἰανουαρίου 2009 ὁ Μητροπολίτης Σμολένσκ καὶ Καλίνινγκραντ κ. Κύριλλος ἐξελέγη 16ος Πατριάρχης Μόσχας καὶ Πασῶν τῶν Ρωσιῶν, κερδίζοντας 508 (72%) ἀπὸ τὶς 702 ψήφους. Εἶναι Πατριάρχης Μόσχας καὶ Πασῶν τῶν Ρωσιῶν ἀπὸ τήν 1η Φεβρουαρίου τοῦ 2009, ἡμέρα τῆς ἐπίσημης ἐνθρόνισής του. Φέτος ἑορτάστηκε πανυγηρικῶς ἡ συμπλήρωση τεσσάρων ἐτῶν ἀγλαόκαρπου ποιμαντορίας τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου μὲ ἀποκορύφωμα τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στόν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Σωτῆρος μὲ τὴν συμμετοχὴ συνόλου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ὁ Πατριάρχης Κύριλλος στὴν πανηγυρικὴ ὁμιλία του, μεταξὺ ἄλλων ἀνέφερε ὅτι τέσσερα χρόνια τώρα στὸ πηδάλιο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ἔχω πλήρη κατανόηση τῶν εὐθυνῶν καὶ τῶν δυσκολιῶν ποὺ ὑπάρχουν μπροστά μου. Τὰ τέσσερα χρόνια μοῦ φάνηκαν σύντομο διάστημα. Ἄν δοῦμε ἕνα μωρὸ ἀπὸ τὴν γέννησή του μέχρι 4 χρονῶν, θὰ δοῦμε ὅτι ἀκόμα εἶναι πολὺ μικρὸ καὶ ἀνήμπορο καὶ χρειάζεται τὴ βοήθεια τῶν γονέων του. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὰ τὰ τέσσερα χρόνια ἔγιναν τόσα γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ γιὰ πάνω ἀπὸ 40 χρόνια, πρόσθεσε ὁ Πατριάρχης Κύριλλος. Στὴ συνέχεια εὐχαρίστησε τὴν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέλη της, τὰ ὁποῖα ὅπως ἀνέφερε μοιράζονται τὶς εὐθύνες μαζί του. Ἀξίζει ἀκόμη νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Πατριάρχης Μόσχας καὶ Πασῶν τῶν Ρωσιῶν κ. Κύριλλος, ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἐκλογῆς του ἔχει χειροτονήσει 88 Ἐπισκόπους. 5

8 ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΣΕΡΒΙΑΣ Δρ Πρέντραγκ Πούζοβιτς, Καθηγητοῦ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Θεολογικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου Ἡ Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ζίτσας Ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπέκτησε τὴν αὐτοκεφαλία της τὸ ἔτος Ὁ πρῶτος ἀρχιεπίσκοπός της, ὁ ἅγιος Σάββας, ἔφερε τὸν τίτλο: «Ἀρχιεπίσκοπος πασῶν τῶν Σερβικῶν καὶ Παραθαλασσίων χωρῶν». Ἡ ὀργάνωση τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας ἄρχισε οὐσιαστικὰ ἀπὸ τό Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τρεῖς παλαιότερες ἐπισκοπὲς ποὺ ἤδη ὑπῆρχαν τότε καὶ τελοῦσαν ὑπὸ τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδας, ὁ ἅγιος Σάββας ἵδρυσε ὀκτὼ νέες ἐπαρχίες. Ἕδρα τῆς Σερβικῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἦταν τότε ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ζίτσας. Ἡ διάρκεια ζωῆς αὐτῆς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἦταν ἀπὸ τό 1219 μέχρι τό Μέσα σὲ αὐτὰ τά 127 χρόνια στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο ἀνῆλθαν δώδεκα ἀρχιεπίσκοποι. Μεταξὺ αὐτῶν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἅγιο Σάββα, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ τρίτος υἱὸς τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς δυναστείας τῶν Νεμάνια, τοῦ Στέφαν (ἀργότερα ἔλαβε ὡς μοναχικὸ τὸ ὄνομα Συμεών), εἶναι ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Δανιήλ Β. Στὰ μέσα τοῦ 13ου αἰώνα, ἡ ἕδρα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μεταφέρθηκε στὸ Πέκιο (Πέτς), πόλη ποὺ βρίσκεται στὰ προάστεια τῶν στενῶν τοῦ Ρούγκοβο, στὸ Κοσσυφοπέδιο. Κατὰ τὰ τέλη τοῦ 13ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 14ου αἰώνα, αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐπισκοπῶν. Ἡ ἐπικράτεια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἐπεκτείνεται μὲ τὴ διεύρυνση τῶν συνόρων τοῦ σερβικοῦ κράτους, ἡ ὁποία εἶχε ἀρχίσει ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν αὐταδέλφων βασιλέων Ντραγκούτιν καὶ Μιλούτιν καὶ συνεχίστηκε μὲ τὸν υἱό τοῦ τελευταίου, Στέφανο Δέτσανι ( ), ἰδιαιτέρως δέ, κατὰ τὰ χρόνια τοῦ Στέφανου Δουσάν (βασιλιάς καὶ αὐτοκράτορας ἀπὸ τὸ 1346 ἕως τὸ 1355). Ὁ Δουσὰν ἀνακηρύχθηκε αὐτοκράτορας (τσάρος) ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς πόλης τῶν Σερρῶν, τὸ ἔτος Ἐπειδή, κατὰ τὶς τότε συνήθειες, ὁ «βασιλιάς» ἐστέφετο ἀπὸ «ἀρχιεπίσκοπο», ἐνῶ κάποιος ποὺ ὀνομάζονταν «τσάρος» ἀπὸ «πατριάρχη», ἡ Σερβικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ ἔπρεπε νὰ προαχθεῖ σὲ ἐπίπεδο Πατριαρχείου. Αὐτὸ καὶ ἔγινε, στὴ Σερβικὴ Ἐθνοσυνέλευση ποὺ πραγματοποιήθηκε στὴν πόλη τῶν Σκοπίων τὸ 1346, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Ὁ μέχρι τότε ἀρχιεπίσκοπος Ἰωαννίκιος ἀνύψώθηκε σὲ Πατριάρχη μὲ τὸν τίτλο «Πατριάρχης ὅλων τῶν Σερβικῶν καὶ Παραθαλασσίων χωρῶν». Ἑπτὰ ἡμέρες ἀργότερα, ἀνήμερα τοῦ Πάσχα τοῦ 1346, στὴν πόλη τῶν Σκοπίων ποὺ ἦταν πρωτεύουσα τοῦ κράτους, ὁ Στέφανος Δουσὰν μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα στέφθηκε «τσάρος». Τὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Πεκίου Ἡ ἀνακήρυξη τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν υἱοθέτηση τοῦ μητροπολιτικοῦ συστήματος στὴν διάρθρωση τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδας, τοῦ ὁποίου ἡ ἕδρα βρέθηκε στὴν ἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου, ὑποβαθμίστηκε καὶ κατέληξε νὰ εἶναι τότε στὰ δίπτυχα ἀμέσως μετὰ τὸν Πατριάρχη Πεκίου. Οἱ παλαιότερες ἐπαρχίες, δηλαδή, οἱ ἐπισκοπὲς Ράσκας, Πριζρένης, Ζέτας καὶ Σκοπίων ἀνυψώθηκαν σὲ Μητροπόλεις. Ἐπὶ πλέον ἡ Μητρόπολη Σκοπίων κατέστη πρωτόθρονος, διότι ὁ ἐπίσκοπός της ἦταν Μητροπολίτης τσαρικῆς πρωτεύουσας. Μὲ τὴν πτώση τοῦ Δεσποτάτου τῆς Σερβίας ποὺ εἶχε ἕδρα του τὴν πόλη Σμεντέρεβο ὑπὸ τουρκικὸ ζυγό, τὸ 1459, τὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Πεκίου δὲν καταργήθηκε ἐντούτοις, ἦταν ὑποχρεωμένο νὰ πληρώνει στοὺς Τούρκους μεγάλο ποσὸ ἐτήσιου φόρου. Δὲν μᾶς εἶναι γνωστό, ὕστερα ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Πατριάρχου Ἀρσενίου Β ὁ ὁποῖος καὶ ὑπὸ τουρκικὴ κατοχὴ εἶχε συνεχίσει νὰ ποιμαίνει τὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία, τὸ ἐὰν εἶχε ἐκλεγεῖ νέος Πατριάρχης. Μία τέτοια καθόλου ὁμαλὴ κατάσταση στὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία ἐκμεταλεύτηκε ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ἀχρίδας καὶ προχώρησε σὲ σταδιακὴ 6

9 ἐπέκταση τῆς δικῆς της δικαιοδοσίας μέσα στὰ ἐδάφη τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου. Σὲ αὐτὸ ἀντιστάθηκε ὁ Μητροπολίτης Σμεντερέβου Παῦλος, γύρω στά Οἱ ἀντιδράσεις του ὅμως, πάρ ὅλο ποὺ στὴν ἀρχὴ ἔφερναν ἀποτελέσματα, στὸ τέλος ἀπέβησαν μάταιες, διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδας Πρόχορος κατάφερε νὰ ἐπιτύχει, νὰ καταδικαστοῦν ὁ Μητροπολίτης Παῦλος καὶ οἱ ὑποστηρικτές του σὲ δύο Συνόδους στὴν Ἀχρίδα, τὸ 1532 καὶ τὸ Πάρ ὅλο, ὅμως, ποὺ οἱ προσπάθειες τοῦ Παύλου ἀπὸ τὸ Σμεντέρεβο εἶχαν ἀποτύχει, τὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Πεκίου κατάφερε νὰ ἐπανασυσταθεῖ τὸ Πρῶτος Πατριάρχης ἐξελέγη ὁ Μακάριος Σοκόλοβιτς ( ). Ὕπ αὐτόν, τὸ Πατριαρχεῖο Πεκίου ἀπέκτησε δικαιώματα καὶ προνόμια ἴδια μὲ ἐκεῖνα ποὺ ἀπολάμβανε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὴν τουρκοκρατία. Μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας τότε εἶχε ἑνωθεῖ ὁλόκληρος ὁ σερβικὸς λαὸς ποὺ τελοῦσε ὑπὸ ὀθωμανικὴ ἐξουσία. Τὸ νέο Πατριαρχεῖο συναποτελοῦσαν τώρα περισσότερες ἀπὸ 40 ἐπισκοπές. Δυστυχῶς ὅμως, τὸ ἔτος 1766, τὸ Πατριαρχεῖο Πεκίου διαλύεται καὶ περιέρχεται στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἔτσι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ κυριαρχία οἱ Σέρβοι ἀπώλεσαν καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τους ἀνεξαρτησία. Οἱ σερβικὲς πατρίδες καὶ ὁ σερβικὸς ἐθνικὸς χῶρος βρίσκονταν πλέον στὰ ἐδάφη τῆς Ὀθωμανικῆς καὶ τῆς Αὐστριακῆς αὐτοκρατορίας καὶ τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας. Ἡ Σερβικὴ Ἱεραρχία εἶχε τότε ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἕλληνες Ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι παρέμειναν γνωστοὶ στὸ λαὸ ὡς «Φαναριῶτες». Μόνον στὸ Μαυροβούνιο, στὴν Κετίγνη (Τσέτινιε), ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου Πεκίου, εἶχε παραμείνει σέρβος Ἐπίσκοπος. Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη τῆς Κετίγνης (τὸ Τσέτινιε τοῦ Μαυροβουνίου) Ἡ Μητρόπολη Κετίγνης τελοῦσε τυπικὰ ὑπὸ τὴ διοικητικὴ ἁρμοδιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν οὐσία ὅμως, δὲν ἀναγνώριζε αὐτὴ τὴν ἐξάρτηση. Ἕνα τέτοιο συμπέρασμα μποροῦμε νὰ ἐξάγουμε καὶ ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι τοὺς Μητροπολίτες τοῦ Τσέτινιε δὲν τοὺς χειροτονοῦσε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, πάρ ὅλο ποὺ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου Πεκίου αὐτὸ ἦταν δικό του προνόμιο. Οἱ χειροτονίες τῶν ἐν λόγῳ Μητροπολιτῶν τελοῦνταν γιὰ πολιτικοὺς λόγους στὴ Ρωσσία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ χειροτονία τοῦ Πέτρου Α, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε στὰ Καρλοβίκια (Σρέμσκοι Κάρλοβτσοι) τοῦ Σιρμίου (Σρέμ) καὶ τοῦ Βησσαρίωνος Λιούμπισα, τὸν ὁποῖον χειροτόνησαν ὁ Μητροπολίτης Κετίγνης Ἰλαρίων Ρογκάνοβιτς καὶ ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Μποκακότορ Γεράσιμος Πετράνοβιτς, τὸ Στὴ Ρωσσία εἶχαν χειροτονηθεῖ οἱ Πέτρος Πετροβιτς Β, ὁ ἐπονομαζόμενος καὶ Νιέγκος ( ), Νικάνωρ Ἰβάνοβιτς ( ), Ἰλαρίων Ρογκάνοβιτς ( ) καὶ Μητροφὰν Μπαν ( ). Μὲ τὸ θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Πέτρου Πέτροβιτς Νιέγκος Β, ἡ δεσποτικὴ αὐτὴ οἰκογένεια τῶν Πέτροβιτς ἔπαυσε νὰ δίδει ἡ ἴδια τοὺς Μητροπολίτες στὴν Κετίγνη (Τσέτινιε) κατὰ διαδοχὴ γένους καὶ ἀπὸ τότε ἀρχίζει ἡ κοσμική της καὶ μόνον ἐξουσία. Στὴν ἱστορία τοῦ Μαυροβουνίου διακόπτεται, ἔτσι, ἡ θεοκρατία καὶ οἱ ἐξουσίες τῶν Μητροπολιτῶν περιορίζονται σὲ ἐκκλησιαστικὰ καὶ μόνον θέματα. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Μητροπολίτου Ἰλαρίωνος Ρογκάνοβιτς ἀρχίζει νὰ λειτουργεῖ στὸ Τσέτινιε, τὸ 1863, ἐκκλησιαστικὴ Ἱερατικὴ Σχολή. Ἐπίσης ἐπὶ Ἰλαρίωνος, στὸ Συνέδριο τοῦ Βερολίνου, τὸ 1878, τὸ Μαυροβούνιο θὰ ἀποκτήσει κρατικὴ ἀνεξαρτησία καὶ γεωγραφικὴ ἐπέκταση τῶν συνόρων του. Γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν ἀπελευθερωμένων περιοχῶν ἱδρύθηκε νέα ἐπαρχία, ἡ Ἱερὰ Ἐπισκοπὴ Ζαχουμίου καὶ Ράσκας μὲ ἕδρα τὴ μονὴ τοῦ ὄρους Ὄστρογκ. Πρῶτος Ἐπίσκοπός της χειροτονήθηκε ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βησσαρίων Λιούμπισα. Ὕστερα καὶ ἀπὸ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους τὸ Μαυροβούνιο ἀπέκτησε ἐκ νέου διεύρυνση, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ περιέλθει στὰ ὅριά του καὶ ἡ πόλη Πέκιο (Πέτς) τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Ἔτσι, ἀνασυστάθηκε ἐκεῖ ἡ Μητρόπολη πλέον, Πεκίου, μὲ ἕδρα τὴν πόλη τοῦ Πεκίου, ἡ ὁποία καὶ ἀποτέλεσε τὴν τρίτη ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία τοῦ Μαυροβουνίου. Τὸ ἔτος 1920, ἡ Μητρόπολη Κετίγνης (Τσέτινιε) ἐντάσσεται στὸ ἀποκατεστημένο Σερβικὸ Πατριαρχεῖο. 7

