Newsletter 6-7-8/2011 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πολιτική ικονοµία 3-89 [ 2 ]

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Newsletter 6-7-8/2011 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πολιτική ικονοµία 3-89 [ 2 ]"

Transcript

1

2 Newsletter 6-7-8/2011 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πολιτική ικονοµία 3-89 [ 2 ]

3 ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Αγωγή - Μεταβολή της βάσης της αγωγής Αριθµός απόφασης: 43 - Απαράδεκτο µεταβολής βάσης της αγωγής. Όροι αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του ηµοσίου, ΝΠ και ΟΤΑ. - Κατά το άρθρο 224 ΚΠολ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 4 του Ν. 2915/2001, "είναι απαράδεκτο να µεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθµιου ικαστηρίου, µπορεί ο ενάγων να συµπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισµούς του, αρκεί να µη µεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ανεπίτρεπτη µεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, µε τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής µε άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση. Σύµφωνα δε µε την παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου 224 ΚΠολ επιτρέπεται στον ενάγοντα να συµπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει µε τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθµιας συζήτησης όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να µη µεταβάλλεται η βάση της αγωγής. - Με τη 42/1981 απόφαση του Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική µε τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'472/1981 και ΦΕΚ Α' 731/1981), ρυθµίστηκαν οι όροι αµοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων του ηµοσίου, ΝΠ και ΟΤΑ και µε τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β1 501/1982), προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού µηνιαίου µισθού ή ηµεροµισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυµάτων δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού µηνιαίου µισθού ή ηµεροµισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συµβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του Αθηνών). Το νοµικό καθεστώς των ανωτέρω Α µετέβαλε η από Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική µε την Α Υ Ε 17853/1989 (ΦΕΚ Β' 741/1989) και ίσχυσε από Με τη συλλογική αυτή σύµβαση εργασίας, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το µισθολόγιο του προσωπικού της δηµόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν µε τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους στους εργαζόµενους-πλην ιατρών- µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δηµόσια νοσοκοµεία της χώρας, οι οποίοι είναι µέλη των σωµατείων που ανήκουν στην ΠΟΕ ΗΝ. Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόµενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται µε τη συλλογική αυτή σύµβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των µέχρι της µεταβολής του νοµικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και µετά ταύτα του προϊσχύοντος νοµικού καθεστώτος. Το αντίθετο δεν µπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της υπ' αριθµ. 42/19981 Α παραπέµπει στο εκάστοτε ισχύον ηµεροµίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφού η παραποµπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόµενη µε κάθε νέα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. µεταβολή στο πλέγµα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη εργασιακή σχέση έννοµες συνέπειες (ΟλΑΠ 3/2003).

4 ΚΠολ : 224, 237, * ΑρχΝ 2011, σελίδα 269, σχολιασµός Χρήστος. Νικολαΐδης Αίτηση αναίρεσης - Αναβολή συζήτησης Αριθµός απόφασης: Αναβάλλει για συνεκδίκαση. ΚΠολ : 246, Αίτηση αναίρεσης - Αναβολή συζήτησης Αριθµός απόφασης: Αναβάλλει για συνεκδίκαση. ΚΠολ : 246. Αίτηση αναίρεσης - Αναβολή συζήτησης Αριθµός απόφασης: Αναβολή συζήτησης. Απαράδεκτο συζήτησης. - Κατά την διάταξη του άρθ. 568 παρ. 4 ΚΠολ αν την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται µε επιµέλειά του στους διαδίκους τουλάχιστον εξήντα ηµέρες πριν από την δικάσιµο κλπ. Εποµένως, στην περίπτωση επίσπευσης της συζήτησης από τον αναιρεσείοντα απαιτείται, για το παραδεκτό αυτής, η επίδοση στον αναιρεσίβλητο αφενός αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης που έχει κατατεθεί και αφετέρου κλήσης που συντάσσεται κάτω από αντίγραφο του δικογράφου αυτού ή και αυτοτελώς. Περαιτέρω, σύµφωνα µε το άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν λάβει µέρος σ' αυτήν µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα, αν δε η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόµιµα ή εµπρόθεσµα, ο Άρειος πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση µε νέα κλήτευση. - Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 575 και 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολ προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για την µετ' αναβολή δικάσιµο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιµο αυτή και εποµένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, µε την προϋπόθεση, όµως, ότι ο απολειπόµενος κατά την µετ' αναβολή δικάσιµο διάδικος είχε νοµίµως, ως άνω, κλητευθεί ή είχε παραστεί κατά την δικάσιµο, κατά [4]

5 την οποία εχώρησε η αναβολή, ως εκ τούτου δε αντίθετα, αν για την δικάσιµο εκείνη ο ήδη απολειπόµενος διάδικος δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε παραστεί κατ' αυτήν, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της για τη νέα µετ' αναβολή δικάσιµο δεν ισχύει ως κλήτευση γι' αυτήν. ΚΠολ : 226, 568, 575, 576, Αίτηση αναίρεσης - Αοριστία λόγων αναίρεσης Αριθµός απόφασης: Αοριστία λόγων αναίρεσης. - Aπό τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 562 παρ.2, 566 παρ.1 και 578 ΚΠολ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή ή ο ισχυρισµός κρίθηκαν κατ' ουσία βάσιµοι ή αβάσιµοι, για να είναι ορισµένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως µε τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολ 559 αρ. 1 ή 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγµατικό µέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συµπέρασµα του δικαστηρίου της ουσίας, που φέρεται ως προϊόν ερµηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλµατος, αλλά πρέπει, πρωταρχικά, να αναφέρονται µε πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόµενης απόφασης, δηλαδή τα πραγµατικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ως θεµελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιµο ή αβάσιµο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ισχυρισµού, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή η µε βάση το περιεχόµενο του αναιρετήριου στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως. Τούτο, διότι η κρίση επί της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολ, όχι από την ορθότητα ή µη των νοµικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόµενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς µε τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να µπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόµενό του αν η αποδιδόµενη στην προσβαλλόµενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλµένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόµενα πραγµατικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισµού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή µη εφαρµογής του νόµου και, συνακόλουθα, της ορθότητας του διατακτικού. Συµπλήρωση του αναιρετήριου µε την προσβαλλόµενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα δεν επιτρέπεται (ΑΠ 270/2011). ΑΚ: 202, 281, 669, 670, ΚΠολ : 118, 562, 566, 578, ΑΝ: 173/1967, άρθ. 2, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: 148 [5]

6 - Αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτη συζήτηση. - Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερηµοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόµενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους ακόµη και αν πρόκειται για απλή οµοδικία (ΟλΑΠ 36/1997). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα µε το περιεχόµενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 4/1992). Όµως η δήλωση του αναιρεσείοντος ότι η αίτηση δεν εισάγεται ως προς κάποιον από τους διαδίκους, δεν επέχει θέση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, διότι δήλωση µε τέτοιο περιεχόµενο δεν προβλέπεται στον ΚΠολ. ΚΠολ : 294, 296, 297, 568, 573, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτο συζήτησης. Αναβολή. - Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ, 1, 2 και 3 του ΚΠολ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εµφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εµφανιστεί και δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όµως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόµενος ή ο µη παριστάµενος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόµιµα και εµπρόθεσµα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται µε νέα κλήση. - Κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολ, που εφαρµόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραµµατέας είναι υποχρεωµένος αµέσως µετά το τέλος της συνεδρίασης να µεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιµο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εµφάνιση στη δικάσιµο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη µετ' αναβολή δικάσιµο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιµο αυτή και εποµένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόµενος κατά τη µετ' αναβολή δικάσιµο διάδικος είχε νοµίµως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιµο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νοµίµως κατά την ίδια δικάσιµο και εποµένως µε τη νόµιµη παράσταση και µη εναντίωσή του καλύφθηκε η µη νόµιµη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιµο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιµο δεν είχε κλητευθεί νοµίµως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νοµίµως, όπως συµβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιµο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο [6]

7 αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα µετ' αναβολή δικάσιµο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιµο. ΚΠολ : 226, 575, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Αίτηση αναίρεσης. Απαράσεκτη συζήτηση. Αναβολή. - Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ, 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εµφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εµφανιστεί και δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όµως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόµενος ή ο µη παριστάµενος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόµιµα και εµπρόθεσµα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται µε νέα κλήση. - Κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.., που εφαρµόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραµµατέας είναι υποχρεωµένος αµέσως µετά το τέλος της συνεδρίασης να µεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιµο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εµφάνιση στη δικάσιµο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη µετ' αναβολή δικάσιµο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιµο αυτή και εποµένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόµενος κατά τη µετ' αναβολή δικάσιµο διάδικος είχε νοµίµως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιµο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νοµίµως κατά την ίδια δικάσιµο και εποµένως µε τη νόµιµη παράσταση και µη εναντίωσή του καλύφθηκε η µη νόµιµη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιµο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιµο δεν είχε κλητευθεί νοµίµως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νοµίµως, όπως συµβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιµο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα µετ' αναβολή δικάσιµο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιµο. ΚΠολ : 226, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτο συζήτησης αίτησης αναίρεσης. [7]

8 - Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 3 του ΚΠολ, προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εµφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εµφανιστεί, αλλά δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όµως ο δικηγόρος, που υπέγραψε την κλήση, ήταν νόµιµα διορισµένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόµενου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόµιµα και εµπρόθεσµα τον απολειπόµενο. Εάν δεν συντρέχει καµιά από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 2/1992). ΚΠολ : 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: 413 -Αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτη συζήτηση. - Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολ, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εµφανιστεί, ή εµφανιστεί, αλλά δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόµενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόµενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νοµίµως και εµπροθέσµως. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νοµίµως και εµπροθέσµως ή δεν προκύπτει απ' τη δικογραφία ποίος επέσπευσε τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για όλους τους διαδίκους. ΚΠολ : 576 Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Αίτηση αναίρεσης. Απαράδεκτη συζήτηση. - Από τα άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολ συνεπάγεται ότι σε περίπτωση ερηµοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόµενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύτηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 36/1997). ΚΠολ : 568, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης [8]

9 Αριθµός απόφασης: Αίτηση αναίρεσης. - Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολ προκύπτει ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εµφανισθεί, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος αυτός κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα και αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξ άλλου, κατ' άρθρο 576 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, αν µετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. ΚΠολ : 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτο συζήτησης αίτησης αναίρεσης. - Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εµφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εµφανισθεί και δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντος οι διάδικοι, αν όµως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόµενος ή ο µη παριστάµενος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλ' όχι νόµιµα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται µε νέα κλήση. Εφόσον δε στη δίκη για την αναίρεση µετέχουν περισσότεροι και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους. ΚΠολ : 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συ ζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εµφανισθεί, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εµφανίσθηκε, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση του αντιδίκου του, που δεν εµφανίσθηκε, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόµενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε. [9]

10 ΚΠολ : 498, 568, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Επίδοση στην Κύπρο. Απαράδεκτη συζήτηση. - Κατά τους ορισµούς και την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολ, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εµφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εµφανιστεί και δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όµως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόµενος ή ο µη παριστάµενος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόµιµα και εµπρόθεσµα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται µε νέα κλήση. - Ως προς τα Κράτη µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποίο περιλαµβάνεται και η Κύπρος, σχετικά µε τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις, εφαρµόζεται από 13 Νοεµβρίου 2008, ο κανονισµός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, µε τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχοµένου κανονισµός (ΕΚ) 1348/2000 του Συµβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/07 Κανονισµού (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαµονής παραλήπτες διαβιβάζονται απ' ευθείας µεταξύ των αρµόδιων υπηρεσιών των ενδιαφεροµένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύµφωνα µε το δίκαιο του κράτους µέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εµφαίνεται στο παράρτηµα Ι, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισµού, αν το κράτος µέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόµενοι µπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις µέσω δικαστικών επιµελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρµόδιων προσώπων του κράτους µέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισµού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαµβάνονται σε διµερείς ή πολυµερείς συµφωνίες ή διακανονισµούς που συνάπτονται από τα κράτη µέλη, και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύµβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύµβασης της Χάγης της 5ης Νοεµβρίου Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναµη πράξη σε άλλο κράτος µέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισµού και ο εναγόµενος ερηµοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης µέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους µέλους παραλαβής..., β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγµατι στον εναγόµενο ή στην κατοικία του µε άλλον τρόπο προβλεπόµενο από τον παρόντα κανονισµό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόµενος να είναι σε θέση να αµυνθεί και γ) κάθε κράτος µέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ. 1, µπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόµη και αν δεν έχει παραληφθεί [10]

11 βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον η πράξη διαβιβάστηκε µε τρόπο προβλεπόµενο από τον παρόντα κανονισµό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης έχει παρέλθει διάστηµα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι µηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση µε κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαµονής στο κράτος µέλος της Ε.Ε., όπως και η Κύπρος, ολοκληρώνεται µε την πραγµατική επίδοση αυτής στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται µε την κατά το άρθρο 19 του Κανονισµού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134, 136 ΚΠολ πλασµατική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. ΚΠολ : 134, 136, 242, 573, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτη συζήτηση της αίτηση αναίρεσης. - Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολ συνάγεται, ότι, σε ερηµοδικία στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόµενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ36/1997). Αν ο απολειπόµενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφ' όσον όµως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση-αίτηση ήταν νόµιµα διορισµένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (ΟλΑΠ 4/1994, 2/1992), κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 97 παρ. 3 ΚΠολ, γεγονός που διαπιστώνεται µε αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ. β' ΚΠολ ). ΚΠολ : 94, 96, 97, 568, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτο συζήτησης αίτησης αναίρεσης. ΚΠολ : 104, 280, 548, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτο συζήτησης αίτησης αναίρεσης. - Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολ, προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εµφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεση ή [11]

12 εµφανισθεί και δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όµως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόµενος ή ο µη παριστάµενος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόµιµα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται µε νέα κλήση. Εφόσον δε στη δίκη για την αναίρεση µετέχουν περισσότεροι και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους. ΚΠολ : 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: 22 - Απαράδεκτη συζήτηση στον Αρειο Πάγο. - Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε µε συµβολαιογραφική πράξη, είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα µπορεί να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόµατα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εµφανιστεί ή εµφανιστεί αλλά δεν λάβει µέρος στη συζήτηση µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν µετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασµό των προαναφεροµένων διατάξεων και την καθιερούµενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Αρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόµενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη, ως προς αυτόν (απολειπόµενο), εάν κατά τη γενόµενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόµενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασµό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εµφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, µε βάση την οποία αυτός εµφανίζεται ότι επισπεύδει µε περαιτέρω αποτέλεσµα να µην είναι [12]

13 δυνατή η εφαρµογή της παραπάνω αναφερόµενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολ, σύµφωνα µε την οποία ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εµφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα µερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτησης τυχόν έστω και απλούς οµοδίκους τους (ΟλΑΠ 26/2008, 39/2005, 9/2003). ΚΠολ : 94, 104, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: 23 - Απαράδεκτη συζήτηση αίτησης αναίρεσης. - κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε µε συµβολαιογραφική πράξη, είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα µπορεί να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και το πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόµατα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. - Στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εµφανιστεί ή εµφανιστεί αλλά δεν λάβει µέρος στη συζήτηση µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν µετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασµό των προαναφεροµένων διατάξεων και την καθιερούµενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόµενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόµενο), εάν κατά τη γενόµενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόµενο) δικηγόρο, που για λογαριασµό του επέσπευσε τη συζήτηση και β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση εµφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, µε βάση την οποία αυτός εµφανίζεται ότι επισπεύδει µε περαιτέρω αποτέλεσµα να µην είναι δυνατή η εφαρµογή της παραπάνω αναφερόµενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολ, [13]

14 σύµφωνα µε την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. ΚΠολ : 94, 96, 104, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτη συζήτηση αίτησης αναίρεσης. - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολ προκύπτει, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόµενος έως τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εµφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον κατά τη συζήτηση αυτή οφείλει να εξετάσει το δικαστήριο, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται δικονοµικώς απών και κηρύσσονται άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις, µε βάση τις οποίες φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, µε αποτέλεσµα να µη χωρεί εφαρµογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολ, σύµφωνα µε την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Και τούτο γιατί διαφορετικά θα καταστρατηγείτο η διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολ, κατά την οποία, µόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 9/2003). ΚΠ : 94, 96, 104, 576, Αίτηση αναίρεσης - Απαράδεκτο συζήτησης Αριθµός απόφασης: Απαράδεκτη συζήτηση αίτησης αναίρεσης - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εµφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύτηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 36/1997). ΚΠολ : 576, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 218 [14]

15 - Λόγοι αναίρεσης των άρθρων 559 αριθµ. 1, 8 και 11γ ΚΠολ. - Με το άρθρο 559 αριθµ. 1, 8 και 11γ ΚΠολ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο παρά τον νόµο έλαβε υπόψιν πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν το δικαστήριο παρά τον νόµο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν. ΚΠολ : 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 11γ, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Παράβαση των ερµηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ.1 και 560 αριθ.1 ΚΠολ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερµηνεύτηκε εσφαλµένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρµόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρµογής του είτε εφαρµόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρµόσθηκε εσφαλµένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλµένο νοµικό συλλογισµό και κατ' επέκταση σε εσφαλµένη εφαρµογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερµηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλµένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατοµικής περίπτωσης. Έτσι µε τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισµένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόµενο στην προσβαλλόµενη απόφαση νοµικό σφάλµα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλµατα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίµηση της νοµικής βασιµότητας της αγωγής ή των ισχυρισµών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νοµικά σφάλµατα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006). Ο λόγος αναίρεσης από τα άρθρ. 559 αριθ.1 και 560 αριθ.1 ΚΠολ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερµηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, µε τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των µερών (ΑΠ 329/2006). Ειδικότερα παράβαση των ερµηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερµηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συµπλήρωση ή ερµηνεία της δικαιοπραξίας, µολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συµπλήρωσης ή ερµηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερµηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συµπλήρωσης ή ερµηνείας µε εφαρµογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010). Ωστόσο µόνη η παράλειψη µνείας των [15]

16 διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παράβασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη κατά την ερµηνεία της δικαιοπραξίας τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (AΠ 683/2010, ΑΠ 715/2010). Η διαπίστωση εξ άλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία µπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όµως να προκύπτει και έµµεσα απ' αυτή (ΑΠ 79/2007), όπως συµβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόµη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συµπλήρωση ή ερµηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιµετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συµπλήρωση ή ανάλογα στην ερµηνεία τους (ΑΠ 311/1993). Περίπτωση τέτοιας έµµεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, µεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατέφυγε για το σχηµατισµό της κρίσης του ως προς τη µορφή και το περιεχόµενό της σε έγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το συστατικό ή αποδεικτικό της δικαιοπραξίας έγγραφο (ΑΠ 253/2010). Παράβαση των ερµηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλµένη εφαρµογή τους, µε την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισµα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερµηνεία ή τη συµπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύµφωνο µε την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισµένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθµό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόµενο της δικαιοπραξίας που δεν ερµηνεύθηκε ή εσφαλµένα ερµηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόµενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή µε σωστή ερµηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλµα της ως προς την παραβίαση των ερµηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όµως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας µε σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγµατικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερµηνείας ή συµπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόµιµης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθµό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 683/2010). ΑΚ: 173, 200, ΚΠολ : 559 αριθ. 1, 560, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Μη λήψη υπόψη πραγµάτων. - Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρµοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγµατικές προϋποθέσεις για την εφαρµογή του, ή αν εφαρµοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρµοστεί εσφαλµένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε µε ψευδή ερµηνεία, είτε µε κακή εφαρµογή, δηλαδή µε εσφαλµένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005). Στους [16]

17 κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόµενο λόγο περιλαµβάνονται όπως προεκτέθηκε και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, µέσα από την εφαρµογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγµατικό περιεχόµενο µιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγµατική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται από το δικαστήριο, έστω και έµµεσα, οπότε, σε περίπτωση µη αναζήτησης του αληθινού περιεχοµένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν µε τη δοθείσα ερµηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ύπαρξης κενού ή αµφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. - Κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόµο δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγµατα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισµοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόµιµης προτάσεώς τους θεµελιώνουν ιστορικώς το αίτηµα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως. Πράγµα εποµένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθµιας κρίσης. Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισµό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Ο παραπάνω λόγος όµως δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισµός είναι µη νόµιµος, αφού ο ισχυρισµός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004). Προς τους µη προταθέντες ισχυρισµούς, εξοµοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται µη νοµίµως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νοµίµως σε προηγούµενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται µε το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα. ΑΚ: 173, 200, ΚΠολ : 527, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 8, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 10 Αριθµός απόφασης: Αποδοχή παρά το νόµο πραγµάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών, χωρίς απόδειξη. Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Μη λήψη υπόψη πραγµάτων. - Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο δέχθηκε πράγµατα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγµατα", δηλαδή αυτοτελείς πραγµατικούς ισχυρισµούς, οι οποίοι τείνουν σε θεµελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώµατος, που ασκείται µε την αγωγή, την ανταγωγή, την [17]

