ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ. Η γραμματική των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα στη νέα ελληνική.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ. Η γραμματική των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα στη νέα ελληνική."

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Για την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος στην «Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία» με θέμα: Η γραμματική των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα στη νέα ελληνική. Θεωρία και εφαρμογή στη Λεξικογραφία και τη Διδακτική της νέας ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ Συμβουλευτική επιτροπή: Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Παναγιώτα Κυριακοπούλου Μελίτα Σταύρου-Σηφάκη ΙΟΥΝΙΟΣ 2014 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

2 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ - ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ Αικατερίνη Αλεξανδρή Τίτλος διδακτορικής διατριβής: Η γραμματική των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα στη νέα ελληνική. Θεωρία και εφαρμογή στη Λεξικογραφία και τη Διδακτική της νέας ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας Μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής: Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Παναγιώτα Κυριακοπούλου Μελίτα Σταύρου-Σηφάκη Μέλη της εξεταστικής επιτροπής: Φρειδερίκος Βαλετόπουλος Ζωή Γαβριηλίδου Παρασκευή Θώμου Δέσποινα Παπαδοπούλου ΙΟΥΝΙΟΣ 2014 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

3 Ευχαριστίες Από την ακαδημαϊκή κοινότητα, ένα μεγάλο ευχαριστώ οφείλω στην επόπτρια της συγκεκριμένης διατριβής, ομότιμη καθηγήτρια Γλωσσολογίας Α.Π.Θ. Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, για την αμέριστη και πολύπλευρη συμπαράστασή της σε κάθε στάδιο των σπουδών μου ήδη από το προπτυχιακό επίπεδο, για τη διάθεσή της να συζητά μαζί μου τόσο επιστημονικά όσο και πρακτικά ζητήματα, για το σχεδόν μητρικό νοιάξιμό της, και κυρίως για την ξεχωριστή επιστημονική καθοδήγησή της η οποία κέντρισε το ενδιαφέρον μου και με βοήθησε να το διατηρήσω ως το τελευταίο λεπτό της συγγραφής της εργασίας. Τις ευχαριστίες μου θα ήθελα, επίσης, να εκφράσω και στα άλλα δύο μέλη της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής μου, την αναπληρώτρια καθηγήτρια Τίτα Κυριακοπούλου, του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Α.Π.Θ., και την καθηγήτρια Γλωσσολογίας Α.Π.Θ. Μελίτα Σταύρου-Σηφάκη, οι οποίες μου προσέφεραν απλόχερα τις συμβουλές τους και ανταποκρίθηκαν με προθυμία σε κάθε μου αίτημα. Ευχαριστώ επίσης τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, τον κ. Φρειδερίκο Βαλετόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Poitiers στη Γαλλία, την κ. Ζωή Γαβριηλίδου, καθηγήτρια στο Δ.Π.Θ., την κ. Βιβή Θώμου, λέκτορα του ΠΤΔΕ Κρήτης και την κ. Δέσποινα Παπαδοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια Α.Π.Θ., για τη θετική ματιά και τις πολύτιμες υποδείξεις τους, οι οποίες συνέβαλαν στη βελτίωση της παρούσας διατριβής. Ιδιαίτερα ευχαριστώ την κ. Δέσποινα Παπαδοπούλου, για την κριτική ανάγνωση του κεφαλαίου της Διδακτικής και την ουσιαστική καθοδήγησή της στην κωδικοποίηση και επεξεργασία των δεδομένων που προέκυψαν από τα πειράματα της έρευνάς μου. Συμπαραστάτες σε αυτή την προσπάθεια υπήρξαν και καθηγητές άλλων Πανεπιστημίων. Ευχαριστώ ιδιαίτερα την Annie Mollard-Desfour, συνεργάτιδα γλωσσολόγο του CNRS και των Πανεπιστημίων Paris ΧΙΙΙ και Cergy-Pontoise, αλλά και πρόεδρο του Centre Français de la Couleur, για τη συμπαράσταση τόσο ηθική όσο και πρακτική, με την ευγενική παραχώρηση κειμένων της αλλά και τις χρωματικές συζητήσεις και κοινές αναζητήσεις μας τα τελευταία έξι χρόνια. Ευχαριστώ τον Salah Mejri, καθηγητή και πρόεδρο του LDI (Lexiques-Dictionnaires-Informatique) του Université Paris ΧΙΙΙ, για τη συνεπίβλεψη στην εργασία μου, τη βιβλιογραφία που μου παρείχε αυτός και οι συνεργάτες του αλλά και για τη φιλοξενία του στο Université Paris i

4 ΧΙΙΙ. Ευχαριστώ τον Christian Molinier, καθηγητή του Πανεπιστημίου Toulouse-Le Mirail, και τον Antonio Fábregas, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Tromsø, για την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν παραχωρώντας μου τις τότε ανέκδοτες εργασίες τους για τα χρώματα. Ένα θερμό ευχαριστώ στον κ. Γεώργιο Κοτζόγλου, επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αιγαίου, για τις συζητήσεις μας ως προς τη γραμματική κατηγορία των ΟΔΧ. Επίσης, ευχαριστώ τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Διονύση Γούτσο, που μου παρείχε πρόσβαση στο Σώμα Ελληνικών Κειμένων πριν τη δημοσιοποίησή του και το χρόνο που μου αφιέρωσε στη φάση αναζήτησης των χρωματικών όρων στο ΣΕΚ. Τέλος, ευχαριστώ τη Ζωή Γαβριηλίδου, καθηγήτρια του Δ.Π.Θ., και την Cristina Cacciari, καθηγήτρια του Università degli Studi di Modena e Reggio Emilia, για την άμεση ανταπόκρισή τους όταν δεν είχα πρόσβαση σε κάποια άρθρα τους. Ένα θερμό ευχαριστώ οφείλω ακόμη στη Δρ. Ρίτα Ζάγκα, που μου παρείχε με προθυμία κείμενά της αλλά και στους συναδέλφους στο Σχολείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΣΝΕΓ). Συγκεκριμένα, στην Βασιλική Φούφη που με μύησε στο χώρο του Unitex λύνοντας πρόθυμα όλες τις απορίες μου, στον Νίκο Αμβράζη για την ηθική συμπαράσταση και τα χρήσιμα σχόλιά του, και στις Μαρία Καπουρκατσίδου και Γεωργία Νικολάου, για τη στήριξή τους κατά την εκπόνηση του πειράματος στους σπουδαστές του ΣΝΕΓ. Την τελευταία την ευχαριστώ επιπλέον για το ότι μου παραχώρησε πριν δημοσιευτεί το άρθρο της που αφορά την κλίση των επιθέτων, για το οποίο μου παρείχε σχετικές διευκρινίσεις. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να ευχαριστήσω ακόμη όλο το διοικητικό προσωπικό του Τμήματος Φιλολογίας, και κυρίως την κλητήρα Βαγγελιώ Στόικου για τη συνεχή στήριξή της σε όλα τα στάδια των σπουδών μου. Επιλέον, ευχαριστώ την υπεύθυνη του Β κύκλου σπουδών Νίτσα Θεοδοσιάδου, τη γραμματέα του Τομέα Γλωσσολογίας Θάλεια Μπουχουρούδη και την υπεύθυνη του Σπουδαστηρίου Γλωσσολογίας Ελένη Δότα, για τη θετική τους ενέργεια και τη διάθεσή τους να με εξυπηρετήσουν. Βεβαίως, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σε όλους τους σπουδαστές του ΣΝΕΓ αλλά και τους φυσικούς ομιλητές που συνέβαλαν στην πραγματοποίηση της έρευνας της παρούσας εργασίας. Ένα ευχαριστώ είναι λίγο για τους γονείς και την αδερφή μου, οι οποίοι υποστηρίζουν με ζέση κάθε μου επιλογή και είναι πάντα εκεί στα εύκολα και τα δύσκολα. Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον σύζυγό μου Στάθη για την υπομονή και την κατανόησή του και την κόρη μου Ολυάννα, η οποία μου έδωσε την έμπνευση και τη διάθεση να συνεχίσω και να ολοκληρώσω τη διατριβή μου. ii

5 iii Στους γονείς μου

6 iv

7 Πίνακας περιεχομένων Ευχαριστίες... i Συντομογραφίες... xiii Σύμβολα... xiii Πρόλογος... 1 Κεφάλαιο 1. Επισκόπηση της βιβλιογραφίας Εισαγωγή Η αντίληψη και η ονομασία των χρωμάτων Η αντίθεση ανάμεσα στη φυσική και τη γλωσσολογική κατηγοριοποίηση του χρώματος Η εξέλιξη της μελέτης των χρωματικών όρων Η διάκριση των χρωματικών όρων Τα όρια των χρωματικών όρων Εστιακά χρώματα ή Βασικοί Χρωματικοί Όροι (ΒΧΟ) Κριτήρια για την ανάδειξη των «βασικών χρωματικών όρων» Πρότυπα Κριτική της υπόθεσης της καθολικότητας Αναδόμηση του συστήματος των Berlin & Kay Οι βασικοί χρωματικοί όροι για τα ελληνικά Για τα αρχαία ελληνικά Για τα νέα ελληνικά Η έρευνα Στόχοι της έρευνας Μεθοδολογία και υλικό - Το corpus Οριοθέτηση του θέματος - Κριτήρια επιλογής των χρωματικών όρων Ανακεφαλαίωση Κεφάλαιο 2. Μορφολογία των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα Εισαγωγή Η γραμματική κατηγορία των ΟΔΧ v

8 2.2. Κατηγοριοποίηση των ΟΔΧ Περιβάλλοντα εμφάνισης των ΟΔΧ Η μορφή των ΟΔΧ Οι τροποποιητές Τα δάνεια Κατηγοριοποίηση δανείων Κλίση Ουσιαστικά Επίθετα Κατασκευή λέξεων: Παραγωγή Εισαγωγή Παράγωγα ουσιαστικά Παράγωγα επίθετα Προθηματική παραγωγή Τροποποιητές διαβάθμισης Κατασκευή λέξεων: Σύνθεση Εισαγωγή Μονολεκτικά σύνθετα Πολυλεκτικά σύνθετα Παγιωμένες εκφράσεις Κριτήρια διαπίστωσης της λεξικοποίησης των σύνθετων λέξεων Ιδιαιτερότητες στη σύνθεση των ΟΔΧ α. ΕΔΧ με κλασικούς τροποποιητές β. Προσεγγιστικά ΕΔΧ με ΟΔΧ γ. Σημασιολογικά πρωτογενή ΕΔΧ σε συνδυασμό με το μαύρο ή το άσπρο/λευκό δ. Αποδεκτοί ή μη αποδεκτοί συνδυασμοί ΕΔΧ+Ο Ανακεφαλαίωση vi

9 Κεφάλαιο 3. Σύνταξη των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα Εισαγωγή Θεωρητικό πλαίσιο Κατηγοριοποίηση των επιθέτων που δηλώνουν χρώμα α' μέρος α. Τα κατηγορηματικά επίθετα β. Τα ταξινομικά επίθετα γ. Τα επίθετα τροποποιητές δ. Τα επίθετα περιοριστικοί τροποποιητές Κατηγοριοποίηση των επιθέτων που δηλώνουν χρώμα β' μέρος Τα παράγωγα ΕΔΧ ως τροποποιητές Οι ιδιότητες των ΕΔΧ τροπ Ουσιαστικοποίηση Συμφωνία γένους-αριθμού των ΕΔΧ Θέση των ΕΔΧ σε σχέση με το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό Η σειρά εμφάνισης των ΕΔΧ Διαβάθμιση των ΕΔΧ σε πολυλεκτικά σύνθετα όπου ο ένας όρος είναι ΕΔΧ Ανακεφαλαίωση Κεφάλαιο 4. Σημασιολογία των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα Εισαγωγή Θεωρητικά ζητήματα Το σημασιολογικό πεδίο των χρωμάτων Σημασιολογική κατηγοριοποίηση των ΟΔΧ Τα συνταγματικά χαρακτηριστικά των ΕΔΧ Το χαρακτηριστικό [± λόγιο] Γειτονικές αποχρώσεις Διαβάθμιση Διατεμνόμενα ΕΔΧ Τα ουσιαστικά που δηλώνουν χρώμα Οι τάξεις αντικειμένων στη σημασιολογία Οι μεταφορικές χρωματικές εκφράσεις Εισαγωγή vii

10 Θεωρητικό πλαίσιο Κυριολεξία vs. μη κυριολεξία Οι μεταφορικές εκφράσεις με ΟΔΧ Νεολογισμοί Τα χρώματα στη διαφήμιση Ανακεφαλαίωση Κεφάλαιο 5. Γενικό και ειδικό λεξιλόγιο. Λεξικογράφηση της Ορολογίας Εισαγωγή Θεωρητικό πλαίσιο Γενικό λεξιλόγιο Ειδικό λεξιλόγιο Η λεξικογράφηση της ορολογίας Πολιτική επιλογής λημμάτων Πρότυπο λεξικού χρωματικών όρων Το υλικό - τα αριθμητικά δεδομένα Ανακεφαλαίωση Κεφάλαιο 6: Αυτόματη επεξεργασία των ΟΔΧ Εισαγωγή Θεωρητικό πλαίσιο Συστήματα αυτόματης ανάλυσης Ηλεκτρονικά λεξικά Τα δεδομένα Αναλυτής κειμένων Unitex Ο φορμαλισμός DELA Κλίση των σύνθετων λέξεων Τα κλιτικά διανύσματα των σύνθετων χρωματικών όρων Οι γράφοι Στατιστικά αποτελέσματα χρήσιμα συμπεράσματα Ανακεφαλαίωση viii

11 Κεφάλαιο 7. Η Διδακτική των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα: Εφαρμογή στη διδασκαλία της νέας ελληνικής ως δεύτερης/ ξένης γλώσσας Εισαγωγή Στόχος της εφαρμογής Θεωρητικό πλαίσιο Μεθοδολογία Η εφαρμογή Υποθέσεις της έρευνας Αποτελέσματα της έρευνας Ερώτημα α Ερώτημα β Ερώτημα γ Ερώτημα δα Ερώτημα δβ Ερώτημα δγ Συμπεράσματα Ανακεφαλαίωση Επίλογος Βιβλιογραφία Ξενόγλωσσες αναφορές Ελληνόγλωσσες αναφορές Λεξικά Εγκυκλοπαίδειες Γραμματικές ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ) Στα όρια συγχρονίας διαχρονίας ) Νεολογισμοί ) Ενδεικτικός πίνακας ειδικών χρωματικών όρων που χρησιμοποιούνται στη ζωγραφική ) Αυτόματη κλίση των πολυλεκτικών σύνθετων μονάδων ix

12 Α) Κλιτικά διανύσματα (ενδεικτικά) Β) Απόσπασμα λεξικού των πολυλεκτικών σύνθετων μονάδων: ) Ερωτηματολόγια που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διδακτική εφαρμογή ) Ασκήσεις για τη διδασκαλία της μεταφοράς ) Άσκηση για την εμπέδωση των αποχρώσεων ) Αποτελέσματα της έρευνας στη διδασκαλία των ΟΔΧ - Θηκογράμματα x

13 Περιεχόμενα πινάκων Πίνακας 1: Η κλίση των ουσιαστικών Πίνακας 2: Η κλίση των επιθέτων Πίνακας 3: Ουσιαστικά από βάση ουσιαστικό Πίνακας 4: Ουσιαστικά από βάση επίθετο Πίνακας 5: Επίθετα από βάση ουσιαστικό Πίνακας 6: Επίθετα από βάση επίθετο Πίνακας 7: Παραγωγικά προθήματα Πίνακας 8: Τροποποιητές Πίνακας 9: ΕΔΧ ανάλογα με το προδιοριζόμενο Πίνακας 10: Χρωματικοί όροι που εμφανίζονται σε πολυλεκτικά σύνθετα Πίνακας 11: Τομείς χρήσης όπου εμφανίζονται οι πολυλεκτικά σύνθετοι χρωματικοί όροι Πίνακας 12: Αντικείμενα αναφοράς των χρωματικών όρων Πίνακας 13: Ειδικές περιοχές εμφάνισης των ειδικών όρων Πίνακας 14: Οι κλιτικές τάξεις του λεξικού μας Πίνακας 15: Η εμφάνιση του κόκκινου στις τρεις θεματικές Πίνακας 16: Δημογραφικά χαρακτηριστικά Πίνακας 17: Η κατανομή των ωρών της διδακτικής εφαρμογής Πίνακας 18: Ιεραρχία επίδοσης στη δοκιμασία α Πίνακας 19: Ιεραρχία επίδοσης στη δοκιμασία β Πίνακας 20: Ιεραρχία επίδοσης στη δοκιμασία γ Πίνακας 21: Ιεραρχία επίδοσης στη δοκιμασία δα Πίνακας 22: Ιεραρχία επίδοσης στη δοκιμασία δγ Πίνακας 23: Επιλογή νεολογισμών Πίνακας 24: Οι ειδικοί χρωματικοί όροι στη ζωγραφική Πίνακας 25: Ερωτηματολόγιο Πίνακας 26: Ερωτηματολόγιο Περιεχόμενα γραφημάτων Γράφημα 1: ΚΤ ουσιαστικών Γράφημα 2: Η κλίση των επιθέτων Γράφημα 3: Συχνότητα χρήσης των κλιτικών διανυσμάτων Γράφημα 4: Γράφοι των σύνθετων χρωματικών όρων συχνότητα εμφάνισης Γράφημα 5: Συχνότητα εμφάνισης του όρου κόκκινο στο corpus μας Γράφημα 6: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα α (1 ος τρόπος υπολογισμού) Γράφημα 7: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα α (2 ος τρόπος υπολογισμού) Γράφημα 8: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα β (1 ος τρόπος υπολογισμού) Γράφημα 9: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα β (2 ος τρόπος υπολογισμού) Γράφημα 10: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα γ Γράφημα 11: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα δα xi

14 Γράφημα 12: Αριθμός συμβολισμών ανά συμμετέχοντα στο αρχικό και τελικό τεστ Γράφημα 13: Ομάδα ελέγχου αριθμός απαντήσεων Γράφημα 14: Φυσικοί ομιλητές αριθμός απαντήσεων Γράφημα 15: Τρόπος απόδοσης των χρωματικών συμβολισμών στο αρχικό και τελικό τεστ της ΠΟ Γράφημα 16: Τρόπος απόδοσης των χρωματικών συμβολισμών απο την ΟΕ Γράφημα 17: Τρόπος απόδοσης των χρωματικών συμβολισμών απο τους ΦΟ Γράφημα 18: Μέσος όρος και τυπική απόκλιση κάθε ομάδας στο ερώτημα δγ Γράφημα 19: Οι μέσοι όροι της βαθμολογίας των ομάδων σε όλα τα ερωτήματα Περιεχόμενα εικόνων Εικόνα 1: Κλιτικός γράφος Α1.grf Εικόνα 2: Κλιτικός γράφος Ν381.grf Εικόνα 3: Κλιτικός γράφος NC_AN.grf Εικόνα 4: Κλιτικός γράφος NC_AAN.grf Περιεχόμενα σχημάτων Σχήμα 1: Το τρισδιάστατο σύστημα των χρωμάτων... 8 Σχήμα 2: Η ιεραρχία των βασικών χρωματικών όρων κατά τους Berlin & Kay Σχήμα 3: Μορφολογική Κατηγοριοποίηση των ΟΔΧ Σχήμα 4: Σημασιολογική κατηγοριοποίηση των ΟΔΧ xii

15 Συντομογραφίες ΑΑ: αντικείμενο αναφοράς ΕΔΧ: επίθετα που δηλώνουν χρώμα ΕΔΧ τροπ : επίθετα-τροποποιητές ΕΕ&Ζ: Εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη & Ζωή Ε&Ζ: Πολυλεξικό Επιστήμη & Ζωή ΕΛ: Ετυμολογικό Λεξικό (Γ. Μπαμπινιώτη) ΛΚΝ: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη) ΛΝΕ: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Γ. Μπαμπινιώτη) ΟΔΧ: ονόματα που δηλώνουν χρώμα Σύμβολα Σύμβολο Επεξήγηση A Επίθετο A1 Επίθετο, π.χ. ανοιχτός-ή-ό A10 Επίθετο άκλιτο, π.χ. μπλε A15 Επίθετο, π.χ. χρυσίζων-ουσα-ον A201 Επίθετο, π.χ. γήινος-η-ο Α300 Επίθετο, π.χ. βαθύς-ιά-ύ Α3001 Επίθετο χρυσαφής ιά ί A4 Επίθετο (μετοχή), π.χ. ψημένος-η-ο Afp Αιτιατική πτώση θηλυκού γένους πληθυντικού αριθμού Afs Αιτιατική πτώση θηλυκού γένους ενικού αριθμού Amp Αιτιατική πτώση αρσενικού γένους πληθυντικού αριθμού Ams Αιτιατική πτώση αρσενικού γένους ενικού αριθμού Anp Αιτιατική πτώση ουδέτερου γένους πληθυντικού αριθμού Ans Αιτιατική πτώση ουδέτερου γένους ενικού αριθμού Couleur Σημασιολογικό χαρακτηριστικό: χρώμα xiii

16 Dét Προσδιοριστής f Θηλυκό Gfp Γενική πτώση θηλυκού γένους πληθυντικού αριθμού Gfs Γενική πτώση θηλυκού γένους ενικού αριθμού Gmp Γενική πτώση αρσενικού γένους πληθυντικού αριθμού Gms Γενική πτώση αρσενικού γένους ενικού αριθμού Gnp Γενική πτώση ουδέτερου γένους πληθυντικού αριθμού Gns Γενική πτώση ουδέτερου γένους ενικού αριθμού m Αρσενικό n Ουδέτερο Ν Ουσιαστικό Ν0 Υποκείμενο Ν0Hum Υποκείμενο με ανθρώπινο χαρακτηριστικό Ν101 Ουσιαστικό, π.χ. έβενος (ο) N1010 Ουσιαστικό, π.χ. παλίσσανδρος (ο) Ν1016 Ουσιαστικό, π.χ. κασσίτερος (ο) N2 Ουσιαστικό, π.χ. σιένα (η) N2002 Ουσιαστικό, π.χ. ώχρα (η) N221 Ουσιαστικό, π.χ. λάκα (η) N303 Ουσιαστικό, π.χ. μαόνι (το) N304 Ουσιαστικό, π.χ. ερυθρό (το) N305 Ουσιαστικό άκλιτο, π.χ. καφέ (το) N31 Ουσιαστικό, π.χ. κίτρινο (το) xiv

17 N3301 Ουσιαστικό, π.χ. ασβέστιο (το) N381 Ουσιαστικό, π.χ. ιώδες (το) Nfp Ονομαστική πτώση θηλυκού γένους πληθυντικού αριθμού Nfs Ονομαστική πτώση θηλυκού γένους ενικού αριθμού Nmp Ονομαστική πτώση αρσενικού γένους πληθυντικού αριθμού Nms Ονομαστική πτώση αρσενικού γένους ενικού αριθμού Nnp Ονομαστική πτώση ουδέτερου γένους πληθυντικού αριθμού Nns Ονομαστική πτώση ουδέτερου γένους ενικού αριθμού Pl Πληθυντικός αριθμός Prép Πρόθεση Sing Ενικός αριθμός Vfp Κλητική πτώση θηλυκού γένους πληθυντικού αριθμού Vfs Κλητική πτώση θηλυκού γένους ενικού αριθμού Vmp Κλητική πτώση αρσενικού γένους πληθυντικού αριθμού Vms Κλητική πτώση αρσενικού γένους ενικού αριθμού Vnp Κλητική πτώση ουδέτερου γένους πληθυντικού αριθμού Vns Κλητική πτώση ουδέτερου γένους ενικού αριθμού xv

18 Πρόλογος Τα ονόματα που δηλώνουν χρώμα ως ερευνητικό αντικείμενο τις τελευταίες δεκαετίες έχουν απασχολήσει έντονα τους επιστήμονες που ασχολούνται με τη Γλωσσολογία, τη Λεξικολογία, τη Μετάφραση-Μεταφρασεολογία, την Ψυχογλωσσολογία και την Πληροφορική. Ο όρος ονόματα που δηλώνουν χρώμα (στο εξής ΟΔΧ) αναφέρεται στα ουσιαστικά και τα επίθετα που δηλώνουν κάποιο χρωματικό τόνο. Εξάλλου, ο Τριανταφυλλίδης στη γραμματική του (1941, 2002, 619) σημειώνει ότι δεν υπάρχουν καθαρά όρια μεταξύ των επιθέτων και των ουσιαστικών. Πολλές φορές επίθετα χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά και άλλες φορές ουσιαστικά ως επίθετα. Η παρούσα διδακτορική διατριβή εντάσσεται στην επιστήμη της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας. Ειδικότερα, μελετάμε και επεξεργαζόμαστε τα ουσιαστικά και τα επίθετα που δηλώνουν χρώμα σε μορφολογικό, συντακτικό και σημασιολογικό επίπεδο αλλά και στο πλαίσιο της υπολογιστικής γλωσσολογίας, της διδακτικής, της ορολογίας και της λεξικογραφίας. Οι ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η γλωσσική αυτή κατηγορία σε όλα τα επίπεδα έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών σε όλο τον κόσμο, ωστόσο δεν έχει μελετηθεί επαρκώς για τη νέα ελληνική. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσουμε μια γραμματική των κατασκευασμένων ΟΔΧ που να περιλαμβάνει πληροφορίες για τις διαδικασίες κατασκευής τους (προθηματοποίηση, επιθηματοποίηση, σύνθεση, μετατροπή), για τα στοιχεία που μετέχουν σε αυτές και για τους περιορισμούς που επιβάλλονται κατά την εφαρμογή τους καθώς και για τις τυχόν αποκλίσεις ως προς τη μορφή και τη σημασία. Επιμέρους στόχοι της έρευνάς μας είναι, εκτός από την περιγραφή του γλωσσικού αυτού πεδίου των χρωμάτων, η κατασκευή γλωσσικών δεδομένων στο πλαίσιο της λεξικογραφίας (ηλεκτρονικό λεξικό) και η διδακτική αξιοποίηση των θεωρητικών συμπερασμάτων μας. Πρόκειται για καθαρά συγχρονική (δεν εξετάζουμε την προέλευση και την εξέλιξη των όρων, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις) μελέτη, ερμηνευτική και περιγραφική, που βασίζεται σε πολύ πρόσφατο υλικό και σε διάφορα θεωρητικά πλαίσια, ανάλογα με την οπτική από την οποία μελετώνται κάθε φορά οι χρωματικοί όροι. Και αυτό γιατί όσον αφορά το λεξιλόγιο, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει μία θεωρία που να καλύπτει όλες τις πτυχές του, ώστε να έχουμε ικανοποιητικά αποτελέσματα τόσο στο θεωρητικό όσο και 1

19 στο εφαρμοσμένο τμήμα της εργασίας αυτής. Τα θεωρητικά πλαίσια, λοιπόν, στα οποία στηριζόμαστε είναι: - Η καθολικότητα των βασικών χρωματικών όρων των Berlin & Kay (1969), στο κεφάλαιο 1 - Το μοντέλο της D. Corbin (1987), όπως προσαρμόστηκε στα ελληνικά από την Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1992), και η θεωρία των παραδειγματικών συναρτήσεων του G. Stump (2001), στο κεφάλαιο 2 - Οι τάξεις αντικειμένων του G. Gross (1994), στα κεφάλαια 3 και 4 - Το θεωρητικό πλαίσιο που αφορά τη μεταφορά των G. Lakoff & Μ. Johnson (1980, 1999), στο κεφάλαιο 4 - Η επικοινωνιακή θεωρία της ορολογίας της T. Cabré (1997, 1998, 1999), στο κεφάλαιο 5 - Η μετασχηματιστική γραμματική του Z.S. Harris (1951) και το μεθοδολογικό πλαίσιο του λεξικού-γραμματικής όπως καθορίστηκε από τον M. Gross (1975), στο κεφάλαιο 6 - Η διδασκαλία της γλώσσας με βάση το περιεχόμενο (content based instruction) και πιο συγκεκριμένα η ολιστική εκμάθηση περιεχομένου και γλώσσας (CLIL), στο κεφάλαιο 7. Η παρουσίαση της έρευνάς μας διαρθρώνεται σε επτά κεφάλαια. Μετά το κεφάλαιο 1 που αφορά τη βιβλιογραφική επισκόπηση, τα κεφάλαια 2, 3 και 4 αξιοποιούν τα τρία επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης: τη μορφολογία, τη σύνταξη και τη σημασιολογία. Βεβαίως, τα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης δεν είναι στεγανά. Η σύνταξη συνδέεται άμεσα με τη μορφολογία και τη σημασιολογία, ενώ η σημασιολογία διαμορφώνει τη μορφολογία, π.χ. ένα ΟΔΧ που αποτελείται από δύο λέξεις δεν μπορεί να είναι βασικό, η σημασιολογία υποχρεώνει τη λέξη να είναι μονολεκτική (βλ. Berlin & Kay 1969). Στη συνέχεια, τα κεφάλαια 5 και 6 αποτελούν τη θεωρητική βάση για δύο εφαρμογές που θα πραγματοποιήσουμε μελλοντικά στο χώρο της λεξικογραφίας. Η πρώτη εφαρμογή θα αφορά τη σύσταση λεξικού χρωματικών όρων, τόσο του γενικού όσο και του ειδικού λεξιλογίου, ενώ η δεύτερη θα έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή της αυτόματης κλίσης των ΟΔΧ τόσο στη λεξικογραφία όσο και στη διδακτική. Τέλος, το κεφάλαιο 7 αφορά την εφαρμογή που έχουμε πραγματοποιήσει στο πλαίσιο της διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης/ ξένης γλώσσας και τα αποτελέσματά της. Πιο αναλυτικά, στο πρώτο κεφάλαιο κάνουμε μια ανασκόπηση της ελληνόγλωσσης και της ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας που αφορά το πεδίο των χρωμάτων. Aρχικά γίνεται αναφορά στις πιο σημαντικές, κατά τη γνώμη μας, έρευνες που αφορούν τα χρώματα 2

20 και ειδικότερα τους ονοματικούς χρωματικούς όρους. Στη συνέχεια ορίζονται και οριοθετούνται οι χρωματικοί όροι, στηριζόμενοι κατά κύριο λόγο στην εργασία των Berlin & Kay (1969), που αποτελεί τη βασική θεωρία στην οποία στηριζόμαστε. Τέλος, περιορίζεται η έρευνα στα νέα ελληνικά και εκτίθενται οι στόχοι, η μεθοδολογία και το ερευνητικό υλικό. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει ως αντικείμενο τη μορφολογία των υπό εξέταση χρωματικών όρων. Στην αρχή, δίνεται ο ορισμός των ΟΔΧ και παρουσιάζονται τα προβλήματα που εμφανίζουν οι εν λόγω όροι σε μορφολογικό επίπεδο. Ακολουθεί η κατηγοριοποίηση με βάση τη μορφή τους (απλά, παράγωγα, σύνθετα ΟΔΧ) και η ταξινόμησή τους σε κλιτικά παραδείγματα. Έπειτα, στις παραγράφους που αφορούν την κατασκευή λέξεων, γίνεται απόπειρα να οριοθετηθεί το πλαίσιο της παραγωγικότητας (παρουσίαση προθημάτων και επιθημάτων που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή των ΟΔΧ) αλλά και της σύνθεσής τους (μονολεκτικά - πολυλεκτικά σύνθετα). Το τρίτο κεφάλαιο αφορά τη σύνταξη των ΟΔΧ. Αρχικά, παρουσιάζεται το θεωρητικό πλαίσιο που επιλέγουμε, οι τάξεις αντικειμένων (classes d objets, G. Gross 1994), που στηρίζεται στις χρήσεις της γλώσσας, διευκολύνει τη λεπτομερή περιγραφή των υπό εξέταση όρων και εξυπηρετεί τόσο τους υπολογιστικούς όσο και τους διδακτικούς στόχους των εφαρμογών μας. Στη συνέχεια προβαίνουμε στην κατηγοριοποίηση των ΕΔΧ εμπνευσμένοι από δύο διαφορετικές θεωρητικές προτάσεις (Valetopoulos 2001 Molinier 2001). Ακολουθεί περιγραφή άλλων ζητημάτων που αφορούν την ιδιαίτερη φύση των ΕΔΧ, όπως η ουσιαστικοποίηση, η συμφωνία γένους και αριθμού, η σειρά εμφάνισής τους στην πρόταση και η παρουσία ή απουσία διαβάθμισής τους τόσο στις ελεύθερες όσο και στις παγιωμένες εκφράσεις. Το τέταρτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη σημασιολογία που αφορά τα ΟΔΧ. Στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου παρουσιάζονται θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τη φύση των ΟΔΧ από σημασιολογική σκοπιά και οριοθετείται το σημασιολογικό πεδίο των χρωμάτων. Στη συνέχεια, με βάση το θεωρητικό πλαίσιο των Lakoff & Johnson (1980, 1999) αναλύεται ένα μεγάλο ζήτημα που απασχολεί την εργασία μας, το ζήτημα της μεταφοράς και παρουσιάζονται οι υπό έρευνα μεταφορικές χρωματικές εκφράσεις. Επιπλέον, προσεγγίζονται θεωρητικά οι χρωματικοί νεολογισμοί που περιλαμβάνονται στο corpus μας και παρατίθεται η πολιτική επιλογής των χρωμάτων στο χώρο της διαφήμισης. Στο πέμπτο κεφάλαιο, εξετάζουμε τα ΟΔΧ κάτω από ένα άλλο πρίσμα, τη διάκριση γενικό vs. ειδικό λεξιλόγιο. Αφού παρουσιάζεται το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο 3

21 στηριζόμαστε (Επικοινωνιακή θεωρία της ορολογίας της Cabré 1997, 1998, 1999), γίνεται διάκριση του γενικού και του ειδικού λεξιλογίου, με έμφαση στο τελευταίο. Ακολουθεί η αναφορά στην ορολογία από λεξικογραφικής σκοπιάς και προτείνεται ένα πρότυπο λεξικού χρωματικών όρων, το οποίο θα αποτελέσει προϊόν της παρούσας έρευνας. Αντικείμενο του έκτου κεφαλαίου αποτελεί η αυτόματη κλίση μέρους των πολυλεκτικών σύνθετων μονάδων που απαρτίζουν το λεξικό μας, καθώς και η περιγραφή των εργαλείων που χρησιμοποιήσαμε και των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζουν αυτές οι σύνθετες λέξεις κατά την αυτόματη κλίση. Τα γλωσσικά δεδομένα (λεξικά) που προκύπτουν θα χρησιμεύσουν σε μελλοντικές εφαρμογές στη λεξικογραφία και τη διδακτική. Τέλος, στο έβδομο κεφάλαιο πραγματοποιούμε έρευνα με αντικείμενο τη διδακτική των ΟΔΧ στο πλαίσιο της ελληνικής ως ξένης/δεύτερης γλώσσας, στηριζόμενοι στο θεωρητικό πλαίσιο της διδασκαλίας της γλώσσας με βάση το περιεχόμενο και πιο συγκεκριμένα της ολιστικής εκμάθησης περιεχομένου και γλώσσας. Προτείνουμε τρόπους διδακτικής αξιοποίησης του αντικειμένου της έρευνάς μας (ΟΔΧ) σε σπουδαστές μέσου επιπέδου ελληνομάθειας (Β1-Β2) και προβαίνουμε σε ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων της σχετικής διδακτικής εφαρμογής. Τα παραρτήματα που συνοδεύουν το παρόν κείμενο περιλαμβάνουν: α) τους χρωματικούς όρους που βρίσκονται στα όρια μεταξύ συγχρονίας και διαχρονίας, β) απόσπασμα νεολογισμών του corpus μας, γ) ενδεικτικό πίνακα ειδικών χρωματικών όρων, δ) στο πλαίσιο της αυτόματης κλίσης των πολυλεκτικών σύνθετων μονάδων παρουσιάζονται ενδεικτικά κάποια κλιτικά διανύσματα και απόσπασμα του ηλεκτρονικού λεξικού που κατασκευάσαμε, ε) ερωτηματολόγια που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διδακτική εφαρμογή, στ) ασκήσεις για τη διδασκαλία της μεταφοράς, ζ) άσκηση για την εμπέδωση των αποχρώσεων, η) επιπλέον αποτελέσματα της έρευνας στη διδασκαλία των ΟΔΧ. 4

