ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΚΛΑΔΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ



Σχετικά έγγραφα
και ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΗΣ

ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΩΝ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΖΑΝΑΣ

Μάρκετινγκ Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών

ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΩΝ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΖΑΝΑΣ

Εργαστήριο Εκπαίδευσης και Εφαρμογών Λογιστικής. Εισαγωγή στην Χρηματοοικονομική Ανάλυση

Δρ. Β. Μπαμπαλός ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ & ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΤΕΙ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

Διεθνής Οικονομική. Paul Krugman Maurice Obsfeld

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΙΙI

Η λειτουργία των τραπεζών 1. Περιεχόμενα. Ιούλιος 2012

Πραγματοποιείται με την κατάταξη των στοιχείων κατά κατηγορίες για μια σειρά ετών. Η σύγκριση των στοιχείων με παρελθόντα στοιχεία αυξάνει την

λειτουργίες της Δρ. Β. Μπαμπαλός ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ & ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΤΕΙ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

ΠΛΥΝΤΗΡΙΑ ΛΕΜΗ Α.Ε. ΑΡ. Γ.Ε.ΜΗ ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ 01/01/ /12/2016

Δ ι α φ ά ν ε ι ε ς β ι β λ ί ο υ

Αποτελέσματα Εννεαμήνου 2008

Εισαγωγή στην. χρηματοοικονομική ανάλυση

Πολιτική Οικονομία Ενότητα

Αποτελέσματα Β Τριμήνου 2013

Αποτελέσματα Εννεαμήνου 2009

Πνευµατικά ικαιώµατα

Κεφάλαιο 27. Ορισμός χρήματος

Τι είναι η οικονομική μονάδα? Διακρίσεις οικονομικών μονάδων

ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Κύριοι Μέτοχοι, Εξέλιξη των εργασιών της εταιρείας

Ο όρος «Χρηματοδότηση» περιλαμβάνει δύο οικονομικές δραστηριότητες.

ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ

@ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

V. Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Εισαγωγή στην Χρηματοοικονομική ανάλυση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Περιόδου από 1 ης Ιανουαρίου 2009 έως 30 ης Σεπτεμβρίου 2009

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ (ΕΤΧ)

3 χρή η ρ μ. Εισαγωγή στην ανάλυση με τη χρήση αριθμοδεικτών. Στην διαστρωματική ή κάθετη ανάλυση περιλαμβάνονται η κατάρτιση της χρηματοοικονομικής

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ Ιανουάριος 2018

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ

ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της «ΚΛΩΣΤΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ Α.Ε.Β.Ε»

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΧΡΗΣΗΣ 03/12-31/12/2013

ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ A01: ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ

ΣΟΛΩΜΟΥ 29 ΑΘΗΝΑ ( info@arnos.gr ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΦΟΙΤΗΤΩΝ Α.Ε.Ι. Α.Τ.Ε.Ι. Ε.Α.Π. Ε.Μ.Π.

Χρηματοοικονομική ανάλυση των ΜΜΕ

Ο Μ Ι Λ Ο Σ A T E b a n k - ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Α ΕΞΑΜΗΝΟΥ 2009

(Πολιτική. Οικονομία ΙΙ) Τμήμα ΜΙΘΕ. Καθηγητής Σπύρος Βλιάμος. Αρχές Οικονομικής ΙΙ. 14/6/2011Εαρινό Εξάμηνο (Πολιτική Οικονομία ΙΙ) 1

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Περιόδου από 1 ης Ιανουαρίου 2009 έως 30 ης Ιουνίου 2009

Μεθοδολογία κατάρτισης της νέας σειράς επιτοκίων τραπεζικών καταθέσεων και δανείων

Αποτελέσματα B Τριμήνου 2009

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ

Σύγκριση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Περιεχόμενα. Μάρτιος 1999

ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΑΤΡΑΣ Κ.Α.Ε. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΧΡΗΣΕΩΣ 01/07/ /06/2015

1. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΥΓΧΩΝΕΥΟΜΕΝΩΝ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

@ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ Οκτώβριος 2017

Αποτελέσματα Εννεαμήνου 2010

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ «ΓΕΩΤΡΑΝΣ A.E.» ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΤΑΚΤΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ

Mακροοικονομική Κεφάλαιο 7 Αγορά περιουσιακών στοιχείων, χρήμα και τιμές

2. Εξέλιξη των εργασιών της Εταιρίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Κοινωνικοοικονομική Αξιολόγηση Επενδύσεων Διάλεξη 9 η. Χρηματοοικονομική Ανάλυση

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ Οκτώβριος 2015

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ (ΕΤΧ)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Περιόδου από 1 ης Ιανουαρίου 2011 έως 31 ης Μαρτίου 2011

για τα πεπραγμένα της 6ης εταιρικής χρήσης που έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2014.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ

- Δυνατότητα συνεχούς σχέσης χρηματοδότησης. - Ελαφρά υψηλότερο κόστος δανεισμού.

Εισαγωγικές Έννοιες Επιχειρηματικότητας

Τα οικονομικά αποτελέσματα της Βιομηχανίας Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδος (Ισολογισμοί 2011)

Πολιτική Οικονομία Ι: Μακροθεωρία και Πολιτική Νίκος Κουτσιαράς. Κυριάκος Φιλίνης

Ο Μ Ι Λ Ο Σ A T E b a n k - ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 9ΜΗΝΟΥ 2009

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΝΕΑΜΗΝΟ ΠΟΥ ΕΛΗΞΕ THN. 30 Σεπτεμβρίου 2006

ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ, ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ, ΜΟΧΛΕΥΣΗΣ, ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Α. ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΣ ΧΡΗΣΗ 2015 ΧΡΗΣΗ ,97 72,00%.= ΣΥΝΟΛΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ , ,48

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

DIADIKASIA BUSINESS CONSULTING ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ

Ε Π Ι Μ Ε Λ Η Τ Η Ρ Ι Ο Κ Υ Κ Λ Α Δ Ω Ν

ΙΝΤΕΡΛΑΙΦ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Α. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΣΠΡΑΚΤΕΟ 0,00 0,00

Σχολή Διοίκησης & Οικονομίας. Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ


Η περιουσία της επιχείρησης, από λογιστική άποψη, έχει τρεις διακρίσεις, δηλαδή: α. Το Ενεργητικό. β. Το Παθητικό. γ. Την Καθαρή Περιουσία.

