ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΣ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ

Σχετικά έγγραφα
Σοφία Χαβάκη Λέκτορας Εργαστήριο Ιστολογίας-Εμβρυολογίας


Χόνδρος Οστίτης Ιστός. Σοφία Χαβάκη Λέκτορας Εργαστήριο Ιστολογίας-Εμβρυολογίας

Χόνδρος Αρθρώσεις. Σοφία Χαβάκη Λέκτορας Εργαστήριο Ιστολογίας-Εμβρυολογίας

Χόνδρος Αρθρώσεις. Σοφία Χαβάκη Επικ. Καθηγήτρια Εργαστήριο Ιστολογίας-Εμβρυολογίας

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ Μ. ΠΑΥΛΙ ΗΣ

Ερειστικό Σύστημα. Γεωργιάδου Ελευθερία και Μηλιάδου Αθανασία.

MYOΣKEΛETIKO ΣYΣTHMA. Oι σκελετικοί µύες συµµετέχουν µε την σύσπαση τους > στη κίνηση των οστών

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ 1-7-8

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ( Ε.Κ.Φ.Ε ) ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ

ΚΥΤΤΑΡΑ. Καρβουντζή Ηλιάνα (Βιολόγος) 1

Στηρικτικά Κύτταρα και Εξωκυττάρια Ουσία. Κοτσίνας Αθανάσιος Επικ. Καθηγητής Εργ. Ιστολογίας-Εμβρυολογίας Ιατρική Σχολή - ΕΚΠΑ

Πανεπιστημιο Θεσσαλιας Ιατρικη Σχολη

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΑ ΟΣΤΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Στηρικτικά Κύτταρα και Εξωκυττάρια Ουσία. Κοτσίνας Αθανάσιος Επικ. Καθηγητής Εργ. Ιστολογίας-Εμβρυολογίας Ιατρική Σχολή - ΕΚΠΑ

ΒΙΟΛΟΓΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Κινητικό σύστημα του ανθρώπου Μέρος Ι: Ερειστικό, μυϊκό και συνδεσμικό σύστημα. Μάλλιου Βίβιαν Καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ ΔΠΘ Φυσικοθεραπεύτρια

ΣTHPIKTIKA KYTTAPA - EΞΩKYTTAPIA ΘEMEΛIA OYΣIA

1. ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ

Πυρήνες οστέωσης παιδικου σκελετου. Χρόνοι εμφάνισης.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΣΚΗΣΗ 8 ΟΙ ΙΣΤΟΙ ΤΩΝ ΖΩΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΖΩΩΝ Ι ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ-ΕΜΒΥΟΛΟΓΙΑΣ. Παύλος Μακρίδης, επίκουρος καθηγητής

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΕΟΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΣΤΕΟΕΠΑΓΩΓΙΚΩΝ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΣΕΓΧΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ (ΟΣΤΕΟΠΡΟΓΟΝΙΚΩΝ)

ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ. Ένα ταξίδι στις βασικές έννοιες βιολογίας...

ΕΡΑΣΜΕΙΟΣ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΒΙΟΛΟΓΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 15/9/2014. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ Κύτταρα και ιστοί Όργανα και συστήματα οργάνων

7. ΕΡΕΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. Αποτελεί αποθήκη αλάτων, κυρίως ασβεστίου και φωσφόρου. Στηρίζει το σώμα και καθορίζει τη μορφή του.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ Μ. ΠΑΥΛΙ ΗΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΣΚΗΣΗ 7 ΟΙ ΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΣΠΕΡΜΑΤΟΦΥΤΩΝ Η ΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΥΛΛΟ

ΙΣΤΟΙ. Μάλλιου Βίβιαν Καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ ΔΠΘ Φυσικοθεραπεύτρια. Μπενέκα Νατάσσα Αναπλ. Καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ ΔΠΘ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΣΤΑ ΠΛΑΚΙΔΙΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΕΜΒΡΥΟΛΟΓΙΑ Ι. Από το my-smd.gr

4.1 ΕΡΕΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ Εισαγωγή Μορφολογία των οστών.

Κινητικό σύστημα του ανθρώπου Σπονδυλική Στήλη

ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

IΣTOΛOΓIA. Tα δείγµατα του βιολογικού υλικού λαµβάνονται µε > βελόνες ενδοσκοπικούς σωλήνες εύκαµπτους καθετήρες

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟ 1 ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ «ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ ΣΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ» Α. ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ

Είναι η σύνδεση δύο ή περισσότερων οστών με τη συμμετοχή ενός μαλακότερου ιστού

Εργαστήριο Ιατρικής Φυσικής. Φυσική του Σκελετού

ΙΣΤΟΙ Ως προς τη µορφή και τη λειτουργία τους. Κυτταρική διαφοροποίηση.

Ανθρώπινος Σκελετός. ñ Ανθεκτικότητα στην αποικοδόµηση. ñ Ιδανική πηγή πληροφοριών: προϊστορικά, ιστορικά, σύγχρονα

ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΚΑΤΩΝΗΣ ΑΝΑΠΛ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

Μετωπιαίο, Σφηνοειδές, Ηθμοειδές, Δακρυϊκό, Άνω γνάθος, Ζυγωματικό, Υπερώιο

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ Ι - μέρος 1ο. Ανατομική ιστολογία

ΜΗΡΟΣ. Τρία μυϊκά διαμερίσματα ΚΑΤΩ ΑΚΡΟ ΜΥΕΣ. Πρόσθιο διαμέρισμα Οπίσθιο διαμέρισμα Έσω διαμέρισμα

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΑ ΟΣΤΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Μιχαήλ Νικ. Πατσίκας

Ειδικά Αισθητήρια Όργανα

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. Κεφάλαιο 5 «Στήριξη και Κίνηση»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Από το κύτταρο στον οργανισμό

Εξωκυττάριο στρώμα (ΕΣ)

ΜΑΘΗΜΑ 4ο ΜΕΡΟΣ Α ΝΩΤΙΑΙΟΣ ΜΥΕΛΟΣ

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΚΑΤΩΝΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΤΙΚΑ ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΣΠΟΝ ΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ

ΔΟΜΗ ΞΥΛΟΥ ΔΟΜΗ ΞΥΛΟΥ 8. ΥΠΟΔΟΜΗ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ. Δομή Ξύλου - Θεωρία. Στέργιος Αδαμόπουλος

Το μυϊκό σύστημα αποτελείται από τους μύες. Ο αριθμός των μυών του μυϊκού συστήματος ανέρχεται στους 637. Οι μύες είναι όργανα για τη σωματική

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ( Ε.Κ.Φ.Ε ) ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ

Μυικός ιστός Συσταλτά κύτταρα. Κυκλοφορικό Σύστημα. Αθανάσιος Κοτσίνας, Επικ. Καθηγητής. Εργαστήριο Ιστολογίας Εβρυολογίας, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

5.4 Το μυοσκελετικό σύστημα του ανθρώπου ΜΙΚΡΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Βιολογία Ζώων Ι. ίνος Γκιώκας. Πανεπιστήμιο Πατρών Σμήμα Βιολογίας. Πάτρα 2015

5. Στήριξη και κίνηση

Στέφανος Πατεράκης (Φυσικ/τής)

4. ΛΕΜΦΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. περιλαμβάνονται ο σπλήνας και ο θύμος αδένας (εικ.4.1). Το λεμφικό σύστημα είναι πολύ σημαντικό γιατί:

ΔΟΜΗ ΞΥΛΟΥ ΔΟΜΗ ΞΥΛΟΥ 9. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ. Δομή Ξύλου - Θεωρία. Στέργιος Αδαμόπουλος

Πληροφορίες για το μικροσκόπιο Προσοφθάλμιος φακός

Από το κύτταρο στον οργανισμό. Κεφάλαιο 1ο

Γεώργιος Τρανταλής. Επιμελητής Καρδιολογίας Κ. Υ. Καπανδριτίου Α Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική

