9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 1 DG D 2B

Σχετικά έγγραφα
ΟΔΗΓΙΕΣ. Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 83 παράγραφος 1,

A8-0405/59. Τροπολογία 59 Claude Moraes εξ ονόματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ κατάθεση: Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

16542/1/09 REV 1 ΛΜ/νικ 1 DG H 2B

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο COM(2017) 606 final.

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ I. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. Βρυξέλλες, 16 Οκτωβρίου 2012 (23.10) (OR. en) 14826/12 Διοργανικός φάκελος: 2012/0036 (COD)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 21 Οκτωβρίου 2016 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 12 Ιουλίου 2016 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 21 Μαΐου 2019 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2014 (OR. en)

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 10 Μαρτίου 2015 (OR. en)

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο - COM(2017) 246 final.

12513/17 ADD 1 REV 1 1 DPG

Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής ΣΧΕΔΙΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ. της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 9 Μαρτίου 2018 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 24 Νοεμβρίου 2016 (OR. en)

A8-0251/ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ κατάθεση: Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Νομοθετικές πράξεις) ΟΔΗΓΙΕΣ ΟΔΗΓΙΑ 2014/62/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

***I ΈΚΘΕΣΗ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο A8-0252/

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 19 Οκτωβρίου 2017 (OR. en)

12596/17 ΧΓ/ριτ/ΘΛ 1 DGD 2B

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. Βρυξέλλες, 2 Ιουλίου 2010 (OR. en) 11160/4/10 REV 4. Διοργανικός φάκελος: 2007/0152 (COD)

147(I)/2015 Ο ΠΕΡΙ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο-

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Οι νέες αλλαγές σε σχέση με το ST 9580/17 ADD 1 επισημαίνονται με υπογραμμισμένα έντονα στοιχεία και [...].

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΟΔΗΓΙΕΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι. (Άρθρο 9) ΒΕΒΑΙΩΣΗ. (β) Αρχή που εξέδωσε την απόφαση περί μέτρων επιτήρησης:

7023/16 ADD 1 1 DPG. Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 13 Απριλίου 2016 (OR. en) 7023/16 ADD 1 PV/CONS 14 JAI 206 COMIX 203

EΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ. Βρυξέλλες, 24 Απριλίου 2014 (OR. en) 2013/0268 (COD) PE-CONS 30/14 JUSTCIV 32 PI 17 CODEC 339

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 14 Αυγούστου 2017 (OR. en)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ... VII ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ... XV ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ...1 ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

SN 1316/14 AB/γομ 1 DG D 2A LIMITE EL

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ 1

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο - COM(2015) 291 final ANNEX 1.

***I ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

6182/17 CH+GA/ech DGD 2

5933/4/15 REV 4 ADD 1 ΙΑ/γπ 1 DPG

Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Προμήθειας (ΕΕΕΠ)

***I ΣΧΕΔΙΟ ΕΚΘΕΣΗΣ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL 2013/0023(COD)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 20 Μαρτίου 2017 (OR. en)

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ. για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση

Καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ***I

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

6655/16 ΣΙΚ/γομ/ΚΚ 1 DG D 2B

16350/12 ΑΓΚ/γπ 1 DG D 2A

Εγκλήματα και ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ***I

7768/15 ADD 1 REV 1 ΕΚΜ/ακι 1 DPG

7566/17 ΜΑΚ/σα/ΚΚ 1 DGG 3B

JAI.2 EΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ. Βρυξέλλες, 20 Μαρτίου 2019 (OR. en) 2017/0226 (COD) PE-CONS 89/18 DROIPEN 224 CYBER 335 JAI 1332 TELECOM 500 MI 1022 CODEC 2410

***I ΕΚΘΕΣΗ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο A8-0276/

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΟΔΗΓΙΕΣ

ΙΙΙ. (Προπαρασκευαστικές πράξεις) ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ κατάθεση: Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο - COM(2017) 605 final.

ΣΧΕΔΙΟ ΕΚΘΕΣΗΣ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2015/2110(INI)

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΩΝ

9975/16 ΓΒ/ακι/ΕΚΜ 1 DRI

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

9664/19 ΘΚ/μκρ 1 JAI.2

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 20 Δεκεμβρίου 2017 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 25 Νοεμβρίου 2016 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 29 Σεπτεμβρίου 2017 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 10 Μαρτίου 2017 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 24 Φεβρουαρίου 2016 (OR. en)

ΓΝΩΜΗ της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο COM(2014) 595 final.