10 Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Βελιγραδίου Στὴ Σερβία οἱ ἕλληνες Ἐπίσκοποι παρέμειναν μέχρι τὸ Ὕστερα ἀπὸ τὶς ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν ὀθωμανῶν, τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Καρατζῶρτζε ( ) καὶ τοῦ πρίγκηπα Μίλος Ὀμπρένοβιτς τὸ 1815, ἡ τουρκικὴ Ὑψηλὴ Πύλη τὸ 1830, ἐξέδωσε Διάταγμα (Χατισερίφι καὶ Βεράτι) μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Σερβία ἀναγνωρίζετο ὡς ἀνεξάρτητο καὶ αὐτοδιοίκητο πριγκηπάτο. Μὲ τοὺς ἴδιους Ἱδρυτικοὺς Χάρτες προβλέπονταν καὶ ἡ ἀντικατάσταση τῶν ἑλλήνων Ἐπισκόπων ἀπὸ σέρβους. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1831, διὰ Συνοδικοῦ Τόμου, παραχώρησε στὴν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἐσωτερικὴ αὐτονομία καὶ ἀνακάλεσε ἀπὸ αὐτὴν τοὺς ἕλληνες Ἐπισκόπους. Πρῶτος Μητροπολίτης στὸν θρόνο τοῦ ἀπελευθερωμένου ἀπὸ τοὺς Τούρκους Βελιγραδίου ἐξελέγη ὁ Μελέτιος Παύλοβιτς ( ). Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὑπῆρχαν τρεῖς ἐπαρχίες: Βελιγραδίου, Οὔζιτσε καὶ Σάμπατς, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1833, καὶ ἡ Τιμοκίου μὲ ἕδρα τὴν πόλη τοῦ Ζάγετσαρ καὶ ἀργότερα τὸ Νέγκοτιν. Τὸν Μητροπολίτη Μελέτιο διαδέχτηκε ὁ Πέτρος Γιοβάνοβιτς ( ), κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ὁποίου, τὸ 1836, ψηφίστηκε ὁ Ἐκκλησιαστικὸς Σερβικὸς Καταστατικὸς Χάρτης (Χάρτα περὶ πνευματικῶν ἀρχῶν τοῦ Πριγκηπάτου τῆς Σερβίας) καὶ τὸ ἴδιο ἔτος ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ ἡ Ἱερατικὴ Σχολὴ Βελιγραδίου. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀλλαγὴ τῆς κυβερνητικῆς δυναστείας τὸ 1859, ὁ Μητροπολίτης Πέτρος ὑποχρεώθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Σερβία καὶ διάδοχός του ἐξελέγη ὁ Ἐπίσκοπος Σάμπατς Μιχαὴλ Γιοβάνοβιτς ( ). Χάριν στοὺς δεσμούς του μὲ τὴ Ρωσία, τὸ 1874 ἱδρύθηκε τὸ Μετόχιο τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας στὴ Μόσχα, τὸ ὁποῖο διατηρήθηκε μέχρι τὸ Κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἦταν Μητροπολίτης ὁ Μιχαὴλ πραγματοποιήθηκαν καὶ οἱ ἀπελευθερωτικοὶ πόλεμοι τοῦ , οἱ ὁποῖοι ὁλοκληρώθηκαν μὲ τὸ Συνέδριο τοῦ Βερολίνου, τὸ Μὲ ἀποφάσεις αὐτῆς τῆς Συνθήκης τὸ πριγκηπάτο τῆς Σερβίας ἀπέκτησε ἀνεξαρτησία καὶ γεωγραφικὴ ἐπέκταση τῶν συνόρων του. Ὕστερα καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν Πράξη μὲ τὴν ὁποία ἡ Σερβία ἀποκτοῦσε παγιωμένη πολιτικὴ αὐτοδιάθεση καὶ κρατικὴ ἀνεξαρτησία, ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Ἡ Α.Μ. ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πεκίου, Μητροπολίτης Βελιγραδίου καὶ Καρλοβικίου καὶ Πατριάρχης Σερβίας κ.κ. Εἰρηναῖος Πατριάρχου Ἰωακείμ Γ, διὰ Συνοδικοῦ Τόμου ἐκδοθέντος στὶς 20 Ὀκτωβρίου τοῦ 1879 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ Βελιγραδίου καὶ Πάσης Σερβίας κατέστη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, μὲ ἐπικράτεια ἐντὸς τῶν νέων ὁρίων τοῦ νεοσύστατου κράτους, μὲ ἐπὶ πλέον μία πέμπτη ἐπαρχία, τὴν Ἐπισκοπὴ Νύσσας (Ναϊσοῦ, σημερινὸ Νίς), στὶς πρόσφατα ἀπελευθερωθεῖσες περιοχές. Λίγο μετὰ τὸ Συνέδριο τοῦ Βερολίνου, ὅμως, ὁ Μητροπολίτης Μιχαὴλ ἦρθε σὲ ρήξη μὲ τὴν τότε ἀποκαλούμενη προοδευτικὴ Κυβέρνηση τοῦ Πριγκηπάτου, ἡ ὁποία κατάφερε νὰ τὸν ἐκθρονίσει καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει τὸ Δύο χρόνια ἀργότερα μάλιστα, τὸ 1883, ὁ Μιχαήλ ἀναγκάστηκε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἐκτὸς Σερβίας καὶ νὰ παραμείνει ἐξόριστος. Ἡ κρατικὴ ἐξουσία γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ὅσο τὸ δυνατὸ μεγαλύτερο ἔλεγχο πάνω στὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέχρι τὴν ἐκλογὴ νέου Μητροπολίτου, στὰ τέλη Δεκεμβρίου τοῦ 1882, δημοσίευσε νέο Νομοσχέδιο μὲ τιτλοφορία: «Μεταβολὲς καὶ συμπληρώσεις τοῦ περὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1862 Νόμου». Μὲ αὐτὸ τὸ Νόμο 8

11 οἱ ἀρχὲς ἐξασφάλιζαν τὴν πλειοψηφία στὴ Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν καὶ στὸ ἐκλογικὸ Σῶμα ποὺ ἐξέλεγε τὸν Μητροπολίτη Βελιγραδίου. Μὲ ἐπιβολή, λοιπόν, τῶν κυβερνούντων πολιτικῶν τοῦ πριγκηπάτου, νέος Μητροπολίτης Σερβίας τοποθετήθηκε ὁ Θεοδόσιος Μράοβιτς ( ), χωρὶς τὴ συμμετοχή κανενὸς Ἐπισκόπου. Τὸν χειροτόνησε ὁ «πατριάρχης» Καρλοβικίων Γερμανὸς Ἀντζέλιτς τὸ 1883, στὰ Καρλοβίκια τοῦ Σιρμίου (ὁ ἑκάστοτε Ἐπίσκοπος τῶν ὁποίων εἶχε διατηρήσει γιὰ ἕνα διάστημα τὸν τίτλο «πατριάρχης»). Οἱ ἄλλοι ἱεράρχες ποὺ παρέμειναν ἀφοσίωμένοι στὸν Μητροπολίτη Μιχαήλ, ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὶς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεοδόσιο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστοῦν χρηματικὲς ποινὲς καὶ λίγο ἀργότερα νὰ ἀντικατασταθοῦν, μὲ ἐπέμβαση τῶν σερβικῶν κρατικῶν ἀρχῶν, ἀπὸ ἄλλους Ἐπισκόπους ποὺ τοποθετήθηκαν στὶς ἐπαρχίες τους. Τότε, καταργήθηκαν οἱ ἐπισκοπὲς τοῦ Σάμπατς καὶ τοῦ Νέγκοτιν (Τιμοκίου). Ἡ Ἱεραρχία ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεοδόσιο ὀνομάστηκε προοδευτικὴ ἤ ἀντικανονική, διότι σχηματίστηκε χωρὶς τὴ συμμετοχὴ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν καὶ δροῦσε σύμφωνα μὲ τὶς ὑποδείξεις τῆς κοσμικῆς κυβέρνησης τοῦ σερβικοῦ Πριγκηπάτου. Ὕστερα ἀπὸ τὴν παραίτηση τοῦ σέρβου Ἡγεμόνα Μίλαν Ὀμπρένοβιτς, τὸ 1889, ὁ Μητροπολίτης Μιχαὴλ ἐπέστρεψε στὴ Σερβία καὶ ἀφοῦ ἡ προοδευτικὴ Ἱεραρχία ἐπίσης παραιτήθηκε, ἀνέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸ Μητροπολιτικὸ θρόνο. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τρεῖς ὑπάρχουσες ἐπαρχίες, κατάφερε νὰ ἐπανιδρύσει τὴν Ἐπισκοπὴ Τιμοκίου. Ὁ Μιχαὴλ ἐκοιμήθη τὸ 1898 καὶ νέος Μητροπολίτης Βελιγραδίου καὶ Πάσης Σερβίας ἐξελέγη, μὲ τὴ συγκατάθεση Παλατίου καὶ Κυβέρνησης, ὁ Ἐπίσκοπος Νύσσης (Νίς) Ἰννοκέντιος Παύλοβιτς ( ). Τότε, ἀπὸ πλευρᾶς Κυβέρνησης καὶ μέσῳ τοῦ Ὑπουργοῦ Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων τέθηκε πρὸς τὸν νεοεκλεγέντα Μητροπολίτη ἡ ἐπιθυμία γιὰ συμφιλίωση μὲ τὴν προοδευτικὴ Ἱεραρχία, ἀπὸ τὴν ὁποία μόνο δύο Ἐπίσκοποι βρίσκονταν στὴ ζωή, ὁ Δημήτριος Παύλοβιτς καὶ ὁ Νικάνωρ Ρούζιτσιτς. Οἱ κανονικὰ ἐκλεγμένοι ἱεράρχες, ὁ Μητροπολίτης Ἰννοκέντιος καὶ οἱ Ἐπίσκοποι Σάββας Ντετσάνατς καὶ Μελέντιε Βούγιτς, δὲν ἔφεραν ἀντιρρήσεις στὴ συμφιλιωτικὴ αὐτὴ προσπάθεια ἡ ὁποία εὐοδώθηκε στίς 15 Φεβρουαρίου Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ πρωθυπουργὸς τίμησε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἕνα μήνα ἀργότερα ὁ Νικάνωρ Ρούζιτσιτς ( ) ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς χηρεύουσας Ἐπισκοπῆς τοῦ Νίς. Ὕστερα ἀπὸ αὐτό, ἡ Κυβέρνηση τῆς Σερβίας, στὶς 29 Ἰουλίου 1898, ψήφισε νέο «Νομοσχέδιο περὶ Μεταβολῶν καὶ Συμπληρώσεων τοῦ ἀπὸ 27 Ἀπριλίου 1890 Νόμου περὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν». Μὲ αὐτό, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐπανασυστήνεται καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ Σάμπατς, Ἐπίσκοπος τῆς ὁποίας ἐκλέγεται ὁ Δημήτριος Παύλοβιτς ( ). Ἔτσι, αὐτοὶ οἱ δύο Ἐπίσκοποι τῆς λεγόμενης προοδευτικῆς Ἱεραρχίας ἀποκαταστάθηκαν σὲ ἐπαρχίες τῆς κανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβίας. Κατὰ τὴν περίοδο ἀρχιερατείας τοῦ Μητροπολίτου Ἰννοκεντίου, τὸ ἔτος 1900, ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ ἡ νέα ἐννεατάξια ἐκλησιαστικὴ Ἱερατικὴ Σχολὴ τοῦ ἁγίου Σάββα στὸ Βελιγράδι. Τὸ προγενέστερό της Ἐκκλησιαστικὸ Λύκειο λειτουργοῦσε μέχρι τὸ 1903, καὶ ὕστερα ἀπὸ 66 χρόνια καρποφόρας διακονίας καταργήθηκε. Τὴν ἴδια χρονιά, τὸ 1903, τὸ τιμόνι τῆς κυβέρνησης τῆς Σερβίας ἀνέλαβε ἄλλη πολιτικὴ δυναστεία μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ βασιλιᾶ Ἀλεξάνδρου Ὀμπρένοβιτς, στὸ θρόνο ἀνῆλθε ἡ δυναστεία τῶν Καρατζώρτζεβιτς μὲ τὸν βασιλέα Πέτρο Α. Ὁ Μητροπολίτης Ἰννοκέντιος ἐκοιμήθη τὸ 1905 καὶ νέος Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας ἐξελέγη ὁ Ἐπίσκοπος Σάμπατς Δημήτριος Παύλοβιτς ( ). Ἡ π ερ ί ο δ ο ς ἀρχι ερ ατ ε ί α ς το ῦ Μητροπολίτου Δημητρίου ἦταν πολὺ ταραχώδης γιὰ ὁλόκληρο τὸ σερβικὸ ἔθνος. Ἡ Αὐστροουγγρικὴ αὐτοκρατορία προσάρτησε τὴ Βοσνία καὶ τὴν Ἐρζεγοβίνη τὸ 1908, ἔπειτα ἀκολούθησαν οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι μὲ τοὺς ὁποίους ἀπελευθερώθηκαν ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Νότια Σερβία ἀπὸ μακραίωνη τουρκικὴ δουλεία. Σύντομα ξέσπασε καὶ ὁ Α Παγκόσμιος Πόλεμος κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὁποίου ὁ Μητροπολίτης Δημήτριος ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴ χώρα καὶ μαζὶ μὲ τὸν σερβικὸ στρατὸ νὰ διαφύγει μέσῳ Ἀλβανίας. Στὴν ἀποδημία του αὐτὴ κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες πρὸς ὄφελος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λαοῦ καὶ μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἐπέστρεψε στὴ Σερβία. 9