Δ. Αρέθα Βασική Ανατομική. Δέρμα, Μύες, Οστά, Αρθρώσεις, Αγγεία, Νεύρα, Λεμφαδένες

Ανάπτυξη. Σοφία Χαβάκη Λέκτορας Εργαστήριο Ιστολογίας Εµβρυολογίας ΕΚΠΑ

Εμβρυολογία, ανατομεία, ιστολογία νεφρού

Κυκλοφορικό Σύστηµα. Σοφία Χαβάκη. Λέκτορας

ΡΑΧΗ ΠΑΥΛΟΣ Γ. ΚΑΤΩΝΗΣ ΑΝΑΠΛ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Εμβρυολογία του Αναπνευστικού Συστήματος

ΟΙ ΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ

Λεκανίδης Στέφανος Ποταμίτης-Κόμης Ελευθέριος ΕΜΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ - ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΧΟΝΔΡΟΥ

Α Μέρος (από 2) Οστά του Κορμού (Σπονδυλική Στήλης, Θώρακα, Κρανίου)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΥΤΤΑΡΟ

ΓENIKA ΣTOIXEIA. Η φυσιολογία του ανθρώπου μελετά τα χαρακτηριστικά και τους λειτουργικούς μηχανισμούς που κάνουν το ανθρώπινο σώμα ζωντανό οργανισμό.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΟΥΣΙΩΝ ΣΤΑ ΦΥΤΑ

Ζωολογία Ι. Εργαστηριακή Άσκηση : ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ. Ενότητα 6η: Αρχιτεκτονικό πρότυπο ζώου. Συγγραφείς: Μ. Θεσσαλού - Λεγάκη, Μ.

ΟΙ ΖΩΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ...

ΒΙΟΛΟΓΙΑ A ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ

Κεφάλαιο 1. ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΚΕΛΕΤΟΥ

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΤΟ ΕΤΟΣ 2003 ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ Ι - μέρος 1ο. Ανατομική ιστολογία. Δρ. Μιχάλης Ζωγραφάκης Σφακιανάκης Λέκτορας Νοσηλευτικής ΤΕΙ Κρήτης

ΜΕΡΟΣ Α: (10 Μονάδες). Αποτελείται από τέσσερις (4) ερωτήσεις. Κάθε ορθή απάντηση βαθμολογείται με 2.5 μονάδες. Να απαντήσετε σε όλες τις ερωτήσεις.

ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ. ΤΟΥ ΠΙΘΑΝΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΩΝ ΑΥΞΗΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ (BMPs) ΣΕ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΕΡΑΤΟΓΟΝΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ του ΩΤΟΣ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟ ΑΚΟΗΣ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ

ΡΑΧΗ. 3. Μύες (ανάλογα µε την εµβρυολογική προέλευση και την νεύρωσή τους διαχωρίζονται σε: α. Εξωγενείς (ετερόχθονες) β. Ενδογενείς (αυτόχθονες)

ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΔΟΜΗ ΞΥΛΟΥ ΔΟΜΗ ΞΥΛΟΥ 4. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΤΟΥ ΞΥΛΟΥ ΙΣΤΟΙ ΞΥΛΟΥ. Δομή Ξύλου - Θεωρία. Στέργιος Αδαμόπουλος

5 ΛΥΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ. H άρθρωση του ώμου

Από το βιβλίο του Δρ. Πέτρου Α. Πουλμέντη

ΜΑΘΗΜΑ 7ο ΜΕΡΟΣ Α Η ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΗΜΙΣΦΑΙΡΙΩΝ

Κεφάλαιο 1 ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΝΕΥΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΗΣ ΟΣΤΕΟΜΕΤΑΦΟΡΑΣ. Ορθοπαιδική Κλινική Πανεπιστημίου Πατρών

Εξωκυττάριο στρώμα (ΕΣ)

B Μέρος (από 2) Οστά των Ακρων

ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΦΥΤΑ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ

Transcript:

Κεφάλαιο 4 ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΣ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ Στόχοι κεφαλαίου Αυτό το κεφάλαιο θα φανεί χρήσιμο στη(ν): 1. Διάκριση μεταξύ των τριών τύπων χόνδρου. 2. Διάκριση μεταξύ των διαφόρων κυτταρικών τύπων που φυσιολογικά ανευρίσκονται στο χόνδρο. 3. Ταυτοποίηση των συστατικών του περιχόνδριου. Χαρακτηριστικά του Χόνδρου Όπως άλλοι τύποι συνδετικού ιστού, ο χόνδρος συνίσταται από κύτταρα και εξωκυττάρια ουσία ινών και θεμέλιας ουσίας. Ωστόσο, διαφέρει από τους προηγούμενα μελετημένους τύπους συνδετικού ιστού σε αρκετά σημεία: Ο ώριμος χόνδρος στερείται αγγείων. Ο χόνδρος δε διαπερνάται από κανένα στοιχείο του νευρικού συστήματος. Τα κύτταρα του χόνδρου ονομάζονται χονδροκύτταρα, είναι διάσπαρτα εντός της θεμέλιας ουσίας και βρίσκονται παγιδευμένα εντός μικρών χώρων που μοιάζουν με αύλακες, τις κοιλότητες. Η θεμέλια ουσία του χόνδρου έχει ζελατινώδη υφή, που παρέχει στον ιστό ελαστική σταθερότητα ικανή να ανθίσταται σε μεγάλες πιέσεις και δυνάμεις απόσχισης Υποκατηγορίες Χόνδρου Ο χόνδρος υποδιαιρείται σε τρεις κατηγορίες: τον υαλοειδή, τον ελαστικό και τον ινώδη χόνδρο. Αυτοί οι διαφορετικοί τύποι χόνδρου διακρίνονται από την εμφάνιση και τα συστατικά της θεμέλιας ουσίας και των ινών, καθώς και από την παρουσία ή την απουσία ενός εξωτερικού ινώδους στρώματος συνδετικού ιστού που καλείται περιχόνδριο. Ο υαλοειδής χόνδρος είναι ο πιο κοινός χόνδρος από τους τρεις τύπους. Βρίσκεται σε πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των αρθρικών επιφανειών των κινητών αρθρώσεων, των χονδρικών προτύπων των υπό ανάπτυξη μακρών οστών, των επιφυσιακών δίσκων και των υποστηρικτικών δομών του αναπνευστικού δέντρου. Ο ινώδης χόνδρος ανευρίσκεται τυπικά σε περιοχές, όπου ασκούνται δυνάμεις πίεσης. Εξαιτίας της διάταξης των ινών εντός της εξωκυττάριας ουσίας, ο ινώδης ιστός είναι ικανός να ανθίσταται καλύτερα στη συμπίεση και σε αποσχιστικές δυνάμεις σε σχέση με τους άλλους τύπους χόνδρου. Ο ινώδης χόνδρος βρίσκεται στην ηβική σύμφυση, στους ινώδεις δακτυλίους των μεσοσπονδύλιων δίσκων, στους αρθρικούς δίσκους των κροταφογναθικών και στερνοκλειδικών αρθρώσεων και στους μηνίσκους των αρθρώσεων των γονάτων. Εντοπίζεται, ακόμα, στις περιοχές μετάπτωσης μεταξύ χόνδρου και οστού, σχηματίζοντας τη σύνδεση μεταξύ τενόντων και οστών. Ο ελαστικός χόνδρος είναι ο λιγότερο κοινός από τους τρεις τύπους. Βρίσκεται στο πτερύγιο του ωτός, στον έξω ακουστικό πόρο και στην επιγλωττίδα.

