ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΣΙΝΤΑΒΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Μ: 1334 ΤΙΤΛΟΣ

Σχετικά έγγραφα
Εφαρμοστέο δίκαιο στα έναντι τρίτων αποτελέσματα των εκχωρήσεων απαιτήσεων. Πρόταση κανονισμού (COM(2018)0096 C8-0109/ /0044(COD))

Έχει ανακύψει εκατοντάδες φορές το ζήτημα τα τελευταία χρόνια στην ελληνική νομολογία και

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ 8 ο ΜΑΘΗΜΑ

Ζαμπυρίνης Μιχάλης Γκούμα Κατερίνα

Αρχές Δικαίου Επιχειρήσεων Διάλεξη 3 η. Νικόλαος Καρανάσιος

ΠΜΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΔΠΘ - Τομέας Ιδιωτικού Τομέα ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ - ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ - ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Αντί προλόγου. Χολαργός, Ιούλιος 2014 Πόπη Χριστακάκου-Φωτιάδη

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ* Ελευθέριου Σκαλίδη Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ενδεικτικές απαντήσεις στα θέματα των εξετάσεων στο μάθημα «Ασκήσεις Αστικού και Αστικού Δικονομικού Δικαίου» (Εξετ. Περίοδος Σεπτεμβρίου 2014)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4289, 29/7/2011 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Δίκαιο είναι το σύνολο των ετερόνομων κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο υποχρεωτικό την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ. ειδικότερα ο απερχόμενος 20 ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως εποχή της πιστωτικής οικονομίας.

Ν 3606/2007: Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις.

ΕΞΕΤΑΣΤΕΑ ΥΛΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ & ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ (ΑΡΘΡ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 648/2012 (EMIR) )

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ & ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ (ΑΡΘΡ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 648/2012 (EMIR) ) I. Προοίμιο

Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ. αρ Σύμβαση εκχώρησης απαίτησης λ

Αριθμός 86(Ι) του 2018 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2015

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Αντί προλόγου.

Θέμα: «ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ» Σχετ. το υπ αρ. πρωτ. Οικ / έγγραφό μας.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Εισαγωγή EΙΣΑΓΩΓΗ. 1. Η εγγύηση ως προσωπική παρεπόμενη ασφάλεια. I. Έννοια και προϋποθέσεις γέννησης της ευθύνης του εγγυητή

περιεχόμενα Πρόλογος 15 Εισαγωγή "ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΙΚΑΙΟΥ"

Η ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5

εναγομένου στην πολιτική δίκη της καταδολίευσης δανειστών (παυλιανή αγωγή)». Το άρθρο

Προς. Τον Υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης. και Ανταγωνιστικότητας. Κ. Μ. Χρυσοχοΐδη. Κοινοποίηση. Υπουργό Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης

Δίκαιο των προσωπικών εταιρειών Δίκαιο των κεφαλαιουχικών εταιρειών

Ο ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5

2. ΠΟΙΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΡΥΘΜΙΖΟΝΤΑΙ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ & ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ (ΑΡΘΡ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 648/2012 (EMIR) )

ιπλωματική εργασία της Ελένης Δερδέκη ΑΜ 2033/2012 Τίτλος: Η εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης Επιβλέπων Καθηγητής : Λάμπρος Κιτσαράς

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL

Ο ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

PUBLIC ΤΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟ 9755/98 LIMITE JUSTCIV59 ΣΗΜΕΙΩΜΑ. της Προεδρίας ΡΩΜΗΙ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 4565,

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ 6 ου ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4289, 29/7/2011

Η θέση του ετερόρρυθμου εταίρου μετά την ισχύ του Ν. 4072/2012

Απλή Ετερόρρυθμη Εταιρεία

(2015) 1 PRO JUSTITIA. «Αρχή Υπεύθυνου Δανεισμού» Άννα Οβσεπιάν, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια

ΓΝΩΜΟΛΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5

Ν.3723/2008 Published on TaxExperts (

ΕΙΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ Υποχρεωτικοί Κανόνες Σύμβασης Αναδιάρθρωσης Οφειλών (άρθ. 9 Ν.4469/2017)

ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Κατευθυντήριες γραμμές. σχετικά με την έμμεση υποστήριξη στις πράξεις τιτλοποίησης EBA/GL/2016/08 24/11/2016

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα

Συνεδρίαση 21/

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ»

Τελικές κατευθυντήριες γραμμές

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

Ε.Ε. Παρ.Ι(Ι), Αρ. 4349, (Ι)/2012 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΑΣ (ΕΚΠΑ) ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΚ. ΕΤΟΥΣ ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΟΔΗΓΙΑ 93/13/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Εξωσυμβατική ευθύνη Δημοσίου 12/4/2016

Η ΚΟΙΝΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ,

ΕΙΣΑΓΩΓΗ. 1. Ρύθμιση

ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Επεξηγήσεις - Αναλύσεις - Ειδικά ζητήματα- Παραδείγματα

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 26/2004

(EEL 280/ ) την απόκτηση δικαιώματος χρήσης ενός ή περισσοτέρων ακινήτων υπό καθεστώς χρονομεριστικής

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2011 ΕΩΣ 2013»

Η Οδηγία 2007/64/ΕΚ για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά Συνολική θεώρηση

(Μη νομοθετικές πράξεις) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

ΜΠρΑθ 10689/2008 [Διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον ΠτΚ - Προληπτικά μέτρα*] (παρατ. Ι. Σπυριδάκης)

Από την 7/11 πράξη τακτοποίησης και αναλογισµού, προκύπτουν τα εξής: α/α ιδιοκτησίας (ΚΑΕΚ) Υποχρεώσεις τρίτων προς ιδιοκτησία 1 ( )

Δίκτυο Υπηρεσιών Πληροφόρησης & Συμβουλευτικής Εργαζομένων και Ανέργων

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ

ΜΕΡΟΣ Ι - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ 2. (Εγκρίθηκαν στις 19 Μαρτίου 2015) 3. εφαρμοστέου δικαίου επί των διεθνών εμπορικών συμβάσεων.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. V. Η εμπιστοσύνη ως αυτόνομο θεμέλιο ευθύνης του παραγωγού 17

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Α. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ Β. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΝΟΧΕΣ

ΑΡΧΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΠΟΛ.1141/2016 Διευκρινίσεις για τη διαδικασία

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. Η πρωτότυπη κτήση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας... 1

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Προλογικό σημείωμα... Εισαγωγικές παρατηρήσεις... 1

Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3413, 16/6/2000

Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ/ΚΦΔ (ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4223/2013 ΦΕΚ 287Α )

ΕΤΟΣ 2018 / ΤΕΥΧΟΣ 4. Δήμητρα Πάσσιου. Η φορολογική μεταχείριση των εμπιστευμάτων (trusts) και των αλλοδαπών ιδρυμάτων (foundations)

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3851, 30/4/2004 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 1997 ΜΕΧΡΙ 2004

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ. «ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2011 ΕΩΣ (Αρ.

2. Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός των Οικονομικών να συνάπτει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου δάνειο της παραγράφου 1.

Σελίδα 1 από 5. Τ

«ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Ο.Σ.Π.Α.»

1. Απαγορεύεται επικοινωνία με τον οφειλέτη για οφειλές για τις οποίες έχει προβεί σε δικαστικές ενέργειες αμφισβήτησης

ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΓΝΩΜΗ ΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ

ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

Πότε η εφορία θεωρεί ότι υπάρχει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας

Transcript:

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΜΕΑΣ Α ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΕΤΟΣ: 2014-2015 ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΣΙΝΤΑΒΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Μ: 1334 ΤΙΤΛΟΣ «Υποχρεώσεις εκδοχέα προς διασφάλιση των συμφερόντων του εκχωρητή στο πλαίσιο της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων» Επιβλέποντες καθηγητές: κ. Αντώνιος Καραμπατζός κ. Ευγενία Δακορώνια κ. Γεώργιος Γεωργιάδης Αθήνα, Μάρτιος 2016

Copyright, Βασίλειος Τσινταβής, Μάρτιος 2016 Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved. Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας, εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης και να διατηρείται το παρόν μήνυμα. Οι απόψεις και θέσεις που περιέχονται σε αυτήν την εργασία εκφράζουν τον συγγραφέα και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι αντιπροσωπεύουν τις επίσημες θέσεις του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ I ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ ΙΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1 1. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ I. ΑΣΦΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ 2-4 II. ΜΟΡΦΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Α. Ενέχυρο επί απαιτήσεων 5-6 Β. Ειδικά νομοθετήματα (Ν. 2844/2000, 3301/2004) 6-8 Γ. Ενεχύραση απαιτήσεων σύμφωνα με το αρ. 39 του ν.δ. 8-13 της 17.7/13.8.1923 III. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Α. Χαρακτηριστικά της εξασφαλιστικής εκχώρησης 14-18 Β. Ειδικές μορφές εξασφαλιστικής εκχώρησης 18-21 Γ. Συγκριτικό Δίκαιο-Γερμανία 21-22 2. ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ IV. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΣΗ 23-31 V. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ 32-34 VI. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΚΔΟΧΕΑ 35-51 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 52 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 53-55 I

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ ΓΕΝΙΚΑ αρ. εδ. ΦΕΚ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΑΚ BGB Ν ν.δ. ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ Δ ΔΕΕ ΕΕΝ ΕΕμπΔ ΕπισκΕΔ ΝοΒ άρθρο εδάφιο Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως Αστικός Κώδικας Bürgerliches Gesetzbuch Νόμος νομοθετικό διάταγμα Δίκη Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιρειών Εφημερίδα Ελλήνων Νομικών Επιθεώρηση Εμπορικού Δικαίου Επισκόπηση Εμπορικού Δικαίου Νομικό Βήμα II