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο - COM(2016) 366 final.

ΣΧΕΔΙΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL 2011/0297(COD) της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων

Τροπολογία 79 Claude Moraes εξ ονόματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

Τροπολογία 35 Claude Moraes εξ ονόματος της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 5 Μαΐου 2017 (OR. en)

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. Βρυξέλλες, 3 Δεκεμβρίου 2012 (05.12) (OR. en) 17117/12 Διοργανικός Φάκελος: 2012/0036 (COD)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 1 Οκτωβρίου 2015 (OR. en)

9666/19 ΣΠΚ/μκρ 1 JAI.2

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 29 Νοεμβρίου 2016 (OR. en)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 21 Μαΐου 2019 (OR. en)

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. Βρυξέλλες, 12 Νοεμβρίου 2013 (OR. en) 12652/13 Διοργανικός φάκελος: 2013/0250 (NLE)

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 22 Δεκεμβρίου 2016 (OR. en)

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΦΑΣΗ - ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τη διαπίστευση των εργασιών εργαστηρίου ανακριτικής

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Προµήθειας (ΕΕΕΠ)

10335/10 ΕΚΜ/νικ 1 DG H 2B

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ Ο ΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΣΚΟΠΟΥΝ Σ ΓΙΑ ΤΗ

10025/16 ΘΚ/μκ 1 DG D 2B

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΘΕΣΗΣ ΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ ΑΝΥΨΩΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΟΣ ΕΞΕΔΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

10116/14 ΜΧΡ/νικ/ΚΣ 1 DG D 2B

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Transcript:

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες, 30 Μαΐου 2017 (OR. en) Διοργανικός φάκελος: 2016/0414 (COD) 9718/17 ΣΗΜΕΙΩΜΑ Αποστολέας: Αποδέκτης: Προεδρία Συμβούλιο αριθ. προηγ. εγγρ.: 9280/17 Αριθ. εγγρ. Επιτρ.: 15782/16 Θέμα: JAI 551 DROIPEN 76 COPEN 181 CT 55 CODEC 930 Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου [Πρώτη ανάγνωση] - Γενική προσέγγιση 1. Στις 21 Δεκεμβρίου 2016, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου. Από τον Ιανουάριο του 2017, η Ομάδα «Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο» (DROIPEN) εργάζεται επί της πρότασης με σκοπό την κατάρτιση συμβιβαστικού κειμένου ως βάσης για την επίτευξη γενικής προσέγγισης στον Συμβούλιο τον Ιούνιο. 2. Το ενοποιημένο συμβιβαστικό κείμενο της προτεινόμενης οδηγίας, όπως προέκυψε από τις συζητήσεις αυτές και επιβεβαιώθηκε από την ΕΜΑ την 24η Μαΐου 2017, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 1. Στο κείμενο επιδιώκεται η ισορροπημένη παρουσίαση των θέσεων των αντιπροσωπιών στο πλαίσιο συνολικού συμβιβασμού 2. 1 2 Οι αλλαγές σε σχέση με την πρότασης της Επιτροπής επισημαίνονται με έντονους χαρακτήρες. Οι ΚΧ έχουν διατυπώσει επιφύλαξη κοινοβουλευτικής εξέτασης. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 1 DG D 2B EL

3. Καλείται το Συμβούλιο να καταλήξει σε γενική προσέγγιση επί του κειμένου, ως έχει στο Παράρτημα, το οποίο θα αποτελέσει τη βάση για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 2 DG D 2B EL

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ έγγρ. 2016/0414 (COD) Πρόταση για ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 83, παράγραφος 1, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και το συναφές έγκλημα της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά προβλήματα σε επίπεδο Ένωσης, πράγμα που βλάπτει την ακεραιότητα, τη σταθερότητα και τη φήμη του χρηματοπιστωτικού τομέα και απειλεί την εσωτερική ασφάλεια και την εσωτερική αγορά της Ένωσης. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα εν λόγω προβλήματα και να ενισχυθεί η εφαρμογή της οδηγίας 2015/849/ΕΕ 3, η παρούσα οδηγία στοχεύει στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου, ώστε να καταστεί δυνατή η καλύτερη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών. 3 Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141, 5.6.2015, σ. 73). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 3