Στη 2 η κατηγορία ανήκουν εκείνα που μεταβάλλονται συνεχώς μέσα στο παραγωγικό - συναλλακτικό κύκλωμα της επιχείρησης

ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ (Ισολογισμός Αποτελέσματα Χρήσεως, Ταμειακές Ροές) ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

ΑΓΟΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. Chapter 4: Financial Markets. 1 of 32

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

TEI ΑΜΘ Τμήμα Λογιστικής & Χρηματοοικονομικής

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ (Οι αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες)

(7,7) (3,7) 109,7% Δικαιώματα μειοψηφίας (0,7) (0,4) Καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους 41,7 40,0 4,3%

ΕΚΘΕΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. (Οι αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

γ. Επιπλα και λοιπός εξοπλισµός Μείον : Αποσβέσεις

Δ ι α φ ά ν ε ι ε ς β ι β λ ί ο υ

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ (ΕΤΧ) Απρίλιος 2019

Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2009

Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2008

Το παράδοξο της παρουσίας ΞΚ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3852, 30/4/2004

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓ/ΣΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ. (Βάσει της παρ. 2 του άρθρου 22 του Ν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ

ΕΡΕΥΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ Απρίλιος 2015

Transcript:

ΑΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΚΛΑΔΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ ΔΟΜΙΝΙΚΗ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΜ 6180. Μ - ΚΑΒΑΛΑ 2008

1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 1.1 Σ Κ Ο Π Ο Σ 3 1.2 Ε ΙΣ Α Γ Ω Γ Η 3 1.3 Μ ΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝ Α Σ 7 1.4 ΙΣ Τ Ο Ρ ΙΚ Η Ε Ξ Ε Λ ΙΞ Η Τ Ο Υ Ε Λ Λ Η Ν ΙΚ Ο Υ Τ Ρ Α Π Ε Ζ ΙΚ Ο Υ Σ Υ Σ Τ Η Μ Α Τ Ο Σ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 2.1 Ο Ρ ΙΣ Μ Ο Σ Τ Ρ Α Π Ε Ζ ΙΚ Η Σ Ε Π ΙΧ Ε ΙΡ Η Σ Η Σ 17 2.1.1 Τ α χαρακτηριστικά της τραπ εζικής επιχείρησης 19 2.1.2 Δ ιάκριση τω ν εργασιώ ν τω ν εμπορικώ ν τραπεζώ ν 21 2.1.3 Οι αρχές που διέπουν τις εργασίες τω ν εμπορικώ ν τραπ εζώ ν 22 2.2 Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ ΙΕ Σ Τ Ρ Α Π Ε Ζ Ω Ν 25 2.2.1 Τ ο ελλη νικ ό τραπεζικό σ ύ σ τη μ α -Σ ύ ν θ εσ η και διακρίσεις 26 2.3 Ε Μ Φ Α Ν ΙΣ Η Λ Ο Γ Α Ρ ΙΑ Σ Μ Ω Ν Μ Ε ΤΟ Κ Λ Α Δ ΙΚ Ο Λ Ο Γ ΙΣ Τ ΙΚ Ο Σ Υ Σ Τ Η Μ Α Τ Ω Ν Τ Ρ Α Π Ε Ζ Ω Ν 28 2.3.1 Δ ιαφορές με το Ε Γ Λ Σ 30 2.3.2 Χ α ρ α κ τη ρ ισ τικ ά τω ν οικονομικώ ν κ α τα σ τά σ εω ν τω ν εμπορικώ ν τραπεζώ ν 32 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 3.1 Ε Ν Ν Ο ΙΑ Τ Ω Ν Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ω Ν - Κ Α Τ Η Γ Ο Ρ ΙΕ Σ Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ω Ν 36 3.1.1 Χ α ρα κ τη ριστικ ά τω ν κατα θέσεω ν 38 3.2 Μ Ε Τ Α Β Ο Λ Ε Σ Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ω Ν Δ ΙΑ Χ Ρ Ο Ν ΙΚ Η 40 3.3 Π Α Ρ Α Γ Ο Ν Τ Ε Σ Π Ο Υ Ε Π Η Ρ Ε Α Ζ Ο Υ Ν Τ ΙΣ Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε ΙΣ 43

2 3.3.1 Κ ό σ το ς κ α τα θέσ εω ν και κεφ αλαίω ν διατραπεζικής αγοράς 45 Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ 4 4.1 Λ Ο ΓΙΣ Τ ΙΚ Ο Σ Χ Ε ΙΡ ΙΣ Μ Ο Σ Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ω Ν 47 4.1.1 Λ ογιστικές εγγραφές που σχετίζονται με τις κ ατα θέσ εις 50 4.1.2 Λ ογιστικές εγγραφές κ αταθέσεω ν ταμιευτηρίου 53 4.1.3 Κ αταθέσεις όψεως 53 4.1.4 Κ αταθέσεις υπό προθεσμία 54 4.1.5 Κ αταθέσεις με ανοιχτό λογαριασμό 55 4.1.6 Δ εσμευμένες καταθέσεις 56 4.1.7 Κ αταθέσεις υπό προειδοποίηση 58 4.2 Υ Π Ο Λ Ο ΓΙΣ Μ Ο Σ ΤΩ Ν Τ Ο Κ Ω Ν Τ Ω Ν Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ω Ν 58 4.3 Π ΙΣΤΟ Π Ο ΙΗ ΤΙΚ Α Τ Ω Ν Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε Ω Ν 60 4.4 Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Ε ΙΣ Ο Ψ ΕΩ Σ Σ Ε Σ Υ Ν Α Λ Λ Α Γ Μ Α 63 4.4.1 Κ αταθέσεις σε ξένα τραπεζογραμμάτια 68 Κ Ε Φ Α Λ Α ΙΟ 5 5.1 Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α Τ Α - Π Ρ Ο Τ Α Σ Ε ΙΣ 70 5.2 Π Α ΡΑ ΡΤΗ Μ Α 73 Β ΙΒ Λ ΙΟ ΓΡΑ Φ ΙΑ 90