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το θέμα της παρούσας εργασίας εντοπίζεται στη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ εκχωρητή-ασφαλειοδότη και εκδοχέα-ασφαλειολήπτη στην εξασφαλιστική ή, όπως συχνότερα ονομάζεται, καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων. Πιο συγκεκριμένα, θα γίνει λόγος για το εάν και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται να περιορίζονται οι εξουσίες του εκδοχέα, ως πλήρους δικαιούχου των εκχωρούμενων απαιτήσεων, έτσι ώστε να προστατεύονται και τα συμφέροντα ενός άλλου προσώπου, το οποίο σε πρώτη ανάλυση δεν διατηρεί κάποιο δεσμό με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις. Το συγκεκριμένο ζήτημα παρουσιάζει αφενός θεωρητικό ενδιαφέρον, υπό την έννοια ότι η παραδοσιακή προσέγγιση του ελληνικού δικαίου (κάποιος είναι ή δεν είναι δικαιούχος απαίτησης, δίχως ενδιάμεσο στάδιο) καθίσταται πολλές φορές ανεπαρκής για τη ρύθμιση σύγχρονων μορφωμάτων, όπως εν προκειμένω η εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων. Αφετέρου, υφίσταται και σημαντικό πρακτικό ενδιαφέρον, καθώς η αναφερθείσα σύμβαση αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο ποσοστό των περιπτώσεων ασφαλειοποίησης απαιτήσεων στην πράξη, συνήθως δε ο εκδοχέας βρίσκεται σε ιδιαίτερα προνομιακή οικονομική και διαπραγματευτική θέση (πλειστάκις ένα πιστωτικό ίδρυμα). Η εργασία θα επικεντρωθεί στα πρόσωπα του εκχωρητή και του εκδοχέα. Επίσης, ένα σημαντικό τμήμα της εργασίας θα αφιερωθεί στην ένταξη της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων στο γενικότερο φαινόμενο της ασφαλειοποίησης των απαιτήσεων, στη λειτουργία της, καθώς και στη διάκρισή της από συγγενείς μορφές. Θα αναδειχθεί δε η σχέση της γενικότερα με την καταπίστευση και τη διαχείριση. Τέλος, στο πλαίσιο ενός πρακτικού θα αναλυθούν οι διάφορες υποχρεώσεις του εκδοχέα, καθώς και άλλες πλευρές της σύμβασης, πάντα σε σχέση με την προστασία των συμφερόντων του εκχωρητή. 1

1. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ I. ΑΣΦΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Στο σύστημα του αστικού δικαίου ο όρος «απαίτηση» δηλώνει το δικαίωμα του δανειστή να ζητήσει την εκπλήρωση μιας παροχής από τον οφειλέτη. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ενοχικό δικαίωμα, χαρακτηριζόμενο από σχετικότητα, καθώς αναπτύσσει ισχύ μόνο εντός της σχέσης μεταξύ των δύο ως άνω προσώπων. Παλαιότερα, η ιδιότητα αυτή συνοδευόταν και από μια επιπρόσθετη, εκείνη της προσωποπάγειας. Η ανάληψη, δηλαδή, της υποχρέωσης προς παροχή, καθώς και το σχετικό δικαίωμα για εκπλήρωση, δεν ήταν δυνατό να εννοηθούν εκτός του στενού πλαισίου το οποίο οριοθετούταν από τον προσωπικό σύνδεσμο οφειλέτη- δανειστή. Το σημαντικότερο πρακτικό αποτέλεσμα ήταν ότι η απαίτηση δεν ήταν μεταβιβαστή 1, τουλάχιστον εν ζωή. Αργότερα, η προσωποπάγεια εξέλειψε και κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της απαίτησης (εκχώρηση, αρ. 455-470 ΑΚ) και η αλλαγή της θέσης του οφειλέτη, άνευ της σύμπραξης του ιδίου (αναδοχή χρέους, 471-479 ΑΚ). Καθώς εξελίσσεται η νομική επιστήμη και αντίστοιχα εκσυγχρονίζεται η οικονομία, αρχίζει να αποκτά σημασία η απαίτηση per se ως δικαίωμα, αποσυνδεδεμένη από το αντικείμενό της, ήτοι την παροχή. Καθίσταται ένα άυλο αγαθό προς κυκλοφορία, το οποίο επιτελεί και άλλους λειτουργίες, π.χ αποτελεί τη βάση τίτλων οι οποίοι στη συνέχεια γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένες αγορές (βλ. στην ελληνική έννομη τάξη το αρ. 10 Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ Α 157/ 25.6.2003), το οποίο διέπει την τιτλοποίηση απαιτήσεων). Το νομικό και οικονομικό φαινόμενο τμήμα το οποίο σχετίζεται άμεσα με το θέμα του παρόντος πονήματος είναι η ασφαλειοποίηση 2 των απαιτήσεων. Ασφάλεια ονομάζεται το δικαίωμα το οποίο χορηγείται από ένα πρόσωπο («ασφαλειοδότης») σ ένα άλλο πρόσωπο («ασφαλειολήπτης») για την περίπτωση επέλευσης ενός κινδύνου. Στο πλαίσιο των οικονομικών συναλλαγών ο κίνδυνος συνίσταται κατά κύριο λόγο στη μη ικανοποίηση κάποιας απαίτησης («ασφαλιζόμενη απαίτηση»), της οποίας δανειστής είναι ο ασφαλειολήπτης. Συνήθως, ο ασφαλειοδότης είναι και ο οφειλέτης της ασφαλιζόμενης 1 Στο Ρωμαϊκό δίκαιο παραδείγματος χάρη η ενοχική σχέση ήταν αμεταβίβαστη. Για τους σκοπούς της μεταβίβασης χρησιμοποιούταν η ανανέωση (novatio), η οποία, ωστόσο, μεταξύ άλλων παρουσίαζε το μειονέκτημα της παρεμβολής της βούλησης του οφειλέτη. Βλ. Δημήτριο Χ. Γκόφα, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, σελ. 509-511. 2 Την ανάγκη χρήσης του σχετικού όρου επισημαίνει ο Μ. Σταθόπουλος στο άρθρο του, Η απαίτηση ως μέσο χρηματοδότησης, ΕπισκΕΔ Α/1997. 2

απαίτησης, ωστόσο είναι δυνατή και η παροχή ασφάλειας υπέρ τρίτου 3, π.χ. στο αρ. 1294 ΑΚ, γίνεται λόγος για την υποθήκη σε ακίνητο τρίτου. Σε περίπτωση που ο κίνδυνος επέλθει, ο ασφαλειολήπτης δικαιούται να ικανοποιηθεί από το αντικείμενο της ασφάλειας. Παραδοσιακά διακρίνονται 4 δύο μορφές ασφάλειας: Η πρώτη είναι η προσωπική ασφάλεια, η οποία συνίσταται στην απόκτηση (προσωπικής) απαίτησης από τον ασφαλειολήπτη κατά ενός τρίτου προσώπου, λ.χ. ενός προσώπου παρέχοντος εγγύηση σύμφωνα με τα αρ. 847 επ. του Αστικού Κώδικα. Η δεύτερη είναι η εμπράγματη, ή σύμφωνα με τον ακριβέστερο όρο ο οποίος αναφέρεται από μερίδα της θεωρίας, αντικειμενική 5 ασφάλεια. Εν προκειμένω, ο ασφαλειολήπτης αποκτά ένα αντικείμενο δικαίου, το οποίο δύναται να κυμαίνεται από περιορισμένης φύσεως εμπράγματα δικαιώματα (ενέχυρο, υποθήκη) έως την απόκτηση αυτούσιων περιουσιακών στοιχείων του ασφαλειοδότη, όπως στην περίπτωση της εξασφαλιστικής μεταβίβασης κυριότητας ή της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων. Συνηθίζεται να επισημαίνεται 6, επισήμανση η οποία βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την πράξη, ότι η εμπράγματη ασφάλεια προτιμάται σε σχέση με την προσωπική. Αναφορικά με την τελευταία, αφενός είναι πιθανό να αποδειχθεί και ο επιπρόσθετος οφειλέτης εξίσου αφερέγγυος με τον πρωτοφειλέτη, αφετέρου καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η ανεύρεση ατόμων με τη «φιλάνθρωπο» διάθεση να επωμιστούν ξένα χρέη. Η εμπράγματη ασφάλεια, αντίθετα, δεν εμφανίζει αντίστοιχα προβλήματα. Έχοντας ξεκινήσει με το σχόλιο ότι η απαίτηση σήμερα έχει αποκτήσει σημασία και ως τη αγαθό σε κυκλοφορία, υπογραμμίζεται ότι η ασφαλειοποίηση των απαιτήσεων εντάσσεται στην εμπράγματη ασφάλεια. Πρέπει δε να αποφευχθεί στην προκειμένη περίπτωση τυχόν σύγχυση με την προσωπική ασφάλεια. Η τελευταία εξοπλίζει τον ασφαλειολήπτη με επιπρόσθετες απαιτήσεις έναντι τρίτων προσώπων, για την αποπληρωμή της ασφαλιζόμενης απαίτησης. Αντίθετα, στην περίπτωση της ασφαλειοποίησης των απαιτήσεων ο ασφαλειολήπτης αποκτά την εξουσία είσπραξης ή καθίσταται και δικαιούχος άλλων, άσχετων και μη παρεπόμενων σε σχέση 3 Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, δεν θα εξεταστεί η περίπτωση της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων υπέρ τρίτου. Ο εκχωρητής θα θεωρείται ο οφειλέτης της ασφαλιζόμενης απαίτησης/χρέους και θα με τους όρους εκχωρητής/οφειλέτης/ασφαλειοδότης, οι οποίοι θα εναλλάσσονται, θα εννοείται το ένα και το αυτό πρόσωπο. 4 Απ. Γεωργιάδης, Εμπράγματο Δίκαιο, σελ. 1000-1001, Γ. Λαδογιάννης, Οι επιχειρηματικές απαιτήσεις ως αντικείμενο ασφάλειας, σελ. 1-2. 5 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 2, διότι το αντικείμενο της ασφάλειας δεν είναι οπωσδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, όπως λόγω χάρη στην εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων (η φύση του ενεχύρου επί απαιτήσεων αμφισβητείται). Όπως όμως και ο μνημονευόμενος συγγραφέας, έτσι και εδώ θα χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο ο όρος «εμπράγματη ασφάλεια», λόγω της διάδοσής του. 6 Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 1001. 3