(2) Τα μέτρα που λαμβάνονται αποκλειστικά σε εθνικό ή ακόμα και σε ενωσιακό επίπεδο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ο διεθνής συντονισμός και η διεθνής συνεργασία, έχουν πολύ περιορισμένα αποτελέσματα. Τα μέτρα που θεσπίζονται από την Ένωση στον τομέα της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει, συνεπώς, να είναι συμβατά και τουλάχιστον εξίσου αυστηρά με άλλες δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο άλλων διεθνών φόρουμ. (3) Η δράση της Ένωσης θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τις συστάσεις της ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF) καθώς και μέσα άλλων διεθνών οργανισμών και φορέων που δραστηριοποιούνται στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης θα πρέπει, όπου απαιτείται, να ευθυγραμμίζονται περαιτέρω με τα διεθνή πρότυπα που εγκρίθηκαν από τη FATF, το Φεβρουάριο του 2012, για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής (οι «αναθεωρημένες συστάσεις της FATF»). Ως συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το ξέπλυμα, την έρευνα, τη δέσμευση και την κατάσχεση των προϊόντων εγκλήματος καθώς και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (CETS αριθ. 198), η Ένωση οφείλει να μεταφέρει τις απαιτήσεις της εν λόγω Σύμβασης στην έννομη τάξη της. (4) Η απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ 4 του Συμβουλίου προβλέπει υποχρεώσεις σχετικά με την ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο δεν είναι επαρκώς περιεκτική, ωστόσο, και η υφιστάμενη ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν είναι επαρκώς συνεκτική για την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Ένωση, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά στην εκτέλεση και εμπόδια στη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών στα διάφορα κράτη μέλη. 4 Απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001, για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος (ΕΕ L 182, 5.7.2001). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 4

(5) Ο ορισμός των εγκληματικών δραστηριοτήτων που συνιστούν τα κύρια εγκλήματα στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να είναι επαρκώς ομοιόμορφος σε όλα τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλουν την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε όλα τα εγκλήματα που τιμωρούνται με την ποινή της φυλάκισης, όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία. Επιπλέον, κατά το μέτρο που η επιβολή αυτών των ορίων ποινών δεν ισχύει ήδη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια σειρά εγκλημάτων στο πλαίσιο κάθε κατηγορίας που ορίζεται από την παρούσα οδηγία. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν με ποιο τρόπο θα περιορίσουν το εύρος των εγκλημάτων εντός των αντίστοιχων κατηγοριών. Όταν κατηγορίες εγκλημάτων, όπως η τρομοκρατία ή τα περιβαλλοντικά εγκλήματα, περιλαμβάνουν αξιόποινες πράξεις που καθορίζονται από τη νομοθεσία της Ένωσης, η παρούσα οδηγία παραπέμπει στην εν λόγω νομοθεσία. Τα κράτη μέλη, σε ευθυγράμμιση με τον προαναφερθέντα περιορισμό, θεωρούν κάθε έγκλημα που καθορίζεται από την νομοθεσία της ΕΕ κύριο έγκλημα. Η έκφραση «κάθε έγκλημα» δεν προϋποθέτει απαραίτητα ότι όλα τα εγκλήματα που ορίζονται στην νομοθεσία της ΕΕ θα πρέπει να θεωρούνται κύρια εγκλήματα. ( ). Κάθε είδους αξιόποινης συμμετοχής στη διάπραξη κύριου εγκλήματος, όπως έχει ποινικοποιηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει επίσης να θεωρείται εγκληματική δραστηριότητα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Στις περιπτώσεις που η νομοθεσία της Ένωσης επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν άλλες κυρώσεις, πέραν των ποινικών, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν τις εν λόγω περιπτώσεις ως κύρια εγκλήματα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. (6) Τα φορολογικά εγκλήματα που αφορούν την άμεση και την έμμεση φορολογία θα πρέπει να περιλαμβάνονται στον ορισμό της εγκληματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις αναθεωρημένες συστάσεις της FATF. Δεδομένου ότι τα διάφορα φορολογικά εγκλήματα μπορεί να συνιστούν σε κάθε κράτος μέλος εγκληματική δραστηριότητα που τιμωρείται με τις κυρώσεις που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, οι ορισμοί των φορολογικών εγκλημάτων μπορεί να διαφέρουν στο εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, δεν επιδιώκεται η εναρμόνιση των ορισμών των φορολογικών εγκλημάτων στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 5