18 ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγµατα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και µόνη η ύπαρξη αµφιβολιών για το αν πράγµατι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά µέσα που προσκόµισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαµβάνει υπόψη του, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολ. Εξ άλλου, δεν θεµελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να µνηµονεύσει στην απόφαση του από ποια συγκεκριµένα αποδεικτικά µέσα κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισµα ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα απ' αυτά ή τη σχέση και επιρροή τους στα αποδεικτέα θέµατα. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόµο, έλαβε υπόψη πράγµατα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγµατα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγµατικοί ισχυρισµοί των διαδίκων που τείνουν στη θεµελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουµένου µε την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαιώµατος (ΟλΑΠ 25/2003,12/2000, 3/1997), όχι δε οι αιτιολογηµένες αρνήσεις ή οι ισχυρισµοί που αποτελούν επιχειρήµατα ή συµπεράσµατα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίµηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιµοι ισχυρισµοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκοµιζόµενα από τους διαδίκους αποδεικτικά µέσα και τα πραγµατικά περιστατικά που προκύπτουν απ' αυτά. ΚΠολ : 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 10, 559 αριθ. 11γ, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων που ο νόµος δεν επιτρέπει. Η εξέταση του νοµίµου εκπροσώπου ανώνυµης εταιρείας ή µέλους της διοικήσεως αυτού, ως µάρτυρα, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό µέσο. Ποιά πρόσωπα δεν µπορούν να εξετασθούν ως µάρτυρες σε περίπτωση πτώχευσης ανώνυµης εταιρείας. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά µέσα που ο νόµος δεν επιτρέπει (περ. α'). Εξάλλου, στα περιοριστικός αναφερόµενα στο άρθρο 339 ΚΠολ αποδεικτικά µέσα συγκαταλέγονται οι µάρτυρες, τρίτοι, εκτός των διαδίκων πρόσωπα, καθώς και η εξέταση των διαδίκων, η οποία υλοποιείται, κατά την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, µε τήρηση των οριζοµένων από τις διατάξεις των άρθρων ΚΠολ. Προς διάδικο εξοµοιώνεται, µη δυνάµενος να εξετασθεί ως µάρτυρας, τόσο ο νόµιµος αντιπρόσωπος του ανίκανου να παρίσταται φυσικού προσώπου (ΚΠολ 64 παρ.1) ή του νοµικού προσώπου (ΚΠολ 64 παρ.2) ή το µέλος της διοικήσεως αυτού, τους οποίους µπορεί το δικαστήριο να εξετάσει µε την προδιαληφθείσα ιδιότητα τους (ΚΠολ 415 παρ. 2,3). ιαφορετικά η εξέταση τους ως µαρτύρων αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό µέσο, η παρά ταύτα λήψη υπόψη της [18]

19 µαρτυρίας των οποίων στοιχειοθετεί τον ερευνώµενο λόγο αναιρέσεως. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως µάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή νόµιµος εκπρόσωπος φυσικού ή νοµικού προσώπου ή µέλος της διοικήσεως αυτού. Αποφασιστικό εποµένως κριτήριο είναι η δικονοµική δυνατότητα εξετάσεως του µάρτυρα και ως διαδίκου ή νοµίµου εκπροσώπου φυσικού ή νοµικού προσώπου κατά την διαδικασία των άρθρων ΚΠολ, εκδοχή η οποία καταλήγει σε προφανή άτοπα δικονοµικά αποτελέσµατα. Έτσι παρά το γεγονός ότι η πτωχεύσασα ανώνυµη εταιρεία δεν είναι διάδικος στις πτωχευτικές δίκες, αλλά ο σύνδικος αυτής, ο οποίος, ως µη δικαιούχος διάδικος, ενεργεί ιδίω ονόµατι (άρθρα 534 του προϊσχύσαντος πτωχευτικού δικαίου και 17 του Ν. 3588/2007), άποψη η οποία επιβεβαιώνεται και από την παρεχόµενη από τις εν λόγω διατάξεις δικονοµική δυνατότητα στον πτωχό να παρέµβει, ως τρίτος, στη δίκη µε διάδικο τον σύνδικο της πτωχεύσεως αυτής, παρά ταύτα η εξέταση του νοµίµου εκπροσώπου αυτής ή µέλους της διοικήσεως αυτού, ως µάρτυρα, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό µέσο, εφόσον µε την διάταξη του άρθρου 415 παρ.4 ΚΠολ παρέχεται η δυνατότητα εξετάσεως αυτού ή του διαδίκου συνδίκου. Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από την διάταξη του άρθρου 47α παρ. 1γ του Ν. 2190/1920, κατά τους ορισµούς της οποίας η ανώνυµη εταιρεία λύνεται µε την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως. Και τούτο για τον λόγο ότι στην περίπτωση αυτή, µετά την λύση της εταιρείας, ακολουθεί η πτωχευτική διαδικασία, που αποτελεί µορφή συλλογικής εκτελέσεως, χωρίς να επέρχεται η εξαφάνιση της νοµικής προσωπικότητας της εταιρείας, η οποία θεωρείται κατά πλάσµα δικαίου ότι διατηρείται σε όλο το στάδιο της πτωχεύσεως προς τον αποκλειστικό σκοπό της εξακολουθήσεως της πτωχευτικής διαδικασίας. Κατά την διάρκεια αυτής, αν και δεσµεύεται η εταιρική περιουσία και αναλαµβάνει την διαχείριση αυτής ο σύνδικος της πτωχεύσεως, δεν παύει η ύπαρξη των οργάνων της εταιρίας, αλλ'εξακολουθεί να υφίσταται τόσο η γενική συνέλευση των µετόχων της όσο και το διοικητικό αυτής συµβούλιο, το οποίο την εκπροσωπεί κατά την πτωχευτική διαδικασία, µε δικονοµική δυνατότητα παρεµβάσεως της πτωχευσάσης εταιρείας, ως τρίτης, στη δίκη µε διάδικο το σύνδικο της πτωχεύσεως αυτής, κατά την οποία η εξέταση του εκπροσωπούντος αυτήν διοικητικού συµβουλίου ή µέλους αυτού ως µάρτυρα αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό µέσο, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, µε την διάταξη του άρθρου 415 παρ.4 ΚΠολ παρέχεται η δυνατότητα εξετάσεως αυτών ή του µη δικαιούχου διαδίκου συνδίκου. ΚΠολ : 64, , 559 αριθ. 11, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Παρά το νόµο λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκοµίσθηκαν. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειµένου να σχηµατίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή µη των πραγµατικών ισχυρισµών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαµβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά µέσα (αλλά και µόνον εκείνα) τα οποία νόµιµα επικαλούνται και προσκοµίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν [19]

20 προσκοµίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασµό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστηµα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκοµίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισµένη επίκληση µε τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόµισε. Σαφής και ορισµένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε µε τις προτάσεις της συζητήσεως µετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε µε αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριµένο µέρος των προσκοµιζοµένων προτάσεων προηγούµενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισµένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρµογή του άρθρου 240 ΚΠολ (ΟλΑΠ 23/2008). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισµών", έχει όµως εφαρµογή και για την επίκληση των αποδεικτικών µέσων, λόγω της ταυτότητας του νοµικού λόγου. εν είναι συνεπώς νόµιµη η κατ' έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, προς άµεση ή έµµεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική µόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα (πολύ δε περισσότερο όταν δεν γίνεται ούτε τούτο), που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκοµίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραποµπή σε συγκεκριµένα µέρη των επανυποβαλλοµένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισµένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 30/1997), δεν αρκεί δε προς τούτο η επικόλληση φωτοαντιγράφου ή η αντιγραφή στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου των πρωτόδικων προτάσεων. ΚΠολ : 106, 110, 226, 237, 242, 335, 338, 346, 453, 498, 559 αριθ. 11β, 573, 575, 576, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκοµίστηκαν. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 335, 388, 339 και 346 ΚΠολ, σαφώς προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άµεση ή έµµεση απόδειξη λαµβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά µετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, µετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσκοµίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκοµίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασµό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολ, ως αποδείξεις που δεν προσκοµίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισµένη επίκληση µε τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόµισε. Σαφής και ορισµένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του, δηλαδή για ποιό έγγραφο πρόκειται και δεν αρκεί παραποµπή σε άλλα (µε εξαίρεση τις προτάσεις άρθρο 240 ΚΠολ ) έγγραφα όπου αυτό προσδιορίζεται. Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη µόρφωση της κρίσης [20]

21 του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δηµιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ.β' ΚΠολ. Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκοµιδής ή µη αποδεικτικού µέσου, ως αναγόµενη σε πράγµατα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ (ΟλΑΠ 30/2002). ΚΠολ : 559 αριθ. 11, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Κατά τον αριθµό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεµελιώνει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να µνηµονεύσει στην απόφασή του ποία αποδεικτικά µέσα χρησιµοποιήθηκαν στην απόφασή του για άµεση και ποία για έµµεση απόδειξη. Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκοµίσθηκαν µε επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό µέσο που έχει ουσιώδη σηµασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόµενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και µόνη η ύπαρξη αµφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόµενου από την άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως. ΚΠολ : 559 αριθ. 11γ, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 45 - Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Το δικαστήριο της ουσίας, προκειµένου να σχηµατίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιµότητα των πραγµατικών ισχυρισµών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαµβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά µέσα που νοµίµως επικαλούνται και προσκοµίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον από τον αριθµό 11 του άρθρου 559 ΚΠολ αναιρετικό λόγο. Κατά την έννοια δε της εν λόγω διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και µόνη η ύπαρξη αµφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των επικληθέντων και προσκοµισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών µέσων. ΚΠολ : 559 αριθ. 11γ, * ΑρχΝ 2011, σελίδα 271, σχολιασµός Χρήστος. Νικολαΐδης * [21]

22 Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. - Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηµατίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιµότητα ή µη των προβαλλόµενων από τους διαδίκους πραγµατικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαµβάνει υπόψη όλα τα νόµιµα αποδεικτικά µέσα που επικαλούνται και προσκοµίζουν οι διάδικοι για άµεση και έµµεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική µνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά µέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηµατισµό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να µνηµονεύει και να εξαιρεί µερικά από τα αποδεικτικά µέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του µεγαλύτερης σηµασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόµενο της απόφασης ότι συνεκτιµήθηκαν όλα τα αποδεικτικά µέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν νόµιµα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγµατικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού µόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείµενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008). ΚΠολ : 559 αριθ. 11γ, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Παραµόρφωση περιεχοµένου εγγράφου. - Με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ, γ και 20 ΚΠολ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: α) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν και β) αν το δικαστήριο παραµόρφωσε το περιεχόµενου εγγράφου, µε το να δεχθεί πραγµατικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κοινή δε προϋπόθεση και των δύο αυτών αναιρετικών λόγων αποτελεί η ανάγκη να αναφέρεται η κατά της αποφάσεως αιτίαση σε ισχυρισµό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει δε να διαλαµβάνεται ο ισχυρισµός αυτός στο αναιρετήριο, προκειµένου να είναι ορισµένος ο οικείος λόγος αναιρέσεως (πρβλ ΑΠ 105/2005, ΑΠ 194/2005). ΚΠολ : 559 αριθ. 11γ, 559 αριθ. 20, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 344 [22]

23 - Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Ο προβλεπόµενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολ λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο της ουσίας σχηµάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά µέσα, τα οποία προσκόµισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άµεση ή έµµεση (δια τεκµηρίων) απόδειξη πραγµατικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νοµίµων. Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόµο µη λήψης υπόψη αποδεικτικών µέσων είναι αβάσιµος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόµενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριµένα αποδεικτικά µέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα µε επίκληση προσκοµισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά µέσα, έστω και χωρίς στην απόφαση του να γίνεται ειδική µνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόµενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αµφιβολίες για τη συνεκτίµηση όλων ή ορισµένων αποδεικτικών µέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιµος ο κρίσιµος λόγος αναιρέσεως. ΚΠολ : 559 αριθ. 11γ, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. Βιαία διακοπής της δίκης. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολ παρέχεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόµισαν. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου, οι οποίες λαµβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό µέσο σε σχέση µε τα έγγραφα και πρέπει να µνηµονεύονται ειδικά στην απόφαση. Μόνη η µνεία στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα δεν αρκεί και, εφόσον γίνεται επίκληση ότι προσκοµίζονται νόµιµα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δηµιουργείται ο πιο πάνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολ λόγος αναίρεσης. Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη µετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθµό, παραδεκτώς προσκοµίζεται και λαµβάνεται υπόψη από το δευτεροβάθµιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 529 παρ.1α ΚΠολ, εκτός εάν τούτο την αποκρούσει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολ. Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και µε δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά. - Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολ, που εφαρµόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασµό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, µετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και µέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, µετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του Λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο µε επίδοση δικογράφου ή µε προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση [23]

24 διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωµα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που µέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόµος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί µπορεί να γίνει εκούσια µε ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. ΑΚ: 1846, 1847, ΚΠολ : 286, 287, 290, 529, 559 αριθ. 11γ, 573, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων.παραµόρφωση του περιεχοµένου εγγράφου. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόµο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόµισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αµφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριµένο αποδεικτικό µέσο. Όµως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική µνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόµενα αποδεικτικά µέσα, σε συνδυασµό µε το υπόλοιπο περιεχόµενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριµένο αποδεικτικό µέσο που επικαλέστηκαν και προσκόµισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγµατικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού µόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείµενο απόδειξης. - Από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθµ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολ, προκύπτει ότι ο προβλεπόµενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραµόρφωση του περιεχοµένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόµενο διαφορετικό από εκείνο που πράγµατι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχοµένου του εγγράφου, καταλήγει σε συµπέρασµα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίµηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Πάντως για να θεµελιωθεί ο προαναφερόµενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισµα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόµενο του οποίου φέρεται ότι παραµορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιµήσει µαζί µε άλλα αποδεικτικά µέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά µε το πόρισµα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή µη του αποδεικτέου θέµατος. ΚΠολ : 559 αριθ. 11γ, 559 αριθ. 20, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 318 [24]

25 - Η αναιρετική διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 που αφορά στην παραβίαση των ορισµών του νόµου σχετικά µε την δύναµη των αποδεικτικών µέσων δεν εφαρµόζεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών. Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. Λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων που δεν επιτρέπει ο νόµος. Παραµόρφωση περιεχοµένου εγγράφου. - Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 12 ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισµούς του νόµου σχετικά µε την δύναµη των αποδεικτικών µέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες και δη στην διαδικασία διαφορών από αµοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία και όπως συνάγεται κυρίως από την εφαρµοζόµενη και στην διαδικασία αυτή διάταξη του άρθ ΚΠολ τα αποδεικτικά µέσα (εκτός βέβαια από την οµολογία και τα δηµόσια έγγραφα) δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική δύναµη και το δικαστήριο, εκτιµώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά µέσα, όπως έχει δικαίωµα από το νόµο (άρθ. 340 ΚΠολ ), αποδίδει σε ορισµένα απ' αυτά, τα οποία κατά νόµον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναµη µε άλλα, µεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, στην περίπτωση δε αυτή η εκτίµηση του σύµφωνα µε το άρθ ΚΠολ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ εξάλλου σε κάθε περίπτωση, σύµφωνα µε τα άρθ. 387 και 390 ΚΠολ το δικαστήριο εκτιµά ελεύθερα την γνωµοδότηση των (διορισθέντων απ' αυτό) πραγµατογνωµόνων, καθώς και τις γνωµοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήµης ή τέχνης σε ζητήµατα που αφορούν εκκρεµή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν µε αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκοµίζονται απ' αυτόν. - Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηµατίσει την κρίση του σχετικά µε τους πραγµατικούς ισχυρισµούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά µέσα που νόµιµα επικαλούνται και προσκοµίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, µεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόµενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και µόνη η ύπαρξη αµφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριµένου αποδεικτικού µέσου, µόνο, όµως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική µνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού µέσου, σε αντίθεση µε άλλα που ειδικά µνηµονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου µεγαλύτερης σηµασίας τους, δεν θεµελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόµενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. - Σύµφωνα µε τον αριθ. 11 περ. α' του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά µέσα που δεν επιτρέπει ο νόµος. Ειδικότερα : (1) Κατά τη διάταξη του άρθ α ΚΠολ, που κατ' άρθ. 591 εδ. α' του ίδιου Κώδικα εφαρµόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αµοιβές για την παροχή εργασίας, αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των άρθ. 670 και 671 αυτού, οι οποίες εφαρµόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθ. 681 ΚΠολ ) και έτσι ρυθµίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη και στην διαδικασία αυτή, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκοµιδή νέων αποδεικτικών µέσων, κατά δε την 2 του ίδιου πιο πάνω άρθ. 529 το δευτεροβάθµιο δικαστήριο µπορεί ν' αποκρούσει τα αποδεικτικά µέσα που προσκοµίζονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκοµίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αµέλεια. Η κρίση αυτή του Εφετείου περί παραδεκτής ή µη προσκοµιδής ενώπιον αυτού νέων αποδεικτικών µέσων ως αναγόµενη σε πράγµατα δεν υπόκειται [25]

26 σύµφωνα µε το άρθ ΚΠολ σε αναιρετικό έλεγχο (2) Από την διάταξη του άρθ εδ. δ' ΚΠολ, µε την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου λαµβάνονται υπόψη, µόνο εάν έγιναν ύστερ' από προηγούµενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασµό µε το άρθ γ ΚΠολ, που ορίζει ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου κλπ. λαµβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά, και την διάταξη του άρθ του ίδιου Κώδικα, µε την οποία ορίζεται ότι τα άρθ εφαρµόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, προκύπτει ότι στις διαδικασίες αυτές, στις οποίες περιλαµβάνεται και εκείνη των διαφορών από αµοιβές για την παροχή εργασίας, το δικαστήριο λαµβάνει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις που προσκοµίζονται νόµιµα µε επίκληση και που έχουν συνταχθεί µε την τήρηση των νοµίµων διατυπώσεων (οι οποίες ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό µέσο πρέπει να µνηµονεύονται ειδικά στην απόφαση), έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθµητικά τις τρεις. Η γενική διάταξη του άρθ. 270 ΚΠολ δεν µπορεί να εφαρµοσθεί, διότι στην ως άνω ειδική διάταξη του άρθ εδ. δ' ορίζεται για το επίµαχο θέµα άλλως, εφόσον δεν τίθεται ο προαναφερόµενος αριθµητικός περιορισµός και δεν αποκλείονται, κατά συνέπεια, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, εποµένως, δεν αποτελούν αποδεικτικά µέσα που δεν επιτρέπει ο νόµος. - Ο από τον αριθµό 20 του αυτού ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης για παραµόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρεµόρφωσε το περιεχόµενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολ, υπέπεσε δηλ. σε διαγνωστικό λάθος ως προς την ανάγνωση του εγγράφου αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόµενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στην συνέχεια κατέληξε, στηριζόµενο µόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήµιο για τον αναιρεσείοντα πόρισµα, τέτοια όµως έγγραφα δεν είναι οι γνωµοδοτήσεις πραγµατογνωµόνων ούτε οι προβλεπόµενες στο άρθ. 390 ΚΠολ ιδιωτικές γνωµοδοτήσεις που συντάχθηκαν ύστερ' από αίτηση κάποιου διαδίκου. ΚΠολ : 335, 338, 339, 340, 346, 559 αριθ. 11, 559 αριθ. 11 περ. γ, 559 αριθ. 20, 671, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 319 Έτος: Για να στοιχειοθετηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ, πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισµα. Καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος. Μη λήψη υπόψη πραγµάτων. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Απαράδεκτοι και αυτεπάγγελτοι αναιρετικοί λόγοι. - Για να στοιχειοθετηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ, πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισµα. Εποµένως, δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως µη νόµιµη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 44/1990). - Από το συνδυασµό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολ, προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη του ισχυρισµού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώµατος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγµατικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγµατα" [26]