με την ασφαλιζόμενη απαίτηση, απαιτήσεων του ασφαλειοδότη, δικαιούμενος σε ρευστοποίηση αυτών σε περίπτωση μη ικανοποίησής του. Η ασφαλειοποίηση των απαιτήσεων έχει καταστεί ιδιαίτερα διαδεδομένη στην πράξη και τείνει σε μεγάλο βαθμό να υποσκελίσει τις πιο παραδοσιακές μορφές εμπράγματης ασφάλειας, ιδίως των περιορισμένων εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Ακολουθεί μια ευσύνοπτη επισκόπηση των βασικών συμβάσεων όπου η απαίτηση λειτουργεί ως αντικείμενο ασφάλειας. 4

II. ΜΟΡΦΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Α. Ενέχυρο επί απαιτήσεων Ο Αστικός Κώδικας στα άρθρα 1247-1256 ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, και τη σύσταση ενεχύρου επί απαιτήσεων. Αν και υφίστανται διατάξεις για την ειδικότερη μορφή αυτή ενεχύρου, πρέπει να επισημανθεί ότι ο Αστικός Κώδικας, δεδομένης της χρονικής στιγμής της σύνταξής του, παραμένει προσανατολισμένος στη ρύθμιση του ενεχύρου επί κυριότητας κινητών πραγμάτων (ΑΚ 1209). Υφίσταται, άλλωστε, ρήτρα στο αρ. 1256 περί αναλόγου εφαρμογής των διατάξεων για το ενέχυρο πράγματος και στο ενέχυρο δικαιώματος. Πιο συγκεκριμένα, στο ενέχυρο επί απαιτήσεων ως ενεχύρασμα λειτουργούν μια ή περισσότερες απαιτήσεις του ενεχυραστή. Οι συγκεκριμένες απαιτήσεις δύνανται να προέρχονται από οποιαδήποτε αιτία 7, ακόμη να είναι και μελλοντικές 8, εφόσον οι τελευταίες προσδιορίζονται επαρκώς στην ενεχυρική σύμβαση 9. Πρέπει, όμως, σύμφωνα με το αρ. 1247 εδ. α να είναι μεταβιβάσιμες, γεγονός το οποίο αποκλείει τις ακατάσχετες και τις συνδεόμενες στενά με το πρόσωπο του δανειστή (ενεχυραστή), οι οποίες είναι ανεκχώρητες (αρ. 464 και 465 ΑΚ 10 ). Αν πρόκειται για μη χρηματικές απαιτήσεις, πρέπει να αφορούν μόνο κινητά πράγματα 11. Πρέπει να τονιστεί ότι, σ αντίθεση με την εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων, οι ενεχυραζόμενες απαιτήσεις δεν εκχωρούνται στον ενεχυρούχο δανειστή, όπως ακριβώς ισχύει και στο ενέχυρο πράγματος ο ενεχυρούχος δανειστής δεν καθίσταται κύριος. Η απαγόρευση, άλλωστε, της lex commissoria ισχύει και για το ενέχυρο επί απαιτήσεων (αρ. 1239 και 1256 ΑΚ). Η σύμβαση υπόκειται σε συστατικό τύπο, καθώς πρέπει να καταρτιστεί με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή βέβαιης χρονολογίας (αρ. 1247 εδ. β -γ ΑΚ). Επιπρόσθετα, απαιτείται η 7 Ακόμα και από τραπεζική κατάθεση. Βλ. Ψυχομάνη Σ., Η διάθεση χρηματικών καταθέσεων σε ασφάλεια απαιτήσεων, ΝοΒ 1990, σελ. 581-596. 8 Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 1153. 9 Σ. Γεωργιάδης σε επιμ. Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, σελ. 480-481. 10 Εκτός των συγκεκριμένων διατάξεων, ανεκχώρητη μπορεί να έχει καταστεί και μια απαίτηση με συμφωνία δανειστή και οφειλέτη. Σύμφωνα, όμως, με τη διάταξη του αρ. 466 εδ. α ΑΚ, το αποτέλεσμα της συμφωνίας ανεκχώρητου είναι η αδυναμία της εκχώρησης της απαίτησης. Η σχέση της διάταξης αυτής με τη γενικότερη του αρ. 177 ΑΚ, κατά την οποία η ιδιωτική συμφωνία περί μη διαθέσεως έχει μόνο ενοχική ενέργεια, έχει απασχολήσει έντονα τη θεωρία. Βλ. ιδιαίτερα αναλυτικά Λαδογιάννη, ο.π., σελ. 243-268. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, ωστόσο, ανεξαρτήτως των απόψεων οι οποίες έχουν διατυπωθεί, ο εξοπλισμός με εμπράγματη ενέργεια της συμφωνίας ανεκχώρητου θέτει προσκόμματα στην κυκλοφορία των απαιτήσεων και αποτελεί επάνοδο στον προσωποπαγή χαρακτήρα της ενοχής. De lege ferenda θα πρέπει να καταργηθεί. 11 Σ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 481. 5

γνωστοποίηση της ενεχύρασης από τον ενεχυραστή (όχι από τον ενεχυρούχο δανειστή) στον οφειλέτη της ενεχυραζόμενης απαίτησης, διατύπωση η οποία ισοδυναμεί με την παράδοση του πράγματος στο δανειστή κατά την ενεχύραση πράγματος (αρ. 1248 ΑΚ). Δεν απαιτείται προς τούτο κάποιος ειδικός τύπος 12. Η γνωστοποίηση εν προκειμένω αποτελεί διατύπωση δημοσιότητας η οποία κατά το σύστημα του Αστικού Κώδικα είναι όρος του υποστατού για τη σύμβαση του ενεχύρου. Αν δεν τηρηθεί, δεν αποκτάται ενέχυρο έναντι κανενός 13, καθώς δεν ολοκληρώνεται η σύμβαση του ενεχύρου. Ισοδύναμα, επί τυχόν πολλαπλών ενεχυράσεων της ίδιας απαίτησης, ενέχυρο πρώτης τάξεως θα αποκτήσει ο δανειστής ο οποίος θα γνωστοποιήσει πρώτος στον τρίτο οφειλέτη, ανεξαρτήτως του χρόνου σύναψης της ενεχυρικής σύμβασης 14. Όσον αφορά τα δικαιώματα του ενεχυρούχου δανειστή, επαναλαμβάνεται ότι δεν αποκτά την ενεχυραζόμενη απαίτηση/απαιτήσεις. Απλώς έχει το δικαίωμα να τις εισπράξει, δικαίωμα το οποίο ο Αστικός Κώδικας ρυθμίζει στα αρ. 1252-1254, ανάλογα με το αν έληξε το χρέος ή όχι, καθώς και αν η ενεχυρασμένη απαίτηση ήταν χρηματική ή μη. Θα γίνει αναφορά μόνο στην περίπτωση της χρηματικής απαίτησης ως ενεχυράσματος, λόγω της μεγαλύτερης πρακτικής της σημασίας. Πριν λήξει το ασφαλιζόμενο χρέος, ο ενεχυρούχος δανειστής δύναται να την εισπράξει μόνο από κοινού με τον ενεχυραστή (αρ. 1253 εδ. α ΑΚ). Μετά τη λήξη αυτού, όμως, έχει δικαίωμα να την εισπράξει μόνος του ή να απαιτήσει την εκχώρηση αντί καταβολής 15, στο μέτρο, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το οποίο είναι απαραίτητο για την ικανοποίησή του (αρ. 1254 εδ. β και γ ΑΚ). Σε γενικές γραμμές, το ενέχυρο του Αστικού Κώδικα επί απαιτήσεων έχει τύχει μικρής εφαρμογής στην πράξη, καθότι εφαρμόζονται ειδικότερες διατάξεις με ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τον ενεχυρούχο δανειστή και πιο ευέλικτες από άποψη τύπου. Στο επίπεδο της θεωρίας έχει υπάρξει προβληματισμός για το αν το ενέχυρο επί απαιτήσεων είναι stricto sensu εμπράγματο δικαίωμα ή αν υπερισχύει ο ενοχικός του χαρακτήρας, από τη στιγμή που ήδη δεν καλύπτεται από τον ορισμό του αρ. 973 ΑΚ το οποίο κάνει λόγο για δικαίωμα επί πράγματος. Η απαίτηση δεν είναι ενσώματη, άρα και όχι πράγμα κατά τη διάταξη του άρθρου 947 ΑΚ 16. Αλλά ο συγκεκριμένος προβληματισμός εξυπηρετεί περισσότερο σκοπιμότητες συστηματικής 12 Σ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 482. 13 Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 1154. 14 Σ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 482. 15 Από τη στιγμή που το χρέος έχει ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμο, δεν δημιουργείται πρόβλημα με την απαγόρευση της lex commissoria (1239 ΑΚ), η οποία καταλαμβάνει μόνο συμφωνίες οι οποίες συνήφθησαν, πριν το χρέος καταστεί ληξιπρόθεσμο. 16 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 72, υποσημείωση 6, όπου και αναλύεται διεξοδικά ο προβληματισμός. 6