(7) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όσον αφορά την περιουσία που προέρχεται από εγκλήματα που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, δεδομένου ότι η περίπτωση αυτή διέπεται από ειδικούς κανόνες, όπως αυτοί προβλέπονται στην οδηγία 2017/XX/ΕΕ 5. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας των κρατών μελών να μεταφέρουν σε εθνικό επίπεδο τις δύο οδηγίες μέσω ενός ενιαίου ολοκληρωμένου πλαισίου. Σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων. (8) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι ορισμένες μορφές δραστηριοτήτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα είναι επίσης αξιόποινες όταν διαπράττονται από τον δράστη της εγκληματικής δραστηριότητας από την οποία προήλθε αυτή η περιουσία (αυτονομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες). Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου η δραστηριότητα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν αφορά μόνο απλή κατοχή ή χρήση, αλλά περιλαμβάνει και μεταβίβαση, μετατροπή, διάθεση ή μετακίνηση περιουσίας και προκαλεί περαιτέρω ζημία από εκείνη που προκλήθηκε από το κύριο έγκλημα, (...) όπως για παράδειγμα η διάθεση σε τρίτους της περιουσίας που προήλθε από εγκληματική δραστηριότητα και, μέσω της πράξης αυτής, η συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, τότε αυτή η δραστηριότητα θα πρέπει να τιμωρείται. (9) Για να είναι αποτελεσματικά τα μέτρα του ποινικού δικαίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (...), θα πρέπει να είναι δυνατή μια καταδικαστική απόφαση χωρίς να είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ακριβώς από ποιο κύριο έγκλημα προήλθε η περιουσία, πόσο μάλλον να απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για το έγκλημα αυτό. Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με τη εθνική τους έννομη τάξη, να μεριμνήσουν προς τούτο με άλλα μέσα εκτός των νομοθετικών διατάξεων. Η δίωξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει επίσης να μην εμποδίζεται απλώς και μόνο από το γεγονός ότι το κύριο έγκλημα διαπράχθηκε σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. ( ) 5 Οδηγία 2017/ΧΧ/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της x x 2017, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ L x, xx.xx.2017, σ. x). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 6

(10) Η παρούσα οδηγία έχει σκοπό να ποινικοποιήσει τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες όταν διαπράττεται εκ προθέσεως και εν γνώση ότι η περιουσία προήλθε από εγκληματική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει σημασία αν η περιούσια προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τέτοια δραστηριότητα, σύμφωνα με την ευρύτερη σημασία των «προϊόντων», όπως καθορίζονται στην οδηγία 2014/42/ΕΕ. Η πρόθεση τέλεσης και η σχετική γνώση μπορούν να συνάγονται από αντικειμενικά, πραγματικά περιστατικά. Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία προβλέπει ελάχιστους κανόνες, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίζουν ή να διατηρούν αυστηρότερη ποινική νομοθεσία όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τα κράτη μέλη μπορούν, για παράδειγμα, να προβλέπουν ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες συνιστά αξιόποινη πράξη, εφόσον γίνεται από ελαφρά ή βαρεία αμέλεια. (11) Για την αποτροπή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η αυτή η συμπεριφορά τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε τέσσερα έτη. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει την εξατομίκευση και την επιβολή ποινών και την εκτέλεση κυρώσεων σύμφωνα με τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε μεμονωμένης υπόθεσης. ( ) 6. (11α) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο δικαστής ή το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις επιβαρυντικές περιστάσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία κατά την καταδίκη των υπαιτίων, χωρίς να πρέπει να είναι, ωστόσο, υποχρεωτική η αύξηση της ποινής. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή ή του δικαστηρίου να καθορίσει αν θα εφαρμόσει τη συγκεκριμένη επιβαρυντική περίσταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να προβλέπουν την επιβαρυντική περίσταση όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι οι ποινικές πράξεις που ορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ τιμωρούνται χωριστά και μπορούν να επισύρουν αυστηρότερες ποινές. 6 Η ΦΙ, η ΑΤ και η ΓΕ διατύπωσαν επιφύλαξη σχετικά με την απαλοιφή της τελευταίας πρότασης. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 7