27 ή µη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόµενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγµατικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον µε την προσθήκη αυτήν ο σχετικός ισχυρισµός καθίσταται νόµιµος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγµατικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Απορρίπτεται όµως ο λόγος αυτός αναίρεσης ως αβάσιµος όταν από την προσβαλλόµενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα επικαλούµενα από τον αναιρεσείοντα για την θεµελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης πραγµατικά περιστατικά και παρά ταύτα την απέρριψε ως µη νόµιµη ή κατ' ουσίαν αβάσιµη. - Κατά το άρθρο 559 αριθµ. 8 περ. β' του ΚΠολ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόµο δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγµατα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγµατικοί ισχυρισµοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και εποµένως θεµελιώνουν το αίτηµα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. εν στοιχειοθετείται όµως ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισµό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). - Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθµ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιµη ή αβάσιµη, για να είναι ορισµένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, µε τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολ ) πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριµένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερµηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλµα, επιπλέον δε να αναφέρονται µε πληρότητα και σαφήνεια τα πραγµατικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για την βασιµότητα ή µη της αγωγής. ιότι µέσω των πραγµατικών αυτών παραδοχών πραγµατώνεται εκάστοτε η συγκεκριµένη ερµηνεία και εφαρµογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και µόνον ενόψει αυτών, µπορεί να' ελεγχθεί αν η νοµική πληµµέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλµένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίµηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολ ). Περαιτέρω, για να είναι ορισµένος ο λόγος αναίρεσης µε τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται, εκτός άλλων, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέµενα µέρη τους προκύπτει και επιπλέον να αναφέρονται οι όλως αντιφατικές φερόµενες παραδοχές του Εφετείου. Η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν µπορεί να θεραπευθεί µε παραποµπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, 27/1998). ΚΠολ : 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 19, 562, ΑΚ: 700, ηµοσίευση: INLAW 2008 Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 25 Έτος: Αδικοπραξία. Έλλειψη νόµιµης βάσης. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόµιµη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτηµα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της [27]

28 δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόµιµης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισµού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία, σύµφωνα µε το νόµο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριµένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρµόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρµογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δηµιουργούνται αµφιβολίες για το αν εφαρµόσθηκε ορθώς ή όχι ορισµένη ουσιαστική διάταξη νόµου. Αναφέρεται σε πληµµέλειες αναγόµενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσµατος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίµηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθµιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσµατος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). - Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόµιµη βάση αφού για το ουσιώδες ζήτηµα των ζηµιών διέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 του ΑΚ και εποµένως οι δύο πρώτοι λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολ, σύµφωνα µε τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόµενη απόφαση η πληµµέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήµατα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιµοι. ιατάξεις ΑΚ: 297, 298, 914, ΚΠολ : 559 αριθ. 19, ηµοσίευση: INLAW 2010 Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Έλλειψη νόµιµης βάσης. Αδικοπραξία. Προσβολή της προσωπικότητας. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Κατά τη διάταξη του άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόµιµης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται µε πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγµατικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριµένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρµογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νοµικός χαρακτηρισµός των κρίσιµων πραγµατικών γεγονότων. - Έτσι που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 297, 298, 914, 932 Α.Κ., καθόσον δέχθηκε αδικοπρακτική συµπεριφορά του αναιρεσείοντος, χωρίς να παραθέτει καθόλου στην απόφασή του τα πραγµατικά περιστατικά που συγκροτούν την συµπεριφορά αυτή, δηλαδή τα περιστατικά που ο αναιρεσείων κατέθεσε (εν γνώσει του, ψευδώς), κατά την εξέτασή του ως µάρτυρα και τα οποία ο ίδιος διέδωσε (εν γνώσει της αναληθείας τους) και µε σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, τα οποία περιστατικά ο αναιρεσίβλητος, µε τα διαλαµβανόµενα στην έφεσή του ότι "είναι ψευδές, καταχρηστικόν και αβάσιµον λοιπόν ότι εγώ ο εκκαλών διέδιδα ενώπιον τρίτων τα αναφερόµενα στην αγωγή και την επικαλούµενη (εκκαλούµενη) απόφαση τελώντας εν γνώσει της [28]

29 αναληθείας τους µε πρόθεση βλάβης της προσωπικότητας του ενάγοντος και της επαγγελµατικής οντότητας και τούτο έχει αποδειχθεί αµετακλήτως, αφού αθωώθηκα µε την 60028/2007 απόφαση του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών δια της οποίας εκηρύχθην αθώος δια το αδίκηµα της ψευδορκίας µάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήµησης...", ρητά αµφισβήτησε και παραπονέθηκε για εσφαλµένη εκτίµηση των αποδείξεων, αλλά για τον προσδιορισµό των περιστατικών αυτών το Εφετείο παραπέµπει, ανεπιτρέπτως, στο δικόγραφο της αγωγής.. Η αναφορά του Εφετείου ότι "τα ανωτέρω έχουν κριθεί αµετάκλητα µε την 19050/2003 απόφαση του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Αθηνών..." δεν καθιστά περιττή την παράθεση στην προσβαλλόµενη απόφαση των ανωτέρω περιστατικών, ενόψει και του ότι δεν παράγεται δεδικασµένο στην πολιτική δίκη από απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Η ανωτέρω πληµµέλεια του Εφετείου καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή µη εφαρµογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Εποµένως, ο µοναδικός και ορισµένος λόγος του αναιρετηρίου, µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι µε την προσβαλλόµενη απόφασή του το Εφετείο παραβίασε µε εσφαλµένη υπαγωγή και εκ πλαγίου µε ανεπαρκή αιτιολογία τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον "η ανωτέρω αιτιολογία της σε σχέση µε το τελικό της πόρισµα είναι εντελώς ανεπαρκής, αφού τα πραγµατικά περιστατικά τα οποία αυτή επικαλείται και οι εν γένει παραδοχές της αναφορικώς µε τη φερόµενη συµπεριφορά µου παρατίθενται γενικώς και αορίστως", υπαγόµενος κατ' ορθή εκτίµηση, στο άρθρο 559 αριθ. 19 (όχι και 1) του ΚΠολ, είναι βάσιµος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση. ΑΚ: 57, 59, 297, 298, 914, 932, ΚΠολ : 559 αριθ. 19, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Έλλειψη νόµιµης βάσης. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ερµηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών. Ειδική εκκαθάριση. - κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόµιµη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήµατα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγµατος προκύπτει ότι ο προβλεπόµενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νοµικού συλλογισµού δεν εκτίθενται καθόλου πραγµατικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέµενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγµατικού του εφαρµοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννοµης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν µεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). εν υπάρχει όµως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόµο αναγκαίο περιεχόµενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρµοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγµατικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισµα, και να µην καταλείπονται αµφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόµενες µόνο στην ανάλυση και στάθµιση των αποδεικτικών µέσων και [29]

30 γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσµατος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). ηλαδή, µόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήµατα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται µε την εκτίµηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαµορφώνεται το αποδεικτικό πόρισµα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώµενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή µοµφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δηµιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθµού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα µη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισµούς επιχειρήµατα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. - Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται µόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρµοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγµατικές προϋποθέσεις για την εφαρµογή του, ή αν εφαρµοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρµοστεί εσφαλµένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε µε ψευδή ερµηνεία, είτε µε κακή εφαρµογή, δηλαδή µε εσφαλµένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005). ΑΚ: 173, 200, ΚΠολ : 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 19, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Έλλειψη νόµιµης βάσης. παραµόρφωση περιεχοµένου εγγράφου. - Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ, η απόφαση δεν έχει νόµιµη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισµού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγµατικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήµατος µε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν µπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριµένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρµόστηκαν ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρµόστηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόµιµη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίµηση των αποδείξεων (ΚΠολ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσµατος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. - Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εάν το δικαστήριο παραµόρφωσε το περιεχόµενο εγγράφου, µε το να δεχθεί πραγµατικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαµβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι η πληµµέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόµενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχοµένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασµένη εκτίµηση, σε συµπέρασµα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως [30]

31 ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίµηση πραγµάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ. ΚΠολ : 559 αριθ. 19, 559 αριθ. 20, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 2 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Κακή σύνθεση δικαστηρίου. - Το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο υπό πενταµελή σύνθεση εισήχθη αρχικά να δικασθεί η ένδικη από αγωγή της αναιρεσίβλητης, έκρινε µε την υπ' αριθ. 5223/2007 απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολ ), ότι µε βάσει το άρθρ. 46 του Κ.Α.Ε.Ε. της αναιρεσείουσας δεν είχε συγκροτηθεί νοµίµως και ότι αντίθετα θα έπρεπε να συγκροτηθεί υπό τριµελή σύνθεση, γι' αυτό και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Στη συνέχεια το ίδιο ικαστήριο, υπό τριµελή πλέον σύνθεση, εξέδωσε την υπ' αριθ. 2916/ 2008 οριστική απόφασή του, αποδεχόµενο έµµεσα την κρίση της προηγηθείσας απόφασής του υπό πενταµελή σύνθεση, που όµως, σύµφωνα µε όσα αναπτύχθηκαν, είναι εσφαλµένη. Πρόκειται για σφάλµα κακής σύνθεσης και όχι έλλειψης καθ' ύλην αρµοδιότητας του Εφετείου να δικάσει την ένδικη αγωγή, δηλαδή για πληµµέλεια από τον αριθµό 2 και όχι 5 του άρθρ. 559 ΚΠολ, όπως υπολαµβάνει η αναιρεσείουσα και προβάλλει µε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Όµως η κακή συγκρότηση του δικαστηρίου δεν σηµαίνει και έλλειψη αρµοδιότητάς του να δικάσει την εκκρεµή σ' αυτό υπόθεση υπό τη νόµιµη βέβαια σύνθεσή του και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκτιµώµενος ορθά ως λόγος αναίρεσης από τον αριθµό 2 του άρθρ. 559 ΚΠολ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιµος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθµούς 1 και 19 του αυτού άρθρ. 559 ΚΠολ. Κατά παραδοχή έτσι του πρώτου λόγου πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθούν οι προσβαλλόµενες οριστική και µη οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, να παραπεµφθεί δε ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο υπό πενταµελή όµως σύνθεση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. ΚΠολ : 559 αριθ. 2, Σ: 8, 43, 94, Νόµοι: 1418/1984, άρθ. 13, Νόµοι: 2229/1994, άρθ. 8, 9, 12, 13, 14, 15, 17, 19, Νόµοι: 2408/1996, άρθ. 5, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη πραγµάτων. Αποδοχή της απόφασης. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγµατα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα [31]

32 που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγµατα", των οποίων (η λήψη υπόψη, καίτοι µη προταθέντων, η) η µη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόµενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι παραδεκτά προβαλλόµενοι αυτοτελείς πραγµατικοί ισχυρισµοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, εποµένως, στηρίζουν το αίτηµα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαίου. - Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 297, 298, 299, 523 παρ. 1 και 524 ΚΠολ, η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση ενδίκου µέσου κατ' αυτής, η οποία µπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, επιφέρει την απώλεια του δικαιώµατος άσκησης αυτού και συνεπάγεται την απόρριψη του ως απαραδέκτου, ο σχετικός δε ισχυρισµός αποτελεί ένσταση. ΚΠολ : 297, 298, 299, 523, 524, 559 αριθ. 8, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Μη λήψη υπόψη πραγµάτων. Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. - Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήµατος (άρθρ. 106 ΚΠολ ),αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολ ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόµο και εκτιµώντας προφανώς εσφαλµένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολ ) είτε έλαβε υπόψη του πράγµατα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγµατα οι αυτοτελείς ισχυρισµοί των διαδίκων που τείνουν στη θεµελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούµενου µε την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαιώµατος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισµοί που διαµόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαµορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόµενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 864/2003, ΑΠ /2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισµούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και µάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθµιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισµός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (µε λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολ, µε τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθµό (ΑΠ 1011/1994, Ελ νη ) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, ΑΠ 539/2003, ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισµό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. - Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά µέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόµιµα προσκόµισε προς άµεση ή έµµεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιµων γεγονότων ή [32]

33 λυσιτελών ισχυρισµών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόµιµων ισχυρισµών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, 1021/2002, 864/2003, 105/2005, 953/2005, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθµιο ή δευτεροβάθµιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις (ΑΠ 48/1986, ΑΠ 1011/1994). Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και µόνη η ύπαρξη αµφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκοµισθέντων αποδεικτικών µέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασµένες διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολ (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόµενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική µνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού µέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόµενο της απόφασης ότι συνεκτιµήθηκαν όλα τα αποδεικτικά µέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισµένα από τα αποδεικτικά µέσα, επειδή θεωρήθηκαν µεγαλύτερης σηµασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, /2005). Όµως για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό µέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, µολονότι ήταν παραδεκτό και νόµιµο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιµου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισµού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1535/1995, 567/1996). ΚΠολ : 106, 108, 110, 226, 498, 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 11γ, 568, 576, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 560 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Παραβίαση ερµηνευτικών κανόνων δικαιοπραξιών. Έλλειψη µείζονος πρότασης. Περιεχόµενο διεκδικητικής αγωγής. Αοριστία αγωγής. - Κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαµβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, µε βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριµένη περίπτωση, παράλειψε να εφαρµόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρµοστέος ή εφάρµοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρµόσει. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερµηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, µολονότι διαπιστώνει, έστω και έµµεσα, την ύπαρξη κενού ή αµφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συµπλήρωσης ή ερµηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συµπλήρωση ή ερµηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρµογή των διατάξεων αυτών και στη συµπλήρωση ή ερµηνεία της δικαιοπραξίας, µολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συµπλήρωσης ή ερµηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερµηνευτικό πόρισµα, στο οποίο, µετά από ερµηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύµφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα [33]

34 συναλλακτικά ήθη. Για τη διαµόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαµβάνει υπόψη, µε διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συµφέροντα των µερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερµηνευόµενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συµβαλλοµένων, τη φύση της σύµβασης, τις διαπραγµατεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούµενη συµπεριφορά των µερών και πως η σχετική δήλωση του ενός µέρους αναµενόταν να εκληφθεί από το άλλο µέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί µε την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριµένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα µπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερµηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαµβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσµεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισµούς των διαδίκων. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειµένου να σχηµατίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωµένο να αρκεστεί στο περιεχόµενο της σύµβασης, αλλά µπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύµβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. - Η έλλειψη µείζονος πρότασης στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, η παντελής δηλαδή παράλειψη παράθεσης των νοµικών διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισµα το αγωγικό αίτηµα ή η ατελής ή αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερµηνευτικής εκδοχής του ίδιου δικαστηρίου, σε σχέση µε αυτές ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση κ.λ.π. δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους αναίρεσης από τους αριθµούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολ ή αντίστοιχα, από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα ή για ένα από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους που θεσπίζονται περιοριστικά µε τις τελευταίες αυτές διατάξεις (ΟλΑΠ 3/1997). Και αυτό γιατί η συνταγµατική επιταγή της ειδικής και εµπεριστατωµένης αιτιολογίας των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγµατος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο κοινός δε νοµοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόµιµης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτηµα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ ). Ως αιτιολογίες όµως στη διάταξη αυτή νοούνται µόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή µη εφαρµογής του νόµου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτηµα αρκεί, έστω και αν δεν µνηµονεύονται στην αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, µε βάση τις προαναφερόµενες ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος µπορεί να τις συµπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολ. - Από τη διάταξη του άρθρου 216 παράγραφος 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νοµική θεµελίωση της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και ορισµένο αίτηµα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς είναι συνυφασµένη µε την υποβολή αιτήµατος ορισµένου και όχι αορίστου. ιαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναµία να εκδώσει απόφαση συγκεκριµένη και επιδεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 364/1988 ΝοΒ ). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά µη νοµότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο [34]

35 της ουσίας. Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεµελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη µεταβίβαση του δικαιώµατος, δηλαδή την αναφορά του µεταβιβαστικού τίτλου και της µεταγραφής του, καθώς και τη µνεία ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος και, αν αµφισβητείται ότι ο φερόµενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωµα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώµατος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση - χρησικτησία. Η έλλειψη των αµέσως πιο πάνω στοιχείων στη διεκδικητική αγωγή καθιστά το δικόγραφό της αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίµησης, η αοριστία δε αυτή δεν είναι νοµική, ως συνδεόµενη µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρµοστεί, οπότε η παραβίασή της ελέγχεται µε βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθµός 1 ΚΠολ, αλλά είναι ποσοτική, εφόσον στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρµογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτηµά της - αγωγής - οπότε η παραβίασή της ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολ. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δηµιουργηθεί, όµως, λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει η αοριστία αυτή να προτείνεται στο Εφετείο και να αναφέρεται η πρόταση αυτή στο σχετικό αναιρετικό λόγο, αφού δεν εµπίπτει σε καµιά από τις εξαιρέσεις της διάταξης του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολ και, ειδικότερα, δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δηµόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισµό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισµός αυτός δεν είχε προταθεί νόµιµα στο δικαστήριο της ουσίας. ΑΚ: 173, 200, 1033, 1094, 1710, 1846, ΚΠολ : 216, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 19, 560, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 560 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Αίτηση αναίρεσης. Παραβίαση ερµηνευτικών κανόνων δικαιοπραξιών. - Ο προβλεπόµενος στο άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, όπως ήδη ειπώθηκε, και αν το ουσιαστικό δικαστήριο παραβιάζει τους ερµηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους κανόνες αυτούς, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, µολονότι διαπιστώνει, έστω και έµµεσα, την ύπαρξη κενού ή αµφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συµπλήρωσης ή ερµηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συµπλήρωση ή ερµηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρµογή των διατάξεων αυτών και στη συµπλήρωση ή ερµηνεία της δικαιοπραξίας, µολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συµπλήρωσης ή ερµηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερµηνευτικό πόρισµα, στο οποίο, µετά από ερµηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύµφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη [35]

36 διαµόρφωση σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαµβάνει υπόψη, µε διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συµφέροντα των µερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερµηνευόµενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συµβαλλοµένων, τη φύση της σύµβασης, τις διαπραγµατεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούµενη συµπεριφορά των µερών και πως η σχετική δήλωση του ενός µέρους αναµενόταν να εκληφθεί από το άλλο µέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί µε την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριµένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα µπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερµηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαµβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσµεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισµούς των διαδίκων. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, προκειµένου να σχηµατίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωµένο να αρκεστεί στο περιεχόµενο της σύµβασης, αλλά µπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύµβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους. ΑΚ: 173, 200, ΚΠολ : 560, Αίτηση αναίρεσης - άρθρο 560 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: Ερµηνεία της δήλωσης βούλησης. Παραβίαση ερµηνευτικών κανόνων δικαιοπραξιών. - Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερµηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεµία από αυτές συµπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειµενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερµηνεία να µην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειµενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερµηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισµό της οποίας και µόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί µε την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριµένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα µπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν οι ερµηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρµόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και έµµεσα, ότι υπάρχει στη σύµβαση κενό ή αµφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης της βούλησης των συµβαλλοµένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συµβαλλοµένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρµογή τους, εφαρµόζοντας εσφαλµένα τις νοµικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να [36]

37 παραθέσει στην απόφασή του τα πραγµατικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριµένη εφαρµογή τους. ΑΚ: 173, 200, ΚΠολ : 560, Αίτηση αναίρεσης - Γενικά Αριθµός απόφασης: Η δήλωση µε τις προτάσεις του τρίτου αναιρεσιβλήτου ότι συνοµολογεί το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 980/2003). Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών µέσων. - Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 299 ΚΠολ οι διατάξεις των άρθρων 294 έως 298 του ιδίου Κώδικα εφαρµόζονται και στην αγωγή, την κυρία και πρόσθετη παρέµβαση, την προσεπίκληση, την ανακοίνωση, τα ένδικα µέσα, στην ανακοπή κατά εξώδικων και δικαστικών πράξεων, την τριτανακοπή και σε οποιαδήποτε άλλη διαδικαστική πράξη, το δε άρθρο 573 του αυτού κώδικα ορίζει, στην παράγραφο 1 αυτού, ότι στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 233 έως 236, 242 παρ. 2, 245, 246, 252 έως 261, 286 έως 308, 310 και 312 έως 334. Η µε τις παραπάνω διατάξεις, όµως, επέκταση στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση της ισχύος, µεταξύ άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 294 έως 298 ΚΠολ νοείται στο µέτρο που αυτές συµβιβάζονται προς το εν λόγω ένδικο µέσο και προσαρµόζονται προς τον ειδικό χαρακτήρα και τα αποτελέσµατα αυτού (ΟλΑΠ 38/1996). Έτσι, δεν νοείται επέκταση της ισχύος και εφαρµογή στη διαδικασία αυτή της διάταξης του άρθρου 298 του εν λόγω κώδικα, για αποδοχή της αγωγής από τον εναγόµενο. εν είναι δηλαδή δυνατή η, µε βάση τη διάταξη αυτή, αποδοχή της αίτησης αναίρεσης ή λόγος αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο, µε συνέπεια την έκδοση απόφασης σύµφωνα µε αυτή, απόφασης, δηλαδή µε την οποία η εν λόγω αίτηση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού αυτής καθώς και του παραδεκτού και βασίµου των λόγων της (άρθρ. 577 ΚΠολ ), γίνεται δεκτή, αναιρείται η προσβαλλόµενη µε αυτήν απόφαση και, περαιτέρω, εφαρµόζονται τα οριζόµενα στα άρθρα 579 και 580 ΚΠολ. Κατά συνέπεια, η δήλωση µε τις προτάσεις του τρίτου αναιρεσιβλήτου ότι συνοµολογεί το δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 980/2003). - Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόµισαν είτε προς άµεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκµηρίων. Εξ άλλου, κατά την έννοια του ως άνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και µόνη η ύπαρξη αµφιβολιών για τη µη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκοµισθέντων µε επίκληση αποδεικτικών µέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαµβάνει υπόψη κατά τας συνδυασµένας διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολ (ΟλΑΠ 2/2008). ΚΠολ : 294, 295, 296, 297, 298, 299, 559 αριθ. 11γ, Αίτηση αναίρεσης - Παραδεκτό λόγων αναίρεσης Αριθµός απόφασης: 345 [37]