κατατάξεως και δεν έχει πρακτικό αντίκτυπο. 17 Προτού, όμως, γίνει επισκόπηση των διατάξεων οι οποίες τυγχάνουν πραγματικά καθημερινής πρακτικής εφαρμογής, είναι σκόπιμο να γίνει αναφορά σε κάποια άλλα ειδικότερα νομοθετήματα. Β. Ειδικά νομοθετήματα (Ν. 2844/2000, 3301/2004) Ο Ν. 2844/2000 (ΦΕΚ Α 220/12.10.2000) διακρίνεται για την προσπάθειά εισαγωγή μιας ενιαίας 18 ρύθμισης αναφορικά με ορισμένα ζητήματα συμβάσεων επί κινητών ή απαιτήσεων για παροχή ασφάλειας. Δεν εισάγει πάντως κάποια καινούρια μορφή ασφαλειοποίησης. Το εύρος εφαρμογής του περιορίζεται, όσον αφορά τις απαιτήσεις, στις επιχειρηματικές 19 (αρ. 11 1 Ν. 2844/2000), δίχως να δίνεται κάποιος νομοθετικός ορισμός 20 της επιχείρησης, ενώ εξαιρούνται ρητά οι απαιτήσεις κατά των καταναλωτών. Η σημαντικότερη ρύθμιση έγκειται στην πρόβλεψη δυνητικής δημοσιότητας για την περίπτωση της ενεχύρασης ή (εξασφαλιστικής) εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η γνωστοποίηση στον τρίτο οφειλέτη στην ενεχύραση (αρ. 1248 ΑΚ) και η αναγγελία στην εκχώρηση (αρ. 460 ΑΚ) είναι ανεπαρκείς και δυνητικά δαπανηρές διατυπώσεις δημοσιότητας, ιδίως επί μεταβίβασης ομάδων απαιτήσεων, ενώ δεν διασφαλίζονται και τα συμφέροντα των καλόπιστων τρίτων 21. Προβλέπεται, λοιπόν, στο αρ. 11 2 εδ. α Ν. 2844/2000 δυνητική καταχώριση στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του νόμου. Κατ αυτόν τον τρόπο, οι τρίτοι θα μπορούν να λαμβάνουν γνώση των διαθέσεων και διαφυλάσσεται η ασφάλεια των συναλλαγών, ενώ σύμφωνα με το αρ. 13 2 Ν. 2844/2000 η προτεραιότητα μεταξύ περισσοτέρων εκδοχέων ή ενεχυρούχων δανειστών θα καθορίζεται βάσει του χρόνου δημοσίευσης. Πέραν της εισαγωγής ενός συστήματος δημοσιότητας το οποίο ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες των σύγχρονων συναλλαγών, ο Ν. 2844/2000 έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με το θέμα της εργασίας, διότι αναγνωρίζεται έμμεσα πλην σαφώς η νομιμότητα των εξασφαλιστικών μεταβιβάσεων, μεταξύ αυτών και της εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Κατ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει τεθεί ουσιαστικό τέρμα στην αμφισβήτηση της νομιμότητας τους (βλ. παρακάτω στο κεφάλαιο της εξασφαλιστικής εκχώρησης), εφόσον 17 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 72. 18 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 109. 19 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 111, ιδίως υποσημειώσεις 93 και 94. 20 Στη θεωρία ορίζονται ως «οι απαιτήσεις οι οποίες προκύπτουν στο πλαίσιο της κατ επάγγελμα άσκησης οποιασδήποτε εμπορικής ή βιομηχανικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα αν ο φορέας της είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο». Βλ. Σ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 483 και τις εκεί παραπομπές. 21 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 15 επ. 7

πλέον υφίσταται και ex lege επιχείρημα 22. Μια πολύ ειδική κατηγορία εξασφαλιστικών συμφωνιών διέπουν τα άρ. 1-10 του Ν. 3301/2004 (ΦΕΚ Α 263/23.12.2004) περί συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας. Με τις αναφερθείσες διατάξεις μεταφέρονται στην ελληνική έννομη τάξη οι ρυθμίσεις της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ (Directive on financial collateral arrangements). Παρότι οι εν προκειμένω ρυθμιζόμενες συμφωνίες αφορούν κυρίως το χώρο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της κεφαλαιαγοράς, με υποκειμενικούς περιορισμούς ως προς τα πρόσωπα τα οποία δύνανται να τις συνάψουν (αρ. 1 Ν. 3301/2004), γίνεται αναφορά τόσο σε παροχή εμπράγματης ασφάλειας, όσο και σε παροχή ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου (εξασφαλιστική μεταβίβαση), της οποίας η νομιμότητα καταφάσκεται (αρ. 2 Ν. 3301/2004, ορισμοί). Η παρεχόμενη ασφάλεια πρέπει να συνίσταται σε μετρητά, ήτοι χρήματα που έχουν πιστωθεί σε λογαριασμό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, ή παρεμφερείς αξιώσεις για την επιστροφή χρημάτων, όπως οι καταθέσεις χρηματαγοράς (αρ. 2 1δ Ν. 3301/2004) ή σε χρηματοπιστωτικά μέσα, δηλαδή μετοχές και άλλους τίτλους που ισοδυναμούν με μετοχές και ομολογίες και άλλα είδη χρεωστικών μέσων (αρ. 2 1ε Ν. 3301/2004). Επιπρόσθετα, ως προς τις συμφωνίες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, οι διατυπώσεις δημοσιότητας, μεταξύ άλλων και εκείνη της ΑΚ 1247 για το ενέχυρο επί δικαιώματος, δεν έχουν εφαρμογή (αρ. 3 Ν. 3301/2004). Επίσης στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου εισάγονται σημαντικές εξαιρέσεις από την απαγόρευση της lex commissoria (αρ. 1239 ΑΚ). Το ίδιο ισχύει, επίσης, και για τις διαδικασίες ρευστοποίησης του ενεχύρου. Ενδεικτικά, στο αρ. 4 3 του νόμου, αναφέρεται ότι δεν απαιτείται για τη ρευστοποίηση: «α) να κοινοποιείται εκ των προτέρων η πρόθεση ρευστοποίησης, β) οι όροι της ρευστοποίησης να έχουν εγκριθεί από δικαστήριο, δημόσιο λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, γ) η ρευστοποίηση να διεξαχθεί με δημόσιο πλειστηριασμό ή οποιονδήποτε άλλο νομοθετικά καθορισμένο τρόπο και δ) να έχει παρέλθει οποιαδήποτε συμπληρωματική χρονική περίοδος». Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα νόμο ο οποίος ενδεικνύει το ενδιαφέρον του ενωσιακού νομοθέτη για το δίκαιο της ασφάλειας, έστω και εντός ενός πολύ συγκεκριμένου πεδίου, εισάγοντας πολλές αποκλίσεις από τον Αστικό Κώδικα, με σκοπό την πλήρωση των ιδιαίτερων 22 Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η νομιμότητα της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων οι οποίες δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, όπως λ.χ. των απαιτήσεων κατά καταναλωτών, παραμένει υπό αμφισβήτηση. Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό, καθότι ο νόμος δεν αναφέρει κάπου ρητά ότι οι (εξασφαλιστικές) εκχωρήσεις είναι έγκυρες, απλώς θέτει κάποιες ειδικές ρυθμίσεις, ιδίως ως προς τη δημοσιότητα. Ότι κάποιες κατηγορίες απαιτήσεων τίθενται εκτός του Ν. 2844/2000 συνεπάγεται απλώς την μη εφαρμογή σε αυτές των ειδικών ρυθμίσεων. Δεν συνάγεται από κάπου ότι ο νομοθέτης θέλησε μη νόμιμη την εξασφαλιστική εκχώρηση αυτών και ελλείψει τέτοιας βούλησης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη που δέχεται εν μέρει νομοθετική αναγνώριση του κύρους της σύμβασης. Βλ. και Λαδογιάννη, ο.π., σελ. 116 8

αναγκών του χρηματοοικονομικού τομέα (ταχύτητα, έλλειψη διατυπώσεων, ισχυροποίηση θέσης ασφαλειολήπτη). Γ. Ενεχύραση απαιτήσεων σύμφωνα με το αρ. 39 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 Έχοντας μνημονεύσει τα ως άνω ειδικότερα νομοθετήματα, πρέπει να έρθουν στο προσκήνιο οι διατάξεις οι οποίες απαντώνται συχνότερα στην καθημερινότητα και στη νομική πρακτική. Και αυτές δεν είναι άλλες από τις ειδικές ρυθμίσεις περί ενεχύρου οι οποίες περιέχονται στο ν.δ. της 17.7/13.8.1923 (ΦΕΚ Α 224) «περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών», και εν προκειμένω στο αρ. 39 το οποίο διέπει την ενεχύραση απαιτήσεων. Η τελολογία εν γένει του συγκεκριμένου νομοθετικού διατάγματος, παραμένοντος σε ισχύ και μετά τον Αστικό Κώδικα (αρ. 41 ΕισΝΑΚ) διακρίνεται από μια ιδιαίτερη εύνοια, ως προς τους ασφαλειολήπτες. Κατά δε το αρ. 26 9 του Ν. 2076/1992 (ΦΕΚ Α 130/01.01.1992), όπως ισχύει, επεκτάθηκε αυτομάτως η εφαρμογή του διατάγματος σε όλα τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα 23. Οι τράπεζες, λοιπόν, ως κατεξοχήν πιστοδότες της οικονομίας κάνουν κατά κόρον χρήση του διατάγματος σε πληθώρα συμβάσεων παροχής ασφάλειας. Καταρχάς, για τη σύνταξη της σύμβασης ενεχύρου δεν είναι απαραίτητη η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή εγγράφου βέβαιης χρονολογίας. Αρκεί και το ιδιωτικό απλό έγγραφο (αρ. 36 2 ν.δ 17.7/13.8.1923). Επίσης, η ασφαλιζόμενη απαίτηση δύναται να απορρέει μόνο από δάνειο είτε απλό είτε συνδεδεμένο με ανοικτό λογαριασμό (σύμβαση ανοίγματος πίστωσης). Σε διαφορετική περίπτωση, πρέπει οπωσδήποτε η ασφαλιζόμενη απαίτηση να έχει γεννηθεί προγενέστερα από το χρόνο σύναψης της σύμβασης ενεχύρου (αρ. 35 ν.δ 17.7/13.8.1923). Μελλοντική, δηλαδή, απαίτηση δεν ασφαλίζεται, υπό την έννοια ότι σχετική σύμβαση ενεχύρου θα ισχύσει κατά μετατροπή ως κοινό ενέχυρο ή ως εξασφαλιστική εκχώρηση 24. Μια επίσης πολύ σημαντική διαφορά έγκειται στη γνωστοποίηση της ενεχύρασης στον οφειλέτη. Σ αντίθεση με τον Αστικό Κώδικα, στο αρ. 39 2 του νομοθετικού διατάγματος ορίζεται ότι επιδίδεται στον οφειλέτη αντίγραφο της σύμβασης. Από τη στιγμή που δεν αναφέρεται ρητώς ότι επιδίδει μόνο ο ενεχυραστής, συνάγεται ότι δύναται να επιδώσει και ο ενεχυρούχος δανειστής. Σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο νομοθέτης εν προκειμένω απαιτεί να μη γίνει στον τρίτο οφειλέτη μια απλή γνωστοποίηση της ενεχύρασης, αλλά να του επιδοθεί αντίγραφο της σύμβασης προφανώς, για να ενημερωθεί αναλυτικά για όλους τους όρους και τα δικαιώματα των μερών. 23 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 105. 24 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 106. 9