3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο 1.1 ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός της εργασίας είναι να αναλυθεί το σύστημα της τραπεζικής επιχείρησης, οι λειτουργείς του έναντι των επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στον τραπεζικό κλάδο, καθώς και οι διαφορές αυτών. Επίσης στην παρούσα μελέτη θα αναλυθεί η εξέλιξη του τραπεζικού συστήματος, έτσι όπως ξεκίνησε να λειτουργεί απ το παρελθόν, και όπως αυτό εξελίχθηκε στο μέλλον. Σημαντικό μέρος στη μελέτη λαμβάνουν τα χαρακτηριστικά των τραπεζών, οι μέθοδοι λειτουργίας αυτών, οι αρχές που διέπουν τις εργασίες των εμπορικών τραπεζών, έτσι ώστε με αυτό τον τρόπο να αποδοθεί όσο το δυνατό καλύτερα η λειτουργία των τραπεζικών συστημάτων, καθώς και η εξέλιξη του στο μέλλον. 1.2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η εφαρμογή των γενικών αρχών της λογιστικής επί των εργασιών των τραπεζικών επιχειρήσεων, συνιστά την Τραπεζική Λογιστική ή Λογιστική των Τραπεζών, η οποία αποτελεί έτσι ένα κλάδο της εφαρμοσμένης λογιστικής. Ο λογισμός των τραπεζικών ιδρυμάτων ασχολείται τόσο με την λογιστική των τραπεζών όσο και με την οργάνωση και χρηματοοικονομική διοίκηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων. Τράπεζες είναι οι οικονομικές μονάδες οι οποίες, κατά κύριο έργο, διεξάγουν το εμπόριο του χρήματος, την άσκηση πιστοδοτικής - πιστοληπτικής πολιτικής, και άλλες υπηρεσίες προς τρίτους με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Οι τράπεζες μεσολαβούν μεταξύ αυτών που έχουν

4 πλεονάσματα χρημάτων, φυσικών ή νομικών προσώπων, από τα οποία δανείζονται, και αυτών που έχουν ανάγκη χρημάτων. Έτσι γίνονται οι κύριοι ρυθμιστές της κυκλοφορίας του χρήματος. Οι τραπεζικές επιχειρήσεις παρουσιάζουν πολλές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες ως προς την φύση και την έκταση των συναλλαγών τους. Η λογιστική οργάνωση των τραπεζών υπάγεται στα απαιτούμενα της λογιστικής επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, αφού δεν περιέχει λογαριασμούς αγορών, αποθεμάτων και πωλήσεων. Ιδιαίτερη συχνότητα εμφανίζουν οι πράξεις νομικού χαρακτήρα και γι' αυτό τίθεται το πρόβλημα πως να καταχωρούνται αυτές (π.χ. συμβάσεις) στα λογιστικά βιβλία και μάλιστα στην περίπτωση που δεν συνοδεύονται με (άμεση) κίνηση κεφαλαίων. Το ευρωπαϊκό και γενικότερα το διεθνές τραπεζικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται τα τελευταία έτη από ραγδαίες αλλαγές, όπως η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, οι συνεχιζόμενες εξαγορές και συγχωνεύσεις, η διεύρυνση του φάσματος των προσφερόμενων υπηρεσιών, η διεθνοποίηση των εργασιών και η στροφή προς τη λιανική τραπεζική. Αντικείμενο της πρώτης ενότητας αποτελεί η εξελικτική πορεία του τραπεζικού συστήματος από την αρχαιότητα έως σήμερα, με ιδιαίτερη αναφορά στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τις βασικές αρχές και τα χαρακτηριστικά του. Οι αλλαγές που προκάλεσαν η παγκοσμιοποίηση των κεφαλαιαγορών σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των τεχνολογιών ανάγκασαν τις τράπεζες σε ευρωπαϊκό αλλά και εθνικό επίπεδο, να αναθεωρήσουν τις πηγές κερδοφορίας τους, να μειώσουν το κόστος

5 δημιουργίας και παροχής τραπεζικών υπηρεσιών ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές και να επιβιώσουν στο διεθνές περιβάλλον. Η πίεση προς τις τράπεζες ενισχύθηκε περισσότερο και με την εισαγωγή του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος ( ) καθώς αυτές κυρίως καλούνταν να καλύψουν το κόστος εισαγωγής και προσαρμογής στο νέο νόμισμα, ενώ έπρεπε να αποδεχτούν την απώλεια εσόδων από τις αγοραπωλησίες συναλλάγματος, τις διατραπεζικές συναλλαγές και τα εργαλεία αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου. Οι τάσεις αυτές παρατηρήθηκαν υπό συνθήκες αυξανόμενου ανταγωνισμού και ιστορικά χαμηλών επιτοκίων. Η επίδραση των ανωτέρω αλλαγών στις βασικές μεθόδους μέτρησης της «χρηματοοικονομικής επίδοσης» των ελληνικών τραπεζών αποτελούν αντικείμενο του δευτέρου κεφαλαίου της παρούσας εργασίας. Η λειτουργία της αγοράς χρήματος, είτε με τους αυτόματους μηχανισμούς της είτε με τις διοικητικές αποφάσεις των νομισματικών αρχών (δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας), είναι κρίσιμης σημασίας για την εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών, όχι μόνο σε ονομαστικούς όρους αλλά και σε πραγματικούς. Από μακροοικονομική σκοπιά, τα κρίσιμα μεγέθη είναι η προσφορά χρήματος και το επιτόκιο. Φυσικά, προσφορά χρήματος και επιτόκιο αλληλεξαρτώνται μέσω των αυτόνομων μηχανισμών της αγοράς. Η ελληνική όμως αγορά χρήματος επηρεάζεται ουσιαστικά από διοικητικές παρεμβάσεις πάνω και στα δύο μεγέθη και η αλληλεξάρτηση τους δεν είναι αναγκαστικά αυτή που θα προέκυπτε από την αυτόματη λειτουργία της αγοράς χρήματος. Άμεσα συσχετισμένη με την εξέλιξη των νομισματικών μεγεθών είναι η εξέλιξη των τιμών, που για τα τελευταία δέκα χρόνια έχει καταστεί σοβαρότατο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.