38 - Απαράδεκτοι οι αναιρετικοί λόγοι µε τους οποίους πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου. - Με την κρινόµενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου. Οι διαλαµβανόµενοι, όµως, στην αίτηση αναιρετικοί λόγοι προβάλλονται απαραδέκτως, διότι, παρά την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθµ. 8, 10, 11 και 20 ΚΠολ για την θεµελίωσή τους, στην πραγµατικότητα δι' αυτών πλήττονται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του ανωτέρω ζητήµατος και η υπ' αυτού εκτίµηση του αποδεικτικού υλικού της υποθέσεως, οι οποίες, όµως, δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο Κ.Πολ..). Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόµενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. ΚΠολ : 561, Αίτηση αναίρεσης - Προθεσµία άσκησης Αριθµός απόφασης: 418 Έτος: Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Προθεσµία αίτησης αναίρεσης. Αύγουστος. - Kατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 ετήσια καταχρηστική προθεσµία για άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου µε την οποία προσδιορίσθηκε οριστική αποζηµίωση, αν η απόφαση αυτή δεν επιδόθηκε, δεν αναστέλλεται κατά το διάστηµα των δικαστικών διακοπών (1 Ιουλίου µέχρι 15 Σεπτεµβρίου κατά το άρθρο 11 παρ. Ν.1756/1988) ούτε για το Ελληνικό ηµόσιο, ούτε για τον Ο.Σ.Κ., για τον οποίον εφαρµόζονται οι διατάξεις του νόµου περί δικών του ηµοσίου, τούτο δε διότι είναι φανερό ότι αυτή η ειδική ρύθµιση υπερ του ηµοσίου θεσπίσθηκε, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να χαθούν προθεσµίες, ένεκα της απουσίας σε διακοπές κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (άρθρο 2 Ν. 1564/1918 "περί µεταρρυθµίσεως του νόµου, ΑΚΑ περί νοµικών συµβουλών" και άρθρο 2 παρ. 6 του από 12-6/ Κανονισµού του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, όπως ίσχυαν, κατά το χρόνο που έγινε η ρύθµιση) του κυρίου προσωπικού του Νοµικού Συµβουλίου του κράτους, που χειρίζεται τη συγκεκριµένη υπόθεση. Αυτός όµως ο κίνδυνος δεν υφίσταται στην περίπτωση της κατά το άρθρο 22 του Ν. 2882/2001 ετήσιας καταχρηστικής προθεσµίας, που είναι περισσότερο από επαρκής για να µπορέσει το ηµόσιο ή ο ΟΣΚ να ασκήσει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης του Εφετείου. Άλλωστε, όταν θεσπίστηκε αυτή η ένδικη υπέρ του ηµοσίου ρύθµιση δεν προβλεπόταν από τις διατάξεις της Πολιτικής ικονοµίας (άρθρα 752, 757 εδ. γ' και 817 όπως ίσχυαν τότε) προθεσµία προς άσκηση, κατά οριστικής ή τελεσίδικης απόφασης, ενδίκων µέσων και ειδικότερα εφέσεως (και αναιρέσεως), η οποία να αρχίζει από τη δηµοσίευση της αποφάσεως, όλες δε οι προβλεπόµενες από αυτές τις διατάξεις σχετικές προθεσµίες υπολογίζονται από την επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 1975/2007, 336/1996). ΚΠ : 147, ΕισΝΚΠολ : 50, Π : 414/1998, άρθ. 34, Νόµοι: 2882/2001, άρθ. 22, [38]

39 Αίτηση αναίρεσης - Προσβαλλόµενη απόφαση Αριθµός απόφασης: Είδη προσβαλλοµένων µε αναίρεση αποφάσεων. Αοριστία λόγων αναίρεσης. - Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται µόνο κατά των αποφάσεων που δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ερηµοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη, ή µόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθµούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται µόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν µεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωµατώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΟλΑΠ 16/1990). Η κρινόµενη, εποµένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 3/2006 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αµοργού, η κατά της οποίας έφεση, µετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε µε την προσβαλλόµενη 14/2009 οριστική απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Νάξου που δίκασε ως Εφετείο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. - Από το άρθρο 560 ΚΠολ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυµελών Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισµένους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στην εν λόγω διάταξη και συγκεκριµένα: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόµος ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρµοδιότητα και 4) αν παράνοµα αποκλείστηκε η δηµοσιότητα της διαδικασίας. - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3, του ΚΠολ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισµένο και ευσύνοπτο η νοµική πληµµέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικούς αναφερόµενους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολ θεµελιώνει η προβαλλόµενη αιτίαση. ιαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συµπλήρωση των στοιχείων που λείπουν µε παραποµπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόµενο από το άρθρο 560 αριθ. 1 λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει, µεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται και µάλιστα εναρίθµως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε ευθέως και το αποδιδόµενο στην απόφαση νοµικό σφάλµα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερµηνεία ή εφαρµογή του κανόνα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 2044/2006). ΚΠολ : 118, 553, 560, 566, 577, Αναγκαστική εκτέλεση - Αίτηση αναστολής ικαστήριο: Μονοµελές Πρωτοδικείο Αθηνών Αριθµός απόφασης: 7350 [39]

40 - Αναστολή αναγκαστική εκτέλεσης. Πλειστηριασµός. Ρύθµιση οφειλών υπερχρεωµένων προσώπων. Αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. - Σύµφωνα µε το αρθρ. 1 Ν. 3869/2010 που αφορά στη "ρύθµιση οφειλών υπερχρεωµένων προσώπων και άλλες διατάξεις" «1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε µόνιµη αδυναµία πληρωµής ληξιπρόθεσµων χρηµατικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρµόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθµιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. εν επιτρέπεται η ρύθµιση οφειλών που: α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόµου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε µε δόλο, διοικητικά πρόστιµα, χρηµατικές ποινές, φόρους και τέλη προς το ηµόσιο και τους Οργανισµούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθµού, τέλη προς Νοµικά Πρόσωπα ηµοσίου ικαίου και εισφορές προς οργανισµούς κοινωνικής ασφάλισης. 3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος νόµου µπορεί να γίνει µόνο µία φορά». Περαιτέρω σύµφωνα µε το αρ. 9 του ιδίου ως άνω νόµου «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιµη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθµισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συµφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής µπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγµατογνωµόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής ικονοµίας. 2. Ο οφειλέτης µπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρηµένο ή µη µε εµπράγµατη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιµεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόµενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξηµένο κατά πενήντα τοις εκατό». Ακόµη στο άρθρ. 19 του νόµου αυτού ορίζεται ότι «Από τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου και µέχρι την 30ή Ιουνίου 2011 απαγορεύεται ο πλειστηριασµός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9». Τέλος, κατά την παρ. 2 του αρ. 46 του Ν. 3986/2011 αναφέρεται ότι «στην παρ. 1 του αρ. 19 του Ν. 3869/2010 η φράση µέχρι την 30η Ιουνίου 2011 αντικαθίσταται από τη φράση µέχρι την 31 εκεµβρίου 2011» ενώ προστέθηκε και το εδάφιο «η διάταξη εφαρµόζεται για κάθε φυσικό πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας». - Ως προς το ζήτηµα αν οι αιτούντες έχουν ή όχι πτωχευτική ικανότητα, δοθέντος ότι τυγχάνουν εταίροι και πρώην διαχειριστές ΕΠΕ, είναι πλέον άνευ αντικειµένου µετά και την επέκταση κατά την παρ. 2 του αρ. 46 του Ν. 3986/2011 της ευεργετικής διάταξης του αρ. 1 του Ν. 3869/2010 και σε πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα. - Από καµία διάταξη του ως άνω νόµου δεν προκύπτει ότι οι ευεργετικές ρυθµίσεις αυτού αφορούν µόνο σε όσους φέρουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά το νόµο 2251/1994, όπως εσφαλµένως υπολαµβάνει η καθής. ΚΠολ : 682 επ., 933, 934, 938, ΑΚ: 281, Νόµοι: 3869/2010, άρθ. 1, [40]

41 Αναγκαστική εκτέλεση - Καταδίκη σε δήλωση βούλησης ικαστήριο: Εφετείο Θεσσαλονίκης Αριθµός απόφασης: 1433 Έτος: Καταδίκη σε δήλωση βούλησης. Σύµβαση έργου. Αµοιβή εργολάβου. - Με τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολ θεσµοθετείται ένα ιδιότυπο µέσο εκτέλεσης και εξαναγκασµού του οφειλέτη για εκπλήρωση υποχρεώσεως του προς επιχείρηση νοµικής πράξεως, η οποία και θεωρείται, κατά πλάσµα του νόµου, ότι έγινε από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον οφειλέτη σε σχετική δήλωση βουλήσεως. Η υποχρέωση του εναγοµένου να προβεί στη δήλωση βούλησης του προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόµιµο έρεισµα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγµατικά γεγονότα που δηµιουργούν νόµιµη υποχρέωση του εναγοµένου να προβεί στην αξιούµενη δικαιοπραξία, απορρέουσα είτε απευθείας από το νόµο (π. χ. άρθρα 424, 758, 896 και 1945 ΑΚ) είτε από σύµβαση την οποία ο νόµος (π.χ. τα άρθρα 166, 361 ΑΧ.) εξοπλίζει µε δεσµευτικότητα. Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο τη δικαιοπραξία (προσύµφωνο κλπ.) και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας αλλά από ορισµένες οριστικές δικαιοπραξίες περιουσιακού χαρακτήρα, µεταξύ των οποίων και η εργολαβική σύµβαση, ενώ αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασµός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολ (ΑΠ 1396/2005, ΑΠ 76/2004, Ελ νη , ΕφΑθ 2180/2006 Ελ νη , Μπαλή, Μελέτες Αστικού ικαίου, 1927, σελ. 217, Ποδηµατά, Η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, 1989, σελ και ). Με την τελεσιδικία δε της σχετικής αποφάσεως αναπληρώνεται µόνον η δήλωση βουλήσεως του εναγοµένου και όχι η δικαιοπραξία στο σύνολο της (ΑΠ 732/1993, ΕΕΝ , Μπρίνια, Η Αναγκαστική Εκτέλεση, τόµος 2ος, β έκδ. υπό το άρθρο 949 παρ. 242 σελ. 668 επ, Νικόπουλος, σε Ερµ.Κ.Πολ. II, Κεραµέως - Κονδύλη - Νίκα υπό το σχετικό άρθρο, παρ. 9, Φραγκίστα - Γέσιου Φάλτση, Αναγκ. Εκτ. II έκδ. 1983, παρ. 51 σελ. 66 επ.). - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ, συνάγεται ότι, διά της συµβάσεως της µισθώσεως έργου, ο µεν εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει τη συµφωνηµένη αµοιβή, η οποία, δυνάµενη να συµφωνηθεί κατ αποκοπή ή κατά µονάδα εργασίας, είναι καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου. Ο εργολάβος, που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συµφωνηµένης αµοιβής του, ενόψει του ότι είναι υποχρεωµένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αµφισβητήσεως να αποδείξει τη σύναψη της εργολαβικής συµβάσεως, το συµφωνηµένο έργο, τη συµφωνηµένη αµοιβή (αν αυτή είχε συµφωνηθεί κατά µονάδα εργασίας και ποιες ποσότητες από κάθε µονάδα εκτελέστηκαν) καθώς και την παράδοση του ή τουλάχιστον την πραγµατική προσφορά του προς τον εργοδότη. Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου µε την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή την περιελευσή του στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, η οποία µπορεί, κατά τις περιστάσεις, να ολοκληρωθεί µε µόνη την αποπεράτωση των εργασιών εκτελέσεως του αναληφθέντος έργου, χωρίς να χρειάζεται άλλη περαιτέρω (τυπική) ενέργεια του εργολάβου (ΑΠ 972/1994 ΑρχΝ ), το έργο όµως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να µην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συµφωνήθηκε γιατί διαφορετικά δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση (ΑΠ 508/2008, 1336/2008, 1363/2008, 1434/2007, 329/2007,1367/2003). Η αµοιβή δε οφείλεται στον εργολάβο και όταν έλαβε χώρα µη προσήκουσα εκπλήρωση της σύµβασης και το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε έχει ελαττώµατα και ελλείψεις (για τις οποίες ο εργοδότης µπορεί να ασκήσει τα [41]

42 δικαιώµατα του από τις ΑΚ ), εκτός αν είναι, όπως προαναφέρεται, εντελώς διαφορετικό (ΑΠ 1336/2008 όπ,παρ., ΕφΑθ 7466/2007 Ελ νη , Κορνηλάκη, Ειδ.Ενοχ.). ΑΚ: 424, 681, 682, 694, 758, 896, 1945, ΚΠολ : 949, ηµοσίευση: Αρµ 2010, σελίδα 200, σχολιασµός Α. - Ν.Α.Λ. Αναγκαστική εκτέλεση - Κατασχετήρια έκθεση ικαστήριο: Πολυµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αριθµός απόφασης: Κατάσχεση. Τιµή πρώτης προσφοράς. - Η τιµή της πρώτης προσφοράς στην προκειµένη περίπτωση θα πρέπει να ορισθεί σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ', όπως ισχύει µετά την τροποποίησή του µε το άρθρο 21 του ν. 3346/2005, στα 2/3 του ανωτέρω ποσού, ήτοι στο ποσό των ΧΧΧ ευρώ, ποσό το οποίο είναι µεγαλύτερο της αντικειµενικής του αξίας, που ανέρχεται στο ποσό των ευρώ. Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 3714/2008 «Προστασία δανειοληπτών και άλλες διατάξεις'' (ΦΕΚ Α 231/ ), που ισχύει από , που ορίζουν ότι απαγορεύεται η διενέργεια πλειστηριασµών ακινήτων σε τιµή κατώτερη της αντικειµενικής αξίας τους, προκύπτει ότι αναφορικά µε τα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές που ισχύει ο αντικειµενικός προσδιορισµός της αξίας τους, όπως το επίδικο, δεν επήλθε κατάργηση της διάταξης του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολ που ορίζει ότι η τιµή της πρώτης προσφοράς πρέπει να είναι τουλάχιστον τα 2/3 της αξίας στην οποία εκτιµήθηκε το κατασχεµένο, αλλά τέθηκε για τα εν λόγω ακίνητα ως κατώτερο όριο προσδιορισµού της τιµής της πρώτης προσφοράς, η αντικειµενική τους αξία. Έτσι, µετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόµου, εάν η προσδιοριζόµενη µε βάση τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 γ' τιµή της πρώτης προσφοράς (ήτοι τα 2/3 της αξίας τους) είναι µικρότερη της αντικειµενικής τους αξίας, τότε θα ισχύσει η ρύθµιση του άρθρου 2 του ως άνω νόµου 3714/2008 περί απαγόρευσης διενέργειας πλειστηριασµού ακινήτων σε τιµή κατώτερη της αντικειµενικής τους αξίας, και ως τιµή πρώτης προσφοράς θα ορισθεί η τελευταία, δηλαδή η αντικειµενική τους αξία, εάν όµως η προσδιοριζόµενη µε βάση τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 γ' τιµή της πρώτης προσφοράς είναι µεγαλύτερη της αντικειµενικής τους αξίας, όπως συµβαίνει στην προκειµένη περίπτωση, αυτή, ήτοι η προσδιοριζόµενη µε βάση τα 2/3 της αξίας τους, θα ορισθεί ως τιµή πρώτης προσφοράς. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι θα επέλθει βλάβη στην οφειλέτρια εταιρία εκπροσωπούµενη από τον αιτούντα-σύνδικο από την ανωτέρω διαφορά της εκτίµησης της αξίας του εκπλειστηριαζόµενου ακινήτου. ΚΠολ : 933, 954, 993, Αναψηλάφηση αριθ. 6 ΚΠολ Αριθµός απόφασης: 909 [42]

43 - Πότε επιτρέπεται αναψηλάφηση. Έλλειψη νόµιµης βάσης. Κήρυξη ή µη κήρυξη ακυρότητας. - Κατά το άρθρο 544 του ΚΠολ αναψηλάφηση επιτρέπεται µόνο για τους περιοριστικά προβλεπόµενους σ' αυτό λόγους, στους οποίους δεν περιλαµβάνονται άλλοι, αναλογικά εµφανιζόµενοι από τις διατάξεις των άρθρων της Ε.Σ..Α., που κυρώθηκε εκ νέου από την Ελλάδα µε το Ν 53/1974, µεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρ. 6 για τη δίκαιη δίκη (ΑΠ 2071/2006). - Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγµατος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νοµικού συλλογισµού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγµατικό του κανόνα δικαίου που εφάρµοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννοµης προστασίας ως µη νόµιµη ή απαράδεκτη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιµά πραγµατικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 44/1990). - Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 του ΚΠολ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόµο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολ, αναψηλάφηση επιτρέπεται µόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται µόνο για τους επακριβώς καθορισµένους σ' αυτό λόγους. Ειδικότερα, µε τον αριθµό 1 του άνω άρθρου ορίζεται ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται µόνον αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, µεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί µε την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, αποφάσεις που αντιφάσκουν µεταξύ τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του άνω λόγου της αναψηλάφησης, µε την οποία πάντοτε προσβάλλεται η δεύτερη αντιφάσκουσα απόφαση δηλαδή η νεότερη (ΑΠ 1010/1994), είναι: α) Να υπάρχουν δύο τουλάχιστον τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου ή περισσοτέρων δικαστηρίων, που εκδόθηκαν στην ίδια δίκη ή σε δύο διαφορετικές δίκες επί διαφορετικών υποθέσεων που παράγουν δεδικασµένο για την ίδια έννοµη σχέση, β) Οι εν λόγω αποφάσεις να αντιφάσκουν µεταξύ τους, ώστε το διατακτικό της µίας να αναιρεί εκείνο της άλλης εν όλω ή εν µέρει (ΑΠ 2071/2006, 1010/1994). Αντίφαση στις αιτιολογίες δεν αρκεί, εκτός αν έχουν "προσόντα διατακτικού" (ΑΠ 43/1995, 1086/1992). γ) Οι αποφάσεις να εκδόθηκαν µεταξύ των ίδιων διαδίκων και εξ απόψεως ορίων δεδικασµένου να ταυτίζονται τόσο υποκειµενικά όσο και αντικειµενικά και δ) το υπάρχον δεδικασµένο κατά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της δεύτερης υπόθεσης από την πρώτη δίκη και επί της προηγούµενης απόφασης να µην προτάθηκε υπαιτίως ή ανυπαιτίως ούτε να ερευνήθηκε αυτεπαγγέλτως στη δεύτερη δίκη επί της δεύτερης υπόθεσης διότι αλλιώς δηµιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως (ΑΠ 1010/1994). Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη µε στοιχείο δ' προϋπόθεση είναι ενδεχόµενο να εµφανισθεί και στην περίπτωση που το δεδικασµένο από την πρώτη δίκη και υπόθεση προέκυψε µετά τη συζήτηση και την κατάθεση των προτάσεων της έφεσης επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης, πριν όµως να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή υπήρχε αντικειµενική αδυναµία του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασής του το υπάρχον τότε δεδικασµένο επί της πρώτης δίκης και υπόθεσης, αφού δεν είχε παραχθεί ακόµη κατά το χρόνο που έκλεισε η δικογραφία και προωθήθηκε στον Εισηγητή για την έκδοση της απόφασης, ώστε παραδεκτά προσβάλλεται µε αναψηλάφηση η αντιφάσκουσα δεύτερη (νεότερη) απόφαση. Αντίθετα, στην περίπτωση που η επί της πρώτης δίκης και υπόθεσης τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, εκδόθηκε χρονικά µετά την έκδοση της [43]