Μια τέτοια «πρόνοια» φαίνεται να δικαιολογείται αντικειμενικά, αν αναλογιστεί κανείς τη σύγχυση την οποία έχει δημιουργήσει η νομοθετική ρύθμιση του ενεχύρου επί απαιτήσεων στο νομοθετικό διάταγμα. Σύμφωνα με το αρ. 39 1 η ενεχύραση εν προκειμένω και σ αντίθεση με όσα προαναφέρθηκαν για το ενέχυρο του Αστικού Κώδικα συνεπάγεται εκχώρηση της απαίτησης στον ενεχυρούχο δανειστή. Αναπτύσσει, με άλλα λόγια, ισχύ εξασφαλιστικής εκχώρησης και ο ενεχυρούχος δανειστής καθίσταται δικαιούχος της απαίτησης. Τη ίδια, στιγμή στο αρ. 44 γίνεται λόγος ότι ο δανειστής εισπράττει την απαίτηση ως εκδοχέας, οφείλει όμως να αποδώσει το μετά την ικανοποίησή του ποσό στον ενεχυραστή. Δηλαδή, παρά το νομοθετικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ως ενεχύρου, οι ρυθμίσεις προσομοιάζουν περισσότερο προς την εξασφαλιστική εκχώρηση. Στη θεωρία υπάρχει διχασμός 25 μεταξύ της άποψης που καταφάσκει το χαρακτήρα της εξασφαλιστικής εκχώρησης 26 και της άποψης ότι ο ενεχυραστής παραμένει δικαιούχος, απλώς χάνει την εξουσία είσπραξης 27. Η νομολογία, αντίθετα, τείνει 28 υπέρ της πρώτης άποψης, π.χ. ΑΠ 1991/2007 Ισοκράτης: «από της επίδοσης του πιο πάνω αντιγράφου ή της επίδοσης της αγωγής, ως ισοδύναμου τρόπου γνωστοποίησης της ενεχύρασης, επέρχεται εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασθείσης απαίτησης στον ενεχυρούχο δανειστή τραπεζίτη, πράγμα που σημαίνει ότι έκτοτε αποκόπτεται κάθε δεσμός του ενεχυραστή πιστούχου με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία στην έκταση που εκχωρήθηκε, ο τελευταίος δεν μπορεί να την εισπράξει αλλά 25 Ο Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 108, δίχως να παίρνει θέση στη διαμάχη και σχολιάζοντας τα κατά καιρούς διατυπωθέντα επιχειρήματα, παρατηρεί ότι μόνο η άποψη τελικά περί ενεχύρου δίνει στα μέρη μια δυνατότητα, η οποία άνευ του ν.δ. δεν θα υπήρχε. Άλλως, εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων θα μπορούσαν να συνάψουν και τα μέρη ούτως ή άλλως. 26 Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 1156., με περαιτέρω παραπομπές (αντί άλλων). 27 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 20 επ. (αντί άλλων) 28 Έχουν υπάρξει και αντίθετες αποφάσεις, ωστόσο, με πολύ ενδιαφέρον σκεπτικό. Πρώτα, με την ΑΠ 1065/2009 Ισοκράτης, όπου έγινε δεκτό ότι: «Ως εκ τούτου η εκ του νόμου εκχώρηση αυτή, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι φθάνει και μέχρι το σημείο να υπερακοντίζει το σκοπό για τον οποίο συνομολογείται η ενεχύραση απαιτήσεως του οφειλέτη κατά τρίτου, που είναι η εξασφάλιση της πιστώτριας τράπεζας, και με την έννοια αυτή δεν συνεπάγεται μια τέλεια απόλυτη και οριστική διάθεση της απαιτήσεως προς την πιστώτρια, αλλά "περιορισμένη", που τα αποτελέσματά της ρυθμίζονται κατά πρώτο λόγο από το ενεχυριακό δίκαιο (ειδικό και συμπληρωματικά και το γενικό), επικουρικά δε εφόσον δεν αντιτίθενται σ' αυτό, από τις γενικές για την εκχώρηση απαιτήσεων διατάξεις. Επομένως, σε περίπτωση ενεχυράσεως από την τράπεζα απαιτήσεως του ενεχυραστή κατ' αυτής από κατάθεση χρημάτων σε τηρούμενο εις εκείνη τραπεζικό λογαριασμό, είναι επιτρεπτή η κατάσχεση της ενεχυρασθείσης απαιτήσεως εις χείρας της Τράπεζας, ως τρίτης, από δανειστή του ενεχυραστή». Έχουν ακολουθήσει και άλλες, όπως π.χ. ΠΠρΘες 3088/2014, ηλεκτρονική νομική επιθεώρηση Digesta 2014 (σχόλιο Κ. Παναγόπουλου) με επανάληψη του ως άνω σκεπτικού. Αυτή η νομολογιακή θέση δέχεται μια «περιορισμένη εκχώρηση», όπου με τελολογικά κριτήρια εφαρμόζεται το ενεχυριακό δίκαιο. Πρακτικά, είναι πολύ πιο κοντά στην άποψη περί ενεχύρου. 10

μόνο ο ενεχυρούχος δανειστής». Ενδιάμεση άποψη φαίνεται να διατυπώνει ο Παπανικολάου 29, ο οποίος κάνει λόγο ερμαφρόδιτο μόρφωμα και μιλά για pignoris causa εκχώρηση 30. Επισημαίνει, όμως, ότι ο «ενεχυραστής» 31 δεν αποξενώνεται πλήρως από την απαίτηση, έχοντας δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την είσπραξή της, με επιχείρημα από το αρ. 44 του διατάγματος 32. Κατά τη γνώμη του γράφοντος η ως άνω διαμάχη πολλές φορές εστιάζει στο λάθος σημείο. Ποιος φέρει την εξουσία είσπραξης και το κατά πόσο αποξενώνεται πλήρως ο «ενεχυραστής» του ν.δ. 17.7/13.8.1923 δεν είναι τα κρίσιμα σημεία. Αν πρόκειται για ενέχυρο, ο ενεχυραστής δεν αποξενώνεται, διότι η απαίτηση δεν μεταβιβάζεται. Ο ενεχυρούχος δανειστής απλώς εισπράττει και αποδίδει ό,τι τυχόν απομείνει μετά την ικανοποίησή του. Αν πρόκειται για εξασφαλιστική εκχώρηση, ναι μεν η απαίτηση μεταβιβάζεται, αλλά δεν είναι ακριβώς ορθή η διατύπωση ότι αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, όπως λέγεται στη νομολογία. Ναι μεν έτσι φαίνεται σε πρώτη ανάλυση, δεδομένου ότι η εξασφαλιστική εκχώρηση αναπτύσσει πλήρως τα μεταβιβαστικά της αποτελέσματα, ωστόσο, όπως θα αναλυθεί στο οικείο τμήμα της παρούσας εργασίας, η εξασφαλιστική συμφωνία εκ της φύσεώς της δημιουργεί υποχρεώσεις για τον εκδοχέα. Έτσι, είτε ρητώς συμφωνηθεί είτε βάσει της καλής πίστης, ο εκδοχέας σε μια εξασφαλιστική εκχώρηση εισπράττει και υποχρεούται να αποδώσει ό,τι τυχόν απομείνει από την ικανοποίησή του. Επομένως,η ρύθμιση του αρ. 44 του διατάγματος κατά τη γνώμη του γράφοντος δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Με άλλα λόγια, τα ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν συνδέονται με τη θεμελιώδη διαφορά ενεχύρασης και εκχώρησης, ότι δηλαδή στην πρώτη περίπτωση δεν μεταβιβάζεται απαίτηση, ενώ στη δεύτερη μεταβιβάζεται. Άρα, στο πλαίσιο του διατάγματος, αν το ασφαλιζόμενο χρέος αποσβεσθεί, αποσβήνεται το ενέχυρο ή δημιουργείται υποχρέωση επανεκχώρησης των απαιτήσεων 33 ; Οι δανειστές του «ενεχυραστή» δύναται να κατασχέσουν τις απαιτήσεις 34 ή πλέον ανήκουν στην περιουσία του ασφαλειολήπτη; Σε αυτά τα ερωτήματα δεν 29 Π. Παπανικολάου, Η επιφύλαξη στον εκχωρητή της εξουσίας εισπράξεως ιδίως επί εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, Μελέτες Αστικού Δικαίου, σελ. 530. 30 Κατά τη γνώμη του γράφοντος, δεν είναι πολύ επιτυχημένη η χρήση του όρου, καθώς είναι η εκχώρηση και το ενέχυρο (pignus) αλληλοαποκλείονται. 31 Τα εισαγωγικά είναι του γράφοντος, όχι του Παπανικολάου. 32 Παπανικολάου, ο.π., σελ. 530. Γενικά, θεωρεί το σύστημα των συγκεκριμένων διατάξεων ius dispositivum (με εξαίρεση το τμήμα του αρ. 44 για την επιστροφή του τυχόν υπολοίπου μετά την ικανοποίηση του ασφαλειολήπτη), με τα μέρη να δύνανται να ρυθμίσουν διαφορετικά σχετικά με την τύχη της εξουσίας εισπράξεως. 33 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 9, όπου σημειώνεται η συγκεκριμένη διαφορά. 34 Αυτό δέχεται και η άποψη της νομολογίας περί «περιορισμένης εκχώρησης». 11