(12) Δεδομένης της κινητικότητας των δραστών και των προϊόντων από εγκληματικές δραστηριότητες καθώς και των σύνθετων διασυνοριακών ερευνών που απαιτούνται για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεμελιώσουν τη δικαιοδοσία τους προκειμένου να δοθεί στις αρμόδιες αρχές η δυνατότητα διερεύνησης και δίωξης τέτοιων δραστηριοτήτων. Θα πρέπει επομένως τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η δικαιοδοσία τους καλύπτει περιπτώσεις όπου ένα έγκλημα διαπράττεται μέσω της τεχνολογίας της πληροφορίας και των επικοινωνιών από το έδαφός τους, ακόμη και αν η τεχνολογία αυτή δεν βρίσκεται στο έδαφός τους. (12α) Για να εξασφαλιστεί η επιτυχής έκβαση των ερευνών και της δίωξης εγκλημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι αρμόδιοι για την έρευνα και τη δίωξη τέτοιων εγκλημάτων θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά ερευνητικά μέσα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος ή άλλων σοβαρών αξιόποινων πράξεων. Η χρήση των μέσων αυτών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει να επικεντρώνεται και να λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας καθώς και τη φύση και τη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση εγκλημάτων και θα πρέπει να σέβεται το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 8

(13) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αντικαταστήσει ορισμένες διατάξεις της απόφασηςπλαισίου 2001/500/ΔΕΥ 7 στα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την οδηγία αυτή. (14) Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας ( ) δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού. ( ) (15) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία δεν συμμετέχουν στην έκδοση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της 8. (16) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22) σχετικά με τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στη εφαρμογή της. Η απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ 9 εξακολουθεί να έχει δεσμευτική ισχύ και να ισχύει στη Δανία, 7 8 9 Απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001, για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος (ΕΕ L 182, 5.7.2001). Η αιτιολογική σκέψη 15 απηχεί τη θέση του ΗΒ και της ΙΡ σχετικά με αυτή την οδηγία μετά την εκπνοή της προθεσμίας κοινοποίησης στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου (αριθ. 21). Ομοίως. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 9

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τον ορισμό των αξιόποινων πράξεων και των κυρώσεων στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όσον αφορά την περιουσία που προέρχεται από εγκλήματα που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, δεδομένου ότι η περίπτωση αυτή διέπεται από ειδικούς κανόνες, όπως αυτοί προβλέπονται στην οδηγία 2017/XX/ΕΕ 10. 10 Η ΓΕ διατηρεί επιφύλαξη για τη διάταξη αυτή. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 10

Άρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (1) ως «εγκληματική δραστηριότητα» νοείται η κάθε είδους εγκληματική συμμετοχή στην τέλεση όλων των εγκλημάτων, ( ), σύμφωνα με εθνική νομοθεσία των κρατών μελών, που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή ένταλμα προσωρινής κράτησης μέγιστης διάρκειας άνω του ενός έτους ή, όσον αφορά τα κράτη μέλη που έχουν ελάχιστο όριο για τα εγκλήματα στην έννομη τάξη τους, όλων των εγκλημάτων που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή ένταλμα προσωρινής κράτησης ελάχιστης διάρκειας τουλάχιστον άνω των έξι μηνών. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι ένα εύρος εγκλημάτων στο πλαίσιο των κατηγοριών που αναφέρονται παρακάτω θα θεωρούνται εγκληματική δραστηριότητα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας: 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 11

(α) (β) (γ) (δ) (ε) συμμετοχή σε οργανωμένες εγκληματικές ομάδες και παροχή «προστασίας» έναντι χρημάτων, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ τρομοκρατία, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2017/XX/ΕΕ 11 εμπορία ανθρώπων και παράνομη διακίνηση μεταναστών, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2011/36/ΕΕ 12 και την απόφασηπλαίσιο 2002/946/ΔΕΥ 13 σεξουαλική κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2011/93/ΕΕ 14 παράνομη διακίνηση ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην απόφασηπλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου 15 11 12 13 14 15 Οδηγία 2017/XX/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της X X 2017, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L x, xx.xx.2017, σ. x). Οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 101, 15.4.2011, σ. 1). Απόφαση-πλαίσιο 2002/946/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2002, για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου για την πρόληψη της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής (ΕΕ L 328, 5.12.2002, σ. 1). Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 335, 17.12.2011, σ. 1). Απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ L 335, 11.11.2004, σ. 8). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 12