44 τελεσίδικης απόφασης επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης, δεν προσβάλλεται παραδεκτά εάν υφίσταται αντίφαση µεταξύ των δύο δεδικασµένων, η προηγηθείσα χρονικά τελεσίδικη απόφαση επί της δεύτερης δίκης και υπόθεσης µε την επίκληση της αντίφασης του δεδικασµένου της προς τη µεταγενέστερη (νεότερη) απόφαση που δεν υπήρχε όµως κατά την έκδοση της προσβαλλόµενης απόφασης. Τα προαναφερθέντα αιτιολογούνται και από την κατά τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολ έννοια του δεδικασµένου και τις προϋποθέσεις δηµιουργίας του κατά χρόνο µέσω της τελεσιδικίας της πρωτόδικης απόφασης που αυτοτελώς και χωρίς τις προϋποθέσεις της τελεσιδικίας δεν οδηγεί στη δηµιουργία δεσµευτικής κρίσης. Ειδικότερα, η απόφαση του Εφετείου, που δέχεται κατά τύπον και απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση ενσωµατώνει σ' αυτήν την πρωτόδικη απόφαση που προσβλήθηκε (ΟλΑΠ 40/1995), το ίδιο δε συµβαίνει και µε την απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ως ανυποστήρικτη (ΟλΑΠ 6/1990). ΚΠολ : 544, 559 αριθ. 14, 559 αριθ. 19, Αναψηλάφηση - Νέα κρίσιµα έγγραφα Αριθµός απόφασης: Αναψηλάφηση. Νέα κρίσιµα έγγραφα. - Κατά το άρθρο 544 αριθµ. 7 περ. α ΚΠολ. : "Αναψηλάφηση επιτρέπεται µόνο 1)...7)αν ο διάδικος, που ζητεί την αναψηλάφηση, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, µετά την έκδοση της προσβαλλόµενης απόφασης, νέα κρίσιµα έγγραφα, τα οποία δεν µπορούσε να τα προσκοµίσει εγκαίρως από ανώτερη βία...". Είναι δε "κρίσιµα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα νέα έγγραφα, όταν εξ αυτών προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγµατικού ισχυρισµού, που είχε προβληθεί στην διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εµφανές ότι η προσβαλλόµενη απόφαση είναι εσφαλµένη, και θα µπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, αν τα έγγραφα είχαν τεθεί υπόψιν του δικαστηρίου (ΑΠ 1264/2004). ΚΠολ : 544, Απόδειξη - Αποδεικτικά µέσα - ιαδικασία µισθωτικών διαφορών Αριθµός απόφασης: ιαδικασία µισθωτικών διαφορών. Ένορκες βεβαιώσεις. Έλλειψη νόµιµης βάσης. - Από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολ, µε την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου λαµβάνονται υπόψη, µόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούµενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασµό µε το άρθρο 270 παρ. 2 γ' ΚΠολ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 11 του Ν. 2915/2001 που καταλαµβάνει χρονικά την προκείµενη υπόθεση (άρθ. 15 Ν. 2943/2001) µε την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου ή προξένου [44]

45 λαµβάνονται υπόψη το πολύ τρεις... και από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα µε την οποία ορίζεται ότι τα άρθρα 1 έως 590 εφαρµόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών... προκύπτει, ότι στις εν λόγω διαδικασίες, στις οποίες εµπίπτει και εκείνη των µισθωτικών διαφορών, λαµβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να ορίζεται αριθµητικός τούτων περιορισµός (ΑΠ 522/1999). Εποµένως, στη διαδικασία των µισθωτικών διαφορών το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις των οποίων γίνεται επίκληση και για τη σύνταξη τους έχουν τηρηθεί οι προβλεπόµενες από το νόµο διατυπώσεις, έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθµητικά τις τρεις. Η γενική διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολ, όπως κατά τα ανωτέρω τροποποιήθηκε, δεν µπορεί να εφαρµοστεί, διότι στην πιο πάνω ειδική διάταξη του άρθ. 650 παρ. 1 εδ. γ' ορίζεται, για το επίµαχο θέµα, άλλως, µε το να µη τίθεται δηλαδή ο κατά τα ανωτέρω αριθµητικός περιορισµός και να µη αποκλείονται, εντεύθεν, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις (βλ. έτσι ΑΠ 160/2006). Σηµειώνεται ότι η ίδια αντιµετώπιση γίνεται στο πλαίσιο εφαρµογής του ταυτόσηµου άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠολ ισχύοντος στην εργατική διαδικασία (βλ. ΑΠ 188/2010). - Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθµός 19 του ΚΠολ η απόφαση δεν έχει νόµιµη βάση ιδίως όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισµού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγµατικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήµατος µε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν µπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριµένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρµόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρµόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόµιµη βάση, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίµηση των αποδείξεων (ΚΠολ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθµιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσµατος, αρκεί αυτό να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. ΚΠολ : 559 αριθ. 19, 590, 591, 650, 671, Απόφαση - Αλλοδαπές αποφάσεις Αριθµός απόφασης: εδικασµένο και εκτελεστότητα αλλοδαπών αποφάσων. - Από τη διάταξη του άρθρου 323 αριθ. 3 ΚΠολ, που έχει κατά το άρθρο 905 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα εφαρµογή και όταν πρόκειται για απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την αναγνώριση δεδικασµένου από τέτοια απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου είναι ότι, ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωµα της υπερασπίσεως και γενικά της συµµετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύµφωνα µε διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. Η στέρηση δικαστικής προστασίας και η απαγόρευση συµµετοχής στη δίκη, οσοδήποτε και εάν επεκτείνεται στους ηµεδαπούς και αλλοδαπούς, πρέπει να έχει τέτοια φύση και έκταση, ώστε, αν ληφθούν υπόψη οι ειδικές συνθήκες, να µην εµφανίζεται ο αλλοδαπός δικαστής ότι δίκασε άκριτους όλους εκείνους που είχαν έννοµο συµφέρον να ακουσθούν, είτε είναι είτε δεν είναι ιθαγενείς της Πολιτείας (βλ. ΑΠ 1383/1987 ΕΕΝ ). Εξάλλου, η αξιολογική κρίση για το αν οι [45]

46 πραγµατικές συνθήκες που συγκροτούν τη διαδικασία στο αλλοδαπό δικαστήριο, αποτελούν ή όχι τη νοµική έννοια της στερήσεως από το διάδικο που νικήθηκε από το δικαίωµα της υπερασπίσεώς του είναι νοµικό ζήτηµα και ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1383/1987 ο.π.). - Κατά τις διατάξεις των παρ (Ι) (α) και (ii) και 33.7 (Ι) (α) και (ii) της Ordinary Cause Rules 1993, Περί Πρωτοδικείων Σκωτίας, σε κάθε υπόθεση οικογενειακής φύσεως ο πρωτοδίκης δύναται ανά πάσα στιγµή να διατάσσει την κοινοποίηση της αγωγής περί πατρότητας τέκνων στα πρόσωπα που κρίνει ότι απαιτείται, και εφόσον αποφασίσει ο ενάγων (ή διαταχθεί) να κλητευθούν τρίτα πρόσωπα η κλήτευση αυτή γίνεται σε ένα συγγενή. ΚΠολ : 323, 905, Απόφαση - Ανάκληση µη οριστικής απόφασης Αριθµός απόφασης: Ανάκληση µη οριστικής απόφασης.παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Απαράδεκτοι και αυτεπάγγελτοι αναιρετικοί λόγοι. - Στο άρθρο 309 εδάφια α' και β' του ΚΠολ ορίζεται ότι: "Οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεµπίπτουσα αίτηση δεν µπορούν µετά τη δηµοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά µπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε µε πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται µόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει συµπληρωµατικές αποδείξεις είναι µη οριστική και ως τοιαύτη δύναται να ανακληθεί, είτε µε αίτηση του διαδίκου είτε αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο του ΚΠολ ιδρύεται, αν παρά το νόµο ανακλήθηκε οριστική απόφαση και όχι αν ανακλήθηκε έστω και εσφαλµένα µη οριστική απόφαση. - Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 ΚΠολ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθµίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωµάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Ο πρώτος, εποµένως, κατά το πρώτο µέρος του λόγος της αναίρεσης, µε τον οποίο, υπό την επίκληση αναιρετικής πληµµέλειας, κατ' ορθή εκτίµησή του, από τον αριθµό 1 (και όχι και από τους αριθµούς 8,11 και 12) του άρθρου 559 ΚΠολ, πλήττεται η προσβαλλόµενη απόφαση για παραβίαση των δικονοµικών διατάξεων των άρθρων 522, 513 παρ.2 και 309 περ.β' του ΚΠολ, περί µεταβιβαστικού αποτελέσµατος της έφεσης, περί εκκαλούµενων οριστικών αποφάσεων και περί ανάκλησης µη οριστικών αποφάσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. - Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολ προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισµός που τον στηρίζει είχε προταθεί και µάλιστα νοµίµως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόµενη απόφαση. Έτσι, ο αναιρεσείων, αν είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει να αναφέρει ότι είχε επαναφέρει τον ισχυρισµό του στο [46]

47 δευτεροβάθµιο δικαστήριο µε λόγο έφεσης και µάλιστα µε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων και όχι µε τις προτάσεις του. ΚΠολ : 309, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 15, 562, Ασφαλιστικά µέτρα - Ασφαλιστικά µέτρα νοµής ικαστήριο: Ειρηνοδικείο Σάµου Αριθµός απόφασης: 2 - Ασφαλιστικά µέτρα νοµής. Επείγουσα περίπτωση. Ο ισχυρισµός περί κινδύνου πρόκλησης µεταξύ των διαδίκων ερίδων και διαπληκτισµών από µόνος του δεν συνιστά «επείγουσα περίπτωση». Ο ισχυρισµός ότι µε το µπάζωµα στο οποίο προέβη η καθής διατρέχει η ιδιοκτησία των αιτούντων άµεσο κίνδυνο αφού όλα τα όµβρια ύδατα θα λιµνάζουν επ αυτής, συνιστά γεγονός µελλοντικό και αβέβαιο, ήτοι γεγονός που αναιρεί την εκδοχή του κατεπείγοντος και του επικείµενου κινδύνου. - Ο νόµος χαρακτηρίζει ως προσβολή κάθε αποβολή ή διατάραξη της νοµής που γίνεται παράνοµα και χωρίς τη θέληση (άρθρο 984 παρ. 1 ΑΚ) του νοµέα. Από την ΑΚ 984 παρ. 1 συνάγεται ότι εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νοµής είναι : α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνοµη, γ) χωρίς τη θέληση του νοµέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζηµία του νοµέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόµος. Αποβολή είναι κάθε πράξη που συνεπάγεται για το νοµέα ολική ή µερική απώλεια της νοµής του. Αποτελεί καθολική προσβολή της νοµής, αφού συνεπεία αυτής ο νοµέας στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία (έστω και σε µέρος) του πράγµατος. Έτσι αποβολή συνιστά π.χ. η κλοπή κινητού, η βίαιη ή λαθραία κατάληψη ακινήτου, η επίµονη και αδικαιολόγητη άρνηση του κατόχου να αποδώσει το πράγµα στο νοµέα µετά τη λήξη της έννοµης σχέσης, η εν µέρει ανοικοδόµηση στο γειτονικό ακίνητο (ΑΚ1010), η κατάληψη µέρους του γειτονικού ακινήτου µε µετάθεση των ορίων. Χαρακτηριστικό της αποβολής είναι, ότι ο µέχρι τώρα νοµέας χάνει πλήρως τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγµα ή σε µέρος αυτού. Πότε συµβαίνει αυτό θα κριθεί σύµφωνα µε τις αντιλήψεις των συναλλαγών ενόψει και των περιστάσεων της συγκεκριµένης περίπτωσης. Έτσι ως αποβολή πρέπει να χαρακτηριστεί π.χ. η περίφραξη ξένου οικοπέδου, η κατά την περίφραξη του δικού µου οικοπέδου κατάληψη και τµήµατος από το ξένο (µερική αποβολή), η παρεµπόδιση του νοµέα να µπει στο κτήµα του, το κλείδωµα της οικοδοµής ή του διαµερίσµατος ώστε να µην µπορεί να εισέλθει ο νοµέας. ιατάραξη είναι κάθε παρεµπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγµα που δεν φτάνει µέχρι την αποβολή. Αποτελεί µερική προσβολή της νοµής, γιατί ο νοµέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιµότητες του πράγµατος. - Η διατάραξη µπορεί να επέλθει µε πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγµα (π.χ. περνά µέσα από το ξένο χωράφι ή κόβει καρπούς από αυτό), είτε εµποδίζει το νοµέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγµα (π.χ. παρεµποδίζει το νοµέα να αντλήσει νερό από το πηγάδι του), ή µε παράλειψη, όταν ο διαταράσσων παραλείπει κάτι που οφείλει να πράξει (π.χ. ο κύριος οικοδοµής παραλείπει - µολονότι υποχρεούται σύµφωνα µε το άρθρο 1026 Α.Κ.- να επισκευάσει τη στέγη της µε αποτέλεσµα να πέφτουν τα βρόχινα νερά στο οικόπεδο του γείτονα), (βλ. σχετικά Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου «Αστικός Κώδικας» V, άρθρο 984, αριθµ. 1-3 και 5 σελ , Β. Βαθρακοκοίλη «Αναλυτική Ερµηνεία - Νοµολογία [47]

48 Αστικού Κώδικα» έκδοση 1994, άρθρο 984 σελ. 1393, του ιδίου «ΕΡΝΟΜΑΚ» Αθήνα 2007, άρθρο 984 αριθµ. 6 και 9 σελ ). - Κατά το άρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολ τα ικαστήρια σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείµενος κίνδυνος µπορούν να διατάξουν ασφαλιστικά µέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώµατος ή τη ρύθµιση µιας κατάστασης και να τα µεταρρυθµίζουν ή να τα ανακαλούν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να ληφθούν ασφαλιστικά µέτρα πρέπει, εκτός από την ύπαρξη δικαιώµατος του ουσιαστικού δικαίου να υπάρχει «επείγουσα περίπτωση» ή «επικείµενος κίνδυνος». Επείγουσα περίπτωση νοείται εκείνη που χρειάζεται άµεση ρύθµιση µε δικαστική παρέµβαση, όπως συµβαίνει όταν η πάροδος του χρόνου µέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής πρόκειται να φέρει ουσιώδη βλάβη οποιασδήποτε εκτάσεως στην υλική φύση του αντικειµένου, ενώ επικείµενος κίνδυνος υπάρχει όταν η απειλούµενη βλάβη από στιγµή σε στιγµή επικρέµεται επί του πράγµατος, ή των διαδίκων. Η προσωρινή ρύθµιση της νοµής, ειδικότερα, στα πλαίσια των άρθρων 733, 734 ΚΠολ, προϋποθέτει τη συνδροµή επείγουσας ανάγκης να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η εξουσίαση του κρίσιµου αντικειµένου και δεν αποτελεί αστυνοµικό µέτρο, ώστε να δικαιολογείται από µόνο τον απειλούµενο «κίνδυνο διαπληκτισµών και έριδων των διαδίκων», (βλ. Κ. Μπέης Ασφ. Μέτρα έκδοση 1976 σελ. 22, Α.Π. 127/1973 ΝοΒ 21, 890). Στην έννοια, εποµένως, της «επείγουσας περίπτωσης» δεν περικλείεται, καταρχήν και ο κίνδυνος συγκρούσεων και διαπληκτισµών αφού από τον κίνδυνο αυτό δεν µπορεί να επέλθει βλάβη του επίδικου δικαιώµατος. Συνήθως δε η επίκληση στις αιτήσεις ασφαλιστικών µέτρων νοµής, του κινδύνου διαπληκτισµών και συγκρούσεων, σε αντίθεση προς το προϊσχύον- δίκαιο που οριζόταν ρητώς η συνδροµή του, είναι νοµικώς αβάσιµος ισχυρισµός, (ΠΠΛαρ 67/1999 ό.π.) - εν πιθανολογήθηκαν συγκεκριµένα περιστατικά ύπαρξης επικείµενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης για τη λήψη των ζητούµενων ασφαλιστικών µέτρων, ούτε ότι η πάροδος του χρόνου µέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στο ακίνητο των αιτούντων ή θα παραβλάψει το αξιούµενο δικαίωµα νοµής τους επί του επιδίκου τοίχου, ούτε ότι επίκειται οποιαδήποτε βλάβη του επίδικου τοίχου ή των διάδικων µερών και ιδίως δεν πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες έχουν επείγουσα ανάγκη χρήσης του επιδίκου τοίχου αλλά πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες αποβλέπει στην προστασία των εµπράγµατων δικαιωµάτων τους, χωρίς όµως να πληρούνται και οι λοιπές προαναφερόµενες προϋποθέσεις του νόµου για τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων. Ο ισχυρισµός δε των αιτούντων περί κινδύνου πρόκλησης µεταξύ των διαδίκων ερίδων και διαπληκτισµών, σύµφωνα µε τα εκτιθέµενα στο νοµικό µέρος της απόφασης, από µόνος του δεν συνιστά «επείγουσα περίπτωση», που να δικαιολογεί, κατά τα προαναφερθέντα άρθρα του ΚΠολ τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων για την προστασία της νοµής των αιτούντων. Επιπλέον ο ισχυρισµός ότι µε το µπάζωµα στο οποίο προέβη η καθής διατρέχει η ιδιοκτησία των αιτούντων άµεσο κίνδυνο αφού όλα τα όµβρια ύδατα θα λιµνάζουν επ αυτής, συνιστά γεγονός µελλοντικό και αβέβαιο, ήτοι γεγονός που αναιρεί την εκδοχή του κατεπείγοντος και του επικείµενου κινδύνου. ΑΚ: 984, 1010, 1026, ΚΠολ : 682, 733, 734, εδικασµένο - Αδικοπραξία Αριθµός απόφασης: 519 [48]

49 - Αδικοπραξία. εδικασµένο. - Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολ προκύπτει ότι, στην περίπτωση αδικοπραξίας από την οποία επήλθε βλάβη του σώµατος ή της υγείας προσώπου, η τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί προηγούµενης αγωγής αποζηµιώσεως του ζηµιωθέντος, στηριζοµένης στην αυτή αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασµένο στη νέα δίκη, µε την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζηµιώσεως για µεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την υπαιτιότητα του εναγοµένου ή του προστηθέντος προσώπου, τη συνδροµή ή µη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις ζηµίες τις οποίες αυτός υπέστη κατά τη διάρκεια του χρόνου της προηγουµένης αγωγής. εν αποτελεί όµως δεδικασµένο για τις απαιτήσεις µεταγενεστέρου χρόνου, κατά τη διάρκεια του οποίου είναι δυνατό να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να αναδίδει ζηµιογόνες συνέπειες, που δεν προβλήθηκαν µε την προηγούµενη αγωγή (ΑΠ 867/88 Ελ νη ) Οι µεταγενέστερες αυτές απαιτήσεις του ζηµιωθέντος αποτελούν αντικείµενο ιδίων αποδείξεων, το δε δικαστήριο, µη δεσµευόµενο από το δεδικασµένο της προγενέστερης απόφασης, µπορεί να δεχθεί διαφορετική αναλογική σχέση των µεγεθών µεταξύ των αποδοχών του ζηµιωθέντος και της επιδικαστέας αποζηµίωσης, από εκείνη που δέχθηκε η προηγούµενη τελεσίδικη απόφαση για τον προηγούµενο χρόνο (ΑΠ 211/ ). ΚΠολ : 322, 324, 331, εδικασµένο - εδικασµένο σε περίπτωση µεταβολών του νοµοθετικού καθεστώτος Αριθµός απόφασης: Εργασιακές σχέσεις. εδικασµένο. Αλλαγή του νοµοθετικού καθεστώτος. εδικασµένο για µέρος απαίτησης. - Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασµένο και όταν το αντικείµενο της νέας δίκης που διεξάγεται µεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό µεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όµως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συµβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νοµικό ζήτηµα µε αυτό που κρίθηκε στην προηγουµένη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιµο για τη µεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει µεταβολή του νοµικού καθεστώτος που διέπει την έννοµη σχέση ή τις έννοµες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούµενη για την ενεργοποίηση του δεδικασµένου ταυτότητα νοµικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννοµες συνέπειες, όπως είναι η σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεµελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, ΣΣΕ ή.α, το δεδικασµένο των αποφάσεων που κρίνουν επιµέρους αξιώσεις του µισθωτού, ως έννοµες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννοµης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νοµοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιµο χρόνο, θα παραµείνει αναλλοίωτο και στο µέλλον. [49]