6 Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, της χρησιμοποίησης δηλαδή μιας μεταβλητής της αγοράς χρήματος, του επιτοκίου, ως οργάνου συναλλαγματικής πολιτικής. Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια η ασκούμενη πολιτική υψηλών επιτοκίων έχει στόχο την προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων με σκοπό την αύξηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων. Αυτό έχει δύο αρνητικές επιδράσεις. Πρώτον, την αρνητική επίδραση επί του όγκου των επενδύσεων και δεύτερον, την αύξηση της ποσότητας του χρήματος διότι δεν ακολουθείται πολιτική στείρωσης του συναλλάγματος. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα της πολιτικής υψηλών επιτοκίων χωρίς στείρωση του συναλλάγματος επιτείνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι η διαμόρφωση των τιμών στην ελληνική αγορά ήταν, στη διάρκεια όλης σχεδόν της περιόδου, κάτω από τον έλεγχο του Υπουργείου Εμπορίου. Ανάλογα με το είδος του προϊόντος, ο έλεγχος ήταν διαφορετικής αυστηρότητας και διαφορετικής αποτελεσματικότητας. Φυσικά, οι κανόνες διαμόρφωσης των ελεγχόμενων τιμών επέτρεπαν μεταβολές, καθώς οι συνθήκες της αγοράς και του κόστους παραγωγής άλλαζαν, ιδιαίτερα επειδή ένας σοβαρός κοστολογικός έλεγχος είναι αδύνατος χωρίς ακριβή γνώση του κόστους. Εν τούτοις, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι τιμές που δίνονται από τα στατιστικά στοιχεία είναι εκείνες που θα σχηματίζονταν σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς. Όμως, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι τιμές που πράγματι προσδιορίστηκαν είναι καθαρά διοικητικές τιμές χωρίς να έχουν σχέση με τις δυνάμεις της αγοράς. Και τούτο γιατί ο έλεγχος των τιμών και ο προσδιορισμός τους κάτω από καθεστώς ελέγχου δεν είναι ανεξάρτητος

7 από τις συνθήκες που πραγματικά ισχύουν στην αγορά και οι οποίες επη - ρεάζουν τις ιδιωτικές αποφάσεις. Συνεπώς, οι μεταβολές του αποπληθωριστή και του δείκτη τιμών καταναλωτή μπορεί να θεωρηθούν ότι grosso modo δείχνουν τις μεταβολές του γενικού επιπέδου των τιμών. Ανάλογες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν για το αν τα επιτόκια που προσδιορίζονται από τις νομισματικές αρχές εκφράζουν τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά χρήματος. 1.3 ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ Σύγχρονες Μεθοδολογίες Hammer-Champy Davenport Manganelli-Klein Kodak Mutha-Ehitman-Charaghi Στόχος Πτυχιακής Εργασίας : αν και σε ποιο βαθμό τα βήματα της μεθοδολογίας ανασχεδιασμού Thomas Davenport (τυχαία επιλογή μεθοδολογίας), σε δύο αντιπροσωπευτικές ελληνικές τράπεζες μας δίνουν τα απαραίτητα στοιχεία για τη λειτουργία τους στο τραπεζικό σύστημα, σύμφωνα με προαναφερθείσες πληροφορίες κατά τη συγγραφή της παρούσας μελέτης. Η μεθοδολογία έρευνας που ακολουθήθηκε είναι η επεξηγηματική έρευνα, και εξετάζει την σχέση μεταξύ των τραπεζικών εργασιών και της απόδοσης αυτών, κάτω από το πρίσμα του ανασχεδιασμού με βάση τη μεθοδολογία του Davenport.

8 Η μέθοδος που ακολουθήθηκε, είναι η ποιοτική έρευνα, και συγκεκριμένα η τεχνική συγκέντρωσης πληροφοριών, ώστε να δώσουν αποτελέσματα, για την λειτουργία των τραπεζικών ιδρυμάτων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αξιοπιστία, η αμεροληψία και ο ρεαλισμός του αποτελέσματος που ανασχεδιασμού χρησιμοποιήθηκε η μεθοδολογία Davenport καθώς δίνει τη δυνατότητα για: πλήρη και λεπτομερή καταγραφή των διαδικασιών μέτρηση χρόνων και κόστους προσομοίωσης σύγκριση δύο τραπεζικών ιδρυμάτων Στόχος Ανασχεδιασμού, είναι η βελτίωση των τραπεζικών διαδικασιών που επιτυγχάνεται με: μείωση του απαιτούμενου χρόνου βελτίωση της απόδοσης των διαδικασιών ικανοποίηση μέσα από τη βελτίωση των τραπεζικών διαδικασιών, των ίδιων των εργαζομένων. 1.4 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜ ΑΤΟΣ Το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα, ανήκει στον τύπο των μικτών Τραπεζών οι πρώτες βάσεις τέθηκαν - μετά την απελευθέρωση από την Τουρκοκρατία - επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν με ψήφισμα στις 2 Φεβρουαρίου 1828 ιδρύθηκε η πρώτη Ελληνική Τράπεζα με την επωνυμία «Εθνική χρηματιστική Τράπεζα». Στην ουσία η τράπεζα αυτή ήταν δανειστικός οργανισμός που ενεργούσε για λογαριασμό του κράτους. Έ ξι

9 έτη μετά την ίδρυση της (1834) οδηγήθηκε σε διάλυση γιατί δεν κατόρθωσε να εμπνεύσει στο κοινό την απαιτούμενη εμπιστοσύνη για συγκέντρωση κεφαλαίων. Η αφετηρία του τραπεζικού συστήματος τοποθετείται στην Ελλάδα το 1839 με την ίδρυση της Ιονικής τράπεζας στα Ιόνια (υπό Αγγλική κυριαρχία) νησιά, στην οποία παραχωρήθηκε το εκδοτικό προνόμιο μέχρι το 1920. Η ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (1841) αποτελεί σταθμό στην ιστορική εξέλιξη του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα. Η τράπεζα αυτή συγκέντρωσε και ανέπτυξε όλες τις κατηγορίες των τραπεζικών εργασιών, πολύ σύντομα άρχισε να λειτουργεί ως κτηματική, εμπορική, αγροτική, βιομηχανική, ναυτική και εκδοτική τράπεζα συγχρόνως. Δεύτερη αξιόλογη Τράπεζα ήταν η τράπεζα Αθηνών που ιδρύθηκε το 1893, λειτουργούσε αποκλειστικά ως εμπορική τράπεζα, η οποία με τη σειρά της συνέβαλλε και μέχρι τη συγχώνευση της με την Εθνική τράπεζα της Ελλάδος (1953) στη γόνιμη συμπαράσταση και ικανοποίηση των αναγκών, των παραγωγικών κλάδων της Χώρας. Εγκαινίασε νέες σχέσεις με τη βιομηχανία, εισήγαγε νέα λογιστική οργάνωση, προσέφερε νέες τραπεζικές υπηρεσίες και κατέβαλε τις πρώτες προσπάθειες χρηματοδότησης της εμπορικής ναυτιλίας. Κατά τη μεταπελευθερωτική περίοδο και μέχρι το 1900 ιδρύθηκαν αρκετές τράπεζες είτε με τη μορφή των εμπορικών τραπεζών ή Τραπεζών ναυτιλιακής πίστης ή Πιστωτικών Συνεταιρισμών ή για την άσκηση βιομηχανικής πίστης, οι περισσότερες εκ των οποίων δεν κατάφεραν να επιζήσουν μετά τις πολεμικές περιπέτειες του 1897 εκτός από τις : Εθνική