(στ) παράνομη εμπορία και διακίνηση όπλων (ζ) (η) (θ) (ι) παράνομη εμπορία προϊόντων κλοπής και άλλων αγαθών διαφθορά και δωροδοκία, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στη Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης 16 και στην απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου 17 απάτη, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην απόφασηπλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου 18 παραχάραξη και κιβδηλεία, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2014/62/ΕΕ 19 (ια) παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων (ιβ) περιβαλλοντικό έγκλημα, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2008/99/ΕΚ 20 ή την οδηγία 2009/123/ΕΚ 21 16 17 18 19 20 21 Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απόφαση-πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα (ΕΕ L 192, 31.7.2003, σ. 54). Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας που αφορούν τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών (ΕΕ L 149, 2.6.2001, σ. 1). Οδηγία 2014/62/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την προστασία του ευρώ και άλλων νομισμάτων από την παραχάραξη και την κιβδηλεία μέσω του ποινικού δικαίου, και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2000/383/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 151, 21.5.2014, σ. 1). Οδηγία 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ L 328 της 6.12.2008, σ. 28). Οδηγία 2009/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τροποποίηση της οδηγίας 2005/35/ΕΚ σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις (ΕΕ L 280, 27.10.2009, σ. 52). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 13

(ιγ) ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαριά σωματική βλάβη (ιδ) απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία (ιε) ληστεία ή κλοπή (ιστ) λαθρεμπόριο ( ) (ιζ) φορολογικά εγκλήματα που σχετίζονται με άμεσους και έμμεσους φόρους όπως ορίζονται στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών (ιη) εκβίαση (ιθ) πλαστογραφία (κ) πειρατεία (κα) πράξεις προσώπου που είναι κάτοχος εμπιστευτικών πληροφοριών και χειραγώγηση της αγοράς, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2014/57/ΕΕ 22 (κβ) ηλεκτρονικό έγκλημα, συμπεριλαμβανομένου κάθε εγκλήματος που καθορίζεται στην οδηγία 2013/40/ΕΕ 23 (κγ) ( ) (1) ως «περιουσία» νοούνται τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία με οποιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανόμενης της ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων (2) ως «νομικό πρόσωπο» νοείται μια οντότητα διαθέτουσα νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, εξαιρουμένων των κρατών ή των δημόσιων φορέων κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας και των δημόσιων διεθνών οργανισμών. 22 23 Οδηγία 2014/57/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς (ΕΕ L 173, 12.6.2014, σ. 179). Οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218, 14.8.2013, σ. 8). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 14

Άρθρο 3 Εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ακόλουθες ενέργειες θεωρούνται αξιόποινες πράξεις όταν διαπράττονται εκ προθέσεως: α) η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ( ), με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της δραστηριότητάς του β) η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο στον οποίο αυτή ευρίσκεται, ή την κυριότητα επί περιουσίας ή εκ σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ( ) γ) η απόκτηση, η κατοχή ή η χρήση περιουσίας εν γνώσει, κατά τον χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ( ). 2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι: (α) (β) προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προήλθε η περιουσία, δεν είναι προϋπόθεση για την καταδίκη για τα εγκλήματα, όπως αυτά αναφέρονται στην παράγραφο 1 καταδίκη για εγκλήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι δυνατή όταν διαπιστώνεται ότι η περιουσία αυτή έχει προέλθει από εγκληματική δραστηριότητα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφο 1, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητο να οριστούν όλα τα πραγματικά στοιχεία ή περιπτώσεις σχετικές με τέτοια δραστηριότητα 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 15

(γ) τα εγκλήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επεκτείνονται σε περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από συμπεριφορά που έλαβε χώρα σε έδαφος άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, όταν η σχετική συμπεριφορά θα καθιστούσε εγκληματική δραστηριότητα αν είχε λάβει χώρα σε εγχώριο επίπεδο. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτήσουν περαιτέρω ότι η σχετική συμπεριφορά αποτελεί αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας 24. 3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι η συμπεριφορά, που αναφέρεται στα σημεία α) και β) της παραγράφου 1 αποτελεί αξιόποινη πράξη όταν διαπράττεται από άτομα που τέλεσαν ή συμμετείχαν σε εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προήλθε η περιουσία αυτή 25. Άρθρο 4 Υποκίνηση, υποβοήθηση, συνέργεια και απόπειρα Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι τιμωρείται η υποκίνηση, η υποβοήθηση, η συνεργία ή η απόπειρα διάπραξης εγκλήματος που αναφέρεται στο άρθρο 3. 24 25 Η ΕΛ διατηρεί επιφύλαξη για τη διάταξη αυτή. Η ΓΕ διατηρεί επιφύλαξη για τη διάταξη αυτή. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 16