50 - Από το συνδυασµό των παραπάνω διατάξεων του ΚΠολ και εκείνων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 και 559 αριθ. 9 ΚΠολ προκύπτει ότι αν µε αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη µέρος µόνο µιας απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασµένο (από τη θετική και αρνητική λειτουργία του) γεννιέται µόνο ως προς το µέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού. Στη περίπτωση αυτή ο δικαιούχος µπορεί µε µεταγενέστερη αγωγή να ζητήσει το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασµένο. Αν όµως µε την προγενέστερη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε έκρινε για το όλον της απαιτήσεως, τότε αποκλείεται µε νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο µέρος της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ότι η απαίτηση ήταν αυτή που επιδικάστηκε (ΟλΑΠ 1/2003). ΚΠολ : 106, 216, 321, 322, 324, 331, 559 αριθ. 9, ιαδικασία διαφορών από ζηµιές αυτοκινήτων - Χρόνος προβολής αυτοτελών ισχυρισµών Αριθµός απόφασης: ιαδικασία αυτοκινήτων. Προβολή ενστάσεων κατά την προσφορική διαδικασία. Παρά το νόµο µη κήρυξη ακυρότητας. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζηµίες από αυτοκίνητο όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισµούς τους, όπως είναι και η ένσταση συνυπαιτιότητας, προφορικά κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισµοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά µε σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεµελιώνουν (άρθρ. 262 ΚΠολ ). Απαιτείται δε σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισµών που ως γενόµενο κατά τη συζήτηση σηµειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 637/2009, ΑΠ 1966/2008). - Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολ προκύπτει ότι η παρά το νόµο κήρυξη ή µη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στις δικονοµικές αποκλειστικώς ακυρότητες, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόµιµες κυρώσεις, απαγγελόµενες για την παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθµίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 1331/1995). - Το Εφετείο εξετάζοντας σχετικό λόγο έφεσης δέχθηκε ότι "...οι εναγόµενοι µε τις προτάσεις τους στο Πρωτόδικο ικαστήριο προέβαλαν νοµίµως την ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, ανεξαρτήτως του ότι δεν το ανέφεραν στα πρακτικά, αφού για την παραδεκτή προβολή της ένστασης συνυπαιτιότητας αρκεί αυτή να περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του ενισταµένου εφόσον κατατίθενται εµπρόθεσµα χωρίς να απαιτείται να γίνεται προφορική διατύπωση της ένστασης και καταχώρησής της στα πρακτικά...". Έτσι το Εφετείο, µε την αναφεροµένη παραδοχή του, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολ πληµµέλεια, η οποία προβάλλεται από την αναιρεσείουσα µε τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Εποµένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός. ΚΠολ : 115, 237, 256, 269, 527, 559 αριθ. 14, 666, 667, 670 έως 676, 681Α, [50]

51 ιάδικοι - Ικανότητα διαδίκου Αριθµός απόφασης: Ικανότητα διαδίκου. Συγχώνευση εταιρειών. Προθεσµία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης του πρωτοβάθµιου πολιτικού δικαστηρίου. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Σύµφωνα µε το άρθρο 62 ΚΠολ "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείµενο δικαιωµάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος". Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ "το νοµικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόµος", ενώ η διάλυση του νοµικού προσώπου δεν θίγει την ικανότητά του να είναι υποκείµενο δικαιωµάτων και υποχρεώσεων- άρα και της έννοµης σχέσης της δίκης- αφού κατ' άρθρο 72 ΑΚ, µόλις το νοµικό πρόσωπο διαλυθεί βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση, ωσότου δε περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η, κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 313 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "µπορεί να επιδιωχθεί µε αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας µιας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νοµικού προσώπου". Περαιτέρω, στην περίπτωση συγχώνευσης ανωνύµων εταιριών, που επέρχεται είτε µε τη σύσταση νέας εταιρίας είτε µε απορρόφηση είτε µε εξαγορά της µιας από την άλλη, ορίζει το άρθρο 75 του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 11 Π 498/1987 (ΦΕΚ Α' 236), ότι: "1.Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύµων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καµία άλλη διατύπωση... τα ακόλουθα αποτελέσµατα: α) η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούµενων εταιριών και η µεταβίβαση αυτή εξοµοιώνεται µε καθολική διαδοχή... γ) οι απορροφούµενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν... 2) Οι εκκρεµείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ' αυτής, χωρίς καµία ειδικότερη διατύπωση από µέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της". Η έννοια της, κατά τα άνω συγχώνευσης, είναι ότι µε αυτή, η συγχωνευόµενη εταιρία παύει να υφίσταται χωρίς να µεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανιζόµενη ως υποκείµενο δικαιωµάτων και υποχρεώσεων και ότι η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων, συνεχίζει τις εκκρεµείς δίκες (πρβλ. ΟλΑΠ 12/1999). - Το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται µόνο κατά των αποφάσεων που δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ερηµοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ερηµοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασµένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί µε το ένδικο µέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθµιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκείµενη περίπτωση, αντιµωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθµια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσµία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωµα προς άσκηση της έφεσης ή διότι αυτός έχει [51]

52 παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσµία προς άσκησή της. Η προθεσµία της αναίρεσης, που κατ' άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολ, είναι τριάντα ηµέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ηρεµεί όσο διαρκεί η προθεσµία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αφού περάσει η προθεσµία της έφεσης, που είναι, στην περίπτωση που επιδόθηκε η πρωτόβαθµη απόφαση, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολ, τριάντα ηµέρες. ηλαδή η προθεσµία της αναίρεσης είναι συνολικά εξήντα ηµέρες τριάντα ηµέρες για να περάσει η προθεσµία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η πρωτόβαθµη απόφαση και άλλες τριάντα ηµέρες από την ηµέρα που έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί µέσα στην προθεσµία αυτή η αναίρεση. ΑΚ: 61, 72, ΚΠολ : 62, 73, 313, 518, 553, 564, Νόµοι: 2190/1920, άρθ. 75, ιάδικοι - Ικανότητα διαδίκου ικαστήριο: Εφετείο Λάρισας Αριθµός απόφασης: Ικανότητα διαδίκου. Εκκρεµείς δίκες, στις οποίες διάδικο µέρος είναι ΟΤΑ πρώτου βαθµού που συνενώνεται. - Κατά το άρθρο 62 ΚΠολ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείµενο δικαιωµάτων και υποχρεώσεων, την οποίαν όµως ικανότητα δεν έχει το φυσικό µεν πρόσωπο µετά το θάνατό του (άρθρα 34 και 35 ΑΚ), το νοµικό δε πρόσωπο, ιδιωτικού ή δηµοσίου δικαίου, αφότου τούτο κατά νόµο έπαυσε να υπάρχει. Το τελευταίο, προκειµένου περί ΝΠ, µπορεί να γίνει και µε την κατάργηση αυτού µε νόµο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως εάν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση, ενόψει και του άρθρου 313 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο µπορεί να επιδιωχθεί µε αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση ανυπαρξίας δικαστικής αποφάσεως, εάν αυτή εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου (ΑΠ 868/2001 Ελ νη 2002 σελ. 719). Περαιτέρω, το άρθρο 1 του ν. 3852/2010, η ισχύς του οποίου αρχίζει από (άρθρο 286), ορίζει τα εξής: «1. Οι δήµοι είναι αυτοδιοικούµενα κατά τόπο νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου και αποτελούν τον πρώτο βαθµό τοπικής αυτοδιοίκησης. 2. Οι πρωτοβάθµιοι οργανισµοί τοπικής αυτοδιοίκησης συνιστώνται ανά νοµό ως εξής:...45.νομοσ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Α. Συνιστώνται οι κατωτέρω δήµοι: ήµος Φαρκαδόνας µε έδρα τη Φαρκαδόνα αποτελούµενος από τους δήµους α. Οιχαλίας β. Πελλιναίων και γ. Φαρκαδόνας, οι οποίοι καταργούνται...". Επίσης, σύµφωνα µε το άρθρο 283 παρ. 1 του ίδιου νόµου, «οι δήµοι που συνιστώνται µε το άρθρο 1 υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας τους και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα ενοχικά και εµπράγµατα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των δήµων και κοινοτήτων που συνενώνονται, στα οποία περιλαµβάνονται και τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνείς συνεργασίες. Οι εκκρεµείς δίκες, στις οποίες διάδικο µέρος είναι ΟΤΑ πρώτου βαθµού που συνενώνεται, συνεχίζονται από το νέο δήµο αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για καθεµία από αυτές». Εποµένως, µετά την , αφότου παύουν να υπάρχουν ως νοµικά πρόσωπα οι καταργηθέντες (συνενωθέντες) δήµοι, οιονεί καθολικοί διάδοχοι αυτών είναι οι συνιστώµενοι νέοι δήµοι, οι οποίοι συνεχίζουν τις εκκρεµείς δίκες χωρίς καµία άλλη [52]

53 διατύπωση. ιαφορετικά οι διαδικαστικές πράξεις που τυχόν ενεργήθηκαν µετά την κατάργησή τους απ αυτούς, δηλαδή του καταργηθέντες δήµους, (λ.χ. η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η παράσταση στο ακροατήριο) κηρύσσονται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες (Ν. Νίκας, Πολιτική ικονοµία Ι, 2003, παρ. 22.4, σελ. 297). ΑΚ: 34, 35, ΚΠολ : 62, 313, Νόµοι: 3852/2010, άρθ. 45, 283, ιαταγή Πληρωµής - Έκδοση από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασµού Αριθµός απόφασης: 35 - ιαταγή πληρωµής. Έκδοση από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασµού. Απόσπασµα βιβλίων. - Κατά το άρθρ. 623 ΚΠολ, µπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωµής για χρηµατικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόµενο ποσό αποδεικνύονται µε δηµόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρ. 626 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωµής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραµµατεία του δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. ιαταγή πληρωµής µπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασµού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύµβαση του αλληλόχρεου λογαριασµού, η κίνησή του, το κλείσιµο και το κατάλοιπο αυτού. Εξ άλλου η περιλαµβανόµενη στη σύµβαση παροχής πίστωσης µε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασµό ειδική συµφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιµο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασµα των εµπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονοµική σύµβαση. Το απόσπασµα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιµο του λογαριασµού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού µέσου µε ισχύ ιδιωτικού εγγράφου (άρθρ. 441 αριθ. 1 ΚΠολ ), το δε αντίγραφο αυτού έχει αποδεικτική δύναµη ίση µε το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρµόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449 παρ. 1 ΚΠολ, 52 Ν 3026/1952, 14 Ν. 1599/1986). Αντίθετα δεν αρκεί για να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναµη µόνη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρµόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας. Στην περίπτωση όµως των µηχανογραφικώς τηρούµενων εµπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσµατος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική µορφή εντός του υπολογιστή, εφόσον η γνησιότητα της εκτύπωσης βεβαιώνεται από τον υπάλληλο που την ενήργησε, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει στα χέρια της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχοµένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσµατος των βιβλίων της. Εποµένως στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρµόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 578/2005, ΑΠ 902/2006, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 570/2010). ΚΠολ : 623, 624, 634, * ΕΕµπ 2011, σελίδα 340 * ΕΕ 2011, σελίδα 806 [53]

54 ιαταγή Πληρωµής - Στοιχεία αίτησης & στοιχεία απόφασης ικαστήριο: Μονοµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αριθµός απόφασης: Έτος: Στοιχεία διαταγής πληρωµής. ΓΟΣ. - Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η διαταγή πληρωµής περιλαµβάνονται βάσει του άρθρου 630 περ. γ' και δ' ΚΠολ, η αιτία της πληρωµής και το ποσό των χρηµάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι καθώς η διαταγή πληρωµής µη όντας δικαστική απόφαση αλλά µόνο τίτλος εκτελεστός δεν απαιτείται να περιλαµβάνει πλήρεις και εµπεριστατωµένες αιτιολογίες, αρκεί ο συνοπτικός προσδιορισµός του γενεσιουργού λόγου, κατά τρόπον ώστε να µη δηµιουργείται αµφιβολία για την ταυτότητά του και δεν απαιτείται περιγραφή όλων των περιστατικών που τον συνθέτουν (ΑΠ 1215/1995, Ελ νη 1997, 1793, ΑΠ 54/1990, Ελ νη 1991, 62, Εφ υτμακ 151/1995, ΕΕµπ 1996, 336, ΕφΘεσ 2428/1998, Αρµ 1998, 1501, Κεραµέα- Κονδύλη- Νίκα, Πολιτική ικονοµία, άρθρο 630, αριθ. 4). Η αναφορά του καταβλητέου ποσού χρηµάτων είναι αναγκαία για την πλήρωση της προϋπόθεσης προς αναγκαστική εκτέλεση (916), καθόσον για να γίνει αυτή πρέπει να προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο το ποσό της παροχής. Πρέπει µε το ποσό να προστίθενται, αν υπάρχει αίτηµα, και οι τόκοι, αλλά όχι µε συνυπολογισµό του ορισµένου ποσού αυτών, αλλά µε την προσθήκη της λέξης «νοµιµοτόκως» και του προσδιορισµού του χρόνου έναρξης αυτών (ΕφΑθ 5900/2006, ΕΕ 2007, 327, ΕφΑθ 8093/1983, 16, 1012, Βαθρακοκοίλης, Πολιτική ικονοµία, άρθρο 630, αριθ. 2, Σ. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωµής, σελ. 43, υποσηµ 61). - Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών» όπως ισχύει µετά την αντικατάστασή του µε το άρθρο 10 παρ. 24 β' του Ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ) δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθµό µελλοντικών συµβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσµα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των συµβαλλοµένων µερών σε βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύµβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συµβάσεως ή άλλης συµβάσεως από την οποία εξαρτάται. Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου καταχρηστικοί είναι (ενδεικτικά) οι ΓΟΣ που µεταξύ άλλων...ε) επιφυλάσσουν στον προµηθευτή το δικαίωµα µονοµερούς λύσεως ή τροποποιήσεως της συµβάσεως χωρίς ορισµένο ειδικό και σπουδαίο λόγο. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, µε τα αναφερόµενα σ' αυτές κριτήρια για την κρίση της ακυρότητας ή µη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, λαµβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συµφέρον του καταναλωτή, µε συνεκτίµηση όµως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύµβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των συµβαλλοµένων µερών. Οι ΓΟΣ πρέπει σύµφωνα µε την αρχή της διαφάνειας να παρουσιάζουν τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των µερών κατά τρόπο ορισµένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005, ΕφΛαρ 298/2008, ΕΕµπ ). ΚΠολ : 630, 632, [54]

55 Νόµοι: 2251/1994, άρθ. 2, Νόµοι: 2741/1999, άρθ. 10, ηµοσίευση: INLAW 2010 ικαστές - Αίτηση εξαίρεσης Αριθµός απόφασης: Εξαίρεση δικαστών. Επανάληψη συζήτησης. - Κατά το άρθρο 55 παράγραφοι 1 και 4 ΚΠολ, "δικαστές πολυµελών δικαστηρίων και εισαγγελείς, αν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον πρόεδρο του δικαστηρίου. Το δικαστήριο αποφασίζει χωρίς τη συµµετοχή εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση και χωρίς συζήτηση στο ακροατήριο". Συνεπώς, νόµιµα φέρεται στο ικαστήριο τούτο, που συνεδριάζει ως συµβούλιο, η από 2 εκεµβρίου 2010 δήλωση κωλύµατος (αυτοεξαίρεσης), που υποβλήθηκε στον πρόεδρο αυτού του πολιτικού τµήµατος του Αρείου Πάγου ( ' Τµήµα) από την υπηρετούσα στο ίδιο τµήµα αυτού του ικαστηρίου αρεοπαγίτη Βασιλική Θάνου, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. - Από τις συνδυασµένες διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1 περ στ' ΚΠολ και 6 παρ. 1 της ΕΣ Α, που υπηρετούν πρωτίστως την αµεροληψία της δικαιοσύνης, σαφώς προκύπτει, ότι οι δικαστές µπορεί να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, αν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια µεροληψίας και ιδίως αν έχουν µε κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα. Η δήλωση αυτού του κωλύµατος δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισµό και µπορεί να γίνει και στη διάσκεψη της υπόθεσης για την έκδοση της σχετικής απόφασης, οπότε αν αποφασισθεί η έξοδος του εξαιρετέου από τη σύνθεση δικαστή το δικαστήριο οφείλει να απόσχει από την εκδίκαση της υπόθεσης. ΚΠολ : 52, 55, ΕΣ Α: 6, ικαστές - Αίτηση εξαίρεσης Αριθµός απόφασης: Απορρίπτεται η αίτηση εξαίρεσης. ΚΠολ : 55, 58, ικηγόροι - Κατάθεση Αναίρεσης στο Εφετείο από δικηγόρο άλλης περιφέρειας Αριθµός απόφασης: Κατάθεση Αναίρεσης στο Εφετείο από δικηγόρο άλλης περιφέρειας. [55]

56 - Κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 2 και 486 του ΚΠολ το ένδικο µέσο της αναίρεσης ασκείται µε δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραµµατεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόµενη απόφαση, για την κατάθεση δε αυτή συντάσσεται έκθεση στο ειδικό βιβλίο, την οποία υπογράφει ο καταθέτων, ενώ στο δικόγραφο, που κατατίθεται, σηµειώνεται ο αριθµός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται µε την υπογραφή εκείνου, που συντάσσει την έκθεση. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νοµίµως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολ ). - Μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων, που πρέπει να συντρέχουν για την έγκυρη γένεση και διεξαγωγή της δίκης περιλαµβάνεται και η ικανότητα προς το δικολογείν, περί της οποίας προβλέπει το άρθρο 94 του ΚΠολ. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, µε εξαίρεση τις αναφερόµενες περιπτώσεις, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος απαιτείται να έχει την ικανότητα προς επιχείρηση της συγκεκριµένης διαδικαστικής πράξης, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα περί ικηγόρων (ν.δ. 3026/1954). Αν, εποµένως, ασκηθεί ένδικο µέσο από διάδικο κατά απόφασης µε δικηγόρο που δεν επιτρέπεται κατά τον Κώδικα περί ικηγόρων να το ασκήσει, το ένδικο αυτό µέσο είναι απαράδεκτο, ανεξαρτήτως βλάβης του αντιδίκου και δεν αίρεται το απαράδεκτο µε την εκ των υστέρων συµµετοχή του ασκήσαντος το ένδικο µέσο στη σχετική δίκη προς υποστήριξη του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 4 του Κώδικα περί ικηγόρων, όπως ισχύει µετά τον ιδρυτικό του Εφετείου Πειραιώς N. 662/1977 παρ' Αρείω Πάγω δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, των Εφετείων Αθηνών και Πειραιώς, των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πειραιώς και των Ειρηνοδικείων, που βρίσκονται στις περιφέρειες τους, ενώ στα υπόλοιπα δικαστήρια του Κράτους δικαιούται να παρίσταται, αφού συµπράξει µε δικηγόρο, που είναι διορισµένος στα δικαστήρια αυτά. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται στο δικηγόρο να δικηγορεί σε άλλο δικαστήριο, πέρα από την περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου, στον οποίον ανήκει. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο δικηγόρος, που είναι παρ' Αρείω Πάγω και ανήκει στο ικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ή Πειραιώς, έχει τη δυνατότητα να υπογράψει αίτηση αναίρεσης, αφού αυτή απευθύνεται προς το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ενώπιον του οποίου δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις. εν επιτρέπεται όµως σε αυτόν η κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στη γραµµατεία Εφετείου άλλου από εκείνα των Αθηνών και Πειραιώς, αφού συνιστά διαδικαστική πράξη, που ενεργείται σε δικαστήριο περιφέρειας άλλου δικηγορικού συλλόγου, εκτός αν συµπαρίσταται και ενεργεί την κατάθεση µαζί µε δικηγόρο του οικείου συλλόγου (ΑΠ 1332/2007, 368/2007, 284/2005, 786/2003 κ.α.). ΚΠολ : 94, 495, Κωδ ικ: 44, 54, Ν : 3026/1954, 44, 54, Ενστάσεις ΚΠολ & ΑΚ - Ένσταση πλαστότητας ικαστήριο: Εφετείο Λάρισας Αριθµός απόφασης: Ανακοπή κατά διαταγής πληρωµής. Ένσταση πλαστότητας. [56]