10 τ ρ ά π ε ζ α τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς, ιο ν ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α, τ ρ ά π ε ζ α Α θ η ν ώ ν, κ α ι τ ρ ά π ε ζ α Κ ρ ή τ η ς. Ο ι τ ρ ά π ε ζ ε ς 1 α υ τ έ ς ή τ α ν : Ε π ω ν υ μ ία Έ δ ρ α Έ τ ο ς Ιδ ρ ύ σ ε ω ς Ιο ν ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς Κ έ ρ κ υ ρ α 1 8 3 9 Ε θ ν ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς Α θ ή ν α ι 1 8 4 1 Π ρ ο ν ο μ ιο ύ χ ο ς Τ ρ ά π ε ζ α Η π ε ιρ ο θ ε σ σ α λ ία ς Β ό λ ο ς 1 8 7 2 Τ ρ ά π ε ζ α Κ ρ ή τ η ς Χ α ν ι ά 1 8 7 9 Ε μ π ο ρ ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς Π ε ιρ α ιά ς -Π ά τ ρ α 1 8 4 1 Ε λ λ η ν ικ ή Ν α υ τ ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α Π ε ιρ α ιά ς -Π ά τ ρ α 1 8 6 0 Ε μ π ο ρ ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α «Α Ρ Γ Ο Ν Α Υ Τ Η Σ»»» 1 8 6 0 Ν α υ τ ικ ή Ε μ π ο ρ ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α «Π α ν ό π η»»» 1 8 6 2 Τ ρ. Α σ φ α λ ισ τ ικ ή ο «Α Ρ Χ Α Γ Γ Ε Λ Ο Σ» Α θ ή ν α ι 1 8 6 8 Α.Ε. Ν α υ τ ικ ή Τ ρ. «Α Ρ Χ Α Γ Γ Ε Λ Ο Σ»» 1 8 7 0 Ε λ λ η ν. Ε υ ε ρ γ. Τ ρ ά π ε ζ α «Π Α Ν Δ Ω Ρ Α» Ε ρ μ ο ύ π ο λ η 1 8 7 0 Τ ρ ά π ε ζ α επ ί τ η ς κ ιν η τ ή ς Π ίσ τ ε ω ς τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς Α θ ή ν α 1 8 7 2 Ε μ π ο ρ. & Π ισ τ ω τ. Τ ρ. τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς» 1 8 7 2 Α.Ε. Π ισ τ ω τ ικ ή ε π έ ν ε χ υ ρ ω Τ ρ ά π ε ζ α» 1 8 7 2 Έ λ η ν. Π ίσ τ ω τ. Τ ρ ά π ε ζ α τ ο υ Λ ά ο υ» 1 8 7 2 Γ ε ν ικ ή π ισ τ ω τ. τ ρ ά π. τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς» 1 8 7 3 Π ισ τ ω τ ικ ή τ ρ ά π ε ζ α «Ε Σ Τ Ι Α»» 1 8 7 3 Π ισ τ ω τ ικ ή Τ ρ ά π ε ζ α «Ε Λ Π Ι Σ»» 1 8 7 3 Τ ρ ά π ε ζ α Β ιο μ η χ α ν ικ ή ς Π ίσ τ ε ω ς» 1 8 7 3 Π ισ τ ω τ ικ ή τ ρ ά π ε ζ α εν Ε π τ ά ν η σ α Κ έ ρ κ υ ρ α 1 8 8 0 Τ ρ ά π ε ζ α Κ ω σ τ ο π ο υ λ ο υ Κ α λ ά μ α ι 1 8 7 9 1 «Το Τραπεζικόν Σύστημα, Ιστορία - Εξέλιξις -Διαρθρώσεις» - Λεωνίδου Σαρ. Λώλου, Διευθυντή Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1965, σελ.169

11 Τράπεζα Μεγήρ Τρίκαλα 1872 Τράπεζα Κοσμαδοπούλου Βόλος 1909 Τράπεζα Εμπεδοκλέους Αθήνα 1893 Τράπεζα Αθηνών» 1894 Σταφιδική Τράπεζα της Ελλάδος Πάτρα 1879 Από τα τέλη του 19ου αιώνα ως την έναρξη του Α' παγκοσμίου πολέμου (1914-1918) παρατηρήθηκε σταδιακή μείωση της βαρύτητας των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών, ενώ αντίθετα θετική πορεία ακολούθησαν οι καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου, αντικατοπτρίζοντας και την αύξηση εισοδημάτων των εργατικών και μικροαστικών πληθυσμιακών στρωμάτων. Η περίοδος του Α' παγκοσμίου πολέμου (1914-18) αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για την επέκταση των εργασιών των ελληνικών τραπεζών και κράτους στη διοίκηση μιας ιδιωτικού χαρακτήρα τράπεζας, της Εθνικής. Ήδη από το 1914 οι διοικητές της τράπεζας διορίζονταν από την ίδια την κυβέρνηση και η πολιτική αυτή συνέχισε να εφαρμόζεται ως το 1928, οπότε και ιδρύθηκε η τράπεζα της Ελλάδος ως κεντρική και αποκλειστική εκδοτική τράπεζα. Η αδυναμία που παρουσίασε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα την περίοδο του μεσοπολέμου (1918-1928), λόγω της απορρόφησης σημαντικών ποσών τραπεζικών πόρων από το ελληνικό δημόσιο, μέσω δεσμεύσεων των πόρων αυτών σε δάνεια και υποχρεώσεις του δημοσίου, κατέδειξε ένα σημαντικό πρόβλημα. Η μη ορθολογική λειτουργία του τραπεζικού και πιστωτικού τους συστήματος (μετά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο - 1918) αποτελούσε σημαντικό παράγοντα αποσταθεροποίησης της εθνικής οικονομίας. Η Ελλάδα προχώρησε σε σοβαρές τραπεζικές