22 Κεφάλαιο 1. Επισκόπηση της βιβλιογραφίας 1.0 Εισαγωγή Το χρώμα είναι μια αίσθηση, μια αντίληψη αλλά και μια κατονομασία 1 με χρήσεις ή κώδικες συχνά συμβολικούς. Είναι λοιπόν ταυτόχρονα ένα φυσικό, ψυχολογικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Οι χρωματικοί όροι παρουσιάζουν αρκετές ιδιαιτερότητες και ως προς τον τρόπο δήλωσης και ως προς τη διαβάθμισή τους. Αυτές οφείλονται στις φυσικές ιδιότητες των χρωμάτων: τα χρώματα είναι αποτέλεσμα της ανάλυσης του φωτός, και περιέχονται σε ένα συνεχές, το φάσμα του φωτός. Το ανθρώπινο μάτι έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το τμήμα του φάσματος από το μοβ (ιώδες) ως το κόκκινο. Πολύ σημαντικό όμως είναι ότι τα χρώματα δεν έχουν διακριτά όρια. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να τα ξεχωρίζουν και να τα ονομάζουν, αλλά οι διακρίσεις που πραγματοποιούν είναι συμβατικές. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει η δυνατότητα να ξεχωρίσει κανείς και να ονομάσει απεριόριστη ποικιλία αποχρώσεων. Στο κεφάλαιο αυτό αρχικά γίνεται αναφορά στις πιο σημαντικές, κατά τη γνώμη μας, έρευνες που αφορούν τα χρώματα και ειδικότερα τους ονοματικούς χρωματικούς όρους. Στη συνέχεια ορίζονται και οριοθετούνται οι χρωματικοί όροι, στηριζόμενοι κατά κύριο λόγο στην εργασία των Berlin & Kay (1969), που αποτελεί τη βασική θεωρία στην οποία στηριζόμαστε. Τέλος, περιορίζεται η έρευνα στα νέα ελληνικά και εκτίθενται οι στόχοι, η μεθοδολογία και το υλικό της παρούσας έρευνας. 1.1 Η αντίληψη και η ονομασία των χρωμάτων Το χρώμα δεν υπάρχει από μόνο του. Είναι μια αίσθηση που προκαλείται από φωτεινές ακτινοβολίες. Και αυτή η αίσθηση ή αντίληψη δεν σχετίζεται μόνο με την όραση. Το χρώμα είναι το αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερα σύνθετου φαινομένου που συνδέει 1 Κατονομασία (dénomination) είναι η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε μια κωδικοποιημένη μονάδα και το αντικείμενο αναφοράς της (référent). Προϊόν της διαδικασίας αυτής είναι το όνομα. Η κατονομασία είναι μια αναφορική σχέση (relation réferentielle), στο βαθμό που, όπως όλες οι αναφορικές σχέσεις, εκφράζει μια κάποια αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε ένα γλωσσικό σημείο χ και ένα εξωγλωσσικό σημείο χ. Πρόκειται για μόνιμη σχέση μεταξύ των δύο αυτών σημείων, γεγονός που επιτρέπει την περαιτέρω χρησιμοποίηση του ονόματος (name) αντί για το αντικείμενο (Kleiber 1984, Γαβριηλίδου 1997: ). 5

23 διαφορετικά στοιχεία: μια φωτεινή πηγή, ένα έγχρωμο αντικείμενο και έναν δέκτη (μάτι-εγκέφαλος). Το χρώμα προκύπτει από τη διάδραση αυτών των τριών στοιχείων. Όπως όλες οι αισθητηριακές αντιλήψεις, η αντίληψη του χρώματος βρίσκεται στο σταυροδρόμι φυσικών, φυσιολογικών, ψυχολογικών και πολιτισμικών δεδομένων. Στις φυσικές παραμέτρους του χρώματος (φως, αντικείμενο, δέκτης), πρέπει να συνδέσουμε ένα ψυχολογικό, συμβολικό, υποκειμενικό, πολιτισμικό, κοινωνικό στοιχείο: τη χρωματική εμπειρία του δέκτη, ενός ξεχωριστού ατόμου και κοινωνικού όντος, που αποκωδικοποιεί το οπτικό μήνυμα χάρη στον εγκέφαλό του, ερμηνεύει την αίσθηση επικαλούμενος τη μνήμη του, τις γνώσεις του, τις συνυποδηλώσεις, τις διάφορες μεταφορικές, ιστορικές, κοινωνικές συνδέσεις που έχουν προσδοθεί στο οπτικό αυτό μήνυμα. Κατά την Mollard (2008), το χρώμα έχει μια ανθρώπινη διάσταση. Είναι ο καρπός μιας αισθητηριακής, συναισθηματικής και κοινωνικής εμπειρίας, στην οποία τα άτομα, οι κοινωνίες, οι γλώσσες, οι τεχνικές, οι τέχνες, η ιστορία, συνδέονται με τη φυσιολογία. Συχνά μάλιστα η σωματική αίσθηση ωχριά μπροστά στον πολιτισμικό και τον συμβολικό παράγοντα. Οι πολιτισμικές αντιλήψεις σχηματίζουν ένα πρίσμα σημασιών για τον κόσμο σε μια συγκεκριμένη κοινότητα. Οι αντιλήψεις δεν μπορούν παρά να είναι υποκειμενικές, καθώς κάθε κοινωνία έχει τη δική της αισθητηριακή οργάνωση καθιερώνοντας επιλογές και σημασίες. Οι σημασίες είναι φίλτρα που συγκρατούν αυτό που το άτομο έχει μάθει ή ψάχνει να αναγνωρίσει. Τα πράγματα που βλέπουμε δεν υπάρχουν από μόνα τους, έχουν επενδυθεί από ένα βλέμμα επηρεασμένο από τους κοινωνικούς συμβολισμούς που δίνουν νόημα στον κόσμο. Δεν γίνεται αντιληπτό το «πραγματικό» αλλά η απεικόνιση ενός συνόλου γνώσεων, το προϊόν της κοινωνίας, του πολιτισμού. Αυτό το σύνολο γνώσεων που συνιστά την αντίληψη περνά από την ονοματοθεσία. Το χρώμα αποτελεί αντίληψη που προκύπτει από μια νοητική διεργασία και επίσης συνίσταται από το όνομα του χρώματος, καθώς η ονομασία του αποτελεί μέρος της αντίληψής του και βάζει στο παιχνίδι τη μνήμη μας, τη φαντασία μας, τον πολιτισμό μας. Ο Pastoureau (2002) υποστηρίζει ότι «ένα χρώμα που κανείς δεν βλέπει δεν υπάρχει και ένα χρώμα που κανείς δεν μπορεί να ονομάσει δεν έχει κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα». Τα ερωτήματα για τον τρόπο που η γλώσσα και ο πολιτισμός εμπλέκονται στην αντίληψη του χρώματος σχετίζονται με το ζήτημα της σημασίας των χρωματικών όρων. Μολονότι η θέαση του χρώματος είναι ένα φυσικό/βιολογικό φαινόμενο και το χρώμαύλη ή φως αποτελεί αντικείμενο επιστημονικών αναζητήσεων (στη φυσική, στη 6

24 χρωματομετρία), το χρώμα είναι και ένα φαινόμενο πολιτισμικό. Αν υπάρχει επιστημονική αντικειμενικότητα αναφορικά με το χρώμα, από την αντίληψη μέχρι την ονομασία και τις χρήσεις του, το χρώμα αποκαλύπτεται να είναι ένα φαινόμενο ιδιαιτέρως πολύπλοκο, που ορίζεται, εφαρμόζεται και θεωρείται διαφορετικά ανάλογα με τους πολιτισμούς και τις ευαισθησίες, μέσα στο χρόνο και το χώρο Η αντίθεση ανάμεσα στη φυσική και τη γλωσσολογική κατηγοριοποίηση του χρώματος Δύο κόσμοι βρίσκονται σε αντίθεση στην κατηγοριοποίηση του χρώματος: η επιστήμη με την αντικειμενικότητά της και ο άνθρωπος με την υποκειμενικότητα που τον διακρίνει. Το ζήτημα της φυσικής είναι να βρει τον τρόπο να ονομάσει το χρωματικό συνεχές, τις άπειρες αποχρώσεις, και να καθιερώσει έναν κατάλογο χρωμάτων τα οποία να θεωρούνται βασικά χρώματα (ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερες οι αποχρώσεις που θα πρέπει να μάθουμε). Μια κάποια απάντηση σε αυτή την αναζήτηση δόθηκε με την ανακάλυψη του ηλιακού φάσματος, από τις παρατηρήσεις στο ουράνιο τόξο και την εμπειρία από τα πρίσματα. Το φως του ήλιου, όπως όλες οι πηγές φωτός, αποτελείται από ακτίνες με διαφορετικά μήκη κύματος. Αυτά τα διαφορετικά μήκη κύματος που είναι ορατά από το φάσμα φωτός σχηματίζουν ένα συνεχές το οποίο διαιρούμε, αυθαίρετα και πολιτισμικά, σε έναν αριθμό μερών, που ορίζουν τις διάφορες χρωματικές περιοχές που γίνονται αντιληπτές ως διαφορετικές αισθήσεις, στις οποίες προσδίδουμε διαφορετικές ονομασίες: μπλε, κόκκινο, πράσινο κτλ. Ο αυθαίρετος αριθμός των επτά χρωμάτων του φάσματος που επεξεργάστηκε ο Νεύτωνας τον 18 ο αι. φαίνεται να έχει ισχύ ακόμη και στις μέρες μας: κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλε, ιώδες, μοβ. Η θέση αυτών των χρωματικών όρων στο ηλιακό φάσμα αποτελεί μια μέθοδο ορισμού των χρωματικών όρων στη λεξικογραφία (βλ. Αλεξανδρή 2010α). Τα χρώματα μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: τα αμιγή χρώματα (κορεσμένα) και τα ουδέτερα χρώματα (άσπρο/ λευκό, μαύρο, γκρι). Όλα τα υπόλοιπα χρώματα τοποθετούνται κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Τα αμιγή και τα ουδέτερα χρώματα μπορούν να ταξινομηθούν σε γραμμικά συστήματα (κύκλος τονικότητας, άξονας φωτεινότητας). Όμως, η ταξινόμηση του συνόλου των χρωμάτων 7

25 δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε ένα τρισδιάστατο σύστημα, που λαμβάνει υπόψη του τρεις παραμέτρους: την τονικότητα, τη φωτεινότητα και τον κορεσμό. Πιο αναλυτικά: 2 - Η τονικότητα (ή απόχρωση) ορίζεται ως η χρωματική κατηγοριοποίηση ενός τόνου, λ.χ. μπλε, κόκκινο, πράσινο κτλ. και οφείλεται στο μήκος κύματος της ακτινοβολίας που διεγείρει τα οπτικά νεύρα (το κόκκινο το αντιλαμβανόμαστε στα όρια από 723 ως 647mμ, κτλ.). - Η παράμετρος της φωτεινότητας (ή έντασης) καθορίζει το επίπεδο του φωτός που σχετίζεται με έναν τόνο: ανοιχτό, μέτριο, σκούρο κτλ. Κατά τη βαθμιαία ελάττωση της φωτεινότητας, τα διάφορα χρώματα δεν εξαφανίζονται ταυτόχρονα αλλά το ένα μετά το άλλο. - Η παράμετρος του κορεσμού αντιστοιχεί χρωματομετρικά στην εξέλιξη του βαθμού χρωματικής καθαρότητας ενός χρώματος (όσο το δυνατόν ελάχιστη περιεκτικότητα σε λευκό φως, π.χ. το κόκκινο είναι πιο κορεσμένο από το ροζ) ή στη θέση του πάνω στον τρισδιάστατο χώρο. 3 Οι παραπάνω παράμετροι μπορούν να απεικονιστούν στο σχήμα 1 (Mollard 2000), όπου η κάθετη γραμμή αποτελεί τον άξονα της φωτεινότητας (κλίμακα του γκρι), η οριζόντια γραμμή τον άξονα κορεσμού και ο οριζόντιος κύκλος τον κύκλο της τονικότητας, των αμιγών χρωμάτων. Έχει τη μορφή ενός διπλού συμμετρικού κώνου με το λευκό να είναι στην κορυφή και το μαύρο στη βάση. άξονας κορεσμού κόκκινο λευκό άξονας φωτεινότητας μοβ πορτοκαλί γκρι κεντρικό μπλε κίτρινο πράσινο κύκλος τονικότητας μαύρο ΣΧΗΜΑ 1: Το τρισδιάστατο σύστημα των χρωμάτων 2 Βλ. και Saunders & Van Brakel (1997), Αλεξανδρή (2010α, β). 3 Βλ. αναλυτικά: Mollard & Fagot [1993] και, με κάποιες διαφοροποιήσεις, Φιλόπουλος [1994]. 8

26 Η οπτική αυτή έχει έναν καθολικό χαρακτήρα και θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για τη διάκριση των χρωμάτων για όλες τις γλώσσες, παρά τις διαφοροποιήσεις που προκύπτουν από τη διαίρεση του ηλιακού φάσματος. Ωστόσο, ο Lyons ([1968] 2001: 87-89) αναφέρει ότι οι χρωματικοί όροι ορισμένων γλωσσών δεν είναι πάντα δυνατό να έχουν αντιστοιχία ένας προς έναν: για παράδειγμα, η αγγλική λέξη brown «καφέ» δεν έχει αντίστοιχη στα γαλλικά (θα μεταφραζόταν ως brun «σκούρο καστανό», marron «καστανό» ή ακόμα jaune «κίτρινο», ανάλογα με τη συγκεκριμένη απόχρωση και το είδος του ουσιαστικού που προσδιορίζει). Όσον αφορά το χρωματικό λεξιλόγιο, λοιπόν, δεν υπάρχει σημασιολογική ισομορφία σε όλες τις γλώσσες. Δεν υποστηρίζεται, φυσικά, ότι οι ομιλητές της γαλλικής δεν είναι ικανοί να δουν το ίδιο «καφέ» με τους ομιλητές της αγγλικής. Κατά πάσα πιθανότητα μπορούν να το διακρίνουν με τον ίδιο τρόπο η ταξινόμηση είναι διαφορετική. Επομένως, η ουσία του λεξιλογίου των χρωμάτων μπορεί να θεωρηθεί ως ένα φυσικό συνεχές, στο εσωτερικό του οποίου οι γλώσσες ορίζουν τον ίδιο ή διαφορετικό αριθμό ορίων και τοποθετούν τα όρια στην ίδια θέση ή σε διαφορετικές θέσεις. 1.2 Η εξέλιξη της μελέτης των χρωματικών όρων Οι χρωματικοί όροι αρχίζουν να δέχονται την προσοχή των ερευνητών αρχικά για τη διευκρίνιση κάποιων ζητημάτων ανθρωπολογικής φύσεως. Έτσι, ξυπνούν το ενδιαφέρον για πρώτη φορά στο πεδίο των φιλολογικών σπουδών του 19 ου αι. Η περίφημη μελέτη του Gladstone (1858) Studies on Homer and the Homeric Ages ίσως αποτελεί την πρώτη που επικεντρώνεται κατά κάποιον τρόπο στους χρωματικούς όρους, αν και το αντικείμενό της απέχει πολύ από τη φιλολογική έρευνα: να δείξει, μέσα από την υποτιθέμενη ανακρίβεια των χρωματικών όρων της ομηρικής ποίησης, τον όχι και τόσο ψυχολογικά αναπτυγμένο χαρακτήρα των ομιλητών της εποχής. Στην ίδια γραμμή, ο Geiger (1880), στο Contributions to the History of the Development of the Human Race, μελετά το πεδίο εφαρμογής των χρωματικών όρων και συμπεραίνει ότι η πολιτισμική εξέλιξη των λαών ανακαλύπτει τις χρωματικές αποχρώσεις ακριβώς με την ίδια σειρά με την οποία τα χρώματα εμφανίζονται στο χρωματικό φάσμα. Αυτές οι μελέτες είναι περισσότερο ανθρωπολογικές από ό,τι φιλολογικές, και θα παρέμεναν στην αφάνεια αν δεν έδιναν θέση σε δύο εργασίες που αποτέλεσαν ένα πρότυπο που συνεχίστηκε και τον 20ό αι. Αναφερόμαστε αρχικά στη μελέτη του Magnus (1880) Untersuchungen über den Farbensinn der Natürvölker (από Fábregas 2002), όπου τίθεται ως αδιαμφισβήτητη αρχή η σημασία να κρίνουμε τους χρωματικούς όρους μέσω συγχρονικής σύγκρισης 9

27 ανάμεσα σε διάφορες γλώσσες. Στη συνέχεια, έχει κάποια σημασία και το άρθρο Primitive color vision (1901), που εκδόθηκε από τον Rivers στο Popular Science Monthly, όπου ο ερευνητής αυτός προσπαθεί να αντιληφθεί τη διαφορετικότητα των χρωματικών συστημάτων που υπάρχουν στον κόσμο και ταυτόχρονα να βρει μια σειρά εξελικτικών σταδίων που να δείχνουν την εξέλιξη των πολιτισμών μέσα από τα συστήματα που έχουν για τους χρωματικούς όρους. Η βασική αρχή που εκφέρεται σε αυτή την εργασία είναι ότι όσο περισσότερους χρωματικούς όρους διαθέτει ένας πολιτισμός, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο βαθμός εξέλιξής του. Η υπόθεση των Sapir-Whorf για τη διαφορετικότητα των γλωσσών προσέλκυσε ήδη από τον 20ό αι. ένα νέο ενδιαφέρον για τους χρωματικούς όρους. Όπως είναι ήδη γνωστό, οι αρχές που πρότειναν αυτοί οι δύο γλωσσολόγοι περιλαμβάνονται βασικά στην πεποίθηση ότι η εμπειρία των λαών από το φυσικό τους περιβάλλον επηρεάζει καθοριστικά τη σημασιολογική και τυπική δομή της γλώσσας των λαών αυτών. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Whorf (1956: ), κάθε γλώσσα ανταποκρίνεται στις εμπειρίες των ομιλητών της και μπορούμε να μιλάμε για γλωσσικά καθολικά χαρακτηριστικά μόνο αν αυτά είναι αντανάκλαση των καθολικών βιολογικών εμπειριών των ανθρώπων, που προέρχονται από τους φυσικούς περιορισμούς που υποβάλλει το ανθρώπινο είδος. Για τον Whorf, η εμφάνιση της καθολικότητας προέρχεται από το γεγονός ότι ως τότε οι γλωσσικές έρευνες είχαν γίνει με βάση τις λεγόμενες Standard Average European, οι οποίες γενικά προέρχονται από την ινδοευρωπαϊκή, επομένως για όλες αυτές υπάρχει μια κοινή εμπειρική βάση 4. Οι έρευνες που έγιναν για την φυλή των Χόπι έδειξαν στον Whorf ότι κάθε γλώσσα αποτελεί ένα αυτόνομο σύμπαν με ανεξάρτητους κανόνες. Η μελέτη του χρωματικού πεδίου επιτρέπει να δείξουμε με λεκτικό τρόπο πώς από μια διαφορετική ανθρώπινη εμπειρία αποκρυσταλλώνεται ένα διαφορετικό λεξικο-σημασιολογικό σύστημα προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες απαιτήσεις κάθε ομάδας: παρόλο που το οπτικό όργανο του ανθρώπινου είδους είναι το ίδιο, τα αγγλικά έχουν έντεκα διαφορετικούς χρωματικούς όρους, ενώ η γλώσσα της φυλής Χανούνου μόνο τέσσερις. Η αναζήτηση αυτών των πολιτισμικών διαφορών προσέλκυσε το ενδιαφέρον των ερευνητών, που οι περισσότεροι ήταν εθνογλωσσολόγοι, στο λεξικό πεδίο των χρωμάτων, πάντα όμως αναλύοντας από σημασιολογικο-δομική οπτική και προσανατολισμό το πώς θα καθιερώσουν τις διαφορές στη χρήση και τη σημασία του 4 Ωστόσο, υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως π.χ. η φινλανδική, η βασκική και η ουγγρική γλώσσα. 10

28 κάθε πιθανού χρωματικού όρου στη γλώσσα. Ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι οι διάσημες έρευνες για τους πολύπλοκους τόνους του λευκού που υποτίθεται ότι μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τους λαούς των Εσκιμώων. Σε κάθε περίπτωση, η πιο πλήρης μελέτη για την ορολογία των χρωμάτων που προκύπτει από αυτές τις γλωσσικές αρχές είναι του van Wijk (1959) A cross-cultural Theory of Colour and Brightness Nomenclature. Οι αρχές αυτές, που εκφράζουν κυρίως την αμερικανική παράδοση, συμπίπτουν μερικώς με κάποιες θεωρίες της γλωσσηματικής των Hjelmslev & Uldall (βλ. Seuren 1998). Σύμφωνα με αυτή τη σχολή, οι διαφορετικές γλώσσες αποτελούν τυπικά συστήματα που δομούν με αυθαίρετο τρόπο δύο μεγάλα συνεχή: την ουσία της έκφρασης και την ουσία του περιεχομένου. Η γλωσσική έρευνα ασχολείται κυρίως με την αποκρυστάλλωση αυτών των δύο ουσιών, αντίστοιχα στον τρόπο έκφρασης και στον τρόπο του περιεχομένου. Φυσικά, κάθε γλώσσα επιλέγει τον τρόπο που εκφράζει τις δομές της, έτσι για αυτή τη σχολή πάντα έχουν ενδιαφέρον όλα εκείνα τα σημασιολογικά πεδία στα οποία η σχέση ανάμεσα στη φυσική και τη γλωσσική πραγματικότητα δεν είναι ένα προς ένα. Φυσικά, ένα από αυτά τα πεδία είναι το χρωματικό, όπου είναι σχετικά απλό να διαπιστωθεί ότι κάποιες γλώσσες, όπως η ουαλική, δηλώνουν τη γκάμα των πράσινων και των μπλε με έναν μόνο όρο, ενώ η ελληνική ή η αγγλική χρησιμοποιούν τουλάχιστον δύο. Το 1969 αποτελεί χρονολογία-ορόσημο, καθώς εκδόθηκε το πολύ σημαντικό έργο των Αμερικανών ανθρωπολόγων Brent Berlin και Paul Kay (στο εξής: Berlin & Kay), Basic Color Terms. Οι αρχές που αναγνωρίζουν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου αποτελούν μια σημαντική μεθοδολογική πρόοδο σε σχέση με τις προηγούμενες μελέτες που μόλις αναφέραμε. Για τους ερευνητές αυτούς, η γλωσσολογία προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις διάφορες γλώσσες ως ξεχωριστά σύμπαντα μεταξύ των οποίων ήταν δυνατό να καθιερωθούν σχέσεις, ωστόσο κατά τη γνώμη τους αυτό ήταν λαθεμένο, εφόσον μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποια καθολικά σημασιολογικά στοιχεία. Αυτή η καθολικότητα μπορεί να αναγνωριστεί και να αναλυθεί στο λεξικό πεδίο του χρώματος. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων τους οδήγησαν στη διαπίστωση ότι υπάρχει ένα καθολικό σύστημα έντεκα χρωματικών όρων, όπως θα δείξουμε πιο αναλυτικά παρακάτω. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι γλώσσες του κόσμου πρέπει να έχουν και τους έντεκα χρωματικούς όρους, αντίθετα μάλιστα. Υπάρχουν γλώσσες που έχουν μόνο δύο χρωματικούς όρους, οι οποίοι είναι ικανοί να δηλώσουν την ίδια γκάμα αξιών με αυτή των γλωσσών που έχουν έντεκα όρους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε 11

29 χρωματικός όρος συνιστά μια εστία περισσότερο ή λιγότερο ορισμένη, που περιστοιχίζεται από κάποιες περιφερειακές περιοχές μειωμένης καθαρότητας. Οι γλώσσες με λιγότερους από έντεκα πραγματωμένους χρωματικούς όρους περιορίζονται στο να επεκτείνουν τις περιφερειακές περιοχές των υπαρκτών όρων για να συμπεριλάβουν όλα τα σημεία του χρωματικού χώρου. Αυτή η αρχή είναι βασική για την κατανόηση του με ποια έννοια είναι καθολικό το σημασιολογικό πεδίο των χρωμάτων και θα αναλυθεί στις μελέτες της γνωστικής σημασιολογίας της δεκαετίας 80 και 90. Με τον ίδιο τρόπο, και καθώς η βάση είναι καθολική, οι διαφορές στην ορολογία του χρώματος ανάμεσα στις διάφορες γλώσσες του κόσμου επιτρέπουν να περιγράψουμε διάφορα εξελικτικά στάδια από τα οποία πέρασαν οι πολιτισμοί. Ο μεγάλος βαθμός της επιστημονικής προόδου προκαλεί την ανάγκη για την ανανέωση συγκεκριμένων πεδίων της περιοχής των χρωμάτων σε γλωσσικό πλαίσιο. Έτσι, προκύπτουν επτά επίπεδα λεξικής εξέλιξης και οι Berlin & Kay μαρτυρούν ότι οι επιστημονικά εξελιγμένοι λαοί της Ευρώπης και της Ασίας βρίσκονται όλοι σχεδόν στο επίπεδο VII, το πιο προχωρημένο, ενώ οι λαοί των επιπέδων I-III, που έχουν στη διάθεσή τους από έναν έως τρεις χρωματικούς όρους, είναι λιγότερο εκβιομηχανισμένοι. Η επί του παρόντος αξία του βιβλίου των Berlin & Kay δεν βρίσκεται τόσο στην περιγραφή των εξελικτικών σταδίων όσο στη σημασία που έχει η δήλωση ότι οι διαφορές μεταξύ των λεξικών χρωματικών πεδίων είναι μόνο επιφανειακές, απέναντι στη σύμπτωση όλων των γλωσσών του κόσμου να έχουν ένα σύνολο κοινών σημασιολογικών χαρακτηριστικών. Κατ αυτόν τον τρόπο, καθιερώνεται μια βασική διαφορά ανάμεσα στην ψυχολογική αντίληψη των χρωμάτων, που είναι καθολική, και τη γλωσσική έκφραση που, χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερο σύστημα, δίνει σημασία σε αυτή την ψυχολογική αντίληψη. Αυτή η σύμπτωση προηγείται της γλωσσολογικής έρευνας, αφού αφήνει στην άκρη τα προβλήματα της ψυχολογικής εξέλιξης μεταξύ των συστημάτων και επικεντρώνεται στη συμπεριφορά των χρωματικών όρων εντός του ίδιου του συστήματος. Χωρίς υπερβολή, θεωρούμε ότι η μελέτη των Berlin & Kay επιτρέπει να διαχωριστούν τα ανθρωπολογικά προβλήματα από τα καθαρά γλωσσικά. Με αυτή την έννοια, δεν είναι καθόλου παράξενο να είναι αυτοί οι πρώτοι που τράβηξαν την προσοχή στο γεγονός ότι το χρώμα παρουσιάζει ασυνήθιστες λεξικές 12

30 ιδιότητες. Επίσης, είναι βέβαιο ότι, αν και δεν ανέλαβαν να διευκρινίσουν αυτές τις ιδιαίτερες λεξικές ιδιότητες, έθεσαν τις βάσεις ώστε αυτό να μπορέσει να γίνει. 5 Ακολουθώντας αυτή τη σημασιολογική και ψυχολογική ερευνητική γραμμή που έχει τον άξονά της στη διχοτομία της εστίας (πρότυπο ή πρωτότυπο 6 ) και της περιφέρειας, είναι απαραίτητο να αναφερθούν οι μελέτες που έγιναν στο πλαίσιο της γνωστικής γλωσσολογίας τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αι. Το χρώμα απασχόλησε αυτή τη γλωσσολογική σχολή με δύο διαφορετικούς τρόπους. Από τη μια πλευρά, σημειώθηκε (Lakoff & Johnson 1980) ότι οι γλώσσες του κόσμου με κοινές πολιτισμικές εμπειρίες συμπίπτουν στη χρήση κάποιων βασικών χρωμάτων για το χαρακτηρισμό της ψυχικής διάθεσης, με τρόπο που είναι πιθανό ακόμη και να καθιερώσουμε κάποιες σχετικές συμπτώσεις μεταξύ γλωσσών με διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Το πρόβλημα του χρώματος είναι ενδιαφέρον από ψυχολογικής σκοπιάς καθώς αποτελεί ένα καθαρό παράδειγμα της έλλειψης αντιστοιχίας ανάμεσα στο φυσικό κόσμο και την αντίληψή μας, που καθορίζεται από βιολογικά χαρακτηριστικά των οργάνων μας. Έτσι, οι Lakoff & Johnson (1999: 24) σημειώνουν ότι η έννοια του χρώματος δεν υπάρχει στην εξωτερική φυσική πραγματικότητα και προκύπτει μόνο από τον τρόπο με τον οποίο το σώμα μας επεξεργάζεται το μήκος κύματος μέσα από τρεις τύπους χρωματικών κώνων της οπτικής μεμβράνης και το σύνθετο νευρωνικό δίκτυο που συνδέει τους κώνους. Κατά συνέπεια, το σημασιολογικό πεδίο του χρώματος είναι ένα παραδειγματικό δείγμα του πώς ο ανθρώπινος νους υποχρεώνεται να εσωτερικεύει φυσικά ερεθίσματα η φύση των οποίων καθορίζεται από τις βιολογικές συνθήκες του ανθρώπινου είδους και πώς, σε δεύτερο στάδιο, αυτή η εικόνα πραγματώνεται σε μια γλωσσική δομή. Οι σκέψεις αυτές τοποθετούν το θέμα σε φιλοσοφική βάση και μας βοηθούν να αναπτύξουμε έναν ειδικό τρόπο σκέψης για το πώς να επεξεργαστούμε τις χρωματικές κατηγορίες, από τον οποίο ενδεχομένως θα μπορούσαν να προκύψουν συμπεράσματα χρήσιμα για τη γλωσσική έρευνα. Ωστόσο, όσο ενδιαφέρουσες κι αν είναι οι έρευνες 5 Περισσότερα για τις θεωρήσεις των Berlin & Kay στη συνέχεια του παρόντος κεφαλαίου. 6 Ως πρωτότυπα κατηγοριών γενικά εννοούνται οι καθαρότερες περιπτώσεις των υποψηφιοτήτων των κατηγοριών που ορίζονται λειτουργικά από τις κρίσεις ορθότητας του κόσμου (Rosch, 1978), ενώ οι Coleman & Kay (1981: 43) αναφέρουν ότι πολλές λέξεις έχουν ως σημαινόμενα όχι μια λίστα από απαραίτητες και επαρκείς συνθήκες που ένα πράγμα ή γεγονός πρέπει να πληροί ώστε να μετράει ως μέλος μιας κατηγορίας που δηλώνεται από τον κόσμο αλλά περισσότερο ένα ψυχολογικό αντικείμενο ή διαδικασία που ονομάζεται πρωτότυπο. 13

31 αυτές, δεν θα αποτελέσουν κεντρική θέση στην έρευνά μας, η οποία επικεντρώνεται στα γλωσσικά ζητήματα που σχετίζονται με τα ΟΔΧ. 1.3 Η διάκριση των χρωματικών όρων Στην ενότητα αυτή θα παρουσιάσουμε τους τρόπους ταξινόμησης και τα κριτήρια διάκρισης των χρωματικών όρων με βάση τους διάφορους ερευνητές Τα όρια των χρωματικών όρων Ο Lyons ([1981] 2001: 341) αναφέρει ότι η περιγραφική σημασία των χρωματικών όρων φαίνεται να σχετίζεται με το φυσικό κόσμο της καθημερινής εμπειρίας με όρους δήλωσης, κατά έναν πολύ αμεσότερο τρόπο από ό,τι η περιγραφική σημασία λεξημάτων σε πολλά άλλα σημασιολογικά πεδία. Αν και τα όρια οντοτήτων όπως βιβλίο, τραπέζι, καρέκλα είναι σαφώς διακεκριμένα στο χώρο, δεν συμβαίνει το ίδιο και για την κατανομή των χρωματικών όρων της γλώσσας μας πάνω στο αδιαφοροποίητο συνεχές των μυριάδων χρωματικών αποχρώσεων που είναι σε θέση να διακρίνουν τα μάτια μας. Για το πού εντοπίζονται οι διαχωριστικές γραμμές σε τέτοιες περιπτώσεις και πώς ορίζεται η έκταση του κόσμου τον οποίο αφορά η σχετική ιδιότητα σχολιάζουν οι Ungerer & Schmid (1996: 2, από Βελούδης 2005: 151): «[ ] η ταξινόμηση της θερμοκρασίας και των χρωμάτων μπορεί να νοηθεί μόνο ως μια διαδικασία του νου, και δεν είναι καθόλου περίεργο που φυσικές ιδιότητες, και ιδιαίτερα τα χρώματα, έχουν δώσει το έναυσμα για την ψυχολογική και την εννοιακή αντίληψη των λεξικών σημασιών που βρίσκονται στην καρδιά της γνωσιακής γλωσσολογίας. Αυτή η νοηματική διαδικασία ταξινόμησης (που η σύνθετη φύση της θα γίνεται πιο ξεκάθαρη καθώς θα προχωρούμε) ονομάζεται τώρα γενικότερα κατηγοριοποίηση, και προϊόν της είναι οι γνωσιακές κατηγορίες, π.χ. οι χρωματικές κατηγορίες (ή έννοιες ) ΚΟΚΚΙΝΟ, ΚΙΤΡΙΝΟ, ΠΡΑΣΙΝΟ και ΜΠΛΕ, κτλ.» Εστιακά χρώματα ή Βασικοί Χρωματικοί Όροι (ΒΧΟ) Οι ανθρωπολόγοι στις δεκαετίες του 50 και του 60, με βάση τις διαγλωσσικές διαφορές στην ονομασία των χρωμάτων που είχαν εντωμεταξύ καταγράψει, πίστευαν ότι οι κατηγοριοποιήσεις είναι αυθαίρετες. Ωστόσο, οι Berlin & Kay, το 1969, κατέδειξαν ότι το αχανές χρωματικό συνεχές δομείται με την παρέμβαση ενός συστήματος σημείων αναφοράς και επιβεβαίωσαν πειραματικά ότι για την 14

32 κατηγοριοποίηση των χρωμάτων βασιζόμαστε σε εστιακά χρώματα (foci), διαπίστωση που κατάφερε να κλονίσει την υπόθεση της γλωσσικής σχετικότητας. Τα ενδιαφέροντα ευρήματα των Berlin & Kay μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: Για την κατηγοριοποίηση των χρωμάτων οι άνθρωποι βασίζονται σε ορισμένα σημεία του χρωματικού φάσματος προκειμένου να προσανατολιστούν: όταν από τους ομιλητές/ομιλήτριες της αγγλικής ζητήθηκε το «καλύτερο παράδειγμα» (best example) του κόκκινου, συνέπεσαν με σταθερότητα στις επιλογές τους σ αυτό που οι Berlin & Kay ονόμασαν εστιακό χρώμα (focus). Τα εστιακά χρώματα τα μοιράζονται όχι μόνο οι ομιλητές μιας και μόνο γλώσσας, της αγγλικής, αλλά με τρόπο απαράλλαχτο και οι ομιλητές/ομιλήτριες και των υπόλοιπων (από τις 19 διαφορετικές γλώσσες που εξετάστηκαν), ακόμη και γλωσσών με λιγότερους χρωματικούς όρους από την αγγλική. Πιο αναλυτικά, οι Berlin & Kay πρότειναν την ταξινόμηση των χρωματικών όρων με βάση έντεκα χρωματικά πεδία, τους «βασικούς χρωματικούς όρους». Στο έργο τους Basic Color Terms: their Universality and Evolution (1969), που είναι αποτέλεσμα ερευνών με αντικείμενο τη γλώσσα των λαών διάφορων αντιπροσωπευτικών χωρών, οι Berlin & Kay δηλώνουν ότι οι γλώσσες δεν είναι ελεύθερες να προβαίνουν σε αυθαίρετους τεμαχισμούς πάνω στο χρωματικό συνεχές και ότι τέτοιου είδους τεμαχισμοί επηρεάζονται όχι μόνο από τις φυσικές ιδιότητες του φωτός αλλά από τις νευροφυσιολογικές ικανότητες του ανθρώπου. Με τη χρήση 320 χρωματικών ταινιών της εταιρείας Munsell Color Company, όπου συλλέχτηκαν 40 γκάμες και οχτώ διαφορετικά επίπεδα φωτεινότητας, άντλησαν πληροφορίες από 98 φυσικούς ομιλητές διαφορετικών γλωσσών, που ερωτήθηκαν σχετικά με το ποιος όρος της γλώσσας του καθενός ταίριαζε με τον τόνο που έβλεπαν κάθε φορά. Από αυτή τη συγκριτική ανάλυση προέκυψε ένα καθολικό σύστημα έντεκα χρωματικών όρων. Σύμφωνα με το έργο των Berlin & Kay (ό.π.): Υπάρχουν καθολικές χρωματικές κατηγορίες, έμφυτες και κοινές σε όλα τα ανθρώπινα όντα και ένα είδος νόμου που διέπει αυτές τις κατηγορίες τις «θεμελιώδεις», τις εστιακές και εξέχουσες και οι οποίες παίρνουν την ονομασία τους από τους «βασικούς χρωματικούς όρους». 15