δίνει απάντηση το διάταγμα. Η δε απάντησή τους εκφεύγει και από τα όρια του παρόντος πονήματος. Σε κάθε περίπτωση, κατά τη γνώμη του γράφοντος, το γραμματικό επιχείρημα περί εκχώρησης της «ενεχυρασμένης» απαίτησης στο διάταγμα είναι πολύ ισχυρό, αδιάστικτο και για τις ανάγκες της εργασίας θα γίνει δεκτή η άποψη της εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων, διότι σε αυτήν την περίπτωση τίθεται επιτακτικότερη η ανάγκη προστασίας των συμφερόντων του εκχωρητή-ασφαλειοδότη. Δεδομένης της θέσης η οποία ελήφθη σχετικά με τη φύση του ενεχύρου στο ν.δ 17.7/13.8.1923, φαίνεται ότι η εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων, η μόνη μορφή της ασφαλειοποίησης απαιτήσεων, η οποία δεν έχει αναλυθεί ως τώρα, εμφανίζεται ως μακράν η πιο διαδεδομένη. Αλλά ας αξιοποιηθεί ένα παράδειγμα από την πράξη: ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ 35 1. Η Τράπεζα προχώρησε σε άνοιγμα πίστωσης υπέρ του πιστούχου ύψους.. ευρώ από τις 01.01. 2. Για εξασφάλιση της απαίτησης της Τράπεζας από την ως άνω σύμβαση, προσαυξημένης κατά τυχόν υπέρβασης του ορίου πίστωσης πλέον ενδεχόμενων τόκων, προμηθειών και εξόδων και ανεξαρτήτως του ληξιπρόθεσμου της απαίτησης, εκχωρούνται λόγω ενεχύρου από τον πιστούχο στην Τράπεζα οι απαιτήσεις οι οποίες πηγάζουν: από τη σύμβαση μίσθωσης του πιστούχου ως εκμισθωτή με την εταιρεία Χ ως μισθώτρια. Το δε ύψος των μισθωμάτων καθορίζεται βάσει της από 01.01 συμφωνίας τους. 3. Ο πιστούχος συμμεταβιβάζει στην Τράπεζα και όλα τα παρεπόμενα δικαιώματα, εκχωρεί τις σχετικές αγωγές και υπόσχεται τις απαιτήσεις ελεύθερες από κάθε δικαίωμα τρίτου. 4. Ο πιστούχος εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα να εισπράξει λόγω ενεχύρου τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανέρχονται αυτές. 5. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στην Τράπεζα από την για οποιονδήποτε λόγο μη είσπραξη των λόγω ενεχύρου εκχωρούμενων απαιτήσεων. Τέτοια δε μη άσκηση δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση σιωπηρή ατονία ή μεταβολή του δικαιώματος αυτού. 6. Σε καμία περίπτωση η Τράπεζα δεν εμποδίζεται λόγω της παρούσας λόγω ενεχύρου εκχώρησης να προβεί οποτεδήποτε στα ενδεδειγμένα μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως έναντι του πιστούχου για την ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης. 35 Πρόκειται για επιλεγμένους όρους από συμβατικά κείμενα τα οποία συνήφθησαν μεταξύ επιχειρήσεων και τραπεζών. 12

Οι ως άνω όροι απαντώνται συχνότατα σε τραπεζικές συμβάσεις. Συνήθως γίνεται ρητή μνεία της εφαρμογής των άρθρων 35-47, του κεφαλαίου δηλαδή περί ενεχύρου στο ν.δ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών». Σαν πρώτο συμπέρασμα δύναται να εξαχθεί ότι η πρακτική δεν ενδιαφέρεται για τη θεωρητική διαμάχη για τη φύση του ενεχύρου στο νομοθέτημα. Η χρήση ορολογίας, όπως «εκχώρηση λόγω ενεχύρου» απαντάται διαρκώς. Πρόκειται, βέβαια, περί οξύμωρου, καθώς τα αποτελέσματα της εξασφαλιστικής εκχώρησης βαίνουν πέρα του ενεχύρου, άρα όπου υπάρχει το ένα, δεν μπορεί να υπάρχει το άλλο. Άλλωστε, causa αμφοτέρων είναι η συμφωνία των μερών για εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή. η οποία κατά κανόνα θα πηγάζει από συμφωνία παροχής πίστωσης μεταξύ αυτού και του οφειλέτη/ασφαλειοδότη. Το ενέχυρο και η εξασφαλιστική εκχώρηση είναι απλώς η εκάστοτε επιλεγείσα εκποιητική σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, τα μέρη φαίνεται επιθυμούν την εκχώρηση των απαιτήσεων στον ασφαλειολήπτη. Η πρόθεση καθίσταται εμφανής από το γεγονός της μεταβίβασης των παρεπομένων δικαιωμάτων, σε αντιστοιχία με τη διάταξη του αρ. 458 ΑΚ. Εκ του περισσού παρέχεται, κατά το γράφοντα, εξουσιοδότηση (και δη αμετάκλητη) προς είσπραξη στο πιστωτικό ίδρυμα, για να είναι σε θέση να εισπράττει μόνο του τις απαιτήσεις. Και αυτό, γιατί, ενώ με τη σύμβαση έχει ήδη καταστεί δικαιούχος των απαιτήσεων και σε κανένα σημείο δεν επιφυλάσσεται η εξουσία είσπραξης στον εκχωρητή. Σταδιακά, πάντως, ανακύπτει ένα σοβαρό πρόβλημα: Για λόγους εξασφάλισης παρασχεθείσας πίστωσης ο οφειλέτης δεν αποδέχεται πλέον απλώς τη σύσταση περιορισμένων δικαιωμάτων του δανειστή επί της περιουσίας του, όπως π.χ. υποθήκη σε ακίνητό του. Αντίθετα, συνήθως μέσω λιτών συμβάσεων μεταβιβάζει ολόκληρες ομάδες απαιτήσεων, κατ ουσίαν περιουσιακά του στοιχεία κατά κυριότητα στον ασφαλειολήπτη. Ο τελευταίος πολλές φορές, όπως φαίνεται από τις προαναφερθείσες ρήτρες, δεν δεσμεύεται καν ότι θα αξιοποιήσει την παρασχεθείσα ασφάλεια. Μπορεί να συμπεριφερθεί κατ αυτόν τον τρόπο ή μήπως είναι υποχρεωμένος και, αν ναι, από πού ελλείψει συμβατικής ρύθμισης, να προστατεύσει, ή τουλάχιστον να λάβει υπόψη και τα συμφέροντα του αντισυμβαλλόμενού του; Κατόπιν τούτων, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω ενασχόληση με την εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων. 13

III. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Α. Χαρακτηριστικά της εξασφαλιστικής εκχώρησης Η εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων αποτελεί μια μορφή εξασφαλιστικής μεταβίβασης, όπως και η εξασφαλιστική μεταβίβαση κυριότητας επί κινητών 36 και ακινήτων πραγμάτων. 37 Από τη θεωρία και τη νομολογία κατατάσσεται στις καταπιστευτικές σχέσεις και γίνεται λόγος για καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων. Ως ίδιον των καταπιστευτικών σχέσεων αναφέρεται η αναντιστοιχία του επιδιωκόμενου σκοπού και του δικαιοπρακτικού αποτελέσματος 38. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της δυσαρμονίας μεταξύ εν προκειμένω του σκοπού εξασφάλισης και της πλήρους εκχώρησης της απαίτησης υπογραμμίζεται ότι ο δικαιοπρακτών αναμένει από τον ωφελούμενο από το δικαιοπρακτικό αποτέλεσμα να σεβαστεί αυτήν την κατάσταση και να μην ασκήσει το σύνολο των εξουσιών του ως δικαιούχος. Με άλλα λόγια, του δείχνει εμπιστοσύνη. Η συγκεκριμένη κατάταξη των εξασφαλιστικών μεταβιβάσεων στις καταπιστευτικές δεν είναι κατά τη γνώμη του γράφοντος αυτονόητη. Γι αυτό το λόγο, θα εξεταστεί στη συνέχεια σε μεγαλύτερη έκταση. Ας δοθεί για αρχή ένας ορισμός. Εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων ονομάζεται η εκχώρηση στο δανειστή (ασφαλειολήπτη) απαιτήσεων από τον οφειλέτη (ασφαλειοδότη) τις οποίες εκείνος έχει κατά τρίτου (τρίτος οφειλέτης). Η εκποιητική συμφωνία αποτελεί εκχώρηση, κανονική 39 και πλήρης, βάσει των διατάξεων 455-470 του Αστικού Κώδικα. Δεν είναι εικονική 40 (ΕφΑθ 7843/1986, Ισοκράτης «Η καταπιστευτική αυτή εκχώρηση είναι πραγματική και σπουδαία και όχι εικονική»). Αναπτύσσονται όλα τα αποτελέσματα της εκχωρήσεως και, όπως επισημαίνεται στη νομολογία, «αποκόπτεται κάθε δεσμός 41 του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτό» ( ΑΠ 114/2008, 36 Γεωργιάδης Απ., Η καταπιστευτική μεταβίβασις της κυριότητος κινητού προς εξασφάλισιν απαιτήσεως, ΕΕμπΔ 1973, σελ. 301-315. 37 Αθ. Κρητικός, σε επ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, κατ άρθρο ερμηνεία, αρ. 455, σε. 584 38 Μ. Σταθόπουλος, Επιτομή Γενικού Ενοχικού Δικαίου, σελ. 573, Κρητικός, ο.π., σελ. 584. 39 Κρητικός, ο.π., σελ. 585. 40 Γ. Γεωργιάδης σε επιμ. Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, σελ. 931. 41 Αναφέρθηκε και ανωτέρω, στο πλαίσιο της ανάλυσης για την εκχώρηση κατά το άρθρο 39 του ν.δ 17.7/13.8.1923 ότι για την ακρίβεια δεν αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή-ασφαλειοδότη με τις εκχωρούμενες απαιτήσεις. Βάσει της εξασφαλιστικής συμφωνίας και της καλής πίστης, υφίστανται συμφέροντά του άξια προστασίας. Ωστόσο, αποφεύγεται η χρήση του όρου «περιορισμένη εκχώρηση», καθώς οι όποιες δεσμεύσεις του εκδοχέα είναι καταρχήν ενοχικής φύσεως. 14