12 μεταρρυθμίσεις, με τη βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία επέβαλε την ίδρυση αυτόνομης εκδοτικής τράπεζας, προκειμένου να ενισχυθεί η χώρα μας στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών της προβλημάτων και στην αποκατάσταση των προσφύγων από τη Μικρασιατική καταστροφή, (εγκατάσταση περίπου 2 εκατομμυρίων προσφύγων). Έτσι το 1928 ιδρύεται η τράπεζα της Ελλάδος (βάσει ιδρυτικού νόμου 3424/1927), ως αμιγώς εκδοτικό ίδρυμα. Αποτελούσε ανώνυμη εταιρία υπό τον έλεγχο του κράτους, το οποίο όμως δε συμμετείχε στη διοίκηση της. Το 1927 ιδρύεται η Κτηματική Τράπεζα, με απόσχιση του κλάδου κτηματικής πίστης από την Εθνική τράπεζα, ενώ το 1929 ακολουθεί η ίδρυση της Αγροτικής τράπεζας, (με απόσχιση επίσης του κλάδου Αγροτικής ανάπτυξης από την Εθνική τράπεζα)2. Στα τέλη του 1927 λειτουργούσαν στην Ελλάδα συνολικά 45 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εκ των οποίων: 37 εμπορικές τράπεζες, η Ε.Τ.Ε. ως μικτή τράπεζα, 3 τράπεζες κτηματικής πίστεως, 2 μικρές τράπεζες αγροτικής πίστεως και 2 ειδικοί πιστωτικοί οργανισμοί (το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και το ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων). Επισημαίνεται ότι σε όλη τη διάρκεια της περιόδου 1918-1929 το διεθνές τραπεζικό σύστημα βασιζόταν σε μια σταθερή σχέση χρυσού και κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων. Εντούτοις, η κρίση του 1929 προκάλεσε τον ισχυρότατο κλονισμό του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και κυρίως του αμερικανικού. Για πρώτη φορά η βιομηχανική κοινωνία πέρασε μια τόσο μεγάλη δοκιμασία με πτωχεύσεις πολλών τραπεζών, 2 «Το Τραπεζικόν Σύστημα, Ιστορία - Εξέλιξις -Διαρθρώσεις» - Λεωνίδου Σαρ. Λώλου, Διευθυντή Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1965, σελ.173-176

13 κλείσιμο πολλών εργοστασίων και με μεγάλες στρατιές ανέργων. Οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν διάφορα μέτρα για να μπορέσουν να επιτύχουν την οικονομική ανάκαμψη και να στηρίξουν ξανά τις τράπεζες, που αποδείχθηκε ότι ήσαν οι ασθενέστεροι κρίκοι ολόκληρου του συστήματος. Στην Ελλάδα, η έναρξη της λειτουργίας της τράπεζας της Ελλάδος συνέπεσε με την περίοδο της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης (κραχ) του 1929-1932, γεγονός που ακολούθησαν διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις μεταξύ των οποίων ήταν και η καθιέρωση με τον νόμο 5076/1931 του θεσμού των υποχρεωτικών καταθέσεων (7% των καταθέσεων όψεως και ταμιευτηρίου) των εμπορικών τραπεζών στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η οικονομική κρίση και η ίδια η κρατική πολιτική ενίσχυσαν την τάση συγκεντρώσεως των τραπεζών σε ισχυρά, μεγάλα συγκροτήματα, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό και το πεδίο για τη δημιουργία μικρών τοπικών τραπεζών και προωθώντας την εξειδίκευση των τραπεζικών λειτουργιών. Το 1932 λειτούργησαν στη χώρα μας 32 τράπεζες: η τράπεζα Ελλάδος, 25 εμπορικές τράπεζες, 1 κτηματική, 3 αγροτικές και δύο ειδικοί πιστωτικοί οργανισμοί (Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων). Χαρακτηριστικό του έντονου συγκεντρωτισμού του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούσε η συμμετοχή των τεσσάρων μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών (Εθνική, τράπεζα Αθηνών, Εμπορική και Λαϊκή τράπεζα) στο σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων και χορηγήσεων. Οι τράπεζες αυτές συγκέντρωναν το 1932 το 59% των συνολικών καταθέσεων και το 88%

14 των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών, ενώ χορηγούσαν το 52% των συνολικών πιστώσεων και το 79% των πιστώσεων των εμπορικών τραπεζών, τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής της Εθνικής ήταν 43% και 55% για τις καταθέσεις και 34% και 53% για τις χορηγήσεις, το μόνο θετικό στοιχείο στην παρατηρούμε αυτή ενίσχυση του συγκεντρωτισμού των τραπεζικών λειτουργιών ήταν η εξασφάλιση σταθερότητας και αντοχής κατά την περίοδο της κρίσεως και ο περιορισμός των ζημιών για τις ελληνικές τράπεζες. Ο τραπεζικός τομέας λειτουργούσε για πολλά χρόνια με σταθερότητα και διατήρηση των κερδών του, μέσα σε περιβάλλον που τον προστάτευε από τον ανταγωνισμό. Μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, λόγω της μεγάλης στενότητας κεφαλαίων παρουσιάστηκε η ανάγκη για αναδιάρθρωση του πιστωτικού μηχανισμού, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθολογικότερη και αποτελεσματικότερη κατανομή των παραγωγικών πόρων, για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκαν συγκεκριμένα όργανα: η Νομισματική Επιτροπή, η Επιτροπή Πιστώσεων και το κυβερνητικό Οικονομικό Συμβούλιο. Επιπλέον, το 1954 ιδρύθηκε ο "Οργανισμός χρηματοδοτήσεως Οικονομικής Αναπτύξεως (Ο.Χ.Ο.Α.), με σκοπό την ανασυγκρότηση του τραπεζικού συστήματος της χώρας και την αντιμετώπιση των καταστροφών του πολέμου, τον διαδέχθηκε η Κεντρική Επιτροπή Δανείων (Κ.Ε.Δ.), η οποία διαχειρίζονταν τα δάνεια ανασυγκροτήσεως από την Αμερικάνικη Βοήθεια. Ακολουθεί το 1960 η ίδρυση του "Οργανισμού Βιομηχανικής Αναπτύξεως (Ο.Β.Α.), με σκοπό τη συμμετοχή σε υφιστάμενες