56 Κεφάλαιο 4: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός Υαλοειδής χόνδρος (Τραχεία) Καθώς εξετάζονται αυτές οι μικροφωτογραφίες, είναι σημαντική η παρατήρηση πως ο υαλοειδής χόνδρος πρέπει να αναφέρεται ως ο επικρατέστερος χόνδρος σε σχέση με όλους τους άλλους. Αν είναι γνωστά τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του υαλοειδούς χόνδρου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη σύγκριση και την αντιπαραβολή όλων των άλλων δειγμάτων άγνωστου χόνδρου και έτσι επιτυγχάνεται η σωστή ταυτοποίηση του ιστού. Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, ο καλύτερος τρόπος για την έναρξη μιας εξέτασης ενός νέου παρασκευάσματος ή για την ταυτοποίηση ενός άγνωστου ιστού είναι η σάρωση (Εικόνα 4-1) και αργότερα η σταδιακή μετάβαση στη μεσαία μεγέθυνση (Εικόνα 4-2) και στη μεγαλύτερη (Εικόνα 4-3). Η τραχεία συνίσταται από δακτυλίους υαλοειδούς χόνδρου σχήματος C. Καθώς ξεκινά η εξέταση της Εικόνας 4-1, παρατηρείτε τον υαλοειδή χόνδρο που περιβάλλεται από λιπώδη ιστό και σκελετικούς μυς. Αξίζει να σημειωθεί πως ο υαλοειδής χόνδρος περιβάλλεται, επίσης, από πυκνό συνδετικό ιστό που ονομάζεται περιχόνδριο. Συνεχίζοντας την εξέταση, παρατηρείτε πως ο εσώτερος χόνδρος συνίσταται από κύτταρα, που λέγονται χονδροκύτταρα και τα οποία είναι παγιδευμένα μέσα σε κενά, τις κοιλότητες. Η διάκριση αυτών των κοιλοτήτων μέσα στο κολλαγόνο γίνεται εξαιτίας της συρρίκνωσης των χονδροκυττάρων κατά τη διαδικασία μονιμοποίησης ένα τεχνικό σφάλμα που είναι συνηθισμένο στα παρασκευάσματα υαλοειδούς χόνδρου. Αυτό το τεχνικό σφάλμα δημιουργεί ένα τεχνητό χώρο μεταξύ του χονδροκυττάρου και του τοιχώματος της κοιλότητας. Ο υαλοειδής χόνδρος που βάφεται με αιματοξυλίνη και ηωσίνη (Α&Ε) δείχνει μια ανομοιόμορφα βαμμένη ουσία ανάμεσα στα χονδροκύτταρα και στις κοιλότητες τους. (Εικόνα 4-2). Η ουσία μεταξύ των κοιλοτήτων είναι τυπικά ομοιογενής και ελαφρώς βασεόφιλη, αν και αυτό μπορεί να ποικίλλει από τον τρόπο προετοιμασίας. Η περιβάλλουσα περιοχή της κάθε κοιλότητας ή των ομάδων των κοιλοτήτων τυπικά βάφεται πιο έντονα και καλείται περιφερική θεμέλια ουσία. Η ελαφρώς βαμμένη περιοχή μεταξύ των κυτταρικών ομάδων ονομάζεται διάμεση θεμέλια ουσία. Εξαιτίας των ινών του υαλοειδούς χόνδρου, που είναι πάνω ή κάτω από την ανάλυση του απλού οπτικού μικροσκοπίου και, συνεπώς, δεν είναι ορατές με χρώση Α&Ε, προσδίδεται στη μεσοκυττάρια ουσία του υαλοειδούς χόνδρου «γυάλινη» όψη, γεγονός που αποτελεί το κύριο ιστολογικό χαρακτηριστικό του. Στη συνέχεια, είναι ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις Εικόνες 4-2 και 4-3 και να ξεκινήσει η εξέταση από την περιφέρεια του χόνδρου. Ο υαλοειδής χόνδρος περιβάλλεται από δομές συνδετικού ιστού, το περιχόνδριο, το οποίο είναι ουσιώδες για την ανάπτυξη και τη διατήρηση του υαλοειδούς χόνδρου. Το περιχόνδριο συνίσταται από δυο στιβάδες. Η εξωτερική καλείται ινώδες περιχόνδριο και αποτελείται από πυκνό, ακανόνιστο συνδετικό ιστό. Τα ατρακτοειδούς σχήματος κύτταρα, που εντοπίζονται μέσα σε αυτή τη στιβάδα του περιχονδρίου, είναι τα ινοκύτταρα. Η εσωτερική στιβάδα του περιχονδρίου ονομάζεται χονδρογενής στιβάδα. Τα κύτταρα που βρίσκονται σε αυτήν τη στιβάδα είναι πιο στρογγυλά και πιο μεγάλα από τα ινοκύτταρα της εξωτερικής, ινώδους στιβάδας. Αυτά τα κύτταρα ονομάζονται χονδροβλάστες και είναι υπεύθυνα για τη σύνθεση της θεμέλιας ουσίας του υαλοειδούς χόνδρου. Οι χονδροβλάστες εκκρίνουν μεγάλη ποσότητα κολλαγόνων ινών υαλουρονικού οξέος και χονδροϊτίνης. Εξαιτίας των διαθλαστικών δεικτών των αλάτων χονδροϊτίνης και του κολλαγόνου στην περιφέρεια της χόνδρινης ουσίας, τα οποία είναι αρκετά όμοια, οι κολλαγόνες ίνες είναι ελάχιστα ορατές. Εξετάζοντας τις Εικόνες 4-2 και 4-3 μπορεί κανείς να παρατηρήσει βαθύτερα μέσα στο χόνδρο. Καθώς οι χονδροβλάστες συνεχίζουν να εκκρίνουν κολλαγόνο, υαλουρονικό οξύ και άλατα χονδροϊτίνης, τα κύτταρα φυλακίζονται σε οριοθετημένες περιοχές που λέγονται κοιλότητες. Όταν μία χονδροβλάστη παγιδευτεί μέσα σε μια κοιλότητα, διαφοροποιείται, γίνεται σαν χονδροκύτταρο και είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση της υαλοειδούς θεμέλιας ουσίας. Ο περιβάλλων την κοιλότητα υαλοειδής χόνδρος λέγεται κάψα. Στον ώριμο χόνδρο ένα χονδροκύτταρο θα συμπληρώσει πλήρως την κοιλότητα. Ωστόσο, αυτές οι μικροφωτογραφίες παρουσιάζουν ένα πολύ συνηθισμένο τεχνικό σφάλμα μονιμοποίησης, τη συρρίκνωση του χονδροκυττάρου που μοιάζει ότι δεν πληροί πια την κοιλότητα. Σημειώνεται πως μερικές κοιλότητες καταλαμβάνονται από δυο ή περισσότερα χονδροκύτταρα. Αυτή η δομή ονομάζεται συνάθροιση χονδροκυττάρων (ισογενείς ομάδες). Ο χόνδρος αναπτύσσεται με δυο αρκετά διαφορετικές διαδικασίες - αποθετική και διάμεση αύξηση. Οι συναθροίσεις αυτές των χονδροκυττάρων είναι αποτέλεσμα της διάμεσης ανάπτυξης. Προς την περιφέρεια του χόνδρου υπάρχει βαθμιαία μετάπτωση από το γνήσιο χόνδρο στο περιβάλλον περιχόνδριο. Αυτό δίνει την εντύπωση του δεύτερου είδους χόνδρινης ανάπτυξης, που είναι γνωστή ως αποθετική αύξηση. Στον πρώιμο χόνδρο η διάμεση αύξηση κυριαρχεί, στον ώριμο, αντίθετα, δεσπόζει η αποθετική.

Υαλοειδής χόνδρος 57 Περιχόνδριο Χονδροκύτταρα Περιχόνδριο Εικόνα 4-1 (50x): Υαλοειδής χόνδρος (τραχεία).