12 Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴ Νότια καὶ Παλαιὰ Σερβία Στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἐπαρχίες τῆς Νότιας καὶ Παλαιᾶς Σερβίας, ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου, εἶχαν τοποθετηθεῖ ἕλληνες Ἐπίσκοποι. Ὅταν ἡ τουρκικὴ Ὑψηλὴ Πύλη τὸ 1870, μὲ τὴν παρέμβαση καὶ τῆς Ρωσίας, ἐξέδωσε φιρμάνι γιὰ τὴν ἀνακήρυξη τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας, σὲ κάποιες ἐπισκοπὲς ποὺ βρίσκονταν σὲ νοτιότερες περιοχὲς τοῦ κατηργημένου Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου τοποθετήθηκαν βούλγαροι ἑξαρχικοὶ ἀρχιερεῖς, κάτι ποὺ προκάλεσε τὴν διάσπαση τοῦ σερβικοῦ λαοῦ. Ἕνα μέρος τῶν σερβικῶν πληθυσμῶν προσχώρησε σ αὐτούς, ἐνῶ τὸ ἄλλο παρέμεινε πιστὸ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὅλο καὶ περισσότερο αὐξάνονταν οἱ φωνὲς καὶ οἱ ἀπαιτήσεις γιὰ ἀποκατάσταση τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου. Τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως δὲν συγκατατίθετο στὴν ἐπανίδρυση τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου παρ ὅλα αὐτὰ ὅμως, κατὰ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, δέχθηκε νὰ τοποθετηθοῦν σὲ κάποιες ἐπαρχίες τῆς Παλαιᾶς καὶ Νότιας Σερβίας, σέρβοι Ἐπίσκοποι. Ἔτσι, τὸ 1896, τοποθετήθηκε ὡς Ἐπίσκοπος Ράσκας καὶ Πριζρένης ὁ Διονύσιος Πέτροβιτς, ἐνῶ τὸν ἑπόμενο χρόνο, τοποτηρητὴς τῆς Ἐπισκοπῆς Σκοπίων τοποθετήθηκε ὁ σέρβος Φιρμιλίαν Ντράζιτς, ὁ ὁποῖος χειροτονήθηκε μόλις τὸ Τρίτη ἐπισκοπή, ἡ ὁποία ἀπέκτησε σέρβο Ἐπίσκοπο, τὸ ἔτος 1910, ἦταν αὐτὴ τοῦ Βελεσίου καὶ Δέβρου, κοντὰ στὰ Σκόπια. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴ Βοσνία καὶ Ἐρζεγοβίνη Μέχρι τὴ στιγμὴ τῆς κατάργησης τοῦ Πατριαρχείου τοῦ Πεκίου, στὴ Βοσνία καὶ Ἐρζεγοβίνη ὑπῆρχαν τρεῖς ἐπισκοπές. Τὶς δύο ἀπὸ αὐτὲς τὶς εἶχε ἱδρύσει ὁ Ἅγιος Σάββας: τὴ Χούμσκα ποὺ λίγο ἀργότερα ὀνομάστηκε Ζαχουμίου καὶ Ἐρζεγοβίνης, καὶ τὴν Ντάμπαρσκα, ἀργότερα Νταμπρομπόσανσκα (Ντάμπαρ καὶ Βοσνίας ἤ Δαμπροβοσνίας). Ἡ σύσταση τῆς τρίτης, τῆς ἐπισκοπῆς Ζβορνικίου καὶ μετέπειτα Ζβορνικίου καὶ Τούζλας, συνδέεται μὲ τὸν βασιλέα Ντραγκούτιν (τέλη 13ου αἰώνα). Τὸ μεσαιωνικὸ βοσνιακὸ κράτος ἔπεσε στὰ χέρια τῶν Τούρκων τὸ 1463, ἐνῶ ἡ Ἐρζεγοβίνη λίγο ἀργότερα, τὸ Ὑπ αὐτὸ τὸ ζυγὸ θὰ παραμείνουν μέχρι τὸ Συνέδριο τοῦ Βερολίνου, τό 1878, ὅταν καὶ θὰ ἀποκτήσουν μὲ αὐτὸ τοὺς νέους κατακτητὲς ποὺ δὲν ἦταν ἄλλοι ἀπὸ τοὺς Αὐστροούγγρους εἰσβολεῖς, οἱ ὁποῖοι, κατόπιν συμφωνίας μὲ τὸ Πατριαρχεῖο στὴν Πόλη τὸ 1880, εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ τοποθετήσουν αὐτοὶ Μητροπολίτες στὶς κενὲς ἕδρες τοῦ Σεράγιεβο, τοῦ Μόσταρ καὶ τῆς Τούζλας, καὶ νὰ ἀντικαταστήσουν τοὺς ἕλληνες Ἐπισκόπους μὲ σέρβους. Ἔτσι, τὸ 1881, Μητροπολίτης Σεράγιεβο χειροτονήθηκε ὁ Σάββας Κοσάνοβιτς, ἐπίσκοπος στὸ Μόσταρ ὁ Λεόντιος Ραντούλοβιτς, τὸ 1888, καὶ Ζβορνικίου καὶ Τούζλας ὁ Νικολάι Μάντιτς, τὸ Τὸ ἔτος 1900, στὴ Βοσνία- Ἐρζεγοβίνη ἱδρύθηκε καὶ τέταρτη ἐπαρχία, αὐτὴ τῆς Μπανιαλούκα καὶ Μπίχατς. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευση αὐτονομήθηκε σὲ αὐτὲς τὶς περιοχὲς τὸ 1905 ἀλλὰ οἱ ἐπισκοπὲς τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης παρέμειναν ἐξαρτημένες ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἕως τὸ τέλος τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴ Δαλματία Ἡ Ἐπισκοπὴ Δαλματίας καὶ Ἴστρας ἱδρύθηκε τὸ 1808, ἐπὶ γαλλικῆς κυριαρχίας, στὰ παράλια τῆς Δαλματίας. Πρῶτος Ἐπίσκοπος τοποθετήθηκε ὁ ἕλληνας Βενέδικτος Κράλιεβιτς ( ). Ἡ γαλλικὴ κατοχὴ τῆς Δαλματίας διάρκεσε ἀπὸ τὸ 1805 μέχρι τὴ Συνθήκη τῆς Βιέννης, τὸ 1814, μὲ τὴν ὁποία ἡ Δαλματία, ἡ Ἴστρα καὶ ἡ Μπόκα τοῦ Κότορ δόθηκαν στὴν Αὐστρία. Ὁ Βενέδικτος Κράλιεβιτς παρέμεινε ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐπισκοπῆς Δαλματίας γιὰ ἀκόμη 14 χρόνια, καὶ ἐπὶ αὐστριακῆς κυριαρχίας, χωρὶς ὅμως, δυστυχῶς, νὰ καταφέρει νὰ ἀντισταθεῖ στὴν οὐνιτικὴ προπαγάνδα. Ὕστερα ἀπὸ τὴν συνταξιοδότηση τοῦ Βενεδίκτου, τὸ 1828, ἡ Ἐπισκοπὴ Δαλματίας περιῆλθε στὴν κανονικὴ ἁρμοδιότητα τῆς Μητροπόλεως τῶν Καρλοβικίων τοῦ Σιρμίου καὶ πρῶτος Ἐπίσκοπός της, μετὰ τὴν ὑπαγωγὴ καὶ ἐξάρτησή της αὐτή, ἐξελέγη ὁ Ἰωσήφ Ράγιατσιτς ( ). Ἀκολούθησαν οἱ: Παντελεήμων Ζίβκοβιτς ( ), Ἱερόθεος 10

13 Μουτίμπαριτς ( ), Στέφαν Κνέζεβιτς ( ), Νικόδημος Μίλας ( ) κ.ἄ. Ἐπὶ ἀρχιερατείας τοῦ Στέφαν Κνέζεβιτς, τὸ 1870, δίπλα στὴν Ἐπισκοπὴ Δαλματίας - Ἴστρας ἱδρύθηκε καὶ ἡ ἐπαρχία τοῦ Μπόκο Κότορ καὶ Ραγούσης (Ντουμπρόβνικ). Καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἐπαρχίες, τὸ 1874, ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Καρλοβικίων καὶ προσχώρησαν στὴ σύνθεση τῆς νέας Μητροπόλεως Μπούκοβιν καὶ Δαλματίας, ὅπου καὶ παρέμειναν ἕως τὴν ἀνασύσταση τοῦ Σερβικοῦ Πατριαρχείου, τὸ Ἡ Ἱερὰ Μητρόπολη Καρλοβικίων τοῦ Σιρμίου Αὐτὴν τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια τὴν ἵδρυσε ὁ Πατριάρχης Πεκίου Ἀρσένιος Γ Τσρνόγιεβιτς ( , πέθανε στὴ Βιέννη τὸ 1706, ὅταν ἀναγκάστηκε νὰ μεταναστεύσει ἀπὸ τὸ Κοσσυφοπέδιο μαζὶ μὲ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαὸ του πρὸς τὰ βόρεια λόγῳ τοῦ φόβου ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ τὴν ἐκδίκηση τῶν Τούρκων, στὰ πλαίσια τῶν προνομίων ποὺ τοῦ εἶχε παραχωρήσει ὁ αὐστριακὸς αὐτοκράτορας Λεοπόλδος Α. Συμπεριελάμβανε τοὺς Σέρβους τῆς Βοϊβόντινας, τῆς Κροατίας καὶ τῆς Σλαβονίας. Στὴν ἀρχή, ἕδρα της ἦταν ἡ μονὴ τοῦ Κρούσεντολ, στὰ βουνὰ τῆς Φρούσκα Γκόρα (βορειοδυτικὰ τοῦ Βελιγραδίου), γι αὐτὸ καὶ ὀνομάζονταν ἀρχικὰ Μητρόπολη Κρούσεντολ. Αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία βρισκόταν σὲ κανονικὴ κοινωνία μὲ τὴ μητέρα Ἐκκλησία, τὸ Πατριαρχεῖο τοῦ Πεκίου, τὸ ὁποῖο τὸ 1710 τῆς παραχώρησε αὐτονομία. Μετὰ τοὺς τουρκοαυστριακοὺς πολέμους τοῦ , οἱ ὁποῖοι προσωρινὰ τερματίστηκαν μὲ τὴ Συνθήκη εἰρήνης τοῦ Ποζάρεβτας τὸ 1718, ἡ ἕδρα τῆς Μητροπόλεως μεταφέρθηκε στὰ Καρλοβίκια τοῦ Σιρμίου, ὁπότε καὶ ἐπικράτησε ἡ ὀνομασία Μητρόπολη Καρλοβικίων. Μὲ τὴ Συνθήκη τοῦ Ποζάρεβατς, ὑπὸ αὐστριακὴ κατοχὴ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴ Μητρόπολη βρέθηκε καὶ ἡ Μητρόπολη Βελιγραδίου. Οἱ δύο αὐτὲς ἐπαρχίες ἑνώθηκαν σὲ μία τὸ 1726, μὲ τὴν ὀνομασία Μητρόπολη Βελιγραδίου καὶ Καρλοβικίων, πάρ ὅλες τὶς ἀρχικὲς ἀντιρρήσεις τῶν αὐστριακῶν ἠγεμόνων. Ἡ συγχώνευση τῶν δύο Μητροπόλεων διήρκησε μέχρι τὴ Συνθήκη Εἰρήνης τοῦ Βελιγραδίου τὸ 1739, ὅταν καὶ τὰ σύνορα μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Τουρκίας συμφωνήθηκε νὰ ταυτιστοῦν μὲ τοὺς ποταμοὺς Σάββα καὶ Δούναβη. Ἔτσι, ἡ ἐπικράτεια τῆς Μητροπόλεως Βελιγραδίου πέρασε καὶ πάλι ὑπὸ τουρκικὴ κατοχή, ἐνῶ ἡ Καρλοβικίων παρέμεινε ὑπὸ αὐστριακή. Κατὰ τὴν περίοδο παραμονῆς τοῦ Πατριάρχου Ἀρσενίου Δ Γιοβάνοβιτς Σακαμπέντα (Πατριάρχης Πεκίου καὶ Μητροπολίτης Καρλοβικίων ), στὸν θρόνο τῆς Μητροπόλεως Καρλοβικίων, τὸ ἔτος 1745, ἱδρύθηκε στὴ Βιέννη ἡ Ἰλλυρικὴ Βασιλικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἦταν ἁρμόδια γιὰ θέματα σχετικὰ μὲ τοὺς σερβικοὺς πληθυσμοὺς ἐντὸς τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ 1747, θὰ ἐξελιχθεῖ σὲ Ἰλλυρικὴ Βασιλικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἔχοντας ἐπικεφαλῆς της γνωστὲς εὐγενεῖς προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς, ὅπως ἦταν ὁ κόμης Κόλοβρατ, ὁ βαρῶνος Μπαρτενστάιν καὶ ὁ βαρῶνος Κόλερ. Τὸν Πατριάρχη Ἀρσένιο Δ διαδέχτηκε γιὰ λίγο ὁ Ἠσαῒας Ἀντόνοβιτς, ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ ὁποίου, στὸν θρόνο τῶν Καρλοβικίων ἐξελέγη ὁ Παῦλος Νενάντοβιτς ( ). Αὐτὸς ὁ χαρισματικὸς Μητροπολίτης ἀπέδωσε μεγάλη σημασία στὴν ἐκπαίδευση ἀλλὰ καὶ στὴ διευθέτηση τῶν μοναστηριῶν τῆς Φρούσκα Γκόρα. Ἐπίσης, αὐτὴ τὴν περίοδο, ὕστερα καὶ ἀπὸ τὴν κατάργηση τῶν μεταξύ τους συνόρων, συνέβη μεγάλη μετανάστευση ἀνθρώπων ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Καρλοβικίων πρὸς τὴ Ρωσία. Ἐπὶ Μητροπολίτου Γιόβαν Τζώρτζεβιτς ( ) ἡ Ἰλ λυρικὴ Β ασι λικὴ Ἀντιπροσωπεία, τὸ 1770, κατέστρωσε Νομοκανονάριο (regulamentum), ἕναν διοικητικὸ κώδικα μὲ τὸν ὁποῖο ρυθμίζονταν οἱ ἐκκλησιαστικολαϊκὲς σχέσεις τῶν Σέρβων μὲ τὸ κράτος τῶν Ἀψβούργων. Στὴ θέση του, λίγο ἀργότερα, τὸ ἔτος 1777, ἐκδόθηκε νέο Νομοκανονάριο, ὅταν Μητροπολίτης ἦταν ὁ Βιτσέντιε Γιοβάνοβιτς Βίντακ. Ἀλλά, καὶ αὐτὸς ὁ ρυθμιστικὸς κώδικας (regulamentum) σύντομα ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ ἀντικατασταθεῖ δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ 1779, ἀπὸ τὴν Ἀναγόρευση (Declaratoria), ἡ ὁποία παρέμεινε σὲ ἰσχὺ ἕως τὴν Βασιλικὴ Ἀπόκριση (Rescriptio) τοῦ