33 Όλες οι γλώσσες για τη δημιουργία της ορολογίας των χρωμάτων έχουν στηριχτεί σε ένα εξελικτικό σχήμα επτά σταδίων και μόνο οι πιο ανεπτυγμένοι πολιτισμοί τα έχουν διαπεράσει όλα (7 ο στάδιο). Όλες οι γλώσσες έχουν υποχρεωτικά δύο όρους για να ορίσουν το άσπρο και το μαύρο [1 ο στάδιο]. Πιο συγκεκριμένα, όλες οι γλώσσες έχουν στη διάθεσή τους όρους τα εστιακά σημεία των οποίων αντιστοιχούν σε αυτά του «μαύρου» και του «άσπρου». Κατ επέκταση, το «μαύρο» θα χρησιμοποιείται για όλα τα «σκούρα» και «ψυχρά» χρώματα, ενώ το «άσπρο» για όλα τα «ανοιχτά» και «θερμά» χρώματα. Αν μια γλώσσα έχει τρεις χρωματικούς όρους, ο τρίτος όρος θα δηλώνει το κόκκινο [2 ο στάδιο]. Αν μια γλώσσα έχει τέσσερις όρους, ο τέταρτος όρος θα δηλώνει ή το πράσινο ή το κίτρινο, αλλά όχι και τα δύο [3 ο στάδιο]. Αν μια γλώσσα έχει πέντε χρωματικούς όρους, θα έχει ταυτόχρονα όρους και για το πράσινο και για το κίτρινο [4 ο στάδιο]. Αν μια γλώσσα έχει έξι όρους, ο έκτος όρος θα δηλώνει το μπλε [5 ο στάδιο]. Αν μια γλώσσα έχει επτά όρους, ο έβδομος θα δηλώνει το καφέ [6 ο στάδιο]. Αν μια γλώσσα έχει περισσότερους από επτά όρους, ακολουθούν με αδιάφορη σειρά οι όροι: μοβ, ροζ, πορτοκαλί και γκρι [7 ο στάδιο]. Τα επτά στάδια απεικονίζονται στο σχήμα 2: ΣΧΗΜΑ 2: Η ιεραρχία των βασικών χρωματικών όρων κατά τους Berlin & Kay Τα μαύρο/άσπρο/κόκκινο αποτελούν τη βασική τριάδα που απαντά σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Υπάρχουν βέβαια ακόμη στις μέρες μας κοινωνίες που λειτουργούν μόνο με τη διάκριση φως / σκιά [1 ο στάδιο]. Έτσι, οι Dani (Νέα Γουινέα, Ινδονησία) έχουν δύο ονόματα για τα χρώματα, που καλύπτουν όλο το φάσμα: mili «σκιά-ψυχρό» και mola «φως-θερμό» (Rosch 1972). Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι στον κατάλογο των έξι πρώτων όρων που εμφανίζονται καθολικά στις γλώσσες, σύμφωνα με τους Βerlin & Κay (1969), αν αποκλείσουμε τα «ουδέτερα» και «αχρωματικά» χρώματα -το μαύρο και το άσπρο- έχουμε τα τέσσερα 16

34 πρωτογενή χρώματα του φυσιολόγου Ewald Hering 7, δηλαδή το κόκκινο, το μπλε, το πράσινο και το κίτρινο, τα οποία ο Hering θεωρεί ως τις τέσσερις βασικές αισθήσεις για το χρώμα ή «πρωτογενή ψυχολογικά χρώματα» που κωδικοποιούν την αντίληψή μας μέσω της διαδικασίας της αντίθεσης. Για αυτόν δεν υπάρχουν τρία αλλά έξι βασικά χρώματα. Το 1878 έγραψε: «Το κίτρινο μπορεί να τείνει προς το κόκκινο και το πράσινο, αλλά όχι προς στο μπλε το μπλε με τη σειρά του, προς το κόκκινο ή το πράσινο το κόκκινο προς το κίτρινο ή το μπλε. Μπορούμε λοιπόν νομίμως να ονομάσουμε αυτά τα τέσσερα χρώματα, όπως έκανε ήδη ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, χρώματα απλά και βασικά.» Ο Silvestrini (1996) ασπάζεται την άποψη αυτή του Hering, λέγοντας ότι: «[Οι γλώσσες] διαθέτουν τέσσερα στοιχεία -το κόκκινο, το πράσινο, το κίτρινο και το μπλε- με τα οποία μπορούμε να περιγράψουμε επαρκώς κάθε χρώμα. Υπάρχουν λοιπόν στην πραγματικότητα τέσσερις βασικοί τόνοι: η νευροφυσιολογία μάς το έχει αποδείξει πειραματικά ήδη από το 1966» Κριτήρια για την ανάδειξη των «βασικών χρωματικών όρων» Ένας όρος για να θεωρηθεί «βασικός χρωματικός όρος», πρέπει να παρουσιάζει τουλάχιστον τα τέσσερα ακόλουθα χαρακτηριστικά (Berlin & Kay 1969:6): I. Να είναι μονολεξηματικός. Να είναι λεξικά απλός, χωρίς εσωτερική μορφολογική δομή, και η σημασία του να μην προβλέπεται από τη σημασία των συστατικών του μερών. Αυτό το κριτήριο αποκλείει όρους όπως κοκκινωπός, πρασινωπός κτλ. II. Η σημασία του να μην περιλαμβάνεται στη σημασία κάποιου άλλου χρωματικού όρου. Να μην παραφράζεται από άλλο βασικό χρωματικό όρο/ να μην χρησιμοποιείται για να ορίσουμε άλλο βασικό χρωματικό όρο. Αυτό το κριτήριο υποδηλώνει ότι είναι χρήσιμο να ορίζουμε τις αποχρώσεις που ανήκουν στο ίδιο χρωματικό πεδίο: το γαλάζιο χρησιμεύει στον ορισμό του γαλαζωπός αλλά και των θαλασσής, μπλε κοβαλτίου, ραφ κτλ. Με βάση αυτό το κριτήριο, αποκλείονται 7 «Η θεωρία των αντιθέσεων» του φυσιολόγου Hering ( ): Ο Hering παρατήρησε ότι η «ροδοψίνη» (μια ερυθρή ουσία που περιέχεται στα ραβδία του αμφιβληστροειδή χιτώνα) λευκαίνει κάτω από την επίδραση ζωηρών χρωμάτων και αναπαράγεται όταν εκτίθεται σε σκοτεινά χρώματα ότι το «ανοικτό» έχει καταβολικό αποτέλεσμα (διασπά), ενώ το «σκοτεινό» έχει αναβολικό αποτέλεσμα (αναπαράγει). Σύμφωνα με τον Hering, το άσπρο υποβάλλει τη ροδοψίνη σε καταβολισμό το μαύρο, από την άλλη μεριά, επιφέρει αναβολισμό και επαναφέρει τη ροδοψίνη στην κανονική της κατάσταση. Βρέθηκε ότι τα ίδια αποτελέσματα συμβαίνουν με τα ζεύγη κόκκινο πράσινο και κίτρινο μπλε, καθώς και όλα τα άλλα χρώματα, ανάλογα με τη φωτεινότητα ή τη σκοτεινότητά τους. 17

35 οι όροι θαλασσής, μπλε κοβαλτίου, ραφ κτλ. Για τον ίδιο λόγο αποκλείεται το πορφυρό, που είναι είδος κόκκινου για τους περισσότερους ομιλητές. III. Η χρήση του να μην περιορίζεται σε μια στενή τάξη αντικειμένων 8 αλλά να είναι γενική και ευρεία. Αυτό το κριτήριο αποκλείει όρους που περιορίζονται σε ειδικούς τομείς και εφαρμόζονται σε μια στενή κατηγορία αντικειμένων, όπως ξανθός/ καστανός, που αναφέρονται στα μαλλιά ή στο τρίχωμα κτλ. IV. Να είναι ψυχολογικά εξέχων όρος, δηλαδή να έχει μια υπερέχουσα ψυχολογική σημασία. Αυτή η υπεροχή έχει ως αποτέλεσμα ο όρος αυτός να εμφανίζεται στην αρχή σε καταλόγους αρίθμησης των χρωματικών όρων και να αναφέρεται σταθερά από τους πληροφορητές και κατά τις περιστάσεις χρήσης καθώς και με μεγάλη συχνότητα στην καθημερινή χρήση της γλώσσας, στο ιδιόλεκτο όλων των ομιλητών. Αν παρά τα τέσσερα κριτήρια υπάρχουν περιπτώσεις που χρήζουν περισσότερης διασάφησης, αποκλείουμε κάποιον όρο ως μη βασικό, αν η ορολογική μονάδα: Δεν έχει τις ίδιες κατανεμητικές ιδιότητες με τους σαφώς βασικούς όρους. Τι γίνεται όμως για τους παράγωγους όρους: μπεζωπός, μπλεδίζων κτλ.; Προέρχεται από ένα αντικείμενο ή υλικό που έχει αυτό το χρώμα, όπως χρυσός, ασημένιος, σταχτής, καπνιστός (φουμέ). Αν η ανάλυση του όρου πορτοκαλί σύμφωνα με τα τέσσερα πρώτα κριτήρια δημιουργούσε ερωτηματικά, αυτό το κριτήριο θα μπορούσε να το διαγράψει. Αποτελεί πρόσφατο δάνειο: λάιμ κτλ. Οι Gobert & Morgan (1988) επιβεβαιώνουν τη σημασία του κριτηρίου της μορφολογικής παραγωγής που είχαν προαναφέρει οι Fridman, Korsunkaïa και Tcheremisina (1963), σύμφωνα με το οποίο ένας βασικός χρωματικός όρος θα πρέπει να αποτελεί βάση παραγώγων, αλλά ο ίδιος να μην αποτελεί προϊόν παραγωγής ούτε μορφολογικής ούτε σημασιολογικής. Ένα κριτήριο που πρέπει να προστεθεί στον κατάλογο των κριτηρίων είναι η σημασία, ο πλούτος των συνυποδηλώσεων και των μεταφορικών σημασιών που φέρει ο βασικός όρος. Έτσι, αν και οι όροι μαύρο και κόκκινο δεν παρουσιάζουν ειδικά προβλήματα ώστε να θεωρηθούν βασικοί όροι, ο όρος ροζ αποκαλύπτεται πιο σύνθετος Mollard 8 Οι τάξεις αντικειμένων είναι σημασιολογικές τάξεις που βασίζονται σε συντακτικά και σημασιολογικά κριτήρια. Κάθε τάξη καθορίζεται από τα κατηγορήματα τα οποία επιλέγουν τα κατάλληλα ορίσματα (Gross G. 1994, Le Pesant & Mathieu-Colas 1998). Πιο αναλυτικά, βλ. κεφ. 3 και 4. 18

36 (2002). Αν και το ροζ, από την άποψη της φυσικής, δεν θεωρείται απόλυτο χρώμα αλλά μια παραλλαγή του κόκκινου, ένα πολύ ανοιχτό κόκκινο, γεγονός που απεικονίζεται και σε πολλά λεξικά, η σημασία και η ποικιλία των συνυποδηλώσεων αυτού του χρώματος μάς επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι το ροζ αποτελεί βασικό όρο και ανήκει στις έντεκα ονομασίες των χρωμάτων που ορίζουν τα χρωματικά πεδία. Ωστόσο, μπορούμε να αναρωτηθούμε σχετικά με το κατά πόσο ο όρος πορτοκαλί αποτελεί βασικό όρο, καθώς δεν συνδέεται με μεταφορικές σημασίες και δεν έχει παραγάγει ιδιωματικές εκφράσεις (το πορτοκαλί συνδέεται με απλές συνυποδηλώσεις που έχουν άμεση σχέση με το φρούτο και όχι με το χρώμα -βιταμίνη, ζωντάνια/ευεξία- ή εμφανίζεται σπάνια σε εκφράσεις που έχουν αυθαίρετο χαρακτήρα, π.χ. Πέρασα με βαθύ πορτοκαλί [φανάρι](ενώ έχει περάσει με κόκκινο). 9 Ωστόσο, άλλα κριτήρια, όπως η συχνότητα χρήσης του χρωματικού όρου και η οικειότητα αυτής της χρήσης για το μέσο όρο των μελών της γλωσσικής κοινότητας, θα μας οδηγούσαν σίγουρα στο συμπέρασμα ότι το πορτοκαλί είναι βασικός χρωματικός όρος (βλ. και Lyons ([1981] 2001: 342). Οι ονομασίες των βασικών χρωμάτων αναπαριστούν τα κέντρα, τους πυρήνες των χρωματικών πεδίων. Οι υπόλοιπες ονομασίες οργανώνονται γύρω από αυτούς τους πυρήνες. Κάθε ονομασία ορίζεται από την απόσταση της σημασίας σε σχέση με αυτόν τον πυρήνα. Το ζητούμενο του λεξικογραφικού ορισμού είναι να ορίσει με ακρίβεια τις διαφορές ανάμεσα στο βασικό, πρωτοτυπικό χρώμα και τις ποικίλες αποχρώσεις που το διακρίνουν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη απομάκρυνση από το πρωτοτυπικό χρώμα, τον κεντρικό χρωματικό πυρήνα (βλ. κεφ. 5) Πρότυπα Μεγάλη είναι και η συμβολή της Εleanor Rosch 10 με τις «φυσικές σημασιολογικές κατηγορίες» (1973, 1975), όπου βασίστηκαν ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην ψυχολογία κυρίως μέσω των εννοιών του προτύπου ή πρωτοτύπου και της πρωτοτυπικότητας, που απασχόλησαν και τη γλωσσολογία, και ειδικά τη λεξική σημασιολογία του Lakoff (1987) και γενικότερα την κοινωνική γλωσσολογία του Langacker (1987) ή του Talmy (2000). 9 Υπάρχει δόση ειρωνείας στο συγκεκριμένο παράδειγμα. 10 Πρβλ. Βελούδης

37 Πιο αναλυτικά, η Rosch, στη δεκαετία του 70, σχεδίασε πειραματικά τεστ με στόχο να βρει πού έχουν τη ρίζα τους τα εστιακά χρώματα: στη γλωσσική ή στην προ-γλωσσική γνώση; Για αυτόν το λόγο διάλεξε ως πληροφορητές της παιδιά προσχολικής ηλικίας, από τη μια, και μέλη μιας κοινωνίας των Παπούα της Νέας Γουινέας, αποκλεισμένης από το δυτικό πολιτισμό, τους Dani, από την άλλη: η γλώσσα τους, τα Dugum Dani, περιλάμβανε μόνο δύο βασικούς χρωματικούς όρους και, ως μη υποψιασμένοι για μια πλούσια σε χρωματικούς όρους γλώσσα, μπορούσαν να θεωρηθούν εξίσου κατάλληλοι με τα παιδιά πληροφορητές για την πειραματική αναζήτηση της απάντησης στο παραπάνω ερώτημα. Τα ευρήματα της έρευνας συνοψίζονται στα εξής (βλ. Ungerer & Schmid 1996: 9, από Βελούδης 2005): Τα εστιακά χρώματα: είναι κατά την αντίληψή τους πιο εξέχοντα (salient) από τα μη-εστιακά χρώματα: συγκρινόμενα προς τα τελευταία, τραβούν πιο πολύ την προσοχή των τρίχρονων και συνταιριάζονται με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους τετράχρονους, ανακαλούνται με μεγαλύτερη ακρίβεια στη βραχυπρόθεσμη μνήμη και διατηρούνται πιο εύκολα στη μακροπρόθεσμη μνήμη, ως ονόματα αναπαράγονται ταχύτερα σε πειράματα κατονομασίας χρωμάτων και κατακτώνται νωρίτερα από τα παιδιά. Η εξέχουσα θέση (salience) των εστιακών χρωμάτων, που είτε εξηγείται με όρους φυσιολογίας είτε με όρους της φύσης, παραμένει ένα γεγονός. Για να ελέγξει πειραματικά αν το γεγονός αυτό έχει γενικότερα λειτουργικό χαρακτήρα και αφορά ολόκληρο το χρωματικό φάσμα, η Rosch αντικατέστησε τα μεμονωμένα έγχρωμα τσιπς των πειραμάτων της με σύνολα τριών έγχρωμων τσιπς: σε ορισμένα το εστιακό χρώμα κατείχε την κεντρική θέση, ενώ σε άλλα κατείχε μία από τις ακριανές. Η επανάληψη των τεστ μνήμης έδειξε ότι τα εστιακά χρώματα παρέμεναν βασικά, ανεξάρτητα από τη θέση τους κάθε φορά στην τριάδα. Η διαπίστωση αυτή επέτρεπε, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι τα εστιακά χρώματα χρησιμοποιούνται σαν «άγκυρες» για τις χρωματικές τους κατηγορίες, άσχετα από τη θέση τους στο σύνολο. Έτσι, το εστιακό κόκκινο χρησιμοποιείται πάντοτε σαν μια άγκυρα για όλες τις ποικιλίες της ερυθρότητας. Ως προς την ορολογία, αφού η ετικέτα «εστιακός» παραπέμπει σε μια κεντρική θέση, ο όρος δεν ήταν πλέον κατάλληλος, και αυτός στάθηκε προφανώς ένας από τους λόγους 20

38 για τους οποίους η Rosch αντικατέστησε το focus των Berlin και Kay με το πρότυπο (prototype). Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, το πρότυπο αναφέρεται στα τεχνητά δημιουργημένα καλύτερα παραδείγματα. Συγκρινόμενα με αυτά τα τεχνητά πρότυπα, τα εστιακά χρώματα αποτελούν πολύ λιγότερο αυθαίρετα φαινόμενα, και για αυτό ονομάστηκαν φυσικά πρότυπα από την Rosch. Ένα από τα πλεονεκτήματα της υιοθέτησης του όρου πρότυπο ήταν ότι διευκόλυνε κατά πολύ την επέκταση της έννοιας των foci πέρα από τις χρωματικές κατηγορίες, π.χ. στα πεδία των σχημάτων, των οργανισμών και των αντικειμένων (Ungerer & Schmid 1996: 10, από Βελούδης 2005: ). Η μελέτη αυτή έχει να κάνει με το τι έχουμε στο νου μας όταν χρησιμοποιούμε λέξεις που αναφέρονται σε κατηγορίες. Ας πάρουμε τη λέξη κόκκινο ως παράδειγμα. Κλείστε τα μάτια σας και φανταστείτε ένα αληθινό κόκκινο. Τώρα φανταστείτε ένα κόκκινο προς το πορτοκαλί φανταστείτε ένα βυσσινί κόκκινο. Αν και θα μπορούσατε να εξακολουθείτε να ονομάζετε το πορτοκαλί- κόκκινο ή το βυσσινί- κόκκινο με τον όρο κόκκινο, δεν είναι τόσο καλά παραδείγματα του κόκκινου (ως καθαρές περιπτώσεις του τι συνιστά το αντικείμενο αναφοράς του κόκκινο) όσο το καθαρό «αληθινό» κόκκινο. Με δυο λόγια, μερικά κόκκινα είναι πιο κόκκινα από άλλα. Στη συνέχεια τα υποκείμενα του πειράματος κλήθηκαν να κρίνουν την καταλληλότητα (goodness) ή τυπικότητα (typicality) των μελών μιας κατηγορίας, δηλαδή να αποφασίσουν πόσο καλό παράδειγμα της κατηγορίας ΚΟΚΚΙΝΟ είναι ένα βυσσινί, ένα μπορντό, ένα γκρενά, κτλ., δίνοντας την 1 η, τη 2 η, κτλ., θέση σε μια κλίμακα που έφτανε μέχρι το 7 των «κακών» παραδειγμάτων. Καθώς υποδεικνύει η κατηγοριοποίηση των χρωμάτων (αλλά και των σχημάτων και άλλων κατηγοριών), η συμμετοχή στον πληθυσμό μιας κατηγορίας δεν είναι, όπως για μια μακρά περίοδο υπέθεταν φιλόσοφοι και γλωσσολόγοι, μια διάκριση ναι-ή-όχι. Μάλλον συνεπάγεται διαφορετικούς βαθμούς τυπικότητας, όπως υποστηρίζουν οι βαθμολογήσεις της καταλληλότητας του παραδείγματος, η αναγνώριση, το συνταίριασμα και οι διεργασίες εκμάθησης (Ungerer & Schmid 1996: 14, από Βελούδης 2005: 156). 1.4 Κριτική της υπόθεσης της καθολικότητας Το έργο των Berlin & Kay βρίσκεται στο επίκεντρο της διαμάχης «καθολικιστών» και «σχετικιστών»/δομιστών και αποτελεί αντικείμενο ζωηρών κριτικών αναφορικά με τα αποτελέσματα και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. 21

39 Σύμφωνα με την υπόθεση της καθολικότητας, για την απόδοση ονομασίας σε διαφορετικές χρωματικές κατηγορίες κατηγορήθηκαν για το ότι έκαναν παρατηρήσεις που έχουν κάνει ήδη πολλοί παρατηρητές σχετικά με μια «φυσιολογική τριχρωματική οπτική» και οι οποίες μπορούν να κατανοηθούν μέσω μιας «απλής σύνδεσης με προϋπάρχουσες αντιλήψεις». Ενώ σύμφωνα με την υπόθεση της σχετικότητας, η γλώσσα παίζει έναν αποφασιστικό ρόλο, καθώς η αντίληψη ενός δεδομένου χρώματος εξαρτάται από την ύπαρξη ενός όρου που το δηλώνει. Πράγματι, η υπόθεση των Berlin & Kay έχει προκαλέσει πολλές αντιπαραθέσεις όσον αφορά την πειραματική της βάση. Έτσι, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό βήμα για την κατηγοριοποίηση των χρωματικών όρων, μπορούμε να παρατηρήσουμε κάποιες αδυναμίες, όσον αφορά, καταρχάς, τα ίδια τα πρωτόκολλά τους. Η πιο σημαντική αδυναμία τους είναι ότι πραγματοποίησαν άμεση έρευνα σε είκοσι γλώσσες, αλλά τα δεκαεννιά υποκείμενά τους ζούσαν στην Καλιφόρνια (επομένως θα μπορούσαν να είναι αποκομμένα από τα πολιτισμικά στοιχεία της γλώσσας τους), ενώ για τις υπόλοιπες ογδόντα γλώσσες που αναφέρουν, στηρίζονται σε δεδομένα από δεύτερο χέρι, τα οποία συγκεντρώθηκαν χωρίς να ακολουθηθεί κοινό πρωτόκολλο και τα οποία αναζητήθηκαν αυθαίρετα, είτε από άγνοια είτε βεβιασμένα, προκειμένου να τα αντιστοιχίσουν στο σύστημά τους. Κατά τον Lyons ([1981] 2001), υπάρχουν δύο γενικά σημεία που μπορούν να επισημανθούν αναφορικά με την υπόθεση, τα οποία συνδέονται με τη θέση της σχετικότητας και τη σχέση μεταξύ γλώσσας και κουλτούρας. Α) Μολονότι μπορεί να υπάρχει μια καθολική υποδομή στο λεξιλόγιο των χρωμάτων, υπάρχει επίσης και μια μη καθολική υπερ-δομή. Η διαφορά μεταξύ γλωσσών με σχετικά πλούσιο και γλωσσών με σχετικά φτωχό σύστημα βασικών χρωματικών όρων παραμένει ακόμη. Επίσης ενδείξεις σαν αυτές που υπάρχουν για μια καθολική μερική διάταξη στο σύνολο των πιθανών χρωματικών όρων περιορίζονται, όπως έχουμε δει, στα έξι ή εφτά συχνότερα ταξινομημένα χρώματα. Δεδομένου ότι αυτές οι περιοχές ακριβέστερα, οι εστίες που συνδέονται με αυτές είναι αντιληπτικά εξέχουσες για τους ανθρώπους εξαιτίας, εν μέρει τουλάχιστον, της νευροφυσιολογικής τους κατασκευής, υπάρχουν άλλες, μη καθολικές και λιγότερο εξέχουσες για την αντίληψη, περιοχές του χρωματικού συνεχούς, στις οποίες δίνεται λεξιλογική αναγνώριση και οι οποίες ενσωματώνονται πλήρως μαζί με τις καθολικά περισσότερο εξέχουσες περιοχές στο χρωματικό λεξιλόγιο συγκεκριμένων γλωσσών. Είναι αρκετά σαφές από συζητήσεις 22

40 ανθρωπολόγων για το χρώμα, σε σχέση με την υπόθεση Berlin & Kay και ανεξάρτητα από αυτή, ότι η πολιτισμικά και η βιολογικά βασισμένη αντιληπτική υπεροχή παίζει ρόλο στην κωδικοποίηση των χρωματικών όρων. Εξάλλου, το βιολογικό και το πολιτισμικό στοιχείο βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση κατά την απόκτηση της γλώσσας. Τέλος, υπάρχουν πολλές καθημερινές χρήσεις των χρωματικών όρων και όχι μόνο εμφανέστερα συμβολικές (άσπρο για την αγνότητα, κόκκινο για τον κίνδυνο, μαύρο για το πένθος κτλ.)- που είναι πολιτισμικά εξαρτημένες, με την έννοια ότι δεν μπορεί κανείς να τις υιοθετήσει χωρίς ταυτόχρονα να αποκτήσει και τη σχετική κοινωνική γνώση. Η σπουδαιότητα αυτού του γεγονότος έχει υποτιμηθεί από πολλούς γλωσσολόγους, ψυχολόγους και φιλοσόφους που έχουν συζητήσει την υπόθεση Berlin & Kay. Ό,τι ισχύει για το λεξιλόγιο των χρωμάτων θα φαινόταν ότι ισχύει για κάθε λεξιλογικό τομέα που επιλέγει κανείς. Αν υπάρχει μια καθολική υποδομή σημασιολογικών διακρίσεων στο εσωτερικό του, τότε θα υπάρχει και μια μη καθολική, και ίσως πολύ πιο εκτεταμένη, πολιτισμικά εξαρτημένη δομή. Β) Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με την έννοια των εστιακών περιοχών ή τις εστίες. Αν και μιλάμε για το χρώμα ως οπτικό συνεχές, είναι φανερό ότι αυτό δεν αληθεύει κατά την εξής σημαντική έννοια: Τα ανθρώπινα όντα είναι έτσι κατασκευασμένα (όπως είναι όλα τα ζώα), ώστε να αντιδρούν νευροφυσιολογικά σε ορισμένα ερεθίσματα και όχι σε άλλα. Αυτό μπορεί να είναι, εν μέρει τουλάχιστον, η βάση για την υπεροχή κάποιων χρωματικών εστιών και για την καθολικότητά τους. Τέτοιου είδους εστίες χρησιμεύουν ως τα σημεία αναφοράς σε σχέση με τα οποία δομούμε το υπόλοιπο του φυσικού συνεχούς, στο βαθμό βέβαια που μπορούμε να το δομήσουμε. Χρησιμεύουν επίσης ως αρχέτυπα για την απόκτηση των χρωματικών όρων. Π.χ., μαθαίνουμε τη σημασία του κόκκινο συνδέοντάς το καταρχήν με την εστία του και επεκτείνοντας έπειτα τη δήλωσή του έξω από την εστία του, προς μια κάπως απροσδιόριστη περιοχή. Αλλά η πρωτοτυπική ή εστιακή σημασία του κόκκινο εξακολουθεί να χρησιμεύει ως το αγκυροβόλι του και στο εξής: Θα έχουμε έτσι την τάση να το συνδέσουμε με κάτι που μας είναι οικείο στο καθημερινό μας περιβάλλον: π.χ. το κόκκινο θα μπορούσε να οριστεί πρωτοτυπικά, με αυτή την έννοια, με αναφορά στο αίμα ή τη φωτιά (όπως πολλά λεξικά πράγματι το ορίζουν). Ακόμη μια φορά, ό,τι ισχύει για τους χρωματικούς όρους αληθεύει επίσης και για το λεξιλόγιο γενικά. Ο κόσμος της εμπειρίας μάς παρουσιάζεται ως ένα αδιαμόρφωτο συνεχές και ταξινομείται από εμάς, σε ορισμένη τουλάχιστον έκταση, σε αυτά που παραδοσιακά ονομάζονται φυσικά είδη. 23

41 Δύο ανταγωνιστικές θεωρίες έχουν εμφανιστεί για να εξηγήσουν το λόγο για τον οποίο οι χρωματικοί όροι ακολουθούν την ίδια εξελικτική ιεράρχηση που προτάθηκε από τους Berlin και Kay (1969): Α) μία με επικεφαλής τους Kay και McDaniel (1978:617), οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η σημασιολογία των βασικών χρωματικών όρων σε όλες τις γλώσσες είναι αποτέλεσμα μιας κοινής δέσμης νευροφυσιολογικών διεργασιών στις οποίες διαφορές στα μήκη κύματος του φωτός που φθάνει στον οφθαλμό μετασχηματίζονται σε διαφορές απόκρισης στο οπτικό νευρικό σύστημα, Β) ενώ η άλλη, με επικεφαλής την Wierzbicka (1990) αντιτίθεται στην άποψη των Kay και McDaniel και προτείνει ότι οι χρωματικές έννοιες είναι αγκυροβολημένες σε ορισμένες αναγνωρίσιμες καθολικές ανθρώπινες εμπειρίες, όπως η μέρα, η νύχτα, η φωτιά, ο ήλιος, η βλάστηση, ο ουρανός και το έδαφος. Προφανώς, τα δύο στρατόπεδα βλέπουν το ίδιο φαινόμενο από εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες, η μία από μια νευροφυσιολογική προοπτική και η άλλη από μια γνωστική προοπτική. Ως αποτέλεσμα, ο ένας κατηγορεί τον άλλο για τεχνητή σύνδεση μεταξύ της γλώσσας και των νευρικών αντιδράσεων (Wierzbicka 1990), ενώ ο άλλος δυσφημεί το επιχείρημα του αντιπάλου, ως ανυπόστατη παρατήρηση που δεν στηρίζεται σε εμπειρικά στοιχεία (Kay 2003:243). Χωρίς περαιτέρω εξέλιξη στη μελέτη της σημασιολογίας του όρου χρώμα, φαίνεται δύσκολο να μπορέσουν να έρθουν σε συμφωνία οι δύο αυτές θέσεις. Υπάρχουν πολλές ανθρωπολογικές μελέτες που έχουν δείξει ότι διάφοροι πολιτισμοί δεν διαιρούσαν την έννοια του χρώματος μόνο με βάση αυτό το σύστημα αλλά μπορούσαν να ενσωματώσουν και άλλες ιδιότητες, όπως χρώμα συμπαγές, ριγέ, εμπριμέ (Tornay 1978, Guédou & Coninckx 1986), ξηρό, υγρό, γυαλιστερό, ματ (Lucy 1992, 1997, Wierzbicka 1990). Η αναπαράσταση που πρότειναν οι Berlin & Kay στηρίζεται στις σύγχρονες φυσικές επιστήμες: το χρώμα γίνεται αντιληπτό στον πολιτισμό μας ως φυσική οντότητα, ως ιδιότητα του φωτός. Αυτή η αντίληψη διαδόθηκε ευρέως από την εποχή του Νεύτωνα (1704/1998), δηλαδή πολύ μετά τη χρήση των χρωματικών όρων και κυρίως ανεξάρτητα από τις σημασίες με τις οποίες τους συνδέουν οι ομιλητές. Η Dubois (2001) σχολιάζει ότι δεχόμαστε πως οι φυσικές θεωρίες του χρώματος μας διαφωτίζουν σχετικά με τους φυσιολογικούς μηχανισμούς παραγωγής μιας αίσθησης για το χρώμα (π.χ. μέσω της λειτουργίας των υποδοχέων του αμφιβληστροειδούς), δεν 24

42 πρέπει όμως να συγχέουμε την ανάλυση. Η λειτουργία των αισθητηριακών υποδοχέων δεν αποτελεί παρά ένα προαπαιτούμενο για την ύπαρξη του προβλήματος του χρώματος ως έννοιας ή γνωστικής αναπαράστασης. Πρόκειται μεν για απαραίτητες συνθήκες για την ύπαρξη μιας έννοιας αλλά πολύ ανεπαρκείς/ αδύναμες να εξηγήσουν γιατί και σε τι, με βάση τους περιορισμούς της φυσιολογίας, η διαφορετικότητα των λαών, των πολιτισμών και των γλωσσών έχει διατηρήσει κάποιες πτυχές περισσότερο από άλλες για να ενοποιήσει τις διάφορες πτυχές της οπτικής αντίληψης «εφευρίσκοντας» μια έννοια χρώματος και ονομασίες διάφορων χρωματικών κατηγοριών. Η λεξική σημασιολογία, ακόμη κι αν δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από μηχανισμούς αντίληψης, είναι ως ένα βαθμό αυτόνομη. Η διαδικασία της κατονομασίας απομένει, λοιπόν, να ερμηνευτεί εντός της δυναμικής των γλωσσών, και όχι στη σύσταση γνωστικών κατηγοριών αναφορικά με τη σχέση μας με τον κόσμο. Το θεωρητικό αδιέξοδο με το οποίο ήρθαν αντιμέτωπες οι έρευνες των Berlin & Kay, όπως και αυτές της Rosch, προκύπτει από μια εξομοίωση της κοινωνικής (επιστημονικής) γνώσης με τις βασικές πρωταρχικές αναπαραστάσεις της αντίληψης και από μια απόπειρα για μια προσαρμογή του λεξικού στις οπτικές αναπαραστάσεις του αντικειμενικού κόσμου, σύμφωνα με την Dubois (2001: 19): «Τα «φυσικά» δεδομένα, οι τεχνικές του χρώματος, που χρησιμοποιούνται στους ορισμούς των γενικών λεξικών, μολονότι δεν χρησιμοποιούν το σύνολο των τριών παραμέτρων (τονικότητα, κορεσμός, φωτεινότητα), αλλά κάποια άλλα φυσικά κριτήρια, όπως τη θέση στο ηλιακό φάσμα, την ένδειξη του μήκους κύματος, το θεμελιώδη χαρακτήρα ενός χρώματος (αν είναι πρωτογενές ή δευτερογενές χρώμα), μου φαίνονται ακατάλληλα/ανεπαρκή για έναν σαφή και κατανοητό ορισμό για όσους συμβουλεύονται το λεξικό. Θα πρέπει να βρεθούν άλλες μέθοδοι ορισμού των χρωματικών όρων, προσαρμοσμένες στο αντικείμενο, που να παρέχουν πιο συγκεκριμένη και σαφή εικόνα του περιγραφόμενου όρου.» Πολλοί γλωσσολόγοι, επίσης, έχουν παρατηρήσει ότι ένας αριθμός γλωσσών μοιάζει να αντιτίθεται στην καθολικιστική αυτή θεωρία, καθώς κάποια χρωματικά πεδία εμφανίζουν υποδιαιρέσεις και παίρνουν την ονομασία τους με τη βοήθεια διάφορων όρων, όπως γίνεται και στα ελληνικά (πορτοκάλι πορτοκαλί). Επίσης, κάποια χρωματικά πεδία παρουσιάζουν πρόβλημα, κυρίως το μπλε και το γαλάζιο (/γαλανό) Τα γαλαν- και γαλάζ- είναι συμπληρωματικές ρίζες. Βασίζονται στην ετυμολογία της λέξης που, σύμφωνα με το ΕΛ, είναι το ελνστ. ουσ. κάλ(λ)αϊς, -ιδος (η) «πολύτιμος λίθος με γαλαζοπράσινο χρώμα». 25