58 Κεφάλαιο 4: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός Χονδροβλάστες Ινώδες περιχόνδριο Περιχόνδριο Χονδρογενής στιβάδα Χονδροκύτταρο Εικόνα 4-2 (100x): Υαλοειδής χόνδρος (τραχεία).

Υαλοειδής χόνδρος 59 Χονδροκύτταρο µέσα σε κοιλότητα Κάψα Συνάθροιση χονδροκυττάρων Χονδρογενής στιβάδα Χονδροβλάστες Ινώδες περιχόνδριο Εικόνα 4-3 (200x): Υαλοειδής χόνδρος (τραχεία).

60 Κεφάλαιο 4: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός Ελαστικός χόνδρος Ελαστικός χόνδρος (Πτερύγιο Ωτός) (χρώση ελαστίνης) Κατά την εξέταση των Εικόνων 4-4 και 4-5, παρατηρούνται μερικές ομοιότητες μεταξύ του υαλοειδούς και του ελαστικού χόνδρου: Ο ελαστικός χόνδρος, όπως και ο υαλοειδής, περιβάλλεται από περιχόνδριο. Όπως στον υαλοειδή χόνδρο, το περιβάλλον περιχόνδριο του ελαστικού χόνδρου συνίσταται από μια εξωτερική ινώδη στιβάδα και μια εσωτερική χονδρογενή στιβάδα. Η ινώδης στιβάδα του περιχονδρίου του ελαστικού χόνδρου είναι πυκνός, κανονικός συνδετικός ιστός. Ο κυτταρικός τύπος που κυριαρχεί είναι τα ινοκύτταρα, όπως ακριβώς και στον υαλοειδή χόνδρο. Η χονδρογενής στιβάδα του περιχονδρίου στον ελαστικό χόνδρο καταλαμβάνεται από χονδροβλάστες με ιστολογικά χαρακτηριστικά πανομοιότυπα με εκείνα που παρατηρούνται στη χονδρογενή στιβάδα του υαλοειδούς χόνδρου. Η συνεχιζόμενη εξέταση του ελαστικού χόνδρου αποκαλύπτει πως τα χονδροκύτταρα είναι όμοια με αυτά του υαλοειδούς (βλέπε Εικόνες 4-1 έως 4-3) σε αρκετά σημεία: Τα χονδροκύτταρα του ελαστικού χόνδρου περιέχονται μέσα στην κοιλότητα. Όπως και στον υαλοειδή χόνδρο, μια κάψα περιβάλλει την περιφέρεια της κοιλότητας. Τα χονδροκύτταρα του ελαστικού χόνδρου μπορεί να βρεθούν μεμονωμένα ή σε συναθροίσεις χονδροκυττάρων των δυο ή τεσσάρων κυττάρων. Εκτενέστερη μελέτη των χονδροκυττάρων των κοιλοτήτων του ελαστικού χόνδρου δείχνει κάποιες σημαντικές διαφορές σε σχέση με αυτά που εντοπίζονται στον υαλοειδή χόνδρο (βλέπε Εικόνες 4-1 έως 4-3): Τα χονδροκύτταρα του ελαστικού χόνδρου είναι συνήθως επίπεδα. Τα χονδροκύτταρα του ελαστικού χόνδρου έχουν περισσότερο αιχμηρό σχήμα. Τελικά, η πιο πρόδηλη διαφορά μεταξύ του υαλοειδούς και του ελαστικού χόνδρου είναι η εμφάνιση της θεμέλιας ουσίας του ελαστικού χόνδρου. Στον ελαστικό χόνδρο η θεμέλια ουσία διαπερνάται από τις συχνές διακλαδώσεις των ελαστικών ινών. Αυτές σχηματίζουν ένα δίκτυο που συχνά είναι τόσο πυκνό που αποκρύπτουν τη θεμέλια ουσία. Αυτό το χαρακτηριστικό, αν συνδυαστεί με το σχήμα των χονδροκυττάρων του ελαστικού χόνδρου, καθιστά την ταυτοποίησή του αρκετά εύκολη.

Ελαστικός χόνδρος 61 Εικόνα 4-4 (50x): Ελαστικός χόνδρος (πτερύγιο ωτός) (χρώση ελαστίνης). Εικόνα 4-5 (200x): Ελαστικός χόνδρος (πτερύγιο ωτός) (χρώση ελαστίνης). Χονδροκύτταρο µέσα σε κοιλότητα Κάψα Ισογενείς οµάδες (Συνάθροιση χονδροκυττάρων) Περιχόνδριο Ινοκύτταρα Χονδροβλάστη

62 Κεφάλαιο 4: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός Ινώδης Χόνδρος Ινώδης χόνδρος (Ηβική Σύμφυση) Κατά τη σύγκριση του ινώδους χόνδρου στην Εικόνα 4-6 με τον υαλοειδή (βλέπε Εικόνες 4-1 έως 4-3) και τον ελαστικό (βλέπε Εικόνες 4-4 και 4-5), σημειώνονται κάποιες σημαντικές ομοιότητες και διαφορές. Όπως και στον υαλοειδή και στον ελαστικό χόνδρο, έτσι και στον ινώδη τα χονδροκύτταρα περιέχονται μέσα στις κοιλότητες. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές αξιοσημείωτες διαφορές στις κοιλότητες του ινώδους χόνδρου: Πρώτον, παρόλο που υπάρχει κάψα, δεν είναι τόσο εμφανής στον ινώδη χόνδρο, όπως στον υαλοειδή και στον ελαστικό. Δεύτερον, οι κοιλότητες είναι ομοιόμορφα διατεταγμένες (συχνά διατάσσονται σε σειρές) στον ινώδη χόνδρο, σε σύγκριση με τις μάλλον τυχαίες διατάξεις που παρατηρούνται στον υαλοειδή και ελαστικό χόνδρο. Εκτεταμένη μελέτη αποκαλύπτει πως η διάμεση θεμέλια ουσία του ινώδους χόνδρου δεν είναι τόσο ομοιογενής, όσο στον υαλοειδή χόνδρο. Πράγματι, παρατηρούνται ίνες κολλαγόνου μέσα στη θεμέλια ουσία, οι οποίες είναι περισσότερο ή λιγότερο κανονικά διατεταγμένες. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σημαντικά ιστολογικά σημεία του ινώδους χόνδρου. Ο ινώδης χόνδρος εντοπίζεται σε περιοχές που δέχονται μηχανικές πιέσεις. Η κανονική διάταξη των ινών εντός της θεμέλιας ουσίας αναμένεται να ακολουθεί τη συμπίεση και τις δυνάμεις απόσχισης, στις οποίες υποβάλλονται συγκεκριμένα τμήματα του ινώδους χόνδρου. Αν και ο ελαστικός χόνδρος (βλέπε Εικόνες 4-4 και 4-5) εμφανίζει ανομοιογενή θεμέλια ουσία, ο ινώδης διαφέρει από τον ελαστικό σε τουλάχιστον δυο σημεία: Πρώτον, οι ίνες που είναι ορατές μέσα στη θεμέλια ουσία του ινώδους χόνδρου είναι πιο ομοιόμορφα διατεταγμένες σε σύγκριση με εκείνες της θεμέλιας ουσίας του ελαστικού χόνδρου. Δεύτερον, οι ίνες του κολλαγόνου που κυριαρχούν στη θεμέλια ουσία του ινώδους χόνδρου είναι οξεόφιλες, σε αντίθεση με τις επικρατούσες ελαστικές ίνες της θεμέλιας ουσίας του ελαστικού χόνδρου, που αποκτούν σκούρο χρώμα. Τέλος, ο ινώδης χόνδρος συχνά χρησιμεύει ως μέσο σύνδεσης μεταξύ χόνδρου και οστού ή τένοντα και οστού. Σε πολλά παραδείγματα επισημαίνεται συχνά πως ο ινώδης χόνδρος στερείται περιφερικού περιχονδρίου. Ωστόσο, αυτό το ιστολογικό χαρακτηριστικό ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή. Ο ινώδης χόνδρος σχετίζεται με πολλές αρθρώσεις, συμπεριλαμβανομένων της κνημομηριαίας άρθρωσης, των επιχείλιων χόνδρων και των δίσκων της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης, που μπορεί να φέρουν περιχόνδριο, όπως αποδεικνύεται από την περιορισμένη ικανότητα επιδιόρθωσης του χόνδρου σε αυτές τις αρθρώσεις. Συνήθη Λάθη στη Κατανόηση Υαλοειδής και Ινώδης χόνδρος Αν δε μελετηθούν με προσοχή οι ιστολογικές τομές του υαλοειδούς και του ινώδους χόνδρου, είναι εύκολη η παραγνώριση αυτών των δυο τύπων ιστών. Σύγχυση, επίσης, μπορεί να προκύψει, αν η τομή που εξετάζεται εξαιτίας του σχήματός της στερείται περιχονδρίου. Συνεπώς, είναι σημαντική η συγκράτηση αυτών των χαρακτηριστικών: Υαλοειδής χόνδρος (Ανασκόπηση των Εικόνων 4-1 έως 4-3 από την ενότητα του Υαλοειδούς Χόνδρου [Τραχεία]) 1. Ομοιογένεια ως προς την εμφάνιση της θεμέλιας ουσίας. 2. Παρουσία περιχονδρίου. 3. Τυχαία διάταξη των κοιλοτήτων. 4. Εύκολα παρατηρούμενη κάψα. 5. Συχνά παρατηρούμενες συναθροίσεις χονδροκυττάρων στον ιστό. Ινώδης Χόνδρος (Ανασκόπηση της Εικόνας 4-6 από την ενότητα του Ινώδους Χόνδρου [Ηβική Σύμφυση]) 1. Εύκολη διάκριση των ινών κολλαγόνου στη θεμέλια ουσία. 2. Έλλειψη περιχόνδριου. 3. Ευρεία διασπορά κοιλοτήτων και ομοιόμορφη διάταξη. 4. Σπάνια παρουσία κάψας.