14 Μεταξὺ τῶν πιὸ ἀξιόλογων Μητροπολιτῶν Καρλοβικίων συγκαταλέγεται ὁ Στέφαν Στρ ατ η μ ί ρ ο β ιτς ( ), μ ὲ πρωτοβουλία τοῦ ὁποίου ἱδρύθηκαν, τὸ Κλασικὸ Γυμνάσιο Σιρμίου στὰ Καρλοβίκια τὸ 1791, ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ τὸ 1794, ἡ Εἰκονογραφικὴ Σχολὴ τὸ 1809 καὶ ἡ Παιδαγωγικὴ Ἀκαδημία τοῦ Σαίντ Ἀντρέι τὸ Ἡ Μητρόπολη Καρλοβικίων ἀναβαθμίστηκε σὲ ἐπίπεδο Πατριαρχείου κατὰ τὴ συνεδρίαση τῆς ἐπονομαζόμενης Συνελεύσεως τοῦ Μαΐου, τὴν 1η Μαΐου 1848, στὰ Καρλοβίκια Σιρμίου. Πρῶτος Πατριάρχης ὀνομάστηκε ὁ Μητροπολίτης Ἰωσὴφ Ράγιατσιτς ( ). Ὑπὸ τὴν προεδρία του, συγκλήθηκε μεγάλη Κληρικολαϊκὴ Συνέλευση, ἡ γνωστὴ ὡς «Συνέλευση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ» τοῦ 1861, τῆς ὁποίας οἱ ἀποφάσεις εἶχαν μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν Σέρβων, ὄχι μόνο μέσα στὴν Οὐγγαρία ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν αὐτοκρατορία τῶν Ἀψβούργων. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Ἰωσήφ Ράγιατσιτς στὸν θρόνο τῶν Καρλοβικίων ἀνῆλθαν ἀκόμη πέντε Πατριάρχες: ὁ Σαμουὴλ Μασίρεβιτς ( ), ὁ Προκόπιε Ἰβάτσκοβιτς ( ), ὁ Γκέρμαν Ἀντζελιτς ( ), ὁ Γεώργιος Μπράνκοβιτς ( ) καὶ ὁ Λουκίαν Μπογκντάνοβιτς ( ). Μεταξὺ αὐτῶν, ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ Γεώργιος Μπράνκοβιτς ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε ἰδιαίτερα στὸν τομέα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαίδευσης. Ἐπὶ τῆς πατριαρχείας του ἀνεγέρθηκαν, τὸ νέο κτίριο τοῦ Κλασικοῦ Γυμνασίου Καρλοβικίων καὶ τὰ καινούρια οἰκήματα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς ἀπὸ κληροδοτήματα τῶν ἀδελφῶν Ἄντζελιτς, ὅπως καὶ αὐτό τοῦ Πατριαρχείου. Μετὰ τὸν Λουκίαν Μπογκντάνοβιτς δὲν ἐξελέγη ἄλλος Πατριάρχης αλλὰ ἀναλάμβαναν τοποτηρητές, ἕως τὴν ἐπανένωση τῶν κατὰ τόπους Σερβικῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ Ἡ ἐπανασύσταση τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας τὸ 1920 Ἡ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου ἀπώλεσε τὸ ἕνα τρίτο τοῦ δυναμικοῦ τῶν κληρικῶν της. Σκοτώθηκαν, πέθαναν ἤ ἐξαφανίστηκαν περισσότεροι ἀπὸ χίλιοι ἱερεῖς. Μὲ τὴ λήξη τοῦ πολέμου δημιουργήθηκε τὸ καινούριο κράτος, τὸ Βασίλειο τῶν Σέρβων, Κροατῶν καὶ Σλοβένων, μέσα στὸ ὁποῖο βρέθηκαν μαζὶ σχεδὸν ὅλες οἱ πάλαι ποτὲ ἐπαρχίες τοῦ Πατριαρχείου Πεκίου. Ἐκτὸς συνόρων τοῦ κράτους ἔμειναν τρία ἐκκλησιαστικὰ κέντρα: ἡ Τιμισοάρα, τὸ Βουδίμιον (Βουδαπέστη) καὶ τὸ Ζάνταρ. Ἀργότερα, καὶ ἡ Σκόδρα μὲ τὴ γύρω περιοχή της, ὅπως φυσικὰ καὶ οἱ σερβικὲς ὀρθόδοξες κοινότητες τῆς Βιέννης, τῆς Τεργέστης, τῆς Ριέκας, τοῦ Περόγιε καὶ αὐτὲς στὴν Ἀμερικὴ καὶ τὸν Καναδά. Ὅλες αὐτὲς οἱ κατὰ τόπους σερβικὲς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες, διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τους, ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ συνενωθοῦν μεταξὺ τους. Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ ἐνοποίηση ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλιστοῦν οἱ κανονικὲς ἀπολυτήριες ἄδειες γιὰ τὴν Ἐπισκοπὴ Δαλματίας καὶ αὐτὴν τοῦ Μπόκο-Κότορ ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Μπούκοβιν καὶ Δαλματίας, ὅπως καὶ ἡ κανονικὴ ἀπόλυση ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὶς ἐπαρχίες τῆς Βοσνίας, τῆς Ἐρζεγοβίνης, τῆς Νότιας καὶ τῆς Παλαιᾶς Σερβίας. Γιὰ ὅλα τὰ θέματα, λοιπόν, ποὺ ἦταν ἀπαραίτητο νὰ διευθετηθοῦν προκειμένου νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἕνωση ὅλων τῶν σερβικῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν σὲ μία καὶ ἑνιαία, ἡ ὁποία θὰ ἐπανακτοῦσε τὴν αἴγλη καὶ τὸν τίτλο τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας, ἐκλέχτηκε μία Ἐπιτροπὴ μὲ τὴν ὀνομασία: «Κεντρικὴ Ἀρχιερατικὴ Σύνοδος τῆς Ἑνοποιημένης Σερβικῆς Ἐκκλησίας». Πρόεδρός της ὁρίσθηκε ὁ Μητροπολίτης Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας Μητροφάνης Μπαν καὶ ἡ θητεία της θὰ ἔληγε μὲ τὴν ἐκλογὴ τοῦ πρώτου νέου Πατριάρχου. Οἱ διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Μητροπολίτη Μπούκοβιν καὶ Δαλματίας Βλαδίμηρο Ρέπτα γιὰ τὴν κανονικὴ ἀπεξάρτηση τῶν Ἐπισκοπῶν Δαλματίας καὶ Μπόκο-Κότορ ἦταν δύσκολες. Στὸ τέλος ὅμως, ὁ Μητροπολίτης Βλαδίμηρος κάμφθηκε καὶ ἐξέδωσε Ἀπολυτήριο Γράμμα γιὰ τὶς δύο αὐτὲς ἐπαρχίες, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅμως, νὰ προσαρτηθοῦν στὴ Μητρόπολη Καρλοβικίων. Ἔτσι, ἡ Μητρόπολη Καρλοβικίων δέχθηκε καὶ τὶς δύο Ἐπισκοπὲς στὴν κανονικὴ δικαιοδοσία της, στὶς 20 Δεκεμβρίου Ἐπιτυχεῖς ἦταν καὶ οἱ 12

15 συνομιλίες μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὶς 18 Μαρτίου Μὲ βασιλικὸ διάταγμα τῆς 17ης Ἰουνίου 1920 ὁ διάδοχος τοῦ θρόνου τοῦ νέου Βασιλείου Ἀλέξανδρος Καρατζώρτζεβιτς, πιστοποίησε τὴν ἀπόφαση τῶν σέρβων Ἐπισκόπων νὰ ἑνωθοῦν σὲ μία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ ἐπίσημη ἀνακήρυξη τῆς ἐνοποιήση καὶ τῆς ἐπανασύστασης τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τελέστηκε στὶς 12 Σεπτεμβρίου τοῦ 1920, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς πάντων τῶν σέρβων ἁγίων, στὸ πατριαρχικὸ μέγαρο τῆς πόλεως τῶν Καρλοβικίων τοῦ Σιρμίου. Στὴ σύνθεση τοῦ ἐπανιδρυθέντος Σερβικοῦ Πατριαρχείου προσαρτήθηκαν οἱ ἑξῆς ἐπαρχίες: Βελιγραδίου, Μπανιαλούκας καὶ Μπίχατς, Μπάτσκας, Μοναστηρίου, Μπόκο- Κότορ καὶ Ντουμπρόβνικ, Βουδιμίου, Βελεσίου καὶ Δέβρου, Βρσάτς, Ἄνω Καρλοβικίου, Δαμπροβοσνίας, Δαλματίας καὶ Ἴστρας, Δοϊράνης, Ζίτσας, Ζαχουμίου καὶ Ράσκας, Ζαχουμίου καὶ Ἐρζεγοβίνης, Ζβορνικίου καὶ Τούζλας, Ζλετοβίου καὶ Στρυμόνος, Νύσσης (Νίς), Ἀχρίδας, Πάκρατς, Πεκίου, Ράσκας καὶ Πριζρένης, Σκοπίων, Σιρμίου καὶ Καρλοβικίων, Σάμπατς, Τιμισοάρας, Τιμοκίου καὶ Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας. Πρῶτο Πατριάρχη τοῦ νέου Σερβικοῦ Πατριαρχείου ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας ἐξέλεξε στὶς 28 Σεπτεμβρίου 1920, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Βελιγραδίου καὶ Μητροπολίτη Σερβίας Δημήτριο Παύλοβιτς. Ἡ κυβέρνηση δὲν ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴν ἐκλογή, διότι ἀκόμη δὲν εἶχε ληφθεῖ ἀπόφαση διακανονιστικὴ γιὰ τὴν ἐκλογὴ Πατριάρχη. «Διακανονισμὸ περὶ ἐκλογῆς τοῦ πρώτου Πατριάρχη τῆς ἑνοποιημένης Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας» ἡ κυβέρνηση τοῦ νέου κράτους ἐξέδωσε στὶς 23 Ὀκτωβρίου Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ Διακανονισμό, τὸν Πατριάρχη ἐκλέγει συνοδικὸ σῶμα ἐκλεκτόρων μεταξὺ τριῶν ὑποψηφίων, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας. Τὴν ἴδια ἡμέρα εἶχε δημοσιευθεῖ καὶ ὁ προσωρινός «Διακανονισμὸς περὶ τοῦ Σερβικοῦ Πατριαρχείου». Ὕστερα ἀπὸ τὴν ψήφιση καὶ αὐτῶν τῶν Διακανονισμῶν, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου βασιλέως Μιλούτιν, στὶς 12 Νοεμβρίου 1920, καὶ τυπικά, Πατριάρχης τῶν Σέρβων ἐξελέγη καὶ πάλι ὁ Μητροπολίτης Δημήτριος Παύλοβιτς, τὴν ἐκλογὴ τοῦ ὁποίου ἐπικύρωσε καὶ ὁ βασιλιάς. Ἦταν ὁ πρῶτος Πατριάρχης Σερβίας μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Πατριαρχείου Πεκίου, τὸ Μὲ λαμπρότητα ἐνθρονίστηκε στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Βελιγραδίου, ἐνῶ στὸν θρόνο τῶν Πατριαρχῶν Πεκίου στὸ Κοσσυφοπέδιο μὲ ἐπίσημη τελετὴ ἀνῆλθε τό Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τελετῆς ἐνθρονίσεώς του, ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὸ Πέκιο (Πέτς), ὁ βασιλιάς Ἀλέξανδρος Καρατζώρτζεβιτς χάρισε τιμητικὰ στὸν Πατριάρχη Δημήτριο πολύτιμο πατριαρχικὸ ἐγκόλπιο, τὸ ὁποῖο ἔκτοτε φέρει ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης. Ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας σὲ συνεδρίασή της, στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1921, ἀποφάσισε ὅπως ὁ πλήρης τίτλος τοῦ Σέρβου Πατριάρχη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἀρχιεπίσκοπος Πεκίου, Μητροπολίτης Βελιγραδίου καὶ Καρλοβικίου καὶ Πατριάρχης τῶν Σέρβων». Ἐπὶ πατριαρχίας Δημητρίου Παύλοβιτς ἐπανιδρύθηκε ἡ Ἐπισκοπὴ Μπρανιτσέβου τὸ 1921 καὶ ἱδρύθηκαν νέες ἐπαρχίες: ἡ Τσεχίας καὶ Μοραβίας τὸ 1921, ὅπως καὶ ἡ Ἀμερικῆς καὶ Καναδᾶ, ἡ Ὀρθόδοξη Ἀντιπροσωπεία στὴ Σκόδρα τὸ 1922 καὶ ἡ Ἐπισκοπὴ Μπίχατς τὸ Ἐξελέγησαν συνολικὰ 16 νέοι ἀρχιερεῖς. Τὸ 1920 ἐπαναλειτούργησαν οἱ Πανεπιστημιακὲς Θεολογικὲς Σχολὲς τοῦ Βελιγραδίου καὶ τοῦ Ζάγκρεμπ, ἐνῶ τὸ 1922 ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ στὸ μοναστήρι τῆς Ἀχρίδας. Τὸ 1926 ἄρχισε νὰ ἐκδίδεται τὸ περιοδικὸ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου «Θεολογία». Τὸ 1929, ψηφίστηκε ὁ Νόμος τοῦ κράτους γιὰ τὴν Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐνῶ ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται ὁ Καταστατικὸς Χάρτης. Ἱδρύθηκε, ἐπίσης, ταμεῖο γιὰ τοὺς ὑπέργηρους ἱερεῖς καὶ τὶς οἰκογένειές τους. Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἐπίσης, ἐξέδωσε τὸ Τυπικὸν τοῦ Ἁγίου Σάββα τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου καὶ συνέγραψε ἀσματικὴ ἀκολουθία γιὰ τὸν ἅγιο Ἐπίσκοπο Στέφανο Λαζάρεβιτς τὸν Ὑψηλό, τὸν υἱὸ τοῦ ἁγίου μάρτυρος τοῦ Κοσσυφοπεδίου Λαζάρου τοῦ Ἡγεμόνος. Ὁ Πατριάρχης Δημήτριος Παύλοβιτς κοιμήθηκε τὸ 1930 στὸ προάστειο τοῦ Βελιγραδίου Ρακόβιτσα, ὅπου βρίσκεται καὶ ἡ μονὴ τῶν Ἀρχαγγέλων, στὴν ὁποία καὶ ἐνταφιάστηκε. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Δημητρίου, νέος Πατριάρχης ἐξελέγη ὁ ἀπὸ Σκοπίων 13