57 - Από τις διατάξεις των άρθρων 460, 461, 463 ΚΠολ προκύπτει ότι, για να είναι παραδεκτός ο ισχυρισµός πλαστότητας δηµόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, όπως είναι, µεταξύ άλλων, η τραπεζική επιταγή και η συναλλαγµατική, απαιτείται αυτός που προβάλλει τον ισχυρισµό πλαστότητας, να αναφέρει ονοµαστικά τους µάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά µέσα και να προσκοµίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, (βλ. ΟλΑΠ 23/1999 Ελ νη 41.30, ΑΠ 151/1999 Ελ νη , ΑΠ 188/1999 Ελ νη ). Ο περιορισµός αυτός, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολ ρυθµίζει κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας για την πλαστότητα εγγράφου που προσβάλλεται παρεµπιπτόντως σε εκκρεµή δίκη, εφαρµόζεται, µόνο όταν ο ισχυρισµός πλαστότητας προβάλλεται µε ένσταση ή µε παρεµπίπτουσα αγωγή, καθόσον τείνει να αποτρέψει τη στρεψοδικία και την παρέλκυση εκκρεµούς δίκης, στη διάρκεια της οποίας προσκοµίστηκε ως αποδεικτικό µέσο το έγγραφο που προσβάλλεται ως πλαστό. Επειδή όµως ο ισχυρισµός αυτός δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωµα κήρυξης εγγράφου ως πλαστού, δεν ισχύει η υποχρέωση αυτή, όταν η πλαστότητα του εγγράφου προτείνεται µε κύρια (αυτοτελή) αναγνωριστική αγωγή, στην οποία έχουν εφαρµογή οι κοινοί κανόνες των άρθρων 216, 270 ΚΠολ, (βλ. ΟλΑΠ 23/1999, ΑΠ 151/1999). Ο πιο πάνω περιορισµός ως προς τον τρόπο παραδεκτής προβολής και απόδειξης του ισχυρισµού πλαστότητας ισχύει, επίσης, όταν αποτελεί λόγο ανακοπής που άσκησε, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου ΚΠολ, ο καθ ου η διαταγή πληρωµής, βασισµένη σε πιστωτικό τίτλο, διότι µε τον τρόπο αυτό προβάλλεται µε ένσταση η πλαστότητα του πιστωτικού τίτλου, όπως είναι η επιταγή και η συναλλαγµατική, (βλ. ΕφΑθ 1541/2000 Ελ νη , ΕφΘες 466/1990 Αρµ. ΜΕ.382). Μεταγενέστερη συµπλήρωση του ισχυρισµού πλαστότητας ως προς τα ανωτέρω στοιχεία (ονοµαστική αναφορά µαρτύρων και άλλων αποδεικτικών µέσων και προσκοµιδή αποδεικτικών εγγράφων) και, µάλιστα, στη συζήτηση της ανακοπής µε δήλωση του ανακόπτοντος, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ή µε την υποβολή έγκλησης, δεν αίρει τον χαρακτήρα του ισχυρισµού ως απαραδέκτου, (βλ. ΕφΑθ 1541/ 2000, ΕφΘεσ- 466/1990). - Στον ισχυρισµό του εκδότη ή λήπτη ή οπισθογράφου επιταγής ή αποδέκτη συναλλαγµατικής ότι είναι πλαστή η υπογραφή του που υφίσταται στο αξιόγραφο, εµπεριέχεται εννοιολογικά, ως έλασσον, η εκ µέρους αυτού άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής του. Η αµφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής φέρει τον χαρακτήρα ένστασης, όταν πρόκειται για πιστωτικούς τίτλους, στους οποίους παρατηρείται απόκλιση από όσα ισχύουν στα λοιπά ιδιωτικά έγγραφα, (βλ. άρθρο ΚΠολ ), επειδή υπάρχει ανάγκη να εξασφαλιστεί η κυκλοφορία του τίτλου και να προστατευθούν οι συναλλαγές, και αυτός που αµφισβητεί τη γνησιότητα της υπογραφής του, φέρει το βάρος να αποδείξει τη βασιµότητα του ισχυρισµό του, (βλ. ΕφΑθ 1541/2000, ΕφΠειρ 284/1999 ΕΕµπ ΝΑ.92, ΕφΘεσ 466/1990). Από αυτό έπεται ότι, αν ο ισχυρισµός πλαστότητας της υπογραφής δεν υποβληθεί παραδεκτά, πρέπει να ερευνάται ο ελάσσων ισχυρισµός, ο οποίος περιέχεται στον ισχυρισµό πλαστότητας, ότι δεν είναι γνήσια η υπογραφή του ανακόπτοντος, η οποία υπάρχει στον πιστωτικό τίτλο. Το βάρος απόδειξης αυτού του ισχυρισµού, ο οποίος αποτελεί ένσταση, φέρει ο ανακόπτων, (βλ. ΕφΑθ 1541/2000, ΕφΘεσ 466/1990, ΕφΛαρ 368/2002 Ελ νη , ΕφΠειρ 156/2004 ΤΝΠ-Νόµος, ΕφΑθ 6485/2006 Ελ νη ). ΚΠολ : 216, 270, 460, 461, 463, 632, Επαναφορά πραγµάτων - Κατόπιν έφεσης ή αναίρεσης της εκτελεσθείσας απόφασης [57]

58 ικαστήριο: Εφετείο Πειραιά Αριθµός απόφασης: 369 Έτος: Επαναφορά στην κατάσταση που υπήρχε πριν απ την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε. Ερηµοδικία εκκαλούντος στο δικαστήριο παραποµπής. Αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 24 του υπ αριθ. 44/2001 Κανονισµού του Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. - Κατά µεν το άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν απ την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραποµπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται µε κλήση µέσα στα όρια που διαγράφονται µε την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, µη παράγουσα δεδικασµένο επί οποιουδήποτε ζητήµατος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει µε σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισµένο ή ορισµένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς µερικούς µόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007 ΝοΒ ). Συνεπώς, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, στο σύνολό της, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών µε την αρµοδιότητα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, µε συνέπεια ν αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το εφετείο (ΑΠ 778/2009, ΑΠ 1220/2007, ΑΠ 707/2006, ΑΠ 129/2004), το οποίο δεσµεύεται από τις αποφάσεις της ολοµελείας και των τµηµάτων του Αρείου Πάγου, ως προς τα νοµικά ζητήµατα που έλυσαν (άρθρ. 580 παρ. 4 του ΚΠολ ). - Περίπτωση ερηµοδικίας του εκκαλούντος, ενώπιον του δικαστηρίου της παραποµπής, η έφεσή του απορρίπτεται, εφόσον η συζήτηση επισπεύδεται από τον ίδιο ή αυτός κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αντίδικό του (ΑΠ 141/2005 Ελ νη ). - Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 24 του υπ αριθ. 44/2001 Κανονισµού του Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις, πέραν των περιστάσεων, όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισµού, το δικαστήριο κράτους µέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόµενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρµόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αµφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο µε αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύµφωνα µε το άρθρο 22. Η έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι ότι ο κανόνας της αρµοδιότητας που θεσπίζει αυτή δεν έχει εφαρµογή, όταν ο εναγόµενος, όχι µόνο αµφισβητεί την αρµοδιότητα, αλλά προβάλλει και ισχυρισµούς επί της ουσίας της διαφοράς, µε τον όρο ότι η αµφισβήτηση της αρµοδιότητας, εφόσον δεν προηγήθηκε οποιασδήποτε πράξης άµυνας επί της ουσίας, δεν ακολουθεί χρονικά την ενέργεια, µε την οποία ο εναγόµενος λαµβάνει θέση για την υπόθεση, η οποία λογίζεται από το εθνικό δικονοµικό δίκαιο ως η πρώτη πράξη άµυνας ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου (βλ. ΕΚ Elefanten Schuh GmbH κατά Jackmain, 150/80 επί της ερµηνείας του έχοντος το αυτό [58]

59 περιεχόµενο άρθρου της ιεθνούς Σύµβασης των Βρυξελλών (1968) για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση της απόφασης). Η διάταξη αυτή πρέπει να ερµηνευθεί κατά την έννοια ότι επιτρέπεται στον εναγόµενο, όχι µόνο να αµφισβητήσει την αρµοδιότητα, αλλά και να προβάλει ταυτόχρονα, επικουρικά, ισχυρισµούς άµυνας επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να στερείται, εξ αυτού του λόγου, του δικαιώµατος προβολής της ένστασης αναρµοδιότητας (βλ. ΕΚ Rohv κατά Ossberger, 27/81 επί της ερµηνείας του άρθρου 18.Σ. των Βρυξελλών, Κεραµέα Κρεµλή - Ταγαρά. Η Σύµβαση των Βρυξελλών, 1989, άρθρ. 18, σελ. 172 επ., ΕφΠειρ 416/2004). - Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του προαναφερθέντος Κανονισµού του Συµβουλίου της Ε.Ε., συνάγεται ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του επί εδάφους κράτους - µέλους µπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος, ως προς ορισµένες, ειδικότερα προσδιοριζόµενες, διαφορές, ενώ επίσης, µπορεί να εναχθεί, εάν υπάρχουν πολλοί εναγόµενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια µεταξύ των αγωγών, ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειµένου ν αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυµβίβαστων αποφάσεων, οι οποίες θα µπορούσαν να προκύψουν απ τη χωριστή εκδίκασή τους. Κατά µεν τη διάταξη του άρθρου 3 του ΚΠολ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ηµεδαποί και αλλοδαποί, εφ όσον υπάρχει αρµοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του, προαναφερθέντος, υπ αριθ. 44/2001 Κανονισµού του Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις, τα πρόσωπα που δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους µέλους στο οποίο κατοικούν, υπάγονται, στο κράτος αυτό, στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που εφαρµόζονται στους ηµεδαπούς, δηλαδή ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους µέλους, στο οποίο κατοικούν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του ίδιου Κανονισµού, για την εφαρµογή του κανονισµού, εταιρεία ή άλλο νοµικό πρόσωπο έχει την κατοικία της στον τόπο στον οποίο έχει: α)την καταστατική της έδρα ή β)την κεντρική της διοίκηση ή γ)την κύρια εγκατάστασή της. Κατά συνέπεια, και αλλοδαπή τυπικά εταιρεία, της οποίας η διοίκηση ασκείται στην Ελλάδα, όπου βρίσκεται η πραγµατική έδρα της, αρµοδίως ενάγεται ενώπιον των Ελληνικών ικαστηρίων, η αρµοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία των οποίων καθορίζεται µε βάση τον τόπο της πραγµατικής έδρας της εναγοµένης εταιρείας. Παραπέρα, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολ, στην κατ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών µέσων. Εποµένως, το Εφετείο µπορεί να λάβει υπόψη επικαλούµενες και προσκοµιζόµενες ένορκες βεβαιώσεις που έγιναν οποτεδήποτε µετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου µέχρι τη συζήτηση της έφεσης (ΑΠ 818/2009, ΑΠ 319/2008, ΑΠ 1132/2007). ΚΠολ : 237, 579, 580, 581, Κανονισµοί: 44/2001, ηµοσίευση: INLAW 2010 Επίδοση δικογράφου - Επίδοση σε αντίκλητο Αριθµός απόφασης: Επίδοση. Απαράδεκτη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. [59]

60 - Όπως προκύπτει από τον συνδυασµό των διατάξεων των αρθρ. 94, 96, 97, 142 και 143 του ΚΠολ, η επίδοση προς διάδικο µπορεί να γίνεται και προς τον νόµιµα διορισµένο αντίκλητο του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισµός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 142 παρ. 1 και 4, είτε µε δήλωση ενώπιον του γραµµατέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου είτε µε ρήτρα σε σύµβαση (που καλύπτει µόνο τις σχετικές µε τη σύµβαση αυτή πράξεις). Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντικλήτου και ο νόµιµα διορισµένος πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο µπορούν να γίνονται µόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συµπεριλαµβανοµένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Μετά όµως την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου µέσου, µπορεί να γίνει µεν επίδοση της σχετικής κλήσεως προς τον υπογράψαντα το ένδικο µέσο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όµως και προς τον κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού το ένδικο µέσο, ο οποίος µετά την έκδοση της οριστικής αυτής αποφάσεως παύει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου (αν δεν διορίσθηκε αντίκλητος κατά το αρθρ. 142 παρ. 1 και 4 του ΚΠολ ). - Κατά το αρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν λάβει µέρος σε αυτήν µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νοµίµως και εµπροθέσµως, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόµιµα ή εµπρόθεσµα, Ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση µε νέα κλήτευση (ΑΠ 338/2009). ΚΠολ : 94, 96, 97, 142, 143, 576, Επίδοση δικογράφου - Επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαµονής Αριθµός απόφασης: Επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαµονής. - Κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαµονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δηµοσιεύεται σε δύο ηµερήσιες εφηµερίδες, από τις οποίες η µία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεµεί η πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόµενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. ΚΠολ : 134, 135, Επίδοση δικογράφου - Επίδοση στο εξωτερικό Αριθµός απόφασης: 514 [60]

61 - Επίδοση στο εξωτερικό. Παραίτηση από αγωγή. - Κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολ : "αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαµένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεµεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόµενη απόφαση...". Η διάταξη αυτή, µε την οποία καθιερώνεται νόµιµη κλήτευση µε πλασµατική επίδοση στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και µετά την κύρωση µε το νόµο 1334/1983 της από 15 Νοεµβρίου 1965 διεθνούς συµβάσεως της Χάγης, η οποία δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασµατική αυτή επίδοση ως ολοκληρωθείσα µε την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού δίκης ή άλλου ισοδυνάµου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το κατά τούτο καταργηθέν άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν αυτό απεστάλη στο εξωτερικό και παραλήφθηκε από εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση κατά τον οριζόµενο στην προαναφερόµενη σύµβαση τρόπο (άρθρα 15 και 16 της συµβάσεως αυτής), ώστε να διασφαλίζεται η θεµελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ειδικότερα, µε τις διατάξεις της πιο πάνω διεθνούς συµβάσεως, η οποία τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από τις , σύµφωνα µε την από 3/ ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, έχοντας ειδικότερα την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγµατος, ρυθµίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εµπορικές υποθέσεις, όταν είναι γνωστή η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξεως στο εξωτερικό. Τη σύµβαση αυτήν έχει επικυρώσει και η Αλβανία από Κατά την παρ. 1 του άρθρου 15 της συµβάσεως αυτής: "εάν µία πράξη δίκης ή ισοδύναµη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για το σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύµφωνα µε τις διατάξεις της σύµβασης αυτής και αν ο εναγόµενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως εφ' όσον χρόνο δεν διαπιστώνεται ότι: α) Είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύµφωνα µε τον τύπο τον προδιαγραφόµενο από τη νοµοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ' αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτοµα που βρίσκονται στο έδαφος του. β) Είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγµατι στον εναγόµενο ή στην κατοικία του σύµφωνα µε άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύµβαση αυτή και ότι σε κάθε µία απ' αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να µπορέσει ο εναγόµενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "κάθε Συµβαλλόµενο Κράτος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου, µπορούν να εκδώσουν απόφαση εφ' όσον συγκεντρώνονται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, µολονότι καµία βεβαίωση για την επίδοση ή την κοινοποίηση ή την παράδοση δεν έχει ληφθεί: α) Η πράξη διαβιβάστηκε σύµφωνα µε έναν από τους τρόπους που προβλέπονται σ' αυτή τη σύµβαση, β) Μία προθεσµία, που ο δικαστής θα εκτιµά σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση και που δεν θα είναι µικρότερη από έξι µήνες, έχει παρέλθει από την ηµεροµηνία αποστολής της πράξης. γ) Παρ' όλες τις επίµονες ενέργειες από τις αρµόδιες αρχές του Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν µπόρεσε να ληφθεί καµία βεβαίωση". Στη συνέχεια, µε ρηµατική διακοίνωση από της Ελληνικής Πρεσβείας στη Χάγη, απευθυνόµενη προς το Υπουργείο Εξωτερικών των Κάτω Χωρών, έγινε για λογαριασµό της Ελλάδος η από την πιο πάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 15 της προαναφερόµενης διεθνούς συµβάσεως προβλεπόµενη [61]

62 δήλωση (υπ' αριθ. πρωτ / έγγραφο της /νσεως Νοµ/κής Εργασίας του Υπουργείου ικαιοσύνης). Εξάλλου µεταξύ Ελλάδος και... ισχύει διµερής Σύµβαση περί δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις που έχει κυρωθεί µε το Νόµο 2311/ της 16/ Σύµφωνα µε την παρ. 3 του άρθρου 6 της άνω Συµβάσεως "αν το υποδεικνυόµενο στην αίτηση δικαστικής αρωγής πρόσωπο δεν βρέθηκε στη δοθείσα διεύθυνση ή είναι άγνωστο, το όργανο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση οφείλει να πάρει τα κατάλληλα µέτρα για να εντοπίσει τη διεύθυνση αυτή. Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η εκτέλεση της αιτήσεως δικαστικής αρωγής, τα έγγραφα επιστρέφονται στην αιτούσα αρχή µε την ένδειξη ότι το αναφερόµενο στην αίτηση πρόσωπο δεν βρέθηκε στη δοθείσα διεύθυνση ή ότι η διεύθυνση του δεν έγινε δυνατό να εντοπισθεί. Εντέλει κατά το άρθρο 9 του ίδιου άνω νόµου "η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση πραγµατοποιεί την επίδοση σύµφωνα µε τη διαδικασία που ισχύει στο Κράτος της, αν το προς επίδοση έγγραφο έχει συνταχθεί στην εθνική της γλώσσα ή συνοδεύεται από κυρωµένη µετάφραση σε αυτή τη γλώσσα ή στη γαλλική γλώσσα". Εξάλλου η σχέση των διµερών διεθνών συµβάσεων όπως είναι η προαναφερθείσα µε τη ηµοκρατία της... για τις επιδόσεις στην αλλοδαπή µε την πολυµερή Σύµβαση της Χάγης ρυθµίζεται στο άρθρο 25 της τελευταίας. Σύµφωνα µε αυτό "Η Σύµβαση αυτή δεν παρεκκλίνει από τις Συµβάσεις των οποίων τα Συµβαλλόµενα Μέρη είναι ή θα είναι Μέρη και που περιέχουν διατάξεις πάνω σε θέµατα που ρυθµίζονται από τη Σύµβαση αυτήν". Η ακριβής ωστόσο νοµική θέση των διµερών διεθνών συµβάσεων όπως η προαναφερθείσα µε την Αλβανία απέναντι στην παραλλήλως ισχύουσα πολυµερή Σύµβαση της Χάγης δεν καθορίζεται στο παραπάνω άρθρο 25 ούτε προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Ωστόσο κατά την ερµηνευτικά ορθότερη άποψη το κρίσιµο θέµα του προσδιορισµού της ηµεροµηνίας συντελέσεως της επιδόσεως εγγράφων στις σχέσεις της Ελλάδος µε τα Κράτη όπου ισχύουν τόσο η πολυµερής Σύµβαση της Χάγης όσο και διµερής διεθνής σύµβαση πρέπει να αντιµετωπισθεί σε ενιαία βάση. Το αληθές νόηµα διµερών διεθνών συµβάσεων, οι οποίες, όπως και η Σύµβασης της Χάγης, δεν περιλαµβάνουν ρητές ρυθµίσεις που να καταργούν τα εσωτερικά δίκαια των συµβαλλοµένων κρατών, ούτε όµως και ρητές διατάξεις που να καθορίζουν το ακριβές χρονικό σηµείο κατά το οποίο οι διασυνοριακές επιδόσεις παράγουν τα έννοµα αποτελέσµατά τους, απαιτεί την εναρµονισµένη ένταξή τους στους θεµελιώδεις κανόνες της ελληνικής έννοµης τάξεως µε τρόπο που να εξασφαλίζει την ενότητα του όλου συστήµατος, όπως και την απονοµή ισοβαρών δικαιωµάτων στα ενδιαφερόµενα µέρη. Τόσο µε βάση τη Σύµβαση της Χάγης, όσο και µε βάση τις διµερείς συµβάσεις πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η έναρξη των συνεπειών της επιδόσεως συνέχεται µε την πραγµατική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη του µόνο ενόσω πρόκειται για εισαγωγικό δίκης έγγραφο, όπως είναι η αίτηση αναιρέσεως ή για έγγραφο που µπορεί να θεωρηθεί ισοδύναµο και δεν αρκεί πλασµατική επίδοση δια του Εισαγγελέως (βλ. και ΟλΑΠ 22/2009). - Κατά τα άρθρα 294, 295 και 297 του ΚΠολ ο ενάγων µπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του εναγόµενου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως και µε δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο, η δε παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσµα ότι η αγωγή θεωρείται, ότι δεν ασκήθηκε. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολ οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων εφαρµόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση. Η νοµοτύπως γενοµένη παραίτηση, για την οποία δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα αρκούσης προς τούτο γενικής πληρεξουσιότητας έχει ως αποτέλεσµα ότι η αναίρεση θεωρείται ως µη ασκηθείσα και η δίκη καταργείται χωρίς την ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως. [62]