Ινώδης χόνδρος 63 Χονδροκύτταρα µέσα σε κοιλότητα Εικόνα 4-6 (100x): Ινώδης χόνδρος (ηβική σύμφυση).

64 Κεφάλαιο 4: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΡΟΗΣ

Κεφάλαιο 5 ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΣ ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ: ΟΣΤΙΤΗΣ ΙΣΤΟΣ Στόχοι κεφαλαίου Το κεφάλαιο αυτό θα φανεί χρήσιμο στη(ν): 1. Κατανόηση των διαφορών μεταξύ της ενδομεμβρανώδους και της ενδοχόνδριας οστεοποίησης. 2. Ταυτοποίηση των ποικίλων κυτταρικών τύπων και στην κατανόηση των διαφόρων διαδικασιών κατά τη διάρκεια της ενδομεμβρανώδους και της ενδοχόνδριας οστεοποίησης. 3. Ικανότητα ταυτοποίησης των οστέινων συστατικών (σύστημα του Havers) που ανευρίσκονται στα ώριμα οστά. 4. Ικανότητα ταυτοποίησης των συστατικών του περιοστέου. 5. Ικανότητα διάκρισης μεταξύ βασικών συμπαγών και απασβεστοποιημένων παρασκευασμάτων οστού και στην κατανόηση των διαφόρων πληροφοριών που παρουσιάζονται για το καθένα. 6. Ικανότητα διάκρισης μεταξύ του σπογγώδους και του συμπαγούς οστού. Ιστολογικές Ομοιότητες Μεταξύ Οστών και Χόνδρων Τα οστά και οι χόνδροι είναι διαφορετικοί τύποι συνδετικού ιστού. Ως εκ τούτου, κατά το πέρας αυτού του κεφαλαίου θα έχει σημειωθεί σημαντικός αριθμός ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ χόνδρου (ειδικά υαλοειδούς χόνδρου, βλέπε ενότητα υαλοειδούς χόνδρου στο Κεφάλαιο 4) και οστού. Κάποιες ομοιότητες είναι: Τόσο τα οστά, όσο και ο χόνδρος, αποτελούνται από κύτταρα σκηνωμένα μέσα σε θεμέλια ουσία οργανικών κι ανόργανων υλικών. Και ο χόνδρος και το οστό αποτελούνται από κύτταρα που είναι παγιδευμένα σε κοιλότητες. Οστά και χόνδρος, ειδικά ο υαλοειδής και ο ελαστικός, φέρουν περίβλημα συνδετικού ιστού αποτελούμενο από δυο στρώματα. Ιστολογικές Διαφορές Μεταξύ Οστών και Χόνδρων Παρατηρούνται αρκετές ιστολογικές διαφορές μεταξύ οστών και χόνδρων:: Τα οστά έχουν μεγαλύτερο ποσοστό κυττάρων έναντι της άμορφης θεμέλιας ουσίας. Το δίστιβο περίβλημα του συνδετικού ιστού των οστών λέγεται περιόστεο. Η θεμέλια ουσία των οστών αποτελείται κυρίως από κρυστάλλους υδροξυαπατίτη, εξ ου και η ανάγκη για αιμοφόρα αγγεία και διακυτταρική επικοινωνία για τη θρέψη και την απομάκρυνση άχρηστων ουσιών. Έτσι, ο ώριμος οστίτης ιστός φέρει πλούσια αγγείωση. Τα κύτταρα των οστών Τέσσερις διαφορετικοί κυτταρικοί τύποι ανευρίσκονται στον ώριμο οστίτη ιστό: τα οστεοπρογονικά κύτταρα, οι οστεοβλάστες, τα οστεοκύτταρα και οι οστεοκλάστες. Τα οστεοπρογονικά κύτταρα βρίσκονται στην εξωτερική και στην εσωτερική επιφάνεια των οστών. Περιφερικά της εξωτερικής επιφάνειας όλων των οστών είναι η μια στιβάδα συνδετικού ιστού, που λέγεται περιόστεο. Επιπλέον, εσωτερικά της κοιλότητας του μυελού των μακρών οστών υπάρχει μια άλλη σημαντικά λεπτότερη στιβάδα συνδετικού ιστού, το ενδόστεο. Το περιόστεο διαιρείται σε δυο στρώματα: ένα εξωτερικό ινώδες στρώμα και ένα εσωτερικό οστεογενές. Τα οστεοπρογονικά κύτταρα εντοπίζονται στην πιο εσωτερική στιβάδα του περιόστεου, όπου υπάρχουν τα αποκαλούμενα περιοστικά κύτταρα. Επιπλέον, στο ενδόστεο βρίσκονται τα ενδοστικά κύτταρα. Τα ενδοστικά κύτταρα απαντώνται, επίσης, στο συνδετικό ιστό στο όριο του κεντρικού (Αβέρσειου) με το διαπεραστικό (Volkmann) κανάλι του ώριμου οστού. Τα οστεοπρογονικά κύτταρα τυπικά διαφοροποιούνται σε οστεοβλάστες, αν και μπορούν να διαφοροποιηθούν και σε λιπώδη κύτταρα ή σε ινοβλάστες. Ιστολογικά, τα οστεοπρογονικά κύτταρα έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Λεπτό, εκλεπτυσμένο και επίπεδο σχήμα. Ελαφρώς βαμμένοι, επιμήκους ή ωοειδούς σχήματος πυρήνες. Ποικιλοτρόπως βαμμένο κυτταρόπλασμα, που κυμαίνεται από ελαφρώς οξεόφιλο, έως ελαφρώς βασεόφιλο. Ο δεύτερος κυτταρικός τύπος που εμφανίζεται στον ώριμο οστίτη ιστό είναι οι οστεοβλάστες. Η πρωταρχική λειτουργία των οστεοβλαστών έγκειται στη σύνθεση και στην έκκριση των ινών κολλαγόνου και της θεμέλιας ουσίας των