16 Μητροπολίτης Βαρνάβας Ρόσιτς ( ). Προηγουμένως, εἶχε διατελέσει Ἐπίσκοπος Βελεσίου καὶ Δέβρου ( ) καὶ κατόπιν Μητροπολίτης Σκοπίων ( ). Μὲ τὴν ἄνοδό του στὸν θρόνο συνέχισε τὸ ἔργο τοῦ προκατόχου του. Ἐπὶ τῆς δικῆς του πατριαρχείας ἔγιναν ἀρκετὰ ἔργα, πρῶτα ἄπ ὅλα στὸν τομέα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τὴ νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας. Στὶς 3 Σεπτεμβρίου 1931 ψηφίστηκε ὁ ἐπὶ πολλὰ ἔτη προετοιμαζόμενος Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας ὁ ὁποῖος τέθηκε σὲ ἰσχὺ ἀπὸ τὶς 24 Νοεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, μὲ τὴ δημοσίευσή του στὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβέρνησης τοῦ τότε Βασιλείου τῆς Γιουγκοσλαβίας. Ἐπὶ πατριαρχίας Βαρνάβα Ρόσιτς ἐμπλουτίστηκαν ἰδιαίτερα οἱ ἐκδοτικὲς προσπάθειες. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐκδίδονταν τὰ περιοδικά: Δελτίον τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, Θεολογία, ἉγιοΣαββαϊτικά, Ὀρθοδοξία, Χριστιανικὴ ζωή, Χριστιανικὴ σκέψη, Χριστιανικὴ πρακτική, Πνευματικὸς φύλακας, Χριστιανικὴ κοινωνία, Ἀδελφότης, Ὀρθόδοξες Ἐπάλξεις, Ἀγγελιαφόρος τῆς Ζίτσας. Ἡ ἀνοικοδόμηση ναῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτιρίων βρίσκονταν ἐπίσης σὲ ζηλευτὸ ἐπίπεδο: ἀποπερατώθηκε ἱκανὸς ἀριθμὸς ναῶν στὴν ἔκταση ὁλόκληρης τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ἄρχισαν οἱ ἐργασίες ἀνοικοδόμησης τοῦ μεγάλου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Σέρβου στὸ Βράτσαρ τοῦ Βελιγραδίου καὶ ἀποπερατώθηκε τὸ σημερινὸ μέγαρο τοῦ Πατριαρχείου. Τὴν πατριαρχία τοῦ Βαρνάβα σημάδεψαν καὶ δύο σημαντικὰ γιὰ τοὺς Σέρβους πολιτικὰ γεγονότα: ὁ θάνατος τοῦ βασιλιά Ἀλεξάνδρου Καρατζώρτζεβιτς καὶ ἡ σύγκρουση γύρω ἀπὸ τὸ κονκορδάτο, τὸ θέμα δηλαδή, τῆς συνθήκης μεταξὺ τοῦ Πάπα καὶ τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας γιὰ θρησκευτικὰ θέματα. Τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ τὸ κονκορδάτο ψηφίζονταν στὴ Βουλὴ τῶν Σέρβων, ὁ Πατριάρχης Βαρνάβας πέθανε κάτω ἀπὸ ἀδιευκρίνηστες μέχρι καὶ σήμερα συνθῆκες. Ὁ θάνατός του προκάλεσε τεράστιες συγκρούσεις στὴν κοινωνία. Γράφτηκαν καὶ εἰπώθηκαν πολλὰ, ἐνῶ ἡ ἀντιπαράθεση γιὰ τὶς αἰτίες τοῦ θανάτου του συνεχίζονται ἀκόμη καὶ σήμερα. Τὸν Βαρνάβα διαδέχθηκε ὁ Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Δρ Γαβριήλ Ντόζιτς ( ), κατὰ κόσμον Τζῶρτζε, ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθεῖ τὸ 1881, κοντὰ στὴ μονὴ Μόρατσα τοῦ Μαυροβουνίου, ὅπου καὶ τελείωσε τὸ Δήμοτικὸ Σχολεῖο. Κατόπιν, ὁ θεῖος του, ἀρχιμανδρίτης Μιχάηλο, τὸν ἔστειλε στὸ Βελιγράδι γιὰ νὰ τελειώσει τὸ Λύκειο. Πολὺ γρήγορα, ὅμως, πῆγε στὸ Νίς, κοντὰ στὸν Ἐπίσκοπο Νύσσας Νικάνωρα Ρούζιτσιτς, ὁ ὁποῖος τοῦ πρότεινε νὰ δοκιμασθεῖ ὡς ὑποτακτικὸς στὴ Μονὴ Λίποβατς, στὸ Ἀλέξινατς τῆς κεντρικῆς Σερβίας. Ἐκάρη, ὅμως, μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Σίτσεβο, στὶς 26 Φεβρουαρίου 1900, μὲ τὸ ὄνομα Γαβριήλ. Τὴν ἑπόμενη μέρα χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος καὶ σὲ μία ἑβδομάδα ἱερομόναχος. Ὡς μοναχός, ὁ Γαβριήλ, εἶχε τελειώσει τὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ τοῦ Πρίζρεν καὶ ἀμέσως μετὰ διετέλεσε διδάσκαλος στὴ μοναστικὴ Σχολὴ τοῦ Δέτσανι, ἐκτελῶντας παράλληλα καὶ χρέη γραμματέα της. Στὰ τέλη τοῦ 1904, ἔφυγε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἔμαθε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ἀπὸ ἐκεῖ, τὸ 1905, πῆγε στὴν Ἀθῆνα καὶ ἐνεγράφη στὴ Θεολογικὴ Σχολή. Τὶς καλοκαιρινὲς διακοπὲς τὶς περνοῦσε συχνὰ στὴν Ἐλβετία ἤ στὴ Γαλλία, ὅπου μάθαινε καὶ τὰ γαλλικά. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1909 ἔγινε διδάκτωρ θεολογίας στὴν Ἀθῆνα καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἑπόμενη χρονιὰ παρέμεινε στὴ Μονὴ Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὡς γραμματέας της. Ἀπὸ ἐκεῖ ξαναπῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ ὀφίκιον τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Τὴν 1η Δεκεμβρίου 1911 ἐξελέγη καὶ τὴν 4η τοῦ ἰδίου μηνὸς χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης, γιὰ νὰ ἐκλεγεῖ στὶς 6 Δεκεμβρίου τοῦ 1913, Μητροπολίτης τοῦ γειτονικοῦ Πεκίου, ὅπου καὶ τιμήθηκε κατὰ τὴν ἐνθρόνισή του μὲ τὸ παράσημο τοῦ ἀστέρος τοῦ Δανιήλ. Στὸν θρόνο τὸν βρῆκε ὁ Α Παγκόσμιος Πόλεμος. Ὡς πρόεδρος καὶ τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ τοῦ Μαυροβουνίου, τὸ 1914, συγκέντρωνε ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ βοήθεια γιὰ τὸ λαὸ καὶ γιὰ τὸ στρατό. Ὕστερα ἀπὸ τὴν κατάρρευση τοῦ μετώπου καὶ τὴν κατάληψη τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου τὸ 1916, αὐστριακοὶ στρατιῶτες τὸν συνέλαβαν στὸ Πέκιο καὶ τὸν φυλάκισαν, πρῶτα στὸ Κράλιεβο καὶ μετὰ στὸ Βελιγράδι, ἀπ ὅπου τὸν ἔστειλαν στὸ ἀποτρόπαιο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τσέγκλεντ στὴν Οὐγγαρία. Βασανισμένος ἐκεῖ καὶ βαριὰ ἄρρωστος, ἐπέστρεψε τὸ 1917 στὸ Οὔλτσιν, στὰ παράλια τῆς Ἀδριατικῆς Θάλασσας, ὅπου καὶ τὸν 14