15 β ιο μ η χ α ν ίε ς, ή τ η ν ίδ ρ υ σ η ν έ ω ν κ α ι τ η ν π α ρ ο χ ή τ ε χ ν ικ ώ ν κ α ι ο ικ ο ν ο μ ικ ώ ν υ π η ρ ε σ ιώ ν.3 Μ ε τη δ η μ ιο υ ρ γ ία κ «ι τη λ ε ιτ ο υ ρ γ ία τ η ς Ν ο μ ισ μ α τ ικ ή ς Ε π ιτ ρ ο π ή ς ( 1 9 4 6 ) π ε ρ ιο ρ ίσ τ η κ ε ο ρ ό λ ο ς τ η ς Τ ρ ά π ε ζ α ς τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς σ τ η ν ά σ κ η σ η τ ο υ ε κ δ ο τ ικ ο ύ τ η ς π ρ ο ν ο μ ίο υ, α φ ο ύ α π α ιτ ο ύ ν τ α ν η έ γ κ ρ ισ η τ ο υ κ ρ ά τ ο υ ς γ ια ο π ο ια δ ή π ο τ ε ε ν έ ρ γ ε ια σ τ ο θ έ μ α α υ τ ό. Ε π ίσ η ς ή τ α ν π λ ή ρ η ς ο έ λ ε γ χ ο ς τ η ς Ν ο μ ισ μ α τ ικ ή ς Ε π ιτ ρ ο π ή ς επ ί τ ο υ ύ ψ ο υ ς τ η ς ν ο μ ισ μ α τ ικ ή ς κ υ κ λ ο φ ο ρ ία ς κ α ι τω ν τ ρ α π ε ζ ικ ώ ν χ ο ρ η γ ή σ ε ω ν. Ε ξ ά λ λ ο υ κ α ι ο έ λ ε γ χ ο ς τ ο ν δ ια θ ε σ ίμ ω ν τω ν Ν Π Δ Δ κ α ι α σ φ α λ ισ τ ικ ώ ν τ α μ ε ίω ν α π ό τη Ν ο μ ισ μ α τ ικ ή Ε π ιτ ρ ο π ή κ α ι η υ π ο χ ρ έ ω σ η τ ο υ ς α π ό τ ο 1 9 5 1 κ α ι ε φ ε ξ ή ς ν α κ α τ α θ έ τ ο υ ν τ α δ ια θ έ σ ιμ α τ ο υ ς σ τ η ν Τ ρ ά π ε ζ α τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς κ α τ έ σ τ η σ ε τ η ν κ εν τ ρ ικ ή τ ρ ά π ε ζ α α π λ ώ ς έ ν α δ ια χ ε ιρ ισ τ ικ ό ό ρ γ α ν ο τ ω ν σ χ ε τ ικ ώ ν α π ο φ ά σ εω ν τ η ς Ε π ιτ ρ ο π ή ς. Η Ν ο μ ισ μ α τ ικ ή Ε π ιτ ρ ο π ή έπ α ψ ε ν α λ ε ιτ ο υ ρ γ ε ί μ ε τ ά α π ό ψ ή φ ισ η τ ο υ ν.1 2 5 6 / 8 2, π ο υ σ η μ α τ ο δ ό τ η σ ε τ η ν έ ν α ρ ξ η μ ια ς ν έ α ς α π ο χ ή ς γ ια το ε λ λ η ν ικ ό τ ρ α π ε ζ ικ ό σ ύ σ τ η μ α σ τ α π λ α ίσ ια τ ο υ α υ ξ η μ έ ν ο υ δ ιε θ ν ο ύ ς α ν τ α γ ω ν ισ μ ο ύ. Ο ι π ρ ο α ν α φ ε ρ ό μ ε ν ε ς δ ο μ ικ έ ς α λ λ α γ έ ς δ η μ ιο υ ρ γ ή θ η κ α ν κ α ι υ π ό τ η ν π ίε σ η τ η ς α π ο κ α ν ο ν ικ ο π ο ίη σ η ς κ α ι γ ε ν ικ ό τ ε ρ α τ η ς α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η ς τω ν α γ ο ρ ώ ν, κ υ ρ ίω ς μ έ σ ω τ η ς ε λ ε ύ θ ε ρ η ς κ ίν η σ η ς π ά σ η ς φ ύ σ ε ω ς κ εφ α λ α ίω ν, α π ο τ έ λ ε σ α ν τ η ν π ρ ο ϋ π ό θ ε σ η γ ια τ η ν ό ξ υ ν σ η τ ο υ α ν τ α γ ω ν ισ μ ο ύ μ ε τ α ξ ύ τω ν τ ρ α π ε ζ ικ ώ ν κ α ι τω ν ά λ λ ω ν π ισ τ ω τ ικ ώ ν ιδ ρ υ μ ά τ ω ν. Ο α ν τ α γ ω ν ισ μ ό ς ο ξ ύ ν θ η κ ε π ε ρ ισ σ ό τ ε ρ ο υ π ό τ η ν π ίε σ η τ ρ ιώ ν ε π ιπ λ έ ο ν β α σ ικ ώ ν δ υ ν ά μ ε ω ν : τ η ς χ ρ η μ α τ ο π ισ τ ω τ ικ ή ς κ α ιν ο τ ο μ ία ς, η εισ α γ ω γ ή π ρ ω τ ο π ο ρ ια κ ώ ν π ρ ο ϊό ν τ ω ν ό π ω ς fu tu re s, o p tio n s, o p tio n s o n - 3 «Το Τραπεζικόν Σύστημα, Ιστορία - Εξέλιξις -Διαρθρώσεις» - Λεωνίδου Σαρ. Λώλου, Διευθυντή