43 (από πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο; Υπάρχει διάσπαση πεδίου;). Όσο για τον όρο ροζ, συχνά δεν θεωρείται ότι ως όρος χαρακτηρίζει απόλυτα ένα χρωματικό πεδίο, αλλά αποτελεί ονομασία που ορίζει μια απόχρωση, μια υποκατηγορία του κόκκινου, ένα ανοιχτό κόκκινο, ακόρεστο έτσι απαντά και σε κάποιους ορισμούς λεξικών. Οι χρωματικές ονομασίες των ελληνικών δεν είναι παγιωμένες και έχουν υποστεί αλλαγές στο πέρας του χρόνου. Μπορούμε επομένως να αναρωτηθούμε για το αν το ελληνικό χρωματικό λεξικό βρίσκεται σε ένα 8 ο, πιο σύνθετο στάδιο. Η αντιληπτική εμπειρία φαίνεται ασαφής από τη βάση της. Οι διαφορές που εκδηλώνουν οι γλώσσες σχετικά με την απόδοση των χρωματικών όρων υποδεικνύουν ότι κάθε γλώσσα κωδικοποιεί την εμπειρία του κόσμου με το δικό της τρόπο. Και τα εθνογλωσσολογικά δεδομένα τείνουν να αποδείξουν την ύπαρξη μιας αυθαίρετης σημασιολογίας. Η γλώσσα δεν δομείται με γνωστικά διαβήματα, προσδίδει μόνο ετικέτες στις διάφορες οντότητες και οι ταξινομήσεις που κάνει η γλώσσα είναι μεταγενέστερες των κατηγοριοποιήσεων που προέρχονται από τη διάδραση μεταξύ του ερεθίσματος και της επεξεργασίας του. Οι καθολικιστές απαντούν με αυτόν τον τρόπο ότι η γλώσσα παίζει ένα ρόλο μεσάζοντα κατά τις γνωστικές διαδικασίες. Η βασική έγνοια των Berlin & Kay -και των καθολικιστών- πάντως είναι να εκφράσουν αυτή την απόδειξη: η αντίληψη προδιαγράφει, ως ένα βαθμό, την κατονομασία εφόσον παρατηρούμε σημαντικές συμμετρίες (ενώ για τους κουλτουραλιστές, οι ονομασίες επηρεάζουν την αντίληψη). Πάντως, αυτό το αποτέλεσμα δεν απορρίπτει την άποψη του Worf (1940/1956) 12 κατά την οποία η δομή της γλώσσας είναι ικανή να επηρεάσει τη μη γλωσσική συμπεριφορά και η απόδοση ονομασιών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το γνωστικό επίπεδο. Η σημασιολογική αντίληψη διαμορφώνεται από τη διάδραση μεταξύ της καθολικότητας της αντιληπτικής υποδομής και των πολιτισμικών παραγόντων που σχηματίζουν τη γλώσσα Αναδόμηση του συστήματος των Berlin & Kay Η θεωρία των βασικών χρωματικών όρων έχει εξελιχθεί στο χρόνο, με συμπληρώσεις και τροποποιήσεις (Kay & McDaniel 1978, Kay & Maffi 1999, Levinson 2001): 12 Worf 1940/1956: «Ο κόσμος παρουσιάζεται μέσα από ένα καλειδοσκόπιο εντυπώσεων που πρέπει να οργανωθεί στο νου μας δηλαδή από το γλωσσικό σύστημα του νου μας. Τεμαχίζουμε τη φύση, την ταξινομούμε σε έννοιες και της προσδίδουμε σημασίες.» 26

44 1. Η βασική θεωρία των Berlin & Kay τροποποιήθηκε ως εξής: στους Berlin & Berlin (1975) και Kay (1975) το πράσινο στα στάδια 3 και 4 απέκτησε την υβριδική μορφή grue, που είναι αμάλγαμα του green «πράσινο» και του blue «μπλε» και όρος απαραίτητος για κάποιες γλώσσες -όπως αυτή των Εσκιμώων- που εισάγουν το γαλάζιο χρώμα πριν το πράσινο. Επιπλέον, επέτρεψαν στο γκρι να εμφανίζεται αργότερα. 2. Σύνθετες κατηγορίες: οι Kay & McDaniel (1978) εισήγαγαν νέες ιδέες σχετικά με την αναφορά των βασικών χρωματικών όρων. Στους Berlin & Kay (1969), οι βασικοί χρωματικοί όροι έχουν πρωτογενή (primary) αναφορά σε κατηγορίες με χαλαρά όρια αλλά ξεκάθαρα ορισμένες, μοναδικές εστίες (foci). Στους Kay & McDaniel, οι βασικοί χρωματικοί όροι μπορεί να έχουν περισσότερες από μία εστίες, όταν ο όρος μπορεί να είναι «σύνθετος». Σημειώνουν μόνο τέσσερις τέτοιους σύνθετους όρους: ανοιχτό-θερμό (με εστία στο άσπρο, το κόκκινο ή το κίτρινο), θερμό (με εστία στο κόκκινο ή το κίτρινο), σκούρο-ψυχρό (με εστία στο μαύρο, το πράσινο ή το μπλε) και το grue (με εστία στο πράσινο ή το μπλε). Οι Kay & McDaniel συσχετίζουν τις εστίες στα τέσσερα πρωτογενή χρώματα του Hering (κόκκινο, πράσινο, μπλε, κίτρινο) μαζί με το μαύρο και το άσπρο και προτείνουν την τροποποίηση της χρωματικής ακολουθίας: στο στάδιο 1, το μαύρο και το άσπρο είναι σύνθετα με τρεις εστίες το έκαστο (άσπρο/κόκκινο/κίτρινο vs. μαύρο/πράσινο/μπλε). Στο στάδιο 2 οι τρεις βασικοί χρωματικοί όροι έχουν εστίες στα άσπρο, κόκκινο/κίτρινο, μαύρο/πράσινο/μπλε. Στη συνέχεια, τα δύο τελευταία σύνθετα διαδοχικά διαχωρίζονται μέχρι το στάδιο 5, που δεν έχει καθόλου σύνθετα, όπως ακριβώς στους Berlin & Kay. Όλοι οι επόμενοι όροι είναι συνδυασμοί, όπως το brown με εστία ανάμεσα στο κίτρινο και το μαύρο. 3. Μελέτες πεδίου. Πιο ενδελεχείς μελέτες τη δεκαετία του 1970 (π.χ. Dougherty 1977, Heider et al. 1972), προτείνουν ότι υπάρχει σημαντική ποικιλία στον αριθμό και την ερμηνεία των βασικών χρωματικών όρων που βρέθηκαν σε μικρές κοινωνίες. Αυτή η ποικιλία θεωρήθηκε συστηματική κοινωνιογλωσσική ποικιλία που περιορίζεται από την εξελικτική ακολουθία των βασικών χρωματικών όρων (Kay 1975). 4. Η παγκόσμια έρευνα για τα χρώματα. Η παγκόσμια έρευνα για τα χρώματα έχει φέρει στο φως περισσότερα ευρήματα (βλ. Kay et al. 1991, Kay et al. 1997, MacLaury 1997). Χρησιμοποιήθηκε το ίδιο ερευνητικό υλικό αλλά με διαφορετική μεθοδολογία. Τα υποκείμενα έβλεπαν τα χρώματα ένα ένα σε τυχαία σειρά, χωρίς να δουν πρώτα τους βασικούς χρωματικούς όρους. Με αυτόν τον τρόπο, διαχωρίστηκαν οι βασικοί χρωματικοί όροι, οι μη βασικοί χρωματικοί όροι και οι τροποποιητές. Τα αποτελέσματα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: 27

45 - Τα σύνθετα σχηματίζονται από γειτονικές εστίες αλλά δεν περνούν ποτέ το όριο του κίτρινου (π.χ. ποτέ δεν περιλαμβάνουν μαζί τις εστίες κόκκινο/κίτρινο/πράσινο). Αυτό επιτρέπει εννέα πιθανά σύνθετα, από τα οποία οκτώ έχουν μαρτυρηθεί. - Σύνθετα κίτρινο-πράσινο υπάρχουν, παρά το γεγονός ότι αυτές οι δύο εστίες δεν βρίσκονται ποτέ στην ίδια κατηγορία στο στάδιο 2, δημιουργώντας έτσι ένα μεγάλο εμπόδιο στη θεωρία των εξελικτικών σταδίων (βλ. MacLaury 1987). Τα σύνθετα κίτρινο/πράσινο/μπλε επίσης υπάρχουν, ακόμη κι αν το κίτρινο και το μπλε αποτελούν αντίθετα χρώματα με βάση τον Hering. Συμπερασματικά, όλες οι γλώσσες έχουν βασικούς χρωματικούς όρους, μια μικρή ομάδα χρωματικών λέξεων που διαχωρίζουν εξαντλητικά το χρωματικό φάσμα. Οι εστίες αυτών των χρωμάτων τείνουν να τοποθετούνται σε έντεκα προκαθορισμένους τόπους στο χρωματικό φάσμα. Υπάρχει μια υποθετική κλίμακα (που βασίζεται στα βασικά χρώματα του Hering, τα σύνθετά τους και τους συνδυασμούς τους) που μπορεί να δημιουργηθεί, ώστε, αν μια γλώσσα έχει ν βασικούς χρωματικούς όρους, να μπορούν να προβλεφθούν ποιοι μπορεί να είναι αυτοί. Τέλος, τα χρώματα του Hering θεωρούνται εξέχοντα για λόγους που σχετίζονται με την ανθρώπινη ψυχοφυσιολογία. Ενώ η νευροφυσιολογική βάση για τη θεωρία των Kay και McDaniel τροποποιήθηκε (de Valois & de Valois 1993) και η μη διαφοροποίηση των παγκόσμιων εστιακών χρωμάτων αμφισβητήθηκε τόσο σε επίπεδο γλώσσας όσο και σε επίπεδο αντίληψης, οι περισσότεροι επιστήμονες δέχονται ότι υπάρχει κάτι μοναδικό σε αυτές τις τέσσερις μοναδικές αποχρώσεις. 1.5 Οι βασικοί χρωματικοί όροι για τα ελληνικά Οι βασικοί χρωματικοί όροι ορίζουν χρωματικά πεδία 13 που συμπεριλαμβάνουν όλες τις τονικές αποχρώσεις, από το ανοιχτό ως το σκούρο, οι οποίες μπορεί να είναι αποχρώσεις κοντινές σε κάποιον άλλο τόνο. Στα ελληνικά θεωρούμε ότι υπάρχουν έντεκα χρωματικά πεδία που ορίζονται από δώδεκα γενικούς όρους, όπως συμβαίνει και για άλλες γλώσσες, π.χ. ρωσικά, καταλανικά: 13 Σύμφωνα με τον Kristol (1978: 10), το «χρωματικό πεδίο» ή «πεδίο χρώματος» είναι ένα «σημασιολογικό πεδίο χρώματος που γίνεται αντιληπτό ως μια ενότητα μέσα σε μια γλώσσα». Τα χρωματικά πεδία περιγράφονται αναλυτικά στα κεφ. 4 και 5. 28

46 άσπρο μαύρο κόκκινο πράσινο κίτρινο μπλε γαλάζιο (γαλανό) καφέ μοβ 14 ροζ πορτοκαλί γκρι (γκρίζο) Οι Androulaki et al. (2006: 6), έπειτα από εκτενή πειραματική έρευνα, συμπεραίνουν ότι στα ελληνικά ο όρος γαλάζιο (ή γαλανό) αποτελεί βασικό χρωματικό όρο. Χρησιμοποιείται ευρέως για να περιγράψει το χρώμα της θάλασσας, του ουρανού, της ελληνικής σημαίας και των ματιών (σπάνια χαρακτηρίζονται μπλε). Τα ελληνικά λεξικά ορίζουν το γαλάζιο ως ανοιχτό μπλε, όπως το χρώμα του ανέφελου ουρανού και της ήρεμης θάλασσας. Με βάση τα γλωσσολογικά κριτήρια της βασικότητας ενός χρωματικού όρου, πρόκειται για απλό όρο με συχνή χρήση. 15 Ωστόσο, η ονομασία του μπορεί να συμπεριληφθεί στη σημασία του μπλε. Για το λόγο αυτό, ένας από τους βασικούς στόχους των τεστ που έκαναν οι Androulaki et al. (ό.π.) ήταν να διαπιστωθεί η ανεξαρτησία του όρου αυτού, υπόθεση που επαληθεύτηκε. Επομένως, αν τα ΝΕ έχουν δύο βασικούς όρους για το μπλε, ο όρος γαλάζιο αποτελεί τη διασταύρωση των ΛΕΥΚΟ-ΜΠΛΕ, αφήνοντας το μπλε να αντιπροσωπεύει το καθολικό μπλε. Εναλλακτικά, το μπλε μπορεί να είναι διασταύρωση των ΜΑΥΡΟ- ΜΠΛΕ και το γαλάζιο να αποτελεί το καθολικό μπλε. Πιλοτική έρευνα έχει δείξει ότι, όπως τα ρωσικά, έτσι και τα ελληνικά 16 και τα καταλανικά μπορεί να έχουν περισσότερους από το μάξιμουμ των έντεκα «επιτρεπτών» βασικών ΧΟ σύμφωνα με τη θεωρία των Berlin & Kay και ότι έχουν περισσότερους από έναν βασικούς όρους για το «μπλε». Σύμφωνα με τους Corbett & Morgan (1988), Morgan & Corbett (1989), Davies & Corbett (1995), τα ρωσικά έχουν ξεκάθαρα δώδεκα βασικούς ΧΟ, αφού έχουν δύο βασικούς όρους για την περιοχή του «μπλε», синий (sinij) «σκούρο μπλε» και голубой (goluboj) «ανοιχτό μπλε». Υπάρχουν προτάσεις ότι και άλλες γλώσσες μπορεί να έχουν δύο βασικούς όρους για το «μπλε», όπως τα ισπανικά της Γουατεμάλα και του Περού αλλά και τα ευρωπαϊκά ισπανικά, και άλλες λατινικές 14 Στα ελληνο-αγγλικά λεξικά υπάρχει μια ταύτιση/σύγχυση του αγγλικού όρου purple με το ελληνικό πορφυρό. Συμφωνούμε με τους Androulaki et al. (2006: 6), που θεωρούν ότι ο πιθανός ελληνικός όρος για το purple είναι το μοβ, που αποτελεί δάνειο από το γαλλ. mauve. 15 Στο παράδειγμα: Φουντώνει η γαλάζια γκρίνια για τους χειρισμούς της κυβέρνησης διαπιστώνουμε την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ο ελληνικός όρος έναντι του δανείου μπλε. 16 Androulaki et al

47 γλώσσες, όπως τα ιταλικά και τα καταλανικά έχουν τουλάχιστον δύο όρους για το «μπλε», γεγονός που απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Επιπλέον, είναι πιθανό στις γλώσσες με περισσότερους από έντεκα βασικούς χρωματικούς όρους να τροποποιείται η εστίαση π.χ. το μοβ στα ρωσικά (фиолетовый / fioletovyj) και τα καταλανικά (lila) δεν περιγράφει την ίδια χρωματική περιοχή με αυτή του μοβ των αγγλικών (purple). Με την -μάλλον αναπόφευκτη- διεύρυνση της περιοχής του μπλε λόγω της ύπαρξης δύο βασικών ΧΟ, περιορίζεται ή μετακινείται η περιοχή του μοβ: η εστίαση του lila στα καταλανικά είναι πιο ανοιχτή και πιο κόκκινη από ό,τι η εστίαση του παγκόσμιου/ καθολικού μοβ) Για τα αρχαία ελληνικά Ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχῆς (Βιβλίον δεύτερον, Κεφ. Ι 2. σ. 91, «Αὗται εἶναι αἱ διαφοραὶ τῶν χυμῶν») διακρίνει επτά χρώματα και επτά χυμούς. «Ἐκ τῶν δύο θεμελιωδῶν χρωμάτων, τοῦ λευκοῦ καὶ τοῦ μέλανος (εἰς ὃ περιλαμβάνεται τὸ φαιόν) γεννῶνται διὰ μίξεως τὰ λοιπά πέντε, ξανθόν, φοινικοῦν, ἁλουργόν, πράσινον καὶ κυανοῦν», δηλαδή: Λευκό + (Μέλαν (Φαιόν)) = Ξανθόν, Φοινικοῦν, Ἁλουργόν, Πράσινον, Κυανοῦν Επίσης, στο έργο του Ελάσσονα 1 17, υπάρχει το κεφάλαιο «Περί χρωμάτων», όπου γίνεται ερμηνεία των αιτιών που προκαλούν την εμφάνιση των χρωμάτων. Εκτός από τον Αριστοτέλη, σύγχρονες μελέτες που αφορούν τους χρωματικούς όρους της αρχαίας ελληνικής είναι το άρθρο του Δ.Ε. Κισσόπουλου (1068/1992): Η χρωματολογία των αρχαίων (οι όροι που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Ελληνες για τα χρώματα) και το Αρχαιοελληνικό-Γεωργιανό Λεξικό της Ειρήνης Ντάρτσια (2004), που περιλαμβάνει 1440 λήμματα αρχαιοελληνικών χρωματικών όρων. Ωστόσο, στη νέα ελληνική έχει διασωθεί μόνο ένα μικρό μέρος των χρωματικών όρων από προγενέστερα στάδια της ελληνικής. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι υπάρχει άλλο λέξημα που χρησιμοποιείται καθημερινά, ενώ τα παλαιότερα απαντούν είτε σε λεξικές φράσεις είτε σε ειδικό λεξιλόγιο και στον επίσημο λόγο (Αναστασιάδη- Συμεωνίδη, 1987). 17 Πρόκειται για μικρές πραγματείες που αποδίδονται στον Αριστοτέλη, αλλά η γνησιότητά τους αμφισβητείται. 30

48 1.5.2 Για τα νέα ελληνικά Για τα νέα ελληνικά, ελάχιστη έρευνα έχει γίνει στο αντικείμενο που μελετάμε. Εκτός από τους όρους που αναφέρονται στα λεξικά, η μόνη σχετική βιβλιογραφία είναι: Α) Τα δύο άρθρα της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1987) και Anastassiadis-Syméonidis (1996), που αφορούν τους χρωματικούς όρους από λεξικολογική σκοπιά και το δανεισμό παραγωγικών επιθημάτων, αντίστοιχα Β) Το άρθρο του Φιλόπουλου (1994), που αφορά την ορολογία. Γ) Η εργασία των Androulaki et al. (2006), που αφορά πειραματική έρευνα για την ανεύρεση των βασικών χρωματικών όρων για τα Νέα Ελληνικά. 1.6 Η έρευνα Η ενότητα αυτή έχει ως αντικείμενο την περιγραφή των λεπτομερειών που αφορούν την παρούσα έρευνα: τους στόχους της έρευνας, τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, το corpus, τον περιορισμό του θέματος και τα κριτήρια επιλογής των υπό εξέταση όρων Στόχοι της έρευνας Στόχοι της παρούσας έρευνας είναι η ανάλυση του γλωσσικού και εννοιακού πεδίου των χρωμάτων και η προετοιμασία του εδάφους με απώτερους σκοπούς τη σύσταση ενός λεξικού χρωματικών όρων, με συγχρονική οπτική, αλλά και την παραγωγή διδακτικού υλικού στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Ελληνικής ως μητρικής αλλά και ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Στην πορεία της έρευνας, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία να οριοθετηθεί το χρώμα και να οριστεί όχι μόνο από περιγραφικής (αποχρώσεις κτλ.) αλλά και από συμβολικής πλευράς (κοινωνικές αξίες που εκφράζει κτλ.). Για να αναλυθεί το χρωματικό λεξιλόγιο και να δοθεί μια συνολική εικόνα του, είναι ανάγκη να επιστρατευθούν πολλά στοιχεία: οι άμεσες χρωματικές ονομασίες και οι παράγωγές τους αλλά και η πληθώρα των έμμεσων και αναφορικών χρωματικών ονομασιών και των παραγώγων τους, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς το χρώμα μπορεί να κατονομαστεί με τη βοήθεια πολυποίκιλων και συχνά απρόσμενων αντικειμένων αναφοράς. Επιμέρους στόχους αποτέλεσαν η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας που σχετίζεται με το αντικείμενο του χρώματος και η δημιουργία επιστημονικού υπόβαθρου για τη γένεση και άλλων σχετικών ερευνών. 31

49 1.6.2 Μεθοδολογία και υλικό - Το corpus 18 Στην παράγραφο αυτή γίνεται αναφορά στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για την επιλογή των ονομάτων που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα έρευνα. Η φύση της έρευνάς μας απαιτούσε να στηριχτούμε σε εργαλεία σύγχρονα και έγκυρα: μια βάση δεδομένων αποτελούμενη από χρωματικούς όρους, απλούς και παράγωγους/σύνθετους, αλλά και από χρωματικές εκφράσεις και παραδείγματα. Καθώς μια τέτοια βάση δεδομένων δεν υπήρχε για τα Νέα Ελληνικά, έπρεπε να δημιουργηθεί από την αρχή και στην πορεία της έρευνας να εμπλουτιστεί. Επί του παρόντος, η βάση δεδομένων μας αριθμεί πάνω από 2000 όρους και συνεχώς εμπλουτίζεται. Για την περιγραφή των χρωματικών λεξικών μονάδων κρίθηκε απαραίτητη η σύσταση ενός γραπτού σώματος δεδομένων (corpus), το οποίο αποτελείται από δύο μέρη: ένα σώμα που προέκυψε από την αποδελτίωση μεταγλωσσικών κειμένων (μελέτη που έγινε με βάση τα λήμματα των λεξικών) και ένα σώμα που προέκυψε από την αποδελτίωση γλωσσικών κειμένων -αλλά και από επιτόπια έρευνα- (μελέτη χρωματικών καταλόγων εικαστικών τεχνών, μόδας, κρασιών, κομμωτικής, βαφών κτλ.), που μας βοηθάει να διευρύνουμε τη σκέψη μας σχετικά με το φαινόμενο της κατονομασίας των χρωμάτων. Για το πρώτο μέρος του σώματος δεδομένων αποδελτιώθηκαν οκτώ σύγχρονα γενικά λεξικά της Νέας Ελληνικής γλώσσας και ένα που συνδυάζει και παλαιότερες μορφές της ελληνικής: α) Μπαμπινιώτης, Γ. (2002), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα Ο όρος corpus χρησιμοποιείται με την έννοια που του προσδόθηκε από τους δομιστές (βλ. Bloomfield (1933) και συνεχιστές του). Παραθέτουμε κάποιους ορισμούς που περιγράφουν την έννοια αυτή: Στο λεξικό του Mounin (1974) το corpus ορίζεται ως «το σύνολο γραπτών ή ηχογραφημένων εκφωνημάτων, που χρησιμεύουν στην περιγραφή της γλώσσας ( )». Στο λεξικό του Κρύσταλ (1980/2013), corpus είναι «μια συλλογή δεδομένων, είτε από γραπτά κείμενα είτε από μεταγραφή ηχογραφημένης ομιλίας, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημείο εκκίνησης μιας γλωσσικής περιγραφής ή ως μέσο επαλήθευσης υποθέσεων σχετικά με μια γλώσσα». Τέλος, στην εγκυκλοπαίδεια της γλωσσολογίας του Malmkjær (1991), το corpus ορίζεται ως «ένα σώμα ή μια συλλογή γλωσσικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται στην έρευνα» και αντιπαραβάλλεται στον όρο corpora, που αποτελούν ηλεκτρονικά σώματα κειμένων τα οποία διακρίνονται για τον μεγάλο όγκο τους και χρησιμεύουν σε εφαρμογές όπως η λεξικογραφία, η διδασκαλία των γλωσσών, η μετάφραση, η αυτόματη επεξεργασία λόγου κ.ά. 19 Στο εξής ΛNEΓ. 32

50 β) Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998), Θεσσαλονίκη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη] 20 γ) Πολυλεξικό Επιστήμη & Ζωή (2005), Θεσσαλονίκη, εκδ. Επιστήμη & Ζωή multimedia (ηλεκτρονικό λεξικό σε cd-rom) 21 δ) Μπαμπινιώτης, Γ. (2010), Ετυμολογικό Λεξικό. Ιστορία των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα 22 ε) Τεγόπουλος Φυτράκης (1991), Ελληνικό λεξικό. Εκδ. Πατάκη στ) Υπερλεξικό της ελληνικής γλώσσας (1997), τ. 1-6, εκδ. Παγουλάτου ζ) Τσιούνης, Σ. (1990), Επίτομο νέο λεξικό της ελληνικής γλώσσας. Εκδ. Αλφειός η) Λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (1978), εκδ. Ρέκου θ) Βοσταντζόγλου, Θ. (1962/1998), Αντιλεξικόν ή Ονομαστικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης. Η επιλογή αυτή έγινε για τους εξής λόγους: α) Πρόκειται για σύγχρονα (εκτός από του Βοσταντζόγλου) λεξικά της Νέας Ελληνικής, κι αυτό εξυπηρετεί το στόχο μας να εξετάσουμε συγχρονικά τους ορισμούς των ΟΔΧ. β) Πρόκειται για γενικά λεξικά, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, επομένως έχουμε πρόσβαση στη γενική χρήση των όρων 23 και όχι στην ειδική. Η ειδική χρήση των όρων ερευνήθηκε στο κεφάλαιο της ορολογίας (βλ. κεφ. 5). γ) Δεν υπάρχουν λεξικά χρωμάτων για τα νέα ελληνικά, όπως υπάρχουν για άλλες γλώσσες (π.χ. για τα γαλλικά), παρά μόνο κάποια σποραδικά ελλιπή γλωσσάρια με αυθαίρετη δομή. δ) Ειδικά το Ε&Ζ έχει επιλεγεί γιατί είναι σε ηλεκτρονική μορφή, γεγονός που διευκόλυνε την αναζήτηση των ερευνώμενων όρων. ε) Το ΕΛ μάς παρέχει πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες για την προέλευση των χρωματικών όρων. στ) Τα λεξικά ε-η περιέχουν πληθώρα συνωνύμων, που δεν συναντήσαμε στα μεγαλύτερα λεξικά. 20 Στο εξής ΛΚΝ. 21 Στο εξής Ε&Ζ. 22 Στο εξής ΕΛ. 23 Ως χρωματικό όρο αντιλαμβανόμαστε έναν όρο που ορίζει τη χρωματικότητα, είτε πρόκειται για την τονικότητα (μπλε, κόκκινο κτλ.) είτε για μια απόχρωση αυτής της τονικότητας. 33

51 ζ) Το λεξικό του Βοσταντζόγλου θεωρήθηκε χρήσιμο για τον εμπλουτισμό του corpus με παλαιότερες λεξικές μονάδες, που απαντούν στη λογοτεχνία ή σε ειδικά λεξιλόγια, π.χ. αναφορικά με το τρίχωμα ζώων κτλ. Η ανεπάρκεια των λεξικών 24 αλλά και θεωρητικοί λόγοι που σχετίζονται με τον λεξικολογικό προσανατολισμό της εργασίας αυτής κατέστησαν απαραίτητη τη συλλογή επιπλέον δεδομένων. Έτσι, για το δεύτερο μέρος του σώματος δεδομένων μας, που συμβάλλει στη διεύρυνση του στοχασμού μας πάνω στην ονομασία των χρωμάτων, έχουν συλλεγεί δεδομένα από διάφορες πηγές. Για τις ανάγκες της έρευνας αναφορικά με τη χρωματική ορολογία της ζωγραφικής συστάθηκε ειδική βάση δεδομένων, που περιλαμβάνει εικαστικούς χρωματικούς όρους που χρησιμοποιούνται από επαγγελματίες ζωγράφους. Βασική πηγή της βάσης δεδομένων (ΒΔ) αποτέλεσε το βιβλίο του Πλακωτάρη: Υλικά και τεχνική στη ζωγραφική και διακοσμητική (1980), στο οποίο παρατίθενται όροι που χρησιμοποιούνται από ζωγράφους στα ΝΕ, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά (εμείς περιορίσαμε τη μελέτη στα ΝΕ). Καθώς δεν δίνεται πάντα ο όρος στα ΝΕ και επειδή θεωρούμε ότι ο κατάλογος δεν είναι πλήρης, ανατρέξαμε επιπλέον σε διδακτικά εγχειρίδια σε σχέση με το χρώμα (Το χρώμα και τα μυστικά του από τις εκδ. Δημητρέλη και το βιβλίο του Κονταξάκη 1979: 53-73) και σε περαιτέρω βιβλιογραφία για τον εμπλουτισμό της ΒΔ. Για τους όρους που προέρχονται από το χώρο της Οινολογίας, αποδελτιώσαμε τον κατάλογο ελληνικών κρασιών Αθηνόραμα Alpha Wine Guide. Τα 1150 καλύτερα ελληνικά κρασιά αξιολογημένα και βαθμολογημένα (2010). Για τους όρους της Κομμωτικής, τα δεδομένα αντλήθηκαν από τον κατάλογο επαγγελματικών βαφών VITA HAIR PROFESSIONAL και την ιστοσελίδα Τους όρους που χρησιμοποιούνται σε χρώματα διακόσμησης (βαφές) τους αντλήσαμε από τα χρωματολόγια των εταιρειών Super Neopal, Vivecryl, Extra Neochrom, Vivelock Gloss & Metallized, Βιβεχρώμ branded, Kraft fresh αλλά και το χρωματολόγιο της Scoda, με χρώματα αυτοκινήτων. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι συναντήσαμε μια δυσκολία στην αναζήτηση των ελληνικών χρωματικών όρων, καθώς τα περισσότερα χρωματολόγια δεν περιέχουν ελληνικούς όρους ή περιέχουν ελάχιστους. 24 Βλ. Αλεξανδρή (2010α) για τη σύγκριση των λεξικών της ΝΕ αναφορικά με τους χρωματικούς όρους. 34

52 Για την έρευνα που αφορά την νεολογία (βλ. και Αλεξανδρή 2012), συλλέγεται μεγάλος αριθμός χρωματικών όρων από καταλόγους μόδας της εταιρείας LA REDOUTE, και της χειμερινής και της καλοκαιρινής κολεξιόν, καθώς διαπιστώθηκε μεγάλη απόκλιση στη χρωματική παλέτα που χρησιμοποιείται σε κάθε σεζόν. Η επιλογή αυτού του γλωσσικού πεδίου έγινε, επειδή οι κατάλογοι μόδας για αγορές από το σπίτι μάς επιτρέπουν να κατανοήσουμε διάφορα γενικά προβλήματα που έχει το λεξιλόγιο των χρωμάτων. Αποτελούν μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα κατηγορία, καθώς η ονομασία ενός χρώματος συνδέεται με μια εικόνα που επιτρέπει την οπτικοποίηση της κατονομαζόμενης απόχρωσης. Δεν είναι όμως μόνο εικονικά και γλωσσικά συστήματα συμβόλων, που παρουσιάζουν κάποια σχετική γλωσσική ομοιογένεια, αλλά επιπλέον ανταποκρίνονται σε κριτήρια τόσο εκδοτικής όσο και εμπορικής πολιτικής και πάνω από όλα συνιστούν αντιπροσωπευτικούς καταλόγους κοινωνικού ενδιαφέροντος, που εκφράζεται μέσα από καθημερινά αντικείμενα. Δεν είναι λίγες οι φορές που διαπιστώνουμε ότι αναδεικνύονται συσχετισμοί ανάμεσα στη χρωματική ορολογία και κάποια κοινωνικά φαινόμενα. Τέλος, ένα μέρος των χρωματικών όρων συγκεντρώθηκαν τόσο από τη σχετική βιβλιογραφία σχετικά με το χρώμα και το λεξικό του (επιστημονικές, λογοτεχνικές, ιστορικές, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες ή άρθρα), από την οποία αντλήσαμε όχι μόνο πληροφορίες αλλά και χρωματικούς όρους, όσο και από προσωπικά αναγνώσματα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου (αποδελτιώθηκε τυχαίο δείγμα αυθεντικών κειμένων του ημερήσιου και περιοδικού τύπου, π.χ. περιοδικά μόδας, όπως DIVA, Marie Claire κτλ.) και ενσωματώθηκαν στο σύνολο των λημμάτων του λεξικού. Το δεύτερο μέρος του σώματος δεδομένων μας λοιπόν είναι κατά πολύ μεγαλύτερο, έτσι ώστε το υλικό αυτό να αποτελεί σήμερα τον κύριο όγκο του corpus (αποτελεί τα 2/3 του συνολικού αριθμού των όρων). Εκτός από το corpus που δημιουργήσαμε, χρήσιμο εργαλείο για τη μελέτη των όρων της έρευνάς μας αποτέλεσε το Σώμα Ελληνικών Κειμένων (ΣΕΚ). Δεδομένου ότι η χρήση των υπολογιστών αποτελεί ένα «καίριο βοήθημα στην έρευνα, όχι μόνο της γλώσσας, αλλά και της γραμματικοσυντακτικής της δομής και της επικοινωνιακής δυναμικής της γλώσσας» (Μπαμπινιώτης 1999, από: Γούτσος 2003), στην παρούσα έρευνα πολύτιμες πληροφορίες αντλήθηκαν από το ΣΕΚ, το πρώτο ηλεκτρονικό σώμα κειμένων της ελληνικής που δημιουργήθηκε με στόχο τη γλωσσολογική έρευνα σε ένα ευρύ φάσμα 35

53 κειμενικών ειδών της σύγχρονης γλώσσας. Το ΣΕΚ περιλαμβάνει 30 εκατομμύρια λέξεις από προφορικά και γραπτά κείμενα από τις δεκαετίες (Γούτσος 2003). Ο Γούτσος (ό.π.) υπογραμμίζει τη σημασία της χρήσης των ηλεκτρονικών σωμάτων κειμένων για τη μελέτη και τη διδασκαλία λεξιλογικών στοιχείων. Με τη χρήση συμφραστικών πινάκων, αναδεικνύονται οι πολλαπλές χρήσεις των λέξεων και γίνεται σαφέστερη διάκριση των σημασιών, ειδικά στα χρώματα, που διακρίνονται από μια πλούσια και δημιουργική σειρά προσδιοριστικών συνάψεων. Η ανάλυση των στοιχείων του σώματος κειμένων μάς διευκόλυνε πολύ για την εκτίμηση της σπουδαιότητας και του ρόλου των ΟΔΧ και των προσδιοριστικών τους, αλλά και τη διαπίστωση της φρασεολογικής ποικιλίας, καθώς μας επέτρεψε προσωπική πρόσβαση σε ένα σύνολο αυθεντικών δεδομένων με πληροφορίες σχετικά με τις συχνότητες εμφάνισης (και συνεμφάνισης) των όρων στα κείμενα Οριοθέτηση του θέματος - Κριτήρια επιλογής των χρωματικών όρων Στην παράγραφο αυτή γίνεται αναφορά στον τρόπο με τον οποίο έγινε η επιλογή των δεδομένων του corpus μας. Σε γενικές γραμμές, αντικείμενο της έρευνας αποτελούν όλα τα επίθετα και ουσιαστικά που δηλώνουν κάποιο χρώμα καθώς και οι εκφράσεις που περιέχουν τους όρους αυτούς. Ειδικότερα, στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με τα κοινά ουσιαστικά και όχι με τα κύρια που είναι δυνατό να σχηματιστούν με βάση ένα όνομα που δηλώνει χρώμα, π.χ. γαλανός Γαλάνης, μαύρος Μαυροειδής, τα οποία θα αποτελέσουν αντικείμενο μελλοντικής έρευνας, καθώς η μελέτη τους δεν έχει άμεση σχέση με την εφαρμογή. Επιπλέον, δεν αποτελούν αντικείμενο της έρευνάς μας τα ρηματικά ουσιαστικά, π.χ. άσπρισμα, ερύθημα κτλ. Ακόμη, οι όροι που αναφέρονται σε μείξη χρωμάτων που δεν δηλώνονται ρητά, καθώς έχουν το σημασιολογικό χαρακτηριστικό [-χρώμα]: πολύχρωμο, εμπριμέ, πουά, ριγέ, καρό κτλ. αλλά και όροι όπως τουίντ (μπορεί να είναι γκρι, καφέ ή ρόζ), που δηλώνουν είδος υφάσματος, δεν περιέχονται στο corpus. Ο μόνος σχετικός όρος που εξετάζουμε είναι το ντένιμ, γιατί ταυτίζεται το ύφασμα με το χρώμα, και απαντά ως χρωματικός όρος σε καταλόγους μόδας. Αντίθετα, όροι που κατονομάζουν ένα σύνολο περισσότερων χρωμάτων σε παράταξη ή σε μείξη: γαλανόλευκη, γαλαζοπράσινο κτλ., περιλαμβάνονται στα δεδομένα μας. Όσον αφορά τους ειδικούς όρους, επιλέχτηκαν μόνο όσοι κατονομάζουν χρωστικές ύλες που λειτουργούν και ως χρωματικοί όροι: μίνιο, κιννάβαρι, όμπρα κτλ. καθώς και οι 36

54 όροι που είναι απαραίτητοι για την κατανόηση και τον ορισμό ενός άλλου χρωματικού όρου: Van Gogh (κίτρινο Van Gogh), Βουργουνδία (κόκκινο Βουργουνδίας) κτλ. Επομένως, όροι που δηλώνουν τεχνική, όπως ακουαρέλα, ακουατίντα, γκουάς, ή υλικό που δεν δηλώνει ξεκάθαρα κάποιο συγκεκριμένο χρώμα, π.χ. λαδοπαστέλ, ανιλίνη, υδρόχρωμα κτλ. δεν περιλαμβάνονται στο corpus. Τέλος, από τα πολύ εξειδικευμένα και εφήμερα λεξιλόγια (της μόδας, των καλλυντικών κτλ.) επιλέχτηκαν μόνο οι όροι που παρουσιάζουν ένα βαθμό λεξικοποίησης στον αντίστοιχο τομέα ή που παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με τον όρο της βάσης. 1.7 Ανακεφαλαίωση Στο πρώτο κεφάλαιο, έγινε επισκόπηση των πιο σημαντικών, κατά τη γνώμη μας, ερευνών που σχετίζονται με τα ονόματα που δηλώνουν χρώμα. Ακολούθησε η περιγραφή του πεδίου των χρωματικών όρων, με βάση την εργασία των Berlin & Kay (1969) αλλά και άλλων μελετών. Τέλος, έγινε η οριοθέτηση του θέματος και εκτέθηκαν οι στόχοι, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε και το υλικό που συστάθηκε για την παρούσα έρευνα. 37