66 Κεφάλαιο 5: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός: Οστίτης ιστός οστών. Επιπρόσθετα, οι οστεοβλάστες συμμετέχουν στη διαδικασία οστεοποίησης με την έκκριση κυστιδίων θεμέλιας ουσίας, που περιέχουν αλκαλική φωσφατάση. Οι οστεοβλάστες εντοπίζονται αμέσως βαθύτερα του περιοστέου και του ενδοστέου στο ώριμο οστό. Αυτά τα κύτταρα έχουν τα παρακάτω ιστολογικά χαρακτηριστικά: Μεγάλα κύτταρα με στρογγυλό ή πολυγωνικό σχήμα. Ένα μοναδικό, κεντρικά τοποθετημένο πυρήνα τυπικά εντοπισμένο στο τμήμα του κυττάρου που είναι πιο απομακρυσμένο από το αναπτυσσόμενο οστό. Έντονα βασεόφιλη χρώση του κυτταροπλάσματος του πυρήνα και του πυρηνίσκου, που προκύπτει από την ενεργό πρωτεϊνοσύνθεση. Ο τρίτος κυτταρικός τύπος που ανευρίσκεται στο ώριμο οστό είναι τα οστεοκύτταρα. Ένα οστεοκύτταρο είναι ένα ώριμο κύτταρο παγιδευμένο μέσα σε μια κοιλότητα και είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση της οστέινης θεμέλιας ουσίας. Τα οστεοκύτταρα έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Εντοπίζονται σε κοιλότητα μέσα στην οστέινη θεμέλια ουσία. Ο πυρήνας είναι ελαφρώς βασεόφιλος, ενώ το κυτταρόπλασμα δε βάφεται ή βάφεται ελαφρώς οξεόφιλο εξαιτίας της μειωμένης συνθετικής ενεργότητας του κυττάρου. Είναι ελαφρώς μικρότερου μεγέθους απ ό,τι μια οστεοβλάστη. Έχουν λεπτές, κυτταροπλασματικές αποφυάδες, που εκτείνονται μέσα στα σωληνάρια της οστέινης θεμέλιας ουσίας. Οι οστεοκλάστες είναι ο τέταρτος τύπος κυττάρων του ώριμου οστού. Αυτά είναι μεγάλα κύτταρα, υπεύθυνα για τη σύνθεση ενζύμων βασικών για την επαναπορρόφηση της οστέινης θεμέλιας ουσίας κατά την ανακατασκευή του οστού. Οι οστεοκλάστες βρίσκονται σε δυο περιοχές του ώριμου οστού: (1) σχετίζονται με το εσώτερο τμήμα του ενδόστεου και (2) βρίσκονται μέσα στο κοίλωμα, που ονομάζεται βοθρίο Howship. Οι οστεοκλάστες παρουσιάζουν τα παρακάτω ιστολογικά χαρακτηριστικά: Είναι μεγάλα, πολυπύρηνα κύτταρα. Το κυτταρόπλασμά τους συνήθως είναι οξεόφιλο, αν και μπορεί να ποικίλλει στην ένταση της χρώσης, ανάλογα με τη συνθετική ενεργότητα του κυττάρου. Τα ώριμα οστά μπορούν να διαιρεθούν σε δυο υποκατηγορίες: στα συμπαγή οστά (πεταλιώδη, πυκνά ή φλοιώδη οστά) και στα σπογγώδη οστά. Τα συμπαγή οστά είναι τυπικά περιορισμένα από το φλοιό ή το εξωτερικό στρώμα των ώριμων οστών, είναι αρκετά δυνατά και βαριά. Σε αντίθεση, τα σπογγώδη οστά γενικά επεκτείνονται μέσα στο εσωτερικό του οστού, συμπεριλαμβανομένων των διευρυμένων επιφυσιακών άκρων των μακρών οστών. Τα σπογγώδη οστά παρέχουν δύναμη με ελάχιστο βάρος. Η ιστολογία των οστών εξαρτάται από την ηλικία και το στάδιο ανάπτυξης του δείγματος. Τα αναπτυσσόμενα, τα ανώριμα και τα ώριμα οστά παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ιστολογικές διαφορές. Για την εξήγηση της ιστολογίας του ώριμου οστού είναι βασική η κατανόηση της ανάπτυξης ή της οστεογένεσης του. Ανάπτυξη των Οστών Ενδομεμβρανώδης Οστεοποίηση Το οστό αναπτύσσεται με δυο μηχανισμούς: την ενδομεμβρανώδη και την ενδοχονδριακή οστεοποίηση. Η ενδομεμβρανώδης οστεοποίηση πραγματοποιείται κατά το σχηματισμό οστών, όπως η κλείδα, η γνάθος και τα πλατέα οστά του προσώπου και του κρανίου. Η ενδομεμβρανώδης οστεοποίηση λαμβάνει χώρα μέσα στο εμβρυϊκό αγγειακό μεσέγχυμα. Εν συντομία, τα μεσεγχυματικά κύτταρα που βρίσκονται κοντά στα νεόπλαστα αιμοφόρα αγγεία διαφοροποιούνται σε οστεοβλάστες και εγκαθιδρύουν κέντρα οστεοποίησης. Οι οστεοβλάστες θα εκκρίνουν αρχικά οργανικές ύλες και ακολούθως ανόργανες, σχηματίζοντας έτσι νησίδες. Οι οστεοβλάστες επεκτείνονται περαιτέρω, καθώς σχηματίζεται επιπλέον θεμέλια ουσία. Καθώς διαχωρίζονται, οι οστεοβλάστες αναπτύσσουν λεπτές, κυτταροπλασματικές αποφυάδες, που είναι ικανές για την ενδοκυττάρια επικοινωνία μέσω των χασματικών συνάψεων. Καθώς οι οστεοβλάστες εγκλωβίζονται μέσα στην κοιλότητα (βοθρίο), διαφοροποιούνται και ονομάζονται οστεοκύτταρα. Αρχικά το νεοσχηματισμένο κύτταρο είναι σπογγώδες. Περαιτέρω ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει στο σχηματισμό συμπαγούς οστού με τους αντίστοιχους οστεώνες (Αβέρσειο σύστημα). Μεμβρανώδης Ανάπτυξη Οστών (έμβρυο χοίρου) Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, κατά τη διάρκεια της ενδομεμβρανώδους οστεοποίησης το εμβρυϊκό μεσέγχυμα αναπτύσσει πλούσιο αγγειακό δίκτυο και τα εμβρυϊκά μεσεγχυματικά κύτταρα αναπτύσσουν επιμήκεις ταινίες, που χρησιμεύουν στα κύτταρα για τη διατήρηση της επικοινωνίας μεταξύ τους. Τα κενά μεταξύ των κυττάρων σύντομα καταλαμβάνονται από δεσμίδες ινών κολλαγόνου. Τα μεσεγχυματικά κύτταρα ακολούθως διαφοροποιούνται σε οστεοπρογονικά, που εν τέλει διαφοροποιούνται σε οστεοβλάστες, τα οποία είναι υπεύθυνα για την ενδομεμβρανώδη οστεοποίηση. Η Εικόνα 5-1 δείχνει λιγοστές εωσινόφιλες (οξύφιλες) οστικές δοκίδες, που αναπτύσσονται εντός του εμβρυϊκού μεσεγχύματος. Εκτενέστερη εξέταση μιας σειράς αυτών των νησίδων στην Εικόνα 5-2 και 5-3 θα διαφωτίσει τη διαδικασία που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της ενδομεμβρανώδους οστεοποίησης. Οι Εικόνες 5-2 και 5-3 δείχνουν μικρές οστέινες νησίδες εντός του εμβρυϊκού μεσεγχυματικού ιστού. Η περιφέ-