17 βρῆκε ἡ ἀπελευθέρωση. Τὸ 1918, μετεῖχε ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Μαυροβουνίου, στὴν μεγάλη παλλαϊκὴ Συνέλευση τῆς Ποντγκόριτσας ἡ ὁποία ἀποφάσισε τὴν ἐνσωμάτωση τοῦ Μαυροβουνίου στὸ Βασίλειο τῆς Γιουγκοσλαβίας καὶ σὰν πρόεδρος τῆς ἐξουσιοδοτημένης Ἐπιτροπῆς παρέδωσε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση-διάταγμα στὸν ἀντιβασιλέα τοῦ θρόνου Ἀλέξανδρο Καρατζώρτζεβιτς. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτη Μητροφὰν Μπαν, ὁ ἀπὸ Πεκίου Γαβριήλ, στὶς 17 Νοεμβρίου 1920, ἐξελέγη Μητροπολίτης Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας. Κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, μετὰ τὴν ἀνασύνταξη τοῦ Πατριαρχείου, συνεισφέροντας σημαντικὰ στὸ νέο νομικὸ πλαίσιο καὶ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη. Ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Σερβικοῦ Πατριαρχείου συμμετεῖχε, τὸ 1923, στὴν Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καὶ σὲ ἐκείνη τοῦ 1933, ἐπίσης στὴν Πόλη. Ἐργάστηκε καὶ γιὰ τὴ βελτίωση τῆς οἰκονομικῆς κατάστασης τῶν ἱερέων τῆς ἐπαρχίας του. Ἵδρυσε τὸ «Ταμεῖο Μητροπολίτου γιὰ τὴν ἐξειδίκευση καὶ τὴν ποιμαντικὴ διακονία τῶν ἱερέων» τῆς Μητροπόλεως Μαυροβουνίου, ἐπίσης τὸ «Ἵδρυμα τοῦ δεσπότου Νιέγκος» καὶ τὸ «Ὑποβοηθητικὸ Ταμεῖο ὑποτροφιῶν τῆς Ζέτας γιὰ ἄπορους φοιτητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς», οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴ Μητρόπολη Μαυροβουνίου. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς ἐκλογῆς του σὲ Πατριάρχη ἕως τὸ ξέσπασμα τοῦ Β Παγκοσμίου Πολέμου ἀνέπτυξε ἐνεργὸ δράση σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς. Ἄοκνα ταξίδευε σὲ ὅλη τὴ χώρα περιοδεύοντας κοντὰ στὸ ποίμνιό του καὶ μὲ τὰ κυρήγματά του τόνιζε τὴν ἀνάγκη ἑνότητος ὅλων μπροστὰ στοὺς κινδύνους ποὺ διαφαίνονταν. Ἐπὶ πατριαρχείας Γαβριήλ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευση λειτουργοῦσε ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ στὸ Βελιγράδι καὶ πέντε Ἱερατικὲς Σχολὲς: στὰ Καρλοβίκια, στὸ Σεράγιεβο, στὴν Κετίγνη (Τσέτινιε), στὴν Πριζρένη καὶ στὸ Μοναστήρι, ὅλες μὲ δικό τους οἰκοτροφεῖο γιὰ τοὺς μαθητές. Κτίστηκαν ἐπίσης, ἡ Πατριαρχικὴ Βιβλιοθήκη στὰ Καρλοβίκια, φοιτητικὴ Ἑστία στὴν περιοχὴ Καράμπουρμα τοῦ Βελιγραδίου καὶ συνεχίστηκαν οἱ ἐργασίες ἀνοικοδόμησης τοῦ μεγάλου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σάββα στὸ Βράτσαρ, στὸ κέντρο τῆς πρωτεύουσας. Ὅταν τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1941, κατὰ τὸ Β Παγκόσμιο Πόλεμο, οἱ Γερμανοὶ κατέλαβαν τὴν Γιουγκοσλαβία, συνέλαβαν καὶ τὸν Πατριάρχη Γαβριήλ ποὺ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες βρίσκονταν στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, στὸ ὄρος Ὄστρογκ τοῦ Μαυροβουνίου. Οἱ Γερμανοὶ κατακτητὲς τὸν φυλάκισαν ἀρχικὰ στὸ Σεράγιεβο καὶ μετὰ στὸ Βελιγράδι. Ἀργότερα, ἀφοῦ τὸν ἀνάγκασαν γιὰ κάποιο διάστημα σὲ κατ οἶκον περιορισμὸ στὶς Μονὲς Ρακόβιτσα καὶ Βοϊλόβιτσα τῆς περιοχῆς Βελιγραδίου, τὸν ἔστειλαν μαζὶ μὲ τὸν σήμερα ἀνακηρυγμένο ἅγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς Ἐπίσκοπο Ζίτσας στὸ διαβόητο καὶ φρικαλέο στρατόπεδο συγκέντρωσης τῶν Ναζί Νταχάου. Τὴν περίοδο αὐτή, μὲ τὴν κατάληψη τῆς Γιουγκοσλαβίας, οἱ ἐπαρχίες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας βρέθηκαν ὑπὸ τὴν κατοχὴ διαφόρων κατακτητῶν. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ὑπέμεινε τότε δυσβάσταχτα δεινὰ καὶ εἶχε τεράστιες ἀπώλειες σὲ ὁλόκληρη τὴν ἐπικράτεια τῶν ἐπαρχιῶν της, ἰδιαίτερα στὰ ἐδάφη ποὺ ἐξουσίαζε τὸ αἰμοδιψὲς τότε Ἀνεξάρτητο Κράτος τῆς Κροατίας (NDH). Μόνο στὸ Βοσνιακὸ τμῆμα τῆς Ἐπισκοπῆς Δαλματίας γκρεμίστηκαν ἤ πυρπολήθηκαν 18 ναοί, ἐνῶ ἄλλοι λεηλατήθηκαν καὶ παρέμειναν ἐκτὸς λειτουργίας. Στὴν ἐπαρχία Σιρμίου καταστράφηκαν καὶ κάηκαν 44 ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια, στὴν Ἄνω Καρλοβικίου 157 ἐκκλησίες, στὴν Σλαβονίας 55 ναοί γκρεμίστηκαν ἐκ θεμελίων, ἐνῶ ὑπέστησαν ἀνεπανόρθωτες καταστροφὲς τρία μοναστήρια καί 25 ἐκκλησιαστικὰ κτίρια. Παρόμοια ἦταν οἱ κατάσταση σὲ ὅλες τὶς Σερβικὲς Ἐπισκοπὲς τοῦ στυγνοῦ Ἀνεξάρτητου Κροατικοῦ Κράτους. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β Παγκοσμίου Πολέμου, ἑκατοντάδες χιλιάδες ὀρθόδοξοι Σέρβοι καὶ ἑκατοντάδες ὀρθόδοξοι ἱερεῖς δολοφονήθηκαν, βασανίστηκαν σὲ στρατόπεδα συγκέντρωσης ἤ ἐκτοπίστηκαν ἀπὸ τὶς ἑστίες τους. Πολλοὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἀναγκάστηκαν τότε μὲ τὴ βία νὰ ἀσπαστοῦν τὸν ρωμαιοκαθολικισμό. Τὶς μεγαλύτερες ἀπώλειες σὲ ἔμψυχο δυναμικὸ εἶχε ὁ ἀνώτερος κλῆρος, ἡ Ἱεραρχία τῶν Ἐπισκόπων. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία θρήνησε ἐννέα ἀρχιερεῖς της. Οἱ φασίστες Κροάτες Οὔστασοι στὴ ναζιστικὴ τότε Κροατία σκότωσαν μὲ ἀπάνθρωπη ἀγριότητα τὸν Μητροπολίτη Δαμπροβοσνίας Πέταρ Ζίμονιτς, τὸν Ἐπίσκοπο 15

18 Μπανιαλούκας Πλάτωνα Γιοβάνοβιτς, τὸν Ἐπίσκοπο Ἄνω Καρλοβικίου Σάββα Τρλάγιτς, ἐνῶ οἱ Γερμανοὶ τὸν Ἐπίσκοπο Τσεχομοραβίας Γκοράζντε Παύλικ. Ὁ Μητροπολίτης Ζαγρεβίας Δοσίθεος, στὴ φυλακὴ τοῦ Ζάγκρεμπ τόσο βασανίστηκε, ὥστε ὅταν τὸν ἔστειλαν στὴ Σερβία ἡμιθανῆ, ἀπὸ τὶς ἀθεράπευτες πλέον πληγές του πολὺ γρήγορα ἐξέπνευσε. Τὴν ἴδια μοίρα εἶχε καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ζαχουμίου καὶ Ἐρζεγοβίνης Νικόλαος. Ἀπὸ τοὺς Βούλγαρους κατακτητὲς ἐκτοπίστηκαν ὁ Μητροπολίτης Σκοπίων Ἰωσὴφ καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ζλετοβίου καὶ Στρυμόνος Βικέντιος. Οἱ Γερμανοὶ ἔφεραν μὲ τὴ βία ἀπὸ τὴν Κροατία στὸ Βελιγράδι τὸν Ἐπίσκοπο Ζβορνικίου καὶ Τούζλας Νεκτάριο, γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν πρώτη ὑπὸ κατοχὴ συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Οἱ ἴδιοι ἐπίσης, συνέλαβαν τὸν Ἐπίσκοπο Ζίτσας Νικόλαο Βελιμίροβιτς καὶ τὸν κρατοῦσαν στὰ μοναστήρια Λιουμπόστινια καὶ Βοϊλόβιτσα πρὶν τὸν στείλουν στὸ στρατόπεδο Νταχάου. Οἱ Οὖγγροι φασίστες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐξόρισαν ἀπὸ τὴν ρωσικὴ Καρπαθία τὸν Ἐπίσκοπο Μουκατσέβου καὶ Πριασέβου Βλαδίμηρο. Στὴν Ἀλβανία ἐξορίστηκε ὁ Ἐπίσκοπος Ράσκας καὶ Πριζρένης Σεραφεὶμ, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες, ἐνῶ ὁ Δαλματίας Εἰρηναῖος Τζώρτζεβιτς ἐξορίστηκε στὴν Ἰταλία. Ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας του, στὸ Σπλίτ τὸ 1941, πέθανε καὶ ὁ Τιτουλάριος Ἐπίσκοπος τῶν Καρλοβικίων Βαλεριανὸς Πριμπίτσεβιτς, ἐνῶ στὴ θέση του ἀπαγορεύθηκε νὰ ἐκλεγεῖ νέος Ἐπίσκοπος. Ἀπὸ τὰ Καρλοβίκια οἱ Κροάτες Οὔστασοι λεηλάτησαν καὶ ἅρπαξαν γιὰ τὸ Ζάγκρεμπ ὁ,τιδήποτε ἀνῆκε στὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στὶς ἐπαρχίες τους παρέμειναν μόνον ἐννέα Ἐπίσκοποι. Σὲ ὅλη αὐτὴ τὴ δυστυχία της, ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας εὐτύχησε νὰ ἔχει στὸ τιμόνι της, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, τὸν Μητροπολίτη Σκοπίων Ἰωσὴφ ὁ ὁποῖος ἀντικαθιστοῦσε τὸν φυλακισμένο στὸ φρικτὸ Νταχάου Πατριάρχη Γαβριήλ. Χάρη σὲ αὐτόν, ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία ὄχι μόνο δὲν ἦταν ἀκέφαλη ἀλλὰ κατευθύνετο ἀπὸ ἕναν συνετὸ ἱεράρχη, ἀνερχόμενη στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, ὁ ὁποῖος παρέμεινε ἐπικεφαλῆς της ἕως τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Πατριάρχου Γαβριήλ. Ὕστερα ἀπὸ ἐπίπονες διαδικασίες, οἱ κουμμουνιστικὲς ἀρχὲς τῆς ἀπελευθερωμένης Γιουγκοσλαβίας ἐπέτρεψαν στὸν Πατριάρχη νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴ Γερμανία στὴ χώρα του! Ἔφτασε στὸ Βελιγράδι στὶς 14 Νοεμβρίου 1946, ἀναλαμβάνοντας καὶ πάλι τὰ ἡνία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐξαντλημένος καὶ γηραιὸς Πατριάρχης ἦλθε ἀμέσως ἀντιμέτωπος μὲ σωρεῖα προβλημάτων. Οἱ διωγμοὶ καὶ ἡ στοχοποίηση τῆς Ἐκκλησίας συνεχίστηκαν καὶ ἀπὸ τὴ νέα ἐξουσία τοῦ τόπου, αὐτὴ τὴ φορὰ τὴν κομμουνιστική. Συλλαμβάνονταν ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς καὶ καταδικάζονταν σὲ μακροχρόνιες καθείρξεις, ἐνῶ πολλοὶ φυλακίζονταν χωρὶς νὰ δικαστοῦν. Μεγάλος ἀριθμὸς κληρικῶν τότε δολοφονήθηκε ἤ ἐξορίστηκε. Στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀραντζέλοβατς σκότωσαν τὸν Μητροπολίτη Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας Ἰωαννίκιο, ἐνῶ τὸν Ἐπίσκοπο Μπάτσκας Εἰρηναῖο Τσίριτς, ἀφοῦ προηγουμένως τὸν εἶχαν ἀναγκάσει σὲ κάτ οἶκον περιορισμὸ γιὰ 17 μῆνες, μόλις τὸν ἀπελευθέρωσαν τὸν ξυλοκόπησαν τόσο ἄγρια, ὥστε νὰ πεθάνει μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό. Ὁ Μητροπολίτης Σκοπίων Ἰωσὴφ ἀναγκάστηκε σὲ ἐγλεισμὸ στὶς Μονὲς Ζίτσα καὶ Λιουμπόστινια γιὰ 18 μῆνες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρρωστήσει σοβαρά. Μακροχρόνιες ποινὲς φυλάκισης ὑπέμειναν καὶ οἱ Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Ἀρσένιος Μπραντβάρεβιτς καὶ Ἐπίσκοπος Χβόσνου Ἀθανάσιος Νάστιτς. Ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς ποὺ βρίσκονταν στὸ ἐξωτερικὸ μεγάλες διώξεις ὑπέμειναν οἱ Ἐπίσκοποι Εἰρηναῖος Τζώρτζεβιτς, Νικόλαος Βελιμίροβιτς καὶ Διονύσιος Μιλιβόγιεβιτς, οἱ ὁποῖοι διακονοῦσαν στὶς Η.Π.Α. καὶ βρίσκονταν στὸ στόχαστρο τῶν ἀρχῶν τῆς νεότερης Γιουγκοσλαβίας. Δυστυχῶς, μέχρι καὶ σήμερα δὲν εἶναι καταμετρημένος ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν θυμάτων τοῦ ἀθεϊστικοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος. Τὸ κράτος, ἄν καὶ θεωρητικὰ διαχωρίστηκε ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἐπενέβαινε ἀποφασιστικὰ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις, καὶ ἀκόμη κατήσχησε τὰ μητρῶα τῆς Ἐκκλησίας, εἰσήγαγε τὸν πολιτικὸ γάμο, κατήργησε τὰ θρησκευτικὰ ἀπὸ τὰ σχολεῖα, τὰ ταμεῖα συνταξιοδότησης τῶν ἱερέων πέρασαν στὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ἐνῶ καταργήθηκε ἡ ἰατροφαρμακευτικὴ περίθαλψη τῶν κληρικῶν. Μὲ νέο νόμο γιὰ τὸ κτηματολόγιο καὶ τὶς ἀκίνητες περιουσίες ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τὴν περιουσία τῆς Ἐκκλησίας στρέμματα καλλιεργήσιμης γῆς καὶ δασικῶν ἐκτάσεων, ἐνῶ κρατικοποιήθηκαν 1180 οἰκήματά της καὶ πολλὲς ἐπισκοπικὲς κατοικίες. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἦταν ἀκόμη φοβερώτερο, ἦταν τὸ γκρέμισμα μοναστηριῶν καὶ ἐκκλησιῶν σὲ πολλὲς περιοχές. Οἱ κατὰ 16