55 Κεφάλαιο 2. Μορφολογία των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα 2.0 Εισαγωγή Το δεύτερο κεφάλαιο έχει ως αντικείμενο τη μορφολογία των υπό εξέταση χρωματικών όρων. Αρχικά, δίνεται ο ορισμός των ΟΔΧ και παρουσιάζονται τα προβλήματα που εμφανίζουν οι εν λόγω όροι σε μορφολογικό επίπεδο. Ακολουθεί η κατηγοριοποίηση με βάση τη μορφή τους (απλά, παράγωγα, σύνθετα ΟΔΧ) και η ταξινόμησή τους σε κλιτικά παραδείγματα. Έπειτα, στις παραγράφους που αφορούν την κατασκευή λέξεων, γίνεται απόπειρα να οριοθετηθεί το πλαίσιο της παραγωγικότητας (παρουσίαση προθημάτων και επιθημάτων που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγή των ΟΔΧ) αλλά και της σύνθεσής τους (μονολεκτικά - πολυλεκτικά σύνθετα). Με τον όρο ονόματα που δηλώνουν χρώμα (ΟΔΧ) εννοούμε τα ουσιαστικά και τα επίθετα που δηλώνουν χρώμα. Μια προσεκτική ματιά πάνω στα λεξικά στοιχεία που εκφράζουν χρωματικά φυσικά χαρακτηριστικά μάς επιτρέπει να παρατηρήσουμε ότι λειτουργούν με έναν τρόπο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θεωρία που προσπαθεί να κατανοήσει τη συμπεριφορά των γραμματικών κατηγοριών. Τα ΟΔΧ, που συνήθως ταξινομούνται ως προσδιοριστικά επίθετα στις παραδοσιακές γραμματικές, στερούνται πολλών χαρακτηριστικών των επιθέτων. Άλλοι συγγραφείς 25 προτείνουν οι χρωματικοί όροι να ταξινομούνται στην κατηγορία των ουσιαστικών, ωστόσο θεωρούμε ότι δεν διαθέτουν όλες τις ιδιότητες των ουσιαστικών. Στην εργασία αυτή θα χρησιμοποιούμε τον όρο όνομα για να αναφερόμαστε στην κατηγορία των λεξικών μονάδων που δηλώνουν χρώμα, αντίθετα με τις παραδοσιακές γραμματικές που παρουσιάζουν ξεχωριστά τις δύο μονάδες. Ο όρος αυτός, που εδώ χρησιμοποιούμε ως ερμηνευτικό εργαλείο, είχε χρησιμοποιηθεί στις κλασικές γραμματικές 26 για την αναφορά τόσο σε ουσιαστικά όσο και σε επίθετα και, 25 Πρβλ. για παράδειγμα: Bosque Η λέξη όνομα είναι γραμματικός όρος που χαρακτηρίζει δύο κλιτά μέρη του λόγου, το ουσιαστικό και το επίθετο. Παρά τη μορφολογική ομοιότητά τους, αποτελούν ανέκαθεν δύο διαφορετικά είδη ονόματος, το οποία όμως, εκτός από βασικές διαφορές στις ιδιότητες και στη λειτουργία μέσα στο λόγο, έχουν παράλληλα τόσο στενές γραμματικές, συντακτικές και μορφολογικές σχέσεις, ώστε προκειμένου για την ελληνική και τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, ο ακριβής διαχωρισμός μεταξύ τους, από την πρώιμή 38

56 ακολουθώντας αυτή την ορολογική παράδοση, θα τον χρησιμοποιήσουμε μέχρι να παρουσιάσουμε μια θεωρητική πρόταση, που να διακρίνει τις δύο αυτές μονάδες. Τα προβλήματα που εμφανίζουν τα ΟΔΧ είναι πολλά και ποικίλα, όμως μπορούν να συγκεντρωθούν σε τρεις μεγάλες γενικές κατηγορίες (πρβλ. Fábregas 2002): α) Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα των ΟΔΧ είναι ο καθορισμός της γραμματικής κατηγορίας τους, που αποτελεί ένα πρωταρχικό ζήτημα σε οποιαδήποτε μορφοσυντακτική ανάλυση που ασχολείται με αυτά. Χωρίς να απαντηθεί αυτό το ερώτημα δεν είναι δυνατόν να αρχίσουμε, πόσω μάλλον να θέσουμε μια ανάλυση για τα συντακτικά φαινόμενα στα οποία εμπλέκονται τα ΟΔΧ. β) Το δεύτερο μεγάλο ερωτηματικό σχετικά με τα ΟΔΧ είναι ο περιορισμός της παραγωγικότητάς τους. Δεν υπάρχει ένα σταθερό κριτήριο, αποδεκτό από όλους τους μελετητές, που να επιτρέπει να αποφασίσουμε αν οι ομαδοποιήσεις/ κατηγοριοποιήσεις των ΟΔΧ παράγονται στο επίπεδο της σύνταξης ή της μορφολογίας. Με αυτή την έννοια, είναι απαραίτητο να ορίσουμε ποιοι από τους παραγόμενους τύπους των ΟΔΧ είναι πραγματικά σύνθετοι και ποιοι αποτελούν αποτέλεσμα συντακτικών κανόνων. Αυτό το πρόβλημα, βέβαια, σχετίζεται με τη συζήτηση αναφορικά με τα όρια της μορφολογίας και της σύνταξης. γ) Το τρίτο ζήτημα αναφέρεται στη θέση που καταλαμβάνει ένα ΟΔΧ στη συντακτική δομή των προτάσεων όπου εμφανίζεται. Πράγματι, υπάρχουν περιορισμοί στη γραμμική σειρά των ΟΔΧ κατά το σχηματισμό ενός ονοματικού συντάγματος, περιορισμοί που δεν είναι αναμενόμενοι για ένα κανονικό προσδιοριστικό επίθετο. Επομένως, αυτό που έχει σημασία είναι να διαπιστωθεί ποιες λεξικές ιδιότητες ενός ΟΔΧ καθορίζουν τη συμπεριφορά του στη συντακτική δομή. Στις επόμενες παραγράφους θα αναλύσουμε όλα αυτά τα ζητήματα, για να περιγράψουμε τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν τα ΟΔΧ στα νέα ελληνικά. τους ακόμα εποχή, να είναι δυσκολότατος. Έτσι, όχι μόνο η συνεχής εναλλαγή στη χρήση ενός ονόματος, άλλοτε ως ουσιαστικού και άλλοτε ως επιθέτου είναι δυνατή κατά την πορεία και την εξέλιξη της γλώσσας, αλλά και η ολοκληρωτική μετατροπή του από το ένα μέρος του λόγου στο άλλο, χωρίς την προσθήκη παραγωγικών καταλήξεων, είναι φαινόμενο συνηθισμένο. Στην ελληνική αρχαιότητα το όνομα είχε ευρύτερη σημασία και αντιδιαστελλόταν προς το ρήμα, όπως σημειώνει ο Πλάτων στον Κρατύλο (425Α), ενώ στην πρώτη νεοελληνική γραμματική του Νικολάου Σοφιανού (1550/1874: 36) η διάκριση αυτή ουσιαστικού και επιθέτου δεν γίνεται (Lyons [1968] 2001: 35-38, Θαβώρης 1969:5). 39

57 2.1. Η γραμματική κατηγορία των ΟΔΧ Σχετικά με την απόδοση της γραμματικής κατηγορίας των ονομάτων που δηλώνουν χρώμα, έχουμε τις εξής δυνατότητες: 1) Να τα θεωρήσουμε επίθετα: Το ότι τα ΟΔΧ είναι επίθετα είναι κάτι που κάποιοι ερευνητές θεωρούν δεδομένο και χρησιμοποιούνται χρωματικοί όροι για να απεικονίσουν τη σειρά, τη σημασία και τη συμφωνία τους. 27 2) Να τα θεωρήσουμε ουσιαστικά. 28 3) Να αναγνωρίσουμε ότι τα ΟΔΧ είναι αδιαφοροποίητα ως προς τη συντακτική τους κατηγορία και συμπεριφέρονται είτε ως επίθετα είτε ως ουσιαστικά, χωρίς να είναι δυνατό να αποδοθούν όλες οι ιδιότητές τους σε καμία από τις δύο κατηγορίες ξεχωριστά. Περισσότερο είναι το γλωσσικό περιβάλλον το οποίο καθορίζει πότε ένα ΟΔΧ είναι επίθετο και πότε ουσιαστικό (Fábregas 2002). 29 Πράγματι, άλλοτε είναι επίθετα, που λειτουργούν ως τροποποιητές/ προσδιορισμοί/ προσδιοριστικά και παρουσιάζουν ποικιλία γένους και αριθμού και επιπλέον εμφανίζονται και σε επιφωνηματικές προτάσεις: Πόσο πράσινα είναι τα μάτια σου! 30, και άλλοτε είναι ουσιαστικά, όταν το ΟΔΧ φέρει ως σημασία μια ιδιότητα, για αυτό και θεωρείται αφηρημένο ουσιαστικό, όπως φαίνεται και στο παράδειγμα (1): (1) Θέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε (Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, 1978) Αυτή η ίδια η σημασία της ιδιότητας μπορεί να αποδοθεί και μέσω άλλων ουσιαστικών που δεν είναι χρωματικοί όροι και αναφέρονται σε φυτά, λουλούδια, φρούτα, πετρώματα ή ουσίες που διακρίνονται από ένα συγκεκριμένο χρώμα: βανίλια, κερασιά, ασβέστης, ωκεανός κτλ. Η δυνατότητα ένα ουσιαστικό αυτής της κατηγορίας να λειτουργεί ως χρωματικός όρος εξαρτάται άμεσα από τις ιδιότητες του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται το 27 Βλ. Γραμματικές Κλαίρη-Μπαμπινιώτη, Τριανταφυλλίδη, Φιλιππάκη κ.ά. 28 Κατά τον Θαβώρη (1969: 1) σχεδόν κάθε επίθετο της ΝΕ είναι δυνατό να χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό (συνήθως με τη βοήθεια του άρθρου), π.χ. η ξανθιά, η μελαχρινή. 29 Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι Androulaki et al. (2006: 6): είναι και ουσιαστικά (το ίδιο το χρώμα) και επίθετα (όταν συνοδεύουν ένα ουσιαστικό ως τροποποιητές). 30 Ή και στον ενικό, είτε σε περίπτωση ασθένειας/ ατυχήματος: Πόσο κόκκινο είναι το μάτι σου! είτε για έμφαση (με διαφορετικό επιτονισμό): Έχει ένα μπλε μάτι!, όπου το οριστικό άρθρο λειτουργεί ως επιφωνηματικός δείκτης. 40

58 συγκεκριμένο ουσιαστικό. Συγκεκριμένα, αν αυτό το αντικείμενο ορίζεται από ένα χαρακτηριστικό χρώμα, η σύνδεση είναι δυνατή (παράδειγμα 2α). Αν, αντίθετα, δεν είναι αυτονόητη αυτή η σύνδεση, φαίνεται παράξενη η χρήση ενός τέτοιου όρου (παράδειγμα 2β). 31 (2) α. Έβαψε τα παράθυρα του σπιτιού της στο χρώμα της Μυκόνου (2) β. *Έβαψε τα παράθυρα του σπιτιού της στο χρώμα της Θάσου Ιδιότητα εκφράζει και μια άλλη κατηγορία ΟΔΧ στην οποία ανήκουν αφηρημένα ουσιαστικά που δηλώνουν ψυχική κατάσταση, όπως ελπίδα, αθωότητα κ.ο.κ. στα παραδείγματα πράσινο της ελπίδας, λευκό της αθωότητας. Στα σύνθετα αυτά ΟΔΧ το βασικό χρώμα έχει το ρόλο του πυρήνα ενώ το άλλο ουσιαστικό έχει το ρόλο του τροποποιητή. Οι τροποποιητές που μπορεί να εμφανιστούν δίπλα στα βασικά ΟΔΧ είναι άπειροι και απρόβλεπτοι, καθώς εξαρτώνται από τη δημιουργικότητα του εκάστοτε συγγραφέα ή ομιλητή. Η μόνη προϋπόθεση προκειμένου ένα ουσιαστικό να μετατραπεί σε ΟΔΧ είναι η πραγματολογία να του επιτρέπει να συνδεθεί γνωσιακά με έναν συγκεκριμένο χρωματικό τόνο (πρβλ. Fábregas 2002). Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει κάποιο ουσιαστικό (εκτός από ΟΔΧ), θεωρούμε πως δεν εννοείται το ουσιαστικό χρώμα αλλά ότι το ΟΔΧ λειτουργεί ως μη μετρήσιμο ουσιαστικό σε ουδέτερο γένος (βλ. παράγραφο 3.3). Στην έκφραση κάποιο ιδιαίτερο κόκκινο, το κόκκινο δεν μπορεί να είναι επίθετο, επειδή τροποποιείται από το επίθετο ιδιαίτερο και ένα επίθετο δεν μπορεί να τροποποιεί άλλο επίθετο, κάτι που ισχύει γενικά για τα επίθετα. Επίσης, οι τύποι ένα/κάποιο/οποιοδήποτε δεν μπορούν να λειτουργήσουν πάνω σε μηδενικούς πυρήνες ουσιαστικών, εκτός βέβαια από περιπτώσεις έλλειψης, όπως στο παράδειγμα (3): (3) Αγόρασα ένα κόκκινο παντελόνι και ένα πράσινο (παντελόνι) Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το χρώμα ως γραμματική κατηγορία είναι πιο κοντά στο ουσιαστικό από ό,τι στο επίθετο, καθώς δεν περιγράφει ιδιότητες αλλά τάξεις αντικειμένων. Έτσι, στο παράδειγμα πράσινη φούστα, το πράσινη είναι η κατηγορία στην οποία ανήκει η φούστα και δεν αποτελεί μια ιδιότητα της φούστας, με τη στενή 31 Υπενθυµίζουµε ότι το σύµβολο (*) χρησιµοποιείται για τις προτάσεις που δεν είναι αποδεκτές. Για τις προτάσεις αµφίβολης αποδεκτότητας τα δύο σύµβολα (?) και (?*) προηγούνται των προτάσεων και δηλώνουν ότι η πρόταση είναι δύσκολα ή πολύ δύσκολα αποδεκτή αντίστοιχα. 41

59 έννοια, όπως θα ίσχυε για παράδειγμα για τα επίθετα κοντή/ μακριά, στενή/ φαρδιά, ελαστική κ.ο.κ. Κι αυτό γιατί, ενώ οι έννοιες όπως το μέγεθος, το σχήμα, η ομορφιά κτλ. μπορούν να γίνουν αντιληπτές μόνο ως ιδιότητες, το χρώμα μπορεί να ερμηνευτεί και ως μια ουσία και ως μια ιδιότητα των ουσιών. Αυτό εννοιακά το τοποθετεί ανάμεσα στα πράγματα και τις ουσίες (Fábregas 2002). Αντίθετα, αν υποστηρίξουμε την άποψη ότι τα ΟΔΧ είναι επίθετα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ισχύει για τα περισσότερα επίθετα, λειτουργούν ως μη μετρήσιμα ουσιαστικά 32, π.χ. Βλέπω πολύ κίτρινο σε αυτόν τον πίνακα. Στην περίπτωση αυτή, ο πληθυντικός αριθμός, όταν τον δέχονται, δεν εκφράζει πλήθος αντικειμένων αλλά πλήθος τάξεων (Bosque 1996). Με αυτόν τον τρόπο, φαίνεται να αναγνωρίζεται ότι οι χρωματικοί όροι, με έναν διαισθητικό τρόπο, είναι μεν επίθετα, αλλά ειδικά επίθετα, που μπορούν να συμπεριφέρονται ως ουσιαστικά. Επιπλέον, υπάρχει και ένα ζήτημα οικονομίας της γλώσσας. Το νοητικό λεξιλόγιο οφείλει να είναι όσο το δυνατό πιο οικονομικό και να μην περιλαμβάνει περιττές πληροφορίες ή δεδομένα που δεν μπορούν να προκύψουν από γενικές αρχές. Το να ονομάζουμε επίθετα οποιαδήποτε ουσιαστικά (ακόμα και κύρια, π.χ. Van Gogh) χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν ουσιαστικά, οδηγεί σε μία αύξηση των εγγραφών του νοητικού λεξιλογίου των φυσικών ομιλητών. Από τη στιγμή που γνωρίζουμε πως εξ ορισμού ένα ουσιαστικό μπορεί, κάτω από ειδικές συνθήκες, να προσδιορίσει ένα άλλο ουσιαστικό (π.χ. ο συγγραφέας αδελφός του) δεν έχει νόημα να υποθέτουμε ότι η χρήση ενός ουσιαστικού ως επιθετικού προσδιορισμού (με την παραδοσιακή έννοια) συνεπάγεται το ότι είναι επίθετο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε ουσιαστικό είναι και ένα εν δυνάμει επίθετο, πράγμα που προφανώς δεν ισχύει. 33 Επομένως, η αρχική υπόθεσή μας είναι πως τα ΟΔΧ λεξικά μπορεί να είναι άλλοτε επίθετα άλλοτε ουσιαστικά, κάποιες φορές ίσως και επίθετα και ουσιαστικά, που στερούνται ιδιότητες και από τις δύο κατηγορίες και, αν δεν υπάρχουν μορφολογικοί περιορισμοί, ενεργοποιούνται από το εκάστοτε γλωσσικό περιβάλλον που καθορίζει αν συμπεριφέρονται με τρόπο που τείνει προς τη μια ή την άλλη κατηγορία. 32 Βλ. και παράγραφο 4.1 σχετικά με το χαρακτηριστικό [±μετρήσιμο]. 33 Από προσωπική συζήτηση με τον Γεώργιο Κοτζόγλου. 42

60 2.2. Κατηγοριοποίηση των ΟΔΧ Περιβάλλοντα εμφάνισης των ΟΔΧ Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το γεγονός ότι ένα ΟΔΧ πραγματώνεται ως μία ή άλλη κατηγορία έχει άμεση σχέση με το συντακτικό περιβάλλον στο οποίο εμφανίζεται. Στη συνέχεια, περιγράφουμε τα περιβάλλοντα όπου εμφανίζεται το ΟΔΧ ως επίθετο και ως ουσιαστικό. Πρώτον, ένα ΟΔΧ συνήθως πραγματώνεται ως ουσιαστικό εφόσον προσδιορίζεται από ένα επίθετο. Επίθετα που μπορούν να προσδιορίσουν τα ΟΔΧ είναι, μεταξύ άλλων, αυτά που δηλώνουν χρωματική διαβάθμιση (σκούρο, φωτεινό ή λαμπερό κτλ.), τα προσεγγιστικά (κοκκινωπό, πρασινωπό κ.λπ.) και γενικά οποιοδήποτε επίθετο αποτίμησης 34 /περιγραφικό, πρβλ. την αμηχανία στην εφαρμογή της συμφωνίας στο παράδειγμα?ανοιχτή καφέ καρέκλα vs. μια καρέκλα σε ανοιχτό καφέ. Θα αναλύσουμε σε βάθος τις δομές που σχηματίζονται από αυτά τα στοιχεία στη συνέχεια της εργασίας μας. Δεύτερον, τα ΟΔΧ εμφανίζονται ως ουσιαστικά όταν προσδιορίζονται από ένα άλλο ουσιαστικό, που δηλώνει μια απόχρωση ή έναν ειδικό τόνο του χρώματος, όπως καστανιά, λεβάντα κτλ., π.χ. Της αρέσουν οι πετσέτες μοβ λεβάντα. Τρίτον, τα ΟΔΧ εμφανίζονται ως ουσιαστικά όταν προσδιορίζονται από ένα άλλο ουσιαστικό σε γενική πτώση (ετερόπτωτος προσδιορισμός), που δηλώνει μια απόχρωση ή έναν ειδικό τόνο του χρώματος, όπως κόκκινο της φωτιάς, μπλε του ουρανού, μπλε κοβαλτίου, κόκκινο Βουργουνδίας κτλ. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα ΟΔΧ που προσδιορίζονται από ένα άλλο ουσιαστικό που αποτελεί άκλιτο κύριο όνομα κίτρινο Van Gogh κ.λπ. Τοποθετούνται στην ίδια κατηγορία γιατί τα άκλιτα ουσιαστικά, αν κλίνονταν, θα έμπαιναν και αυτά σε γενική πτώση, γεγονός που φαίνεται και από τη χρήση του άρθρου το κίτρινο του Van Gogh κτλ. Αυτές τις δομές θα τις αναλύσουμε παρακάτω, στην παράγραφο 2.7 που αφορά τη σύνθεση και την παράγραφο 3.5 που αφορά τη συμφωνία. Τέταρτον, τα ΟΔΧ εμφανίζονται ως ουσιαστικά όταν εμφανίζονται σε εμπρόθετο προσδιορισμό, όπως στα παραδείγματα (4): (4) α. Διορθώνει με κόκκινο. (4) β. Το προτιμώ σε κίτρινο. 34 Γραμματική Κλαίρη-Μπαμπινιώτη (2009). 43

61 Πέμπτον, τα ΟΔΧ εμφανίζονται ως ουσιαστικά στη δομή φοράω + ΟΔΧ, εκτός από τις περιπτώσεις έλλειψης: (5) Ο Γιάννης φοράει μαύρα. Από την άλλη, τα ΟΔΧ θα πραγματωθούν ως επίθετα σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες είναι αποκλειστικοί προσδιορισμοί ενός ουσιαστικού, ακόμη κι αν τροποποιούνται από κάποιο άλλο επίθετο: (6) α. Τα παπούτσια του Κώστα είναι κίτρινα. β. Τα πράσινα φυτά. γ. Η Μαρία έγινε κατακόκκινη. δ. Ο Γιάννης επέστρεψε μαύρος (από τον ήλιο). ε. Η Άννα έχει σκούρα καστανά μαλλιά. Υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι συντακτικοί λόγοι που ρυθμίζουν το αν τα ΟΔΧ θα πραγματωθούν ως ουσιαστικά ή ως επίθετα (βλ. τις δομές που αναλύονται στην παράγραφο 3.3). Ωστόσο, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, παρά όσα είπαμε ως τώρα, δεν έχουν όλα τα ΟΔΧ της ΝΕ τη δυνατότητα να εκδηλωθούν σε αυτές τις δύο γραμματικές κατηγορίες. Έτσι, τα ΟΔΧ που προέρχονται από ουσιαστικά όπως λεβάντα, καστανιά, μηλιά, φουντούκι κτλ., δεν μετατρέπονται σε επίθετα, όπως στα παραδείγματα (7) και (8): (7) Αυτά τα τραπέζια είναι μηλιά. (στην πρόταση υπάρχει αμφισημία, καθώς άλλοτε γίνεται αναφορά στο χρώμα, άλλοτε στο υλικό και άλλοτε και στα δύο μαζί) (8) Το τραπεζομάντιλο που βλέπετε στον κατάλογο βγαίνει και σε λεβάντα/ φουντούκι. Αυτό συμβαίνει γιατί, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, τα ΟΔΧ που προέρχονται από φυσικά αντικείμενα με ένα χαρακτηριστικό χρώμα και στα οποία προσδίδονται οι χρωματικές ιδιότητες των αντικειμένων αυτών, λειτουργούν σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά, επομένως δεν μπορούν να εμφανιστούν σε θέση επιθέτου. Η διαπίστωση ότι τα παραπάνω ΟΔΧ πραγματώνονται μόνο ως ουσιαστικά ενισχύεται και από τη διαφορά που παρατηρούμε στη σειρά των όρων στις παρακάτω δομές: (9) Το τραπεζομάντιλο που βλέπετε στον κατάλογο βγαίνει και σε χρώμα λεβάντα. *Το τραπεζομάντιλο που βλέπετε στον κατάλογο βγαίνει και σε λεβάντα χρώμα. (10) Το τραπεζομάντιλο που βλέπετε στον κατάλογο βγαίνει και σε χρώμα κόκκινο. Το τραπεζομάντιλο που βλέπετε στον κατάλογο βγαίνει και σε κόκκινο χρώμα. 44

62 Το ίδιο ισχύει και για το μεγαλύτερο τμήμα των πολυλεκτικών σύνθετων ΟΔΧ (π.χ. σάπιο μήλο), όπως θα δούμε στη συνέχεια της εργασίας (παράγραφος 2.7.3). Αυτό που προτείνουμε είναι ο προσδιορισμός της γραμματικής κατηγορίας να γίνεται όχι με βάση την εκάστοτε λειτουργία τους αλλά με βάση τη μορφολογία και την κατανομή τους (Radford 1988). Με άλλα λόγια, ένα ουσιαστικό μπορεί να προσδιορίζεται από επίθετο, άλλο ουσιαστικό, προθετική φράση ή ακόμα και πρόταση: (11) Αγόρασα πετσέτες σε χρώμα όπως αυτό που σου αρέσει. Το να λειτουργεί μία φράση/λέξη ως αυτό που παραδοσιακά ονομάζουμε επιθετικό προσδιορισμό δεν την καθιστά αυτομάτως και επίθετο. Για να την εντάξουμε στην κατηγορία επίθετο πρέπει στο νου του φυσικού ομιλητή, στην εσωτερικευμένη γλώσσα του φυσικού ομιλητή (γλωσσική ικανότητα, μεταξύ άλλων βλ. Pinker 1994, Chomsky 1965, 1986, 1995, 2000, Boeckx 2006, Piattelli-Palmarini et al. 2009) να μοιράζεται δύο χαρακτηριστικά με τα υπόλοιπα επίθετα: κοινή μορφολογία και κοινή κατανομή. Ως προς τη μορφολογία, εξετάζουμε αν τα ΟΔΧ κλίνονται για γένος, πτώση και αριθμό, αν σχηματίζουν παραθετικά, αν από αυτά μπορούμε να παραγάγουμε επιρρήματα κτλ. Ωστόσο, αυτό το κριτήριο δεν είναι επαρκές για όλα τα ΕΔΧ. Από τη μια, τα περισσότερα είναι άκλιτα (ο ροζ πάνθηρας, το ροζ φόρεμα κτλ.). Επομένως, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι χρωματικοί όροι όπως λεβάντα, ωκεανός κτλ. είναι και αυτοί άκλιτα επίθετα. Από την άλλη, δεν θεωρούμε επαρκές ούτε το κριτήριο του σχηματισμού παραθετικών. Όσον αφορά την εσωτερικευμένη γλώσσα των ομιλητών, αυτό που μπορεί να είναι για έναν ομιλητή ουσιαστικό μπορεί κάλλιστα να είναι για κάποιον άλλο επίθετο. Στο παράδειγμα (12) κάποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει το (α) και ως ένα βαθμό το (β), υποθέτουμε όμως ότι δύσκολα θα χρησιμοποιήσει το (γ). Αυτό θεωρούμε ότι οφείλεται στο γεγονός ότι οι χρωματικοί όροι της κατηγορίας του (γ) αποτελούν χρωματικούς όρους που δεν είναι ευρέως γνωστοί (συχνά δεν είναι καν αναγνωρίσιμοι ως τέτοιοι, π.χ. κοχύλι), με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολη η σύνδεση του χρωματικού όρου με το πρωτοτυπικό χρώμα του αντικειμένου αναφοράς της ονοματικής βάσης: (12) α. το πρόσωπό του ήταν πιο κόκκινο απ ό,τι περίμενα β.?αυτός ο καναπές είναι πιο κόκκινος από εκείνον 45

63 γ.??το τραπεζομάντιλο είναι πιο λεβάντα από τη χαρτοπετσέτα/??ο τοίχος της κουζίνας είναι πιο κοχύλι 35 από τον τοίχο του μπάνιου Τέλος, το κριτήριο του παραγωγικού σχηματισμού επιρρημάτων δεν ισχύει εξ ορισμού για τα χρωματικά επίθετα, αφού τα ΕΔΧ απορρίπτουν συστηματικά το σχηματισμό επιρρημάτων: *κόκκινα, *πράσινα, *κίτρινα κτλ. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα σοβαρό αντεπιχείρημα για όσους εντάσσουν τα ΟΔΧ αποκλειστικά στην κατηγορία των επιθέτων, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλη παραγωγικότητα στον συγκεκριμένο κανόνα κατασκευής λέξεων. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι το κριτήριο της μορφολογίας δεν είναι επαρκές για τον προσδιορισμό της γραμματικής κατηγορίας των ΟΔΧ. Για το λόγο αυτό, θα επιστρατεύσουμε και το δεύτερο κριτήριο, αυτό της κατανομής. Για να εντάξουμε κάποιο ΟΔΧ στην κατηγορία των επιθέτων, θα πρέπει να ελέγξουμε αν εμφανίζεται στα συντακτικά περιβάλλοντα στα οποία εμφανίζονται τα επίθετα (αντίστοιχα και για τα ουσιαστικά). Το κριτήριο της κατανομής μάς φαίνεται πιο αποτελεσματικό, καθώς μας δίνει επιχειρήματα για την ένταξη των ΟΔΧ σε κάποια γραμματική κατηγορία. Για παράδειγμα, όσον αφορά τα ΟΔΧ όπως λεβάντα, μανόλια, ωκεανός κτλ., μπορούμε να προτείνουμε ότι το λεβάντα εμφανίζεται μεν σε δομές όπως η (13) (η δομή αυτή αναλύεται στην παράγραφο 3.3): (13) αγόρασα πετσέτες σε χρώμα λεβάντα/ ωκεανός αλλά όχι σε άλλα σημεία στα οποία εμφανίζονται επίθετα. Φαίνεται μη γραμματική η πρόταση (14α) ενώ όχι εύκολα αποδεκτή από όλους τους ομιλητές η πρόταση (14β): (14) α. *αγόρασα ένα λεβάντα/ωκεανός παντελόνι β.?η χαρτοπετσέτα ήταν λεβάντα/ωκεανός σε αντίθεση με τις προτάσεις στο (15): (15) α. αγόρασα ένα κίτρινο παντελόνι β. η χαρτοπετσέτα ήταν κίτρινη Επομένως, δεν μοιάζει να είναι αποδεκτή η εμφάνιση των όρων αυτών πριν από ΟΦ ή φαίνεται λιγότερο αποδεκτή η εμφάνισή τους σε θέση κατηγορουμένου με συνδετικό το ήταν. Στο παράδειγμα (14) τα ΟΔΧ λεβάντα/ ωκεανός δεν υπακούν στον κανόνα της συμφωνίας, οπότε συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για ουσιαστικά και όχι για επίθετα. Πιθανόν ένας παράγοντας που εμποδίζει την πιθανότητα ένα τέτοιο ΟΔΧ να μετατραπεί σε επίθετο να είναι η συχνότητα χρήσης του συγκεκριμένου όρου ως χρωματικού όρου. 35 Απόχρωση της ΒΙΒΕΧΡΩΜ. 46

64 Ίσως ακόμη να επηρεάζει και το γεγονός ότι για τον ομιλητή δεν είναι ορατή η σημασιο-πραγματολογική σχέση που συνδέει το χρώμα με την τρέχουσα χρήση του ουσιαστικού. Επιπλέον, συνήθως δεν εμφανίζουν την ανάγκη να τροποποιηθούν από άλλο επίθετο 36, ενώ έχουν περισσότερο ταξινομική 37 παρά αποτιμητική λειτουργία (Fábregas 2002): (16) α. *αγόρασα ένα παντελόνι έντονη λεβάντα β.?αγόρασα ένα παντελόνι λεβάντα έντονο γ. αγόρασα ένα έντονο κίτρινο παντελόνι Η μορφή των ΟΔΧ Στην παράγραφο αυτή γίνεται μια απόπειρα κατηγοριοποίησης των ΟΔΧ στηριζόμενη στη μορφή τους. Σε κάθε κατηγορία προσδιορίζεται επιπλέον σε ποιο μέρος του λόγου κατατάσσονται τα υπό εξέταση ΟΔΧ, με βάση τις διαπιστώσεις της προηγούμενης παραγράφου. Ακολουθεί η διάκριση των ΟΔΧ σε τρεις βασικές κατηγορίες στο πλαίσιο της παραγωγικής μορφολογίας (derivational morphology) και την περαιτέρω περιγραφή τους: Πιο αναλυτικά, βλ. παράγραφο Πρβλ. παράγραφο Βλ. και Αναστασιάδη 1987 Molinier 2001,

65 ΣΧΗΜΑ 3: Μορφολογική Κατηγοριοποίηση των ΟΔΧ Πιο αναλυτικά: Ι) απλά ΟΔΧ: Τα απλά ΟΔΧ έχουν τη δυνατότητα να πραγματωθούν άλλοτε ως επίθετα και άλλοτε ως ουσιαστικά. Διακρίνονται σε: α) Μονομορφηματικά, που αποτελούνται μόνο από λεξικό μόρφημα: ροζ, γκρι, ταμπά. β) Μη μονομορφηματικά, που αποτελούνται από ένα λεξικό μόρφημα και ένα γραμματικό (κλιτικό): 39 άσπρ-ος, κόκκιν-ος 40. Προέρχονται είτε από παλαιότερες μορφές της γλώσσας (κυανοῦς, ἐρυθρὸς) 41 ή από δανεισμό (χακί), είτε από ένα ουσιαστικό μέσω μετατροπής (ή παραγωγής), ωστόσο ο σύνδεσμος μεταξύ των δύο δεν είναι πλέον αντιληπτός από τους χρήστες της ΝΕ (κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, γαλάζιο, άσπρο, μαύρο, κτλ.). Για παράδειγμα, όταν χρησιμοποιούμε το κίτρινο χρώμα, δεν σκεφτόμαστε τη σύνδεση της λέξης κίτρ-ινο με τον καρπό κίτρ-ο, από τον οποίο προέρχεται ετυμολογικά. Αυτοί οι τύποι δεν είχαν πάντα την ίδια σημασιακή υπόσταση και ο βαθμός εισαγωγής τους στην τρέχουσα χρήση της ΝΕ είναι πολύ διαφορετικός. Προτείνουμε να γίνεται μια περαιτέρω κατηγοριοποίησή τους σε σημασιολογικό επίπεδο (βλ. κεφάλαιο 4). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα απλά ονόματα είναι αυτά που εμφανίζονται με τη μεγαλύτερη συχνότητα στο corpus μας. Ειδικά τα ονόματα της κατηγορία των ΒΧΟ είναι αυτά που συμμετέχουν κατά κύριο λόγο στις διαδικασίες κατασκευής λέξεων. ΙΙ) παράγωγα ΟΔΧ: αποτελούνται από ένα λεξικό μόρφημα και ένα πρόθημα ή ένα επίθημα: 42 α) πρόθημα + όνομα: ημί-λευκο, υπό-ξανθο, κατα-κόκκινο 39 Το ΝΕ -ός < ΑΕ -οῦς/-ὸς, π.χ. ΝΕ αργυρός < ΑΕ ἀργυροῦς, ΝΕ ωχρός < ΑΕ ὠχρὸς θεωρείται γραμματικό κλιτικό μόρφημα, άσχετα αν τα ΑΕ -οῦς και -ὸς από τα οποία προέρχεται θεωρούνται επιθήματα για την ΑΕ, εφόσον εφαρμοζόμενα σε ουσιαστικό το μετατρέπουν σε επίθετο. Ακόμη το γραμματικό μόρφημα -ος χρησιμεύει στο να συμμορφώνει δάνεια λεξικά μορφήματα στο μορφοφωνολογικό σύστημα της ΝΕ, π.χ. γκρίζος (στο άλικος < τουρκικό al φαίνεται ότι εφαρμόζεται ο ταξικός σηματοδότης -ικος) (Corbin 1987 Αναστασιάδη 1992, 1997). 40 Συγχρονικά, μπορούμε να πούμε ότι αποτελείται από ένα λεξικό μόρφημα και ένα γραμματικό, καθώς δεν είναι διαφανής η ετυμολογία: κόκκιν-ος. Πρόκειται για κατάλοιπο της διαχρονίας. Θεωρούμε ότι υπάρχει διαβάθμιση της συγχρονίας - διαχρονίας. Θα είχε ενδιαφέρον το αντικείμενο αυτό να εξεταστεί πειραματικά στο πλαίσιο της ψυχογλωσσολογίας. 41 Για τα όρια συγχρονίας-διαχρονίας βλ. παράρτημα Πιο αναλυτικά, στην παράγραφο