Ενδομεμβρανώδης οστεοποίηση 67 Οστικές δοκίδες Μεσέγχυµα Εικόνα 5-1 (25x): Ενδομεμβρανώδης οστεοποίηση (έμβρυο χοίρου). Οστεοκλάστη Οστεοβλάστες Εικόνα 5-2 (50x): Ενδομεμβρανώδης οστεοποίηση (έμβρυο χοίρου). Οστεοκύτταρα µέσα σε βοθρία Οστεοβλάστες µέσα σε βοθρία Οστεοκλάστη Εικόνα 5-3 (100x): Ενδομεμβρανώδης οστεοποίηση (έμβρυο χοίρου). Οστεοβλάστες Οστεοειδές

68 Κεφάλαιο 5: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός: Οστίτης ιστός ρεια των νησίδων αυτών περιβάλλεται από βασεόφιλους οστεοβλάστες. Στο κέντρο των νησίδων σημειώνονται τα παγιδευμένα στις κοιλότητες οστεοκύτταρα. Από την εξέταση της Εικόνας 5-3 παρατηρείται μια στενή περιοχή στο αμέσως κατώτερο επίπεδο από τους οστεοβλάστες που βάφεται διαφορετικά σε σύγκριση με την υπόλοιπη θεμέλια ουσία του οστού. Το αναπτυσσόμενο οστό είναι η περιοχή που καλείται οστεοειδές. Το οστεοειδές είναι οργανική θεμέλια ουσία του αναπτυσσόμενου οστού που εξαπλώνεται από τους οστεοβλάστες, αλλά που ακόμα δεν έχει υποστεί οστεοποίηση. Οι οστεοκλάστες είναι γιγάντια, πολυπύρηνα κύτταρα που βρίσκονται σε κοιλώματα στην περιφέρεια της θεμέλιας ουσίας (γνωστά ως βοθρία του Howship). Οι οστεοβλάστες συχνά ταυτοποιούνται εσφαλμένα εξαιτίας κάποιων οστεοκυττάρων που μπορεί να στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, ομοιάζοντας έτσι με οστεοκλάστη. Αν και δεν είναι ασφαλές, παρατίθεται ένα τέχνασμα, για να εντοπίζεται μια οστεοκλάστη στις ιστολογικές τομές σας και να προλαμβάνεται η παραγνώριση αυτού του κυτταρικού τύπου: Σαρώστε το δείγμα με χαμηλή ή μεσαία μεγέθυνση και ψάξτε για ένα κύτταρο που είναι σημαντικά μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο στο οπτικό πεδίο. (Σημειώνεται το υποδεικνυόμενο κύτταρο στην Εικόνα 5-2). Στον εντοπισμό ενός τέτοιου κυττάρου, επιλέξτε μεγάλη μεγέθυνση και αποφασίστε πόσοι πυρήνες υπάρχουν στο κύτταρο. (Σημειώνεται τώρα το αντίστοιχο κύτταρο στην Εικόνα 5-3). Αν τα κύτταρα εμφανίζονται πολυπύρηνα, πρέπει να αποφασιστεί αν όντως είναι οστεοβλάστη. Ο ευκολότερος τρόπος για αυτό, είναι η αργή αλλαγή της εστίασης και το να παρατηρήσετε αν όλοι (ή οι περισσότεροι) πυρήνες εστιάζονται ταυτόχρονα. Αν ναι, τότε έχει εντοπιστεί μια οστεοκλάστη, αν όχι, μάλλον έχουν ανιχνευτεί κάποιες οστεοβλάστες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη, όπως ανιχνεύεται από τους πυρήνες, οι οποίοι βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα εστίασης. Επειδή μερικές οστεοκλάστες φέρουν πυρήνες σε πολλαπλά επίπεδα της εστίασης, αυτή η μέθοδος ταυτοποίησης πολυπύρηνων κυττάρων δεν είναι ασφαλής. Ενδοχόνδρια οστεοποίηση Τα οστά των άκρων, καθώς και τα άλλα οστά που δέχονται βάρος, όπως η σπονδυλική στήλη, αναπτύσσονται με ενδοχόνδρια οστεοποίηση. Αυτός ο τύπος οστεοποίησης ξεκινά με το σχηματισμό ενός είδους χόνδρου, ο οποίος μετά αντικαθίσταται από οστό με τη διαδικασία που περιγράφεται παρακάτω. Το πρώτο βήμα είναι ο σχηματισμός ενός είδους υαλοειδούς χόνδρου στο μακρύ οστό. Η επακόλουθη οστεοποίηση θα συμβεί εντός αυτού. Η ενδοχόνδρια οστεοποίηση λαμβάνει χώρα αρχικά μέσα στη διάφυση του οστού στην περιοχή που λέγεται πρωτογενές κέντρο οστεοποίησης. Τα παρακάτω βήματα συμβαίνουν στο πρωτογενές κέντρο οστεοποίησης: Το περιχόνδριο πέριξ του χόνδρου διαφοροποιείται σε περιόστεο, καθώς τα οστεοπρογονικά κύτταρα σχηματίζουν το περιόστεο. Αυτά τα κύτταρα θα διαφοροποιηθούν σε οστεοβλάστες και οι οστεοβλάστες θα εκκρίνουν ένα οστέινο υποπεριοστικό περιλαίμιο γύρω από τη διάφυση του υαλοειδούς χόνδρου. Ακολούθως, μετά το σχηματισμό του οστέινου περιλαιμίου ιστολογικές αλλαγές παρατηρούνται στο εσωτερικό του χόνδρου. Τα χονδροκύτταρα πρόκειται να υπερτραφούν και η περιβάλλουσα θεμέλια ουσία θα ασβεστοποιηθεί. Αμέσως μετά, τα οστεοκύτταρα της ασβεστοποιημένης θεμέλιας ουσίας αποπίπτουν. Στο πρόσφατα αναπτυγμένο περιόστεο εμπλουτίζεται η αγγείωση και τα νεοσχηματισμένα τριχοειδή διεισδύουν στο χόνδρο του οστού. Τα οστεοπρογονικά κύτταρα από το περιόστεο μεταναστεύουν εσωτερικά στον αποτιτανωμένο χόνδρο, ακολουθώντας τα τριχοειδή από το περιόστεο. Αυτά τα κύτταρα πρόκειται να διαφοροποιηθούν σε οστεοβλάστες. Οι οστεοβλάστες θα εναποθέσουν οστίτη ιστό μέσα στο κέντρο του χόνδρου. Αρχικά, το πρόσφατα σχηματισμένο οστό εκκρίνει πάνω και γύρω από την ασβεστοποιημένη χόνδρινη θεμέλια ουσία μέσα στο κέντρο του χόνδρινου προτύπου. Συνεπώς, το πρώτο οστό που σχηματίζεται από αυτήν τη διαδικασία θα περιβάλει έναν πυρήνα χόνδρου. Εξαιτίας των διαφορετικών ιδιοτήτων χρώσης του χόνδρου και του οστού αυτές οι νησίδες θα έχουν διάστικτη ή κηλιδωτή εμφάνιση. Η διάστικτη αυτή εμφάνιση παρατηρείται μόνο στο κέντρο του χόνδρου του νεοσχηματισμένου οστού. Το οστό που εξαπλώνεται βαθύτερα στο περιόστεο είναι το συμπαγές οστό. Ακολούθως, ο αποτιτανωμένος χόνδρος στο κέντρο του χόνδρινου προτύπου θα απομακρυνθεί και τη θέση του θα πάρει το πρόσφατα συντιθέμενο οστό. Καθώς η οστεοποίηση προχωρά στη διάφυση του οστού, η διαδικασία αρχίζει να επαναλαμβάνεται στα διευρυμένα επιφυσιακά άκρα του οστού. Αυτά τα κέντρα οστεοποίησης, που δημιουργήθηκαν τελευταία στα επιφυσιακά άκρα, καλούνται δευτερογενή κέντρα οστεοποίησης. Κατά την εξέλιξη της οστεοποίησης στα δευτερογενή κέντρα ο υαλοειδής χόνδρος, που παραμένει μεταξύ διάφυσης και επίφυσης, ονομάζεται συζευκτικός χόνδρος, ο οποίος τελικά θα διαχωρίσει τα επιφυσιακά και τα διαφυσιακά τμήματα των αναπτυσσόμενων οστών και θα είναι υπεύθυνος για την αύξηση του μήκους του αναπτυσσόμενου οστού.