Ισοκράτης). Αμφισβητείται, πάντως, αν οι εξασφαλιστικά εκχωρούμενες απαιτήσεις εντάσσονται στην πτωχευτική περιουσία, σε περίπτωση πτώχευσης του εκδοχέα. 42 Η υποσχετική συμφωνία αποτελεί τη causa 43 της εκχώρησης και συνίσταται στην εξασφάλιση της απαίτησης του εκδοχέα. Η εκχώρηση αυτή καθεαυτή είναι, ως γνωστόν, αναιτιώδης. Η εξασφαλιστική συμφωνία, αντίθετα, είναι αιτιώδης και αιτία της θα αποτελεί στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων η απόκτηση από τον υποσχόμενο μιας έννομης ωφέλειας (causa acquirendi) 44 : Ο οφειλέτης-εκχωρητής υπόσχεται να μεταβιβάσει εξασφαλιστικά τις απαιτήσεις του,π.χ., σε πιστωτικό ίδρυμα, για να μπορέσει να εξασφαλίσει πίστωση. Η εγκυρότητα της εξασφαλιστικής αιτίας έχει απασχολήσει έντονα τη θεωρία και τη νομολογία 45. Η επιφυλακτικότητα της κατάφασης της νομιμότητάς αυτής συνδέεται με την αντιμετώπιση των σχετικών μορφωμάτων ως οχημάτων για την καταστρατήγηση 46 διατάξεων αναγκαστικού δικαίου (ius cogens), ιδίως της απαγόρευσης της lex commissoria η οποία εντοπίζεται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για το ενέχυρο (1239 ΑΚ). Επί τη βάσει τελολογικών αξιολογήσεων γίνεται δεκτό ότι η συγκεκριμένη διάταξη αποτυπώνει το γενικότερο πνεύμα της προστασίας του ασφαλειοδότη οφειλέτη 47 και είναι αναλογικά εφαρμοστέα και επί υποθήκης και γενικότερα σε οποιαδήποτε περίπτωση παροχής ασφάλειας. Σε σχέση με την εξασφαλιστική μεταβίβαση κυριότητας πραγμάτων, έχει διατυπωθεί και ως επιχείρημα κατά της νομιμότητάς της η αλλοίωση του περιεχομένου της κυριότητας και συνεπώς η παραβίαση της αρχής του κλειστού αριθμού (numerus clausus) των εμπραγμάτων δικαιωμάτων 48, ενώ για την περίπτωση των κινητών πραγμάτων ότι καταστρατηγείται η απαγόρευση της σύστασης ενεχύρου δια παραδόσεως του πράγματος με αντιφώνηση. 42 Υπέρ ο Κρητικός, ο.π., σελ. 585-586. Βλ. όμως και Μιχαλόπουλο Γ., Η επίδραση της πτώχευσης του οφειλέτη στην καταπιστευτική εξασφάλιση δανειστή του, ΔΕΕ 7/1997, σελ. 677. 43 Σταθόπουλος, Η απαίτηση ως μέσο χρηματοδότησης, σελ. 7. Βλ. όμως και Μάζης Π., Η καταπιστευτική μεταβίβαση κυριότητας πράγματος με σκοπό την εξασφάλιση απαιτήσεως, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο και την πρακτική, ΝοΒ 1979, σελ. 313-318. 44 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 7. Θεωρητικά δύναται να υφίσταται και ελευθεριότητα εκ μέρους του εκχωρητήυποσχόμενου (causa donandi). Πρακτικά, δεν απαντώνται τέτοιες περιπτώσεις. 45 Παγίως από τη νομολογία πάντως γίνεται δεκτό ότι η εξασφαλιστική μεταβίβαση κυριότητας ακινήτων είναι άκυρη, ΑΠ 91/84 ΝοΒ 33 σελ. 241 επ., ΑΠ 1315/89 ΝοΒ 41, σελ. 87 επ. και ΕφΘεσ 308/94 Αρμενόπουλος 1994, σελ. 790 επ. 46 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 108. 47 Απ. Γεωργιάδης, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, σελ. 601. Γενικά, για τη ratio της διάταξης, βλ. αναλυτικά Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 553 επ. Το πρόβλημα του καταπιστευτέου όρου αντιμετωπίζεται και κατωτέρω (βλ. σελ. 42 επ.) 48 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 85 επ. 15

Κατά τη γνώμη του γράφοντος, το προαναφερθέν ζήτημα έχει απασχολήσει δυσανάλογα πολύ θεωρητικούς και δικαστήρια. Πρώτον, σε ορισμένα πεδία με ειδικά νομοθετήματα, όπως έχει προαναφερθεί, έχει αναγνωριστεί η νομιμότητα των σχετικών μεταβιβάσεων. Στο αρ. 10 1 Ν. 2844/2000 αναφέρεται ότι στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ίδιου νόμου καταχωρούνται μεταξύ άλλων οι μεταβιβαστικές συμβάσεις επί κινητών, οι οποίες αποσκοπούν στην παροχή ασφάλειας. Στο αρ. 11 του ιδίου νόμου προβλέπεται το αυτό για την εκχώρηση επιχειρηματικών απαιτήσεων. Επίσης, στο αρ. 2 Ν. 3301/2004 το οποίο περιέχει τους γενικούς ορισμούς αναφέρεται ότι η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τη μεταβίβαση τίτλου. Αναφέρεται, άλλωστε, και στο προοίμιο της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, στην παράγραφο 13, ότι «η παρούσα οδηγία αποβλέπει στην προστασία του κύρους των συµφωνιών χρηματοοικονομικής ασφάλειας που βασίζονται στη μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας της χρηματοοικονομικής ασφάλειας..». Ενώ, λοιπόν, παλαιότερα οι εξασφαλιστικές μεταβιβάσεις δεν αναφέρονταν ούτε ρυθμίζονταν σε νομοθετικά κείμενα, πλέον και μνημονεύονται και δεν τίθεται κάποια ένσταση, όσον αφορά τη νομιμότητά τους 49. Περαιτέρω, αυτό είναι και το ορθότερο. Η εξασφαλιστική συμφωνία ως αιτία της μεταβίβασης κυριότητας ή της εκχώρησης απαιτήσεων εμπίπτει στη συμβατική ελευθερία, θεμελιούμενη στο αρ. 361 ΑΚ 50. Τίποτα δεν εμποδίζει τα μέρη να συμφωνήσουν σε μια περιουσιακή επίδοση, αναπτύσσουσα πλήρη ισχύ και λαμβάνουσα χώρα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων του προς ου η περιουσιακή επίδοση. Βεβαίως και αναπτύσσονται προβλήματα, σε σχέση τόσο με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, όπως προαναφέρθηκε, όσο και με ζητήματα δημοσιότητας 51, ιδίως στις περιπτώσεις που υπάρχουν και άλλοι δανειστές του μεταβιβάζοντος προς εξασφάλιση οφειλέτη. Αυτές, όμως, οι αδυναμίες κατά την άποψη του γράφοντος πρέπει να αντιμετωπίζονται με ειδικές διατάξεις ή με δημιουργία νέων συστημάτων δημοσιότητας, όχι να παρακάμπτονται με αναγωγή σε κύριο ζήτημα του κύρους της εξασφαλιστικής αιτίας. Η θεωρία 52 κατά το μεγαλύτερο πλέον μέρος της εγκαταλείπει την παραδοσιακή δυσπιστία έναντι της εξασφαλιστικής αιτίας και αποπειράται πλέον να λύσει ζητήματα ανακύπτοντα από την καθημερινή πρακτική των σχετικών συμβάσεων. Η νομολογία, επίσης, δέχεται το κύρος 49 Όπως δε έχει ήδη επισημανθεί, ορθότερο είναι να θεωρηθεί ότι η αναγνώριση βάσει των συγκεκριμένων νομοθετημάτων καλύπτει τις εξεταζόμενες συμβάσεις σ όλο το εύρος τους, έστω και αν το πεδίο εφαρμογής των νομοθετημάτων είναι στενότερο. 50 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 7, Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 591, Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 91. 51 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 15 επ. 52 Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 591. 16

της 53, δίχως να παίρνει θέση πάντως για το γενικότερο πρόβλημα του κύρους της εξασφαλιστικής αιτίας. Παλαιότερες αποφάσεις 54 προβάλλουν το επιχείρημα ότι η εκποιητική συμφωνία (εν προκειμένω, η εκχώρηση) είναι έγκυρη, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της. Βέβαια, με τη χρήση τέτοιας αιτιολογίας το πρόβλημα παραμένει, διότι αν θεωρηθεί ότι η αιτία είναι τελικά άκυρη, ο αποκτών είναι ευάλωτος έναντι τυχόν επικλήσεως της διατάξεως του ΑΚ 904 περί αδικαιολογήτου πλουτισμού 55. Για τις ανάγκες της παρούσας εργασίας δεν θα υπάρξει περαιτέρω ανάλυση και θα θεωρηθεί ότι η εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων είναι έγκυρη. Άλλωστε, στην πράξη τις περισσότερες φορές η βούληση των μερών θα την υπάγει στο καθεστώς του ν.δ του 17.7/13.8.1923, οπότε και σύμφωνα με την άποψη που έγινε δεκτή από το γράφοντα, υπάρχει expressis verbis νομοθετική βούληση περί εκχώρησης της απαιτήσεως υπό το μανδύα του «ενεχύρου». Ένα άλλο ζήτημα το οποίο απασχολεί τη θεωρία ιδίως, όσον αφορά και την κανονική εκχώρηση απαιτήσεων, είναι ο ρόλος της αναγγελίας στον (τρίτο) οφειλέτη. Η αναγγελία της εκχώρησης αποτελεί κατά την κρατούσα άποψη οιονεί δικαιοπραξία, μια ανακοίνωση παραστάσεως 56 η οποία συνδέεται από το νόμο με την επέλευση ορισμένων αποτελεσμάτων. Επί τούτου, λοιπόν, τα άρθρα 455 και 460 του Αστικού Κώδικα ρυθμίζουν αντίστοιχα τα εξής: «Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση)», αλλά «Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη». Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ότι η εκχώρηση απαιτήσεων εν γένει δεν αναπτύσσει τα αποτελέσματά της πριν την αναγγελία έναντι του τρίτου οφειλέτη και των υπολοίπων τρίτων, για λόγους δημοσιότητας και προστασίας των συμφερόντων τους. Η διχογνωμία 57 αφορά τις επιπτώσεις της αναγγελίας ή μη στη σχέση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα. Κατά μία άποψη το διαθετικό αποτέλεσμα στη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα επέρχεται άμεσα, καθότι η αναγγελία αποτελεί απλώς όρο για το αντιτάξιμο της εκχώρησης απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους. Κατ αντίθετη άποψη, η 53 Π.χ ΠΠρΑθ 1367/2003, ΝοΒ 2004, σελ. 419: «Από τις διατάξεις ΑΚ 455 επ., 460, 462, 421 και 361 συνάγεται ότι η εκχώρηση απαίτησης, η οποία γίνεται όχι προς αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλής προς τον εκδοχέα. αλλά προς εξασφάλιση του δανειστή [ ] είναι ισχυρή..». Επίσης, ΕφΑθ 6180/2002, Ισοκράτης και η ακόμη παλαιότερη ΕφΑΘ 1411/1986, Ισοκράτης, σύμφωνα με την οποία: «Και η καταπιστευτική εκχώρηση απαίτησης είναι έγκυρη» με παραπομπή στην ΕφΑθ 1541/1985, ΝοΒ 1985, 1195. 54 ΑΠ 91/1984, ΝοΒ 33, σελ. 241. 55 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 7. 56 Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου (συντετμημένη έκδοση), σελ. 260. 57 (αντί άλλων) Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 315-316. 17