19 τόπους ἐγκάθετες καθεστωτικὲς ἀρχὲς ἐμπόδιζαν τὸ ἔργο τῶν ἱερέων, σὲ κάποιες μάλιστα ἐπαρχίες ἀκόμη καὶ τὸ ἀπαγόρευαν. Τὸ νέο αὐταρχικὸ κρατικὸ σύστημα ἐπίσης, ἀπαγόρευσε τὴν ἐπιστροφὴ Ἐπισκόπων στὶς ἐπαρχίες τους καὶ ἱερέων στὶς ἐνορίες τους σὲ ὅλη τὴ Νότια Σερβία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συνεχιστεῖ σὲ αὐτὲς τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες ἡ χαοτικὴ κατάσταση ποὺ εἶχε ἐπικρατήσει στὴ διάρκεια τῆς ἀλλοεθνοῦς κατοχῆς. Πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Πατριάρχου Γαβριήλ Ντόζιτς, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας δέχθηκε τὴν κανονικὴ ἀναφορὰ τῆς Ἐπισκοπῆς Μουκατσέβου καὶ Πριάσεβο στὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, ἄν καὶ τυπικὰ ἡ ἀπόφαση αὐτὴ συμφωνήθηκε νὰ ληφθεῖ στὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ Συμφωνίας Εἰρήνης μεταξὺ Γιουγκοσλαβίας καὶ Ἰταλίας, μὲ πρόταση τοῦ Πατριάρχου Γαβριήλ καὶ μὲ ἀπόφαση τῆς Σερβικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸ Ζάνταρ μὲ τὴ γύρω περιοχὴ καὶ τὰ νησιὰ τῆς Δαλματίας προσαρτήθηκαν στὴν Ἐπισκοπὴ Δαλματίας, ἐνῶ ἡ Ριέκα μὲ τὴ χερσόνησο Ἴστρα, τὴν ἐνδοχώρα τῆς Τεργέστης καὶ τὰ νησιὰ τῶν κροατικῶν παραλίων ἀποφασίστηκε νὰ ἀνήκουν στὴν ἐπαρχία Ἄνω Καρλοβικίου. Στὴν πρώτη μεταπολεμικὴ τακτικὴ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στὸ Βελιγράδι ἀπὸ τὶς 24 Ἀπριλίου ἕως τὶς 21 Μαΐου 1947, ἐπανιδρύθηκε ἡ Ἐπισκοπὴ Σιρμίου μὲ ἕδρα τὰ Καρλοβίκια καὶ ἱδρύθηκαν οἱ Ἐπισκοπές, Σουμαδίας καὶ Βουδίμλιε καὶ Παραλιμίας. Ἡ ἄλλη πολὺ σημαντικὴ ἀπόφαση τῆς Συνόδου ἦταν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου. Ἀποκλείστηκε ἡ συμμετοχὴ τοῦ Κράτους στὴ λήψη ἀποφάσεων γιὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Τότε υἱοθετήθηκε καὶ ἡ πρόταση νὰ μὴν δίνουν πλέον οἱ ἀνώτεροι κληρικοὶ δήλωση ἀφοσίωσης στὸν ἐπικεφαλῆς τῆς Πολιτείας. Σκοπὸς αὐτῶν τῶν μεταρρυθμίσεων, παράλληλα μὲ τὴν ἀναδίπλωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴ νέα τάξη πραγμάτων ποὺ προέκυψε, ἦταν καὶ ἡ προσπάθειά της νὰ προστατέψει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴν πίεση καὶ τὴν ἀνάμειξη τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ κρατισμοῦ στὰ τοῦ οἴκου της. Στὴν ἑπόμενη Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, τὸ 1948, ἀποφασίστηκε ἡ παραχώρηση καὶ ὑπαγωγὴ τῆς Ἐπισκοπῆς Τσεχίας καὶ Μοραβίας ὑπὸ τὸ Ρωσικὸ Πατριαρχεῖο. Ἐπίσης, ἐπανασυστάθηκε τὸ γραφεῖο τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας στὴ Μόσχα, τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν εὐδοκίμησε, ἀφοῦ ἡ Σερβικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶχε τοποθετήσει ἐκεῖ κάποιον προϊστάμενο. Τὰ πράγματα δὲν ἦταν καθόλου εὔκολα μέσα στὴ νέα κατάσταση ποὺ διαμορφώνονταν, οὔτε καὶ ὡς πρὸς τὴν συνέχιση τῆς λειτουργίας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σχολῶν. Οἱ ἀθεϊστικὲς ἀρχὲς καθυστεροῦσαν νὰ ἐκδόσουν ἄδειες γιὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν, μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι γιὰ κάτι τέτοιο δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη οἱ προϋποθέσεις. Μεταπολεμικά, κάτω ἀπὸ πολὺ πιὸ δύσκολες συνθῆκες, συνέχισε τὴ λειτουργία της καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ στὰ πλαίσια τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βελιγραδίου. Ἡ Ἱεατικὴ Σχολὴ τοῦ Πρίζρεν ἐπαναλειτούργησε μόλις τὸ 1947, ἐνῶ ἐκείνης τοῦ Ἁγίου Σάββα τὸ Τίποτε καλύτερο δὲν προαιωνίζονταν καὶ γιὰ τὶς ἐκδοτικὲς προσπάθειες τῆς ἐποχῆς. Ἡ ἐπίσημη ἐφημερίδα «Δελτίον» κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β Παγκοσμίου Πολέμου καὶ ἀμέσως μετὰ, τυπώνονταν ἐντελῶς σποραδικά, ἐνῶ μόλις ἀπὸ τὴν 1η Μαρτίου τοῦ 1946 κυκλοφοροῦσε κάθε πρώτη τοῦ μῆνα. Τὸ μεγάλο Ἐκκλησιαστικὸ Ἡμερολόγιο ποὺ ἐκδίδονταν καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κατοχῆς καὶ μέχρι τό 1949, σταμάτησε ὅταν ἄρχισε νὰ κυκλοφορεῖ τὸ μικρὸ ἡμερολόγιο τσέπης. Τὴν ἴδια χρονιά, ὁ Σύνδεσμος ὀρθοδόξων ἱερέων Γιουγκοσλαβίας, μὲ ἕδρα τὸ Βελιγράδι, ξεκίνησε τὸ ἔντυπο «Ἀγγελιαφόρος», ποὺ προορίζονταν γιὰ τὸν ἐφημεριακὸ κλῆρο. Ὁ Πατριάρχης Γαβριήλ Ντόζιτς πέθανε ξαφνικὰ στὶς 7 Μαΐου Νέος Πατριάρχης, τὴν 1η Ἰουλίου τοῦ ἴδιου ἔτους, ἐξελέγη καὶ τὴν ἑπόμενη ἀμέσως ἡμέρα ἐνεθρονίσθηκε ὁ Βικέντιος Προντάνοβ ( ). Γεννημένος τὸ 1890 στὸ Πέτροβο Σέλο τῆς Μπάτσκας στὴ Βοϊβόντινα, τελείωσε τὸ Γυμνάσιο στὸ Νόβι Σάντ καὶ τὴν Ἱερατικὴ Σχολὴ τῶν Καρλοβικίων. Ἀφοῦ ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Μπέζντιν καὶ μέχρι τὴν ἐκλογή του σὲ Ἐπίσκοπο ἐκτελοῦσε χρέη πρακτικογράφου τῆς Ἐπισκοπῆς Μπάτσκας, ἐνῶ μετὰ διετέλεσε γραμματέας τῆς Γεροντίας τῆς Μονῆς τῆς Μητροπόλεως Καρλοβικίων στὸ Σίρμιο καὶ ἀρχιγραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Στὸ μεταξύ, εἶχε λάβει τὸ πτυχίο τοῦ Τμήματος Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου. Τὸ 1936, ἐξελέγη πρῶτα Τιτουλάριος Ἐπίσκοπος Μάρτσανσκι καὶ δύο χρόνια ἀργότερα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς 17

20 Ἱεραρχίας τὸν ἔστειλε στὰ Καρλοβίκια, γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν Πατριάρχη Γαβριήλ Ντόζιτς. Τὸ 1939, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ζλετοβίου καὶ Στρυμῶνος, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἑπόμενη χρονιὰ διετέλεσε καὶ Τοποτηρητὴς καὶ στὴν ἐπαρχία Ἀχρίδας καὶ Μοναστηρίου. Μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Β Παγκοσμίου Πολέμου ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του καὶ μὲ ἀπόφαση τῆς Συνόδου ἀντικαθιστοῦσε τὸν φυλακισμένο Ἐπίσκοπο Ζίτσας Νικόλαο Βελιμίροβιτς στὸ Κράλιεβο ἀπὸ τὸ 1941 ἕως τὸ Μὲ τὴ λήξη τοῦ πολέμου, οἱ κομμουνιστικὲς ἀρχὲς δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἐπιστρέψει στὴ δική του ἕδρα, διότι οἱ κομμουνιστές μὲ σκοπὸ τὴ διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, προκάλεσαν σχίσμα στὴ λεγόμενη Σοσιαλιστικὴ Γιουγκοσλαβικὴ Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας, ἱδρύοντας καὶ ἀναγνωρίζοντας τὴν αὐτοαποκαλούμενη «Μακεδονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Ὁ Πατριάρχης Βικέντιος συγκαταλέγεται στοὺς πλέον ἱκανοὺς ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας. Μὲ εὐφυέστατη διακριτικότητα κατάφερε νὰ μὴν ὑποκύψει ἡ Ἐκκλησία στὶς πιέσεις τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ καθεστῶτος καὶ νὰ ἀναγνωρίσει τὴν δῆθεν «Μακεδονική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Σὲ αὐτὸν ὀφείλεται, ἐπίσης, καὶ τὸ ὅτι οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐργαζόμενοι σὲ ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα ἀπέκτησαν δικαίωμα στὴν κρατικὴ ἰατροφαρμακευτικὴ καὶ συνταξιοδοτικὴ περίθαλψη. Ἡ Ἐκκλησία ἀνέλαβε ἐπιπλέον, ἀπὸ τὸ 1952 καὶ μετά, ἄν καὶ βρίσκονταν σὲ πολὺ δύσκολη οἰκονομικὴ κατάσταση, καὶ τὴν χρηματοδότηση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀφοῦ τὸ καθεστὼς τὴν εἶχε ἀποκλείσει ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο Βελιγραδίου μὴ ἀναγνωρίζοντάς την πλέον ὡς κρατικὸ ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα. Ὁ Πατριάρχης Βικέντιος ἀνέλαβε καὶ πρωτοβουλία γιὰ τὴν ἐπανασύσφιξη τῶν σχέσεων μὲ τὶς ἄλλες ὁμόδοξες ἀδελφές Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες καὶ ἐκεῖνες εἶχαν ἐμφανῆ σημάδια ἀδυναμίας ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ μεγάλου πολέμου. Ἐπὶ τῆς πατριαρχείας του, ἐξελέγησαν ἔξη νέοι ἀρχιερεῖς. Στὸν τομέα τῶν ἐκδόσεων, τὸν τελευταῖο χρόνο τῆς ζωῆς τοῦ Πατριάρχου, ἄρχισε νὰ ἐκδίδεται τὸ περιοδικὸ «Ὀρθόδοξος Ἱεραπόστολος», τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἔφτασε νὰ ἔχει τὴ μεγαλύτερη κυκλοφορία ἀπὸ ὅλα τὰ ἔντυπα τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὸ 1957, καὶ πάλι βγαίνει ἡ «Θεολογία», τὸ περιοδικὸ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἐνῶ τὴν ἑπόμενη χρονιά ἀρχίζει νὰ τυπώνεται ἡ «Ὀρθόδοξη Σκέψη». Ὁ Πατριάρχης Βικέντιος πέθανε στὶς 5 Ἰουλίου 1958, ξαφνικά, ὕστερα ἀπὸ τὴν τακτικὴ συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Δεδομένου ὅτι, οἱ ἀρχὲς τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος ἀνέμεναν ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας νὰ ἀναγνωρίσει τὴν αὐτοαποκαλούμενη «Μακεδονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», κάτι ποὺ τελικὰ δὲν τὸ κατάφεραν, ὑπῆρξαν ὑποψίες ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Πατριάρχου Βικεντίου δὲν ἦταν φυσικός. Δύο μῆνες μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Πατριάρχου Βικεντίου, στὶς 13 Σεπτεμβρίου 1958, νέος Πατριάρχης Σερβίας ἐξελέγη ὁ Ἐπίσκοπος Ζίτσας Γερμανὸς Τζώριτς ( ). Γεννημένος τὸ 1899 στὴν Γιοσάνιτσκα Μπάνια, τελείωσε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο στὴ Βέλικα Ντρένοβα καὶ στὴν πόλη τοῦ Κρούσεβατς. Ἀφοῦ μαθήτευσε στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Λύκειο τοῦ Ἁγίου Σάββα στὸ Βελιγράδι καὶ στὰ Καρλοβίκια, ἀποφοίτησε ἀπὸ τὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου καὶ συνέχισε νὰ σπουδάζει νομικὰ στὸ Παρίσι. Τὸ 1924 ἦταν ταυτόχρονα πρκτικογράφος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου στὴν πόλη Τσάτσακ, διάκονος τοῦ Ἐπισκόπου Ζίτσας Ἐφραίμ Μπόγιοβιτς καὶ κατηχητὴς στὸ Γυμνάσιο τοῦ Τσάτσακ, ὅπου διδάσκονταν προπολεμικὰ τὰ θρησκευτικά. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε τὸ 1927 καὶ λειτουργοῦσε στὴν περιοχὴ τῆς Βρνιάτσκα Μπάνια στὴν κεντρικὴ Σερβία. Ὡς ἱερέας, διετέλεσε ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ «Θεώρηση», ἐπίσημου Δελτίου τῆς ἐπαρχίας Ζίτσας, ὅπως καὶ τοῦ ἐντύπου-ἡμερολογίου «Ἅγιος Λάζαρος». Στὸ μεταξύ, ὅμως, εἶχε πεθάνει ἡ σύζυγός του, τραγικὸ γεγονὸς ποὺ σημάδεψε τὴ μετέπειτα πορεία του. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1938 τοποθετήθηκε Γραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ Ἀρχιγραμματέας, μετὰ τὸν πόλεμο, τὸ Τὸ ἴδιο ἔτος ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τὸν ἐξέλεξε Τιτουλάριο Ἐπίσκοπο Μοραβίας, ἀφοῦ εἶχε καρεῖ προηγουμένως μοναχὸς στὴ Μονὴ Στουντένιτσα, στὶς 7 Ἰουλίου Τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα, στὶς 15 Ἰουλίου, χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Βελιγραδίου. Ὡς Βοηθὸς Ἐπίσκοπος, συνέχισε νὰ τελεῖ χρέη Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἕως τὸ Ἐν τῷ μεταξύ, καὶ πρὶν νὰ ἐκλεγεῖ Πατριάρχης τὸ 1958, εἶχε ἐκλεγεῖ Ἐπίσκοπος Βουδιμίου τὸ 1952, Τοποτηρητὴς τῶν ἐπαρχιῶν, Ζίτσας τὸ 1953, 18