Ενδοχόνδρια οστεοποίηση 69 Επιφυσιακή περιοχή Εικόνα 5-4 (40x): Ενδοχόνδρια οστεοποίηση στο συζευκτικό χόνδρο (εμβρυϊκό μετατάρσιο οστό). Πρωτογενές κέντρο οστεοποίησης Ζώνη ασβεστοποίησης Εικόνα 5-5 (25x): Ενδοχόνδρια οστεοποίηση στο συζευκτικό χόνδρο (εμβρυϊκό μετατάρσιο οστό). Ζώνη ωρίµανσης Ζώνη πολλαπλασιασµού Ζώνη ηρεµίας Οστεοειδές Οστεοκύτταρα σε βοθρία Εικόνα 5-6 (50x): Οστέινες δοκίδες στη διάφυση του αναπτυσσόμενου οστού, ενδοχόνδρια ανάπτυξη (εμβρυϊκό μετατάρσιο οστό). Οστεοβλάστες

70 Κεφάλαιο 5: Εξειδικευμένος συνδετικός ιστός: Οστίτης ιστός Ενδοχόνδρια Οστεοποίηση στην Επιφυσιακή Περιοχή (Εμβρυϊκό Μετατάρσιο Οστό) Η Εικόνα 5-4 δείχνει το εμβρυϊκό μετατάρσιο οστό στη σύνδεση μεταξύ της επιφυσιακής και διαφυσιακής περιοχής. Σημειώνεται πως η επιφυσιακή περιοχή στα δεξιά συνίσταται από υαλοειδή χόνδρο. Το δευτερογενές κέντρο οστεοποίησης δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί στο επιφυσιακό άκρο, αλλά επισημαίνεται η εισβολή του υαλοειδούς χόνδρου με μερικά αγγειακά στοιχεία. Το πρωτογενές κέντρο οστεοποίησης εντοπίζεται μέσα στη διάφυση του αναπτυσσόμενου οστού. Η Εικόνα 5-5 είναι μεγαλύτερη μεγέθυνση του ίδιου άκρου (επιφυσιακού) του εμβρυϊκού μετατάρσιου οστού. Ο σχηματισμός του οστού πραγματοποιείται στη σύνδεση μεταξύ των επιφυσιακών και διαφυσιακών περιοχών του οστέινου μοντέλου, που παρατηρείται στα αριστερά της μικροφωτογραφίας. Ο υαλοειδής χόνδρος στο επιφυσιακό άκρο του αναπτυσσόμενου μακρού οστού εμφανίζει μια χαρακτηριστική διάταξη, καθώς ο συζευκτικός χόνδρος αρχίζει να σχηματίζεται. Αρχικά στο άκρο του οστού και καθώς εξελίσσεται προς τη σύνδεση με τη διάφυση παρατηρούνται οι εξής ζώνες: Ζώνη Ηρεμίας (ζώνη του εναπομείναντος ή του αποθεματικού χόνδρου). Αυτή η ζώνη συνίσταται από τυπικό υαλοειδή χόνδρο. Ζώνη πολλαπλασιασμού. Τα κύτταρα σε αυτήν τη ζώνη υφίστανται κυτταρική διαίρεση και είναι διατεταγμένα σε στοίχους, των οποίων ο επιμήκης άξονας είναι παράλληλος με εκείνον του αναπτυσσόμενου οστού. Ζώνη Υπερτροφίας (ζώνη ωρίμανσης). Αυτή η ζώνη αποτελείται από διογκωμένα χονδροκύτταρα. Επιπρόσθετα, τα χονδροκύτταρα αυτής της ζώνης συσσωρεύουν γλυκογόνο, που θα διαλυθεί κατά τη διαδικασία της παρασκευής του δείγματος. Ζώνη Ασβεστοποίησης. Τα κύτταρα σε αυτήν τη στενή ζώνη έχουν αρχίσει να εκφυλίζονται και η περιβάλλουσα θεμέλια ουσία αρχίζει να ασβεστοποιείται. Η Εικόνα 5-6 δείχνει τις οστέινες νησίδες στη διάφυση του αναπτυσσόμενου οστού. Σημειώνονται οι οστεοβλάστες που εντοπίζονται στην περιφέρεια. Τα οστεοκύτταρα φαίνονται παγιδευμένα στις κοιλότητες των νησίδων. Ώριμο Οστό Το ώριμο οστό μπορεί να έχει τη μορφή συμπαγούς ή σπογγώδους οστού. Το σπογγώδες οστό συνίσταται από ισχνό σύμπλεγμα οστέινων νησίδων. Ο μυελός εντοπίζεται μέσα σε κενά ανάμεσα στις νησίδες. Όλοι οι τύποι ώριμων οστών οργανώνονται σε στοιβάδες, που ονομάζονται δοκίδες. Τα σπογγώδη οστά φέρουν παράλληλες δοκίδες, ενώ τα συμπαγή κυκλικές. Συμπαγή Οστά - Εγκάρσια τομή - βασικό οστό Η Εικόνα 5-7 είναι εγκάρσια τομή του συμπαγούς οστού, προερχόμενου από τη διάφυση ενός μακρού οστού. Εξαιτίας αυτού του είδους της προετοιμασίας, η ανόργανη θεμέλια ουσία διατηρήθηκε και τα οργανικά συστατικά (αιμοφόρα αγγεία, κύτταρα και ανόργανη ουσία) είναι απόντα. Τα συμπαγή οστά οργανώνονται σε πεταλιώδεις διατάξεις, που ονομάζονται οστεώνες (Αβέρσειο Σύστημα). Οι οστεώνες είναι κυλινδρικές δομές, που αποτελούνται από συγκεντρικά πετάλια οστεοκυττάρων μέσα σε κοιλότητες και ένα κεντρικό κανάλι (Αβέρσειο). Επίσης, ορατό σε αυτήν την εικόνα είναι το εγκάρσιο κανάλι (Volkmann s) που συνδέει δυο κεντρικά κανάλια. Η ανακατασκευή του οστού συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου. Οι αλλαγές στη φυσική κατάσταση του ατόμου προξενούν μεταβολές στην τάση στους τένοντες και στους συνδέσμους, που συμβάλλουν στην ανακατασκευή του οστού. Καθώς το οστό ανακυκλώνεται, νέο οστό εναποτίθεται και άλλες περιοχές παλαιού οστού επαναρροφούνται. Οι ενδιάμεσες δοκίδες είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας ανακατασκευής. Αυτά είναι θραύσματα των οστεώνων του παλαιού οστού που παραμένουν και μετά την επαναρρόφηση του παλαιού οστού και την εναπόθεση νέου κατά τη διάρκεια της ανακατασκευαστικής διαδικασίας. Η Εικόνα 5-8 είναι μια μικροφωτογραφία συμπαγούς οστού με καταδυτικό φακό εγκάρσιας διατομής. Αυτή η εικόνα δείχνει οστικές δοκίδες και τα αλληλοσυνδεδεμένα κανάλια τους.