αναγγελία αποτελεί όρο του πραγματικού της σύμβασης και πριν την αναγγελία η σύμβαση δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Παρότι η πρώτη άποψη έχει υπέρ της το γράμμα της διάταξης, αναφέρεται προσφυώς το εξής παράδειγμα 58 : Έστω ότι ο Α εκχωρεί την απαίτησή του στον Β. Ο Β δεν αναγγέλλει. Ο Α, στη συνέχεια, εκχωρεί την απαίτησή του στον Γ. Ο Γ αναγγέλλει. Στην περίπτωση αυτή, επισημαίνεται ότι, αν γίνει δεκτή η πρώτη άποψη, δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα ως προς το δικαιοπάροχο του Γ. Ναι μεν, ως προς τον τρίτο οφειλέτη και τους υπόλοιπους τρίτους ενεργοποιείται μόνη η εκχώρηση προς τον Γ, διότι μόνο αυτή αναγγέλθηκε κατά το αρ. 460 ΑΚ, αλλά κάνοντας δεκτό ότι η εκχώρηση προς τον Β είναι ισχυρή στη σχέση Α-Β, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η εκχώρηση προς τον Γ έγινε από μη δικαιούχο. Και αυτό, διότι ο Α έχει ήδη εκχωρήσει στο Β. Ή, μήπως ο Γ, όντας τρίτος ως προς το ζεύγος Α-Β δεν επηρεάζεται από τη μη αναγγελθείσα εκχώρηση; Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει ως προς την τύχη της απαίτησης στο στάδιο πολλαπλών εκχωρήσεων οι οποίες δεν έχουν αναγγελθεί. Υπερβαίνει τα όρια του παρόντος πονήματος να υπάρξει απόπειρα για την οριστική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Πέραν, πάντως των θεωρητικών κατασκευών, στην πράξη δεν δημιουργούνται τόσο σοβαρά προβλήματα 59. Τα πιστωτικά ιδρύματα αναγγέλλουν άμεσα στους τρίτους οφειλέτες και πραγματοποιούνται έλεγχοι για την αποφυγή πολλαπλών εκχωρήσεων. Επομένως, ούτε ο προηγούμενος προβληματισμός επιδρά ουσιωδώς στο υπό εξέταση θέμα περί των υποχρεώσεων πρόνοιας, αν υφίστανται, του εκδοχέα για την προστασία των συμφερόντων του εκχωρητή στην εξασφαλιστική εκχώρηση απαιτήσεων. Σε αυτό το σημείο, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια σύντομη παρουσίαση των διαφορετικών ειδών εξασφαλιστικής εκχώρησης απαιτήσεων. Πρόκειται για κατηγοριοποιήσεις κατά κύριο λόγο της θεωρίας, οι οποίες βασίζονται σε μορφώματα της πράξης και δεν απαντώνται στις δικαστικές αποφάσεις. Β. Ειδικές μορφές εξασφαλιστικής εκχώρησης Πέραν από την απλή εξασφαλιστική εκχώρηση υφιστάμενων απαιτήσεων επισημαίνονται: Ι. Εκχώρηση μελλοντικών 60 απαιτήσεων: Πέρα από υφιστάμενες απαιτήσεις, δύνανται να εκχωρηθούν και μελλοντικές απαιτήσεις. Θα πρόκειται είτε για περιορισμένα μελλοντικές απαιτήσεις (υφίσταται ο νομικός λόγος παραγωγής τους, π.χ. μελλοντικές απαιτήσεις για μισθώματα από μια υφιστάμενη σύμβαση μίσθωσης) είτε για πλήρως μελλοντικές απαιτήσεις 58 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 318, καθώς και υποσημείωση 23 στη σελίδα 319 με περαιτέρω παραπομπές. 59 Λαδογιάννης, ο.π., σελ. 321. Σύμφωνα με την ΠΠρΑθ 1367/2003: «Εκ των παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση καταπιστευτικής εκχώρησης, η οποία μπορεί να αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις». 60 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 12-13, Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 594-596. 18

(δεν υφίσταται ο νομικός λόγος παραγωγής τους, π.χ. επιχειρηματικές απαιτήσεις κατά μελλοντικών απαιτήσεων, ιδίως επί καθολικών εκχωρήσεων). Το βασικό πρόβλημα έγκειται στο οριστό του τρίτου οφειλέτη και του περιεχομένου των εκχωρούμενων απαιτήσεων, ιδίως για τις πλήρως μελλοντικές. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι θα πρόκειται για προεκχώρηση, η οποία θα τελεί υπό την αίρεση δικαίου 61 της γέννησης των απαιτήσεων. Εξαιτίας αυτής της ανασφάλειας για τον ασφαλειολήπτη, ποτέ πρακτικά δεν μεταβιβάζονται αποκλειστικά μελλοντικές απαιτήσεις, αλλά αποτελούν τμήμα εκχωρήσεων συνόλου απαιτήσεων. ΙΙ. Εκχώρηση συνόλου απαιτήσεων: Ποτέ στην πράξη δεν μεταβιβάζονται μεμονωμένες απαιτήσεις, εκτός αν είναι ιδιαίτερα υψηλές και καλύπτουν το χρέος, πράγμα σπάνιο. Πάντα μεταβιβάζονται μικρότερα ή μεγαλύτερα «πακέτα» απαιτήσεων, με αντίστοιχα μειωμένη ή αυξημένη ανάγκη ορισμού τους. Συνηθίζονται να αποκαλούνται καθολικές εκχωρήσεις (Globalzessionen 62 ), αν και ως όρος κατά τη γνώμη του γράφοντος θα ενδεικνυόταν για περιπτώσεις, όπου πράγματι εκχωρούνται απαιτήσεις οι οποίες δύνανται να συναπαρτίζουν το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εκχωρητών. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πιθανό ένα τμήμα των εκχωρούμενων απαιτήσεων να κριθεί μη οριστό, αν τεθεί σε δικαστικό έλεγχο. Επιπρόσθετα, τμήμα της θεωρίας 63 επισημαίνει τον κίνδυνο καταστρατήγησης και σύγκρουσης με το πνεύμα διατάξεων, όπως αυτές του Ν. 1905/1990 περί factoring, οι οποίες μεταξύ άλλων προβλέπουν έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης (αρ. 1 1 Ν. 1905/1990) και έγγραφη αναγγελία της σύμβασης στον τρίτο οφειλέτη (αρ. 2 1 Ν. 1905/1990). ΙΙΙ. Παρατεινόμενη επιφύλαξη κυριότητας: Ή για την ακρίβεια, εξασφαλιστική εκχώρηση η οποία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο αυτής. Από μερίδα της θεωρίας κατατάσσεται στις σύνθετες εκχωρήσεις 64. H παρατεινόμενη επιφύλαξη κυριότητας (verlängerter Eigentumsvorbehalt) έχει τύχει ιδιαίτερης επεξεργασίας στη γερμανική θεωρία και απαντάται συχνά στην πράξη: Πρόκειται πρακτικά για μια παραλλαγή της γνωστής επιφύλαξης κυριότητας (αρ. 532 ΑΚ). Εν προκειμένω, ο πωλητής εξουσιοδοτεί ή παρέχει τη συναίνεσή του στον αγοραστή, έτσι ώστε εκείνος να πωλήσει περαιτέρω τα προϊόντα, για τα οποία έχει γίνει επιφύλαξη κυριότητας και, επομένως, των οποίων δεν είναι κύριος. (Ο τρίτος 65 θα αποκτήσει τα προϊόντα λόγω της 61 Ο Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 13 κάνει λόγο για αναβλητική αίρεση η οποία λειτουργεί ως όρος του ενεργού. 62 Σταθόπουλος, ο.π., σελ. 12, Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 592. 63 Δ. Κ. Ρούσσης, Καταστρατήγηση Δικαίου στις τραπεζικές συμβάσεις, σελ. 96-97 64 Απ. Γεωργιάδης, ο.π., σελ. 592. 65 Υπό αυτήν, δεν υφίσταται κάποια παράταση της επιφύλαξης κυριότητας, αφού αυτή χάνεται για τον αρχικό πωλητή και αποκτάται από τον προς ου η μεταπώληση. Βλ. Σταθόπουλο, ο.π., σελ. 20, υποσημείωση 27 για το ατυχές της ακριβούς μετάφρασης του γερμανικού όρου. 19