Άρθρο 5 Ποινές εις βάρος φυσικών προσώπων 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι η αναφερόμενη στα άρθρα 3 και 4 συμπεριφορά τιμωρείται με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις. 2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι η συμπεριφορά που αναφέρεται στο άρθρο 3 τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων ετών ( ). Άρθρο 6 Επιβαρυντικές περιστάσεις 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι όταν το έγκλημα διαπράχθηκε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2008/841 26, αυτό μπορεί, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να θεωρηθεί επιβαρυντική περίσταση, σε σχέση με τη συμπεριφορά που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 4. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, όταν ο δράστης έχει συμβατική σχέση και ευθύνη απέναντι σε υπόχρεη οντότητα ή είναι υπόχρεη οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2015/849/ΕΕ και έχει διαπράξει το έγκλημα κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αυτό δύναται να θεωρηθεί επιβαρυντική περίσταση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1. 26 Απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ L 300, 11.11.2008, σ. 42). 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 17

Άρθρο 7 Ευθύνη των νομικών προσώπων 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε τα νομικά πρόσωπα να μπορούν να υπέχουν ευθύνη για οποιαδήποτε συμπεριφορά που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 4, όταν τελείται προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και κατέχει ιθύνουσα θέση εντός του νομικού προσώπου βασιζόμενη σε: (α) (β) (γ) εξουσία εκπροσώπησης του νομικού προσώπου εξουσία λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου ή εξουσία άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου. 2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι τα νομικά πρόσωπα υπέχουν ευθύνη όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου κατέστησε δυνατή την τέλεση οποιασδήποτε συμπεριφοράς που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4 προς όφελος του εν λόγω νομικού προσώπου από πρόσωπο που τελεί υπό την εξουσία του. 3. Η ευθύνη των νομικών προσώπων δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν αποκλείει την ποινική δίωξη φυσικών προσώπων (...) που είναι αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί σε (...) οποιαδήποτε εκ των συμπεριφορών που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 4. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 18

Άρθρο 8 Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι νομικό πρόσωπο που υπέχει ευθύνη (...) σύμφωνα με το άρθρο 7 υπόκειται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται ποινικής ή μη ποινικής φύσης χρηματικές ποινές και, ενδεχομένως, λοιπές κυρώσεις, όπως: (1) αποκλεισμός ( ) από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις (2) προσωρινή ή οριστική απαγόρευση ( ) της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας (3) θέση υπό δικαστική εποπτεία (4) Δικαστική εκκαθάριση (5) προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του εγκλήματος. Άρθρο 9 Δικαιοδοσία 1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του επί της συμπεριφοράς που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 4 όταν: (α) (β) το έγκλημα διαπράττεται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, στο έδαφός του, ο δράστης είναι υπήκοός του. 2. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την απόφασή του να θεμελιώσει περαιτέρω δικαιοδοσία για τη συμπεριφορά που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 4 που έχει διαπραχθεί εκτός του εδάφους του, όταν: α) ο δράστης έχει τη συνήθη κατοικία του στο έδαφός του β) το έγκλημα διαπράττεται προς όφελος νομικού προσώπου εγκατεστημένου στο έδαφός του. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 19

Άρθρο 10 Ερευνητικά μέσα Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι αποτελεσματικά ερευνητικά μέσα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται κατά του οργανωμένου εγκλήματος ή άλλων σοβαρών εγκλημάτων, βρίσκονται στη διάθεση των προσώπων, μονάδων ή υπηρεσιών που έχουν επιφορτιστεί με την ποινική έρευνα και δίωξη της συμπεριφοράς που αναφέρεται στα άρθρα 3 και 4. Άρθρο 11 Αντικατάσταση ορισμένων διατάξεων της απόφασης-πλαισίου 2001/500/ΔΕΥ 1. Η παρούσα οδηγία αντικαθιστά το άρθρο 1 στοιχείο β) και το άρθρο 2 της απόφασηςπλαισίου 2001/500/ΔΕΥ όσον αφορά τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών ως προς την ημερομηνία μεταφοράς της εν λόγω απόφασης-πλαισίου στο εθνικό δίκαιο. 2. Για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, οι παραπομπές στην απόφασηπλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία. Άρθρο 12 Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως την [24 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων του εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία. 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 20

Άρθρο 13 Υποβολή εκθέσεων Η Επιτροπή υποβάλλει, έως την [24 μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας], έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Άρθρο 14 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 15 Παραλήπτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος 9718/17 ΚΑΛ/μκρ/ΔΛ 21