66 β) όνομα + επίθημα: κεραμιδ-ί, κιτριν-ωπό, πρασιν-άκι Ως προς τη συμπεριφορά τους μέσα στην πρόταση, εμφανίζονται στις ίδιες δομές με τα απλά ΟΔΧ, όπως θα εξετάσουμε στην παράγραφο 3.3 που αφορά τη σύνταξη. ΙΙΙ) σύνθετα ΟΔΧ ι) μονολεκτικά σύνθετα ΟΔΧ: αποτελούνται από δύο (ή -πιο σπάνια- τρία) λεξικά μορφήματα (τα συνθετικά έχουν χάσει την αυτονομία τους, υπάρχει το συνδετικό φωνήεν -ο- και ο τόνος τοποθετείται ανάλογα με τους σχηματιστικούς κανόνες της ΝΕ): γαλαζο-πράσινο, ασπρόμαυρο, μπορντο-ροδο-κόκκινο 43. ιι) πολυλεκτικά σύνθετα ονόματα, που αποτελούνται: Α) από ΟΔΧ. Πιο αναλυτικά: i) από δύο απλά ΟΔΧ (τα συστατικά στοιχεία διατηρούν τη μορφολογική αυτονομία τους): κίτρινο πορτοκαλί. Εδώ ανήκουν και τα ΟΔΧ του τύπου: κόκκινο άλικο, γκρι ποντικί, ερυθρός κεραμιδής (οίνος), κίτρινος χρυσαφής (οίνος) ii) από ένα απλό και ένα ΕΔΧ τροπ, (τα συστατικά στοιχεία διατηρούν τη μορφολογική αυτονομία τους): μπλε μεταλιζέ / μεταλλικό μπλε, φωσφορίζον κίτρινο, φλούο λαχανί iii) από τρία απλά ΟΔΧ. Στα ΝΕ υπάρχει η δυνατότητα να συνθέσουμε τρία (ή και περισσότερα) ΟΔΧ 44, κυρίως στον ανεπίσημο προφορικό 43 Το ΟΔΧ μπορντο-ροδο-κόκκινο καθιερώθηκε από τη συχνή χρήση του στην τηλεοπτική εκπομπή της κ. Δ. Μιραράκη, εμπόρου χαλιών. 44 Τα ΟΔΧ ανήκουν σε ένα λεξικό πεδίο πολύ παραγωγικό, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να συναντάμε νέους σχηματισμούς που είναι αποτέλεσμα της επίδρασης ενός εξωγλωσσικού περιβάλλοντος. Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στο εργαστήριο ενός διάσημου ζωγράφου που προσπαθεί να μας εξηγήσει το έργο του. Μπροστά σε έναν πολύ έντονο κόκκινο τόνο και προσπαθώντας να τον διακρίνει από ένα άλλο παραπλήσιο κόκκινο, ο ζωγράφος θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το χρώμα ως έντονο πορφυρό κόκκινο μπορντό. Αυτή η δημιουργία δεν έχει καμία αισθητική ή κυριολεκτική πρόθεση, αλλά περιορίζεται στο να απαντήσει στην πραγματική ανάγκη του ομιλητή να γίνει αντιληπτός από τον συνομιλητή του. Το γεγονός αυτό, που καταρχήν θα αφορούσε τη λεξικογραφία ή και την πραγματολογία, μετατρέπεται σε ένα γραμματικό πρόβλημα, δεδομένου ότι σε ακολουθίες όπως η παραπάνω, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μορφολογικό ή συντακτικό φαινόμενο. 49

67 λόγο ή στην ορολογία (σε χρωματολόγια, καταλόγους κτλ.), στην προσπάθεια να περιγράψουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια μία ασαφή απόχρωση ή ένα σύμπλεγμα χρωμάτων: καστανό ακαζού χάλκινο (χρωματολόγιο κομμωτηρίου). Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των τροποποιητών που μπορεί να δεχτεί ένα ΟΔΧ είναι απεριόριστιος. Β) από ονοματικές φράσεις που έχουν τη μορφή: α) Ε + Ο: σάπιο μήλο, ώριμο στάχυ, καμένη γη (τερακότα), βυζαντινή πορφύρα Τα πολυλεκτικά αυτά ΟΔΧ αναφέρονται στα χρώματα με έμμεσο και αφηρημένο τρόπο, καθώς δεν αποτελούνται από κατεξοχήν χρωματικούς όρους. Ο μετωνυμικός σύνδεσμος που προκάλεσε τη δημιουργία τους έπαψε να υπάρχει ή δεν είναι πλέον πάντα αντιληπτός από τον ομιλητή που τα χρησιμοποιεί. Πρόκειται για παγιωμένους συνδυασμούς λέξεων. Σπανίως, χρησιμοποιείται μια παύλα για να δείξει αυτή την παγίωση και ότι ανήκουν στο λεξικό των χρωμάτων. Αυτά τα ΟΔΧ, με βάση τη μορφολογία και την κατανομή τους, ανήκουν στην κατηγορία των ουσιαστικών. β) Ο + Α οριστ. /Ø + Ο γεν : κόκκινο της φωτιάς, κίτρινο Νεαπόλεως, κίτρινο Van Gogh Μια τέτοια συνταγματική μονάδα μπορεί να αποτελείται από ένα ΟΔΧ και ένα ουσιαστικό σε γενική (το οποίο συχνά είναι κύριο όνομα). Το ουσιαστικό μπορεί να ακολουθεί ακριβώς μετά το ΟΔΧ ή να μεσολαβεί ομοιόπτωτο οριστικό άρθρο. Πρόκειται για ένα αντικείμενο αναφοράς που παρουσιάζει έναν συγκεκριμένο τόνο του χρώματος που εκφράζει το ΟΔΧ που συνοδεύει. Έτσι, όταν μιλάμε για κόκκινο χρωμίου αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο κόκκινο που έχει το υλικό αυτό. Η χρήση του άρθρου είναι προαιρετική, εκτός αν πρόκειται για γενική που δηλώνει παρομοίωση (και θα μπορούσε να αντικατασταθεί από το όπως+ονομ. ή όπως+γεν.), όπου σχεδόν πάντα είναι υποχρεωτική η χρήση του άρθρου: (19) κόκκινο όπως η φωτιά/ κόκκινο όπως της φωτιάς / *κόκκινο όπως φωτιάς Επιπλέον, στην περίπτωση αυτών των ΟΔΧ δεν είναι δυνατή η παράλειψη του πρώτου συνθετικού, π.χ. κόκκινο (της) Σαντορίνης / *(της) Σαντορίνης, μπλε κοβαλτίου / *κοβαλτίου, κόκκινο της φωτιάς / *της φωτιάς, κίτρινο Van Gogh / *Van Gogh (βλ. κεφάλαιο 4). Αυτά τα ΟΔΧ, με βάση τη μορφολογία και την κατανομή τους, ανήκουν στην κατηγορία των ουσιαστικών. 50

68 γ) Ο + Ε + Ο γεν : ερυθρό ικανοποιητικής έντασης, κίτρινο μεσαίας έντασης Μια τέτοια συνταγματική μονάδα μπορεί να αποτελείται από ένα ΟΔΧ και ένα ουσιαστικό σε γενική που προδιορίζεται από ένα επίθετο. Στην κατηγορία αυτή δεν είναι δυνατή η παράλειψη του επιθέτου. Τα ΟΔΧ αυτά αποτελούν ειδικούς όρους που χρησιμοποιούνται ως επί το πλείστον στο πεδίο της Οινολογίας, προς αναζήτηση της μεγαλύτερης περιγραφικής ακρίβειας αναφορικά με τις αποχρώσεις των κρασιών. Ειδικά στην Οινολογία, είναι δυνατόν να προστεθούν σε όλες τις παραπάνω κατηγορίες ΟΔΧ εμπρόθετες ΟΦ με τη μορφή με+(ε)+ε+ο ή με+ο+ο γεν ή και αλλιώς, π.χ.: (20) ερυθρό μεσαίου βάθους με κεραμιδί αποχρώσεις/ πορτοκαλί με ερυθρές και καφετί νότες/ πορτοκαλί με νότες κρεμμυδόφλουδας/ βαθύ ερυθρό με νεανικές ιώδεις ανταύγειες Στο corpus μας παρατηρούμε ότι υπάρχει μια σταθερότητα στη χρήση τέτοιων όρων, ωστόσο ο κατάλογος θεωρούμε ότι είναι ανοιχτός και εξαρτάται από τη δημιουργικότητα του εκάστοτε ειδικού του πεδίου. 2.3 Οι τροποποιητές Εκτός από τα ΟΔΧ που συνδέονται με την τονικότητα των χρωμάτων και απαντούν άλλοτε ως επίθετα και άλλοτε ως ουσιαστικά, υπάρχουν και τα ΕΔΧ που φέρουν αποχρώσεις που συνδέονται με τη φωτεινότητα, τον κορεσμό, τη λάμψη κτλ., τα οποία ονομάζουμε τροποποιητές (στο εξής: ΕΔΧ τροπ ). 45 Αυτά διακρίνονται σε δύο σημαντικές κατηγορίες: Α) Τα κλασικά ΕΔΧ τροπ, όπως θαμπό, ματ, λαμπερό. Μια μεγάλη κατηγορία των κλασικών ΕΔΧ τροπ είναι οι άμεσοι τροποποιητές 46 (ανοιχτό, έντονο, σκούρο, απαλό, σκοτεινό), οι οποίοι μας πληροφορούν ως επί το πλείστον για τη φωτεινότητα και τον 45 Οι προτάσεις του Γαλλικού Οργανισμού Τυποποίησης είναι οι εξής: για να εκτιμήσουμε τη φωτεινότητα ενός χρώματος, συνιστάται να χρησιμοποιούνται τα επίθετα ανοιχτό και σκούρο και για να εκτιμήσουμε τον κορεσμό ενός χρώματος, να χρησιμοποιούνται τα επίθετα κορεσμένο (ή καθαρό/αμιγές) και ξεπλυμένο/ξεθωριασμένο, αν το χρώμα ενός σώματος είναι ταυτόχρονα ανοιχτό και κορεσμένο, θα λέγεται έντονο, αν είναι ταυτόχρονα ανοιχτό και ξεθωριασμένο, θα λέγεται απαλό/παλ, αν είναι ταυτόχρονα σκούρο και κορεσμένο, θα λέγεται βαθύ, ενώ, αν είναι ταυτόχρονα σκούρο και ξεθωριασμένο, θα λέγεται αδύναμο. 46 Για την ορολογία συμβουλευτήκαμε τον Molinier

69 κορεσμό 47. Για να δηλώσουμε τη φωτεινότητα, δηλαδή την απορρόφηση ή αντανάκλαση του φωτός από ένα χρώμα, χρησιμοποιούμε επίθετα όπως ανοιχτό, σκούρο, φωτεινό, σκοτεινό, κανονικό ή ενδιάμεσο, καθώς ο βαθμός της φωτεινότητας δίνεται σε σχέση με το άσπρο και το μαύρο πάνω στον άξονα της φωτεινότητας (κλίμακα του γκρι). Για να δηλώσουμε τον κορεσμό, την καθαρότητα ή μη του χρώματος (πόσο λευκό περιλαμβάνει), χρησιμοποιούμε όρους όπως κορεσμένο, αμιγές, καθαρό, ξεθωριασμένο, ξεπλυμένο κτλ. Εκτός από τους άμεσους, υπάρχουν και άλλοι τροποποιητές, τους οποίους θα μπορούσαμε να ονομάσουμε έμμεσους, που μας πληροφορούν αναφορικά με την όψη, την ένταση, το βαθμό φωτεινότητας ή κορεσμού του χρώματος αλλά συνοδεύονται συχνά από συνυποδηλώσεις θετικές ή αρνητικές, π.χ. τρυφερό, κραυγαλέο, παλιακό, σκοτωμένο, φανταχτερό, ή ακόμη και πολιτισμικές, π.χ. βουλγάρικα χρώματα, χρώματα φαραώ. Β) Τα παράγωγα ΕΔΧ τροπ που σχηματίζονται με επιθηματοποίηση σε μια βάση ΟΔΧ (κοκκινωπός, πρασινωπός, κτλ.), τα οποία ονομάζονται προσεγγιστικά. Πρόκειται για επιθήματα που «τείνουν προς, μοιάζουν με» ή «προέρχονται από, μοιάζουν με» και δεν προσδιορίζουν μια συγκεκριμένη απόχρωση αλλά μετριάζουν ως ένα βαθμό το χρώμα της βάσης. Τα επιθήματα που σχηματίζουν προσεγγιστικά ΕΔΧ 48 είναι: 49 -ωπός, -ωπή, -ωπό: κοκκιν-ωπός, πρασιν-ωπός, γριζ-ωπός, κριτριν-ωπός κτλ. -ων, -ουσα, -ον 50 : λαμπυρίζ-ων, φωσφορίζ-ων, ιριδίζ-ων -έ: περλ-έ, πλατιν-έ (σπν. -ουλής, δεν σχημ. θηλ.) -ουλί: κρασ-ουλής, σκατ-ουλής, ροζ-ουλής -ειδερός: μαυρ-ειδερός, ασπρ-ειδερός 51 -ούλης, -ούλα, -ούλι (παιχν.) 52 : ασπρ-ούλα, ροδ-ούλα, μαυρ-ούλης, γκριζούλης 47 Βλ. και σχήμα 1, παράγραφος Υπάρχει και το προσεγγιστικό επίθημα -άκι, που παράγει μόνο ουσιαστικά που δηλώνουν χρώμα: κοκκιν-άκι, ροζ-άκι, κιτριν-άκι. 49 Πιο αναλυτικά, βλ. παράγραφο Δεν συμπεριλάβαμε το επίθημα -(ιζ)έ (μεταλ-ιζέ, φωσφορ-ιζέ), καθώς δεν είναι επίθημα της νέας ελληνικής αλλά απαντά μόνο σε δάνεια. Βλ. και παράγραφο (πίνακας 5). 51 Το επίθημα αυτό εφαρμόζεται μόνο στα επίθετα άσπρο και μαύρο. 52 Το επίθημα αυτό αναφέρεται σε έμψυχα. 52

70 Από μια άλλη σκοπιά, τα επιθήματα αυτά θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ανάλογα με το είδος της βάσης στην οποία εφαρμόζονται: - μη λόγιες βάσεις ΟΔΧ: κόκκιν(ος)-ωπός, πράσιν(ος)-ωπός κτλ. - λόγιες βάσεις ΟΔΧ: ιριδίζ-ων, λαμπυρίζ-ων - βάσεις ΟΔΧ αδιαφοροποίητες ως προς το χαρακτηριστικό [±λόγιο]: περλ-έ, μαυρούλης - ονοματικές βάσεις που δεν έχουν άμεση αναφορά στο χρώμα: κρασ-ουλής. 2.4 Τα δάνεια Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για συγχρονική μελέτη, θεωρούμε ότι οφείλουμε να αναφερθούμε σε μια μεγάλη κατηγορία των χρωματικών όρων που εξετάζουμε: τα γλωσσικά δάνεια (μπλε, γκρι κτλ.), τα οποία τις περισσότερες φορές δεν αναλύονται μορφολογικά. Εξάλλου, ο Saussure (1916: 42) αναφέρει ότι: «η δάνεια λέξη δεν υπολογίζεται ως δάνεια από τη στιγμή που τη μελετούμε μέσα στο σύστημα δεν υπάρχει παρά μέσα από τη σχέση της και την αντίθεσή της με τις άλλες με τις οποίες συνδυάζεται, όπως ακριβώς οποιοδήποτε ιθαγενές σημείο». Τα δάνεια από τη γαλλική παρατηρούμε ότι έχουν μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στα δεδομένα μας. Πρόκειται για αρχικά ειδικούς όρους από το χώρο της μόδας αλλά και από επιστημονικά λεξιλόγια, έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ορολογία. Η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1994) υποστηρίζει ότι τα δάνεια από τη γαλλική εισάγονται πρώτα σε ειδικά λεξιλόγια και στη συνέχεια ενδεχομένως κωδικοποιούνται στο γενικό λεξιλόγιο. Επιπλέον, κατά την Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1997α), οι περισσότεροι επιστημονικοί όροι προκύπτουν με εξωτερική διαδικασία δανεισμού και ειδικότερα είναι προϊόντα του έμμεσου δανεισμού. Για παράδειγμα, στο πεδίο των εικαστικών τεχνών συνήθως απαντούν μεταφραστικά δάνεια (από τη γαλλική ή την αγγλική, πιο σπάνια από τη γερμανική ή άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες). Έτσι, εκτός από κάποιους βασικούς όρους που προέρχονται από την ΑΕ, τα περισσότερα χρώματα προέρχονται από δανεισμό άλλοτε αναγκαίο (δηλωτικά δάνεια) και άλλοτε όχι (δάνεια πολυτελείας, συνυποδηλωτικά δάνεια) 53. Πολλά από αυτά προσαρμόζονται στο μορφο-φωνολογικό σύστημα της ΝΕ, ενώ αρκετά είναι αυτά που χρησιμοποιούνται χωρίς προσαρμογή. Υπάρχει και μια κατηγορία δανείων που διατηρεί 53 Περισσότερα σχετικά με την ορολογία του δανεισμού, βλ. Αναστασιάδη

71 το αλφάβητο της γλώσσας προέλευσης, συνήθως την αγγλική πρόκειται για τα δάνεια γραφής (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1994). Στο κεφάλαιο αυτό, γίνεται μια προσπάθεια οργάνωσης των δανείων των ΟΔΧ λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω χαρακτηριστικά Κατηγοριοποίηση δανείων Όπως συμβαίνει σε όλες τις γλώσσες, έτσι και στη ΝΕ τα δάνεια είναι διαφόρων ειδών. Στη συντριπτική πλειονότητά τους, τα δάνεια που απαντούν στο corpus μας αφορούν μεταφορά ξένων όρων. Μπορούμε να προβούμε σε περαιτέρω κατηγοριοποίησή τους: α) Μη προσαρμοσμένα δάνεια Τα περισσότερα δάνεια βρίσκονται στο στάδιο της πρωτογενούς 54 μορφολογικής προσαρμογής (βεραμάν, σομόν, μπλε) και, επομένως, δεν μπορούν να ενταχτούν σε κάποιο κλιτικό παράδειγμα της ΝΕ. Συνήθως δεν υπάρχει ακριβής ελληνική μετάφραση για αυτούς τους όρους. β) Προσαρμοσμένα δάνεια Κάποια δάνεια έχουν υποστεί δευτερογενή προσαρμογή στο κλιτικό σύστημα της ΝΕ. Έτσι, συχνά απαντούν διπλοί τύποι, ένας προσαρμοσμένος (γκρίζος, βιολετής) κι ένας μη προσαρμοσμένος (γκρι, βιολέ). γ) Δηλωτικά (αναγκαία) δάνεια Σε περιπτώσεις λεξιλογικής υστέρησης της Γ1 55, οι λόγοι του δανεισμού είναι δηλωτικοί, δηλ. υλικοί, οικονομικοί, πνευματικοί ή πολιτιστικοί. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ορισμένα ειδικά λεξιλόγια της Γ1 παρουσιάζουν υψηλό αριθμό λεξικών δανείων από τη Γ2, π.χ. το λεξιλόγιο της μόδας (μπλε, καφέ, βεραμάν). δ) Συνυποδηλωτικά δάνεια (ή δάνεια πολυτελείας) Πρόκειται για δάνεια που έχουν κάποιο αντίστοιχο στα ΝΕ, δηλαδή η Γ1 δανείζεται από τη Γ2 ένα νέο σημαίνον για σημαινόμενο που ήδη υπάρχει με άλλο σημαίνον, π.χ. μαύρος-νουάρ-νέγρος κτλ. Η χρήση τους, ωστόσο, εξαρτάται από τις συνυποδηλώσεις που επιθυμεί να προβάλει ο ομιλητής (ευφημισμό, σνομπισμό, κοινωνική διαφοροποίηση, κ.ά.), γι αυτό και ονομάζονται συνυποδηλωτικά ή δάνεια πολυτελείας. Το ίδιο ισχύει και για τα ΕΔΧ τροπ : γκρι αρζάν / γκρι ασημί. ε) Δάνεια γραφής 54 Πιο αναλυτικά, βλ. Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Γ1: μητρική γλώσσα, Γ2: δεύτερη/ ξένη γλώσσα. 54

72 Δάνειο γραφής αποτελεί ο τύπος που η γραφή του δεν πραγματώνεται: α) με τα γραπτά σύμβολα του ΝΕ αλφαβήτου, δηλαδή διατηρείται το αλφάβητο της Γ2, ή β) σύμφωνα με τους κανόνες συνδυασμού αυτών των συμβόλων: sunkissed blue, fresh shade, stone dusty black, tie and dye. Στην περίπτωση του δανεισμού ΟΔΧ, αυτό που ενδιαφέρει την έρευνά μας είναι τα δάνεια γραφής που συνοδεύονται από λεξικό δανεισμό, αφού σε πολλές περιπτώσεις έπεται μεταγραφή τους με στοιχεία του ΝΕ αλφαβήτου, γεγονός που αντανακλά τον βαθμό ενσωμάτωσης του δανείου στη ΝΕ (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1992). Επίσης, στην ορολογία (σε καταλόγους και χρωματολόγια) πολύ συχνά συναντάμε αυθαίρετη αριθμητική ή αλφαριθμητική κωδικοποίηση (π.χ. RAL 1020). Ωστόσο, κατά τον Φιλόπουλο (1994), αν θέλουμε να συντάξουμε ένα ελληνικό χρωματολόγιο, είναι απαραίτητο να δίνονται τα ονόματα των χρωμάτων στην ελληνική γλώσσα 56. Θεωρούμε ότι δεν αποτελεί πρόβλημα η μετάφραση των ειδικών όρων, αφού τα ονόματα των ειδικών χροιών που περιλαμβάνονται στα χρωματολόγια, στις οποίες δίνονται περιγραφικά ονόματα, έχουν συγκεκριμένα αντικείμενα αναφοράς (π.χ. έγχρωμες χημικές ουσίες). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι διαφανής η σημασία τους, γεγονός που καθιστά εύκολη τη μετάφρασή τους στα ΝΕ (π.χ. κίτρινο ψευδαργύρου). 2.5 Κλίση Για την κλίση των ουσιαστικών, ακολουθούμε την θεωρητική ταξινόμηση της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2012), ενώ για την κλίση των επιθέτων, την αντίστοιχη πρόταση της Νικολάου (2012). Ο λόγος που επιλέγουμε την ανάλυση αυτή είναι γιατί πλεονεκτεί έναντι των άλλων ως προς τον ενοποιητικό χαρακτήρα της σχετικά με τις μορφολογικές διαδικασίες και ιδίως ως προς τον προβλεπτικό χαρακτήρα της, γεγονός που εξυπηρετεί έναν από τους σκοπούς της έρευνάς μας, τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας «Αυτό άλλωστε είναι εκείνο που θα κάνει το χρωματολόγιο ελληνικό και θα το διαφοροποιήσει από οποιοδήποτε ξένο χρωματολόγιο, που θα επιλεγεί για βάση. Διαφορετικά θα χρησιμοποιούνται τα ονόματα των χρωμάτων στην αρχική γλώσσα του χρωματολογίου ή αυθαίρετες μεταφράσεις τους και δεν θα υπάρχει λόγος να μιλάμε για ελληνικό χρωματολόγιο παρά για την αποδοχή ενός διεθνούς ή άλλου χρωματολογίου όπως έχει» (Φιλόπουλος 1994). 57 Ωστόσο, στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής επεξεργασίας των χρωματικών όρων επιλέγουμε τα προγράμματα κλίσης GenereFlexion και GrFlex, το οποίο περιγράφουμε διεξοδικά στο κεφάλαιο της 55

73 Η ταξινόμηση αυτή γίνεται με μορφολογική ανάλυση των ονομάτων της νέας ελληνικής, με βάση τη μορφολογική θεωρία των παραδειγματικών συναρτήσεων (Stump, 2001) και παρουσιάζει τα εξής πλεονεκτήματα: (α) χαρακτηρίζεται από περισσότερη οικονομία στην περιγραφή, αφού προβλέπει σημαντικά λιγότερες κλιτικές κατηγορίες (β) αποτελεί ανάλυση που επιτρέπει περαιτέρω έρευνα του μορφολογικού συστήματος της γλώσσας, π.χ. συνεξέταση φαινομένων παραγωγής και σύνθεσης (γ) συνυπολογίζει την κεντρικότητα ή την περιφερειακότητα 58 των τάξεων των ονομάτων, προσφέροντας πιθανές απαντήσεις σε ζητήματα συνδυασμού στοιχείων (δ) αναδεικνύει αμεσότερα την εξέλιξη και τις τάσεις του γλωσσικού συστήματος κατά τη συγχρονία (ε) παρουσιάζει τη δυνατότητα εφαρμογής σε ηλεκτρονικά εργαλεία γλωσσικής επεξεργασίας για την αυτόματη παραγωγή τύπων σε χρήση και την πρόβλεψη κλίσης νεολογικών τύπων (στ) μπορεί να αξιοποιηθεί στη διδακτική της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας για διάφορους λόγους: η οικονομική περιγραφή διευκολύνει την εκμάθηση των κλιτών τύπων από τους σπουδαστές, δεν παρουσιάζονται όλες οι κλιτικές τάξεις (ΚΤ) ισοπεδωτικά ισοδύναμες, αλλά λαμβάνονται υπόψη κριτήρια όπως το πρωτοτυπικό μορφολογικό σύστημα κλίσης, η συχνότητα και η διαθεσιμότητα των δομών, ενώ η επισήμανση των κεντρικών μονάδων επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητες της διδασκαλίας, ανάλογα με το επίπεδο γλωσσομάθειας και τις ανάγκες των σπουδαστών. αυτόματης επεξεργασίας των ΟΔΧ (κεφάλαιο 6). Γίνεται αυτή η επιλογή για ειδικούς σκοπούς, καθώς προϊόν της έρευνας θα είναι ένα ηλεκτρονικό λεξικό των χρωματικών όρων, με λημματολόγιο, κλίση, σημασία (κεφάλαιο 5). Επιλέγουμε, λοιπόν, τη θεωρία που είναι πιο πρόσφορη για ηλεκτρονική αντιμετώπιση. Αντίθετα, στο παρόν κεφάλαιο παρουσιάζεται η θεωρία που, για τους λόγους που αναφέρουμε στη συνέχεια της παραγράφου, θεωρούμε ότι είναι πιο χρήσιμη στη διδακτική πράξη, εξυπηρετεί δηλαδή διαφορετικό στόχο. 58 Η μορφολογική δομή των ΝΕ δεν είναι ομοιογενής, αλλά αποτελείται από στοιχεία πρωτοτυπικά, στοιχεία ενδιάμεσης φύσης και στοιχεία περιφερειακά, τα οποία αντανακλούν τη δυναμική του συστήματος σε μία δεδομένη συγχρονία. Κατά την Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003, 2012), η κεντρικότητα ή η περιφερειακότητα των γλωσσικών στοιχείων, στην περίπτωσή μας των κλιτικών κατηγοριών που σχηματίζουν τα επίθετα, μπορεί να αποκαλυφθεί, μεταξύ άλλων, από τους κανόνες παραγωγής καινούργιων μονάδων, τους κανόνες εφαρμογής του ταξικού σηματοδότη, καθώς και τους κανόνες προσαρμογής των δάνειων μονάδων στο μορφολογικό σύστημα της γλώσσας. 56

74 Στηριζόμενοι στη θεωρία αυτή, για τα ουσιαστικά της ΝΕ, με βάση τα κλιτικά μορφήματα που εφαρμόζονται στο θέμα, διακρίνονται επτά κλιτικές κατηγορίες, εάν υπολογίσουμε και τα άκλιτα, ενώ για τα επίθετα προτείνονται εννέα κλιτικές κατηγορίες (μαζί με τα άκλιτα). Στη διαμόρφωση των κλιτικών κατηγοριών πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει η συμμετοχή των διαφορετικών λεξηματικών θεμάτων στο σχηματισμό των κλιτών τύπων. Το πέρασμα από το ένα θέμα στο άλλο σε κάθε κλιτική κατηγορία γίνεται με την εισαγωγή μορφοφωνολογικών κανόνων. Τα διαφοροποιημένα θέματα, τα οποία αποτελούν κομμάτι του λεξήματος και συμμετέχουν στην παραγωγή των κλιτών τύπων, αποτελούν το θεματικό χώρο της κάθε μονάδας. Για την κατασκευή κάθε κλιτού τύπου επιλέγεται ένα συγκεκριμένο θέμα από τα διαθέσιμα που συνιστούν το θεματικό χώρο. Η επενέργεια μορφοφωνολογικών κανόνων καθορίζει και την τοποθέτηση του τόνου στους πραγματωμένους τύπους Ουσιαστικά Ως προς την κλίση, τα ουσιαστικά του corpus μας που δηλώνουν χρώμα εντάσσονται στις κλιτικές τάξεις του πίνακα που ακολουθεί (πίνακας 1). Αξίζει να παρατηρηθεί ότι δεν χρειάστηκε να επεκτείνουμε το παρόν μοντέλο, καθώς προβλέπεται η ένταξη των ονομάτων που μας αφορούν στις ήδη υπάρχουσες κλιτικές τάξεις. Στην τελευταία σειρά του πίνακα σημειώνουμε το αριθμό των χρωματικών όρων του corpus μας που αντιστοιχούν σε κάθε τάξη. Οι χρωματικοί όροι που καταμετρήθηκαν αφορούν ΟΔΧ που προέρχονται μόνο από τη γραμματική κατηγορία των ουσιαστικών (βανίλια, βατόμουρο κτλ.) και όχι ουσιαστικοποιημένα επίθετα (κόκκινο, κίτρινο κτλ.). Τα τελευταία υπολογίστηκαν στον πίνακα 2 που αφορά την κλίση των επιθέτων: 57

75 ΠΙΝΑΚΑΣ 1: Η κλίση των ουσιαστικών 59 πτώση αριθμός ΟΕ ΑΕ KT O1 O2 O3 O4 O5 O6 O7 (άκλ.) ς (ΚΕ) 60 ο/ε ΓΕ ς/ως oυ oυ oς ους ΟΠ ες ες oι α α η ΑΠ ες ες ους α α η (ΚΠ) ες ες οι α α η ΓΠ ων ων ων ων ων ων Ουσιαστικά =360 Πιο αναλυτικά, τα διαφορετικά λεξηματικά θέματα των ουσιαστικών που δηλώνουν χρώμα, που αντιστοιχούν σε κάθε κλιτική τάξη, είναι τα εξής: ΚΤ 1: Θέμα 1 γριβα, αμφορεα, σαφρα, Θέμα 2α γριβ, αμφορε, Θέμα 2β σαφραδ, ΚΤ 2: Θέμα 1 πραλινα, πορσελανη, Θέμα 2α πραλιν, πορσελαν, ΚΤ 3: Θέμα 1 αμεθυστο Θέμα 2α αμεθυστ Θέμα 2β αμεθυστε 59 ΟΕ: ονομαστική ενικού, ΑΕ: αιτιατική ενικού, ΚΕ: κλιτική ενικού, ΓΕ: γενική ενικού, ΟΠ: ονομαστική πληθυντικού, ΑΠ: αιτιατική πληθυντικού, ΚΠ: κλητική πληθυντικού, ΓΠ: γενική πληθυντικού, ΚΤ: κλιτική τάξη, Ο1: πρώτη κλιτική τάξη ουσιαστικών, Ο2: δεύτερη κλιτική τάξη ουσιαστικών, κ.ο.κ. 60 Η κλητική μπαίνει σε παρένθεση, καθώς δεν πραγματώνεται στα ουσιαστικά, παρά μόνο στα επίθετα που προσδιορίζουν κάποιο ουσιαστικό που εμφανίζει την πτώση αυτή. 61 Το σύνολο των ουσιαστικών είναι ενδεικτικό, προκύπτει από την καταμέτρηση που έγινε κατά τη συγγραφή του παρόντος κεφαλαίου. Ωστόσο, ο κατάλογος συνεχώς εμπλουτίζεται. 58

76 ΚΤ 4: Θέμα 1 βατομουρο, καλαμι Θέμα 2α βατομουρ, καλαμ 62 Θέμα 2β καλαμj ΚΤ 5: - ΚΤ 6 : - ΚΤ 7: Θέμα 1 μπεζ Ακολουθεί γράφημα με τα ποσοστά εμφάνισης των χρωματικών όρων στην αντίστοιχη τάξη, με βάση τα δεδομένα που αντλήσαμε από το corpus μας: ΓΡΑΦΗΜΑ 1: ΚΤ ουσιαστικών Όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο διάγραμμα, υπάρχει μια σαφής υπεροχή της ΚΤΟ4, γεγονός αναμενόμενο, αφού πρόκειται για την κλιτική τάξη των ουδετέρων, την οποία επιλέγουν κατά κύριο λόγο τα ΟΔΧ. Έπονται η ΚΤΟ7, όπου εντάσσονται τα άκλιτα, που αποτελούν μεγάλη κατηγορία των χρωματικών όρων και η ΚΤΟ2, η τάξη των θηλυκών. Οι χρωματικοί όροι σε αρσενικό γένος, όπως φαίνεται και στον πίνακα, είναι κατά πολύ λιγότεροι, ενώ στις ΚΤΟ5 και ΚΤΟ6 δεν εντάσσεται κανένας χρωματικός όρος του corpus μας. Οι συγκεκριμένες δύο κλιτικές τάξεις αφορούν αρχαιόκλιτα 62 Το θέμα αυτό δεν χρησιμοποιείται στην κλίση αλλά στην παραγωγή. 59

77 ουσιαστικά (π.χ. ΚΤΟ5: γεγονός, ΚΤΟ6: λάθος). Το ότι δεν απαντούν ουσιαστικά των τάξεων αυτών στο corpus μας αφενός ίσως αποτελεί τυχαίο γεγονός, αφού δυνητικά θα μπορούσαν να σχηματιστούν χρωματικοί όροι με ουσιαστικά όπως: γάλα, κρέας, πέλαγος, έδαφος κ.ο.κ. Αφετέρου, πιθανώς να προδίδει την προτίμηση των ομιλητών για τύπους που συγχρονικά κατέχουν κεντρική θέση στο σύστημα, π.χ. προτιμάται η χρήση του όρου κρεατί (χρώμα) από τον όρο (χρώμα) του κρέατος ή (χρώμα) κρέας, όπως στο παράδειγμα (21): (21) α. Το μανό αυτό βγαίνει και σε κρεατί χρώμα β.? Το μανό αυτό βγαίνει και στο χρώμα του κρέατος γ. * Το μανό αυτό βγαίνει και σε χρώμα κρέας Επίθετα Αναφορικά με τα θέματα των επιθέτων, αυτά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: (α) σε πρωτοτυπικά και ενδιάμεσα, τα οποία συμμετέχουν στη δημιουργία των επιθέτων που βρίσκονται στον πυρήνα του συστήματος και (β) σε περιφερειακά, τα οποία επιλέγονται για τους κλιτούς τύπους των επιθέτων που δεν κατέχουν κεντρική θέση στο σύστημα. Εάν, λοιπόν, θεωρήσουμε ότι Χ είναι το θέμα του λεξήματος, τότε ο θεματικός χώρος έχει ως εξής: (α) πρωτοτυπικά, ενδιάμεσα Θ1: Χ (π.χ. κοκκιν-) Θ2: Χ + φωνήεν (π.χ. κοκκινο-, κοκκινη-) Θ3α: Χ + φωνήεν + δ (π.χ. κοκινομαλληδ-) Θ3β: Χ + j + α (π.χ. θαλασσιά) Θ3γ: Χ + j (π.χ. θαλασσι-) Θ4α: Χ + ικ (π.χ. κοκκινομαλλικ-) Θ4β: Χ + φωνήεν + δ +ικ (π.χ. υπναρουδ-) (β) περιφερειακά (π) Θ1 (π): Χ (π.χ. βαθ-) Θ2 (π): Χ + υ (π.χ. βαθυ-) 60