63 ΚΠολ : 134, 136, 294, 295, 297, 299, 573, Επίδοση δικογράφου - Επίδοση στο εξωτερικό Αριθµός απόφασης: Επίδοση στο εξωτερικό. Επίδοση σε διάδικο αγνώστου διαµονής. Απαράδεκτη συζήτηση. - Με τις διατάξεις της από 15 Νοεµβρίου 1965 συµβάσεως της Χάγης, που κυρώθηκε µε το νόµο 1334/1983 και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του συντάγµατος, και εφαρµόζεται κατά το άρθρο 1 αυτής, σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις, καθορίστηκαν οι τρόποι επίδοσης δικογράφων σε διαδίκους που δεν κατοικούν στο κράτος όπου διεξάγεται η δίκη και των οποίων είναι γνωστή η διαµονή στο εξωτερικό, τη δε σύµβαση αυτή υπέγραψαν µεταξύ άλλων και η Ελλάδα και οι Ηνωµένες Πολιτείες της Αµερικής. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 3 της σύµβασης αυτής, "η αρµόδια αρχή ή ο αρµόδιος δηµόσιος λειτουργός, σύµφωνα µε τους νόµους του Κράτους προέλευσης, απευθύνει στην Κεντρική αρχή του Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, αίτηση σύµφωνη µε το επισυναπτόµενο σ' αυτή τη σύµβαση πρότυπο χωρίς να υπάρχει ανάγκη επικύρωσης των εγγράφων ή άλλης αντίστοιχης διατύπωσης. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τη δικαστική πράξη ή το αντίγραφό της, το όλο δε σε διπλούν", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 15 της συµβάσεως αυτής "εάν µία πράξη δίκης ή ισοδύναµη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για το σκοπό της επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύµφωνα µε τις διατάξεις της σύµβασης αυτής και αν ο εναγόµενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούνται να αναβάλει την έκδοση απόφασης εφ' όσο χρόνο δεν διαπιστώνεται ότι: α) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύµφωνα µε τον τόπο τον προδιαγραφόµενο από τη νοµοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ' αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτοµα που βρίσκονται στο έδαφός του, β) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγµατι στον εναγόµενο ή στην κατοικία του, σύµφωνα µε άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύµβαση αυτή, και ότι σε κάθε µία από αυτές τις περιπτώσεις, είτε η επίδοση, είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα, ώστε να µπορέσει ο εναγόµενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Κάθε συµβαλλόµενο κράτος έχει την ευχέρεια να δηλώσει, ότι οι δικαστές του, παρά τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου, µπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφ' όσον συγκεντρώνονται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, µολονότι καµία βεβαίωση για την επίδοσή ή την κοινοποίηση ή την παράδοση, δεν έχει ληφθεί: α) Η πράξη διαβιβάστηκε σύµφωνα µε έναν από τους τρόπους που προβλέπονται σ' αυτή τη σύµβαση, β) Μια προθεσµία, που ο δικαστής θα εκτιµά σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση και που δεν θα είναι µικρότερη από έξι µήνες, έχει παρέλθει από την ηµεροµηνία αποστολής της πράξης, γ) Παρ' όλες τις επίµονες ενέργειες από τις αρµόδιες αρχές του Κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν µπόρεσε να ληφθεί καµµία βεβαίωση. Το άρθρο αυτό δεν εµποδίζει όπως, σε επείγουσα περίπτωση, ο δικαστής διατάξει προσωρινά συντηρητικά µέτρα". - Από τη διάταξη του άρθρου 135 παρ.1 ΚΠολ, η οποία εφαρµόζεται στις επιδόσεις σε διάδικο άγνωστης διαµονής (στο εσωτερικό ή το εξωτερικό), προκύπτει, ότι, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, το έγγραφο επιδίδεται στον Εισαγγελέα του ικαστηρίου, στο οποίο εκκρεµεί η πρόκειται να εισαχθεί η δίκη (άρθρο 134 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στο [63]

64 οποίο παραπέµπει το άνω άρθρο 135 παρ. 1) και συγχρόνως δηµοσιεύεται σε δυο ηµερήσιες εφηµερίδες, από τις οποίες η µία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη - το περιεχόµενο της οποίας προσδιορίζεται - του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Για το κύρος όµως µιας τέτοιας επίδοσης που αρµοδίως ενεργεί ο δικαστικός επιµελητής του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεµεί η πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, πρέπει τα στοιχεία αυτά (ήτοι, ότι είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση) να µνηµονεύονται ειδικά στη σχετική έκθεση επίδοσης. Βέβαια, µε τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 135 ΚΠολ, παρέχεται η δυνατότητα στον επισπεύδοντα την επίδοση να διατυπώσει µέσω εφηµερίδων πρόσκληση σε οποιονδήποτε για ανακοίνωση των στοιχείων της κατοικίας του αναζητούµενου παραλήπτη στη γραµµατεία του Πρωτοδικείου Αθηνών ή του τόπου της τελευταίας κατοικίας του. όµως, η µη γνωστοποίηση των στοιχείων έχει ως συνέπεια, ότι η ακριβής διεύθυνση τεκµαίρεται άγνωστη αποκλειόµενης και της ανταπόδειξης, υπό την προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις της πρώτης παραγράφου της διάταξης για τη διαπίστωση ότι ο παραλήπτης είναι άγνωστης διαµονής. Αλλιώς, η διαδικασία της πρόσκλησης δεν καθιστά έγκυρη την επίδοση. - Από τη διάταξη του άρθρου 568 παρ.4 ΚΠολ προκύπτει, ότι, αν τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, απαιτείται για τη συζήτησή της επίδοση ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης και δεν αρκεί η επίδοση µόνο κλήσης. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4, σε συνδυασµό µε εκείνες των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδ. α' και γ' και 576 ΚΠολ προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε µε επισηµείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα µετά την αναβολή δικάσιµο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόµιµα και εµπρόθεσµα, αν δε συντρέχει η µία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα µετ' αναβολή, διαδίκου. Σύµφωνα δε µε τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 ΚΠολ, αν µετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. ΚΠολ : 134, 135, 226, 568, 575, 576, Επίδοση δικογράφου - Επίδοση στο εξωτερικό Αριθµός απόφασης: Επίδοση δικογράφου στο εξωτερικό. Απαράδεκτο συζήτησης. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 ΚΠολ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαµένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεµεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δεν όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίον γίνεται η επίδοση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε µόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρµόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, µε τις οποίες καθιερώνεται [64]

65 νόµιµη πλασµατική κλήτευση του διαδίκου, µε πραγµατική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και µετά την κύρωση της από 15 Νοεµβρίου 1965 ιεθνούς Σύµβασης της Χάγης µε το Ν.1334/1983. Η διεθνής αυτή σύµβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η επίδοση πλασµατικώς ολοκληρωθείσα µε την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναµου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολ δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόµενο στο άρθρο 15 συµβάσεων τρόπο. Και τούτο, για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασµατικές επιδόσεις και η ερήµην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω ιεθνούς Σύµβασης, την οποία έχει επικυρώσει και η Αλβανία, µε έναρξη ισχύος γι' αυτήν από την , µε τη διατυπωθείσα επιφύλαξη εκ µέρους της Ελλάδος ως προς την επικύρωση των εγγράφων καθόσον αφορά τη γνησιότητα της υπογραφής των οργάνων του Κράτους της Αλβανίας που τα υπογράφουν σε σχέση µε την επίδοση, σχετικά µε την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εµπορικές υποθέσεις και η οποία, σύµφωνα µε την 3/ ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ και ως προς την Ελλάδα από , η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόµενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογηµένο και δεόντως επικυρωµένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται, είτε µε πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εµφαίνει το γεγονός, τον τόπον και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 1342/2007). Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 134 του Κ.Πολ.. εκτοπίζεται και από την µεταξύ της Ελληνικής ηµοκρατίας και της ηµοκρατίας της Αλβανίας υπογραφείσα την Σύµβαση δικαστικής αρωγής επί αστικών και ποινικών υποθέσεων, η οποία κυρώθηκε µε το Ν της 16/ (ΦΕΚ τ. Α' 119/1995) και άρχισε να ισχύει από (ΦΕΚ τ. Α' 194/1995), χωρίς η εφαρµογή της να αποκλείεται από τη µεταγενέστερη ισχύ µεταξύ των µερών δηλαδή της Ελλάδας και της Αλβανίας της Σύµβασης της Χάγης κατ' άρθρ. 25 της τελευταίας (Ολ.ΑΠ 22/2009 και ΑΠ 1840/2008). Ειδικότερα, το άρθρο 9 αυτής ορίζει, ότι "1. Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση πραγµατοποιεί την επίδοση σύµφωνα µε τη διαδικασία που ισχύει στο Κράτος της, αν το προς επίδοση έγγραφο έχει συνταχθεί στην εθνική γλώσσα ή συνοδεύεται από κυρωµένη µετάφραση σε αυτή τη γλώσσα ή στη γαλλική γλώσσα". Περαιτέρω, το επόµενο άρθρο 10 µε τον τίτλο "απόδειξη της επιδόσεως" αναφέρει, ότι "Η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση οφείλει να παράσχει απόδειξη της επιδόσεως, σύµφωνα µε τη νοµοθεσία του Κράτους της. Το έγγραφο αυτό θα αναφέρει τον τόπο, την ηµεροµηνία της επιδόσεως και το όνοµα του προσώπου στο οποίο παραδόθηκαν τα έγγραφα". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει: 1) ότι η επίδοση πρέπει να αποδεικνύεται από τη βεβαίωση της Αρχής του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, που να εµφαίνει τον τρόπο, την ηµεροµηνία της επιδόσεως και τα στοιχεία του παραλήπτη και 2) ότι µε τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η αρχή της πραγµατικής περιελεύσεως του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, η οποία αποδεικνύεται κατά τον µνηµονευθέντα τρόπο, και, εποµένως, δεν ισχύει κάθε άλλη αντίθετη ρύθµιση. - Κατά τη διάταξη άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εµφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή [65]

66 εµφανιστεί και δεν λάβει µέρος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόµενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όµως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόµενος ή ο µη παριστάµενος µε τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα. Αν γ κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόµιµα και εµπρόθεσµα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξ άλλου, στην περίπτωση αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από το πινάκιο εφαρµόζεται κατά το άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολ και η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 αυτού, κατά την οποία η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη µετ' αναβολή δικάσιµο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν έχει εµφανισθεί για τη µετ' αναβολή δικάσιµο, υπό την απαραίτητη όµως προϋπόθεση ότι η προηγούµενη κλήτευση ήταν νόµιµη και εµπρόθεσµη. ΚΠολ : 134, 136, 226, 575, 576, Έφεση - Ερηµοδικία του εκκαλούντος Αριθµός απόφασης: Απόρριψη της έφεσης, λόγω ερηµοδικίας του εκκαλούντος. Ένδικα µέσα. - Η κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολ απόρριψη της έφεσης, λόγω ερηµοδικίας του εκκαλούντος, θεωρείται ως απόρριψη κατ' ουσία και στη σχετική απόφαση ενσωµατώνεται η επικυρωθείσα, µε τον τρόπο αυτό, πρωτοβάθµια απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, υπόκειται σε αναίρεση µόνον η ερήµην εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου, κατά της οποίας επιτρέπεται να προβληθούν λόγοι αναίρεσης, που αφορούν αναιρετικά σφάλµατα, στα οποία υπέπεσε το πρωτοβάθµιο δικαστήριο, παρότι το Εφετείο, λόγω της ερηµοδικίας, δεν είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί, ούτε αποφάνθηκε επί τούτων (ΟλΑΠ 16/190, ΑΠ 226/1997). - Κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολ, αναίρεση επιτρέπεται µόνον κατά των αποφάσεων, που δεν µπορούν να προσβληθούν µε ανακοπή ερηµοδικίας και έφεση, και κατά το επόµενο άρθρο (554 ΚΠολ ) αν η ανακοπή ερηµοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήµην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσµία, για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύµφωνα µε τις ως άνω διατάξεις, η απόφαση η απορριπτική της έφεσης, λόγω ερηµοδικίας του εκκαλούντος, καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση, µόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερηµοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσµία της ανακοπής, η οποία αρχίζει µε την επίδοση της ερήµην εκδοθείσας απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώµατός του να ασκήσει ανακοπή (ΑΠ 1600/2003). Τέλος, προκειµένου για αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολ (µισθωτικές διαφορές και διαφορές µεταξύ ιδιοκτητών του άρθρ. 17 παρ. 2), η προθεσµία ανακοπής ερηµοδικίας είναι οκτώ (8) ηµέρες, ενώ της έφεσης και της αναίρεσης είναι δεκαπέντε (15) ηµέρες, εάν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο µέσο διαµένει στην Ελλάδα (άρθ. 652 παρ. 1 ΚΠολ ). ΚΠολ : 524, 553, [66]

67 Έφεση - Ερηµοδικία του εκκαλούντος Αριθµός απόφασης: Έφεση. Ερηµοδικία εκκαλούντος. - Προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της έφεσης είναι η, κατά τους ορισµούς του άρθρου 271 ΚΠολ, στο οποίο παραπέµπει η διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έρευνα της νόµιµης κλήτευσης του απολειπόµενου διαδίκου ή της επίσπευσης της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νοµίµως δικάσιµο, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτηση. - Σύµφωνα µε την διάταξη του άρθρου 674 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολ, όπως συµπληρώθηκε το εδ. β' αυτής µε το άρθρο 9 παρ. 8α του Ν. 2145/1993, αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 2298/ , και ισχύει από τις , "σε περίπτωση ερηµοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Από την τελευταία διάταξη, η οποία εφαρµόζεται και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολ ), προκύπτει ότι αν ερηµοδικεί ο εκκαλών κατά τη συζήτηση της έφεσης, το δικαστήριο, αν η συζήτηση γίνεται µε την επιµέλεια του ιδίου (εκκαλούντος) ή αυτός κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα από τον εφεσίβλητο απορρίπτει την έφεση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού και βασίµου των λόγων της, γιατί κατά πλάσµα του νόµου ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο µέσο της έφεσης. Αν δε το Εφετείο κατά παραβίαση των ανωτέρω δικονοµικών διατάξεων δεν απορρίψει την έφεση λόγω της ερηµοδικίας του εκκαλούντος, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολ, γιατί η µη παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο µέσο της έφεσης είναι διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της (άρθρ. 532 ΚΠολ ). ΚΠολ : 271, 524, 673, 674, Έφεση - Νέοι πραγµατικοί ισχυρισµοί Αριθµός απόφασης: Νέοι πραγµατικοί ισχυρισµοί στην κατ' έφεση δίκη. Μη λήψη υπόψη πραγµάτων. Αναιρείται η προσβαλλόµενη απόφαση. - Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη του πράγµατα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγµατα" θεωρούνται οι πραγµατικοί ισχυρισµοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεµελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαιώµατος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αµυντικό µέσο και άρα στηρίζουν το αίτηµα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογηµένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισµοί που αποτελούν επιχειρήµατα ή συµπεράσµατα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίµηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαραδέκτως προβληθέντες ή αβάσιµοι κατά νόµο ισχυρισµοί (ΟλΑΠ 3/1997). Στην έννοια του απαραδέκτως προβληθέντος ισχυρισµού περιλαµβάνεται και εκείνος που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς τη συνδροµή των διαδικαστικών [67]

68 προϋποθέσεων των άρθρων 527 1, 2 και 3 και εδ. α, β, γ και δ του ΚΠολ, όπως ισχύουν µετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 11 του Ν. 2915/2001 που ισχύει από µε βάση το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001. Ο διάδικος που προβάλλει καθυστερηµένα αυτοτελή ισχυρισµό για πρώτη φορά στο εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδροµή των πιο πάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου που αποδέχεται ως βάσιµο τον ίδιο ισχυρισµό πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της βραδείας αυτής προβολής και να διαλαµβάνει στις παραδοχές της τη συνδροµή µίας τουλάχιστον από τις πιο πάνω προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισµού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 574, 584 και 585 του ΑΚ προκύπτει ότι λόγω της σχετικότητας του ενοχικού δικαιώµατος του µισθωτή (άρθρ. 287 ΑΚ), εάν ο εκµισθωτής συµφωνήσει µε περισσότερους µισθωτές την εκµίσθωση του ίδιου ακινήτου, µισθωτής καθίσταται εκείνος στον οποίον παραδόθηκε τελικά το πράγµα και ικανοποιήθηκε η αξίωσή του για την παράδοση του πράγµατος µε βάση την αρχή της προλήψεως, ενώ οι τυχόν άλλοι µισθωτές που δεν ικανοποιήθηκαν έχουν δικαίωµα αποζηµίωσης κατά τις πιο πάνω διατάξεις (άρθρ. 335 επ. ΑΚ) (ΑΠ 32/2001). Στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής εκ µέρους µισθωτή κατά εκµισθωτή για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του από σύµβαση µισθώσεως και για παράδοση του εκµισθωθέντος ακινήτου, η εκ µέρους του εκµισθωτή προβολή αδυναµίας παροχής µε την έννοια που προαναφέρθηκε από το γεγονός ότι το ίδιο ακίνητο εκµισθώθηκε ήδη και παραδόθηκε σε άλλο τρίτο µισθωτή, συνιστά καταλυτική της αγωγής ένσταση µε την έννοια του "Πράγµατος" που προαναφέρθηκε και για την προβολή της πρέπει να τηρούνται οι προαναφερθείσες διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολ. ΚΠολ : 269, 527, 559 αριθ. 8, Κατάσχεση - Κατάσχεση εις χείρας τρίτου Αριθµός απόφασης: Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. ΚΕ Ε. Περιεχόµενο και επίδοση κατασχετηρίου. - Κατά το άρθρο 987 ΚΠολ, που αποτελεί ειδικότερη µορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολ και έχει εφαρµογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλοµένων στον οφειλέτη του ηµοσίου κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως ηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε..Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση µόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.. στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου. Εποµένως ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και µάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόµος χορηγεί τέτοιο δικαίωµα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συµφέρον του ή και το συµφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δηµοσίου συµφέροντος, όπως η ακυρότητα της επιδόσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 30 Κ.Ε..Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκοµένων χρηµάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγµάτων του οφειλέτου του ηµοσίου ή των οφειλοµένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δηµοσίου ταµείου δια κατασχετηρίου εγγράφου µη κοινοποιουµένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνοµα, επώνυµον, όνοµα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοµατεπώνυµον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δηµοσίου [68]

69 ταµείου (παρ.1). ια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του ηµοσίου οφειλόµενα χρήµατα καταθέση εντός οκτώ ηµερών εις το δηµόσιον ταµείον (παρ.2 εδ.α)... Από της ηµέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του ηµοσίου τα κατασχεθέντα χρήµατα... (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το ηµόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρµόδιο διευθυντή του ταµείου και ήδη από τον προϊστάµενο της αρµόδιας.ο.υ. (άρθρα 85 παρ. 1 Κ.Ε..Ε. και 1 αριθ. 4 Π 16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόµενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του ηµοσίου ποσότητα και την έννοµη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνοµα, επώνυµο και πατρώνυµο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του ηµοσίου µε βάση το αµάχητο τεκµήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε..Ε., όχι µόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχοµένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών αλλά και θα µπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισµένη κατά το άρθρο 32 Κ.Ε..Ε. Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν µπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε..Ε., δεν καθίσταται από αυτό και µόνο οφειλέτης του ηµοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκµηρίου που δηµιουργείται από τη µη εµπρόθεσµη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε..Ε. και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε..Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως µπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά µε κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σηµειούµενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός µεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαµβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ µέρους των οργάνων του ηµοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο µε ανακοπή. - Με το Ν της 17-7/ "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύµων εταιρειών" θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυµης εταιρείας η οποία έχει υπαχθεί στη ρύθµιση του πιο πάνω νοµοθετικού διατάγµατος. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές διότι εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόµια µε σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κινήσεως. Κυρίως µε τις δικονοµικής φύσεως διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως υπέρ των ανωτέρω ανωνύµων εταιρειών προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές. Στη διαδικασία αυτή, που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστηµα του Ν της 17-7/ , υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε τράπεζας ως τρίτης, δεδοµένου ότι οι τραπεζικοί οργανισµοί που λειτουργούν µε εταιρική µορφή ανώνυµης εταιρείας έχουν υπαχθεί στις πιο πάνω διατάξεις. Την κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθµίζουν οι διατάξεις των άρθρων του πιο πάνω νοµοθετικού διατάγµατος, από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν εκείνες των άρθρων και 93. [69]

70 Ειδικότερα κατά το άρθρο 52 αριθ. 3 ΕισΝΚΠολ " ιατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του νοµοθετικού διατάγµατος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύµων εταιρειών" που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται µε ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του Κ.Πολ..". Από τη λογική και τελολογική ερµηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 του πιο πάνω νοµοθετικού διατάγµατος, µε την οποία ορίζεται ότι "εάν η εταιρία έχη και υποκαταστήµατα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής ως τρίτης επιτρέπεται µόνον παρά τω καταστήµατι ή υποκαταστήµατι ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθ' ου η κατάσχεσις", διατηρήθηκε σε ισχύ και µετά τη θέση σε εφαρµογή του ΚΠολ. Τούτο διότι µε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ. 3 ΕισΝΚΠολ ορίζεται ρητά ότι καταργούνται µόνο οι διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94 του ν.δ. της 17-/ Η άποψη ότι από τις διατάξεις του νοµοθετικού διατάγµατος αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ µόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται µε ενέχυρο ή υποθήκη είναι αντίθετη µε τη βούληση του νοµοθέτη που αποτυπώνεται στο γράµµα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πο