Ἔφυγα γιὰ τὸ Λονδίνο γιὰ σπουδὲς

Ἔφυγα γιὰ τὸ Λονδίνο γιὰ σπουδὲς Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ ΟΠ Σ ΤΗΝ ΕΖΗΣΑ Ἔφυγα γιὰ τὸ Λονδίνο γιὰ σπουδὲς τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1999. Φυσικά, φτάνοντας ἐκεῖ δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἰδέα γιὰ τὸ τί σήμαινε ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησία στὸ ἐξωτερικό Φανταζόμουν

Διαβάστε περισσότερα

ΘΑ ΠΡΟΚΛΗΘΟΥΝ ΜΕΙΖΟΝΑ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

ΘΑ ΠΡΟΚΛΗΘΟΥΝ ΜΕΙΖΟΝΑ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΕΤΗΣΙΑΙ ΣΥΝ ΡΟΜΑΙ: ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ: ΕΥΡΩ 50,00. ΚΥΠΡΟΥ: ΕΥΡΩ 90,00. ΕΥ- ΡΩΠΗΣ: ΕΥΡΩ 90,00. ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛ- ΛΩΝ ΧΩΡΩΝ: ΕΥΡΩ 100,00. ΤΙΜΗ ΦΥΛ- ΛΟΥ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙ ΟΣ: ΕΥΡΩ 1,20 Ι ΡΥΤΗΣ Ἀρχιµ. Χαράλαµπος. Βασιλόπουλος

Διαβάστε περισσότερα

Ἡ προσφορὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες

Ἡ προσφορὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες Ἡ προσφορὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες l Τοῦ Μιχαὴλ Γ. Τρίτου Καθηγητοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ρθοδοξία εἶναι ἡ γνήσια προέκταση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Μία, Ἁγία,

Διαβάστε περισσότερα

ΒΑΒΔΟΥ. Στη Θεσσαλονίκη η εικόνα του «Άξιον Εστί»

ΒΑΒΔΟΥ. Στη Θεσσαλονίκη η εικόνα του «Άξιον Εστί» Φωνήτου Θεσσαλονίκη Εφημερίδα της Ένωσης Βαβδινών Θεσσαλονίκης Γενικού ενδιαφέροντος και τοπικών ειδήσεων Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: vavdos@hotmail.gr ΧΡΟΝΟΣ 7ος - ΑΡΙΘΜ. ΦΥΛΛΟΥ - Οκτώβριος -

Διαβάστε περισσότερα

Η άνθιση και η ανάπτυξη της Παιδείας στα Βαλκάνια κατά τον 18ο και 19ο αιώνα

Η άνθιση και η ανάπτυξη της Παιδείας στα Βαλκάνια κατά τον 18ο και 19ο αιώνα Η άνθιση και η ανάπτυξη της Παιδείας στα Βαλκάνια κατά τον 18ο και 19ο αιώνα ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Επικ. Καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής

Διαβάστε περισσότερα

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑ Διδάσκοντας τη μέσα από τις πηγές ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1821-1936)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1821-1936) ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1821-1936) ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ... 1 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ... 12 ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ... 20 ΟΡΙΣΜΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ... 22 ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΙ

Διαβάστε περισσότερα

17:1-5 Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΡΝΗ

17:1-5 Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΡΝΗ 17 Αποκάλυψη 17:1 Και ήρθε ένας από τους επτά αγγέλους που είχαν τις επτά φιάλες, και μίλησε μαζί μου, λέγοντας σε μένα: Έλα, θα σου δείξω την κρίση της μεγάλης πόρνης, που κάθεται επάνω στα πολλά νερά

Διαβάστε περισσότερα

Η ΕΠΙ ΡΑΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗ ΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ (1830-1939)

Η ΕΠΙ ΡΑΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗ ΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ (1830-1939) Η ΕΠΙ ΡΑΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗ ΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ (1830-1939) Αντισυνταγµατάρχης (ΜΧ) Παναγιώτης Σπυρόπουλος Ιστορικός Η εξωτερική πολιτική των ισχυρών κρατών

Διαβάστε περισσότερα

«Η αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους εν όψει των Βαλκανικών Πολέμων, 1912-1913».

«Η αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους εν όψει των Βαλκανικών Πολέμων, 1912-1913». «Η αναδιοργάνωση του ελληνικού κράτους εν όψει των Βαλκανικών Πολέμων, 1912-1913». Υπό του ΝΔ(ΙV) Κυριάκου Ιωάννου. Σεπτέμβριος 2012 Περιεχόμενα Πρόλογος.... 3 Κεφάλαιο 1:Το Κίνημα στο Γουδί.... 4 Κεφάλαιο

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ. Νομική Αθηνών. Τα Ελληνικά Συντάγματα από την Επανάσταση έως το 1864 και συγκριτική μελέτη των Συνταγμάτων του 1844 και του 1864

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ. Νομική Αθηνών. Τα Ελληνικά Συντάγματα από την Επανάσταση έως το 1864 και συγκριτική μελέτη των Συνταγμάτων του 1844 και του 1864 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Νομική Αθηνών Τα Ελληνικά Συντάγματα από την Επανάσταση έως το 1864 και συγκριτική μελέτη των Συνταγμάτων του 1844 και του 1864 Εισηγητής Ανδρέας ημητρόπουλος Ευανθία-Μαρία Προύντζου

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.4 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ. Η κατάσταση του ελληνικού κράτους..7. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 0 : Η ίδρυση του επισήμου Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών...

ΠΡΟΛΟΓΟΣ.4 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ. Η κατάσταση του ελληνικού κράτους..7. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 0 : Η ίδρυση του επισήμου Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών... ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ.4 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 0 : Η περίοδος 1870-1876 Η κατάσταση του ελληνικού κράτους..7 Οι χρηματιστηριακές συναλλαγές στην Ελλάδα, πριν από την ίδρυση του Χρηματιστηρίου Αθηνών (1870

Διαβάστε περισσότερα

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣHΣ 1974-2011

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣHΣ 1974-2011 Δημήτριος Γ. Σιούφας ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣHΣ 1974-2011 ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣHΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑ 2012 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΣΙΟΥΦΑΣ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

Η ΕΚΡΗΞΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (1789-1794) (κριτήρια: καταγωγή και προνόμια από τον ηγεμόνα) παλαιό καθεστώς

Η ΕΚΡΗΞΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (1789-1794) (κριτήρια: καταγωγή και προνόμια από τον ηγεμόνα) παλαιό καθεστώς 18 ΕΝΟΤΗΤΑ 3 Η ΕΚΡΗΞΗ ΚΑΙ Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (1789-1794) α τ δαφτσ Δομή γαλλικής κοινωνίας 18 ου αιώνα (κριτήρια: καταγωγή και προνόμια από τον ηγεμόνα) κλήρος (0,5%) ευγενείς (1,5%) τρίτη

Διαβάστε περισσότερα

Oι Έλληνες στη Διασπορά

Oι Έλληνες στη Διασπορά 123 116 3. ΙΒΗΡΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ Μόσχος Μορφακίδης ΙΣΠΑΝΙΑ Η νεοελληνική παρουσία στην Ιβηρική Χερσόνησο μαρτυρείται από τα μέσα του 15ου αιώνα. Οι πρώτοι Έλληνες, που καταγράφονται στις διάσπαρτες πηγές,

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΙ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ

ΤΕΙ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΤΕΙ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ : ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΡΙΑ : ΚΑΝΛΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Διαβάστε περισσότερα

Ευρωπαϊκή Ένωση. του Pascal Fontaine

Ευρωπαϊκή Ένωση. του Pascal Fontaine Ευρωπαϊκή Ένωση του Pascal Fontaine Μπορείτε να βρείτε αυτό το φυλλάδιο και άλλες σύντομες και σαφείς πληροφορίες σχετικά με την ΕΕ στο διαδίκτυο στη διεύθυνση ec.europa.eu/publications Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Διαβάστε περισσότερα

ΚΙΝΗΣΗ. χειραφέτησης από Ακιντζί. Δύο νέοι ποινικοί ανακριτές για τον Ρίκκο ΤΡΙΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΔΙΕΘΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

ΚΙΝΗΣΗ. χειραφέτησης από Ακιντζί. Δύο νέοι ποινικοί ανακριτές για τον Ρίκκο ΤΡΙΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΔΙΕΘΝΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΤΡΙΤΗΣ ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 20444 - ΤΙΜΗ 1.00 ETOΣ 60ό www.haravgi.com.cy ΤΡΙΤΗ 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015 ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΔΙΕΘΝΗ Επιτακτική η νίκη στο 6ο ντέρμπι για την Ομόνοια ΣΕΛ. 17 Ανατράπηκαν πλειοψηφίες

Διαβάστε περισσότερα

Ε Γ Χ Ε Ι Ρ Ι Δ Ι Ο διδασκαλίας της Π Ο Ν Τ Ι Α Κ Η Σ διαλέκτου σε

Ε Γ Χ Ε Ι Ρ Ι Δ Ι Ο διδασκαλίας της Π Ο Ν Τ Ι Α Κ Η Σ διαλέκτου σε ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΟΝΤΙΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ Ε Γ Χ Ε Ι Ρ Ι Δ Ι Ο διδασκαλίας της Π Ο Ν Τ Ι Α Κ Η Σ διαλέκτου σε Ε Ν Η Λ Ι Κ Ε Σ ΑΘΗΝΑ 2013 ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ ΓΙΑ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

Ευρωπαϊκά κείµενα. Γενική ιεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισµού. κοινοτικού δικαίου. του Dr Klaus-Dieter Borchardt. Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Ευρωπαϊκά κείµενα. Γενική ιεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισµού. κοινοτικού δικαίου. του Dr Klaus-Dieter Borchardt. Ευρωπαϊκή Επιτροπή Το αλφάβητο του κοινοτικού δικαίου Ευρωπαϊκά κείµενα Γενική ιεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισµού Το αλφάβητο του κοινοτικού δικαίου του Dr Klaus-Dieter Borchardt Ευρωπαϊκή Επιτροπή Το έντυπο αυτό εκδίδεται

Διαβάστε περισσότερα

ΕΤΟΣ 34 ον - ΤΕΥΧΟΣ 177

ΕΤΟΣ 34 ον - ΤΕΥΧΟΣ 177 ΕΤΟΣ 34 ον - ΤΕΥΧΟΣ 177 Απρίλιος - Μάιος - Ιούνιος 2011 Κωδικός 2130 ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΕΝΟΡΙΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ - ΖΑΚΥΝΘΟΥ και ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΒΙΚΑΡΙΑΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

Η πορεία µου στην Ορθοδοξία

Η πορεία µου στην Ορθοδοξία Η πορεία µου στην Ορθοδοξία ΠΛΑΚΙ ΑΣ DESEILLE Μετάφραση: Συµεών Κούτσας Εκδόσεις Ακρίτας Περιεχόµενα ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ - ΣΤΑΘΜΟΙ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΠΡΩΤΗ ΜΟΡΦΩΣΗ 1. ΣΙΣΤΕΡΣΙΑΝΗ ΖΩΗ (1942-1966) ΤΟ ΑΒΒΑΕΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες

Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες 01-CMYK 06/08/2013 12:26? Μ Page 1 O Π O I O Σ E Λ E Y Θ E P A Σ Y Λ Λ O Γ A T A I Σ Y Λ Λ O Γ A T A I K A Λ A P ή γ α ς Φ ε ρ α ί ο ς 1 ΕΥΡΩ Στα ύψη ο υδράργυρος για τις ιδιωτικοποιήσεις ΣΕΛΙΔΑ 12 Μοιραία

Διαβάστε περισσότερα

Θέμα: «Διαδικτυακή δημοσιογραφία. Νέες προοπτικές στην ενημέρωση αλλά και νέοι κίνδυνοι;»

Θέμα: «Διαδικτυακή δημοσιογραφία. Νέες προοπτικές στην ενημέρωση αλλά και νέοι κίνδυνοι;» Πτυχιακή εργασία Θέμα: «Διαδικτυακή δημοσιογραφία. Νέες προοπτικές στην ενημέρωση αλλά και νέοι κίνδυνοι;» Φοιτήτρια: Οργιανέλη Δήμητρα Α.Μ. 671 Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Μυλωνά Ιφιγένεια Καστοριά, 2006

Διαβάστε περισσότερα

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΥΠΑΤΟΥ ΑΡΜΟΣΤΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο

Διαβάστε περισσότερα

Πώς λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση

Πώς λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Πώς λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση Ο οδηγός σας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ Ευρωπαϊκή Ένωση ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Η

Διαβάστε περισσότερα

Η «ΕΙΔΗΣΙΣ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΜΟΥΡΑΤΟΡΩΝ» ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ Γ

Η «ΕΙΔΗΣΙΣ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΜΟΥΡΑΤΟΡΩΝ» ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ Γ Η «ΕΙΔΗΣΙΣ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΜΟΥΡΑΤΟΡΩΝ» ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ Γ Α ΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΒΙΒΛΙΑ ποὺ ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης Καλλίνικος Γ ἀφιέρωσε στὴ βιβλιοθήκη

Διαβάστε περισσότερα

ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΜΕΘ - ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΑ

ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΜΕΘ - ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΜΕΘ - ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΖΩΗΣ Η ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ; Ηθικοὶ προβληµατισµοὶ Μητροπολίτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς Νικολάου ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ Στὴν ὁµιλία µου αὐτήν,

Διαβάστε περισσότερα

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΔΙΑΛΕΞΕΩΝ 2011 ΑΙΓΙΝΑ ΜΟΝΑΧΟ: ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ ΜΟΝΑΧΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΑΘΗΝΑ: ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΔΙΑΛΕΞΕΩΝ 2011 ΑΙΓΙΝΑ ΜΟΝΑΧΟ: ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ ΜΟΝΑΧΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΑΘΗΝΑ: ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΔΙΑΛΕΞΕΩΝ Ιούνιος 2011 ΑΙΓΙΝΑ ΜΟΝΑΧΟ: ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ ΜΟΝΑΧΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΑΘΗΝΑ: ΟΙ ΒΑΥΑΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Ομιλήτρια: Χρυσή Καραϊωσηφίδου ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ο Όθωνας και η περίοδος

Διαβάστε περισσότερα