78 Θ3 (π): Χ + ε (π.χ. βαθε-) 63 Θ4α (π): Χ + ον (π.χ. απαστράπτον-) Θ4β (π): Χ + οντ (π.χ. απαστράπτοντ-) Οι κλιτικές κατηγορίες 64 που δημιουργούνται είναι οι ακόλουθες 65 : ΠΙΝΑΚΑΣ 2: Η κλίση των επιθέτων πτώση αριθμός ΟΕ KT E1 E2 E3 E4 E5 E6 E7 E8 E9 (άκλ.) ς o ης ες ων ον ΑΕ o η ες α ος ΚΕ ε ο η ες ων ον ΓΕ ου ς ου η ου ους α oν ΟΠ ΑΠ ΚΠ ΓΠ oι ες α ες α η ες α oυς ες α ες α η ες α οι ες α ες α η ες α ων ων ων ων ων ων ων ων επίθετα ΚΤ Ε1: κόκκινος, χρυσαφής, βαθύς Θέματα: Θ1 = κοκκιν-, Θ2 = κοκκινο-, βαθύ-, Θ3γ = βαθι- ΚΤ Ε2: κόκκινη Θέματα: Θ1 = κοκκιν-, Θ2 = κοκκινη, Θ3β = θαλασσιά, Θ3γ = θαλασσι- ΚΤ Ε3: κόκκινο, κοκκινομάλλικο 63 Σε όλες τις πραγματώσεις δεν εμφανίζεται ο τύπος βαθέος σε συνδυασμό με ΟΔΧ, επομένως δεν συμπεριλαμβάνουμε τα περιφερειακά θέματα των επιθέτων που λήγουν σε -ύς-ύ στην ταξινόμηση που προτείνουμε. 64 ΟΕ: ονομαστική ενικού, ΑΕ: αιτιατική ενικού, ΚΕ: κλιτική ενικού, ΓΕ: γενική ενικού, ΟΠ: ονομαστική πληθυντικού, ΑΠ: αιτιατική πληθυντικού, ΚΠ: κλητική πληθυντικού, ΓΠ: γενική πληθυντικού, ΚΤ: κλιτική τάξη, Ε1: πρώτη κλιτική τάξη επιθέτων, Ε2: δεύτερη κλιτική τάξη επιθέτων, κ.ο.κ. 65 Στις ΚΤ 1, 2, 3 και 5 συμμετέχουν τα πρωτοτυπικά και τα ενδιάμεσα θέματα, ενώ στις 4, 6, 7 και 8 κυρίως τα περιφερειακά: Θ(π). Στην ΚΤ 9, που αφορά τα άκλιτα, υπάρχει μόνο ένα θέμα, χωρίς καταλήξεις. 66 Το σύνολο των επιθέτων είναι ενδεικτικό, προκύπτει από την καταμέτρηση που έγινε κατά τη συγγραφή του παρόντος κεφαλαίου. Ωστόσο, ο κατάλογος συνεχώς εμπλουτίζεται. 61

79 Θέματα: Θ1 = κοκκιν-, Θ4α = κοκκινομαλλικ- ΚΤ Ε4: ιώδης Θέματα: Θ1 (π) = ιωδ-, Θ3 (π) = ιωδε-, Θ2 = κοκκινομάλλη-, Θ3α = κοκκινομαληδ- ΚΤ Ε5: βαθύ, χρυσαφί Θέματα: Θ2 = βαθυ-, Θ3γ = βαθι-, χρυσαφι- ΚΤ Ε6: ιώδες Θέμα: Θ1(π) = ιωδ- ΚΤ Ε7: λαμπυρίζων, μελανίζων Θέματα: Θ1 (π) = λαμπυριζ- Θ4α(π) = λαμπυριζον-, Θ4β(π) = λαμπυριζοντ- ΚΤ Ε8: λαμπυρίζον, μελανίζον 67 Θέματα: Θ1(π) = μελανιζ- Θ4α(π) = μελανιζον-, Θ4β(π) = μελανιζοντ- ΚΤ Ε9: μπλε Θέμα: Θ1 = μπλε Ακολουθεί γράφημα με τα ποσοστά εμφάνισης των χρωματικών όρων στην αντίστοιχη τάξη, με βάση τα δεδομένα που αντλήσαμε από το corpus μας: ΓΡΑΦΗΜΑ 2: Η κλίση των επιθέτων Σε σύνολο τύπων μονολεκτικών επιθέτων, αναφορικά με την πρωτοτυπικότητα και περιφερειακότητα των όρων, έχουμε την εξής εικόνα: Πρωτοτυπικοί χρωματικοί όροι: (1104) 67 Η ΚΤ8 αφορά τα αρσενικά και η ΚΤ9 τα ουδέτερα. Επειδή οι καταλήξεις του αρσενικού και του ουδετέρου παρουσιάζουν διαφορές, τα δύο γένη ταξινομούνται σε διαφορετικές τάξεις. 68 Υπάρχουν και τύποι από παλαιότερες μορφές της ελληνικής, που δεν εντάσσονται στο κλιτικό σύστημα της ΝΕ και οι οποίοι δεν προσμετρήθηκαν για το παρόν κεφάλαιο. 62

80 Περιφερειακοί χρωματικοί όροι: (105) Άκλιτα: δάνειας προέλευσης (97) Είναι σαφές ότι υπάρχει πληθώρα πρωτοτυπικών χρωματικών όρων, σε αντίθεση με τους περιφερειακούς όρους και τα δάνεια. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την έρευνά μας φαίνονται να συγκλίνουν με αυτά της Νικολάου (2012) που αφορούν το σύνολο των επιθέτων της ΝΕ, επιτρέποντάς μας να συμπεράνουμε ότι, ως προς την κλίση, το λεξιλόγιο των χρωμάτων παρουσιάζει την ίδια συμπεριφορά με το γενικό λεξιλόγιο. Όσον αφορά τη μεγάλη διαφορά στον αριθμό των ουσιαστικών και των επιθέτων που δηλώνουν χρώμα, αυτή οφείλεται στους εξής λόγους: α) τα επίθετα, λόγω του ότι έχουν τρία γένη, εμφανίζουν περισσότερους τύπους β) στα επίθετα εντάσσονται οι τροποποιητές (π.χ. απαλό, έντονο κτλ.) και τα προσεγγιστικά (κιτρινωπό κτλ.), με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο αριθμός τους γ) όπως αναφέραμε ήδη από την εισαγωγή της εργασίας μας, τα όρια ανάμεσα στα χρωματικά επίθετα και τα ουσιαστικά δεν είναι πάντα ευδιάκριτα, με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολη η ένταξη των χρωματικών όρων στη μια κατηγορία ή την άλλη. Δυνητικά τα περισσότερα χρωματικά επίθετα θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ουσιαστικά, χωρίς αλλαγή στη μορφή, και να αυξανόταν κατά πολύ ο αριθμός τους. Για το λόγο αυτό, η ομαδοποίηση των όρων στο κλιτικό σύστημα έγινε με βάση τη γραμματική κατηγορία τους, όπως αυτή απαντά στα λεξικά της ΝΕ. Εξαίρεση αποτελούν τα άκλιτα ΟΔΧ, καθώς απαντούν αποπλαισιωμένα στο corpus με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διαπιστώσουμε τη γραμματική τους κατηγορία σε συγχρονικό επίπεδο. Έτσι, ο αριθμός των άκλιτων όρων που αναφέρονται στις δύο κατηγορίες (ουσιαστικά και επίθετα) είναι ο ίδιος. Αυτό που έχει σημασία αναφορικά με τη συλλογή των χρωματικών ονομάτων και την ένταξή τους στο μορφολογικό σύστημα της νέας ελληνικής που περιγράψαμε παραπάνω, είναι ότι το σύστημα αυτό μας βοηθά να διαπιστώσουμε ποιες είναι οι κεντρικές κατηγορίες των μελετώμενων όρων και ποιες οι περιφερειακές, και να αξιοποιήσουμε τα ευρήματά μας τόσο στη θεωρητική έρευνα όσο και στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. 63

81 2.6 Κατασκευή λέξεων: Παραγωγή Εισαγωγή Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα στη μελέτη των ΟΔΧ είναι να οριοθετηθεί το πλαίσιο της παραγωγικότητάς τους. Το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζεται η μελέτη αυτού του κεφαλαίου είναι το μοντέλο της Corbin (1987), όπως προσαρμόστηκε για τα ΝΕ από την Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1992). Το μοντέλο αυτό επιλέχτηκε γιατί παρουσιάζει τα εξής πλεονεκτήματα: α) σφαιρικότητα, στο βαθμό που επεξεργάζεται όλα τα φαινόμενα που συνδέονται με την κατασκευή λέξεων, β) συζευκτικότητα 69, στο βαθμό που το συστατικό παραγωγής γεννά συγχρόνως τη μορφολογική δομή και τη σημασιολογική ερμηνεία των κατασκευασμένων λέξεων, γ) υπεργενετικότητα σε σχέση με το μαρτυρημένο λεξιλόγιο, στο βαθμό που το συστατικό παραγωγής γεννά όλες τις κατασκευασμένες λέξεις της γλώσσας και όχι μόνο αυτές, ανεξάρτητα από το αν μαρτυρούνται ή όχι, δ) διαστρωμάτωση, στο βαθμό που η οργάνωσή του και η διαδοχή των διάφορων πράξεων εξηγούν την ιεραρχία των ομαλοτήτων και των ανωμαλιών καθώς και των κανόνων (ό.π.: 521). Η παραγωγή είναι μια μορφολογική διαδικασία που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων λέξεων με νέες σημασίες. Η ικανότητα να γεννιούνται νέες σημασίες διαφοροποιεί την κλιτική παραγωγή, στην οποία αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο, που είναι εκείνη η μορφολογική διαδικασία που γενικά συγκεκριμενοποιεί τις συντακτικές σχέσεις των στοιχείων χωρίς τη δημιουργία νέων λέξεων ή νέων σημασιών. Η ελληνική έχει μεγάλη ευκολία στη δημιουργία νέων λέξεων, είτε τροποποιώντας τις υπάρχουσες λέξεις με την εφαρμογή ενός προθήματος ή επιθήματος, είτε συνδυάζοντας δύο ή περισσότερα λεξικά θέματα για το σχηματισμό ενός μονολεκτικού συνθέτου σε μία βάση. Στις παραγράφους που ακολουθούν παραθέτουμε ποικίλους τρόπους σχηματισμού λέξεων που δηλώνουν χρώμα. 69 Στην αρχική εκδοχή του κειμένου είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος συνδετικότητα. 64

82 2.6.2 Παράγωγα ουσιαστικά Η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1987) αναφέρει ότι η ΝΕ διαθέτει 7 επιθήματα 70 που συνάπτονται σύμφωνα με λεξικούς σχηματιστικούς κανόνες με ονοματική ή ρηματική βάση που ανήκει στο λεξικό πεδίο των χρωμάτων, για να παραγάγει συγκεκριμένα ή αφηρημένα ουσιαστικά. Οι κανόνες δομής βάσει των οποίων παράγονται τα ουσιαστικά που δηλώνουν χρώμα ακολουθούν τρία σχήματα: 1. [[Χ] Ο (-άδι) ΕΠ ] Ο, δηλαδή το παράγωγο ουσιαστικό κατασκευάζεται από βάση ουσιαστικό και επίθημα που παράγει ουσιαστικό, π.χ. κοκκινάδι. 2. [[Χ] Ε (-ίλα) ΕΠ ] Ο, δηλαδή το παράγωγο ουσιαστικό κατασκευάζεται από βάση επίθετο και επίθημα που παράγει ουσιαστικό, π.χ. κοκκινίλα. 3. [[Χ] Ρ (-μα) ΕΠ ] Ο, δηλαδή το παράγωγο ουσιαστικό κατασκευάζεται από ρηματική βάση και επίθημα που παράγει ουσιαστικό, π.χ. κοκκίνισμα Τα μορφολογικά μέσα του ίδιου κανόνα κατασκευής λέξεων (ΚΚΛ) διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τις ιδιότητές τους, όπως λ.χ. ως προς το βαθμό διαθεσιμότητάς, τους μορφολογικούς περιορισμούς ή κυρίως ως προς το σημασιολογικό ρόλο τους. Η εφαρμογή ενός μορφολογικού μέσου σε μια βάση μπορεί να προκαλέσει α) τον προσανατολισμό της αφηρημένης σημασίας που κατασκευάζει ο ΚΚΛ προς μια ειδική, και β) την επιλογή ειδικών σημασιολογικών ιδιοτήτων από τη σημασία της βάσης. Το επίθημα, συνεπώς, είναι φορέας διαφορετικών σημασιολογικών επιλογών (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1993: 246). 71 Η παρούσα διατριβή, όπως αναφέρθηκε στο πρώτο κεφάλαιο, περιορίζεται στην έρευνα των ονοματικών βάσεων. 65

83 Συγκεκριμένα, τα επιθήματα που παράγουν 72 ουσιαστικά από βάση ουσιαστικό είναι τα εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ 3: Ουσιαστικά από βάση ουσιαστικό Ο ΟΟ επίθ Περιγραφή Πρόκειται για επίθημα που συνάπτεται με βάση ΟΔΧ, για να σχηματίσει ουσιαστικό ουδέτερου γένους. Διατηρεί πάντοτε την τελική θέση, ακόμη κι όταν στη βάση εφαρμόζεται κι άλλο επίθημα π.χ. μαύρος μαυράδι μαυραδάκι. Το επίθημα αυτό παρουσιάζει μειωμένη παραγωγικότητα στο λεξικό πεδίο των χρωμάτων. Συνάπτεται κυρίως με τα απλά ΟΔΧ, π.χ. ασπράκι, κιτρινάκι, σιελάκι, μπεζάκι και όχι με παράγωγα, π.χ. *θαλασσάκι, *πορτοκαλάκι. Μη αποδεκτοί είναι οι σχηματισμοί που αποτελούνται από [+λόγια] βάση, π.χ.*λευκάκι, γλαυκάκι, ερυθράκι ή βάση που προέρχεται από ουσιαστικό που δεν δηλώνει χρώμα, π.χ. -άκι *κανελάκι, *κεραμιδάκι, *λεμονάκι. Ειδικότερα, τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας λέξεων όταν συναφθούν με το -άκι, παύουν να δηλώνουν χρώμα και δηλώνουν το υποκοριστικό του ριζικού (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987), π.χ. λεμόνι λεμονί *λεμονάκι αλλά λεμόνι λεμονάκι Σημασιολογικά το επίθημα -άκι έχει γενικά υποκοριστική, θωπευτική σημασία (βλ. Σταυριανάκη 2001, 2008). Πιο συγκεκριμένα, προσθέτει έναν «γλυκύ τόνο», «τόνο που αρέσει» στο χρώμα που δηλώνει η βάση, π.χ. κοκκινάκι, ροζάκι 73 ή παράγει προσεγγιστικά, π.χ. κιτρινάκι. Το επίθημα αυτό, για να σχηματίσει συγκεκριμένα ουσιαστικά, κατασκευάζεται από βάση ουσιαστικό. Πρόκειται για παραγωγή του τύπου κόκκινος κοκκινάδα -άδι κοκκινάδι. Το επίθημα αυτό έχει αποβάλει την υποκοριστική σημασία του στη ΝΕ (βλ. και Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987), π.χ. ασπράδι, κιτρινάδι, κοκκινάδι, μαυράδι. 72 Ο ΟΟ επίθ, όπου Ο=ουσιαστικό, δηλαδή το παράγωγο ουσιαστικό κατασκευάζεται από βάση ουσιαστικό και επίθημα που παράγει ουσιαστικό (Selkirk 1982, Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987: 397). 73 Η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1987) αναφέρει ότι σε κάποιες περιπτώσεις, το άκι δεν λειτουργεί ως επίθημα και συνεπώς δεν έχουμε να κάνουμε με το φαινόμενο της παραγωγής. Το προσφυματοειδές τεμάχιο άκι λειτουργεί ως σημάδι ενσωμάτωσης, δηλαδή χρησιμεύει στο να ενσωματώσει το μη προσαρμοσμένο δάνειο ουσιαστικό στην τάξη των ουσιαστικών σε άκι, π.χ. ροζάκι, μπεζάκι. 66

84 Τα επιθήματα που παράγουν 74 ουσιαστικά από βάση επίθετο είναι τα εξής: ΠΙΝΑΚΑΣ 4: Ουσιαστικά από βάση επίθετο Ο ΕΟ επίθ Περιγραφή Φανερώνει ιδιότητα σχετική με το χρώμα που δηλώνει το ΕΔΧ που αποτελεί τη βάση. Πιο συγκεκριμένα, φανερώνει ποσότητα ή απόχρωση χρώματος, με δυσάρεστη ιδιότητα π.χ. ασπρίλα (π.χ. του δέρματος που δεν έχει μαυρίσει στον ήλιο), μαυρίλα (π.χ. του συννεφιασμένου ουρανού που ετοιμάζεται να βρέξει), -ίλα κιτρινίλα (π.χ. του παλιού χαρτιού). Επιπλέον, μπορεί να δηλώνει κηλίδα ή λεκέ χρώματος, π.χ. κοκκινίλα, κιτρινίλα. Στον πληθυντικό τα ουσιαστικά αυτά χρησιμοποιούνται με τη δεύτερη έννοια και κατηγοριοποιούνται ως συγκεκριμένα π.χ. κοκκινίλες «κόκκινες κηλίδες» (βλ. και Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987). Φανερώνουν ιδιότητα σχετική με το χρώμα που δηλώνει το επίθετο που αποτελεί τη βάση. Το ότητα είναι [+λόγιο], π.χ. λευκότητα, χλομότητα σε αντίθεση με το άδα που είναι [-λόγιο], π.χ. ασπράδα, χλομάδα. Έτσι, ΕΔΧ [+λόγια] ετυμολογικά -ότητα, -άδα και χρηστικά σχηματίζουν αφηρημένα ουσιαστικά αποκλειστικά με το επίθημα ότητα, π.χ. ερυθρότητα αλλά *ερυθράδα, πελιδνότητα αλλά *πελιδνάδα, γλαυκότητα, φαιότητα (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987). Η νέα ελληνική διαθέτει το [-λόγιο] υποκοριστικό επίθημα ίτσα για να δηλώσει στη λαϊκή ιατρική μια νόσο που εμφανές σύμπτωμά της αποτελεί η μεταβολή του -ίτσα κανονικού χρώματος στο χρώμα που δηλώνει η βάση π.χ. κιτρινίτσα (ηπατίτιδα), κοκκινίτσα (ερυθρά) (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987). Σημασιολογικά το επίθημα αυτό προσδίδει στο παράγωγο συγκεκριμένο ουσιαστικό τη σημασία της κηλίδας στο χρώμα που δηλώνει η βάση π.χ. μελανιά, -ιά λαδιά (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987). Έχει περιορισμένη παραγωγικότητα όσον αφορά την κατασκευή ουσιαστικών που δηλώνουν χρώμα, π.χ. κιτρινιά (Ευθυμίου, 1999: 132) Παράγωγα επίθετα Κατά την Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1987), η νέα ελληνική διαθέτει 18 επιθήματα που συνάπτονται σύμφωνα με λεξικούς σχηματιστικούς κανόνες με βάση ουσιαστικό ή επίθετο, για να παραγάγει επίθετα που ανήκουν στο λεξικό πεδίο των χρωμάτων. Τα σχήματα των κανόνων δομής των παράγωγων επιθέτων είναι: [[Χ] Ο (Χ) επίθ. ] Ε, δηλαδή το παράγωγο επίθετο κατασκευάζεται από βάση ουσιαστικό και επίθημα που σχηματίζει επίθετα, π.χ. ρόδο + -ινος ρόδινος 74 Ο ΕΟ επίθ, όπου Ε=επίθετο, δηλαδή το παράγωγο ουσιαστικό κατασκευάζεται από βάση επίθετο και επίθημα που παράγει ουσιαστικό (Selkirk 1982, Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987: 397). 67

85 [[Χ] Ε (Χ) επίθ. ] Ε, δηλαδή το παράγωγο επίθετο κατασκευάζεται από βάση επίθετο και επίθημα που σχηματίζει επίθετα, π.χ. κόκκινος + -ωπός κοκκινωπός Τα παράγωγα επίθετα που ανήκουν στο λεξικό πεδίο των χρωμάτων αποτελούν ιδιαίτερα πλούσια κατηγορία στη ΝΕ, όπου με σύμπτωση συντακτικών και σημασιολογικών κριτηρίων διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: 1. Επίθετα όπου η βάση είναι ουσιαστικό και που σημασιολογικά φανερώνουν εκείνον που έχει γενικά σχέση με το χρώμα του αντικειμένου αναφοράς (ΑΑ) του ουσιαστικού που αποτελεί τη βάση, και 2. Επίθετα που η βάση τους είναι επίθετο και όπου το επίθημα σημασιολογικά τροποποιεί (δηλωτικά κατά προσέγγιση, υποκοριστικά, μειωτικά) το χρώμα που δηλώνει το επίθετο που αποτελεί τη βάση. Τα επιθήματα που παράγουν επίθετα από βάση ουσιαστικό έχουν ως βασικό χαρακτηριστικό το [±λόγιο] ως προς τη χρήση. Τα [-λόγια] επιθήματα, αριθμητικά πολυπληθέστερα, είναι τα ακόλουθα: -ής-ιά-ί, -ένιος, -άτος, -έ και -ερός, ενώ [+λόγια] είναι τα επιθήματα -ώδης και -ειδής. Τέλος, το επίθημα -ινος εμφανίζεται και σε λόγια και σε μη λόγια περιβάλλοντα. ΠΙΝΑΚΑΣ 5: Επίθετα από βάση ουσιαστικό Επιθήματα Περιγραφή Το επίθημα ί στην ΝΕ χρησιμοποιείται μόνο για να κατασκευάσει τριγενή και τρικατάληκτα ομαλά επίθετα παράγωγα που προέρχονται από ουσιαστικά και δηλώνουν ένα μη βασικό, δευτερεύον χρώμα, π.χ. βύσσινο Ο βυσσινής Ε. 75 Από τη σκοπιά της μορφολογίας, το κατασκευασμένο επίθετο παρουσιάζει μια αστάθεια -ής, μορφής, καθώς μπορεί να εμφανιστεί είτε ως μη προσαρμοσμένο σε γένος, π.χ. ένας -ιά, πορτοκαλί φάκελος, μια θαλασσί φούστα είτε ως προσαρμοσμένο, π.χ. ένας πορτοκαλής -ί φάκελος, μια θαλασσιά φούστα. Το κατασκευασμένο επίθετο, αν συμφωνεί σε γένος, συμφωνεί και σε αριθμό με το ουσιαστικό, π.χ. οι σταχτιοί φάκελοι, οι θαλασσιές χάντρες. Αντίθετα, η συμφωνία στην πτώση, κυρίως στη γενική, είναι ως ένα βαθμό προβληματική, π.χ. του πορτοκαλί φακέλου αλλά?του πορτοκαλιού φακέλου, της ασημί 75 Παρόλο που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έρευνας η μελέτη της διαχρονίας, αξίζει να σημειωθεί ότι από ετυμολογική σκοπιά τα ΕΔΧ σε -ί διακρίνονται σε δύο κατηγορίες (Αναστασιάδη- Συμεωνίδη, 1996): (ι) Τα δάνεια επίθετα από την Τουρκική ή την Αραβική, π.χ. μαβής, κρεμεζής, φιστικής, λεμονής, καϊσής, λουλακής, τσαγαλής. (ιι) Τα κατασκευασμένα στη ΝΕ επίθετα, π.χ. καναρινής, καφετής, κεραμιδής, θαλασσής, τριανταφυλλής. 68

86 -ένιος, -ένια, -ένιο -ινος, τσάντας αλλά?της ασημιάς τσάντας, του ασημί πορτοφολιού αλλά?του ασημιού πορτοφολιού. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι τα ΕΔΧ σε ί μπορούν στη συνέχεια να γίνουν ουσιαστικά με τη διαδικασία της μετατροπής, με βάση το σχήμα [[Χ] Ο (-ί) ΕΠ ] Εμτρπ]Ο π.χ. πορτοκάλι Οο πορτοκαλί Ε πορτοκαλί Οο. Αυτό το ουδέτερο ουσιαστικό παραμένει άκλιτο στην πτώση. Όταν κλίνεται στον αριθμό, δεν αναφέρεται πλέον στην ιδιότητα του πορτοκαλί χρώματος αλλά στα αντικείμενα που έχουν αυτό το χρώμα. Εξάλλου, ενώ τα απλά ΕΔΧ χρησιμεύουν ως βάσεις για προσδιοριστικά επίθετα που κατασκευάζονται με τη βοήθεια του επιθήματος ωπός, π.χ. κόκκινος κοκκινωπός, μαύρος μαυρωπός, τα παράγωγα ΕΔΧ σε ί δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, π.χ. μελιτζανί *μελιτζανωπός. Ομοίως, τα ΟΔΧ που προέρχονται από μετατροπή ενός ΕΔΧ με το επίθημα ί δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση σε ένα προσδιοριστικό όνομα σε άκι, αντίθετα με άλλα ΟΔΧ, π.χ. πορτοκαλί Ο *πορτοκαλάκι, αλλά πράσινο πρασινάκι, μπεζ μπεζάκι (Anastassiadis-Symeonidis 1996: 98). Επίσης, στα ΝΕ υπάρχει η δυνατότητα συνένωσης δύο επιθέτων, π.χ. γκρι Ε ποντικί Ε, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστικό. Το επίθημα ί χρησιμοποιείται για την κατασκευή ΕΔΧ που θυμίζουν τη σημασία του ουσιαστικού βάσης και είναι πολύ παραγωγικό, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να συγκεντρώσουμε όλα τα ΟΔΧ που κατασκευάζονται με την προσθήκη αυτού του επιθήματος σε έναν πλήρη κατάλογο. Κι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η χρωματική αντίληψη περιγράφεται με όρους με τοπικά εξέχοντα αντικείμενα αναφοράς, που συνδέονται με την ανθρώπινη εμπειρία από το περιβάλλον όπως είναι κάποια μέταλλα, ζώα ή φυτά με χαρακτηριστική όψη. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για ένα πρωτοτυπικό αντικείμενο αναφοράς της ονοματικής βάσης. Έτσι, η Anastassiadis- Symeonidis (1996: 101) δίνει παραδείγματα χρωματικών όρων που αναφέρονται στο φυτικό βασίλειο (άχυρο, βερίκοκο, βιολέτα, βύσσινο, δαμάσκηνο, κανέλα, καρότο, καρπούζι, καρυδιά, καφές, κεράσι, κρόκος, κυπαρίσσι, λάδι, λάχανο, μελιτζάνα, μενεξές, μήλο, ντομάτα, πασχαλιά, πεύκο, πεπόνι, πορτοκάλι, ροδάκινο, ρόδι, σιτάρι, τριαντάφυλλο, τσάγαλο, φράουλα), στη φύση και στο βασίλειο των μετάλλων/ορυκτών (άνθρακας, θάλασσα, θειάφι, κοράλλι, ουρανός, ασήμι, μολύβι, ρουμπίνι, σμαράγδι, στάχτη, χρυσάφι, χώμα), στο ζωικό βασίλειο (καναρίνι, κόκκαλο, κρέας, παγόνι, παπαγάλος, ποντίκι, σκατά, τσίρλα) και σε κατασκευάσματα (ζάχαρη, κεραμίδι, κονιάκ, κρασί, μελάνι, μουστάρδα, μπουκάλι, οινόπνευμα, σαμπάνια, σοκολάτα, ντουβάρι, ξύδι). Επίσης, η ίδια ερευνήτρια υπογραμμίζει ότι οι εννοιακές κατηγορίες του χρώματος, όπως ροδί, κεραμιδί, δεν αποτελούν κατηγορίες ειδικών ή λόγιες κατηγορίες, αλλά λαϊκές κατηγορίες, καθώς προέρχεται από μια γλώσσα λαϊκή, οικεία αλλά χωρίς γόητρο. Το επίθημα αυτό χρησιμοποιείται για την κατασκευή µετονοµατικών επιθέτων που δηλώνουν υλικό [+λαϊκό, +λογοτεχνική/ποιητική χρήση] π.χ. μολυβένιος, ασημένιος, πορφυρένιος, χρυσαφένιος (Anastassiadis-Syméonidis 2008). Τα επίθετα που παράγονται με το επίθημα αυτό προσδίδουν στο ουσιαστικό που 69

87 -ινη, -ινο -άτος, -άτη, -άτο -ωτός, -ωτή, -ωτό -έ -ερός, προσδιορίζουν το χρώμα που κατεξοχήν έχει το ΑΑ της βάσης τους, π.χ. εβένινα (μαλλιά) «με βαθύ μαύρο χρώμα όπως ο έβενος», ρόδινα (μάγουλα) «στο κατεξοχήν χρώμα του ρόδου, του τριαντάφυλλου, δηλαδή ροζ». Στη συγχρονική ανάλυση πρόβλημα παρουσιάζουν τα επίθετα πράσινος, κόκκινος, κίτρινος, των οποίων ο σχηματισμός διαχρονικά εμπίπτει στο σχήμα που εξετάζουμε, δηλαδή αποτελούνται από ένα ουσιαστικό, ένα επίθημα και ένα κλιτικό μόρφημα: πράσινος < πράσο + ιν(ος), κόκκινος < κόκκος + -ιν(ος), κίτρινος < κίτρο + -ιν(ος). Ωστόσο, για τον μέσο Νεοέλληνα η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1987: 401) θεωρεί ότι τα επίθετα αυτά θεωρούνται ως μη αιτιολογημένα γλωσσικά σημεία, που αποτελούνται από ένα λεξικό μόρφημα και ένα γραμματικό (κλιτικό). Εξάλλου, η ίδια ερευνήτρια (1992: 507) αναφέρει ότι είναι δυνατό μια πολυμορφηματική μονάδα από διαχρονική άποψη να θεωρείται ως μονομορφηματική μονάδα από συγχρονική άποψη και το αντίστροφο. Τα επίθετα που παράγονται με το επίθημα αυτό φανερώνουν εκείνον που έχει το χρώμα του ΑΑ της βάσης. Εφαρμόζεται σε ουσιαστικά [+συγκεκριμένο] και μπορεί να επιλέξει από τη βάση (π.χ. χιόνι) τις ιδιότητες του πρωτοτύπου της κατονομαζόμενης τάξης που γίνονται αντιληπτές από τις αισθήσεις, δηλαδή «πρωτοτυπικά άσπρος» (Αναστασιάδη- Συμεωνίδη 1992: 511). Έτσι, κρασί κρασάτος 76 «που έχει το βαθύ κόκκινο χρώμα του κρασιού» (συνδέεται με το χρώμα κρασουλί), χιόνι χιονάτος «που έχει το λευκό χρώμα του χιονιού», λουλάκι λουλακάτος «που έχει το ιώδες χρώμα του λουλακιού», κόρακας κορακάτος 77 «που έχει χρώμα μαύρο σαν το φτέρωμα του κόρακα», π.χ. κορακάτα μαλλιά. Το επίθημα αυτό εμφανίζει πολύ περιορισμένη παραγωγικότητα αναφορικά με τα ΕΔΧ. Τα επίθετα που παράγονται με το επίθημα αυτό φανερώνουν εκείνον που έχει σχέση με το σημαινόμενο από τη βάση. Έτσι, κρόκος κροκωτός «που έχει το χρώμα του κρόκου», ίριδα ιριδωτός «που εμφανίζει ποικιλία στο χρωματισμό του, όπως τα χρώματα της ίριδας». Και το επίθημα αυτό εμφανίζει πολύ περιορισμένη παραγωγικότητα αναφορικά με τα ΕΔΧ. Το επίθημα αυτό συνάπτεται με βάση [-λόγιο] ουσιαστικό ως προς τη χρήση και δημιουργεί άκλιτα επίθετα με ομοιαστική σημασία π.χ. ελεφαντέ «σαν το χρώμα του ελέφαντα», αχυρέ, καραμελέ, κροκέ, φουξέ (βλ. Αναστασιάδη 1985). Τα ΕΔΧ που λήγουν σε /é/ δεν είναι πάντα παράγωγα. Τα περισσότερα από αυτά αποτελούν μονομορφηματικές μονάδες δάνειες από τη γαλλική: ιριζέ, λαμέ, ντορέ, περλέ, ροζέ, αλλά περουζέ (<τουρκ.). Ωστόσο, αν και διαχρονικά είναι δάνεια, κάποια ΕΔΧ της κατηγορίας αυτής μπορούν να αναλυθούν συγχρονικά: λαμέ (<λάμα), περλέ (<πέρλα), ροζέ (<ροζ) (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1985, Anastassiadis-Symeonidis 1996). Τα παράγωγα με το επίθημα αυτό επίθετα φανερώνουν εκείνον που έχει σχέση με το 76 Ωστόσο, κρασάτος μαγειρεμένος με κρασί στο λεξιλόγιο της μαγειρικής, π.χ. κόκορας ~ (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 2014: 47). 77 Βλ. και κορακήσιος. 70

88 -ερή, -ερό -ώδης, -ώδες -ειδής, -ειδές σημαινόμενο από τη βάση, π.χ. σταχτερός, ζοφερός. Το επίθημα αυτό εμφανίζει πολύ περιορισμένη παραγωγικότητα και χρήση αναφορικά με τα ΕΔΧ. Συνάπτεται με βάση ουσιαστικό που είναι [+λόγιο] ετυμολογικά και χρηστικά. Τα παράγωγα επίθετα αυτά δηλώνουν χρώμα που προσεγγίζει το χρώμα που δηλώνει το ουσιαστικό ή το επίθετο της βάσης: π.χ. ιώδης, οινώδης, τεφρώδης, γαλακτώδης, ζοφώδης, ασβολώδης, αιθαλώδης (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987, 2001). Συνάπτεται με βάση ουσιαστικό ή επίθετο που είναι [+λόγιο] ετυμολογικά και χρηστικά, π.χ. γαλακτοειδής, πορφυροειδής, ερυθροειδής, γλαυκοειδής (ό.π.). Τα παράγωγα επίθετα δηλώνουν χρώμα που μοιάζει με το χρώμα που έχει το α συνθετικό (βλ. Αναστασιάδη- Συμεωνίδη 2007). Τα επιθήματα που παράγουν επίθετα από βάση επίθετο διακρίνονται με σημασιολογικά κριτήρια σε τρεις περιπτώσεις: 1. Τα επιθήματα που προσδίδουν στο παράγωγο επίθετο τη σημασία «δήλωση κατά προσέγγιση του χρώματος που δηλώνει η βάση»: -ωπός, -ιδερός και -ουλός. 2. Τα επιθήματα που προσδίδουν στο παράγωγο επίθετο ή ουσιαστικοποιημένο επίθετο υποκοριστική σημασία: -ούτσικος, -ούλης και -ούλικος. 3. Τα επιθήματα που προσδίδουν στο παράγωγο επίθετο ή ουσιαστικοποιημένο επίθετο μειωτική σημασία: -(ουλ)ιάρης και -ιάρικος. ΠΙΝΑΚΑΣ 6: Επίθετα από βάση επίθετο Επιθήματα Περιγραφή Ιδιαίτερα παραγωγικό επίθημα που εφαρμόζεται σε βάση επίθετο. Σημαίνει «εκείνον που έχει κατά προσέγγιση το χρώμα που δηλώνει η βάση, που τείνει προς το χρώμα που -ωπός, δηλώνει η βάση», η οποία μπορεί να είναι οποιοδήποτε ΕΔΧ 1. Προσεγγιστικά -ωπή, συμμορφωμένο 78 προς το μορφολογικό σύστημα της ΝΕ, π.χ. -ωπό γαλαζωπός, γκριζωπός, γλαυκωπός, γαλανωπός, καστανωπός, κοκκινωπός, πρασινωπός, κιτρινωπός, κυανωπός, μελανωπός, ξανθωπός, ερυθρωπός, μαυρωπός, πυρρωπός, χρυσωπός. -ιδερός, Σημασιολογικά το επίθημα προσδίδει στο επίθετο τη σημασία -ιδερή, της απροσδιόριστης απόχρωσης του χρώματος που δηλώνει η -ιδερό 79 βάση π.χ. μαυριδερός «που κλίνει προς το μαύρο, ακαθόριστα 78 Στο corpus απαντά και ο τύπος μπεζωπός. 79 Στο ΛΝΕΓ το επίθημα γράφεται -ειδερός (με -ει-) και σχολιάζεται ότι η γραφή ασπριδερός (με -ι-) δεν δικαιολογείται ετυμολογικά, ενώ στο λήμμα μαυρειδερός δίνεται και ο τύπος μαυριδερός (με -ι-) με το σχόλιο ότι πρόκειται για σχολική γραφή. Εμείς ακολουθούμε τη γραφή που υιοθετεί το ΛΚΝ. 71

89 2. Υποκοριστικά Γενικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι η βάση με την οποία συνάπτονται είναι πάντα [-λόγια] ετυμολογικά και χρηστικά -ουλός, -ουλή, -ουλό -αλός, -αλή, -αλό -ούτσικος, -ούτσικη/ ούτσικια, -ούτσικο -ούλης, -ούλα, -ούλικο μαύρος». Με το επίθημα αυτό συναντήσαμε στο corpus μας μόνο δύο παράγωγα επίθετα τα ασπριδερός και μαυριδερός. Αξίζει να σημειωθεί ότι το άσπρος δεν το συναντήσαμε με το - ωπός, ενώ το μαυρωπός μας φαίνεται μάλλον σπάνιο σε σχέση με το μαυριδερός. Φαίνονται μη αποδεκτά παράγωγα τα *μελανιδερός, *κοκκινιδερός, *ξανθιδερός, *γκριζιδερός, σε αντίθεση με τα παράγωγα από την ίδια βάση αλλά με το επίθημα ωπός, π.χ. γκριζωπός κτλ. Από εδώ προκύπτει ότι η ΝΕ για τη σημασία της κατά προσέγγιση δήλωσης ενός χρώματος προκρίνει το επίθημα -ωπός, που για το λόγο αυτό εμφανίζεται πολύ παραγωγικό. Τα δύο αυτά επιθήματα προσδίδουν στα παράγωγα επίθετα τη σημασία του περίπου στο χρώμα που δηλώνει η βάση (μιας μορφής διαβάθμιση). Η υποκοριστική τους σημασία μπορεί να ερμηνευτεί είτε θετικά είτε αρνητικά ανάλογα με το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό και γενικότερα πραγματολογικούς λόγους (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1999: 70). Έχουν περιορισμένη παραγωγικότητα: ασπρουλός, μαυρουλός, ξανθουλός ενώ φαίνονται μη αποδεκτοί οι σχηματισμοί με βάση επίθετα [+λόγια] ετυμολογικά και χρηστικά, π.χ. *κυανουλός. Ειδικά το επίθημα -αλός, -αλή, - αλό απαντά μόνο στο επίθετο ροδαλός. Το επίθημα αυτό μετριάζει σημασιολογικά το χρώμα που δηλώνει η βάση προσθέτοντας και τη σημασία της γλυκιάς απόχρωσης ή της συμπάθειας προς το ΑΑ του ουσιαστικού που προσδιορίζεται από το επίθετο που είναι παράγωγο με το - ούτσικος. Έτσι, δεν είναι καθόλου περίεργο που συναντάμε στους σχηματισμούς αυτούς ως βάση πέρα από τα επίθετα κόκκινος (κοκκινούτσικος), κίτρινος (κιτρινούτσικος), άσπρος (ασπρούτσικος) και τα επίθετα που αναφέρονται αποκλειστικά σε [+έμψυχα] π.χ. ξανθός (ξανθούτσικος), μελαχρινός (μελαχρινούτσικος) (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987). Το επίθημα αυτό προσθέτει στο χρώμα που δηλώνει η βάση τη σημασία της τρυφερής/νεαρής ηλικίας του [+έμψυχου] ΑΑ του ουσιαστικού που προσδιορίζεται από το παράγωγο επίθετο ή του [+έμψυχου] ΑΑ του ουσιαστικοποιημένου παράγωγου επιθέτου, καθώς και τη σημασία της συμπάθειας προς αυτό, π.χ. ξανθούλης, μελαχρινούλης, καφετούλης, ασπρούλης και γκριζούλης (τα τρία τελευταία αποτελούν και τα ονόματα που χρησιμοποιούνται για τα τρία γουρουνάκια του παραμυθιού). 72

90 3. Μειωτικά -ούλικος, -ούλικια, -ούλικο -(ι)άρη(ς), -(ι)άρ(α), -(ι)άρ(ικο) -ιάρικος, -ιάρικη/ ιάρικια, -ιάρικο Αυτό το υποκοριστικό επίθημα σχηματίζει παράγωγα σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: πράσινος πρασινούλης πρασινούλικος, δηλαδή η βάση του είναι ένα ήδη υποκοριστικό επίθετο. Σημασιολογικά είτε ισοδυναμεί με το επίθημα -ούλης είτε διαφοροποιείται ως προς το νεαρό της ηλικίας του ΑΑ. Άλλα παραδείγματα: ασπρούλικος, κοκκινούλικος, ξανθούλικος, μελαχρινούλικος. (Κακόσημο) 80 που έχει άτονο χρώμα, που έχει ξεβάψει. Τα μόνα επίθετα που ανήκουν στην κατηγορία αυτή είναι τα: κιτρινιάρης, κιτρινιάρικος, (ξ)ασπρουλιάρης, (ξ)ασπρουλιάρικος και χλεμπονιάρης (ωχρός στην όψη). Προσδίδουν μόνιμη ιδιότητα στο ΑΑ του ουσιαστικού που προσδιορίζουν αντίθετα με τα κίτρινος/χλομός που είναι αδιάφορα ως προς το χαρακτηριστικό της μονιμότητας (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1987). Ειδικά για το κιτρινιάρης, σε αναφορά σε άτομο της λευκής φυλής υποδηλώνει απόκλιση από το υγιές χρώμα, αφού χαρακτηρίζει τον άρρωστο, μπορούμε να υποθέσουμε λοιπόν ότι το -(ι)άρ(ης) επιλέγει, σε σχέση με τη νόρμα, τη μειωτική πλευρά μιας ιδιότητας, στην προκειμένη περίπτωση του κίτρινου χρώματος (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1999: 70). Τέλος, η μη εμφάνιση τύπων όπως *κοκκινιάρης, *πρασινιάρης, *καφετιάρης, *ροδουλιάρα ενδεχομένως να οφείλεται στο γεγονός ότι τα ΑΑ των ΕΔΧ αυτών δεν έχουν αρνητικές συνυποδηλώσεις Προθηματική παραγωγή Τα κύρια παραγωγικά προθήματα για το σχηματισμό χρωματικών επιθέτων είναι 81 : ΠΊΝΑΚΑΣ 7: Παραγωγικά προθήματα Προθήματα Περιγραφή παραδείγματα το στερητικό α- χρησιμοποιείται με ρηματικά επίθετα για να δηλώσει την έλλειψη, τη στέρηση: αλεύκαντος, αμαύριστος, αμελάνιαστος, αχρωμάτιστος Όρος που χρησιμοποιεί ο Μπαμπινιώτης στα λεξικά του και αναφέρεται σε αυτόν που έχει αποκτήσει αρνητική σημασία. 81 Περισσότερα για την επίταση: Delveroudi & Vassilaki 1999, Γιαννουλοπούλου 2003, Ευθυμίου 2003, Γαβριηλίδου Τα ρηματικά επίθετα δεν αποτελούν αντικείμενο της έρευνάς μας. 73

91 το επιτατικό/εμφατικό ξ(ε)- χρησιμοποιείται μόνο με το επίθετο ασπρουλιάρης και δηλώνει τον μεγάλο βαθμό στον άξονα της φωτεινότητας, το ξεθωριασμένο: ξασπρουλιάρης η πρόθεση υπερ- χρησιμοποιείται με ουσιαστικά και επίθετα για να δηλώσει την μεγάλη ποσότητα ή την υπέρβαση ενός ορίου: υπέρλευκος, υπερκόκκινος 83 η πρόθεση υπο- χρησιμοποιείται για τη δήλωση της μικρής ποσότητας: υποκίτρινος, υποκύανος, υπόλευκος, υπόξανθος, υπόφαιος, υπόχρυσος η πρόθεση κατα- 84 χρησιμοποιείται για τη δήλωση της ποσότητας/ έντασης: κατακόκκινος έντονα κόκκινος, καταπράσινος, κατάλευκος το λεξικό πρόθημα θεο- 85 υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό, συχνά με αρνητική χροιά: θεοκόκκινος, θεοπράσινος, θεόλευκος το λεξικό πρόθημα παν- 86 υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό: πανκίτρινος, πανκόκκινος, πάλλευκος το λεξικό πρόθημα ψιλο- υπάρχει σε μικρό βαθμό ή κατά προσέγγιση (σχεδόν): ψιλοκόκκινος, ψιλοκίτρινος 83 Το υπεριώδης αποτελεί εξαίρεση, καθώς δεν δηλώνει χρώμα. 84 Το κατά- συνδυάζεται πολύ συχνά με χρωματικούς όρους, οι οποίοι επιτρέπουν συνήθως δύο αναγνώσεις, μία ποιοτική και μία ποσοτική (Kennedy & Mc Nally 2009, από Γαβριηλίδου 2013). Η ποιοτική ανάγνωση σχετίζεται με τα φυσικά χαρακτηριστικά του χρώματος (απόχρωση, φωτεινότητα, κορεσμός), ενώ η ποσοτική με το πόσο μέρος από ένα αντικείμενο έχει ένα συγκεκριμένο χρώμα. Όταν το κατά- συνδυάζεται με χρώματα, εκείνο που ουσιαστικά προσδιορίζει δεν είναι την ποσοτική διάσταση αλλά την ποιοτική. Πιο συγκεκριμένα, στο παράδειγμα Το λιβάδι ήταν καταπράσινο το κατά- υπολογίζει το κατά πόσο το επίθετο πράσινος πλησιάζει τον πρωτοτυπικό πυρήνα αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως πράσινο και όχι το πόσο μέρος από το λιβάδι είναι πράσινο. Μάλιστα δηλώνει ότι το πράσινο του λιβαδιού ταυτίζεται απόλυτα με το πρωτοτυπικό πράσινο. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε επομένως ότι η κλίμακα που χρησιμοποιεί το επίθετο πράσινος στη συγκεκριμένη ποιοτική ερμηνεία, αλλά και άλλοι χρωματικοί όροι που συνδυάζονται με το κατά-, διαθέτουν ένα ανώτατο όριο το οποίο αντιστοιχεί με την απόλυτη ταύτιση με τον πρωτοτυπικό πυρήνα του εκάστοτε χρώματος. Το ότι επίθετα που δηλώνουν χρωματικούς όρους στην ποιοτική τους ανάλυση προϋποθέτουν ένα ανώτατο όριο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι μπορούν να συνδυαστούν με τροποποιητές που δηλώνουν ολότητα (Γαβριηλίδου 2013: 77). 85 Περισσότερα για το θεο-, βλ. Γιαννουλοπούλου 2003, Ευθυμίου 2003, Αναστασιάδη-Συμεωνίδη Η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2008: 109) γράφει σχετικά με το εν λόγω επίθημα ότι «στην πλειονότητά τους τα επίθετα που χρησιμεύουν ως βάση αντιπροσωπεύουν μια ιδιότητα που βρίσκεται έξω από τη βιολογική νόρμα της ανθρώπινης φύσης», ενώ η Γαβριηλίδου (2013: 80) σημειώνει ότι το θεο- δείχνει συστηματική προτίμηση προς απόλυτα επίθετα με κατώτατο όριο (που εκφράζουν αρνητικές ιδιότητες). 86 Λειτουργεί ως τροποποιητής ολότητας δηλώνοντας ταύτιση με τον ανώτατο βαθμό μιας ιδιότητας (Γαβριηλίδου 2013: 87). 74

92 το λεξικό πρόθημα ημι- το λεξικό πρόθημα ολο- 87 χρησιμοποιείται για τη δήλωση της μικρής ποσότητας: ημίλευκος χρησιμοποιείται για τη δήλωση της μεγάλης ποσότητας, με θετική χροιά: ολόλευκος, ολοπράσινος αλλά *ολοχλωμος, *ολοσταχτύς. Συγκεκριμένα, στη φράση ολόλευκα λευκά: α) όταν αναφέρεται στην ιδιότητα [+χρώμα], σημαίνει ότι είναι πιο λευκά από τα κοινά λευκά, καθώς το λευκό είναι το χαρακτηριστικό χρώμα τους, και β) όταν αναφέρεται στην κατηγορία λευκά (είδη σπιτιού: σεντόνια, πετσέτες κτλ.), τότε έχει το σημασιολογικό χαρακτηριστικό [-χρώμα]. Στην περίπτωση αυτή, κατά τις Delveroudi & Vassilaki (1999: 165) χάνει την περιγραφική του ουδετερότητα και δηλώνει μια αξιολόγηση του υποκειμένου που κρίνει ότι το περιγραφόμενο αντικείμενο διαθέτει αποκλειστικά μια καλή ιδιότητα, εν προκειμένω αυτή της καθαρότητας. Παρατηρούμε ότι η προθηματοποίηση δεν προκαλεί αλλαγή γραμματικής κατηγορίας της λέξης-βάση ενώ σε μερικές περιπτώσεις έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή της θέσης του τόνου, ώστε να τηρηθεί ο κανόνας της τρισυλλαβίας Τροποποιητές διαβάθμισης Εκτός από τα επιτατικά προθήματα, μπορούν να λειτουργήσουν ως τροποποιητές διαβάθμισης τα εξής γλωσσικά στοιχεία: α) Η κλειστή κατηγορία των ποσοτικών επιρρημάτων που δηλώνουν το βαθμό ή την επίταση: πολύ, λίγο, αρκετά, υπερβολικά, εντελώς, τρελά, απίστευτα, τόσο κτλ. (τα ουσιαστικά δέχονται ποσοτικά επίθετα). Ενώ τα διαβαθμίσιμα επίθετα δηλώνουν σχέσεις ανάμεσα σε υποκείμενα και βαθμούς, οι τροποποιητές διαβάθμισης δηλώνουν συναρτήσεις ανάμεσα σε επιθετικές σημασίες και ιδιότητες των υποκειμένων (Γαβριηλίδου 2013: 98-99). Οι τροποποιητές αυτοί μπορούν να ιεραρχηθούν με τον ακόλουθο τρόπο: 87 Προσδιορίζει την ποσοτική διάσταση του χρώματος. Δηλώνει πόσο μέρος από ένα αντικείμενο έχει ένα συγκεκριμένο χρώμα. Ένα ολοκόκκινο φόρεμα δεν είναι ένα φόρεμα που το χρώμα του ταυτίζεται με αυτό που πρωτοτυπικά θεωρούμε κόκκινο, αλλά ένα φόρεμα που είναι αποκλειστικά κόκκινου χρώματος. Μία τέτοια ανάγνωση προϋποθέτει εντελώς κλειστές κλίμακες: ένα αντικείμενο είτε είναι εξολοκλήρου κόκκινο είτε όχι. Η δυνατότητα συνδυασμού με τροποποιητές ολότητας αποδεικνύει κάτι τέτοιο: Το φόρεμα είναι εντελώς κόκκινο (Γαβριηλίδου 2013: 79). 75

93 ΠΊΝΑΚΑΣ 8: Τροποποιητές διαβάθμισης τροποποιητής λίγο αρκετά πολύ υπερβολικά, εντελώς, απίστευτα, τρελά, τρομερά κ.ά. κλίμακα έντασης αδύναμο μέσο δυνατό πολύ δυνατό β) Τα επιθήματα συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού: -ότερος/-ότατος. Βεβαίως, τα ΕΔΧ έχουν γενικά την ιδιαιτερότητα να μη σχηματίζουν μονολεκτικά 88 το συγκριτικό και υπερθετικό βαθμό, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις. Προτιμούν τους περιφραστικούς τύπους πιο+εδχ και ο πιο+εδχ. (22) ΣΥΓΚΡ.: πιο κόκκινος (?κοκκινότερος) ΥΠΕΡΘ.: ο πιο κόκκινος (από όλους) Η πρόταση της Χειλά-Μαρκοπούλου (1986: ) είναι ότι κριτήριο για το σχηματισμό των μονολεκτικών ή περιφραστικών συγκριτικών αποτελεί ο [+λόγιος] ή [- λόγιος] ως προς τη χρήση χαρακτήρας των επιθέτων. Έτσι, ένα [-λόγιο] επίθετο σχηματίζει περιφραστικά τα συγκριτικά του: πιο άσπρος, πιο ροζ, πιο μαύρος, ενώ ο μονολεκτικός τύπος δεν είναι αποδεκτός *ασπρότερος, *ροζότερος, *μαυρότερος. Αντίθετα, το [+λόγιο] ως προς τη χρήση επιθέτων σχηματίζει μονολεκτικά συγκριτικά: λευκότερος, μελανότερος, ενώ είναι αποδεκτά και τα περιφραστικά: πιο λευκός, πιο μελανός. Αναφορικά με τη δήλωση της διαβάθμισης των ουσιαστικών που δηλώνουν χρώμα, καθώς πρόκειται για ουσιαστικά, απορρίπτουν την παραγωγή των μονολεκτικών τύπων με τα επιθήματα -ότερος/-ότατος, όπως έχουμε αναφέρει ότι απορρίπτουν και τα γραμματικά μορφήματα που δηλώνουν συμφωνία γένους και αριθμού: (23) *ωκεανότερος, *ηλιανθότερος, *καραμελότερη 88 Η Χειλά-Μαρκοπούλου (1986: ) αναφέρει ότι το θέμα της εναλλαγής του μονολεκτικούπεριφραστικού συγκριτικού τύπου, πέρα από μια βασική συντακτική τοποθέτηση, καθορίζεται κυρίως από παράγοντες που έχουν σχέση με το λεξικό, είτε αναφέρονται στο περιεχόμενο είτε στη μορφή των επιμέρους επιθέτων, χωρίς να κάνει ειδική μνεία στα συγκριτικά των επιθέτων που δηλώνουν χρώμα. 76

94 Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα να τροποποιηθούν από επιρρήματα που δηλώνουν βαθμό ή επίταση ή να σχηματίσουν περιφραστικά το συγκριτικό (σπανιότερα και τον υπερθετικό) βαθμό: (24) πολύ βανίλια, πολύ κίτρινο Van Gogh, πιο ώχρα Το γεγονός ότι τα ουσιαστικά που δηλώνουν χρώμα απορρίπτουν το μονολεκτικό μορφολογικό σχηματισμό του βαθμού οφείλεται στο ότι η γραμματική κατηγορία στην οποία ανήκουν δεν είναι συμβατή με τα γραμματικά μορφήματα των επιθέτων. Από την άλλη, η δυνατότητα να διαβαθμιστούν συντακτικά δεν είναι ασύμβατη με την κατηγορία των ουσιαστικών (πρβλ. πολύ άντρας, όπου παραπέμπει στις ιδιότητες που αποδίδονται στερεοτυπικά στον άντρα). Πάντως, τα ουσιαστικά δεν συνηθίζουν να δέχονται τη διαβάθμιση για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η αναφορική τους ισχύς, καθώς εκφράζουν ένα συγκεκριμένο τμήμα της έννοιας του ουσιαστικού, το χρώμα, και όχι ένα σύνολο πληροφοριών που σχετίζονται με το αντικείμενο αναφοράς. Ο δεύτερος είναι ότι το ουσιαστικό αποτελείται από ένα σύνολο πιο πολύπλοκων εννοιών από αυτές που γενικά εκφράζουν τα επίθετα, με τρόπο που δεν είναι δυνατό να διαβαθμιστεί μία μόνο από αυτές (Fábregas 2002). Στο παράδειγμα ένα φόρεμα σάπιο μήλο, το ΟΔΧ δεν μας παρέχει πληροφορίες για το σχήμα ή τη γεύση του μήλου, παρά μόνο για το χρώμα. Επιπλέον, σε κάποιες περιπτώσεις, σημασιολογικά πιθανόν να μην είναι δυνατή η περαιτέρω διαβάθμιση των βανίλια και κίτρινο Van Gogh λόγω του ότι πρόκειται για απόχρωση του λευκού και του κίτρινου αντίστοιχα και, όπως συμπεραίνει η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1987: 396), τα ΕΔΧ σχηματίζουν συγκριτικά όταν πρόκειται να δηλωθούν χρωματικές διαβαθμίσεις. Και χρωματικές διαβαθμίσεις συνήθως δηλώνονται στους βασικούς χρωματικούς όρους (περισσότερα για τη διαβάθμιση βλ. κεφάλαιο 4). γ) Στερεότυπες παρομοιώσεις, 89 που δηλώνουν τη διαβάθμιση, την επίταση, όπως αποτυπώνεται στο παράδειγμα: (25) κόκκινος σαν ντομάτα/ λευκός σαν χιόνι 89 Με τον όρο στερεότυπες παρομοιώσεις εννοούμε τις παρομοιώσεις εκείνες που η χρήση τους είναι συχνή κυρίως στον προφορικό λόγο και λιγότερο στο γραπτό, και που έχουν ιδιωτισμική σημασία (Μπόλλα-Μαυρίδου 1996). 77

95 δ) Διπλασιασμός του επιθέτου ή επιτονισμός: (26) α. είναι κίτρινο κίτρινο β. είναι κόκκινο! ε) Εκφράσεις του τύπου από τα πιο, από τα πλέον κτλ.: (27) είναι από τις πιο γαλάζιες θάλασσες που έχω δει στ) Τέλος, ο G. Gross (1986) μελέτησε μια κατηγορία ΕΔΧ που αντιστοιχεί σε αυτό που στην παραδοσιακή γραμματική ονομάζεται απόλυτος υπερθετικός βαθμός, όπως φαίνεται στο παράδειγμα: (28) α. Η Ελένη βρίσκεται σε μαύρη στενοχώρια Τα επίθετα αυτά παραφράζονται με τη φράση πάρα πολύ + Ε (π.χ. μεγάλος/η/ο): (28) β. Η Ελένη βρίσκεται σε πάρα πολύ μεγάλη στενοχώρια Αυτή η κατηγορία των επιθέτων είναι πολύ περιορισμένη αριθμητικά. Στο corpus μας συναντάμε τους ακόλουθους όρους: κόκκινος (θυμός, ντροπή, π.χ. έγινε κόκκινος από την ντροπή = ντράπηκε πολύ) μαύρος (καημός, δάκρυ, στενοχώρια, μιζέρια, μαυρίλα, χάλι, μεσάνυχτα, πίστα, φίδι ) μπλε μαρέν (ξύλο: τον έκανε μπλε μαρέν στο ξύλο = τον έδειρε πολύ) πράσινος (ζήλια, κακία π.χ. έγινε πράσινος από τη ζήλια του = ζήλεψε πολύ) χιονάτος (δέρμα = πολύ λευκό, πρβλ. τη Χιονάτη του παραμυθιού) χρυσός (παιδί/ άνθρωπος = πολύ καλό(ς), χέρια = πολύ ικανά) Τα επίθετα αυτά, κατά τον G. Gross (ό.π.) δεν σχηματίζουν σύνθετο ουσιαστικό με το ουσιαστικό που προσδιορίζουν. Η διαφορά τους με τα πολυλεκτικά σύνθετα ουσιαστικά έγκειται στο ότι τα τελευταία δεν έχουν επιτατική ερμηνεία, π.χ. μαύρο χιούμορ. Τελικά, ο ίδιος ερευνητής υποστηρίζει ότι οι εκφράσεις αυτές είναι κατηγορηματικά επίθετα που συνδυάζονται με κάποιο επιβοηθητικό ρήμα (έχω, βρίσκομαι, κάνω, γίνομαι). 2.7 Κατασκευή λέξεων: Σύνθεση Εισαγωγή Σύνθεση είναι η διαδικασία κατά την οποία με τη χρήση δύο (ή περισσότερων) ελευθερώσιμων ή ελεύθερων λεξικών μορφημάτων (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1996: 97) 78

96 σχηματίζεται μια νέα λεξική μονάδα. Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν τα μονολεκτικά σύνθετα, π.χ. κιτριν-ο-πράσινος ενώ στη δεύτερη περίπτωση ανήκουν τα πολυλεκτικά σύνθετα, π.χ. σάπιο μήλο. Στην παρούσα έρευνα εστιάζουμε στις σύνθετες λεξικές μονάδες που αποτελούνται από τουλάχιστον ένα συστατικό στοιχείο της ΝΕ Μονολεκτικά σύνθετα Στην ελληνόγλωσση παραδοσιακή βιβλιογραφία η σύνθετη λέξη αντιστοιχεί σε μια μονολεκτική λεξική μονάδα (Τριανταφυλλίδης 2002 (1941): , Τσοπανάκης 1998: , κ.α.). Οι σύνθετοι χρωματικοί όροι, ανάλογα με τη συντακτική σχέση των δύο συνθετικών, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: στα παρατακτικά σύνθετα (γαλανόλευκο, κιτρινοπράσινο) και στα εξαρτημένα σύνθετα (σκουροπράσινος, βαθυκόκκινος, ανοιχτόχρωμος). Η σημασία ενός παρατακτικού συνθέτου ισούται είτε με το άθροισμα των σημασιών των συνθετικών, είτε με μια έννοια όπου σημαντικό ρόλο παίζει η σημασία των συνθετικών (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1996: 101). Ωστόσο, η απόδοση σημασίας είναι δευτερογενής και οφείλεται αρκετές φορές σε πραγματολογικά δεδομένα. Έτσι, το γεγονός π.χ. ότι το επίθετο γαλανόλευκος ερμηνεύεται ως αθροιστικό και όχι ως «ενδιάμεσο» (δηλ. ένα θαλασσί χρώμα μεταξύ μπλε και άσπρου, όπως θα χαρακτηρίζαμε το γαλαζοπράσινο, που ερμηνεύεται ως ένα χρώμα μεταξύ γαλάζιου και πράσινου) οφείλεται στη συνειρμική του σύνδεση με την ελληνική σημαία και όχι σε κάποιες εγγενείς ιδιότητες του συνθέτου ή των συστατικών του. Η προβλεπτή σημασία του συγκεκριμένου επιθέτου (αποτέλεσμα της συζευκτικότητας) είναι γαλανό+άσπρο. Η σημασία ελληνική σημαία είναι αποτέλεσμα απρόβλεπτων πραγματολογικών λόγων και ανήκει στο μη προβλεπτό κομμάτι της σημασίας (βλ. και Corbin 1987). Στην ουσία, δηλαδή, εκτός από τον καθαρά σημασιολογικό παράγοντα, για την ερμηνεία των παρατακτικών συνθέτων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και πραγματολογικά κριτήρια (Μανωλέσσου & Τσολακίδης 2009: 960). Από αυτή την άποψη, καλύτερα θα ήταν να θεωρηθούν και τα «ενδιάμεσα» σύνθετα μια υποκατηγορία των παρατακτικών συνθέτων, εφόσον η ερμηνεία τους έπεται του σχηματισμού τους. Γενικότερα, όπως παρατηρεί ο Søgaard (2005), ο χαρακτηρισμός ενός συνθέτου ως παρατακτικού εκτός πλαισίου είναι επισφαλής, διότι το ίδιο σύνθετο μπορεί, ανάλογα με τα συμφραζόμενα να θεωρηθεί είτε παρατακτικό είτε προσδιοριστικό είτε ενδιάμεσο κτλ. 79

97 Πιο αναλυτικά, τα μονολεκτικά παρατακτικά σύνθετα αποτελούνται από δύο επίθετα και ακολουθούν το σχήμα Ε-(ο)-Ε. Όπως φαίνεται από το σχήμα, το σημείο σύνδεσης του α και του β συνθετικού εμφανίζεται συνήθως το φωνήεν -ο- ανεξάρτητα από τη γραμματική κατηγορία του α συνθετικού, π.χ.: (29) πορτοκαλί + κόκκινο πορτοκαλοκόκκινο Η σημασιολογική σχέση μεταξύ των δύο συνθετικών είναι παρατακτική, εφόσον μπορούν να συνδεθούν με τον σύνδεσμο και: (30) γκριζοπράσινο (γκρίζο και πράσινο) ασπρόμαυρο (άσπρο και μαύρο) Ως προς τους παρατακτικούς σχηματισμούς, θεωρούμε ότι και τα δύο μέλη ανήκουν στην ίδια κατηγορία και δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίσουμε ένα από αυτά ως μη πυρηνικό. Και τα δύο στοιχεία ορίζουν την αξία του συνθέτου και, συνεπώς, πρέπει να είναι σημασιολογικά συγκλίνοντα το ένα με το άλλο. Σημασιολογικά, όπως αναφέραμε παραπάνω, υπάρχουν δύο τύποι παρατακτικών συνθέτων με βάση το χρώμα: Α) δηλώνεται ένας ενδιάμεσος τόνος από τα δύο χρώματα, Β) και τα δύο χρώματα υπάρχουν στην επιφάνεια χωρίς να αναμειγνύονται μεταξύ τους. Στη νέα ελληνική η σειρά των όρων μιας φράσης με παράταξη καθορίζεται από σημασιοπραγματολογικούς λόγους, με άλλα λόγια η σειρά (συνήθως) δεν είναι τυχαία. Έτσι, προηγείται το συνθετικό που παραπέμπει εξωγλωσσικά σε εκείνο που είναι πιο θετικό (ασπρόμαυρος), πρώτο σε μια σειρά (γαλανόλευκη) κ.ο.κ. Ωστόσο, δεν είναι σπάνια η εμφάνιση συνθέτων με αδιάφορη τη σειρά των όρων: π.χ. κοκκινόξανθος / ξανθοκόκκινος, κιτρινοπράσινος / πρασινοκίτρινος 90. Φωνολογικοί λόγοι, όπως είναι π.χ. ο αριθμός των συλλαβών, μπορούν επίσης να καθορίσουν την προτίμηση των φυσικών ομιλητών της γλώσσας προς μια συγκεκριμένη σειρά. Υπάρχει μια τάση το μικρότερο σε συλλαβές συστατικό να προηγείται του μεγαλύτερου, π.χ. ροδοκόκκινος, γκριζογάλανος. Δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο και στα σύνθετα με μη προσαρμοσμένα δάνεια, π.χ. πρασινομπλέ. Επίσης, το δεύτερο συνθετικό συνήθως είναι προτιμότερο να τονίζεται στην προπαραλήγουσα. 91 Έτσι, προτιμάται ο 90 Τα σύνθετα αυτά απαντούν και ως προσδιοριστικά. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει διαφοροποίηση στη σημασία. Π.χ. κιτρινοπράσινος: πράσινος που κλίνει προς το κίτρινο vs. πρασινοκίτρινος: κίτρινος που κλίνει προς το πράσινο. Πρβλ. και τους συνδυασμούς του καθρέφτη (παράγραφος β). 91 Για τον τονισμό των συνθέτων η Ρεβυθιάδου (2014: 97, και παραπομπές ενταύθα) αναφέρει ότι τα σύνθετα [ΘΕΜΑ ΘΕΜΑ] τονίζονται στην προπαραλήγουσα, εκτός κι αν φιλοξενείται στη δομή μια 80

98 τύπος γκριζοπράσινο από τον τύπο?πρασινογκρί(ζο). Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις που αυτό δεν εφαρμόζεται. 92 Πρόκειται για τα επίθετα μπλε, μαύρο, λευκό: (31) πρασινομπλέ/ *μπλεπράσινο (αλλά: γαλαζοπράσινο) ασπρόμαυρο/?μαυρόασπρο κιτρινόμαυρο/?μαυροκίτρινο 93 γαλανόλευκο/ *λευκογάλανο Τέλος, ως προς τον αριθμό των τροποποιητών που λαμβάνουν τα παρατακτικά σύνθετα, αυτός είναι απεριόριστος, π.χ.: (32) λαμπερό κιτρινοπράσινο έντονο Εκτός από τα παρατακτικά σύνθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της παραγράφου, υπάρχουν και τα σύνθετα που εμφανίζουν σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των συνθετικών. Κατά τη Ράλλη (2007: 91-92) τα σύνθετα αυτά διακρίνονται σε ενδοκεντρικά και εξωκεντρικά σύνθετα. Τα σύνθετα των οποίων τα βασικά χαρακτηριστικά πηγάζουν από την κεφαλή, ονομάζονται ενδοκεντρικά, αφού το κεντρικό στοιχείο της δομής βρίσκεται μέσα στο σύνθετο, π.χ. κοκκινόχωμα, κοκκινόψαρο. Αυτά εμφανίζουν μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς τη σημασία. Ωστόσο, είναι δυνατόν η κεφαλή να μην εντοπίζεται πάντα στο εσωτερικό του συνθέτου, να βρίσκεται δηλαδή εκτός της εσωτερικής του δομής. Πρόκειται για ελλειπτικά σύνθετα, που ονομάζονται εξωκεντρικά σύνθετα. Για παράδειγμα, η λέξη «κοκκινομάλλης» συντίθεται από τα θέματα κοκκιν- και μαλλ-. Η βασική όμως σημασία, δηλαδή «αυτός που έχει κόκκινα μαλλιά», και το γένος δεν προέρχονται από τα δύο θέματα. Το ίδιο ισχύει και στο σύνθετο γαλαζοαίματος. Τα ενδοκεντρικά σύνθετα λέγονται και προσδιοριστικά όταν η σχέση μεταξύ των δύο συνθετικών είναι σχέση προσδιορισμού (βλ ), καθώς το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο, π.χ. ροδοκόκκινος, βαθυγάλαζος. Στα σύνθετα με σχέση εξάρτησης, το λέξημα που έχει το ρόλο της κεφαλής συνήθως τοποθετείται δεξιά, ενώ το λέξημα που αποτελεί το προσδιορίζον ή το όρισμα τοποθετείται αριστερά. εγγενώς τονισμένη παραγωγική κατάληξη, η οποία σε αυτή την περίπτωση, όντας κεφαλή, υπερισχύει τονικά. Αντίθετα, τα σύνθετα [ΘΕΜΑ [ΛΕΞΗ]] τονίζονται στη συλλαβή που φέρει τόνο το δεύτερο συστατικό τους. Αυτή η βασική διαφορά στον τονισμό αποτελεί το βασικό επιχείρημα για τη διαφορετική προσωδιακή δομή των δύο αυτών ειδών σύνθεσης. Βλ. επίσης Αναστασιάδη-Συμεωνίδη 1996: Ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιον φωνολογικό κανόνα που μπλοκάρει με κάποιον τρόπο την εμφάνιση αυτών των συνδυασμών. 93 Κάποιες φορές χρησιμοποιείται με αναφορά στο πρόσωπο. 81

99 Τα εξωκεντρικά ονομάζονται και κτητικά όταν τα συνθετικά έχουν μεταξύ τους σχέση προσδιορίζοντος και προσδιοριζομένου, π.χ. ερυθρόδερμος, κυανόκρανος. Τα κτητικά σύνθετα περιγράφουν εκείνον που έχει κάτι σαν δικό του, σαν κτήμα του. Πολλά επίθετα αυτού του τύπου σχηματίζονται με βάση Ε+Ο: άσπρο + μαλλί = ασπρομάλλης - ασπρομάλλα - ασπρομάλλικο. Τα επίθετα αυτά συνήθως σχηματίζονται με δεύτερο συνθετικό ένα μέλος του σώματος και πρώτο συνθετικό ένα χρώμα που προσδιορίζει το μέλος του σώματος. Αυτά τα σύνθετα επίθετα χρησιμοποιούνται ως προσδιορισμοί του μετέχοντος που χαρακτηρίζεται από αυτή την ιδιότητα: (33) (λαιμός) κοκκινολαίμης, -λαίμα, -λαίμικο (μαλλιά) ξανθομάλλης, -μάλλα, -μάλλικο (μάτια) γαλανομάτης, -μάτα, -μάτικο, καστανομάτης, μαυρομάτης (τρίχωμα) κοκκινοτρίχης, -τρίχα, -τρίχικο (φρύδια) μαυροφρύδης, -φρύδα, -φρύδικο (χέρια) χρυσοχέρης, -χέρα, -χέρικο Επίσης, τα σύνθετα δί-χρωμος, τρί-χρωμος, τετρά-χρωμος, πολύ-χρωμος, ποικιλόχρωμος έχουν κτητική σημασία (π.χ. δίχρωμος = που έχει δύο χρώματα). Σύμφωνα με την Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1996: 105), αν και υποστηρίζεται ότι το β συνθετικό προσδίδει γενικά στο σύνθετο τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, δηλαδή τη γραμματική κατηγορία, το γένος, την κλίση, π.χ. μύλος ανεμόμυλος, φύλλο τριαντάφυλλο, κόκκινος ροδοκόκκινος, η γραμματική κατηγορία και το γένος εξαρτώνται από σημασιοσυντακτικούς και ιστορικούς λόγους, π.χ. μάτι Ο γαλανομάτης Ε, φορώ Ρ ρασοφόρος Ε. Όσον αφορά την κλίση, υποστηρίζει ότι είναι συνάρτηση του κλιτικού προσφύματος και του γένους του συνθέτου (ό.π.). Τέλος, στο corpus συναντάμε τους όρους χρυσομαλαματένιος και μελανόμαυρος, που χαρακτηρίζονται ως συνωνυμικά σύνθετα (πρβλ. Μανωλέσου & Τσολακίδης 2009). Στην κατηγορία αυτή δεν είναι σαφές ποιος είναι ο πυρήνας του συνθέτου, καθώς τα συνθετικά διακρίνονται από σχέση συνωνυμίας. Η παραπάνω κατηγοριοποίηση των μονολεκτικών συνθέτων αφορά τα σύνθετα που αποτελούνται από δύο συνθετικά. Είναι σαφές ότι υπάρχει η δυνατότητα διεύρυνσης του αριθμού των συνθετικών και να σχηματιστούν πολυσύνθετες λεξικές μονάδες, π.χ. μπορντοροδοκόκκινο (βλ. παράγραφο 2.2.2). 82

100 2.7.3 Πολυλεκτικά σύνθετα Στη βιβλιογραφία που αφορά τα σύνθετα της νέας ελληνικής για πρώτη φορά η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (1986: 147) κάνει λόγο για συνταγματικές μονάδες, δηλαδή για λεξικές ονοματικές φράσεις (μη μονολεκτικές λεξικές μονάδες) που λειτουργούν μέσα στην πρόταση ως μία μονάδα (συντακτικό κριτήριο), η σημασία τους δεν είναι το άθροισμα των σημασιών των στοιχείων από τα οποία αποτελούνται (σημασιολογικό κριτήριο) και η αντικατάσταση μιας λέξης ενός πολυλεκτικού συνθέτου δεν είναι δυνατή, καθώς μπορ&epsil