16 future contracts, swaps και υπηρεσιών internet και mobile banking, ασφάλειες κλπ, η ανάπτυξη αξιόπιστης τεχνολογικής υποδομής, η διεύρυνση των δικτύων διανομής, (εναλλακτικά δίκτυα ), η παροχή εργασιών επενδυτικής τραπεζικής (μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια κλπ), της αποδιαμεσολάβησης/τιτλοποίησης, και της διεθνοποίησης, (globalization) ήτοι της δραστηριοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε χρηματαγορές άλλων χωρών πλέον της χώρας προέλευσης τους. Η τιτλοποίηση στοιχείων του ενεργητικού περιλαμβάνει το μετασχηματισμό παραδοσιακών, μη συναλλάξιμων στοιχείων του ενεργητικού, σε εμπορεύσιμα χρεόγραφα και τη μεταφορά τους σε δραστηριότητες εκτός ισολογισμού (of Balance Sheet Activities). Αφορά στη συγκέντρωση ενός τμήματος χορηγήσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως, τη μετατροπή τους σε χρεόγραφα και την πώληση τους σε δευτερογενείς αγορές. Μέσω της τιτλοποίησης τα τραπεζικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν τα υπάρχοντα δάνεια τους (στεγαστικά, καταναλωτικά και δάνεια επιχειρήσεων), σε άμεσα ρευστοποιήσιμα κεφάλαια υπό τη μορφή τίτλων, μετρητών ή και των δύο. Εξασφαλίζοντας αυτή τη ρευστότητα οι τράπεζες μετέχουν στην κύρια αγορά κάθε μορφής δανείων, προσφέροντας μια ποικιλία δανειακών προϊόντων, διευρύνοντας την πελατειακή βάση χωρίς να χρειάζονται νέες καταθέσεις, που επιπρόσθετα υπόκεινται και στη διαδικασία των υποχρεωτικών καταθέσεων στην Κεντρική Τράπεζα4. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1965, σελ.173-176 4 «Εισαγωγή στην τραπεζική Χρηματοοικονομική Διοίκηση», ^ σ τ α ς Μελάς, Εξάντας, Αθήνα 2002, σελ.64

17 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο 2.1 ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠ ΙΧΕΙΡΗΣΗΣ Ιστορικά οι τράπεζες5υπόκειντο σε περισσότερους κανονισμούς από τις άλλες εταιρείες και για αυτό βρίσκονταν πάντα ανάμεσα στις περισσότερο ασφαλείς και συντηρητικές επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο επομένως το γεγονός ότι τα τραπεζικά ιδρύματα αποτέλεσαν τον κορμό, και σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν τον αποκλειστικό κορμό, των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και επιβλήθηκαν σαν ένας από τους σημαντικότερους μοχλούς της διαδικασίας οικονομικής ανάπτυξης. Πριν προχωρήσουμε στον προσδιορισμό του τραπεζικού προϊόντος θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε την έννοια της τράπεζας ή της τραπεζικής επιχείρησης. Γενικά δεν υπάρχει παραδεκτός ορισμός της τραπεζικής επιχείρησης, σύμφωνα με τον νόμο 5076/1931 «περί ανωνύμων εταιρειών και Τραπεζών», με το άρθρο 10 1 ορίζεται ότι οι Τράπεζες «είναι αι επιχειρήσεις αίτινες, ανεξαρτήτως ετέρου σκοπού αυτών, δέχονται κατ' επάγγελμα καταθέσεις χρημάτων ή άλλων αξιών». Κατά το άρθρο 11 του ιδίου νόμου οι Τράπεζες δύναται να συσταθούν και να λειτουργήσουν μόνο με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας. Ο Δ. Γαλάνης ορίζει ότι «η τράπεζα είναι η επιχείρησις η οποία κατά κύριον και αποκλειστικόν επάγγελμα ενεργεί πιστωτικές πράξεις»6. 56 5Η ονομασία τράπεζα (εκ της δωρικής τράπεσδα) προέρχεται από το έπιπλο, το τραπέζι, στο οποίο ήταν εγκατεστημένοι οι πρώτοι τραπεζίτες, ένα είδος σημερινών αργυραμοιβών που απασχολούνταν με την εμπορία του χρήματος 6«Θέματα τραπεζικής Οικονομικής», Δ.Γαλανής, Αθήνα, 1969.

18 Κατά τον Λεωνίδα Σαρ. Λώλο, «αι Ελληνικαί εμπορικαί Τράπεζαι έχουν την μορφή των Τραπεζικών καταθέσεων. Εκ του λόγου τούτου, η δραστηριότης των συνίσταται εις την αποδοχή καταθέσεων πάσης μορφής και την τοποθέτησιν των διαθεσίμων των εις βραχυπρόθεσμους, μάλλον, δανειοτικάς εργασίας. Εν προκειμένω ακολουθούν το βρετανικό σύστημα της μη επεμβάσεως, όπερ ευρίσκεται εις αντίθεσιν προς τα Ηπειρωτικό Ευρωπαϊκόν σύστημα, (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία)».7 Επίσης κατά τον Μ. Γεωργιάδη «τραπεζική επιχείρηση είναι εκείνη που προβαίνει στη συγκέντρωση της κοινωνικής αποταμιεύσεως και τη διοχέτευση αυτής με κέρδος προς τους διαφόρους κλάδους της οικονομίας»8. Ο νόμος 2076/1992 με τον οποίον ενσωματώθηκαν στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας 89/646/ΕΟΚ χρησιμοποιεί τον ευρύτερο όρο «πιστωτικό ίδρυμα». Συνεπώς ως πιστωτικό ίδρυμα ορίζεται (άρθρο 2, παρ. 1 Ν. 2076/92) η επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση πιστώσεων για λογαριασμό της. Η κατ' επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό απαγορεύεται σε πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, ενώ η αντίστοιχη απαγόρευση της κατ' επάγγελμα χορήγησης δανείων ή πιστώσεων προς το κοινό έχει αρθεί με την έκδοση του Ν. 2937/2001 και η σχετική δραστηριότητα εντάχθηκε σε καθεστώς αδειοδότησης της τράπεζας της Ελλάδος. 78 7«Το Τραπεζικόν Σύστημα, Ιστορία - Εξέλιξις -Διαρθρώσεις» - Λεωνίδου Σαρ. Λώλου, Διευθυντή Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1965, σελ.177 8 «Οικονομική των Επιχειρήσεων», Μ. Γεωργιάδης, 2004

19 2.1.1 Τα χαρακτηριστικά της τραπεζικής επιχείρησης Η κύρια δραστηριότητα9 της τράπεζας ως ίδρυμα, όπως προαναφέρθηκε είναι η χορήγηση δανείων και η αποδοχή καταθέσεων από το κοινό, βελτιώνοντας με αυτόν τον τρόπο την κατανομή των πόρων της οικονομίας προσφέροντας μία εξομάλυνση στην κατανομή των εισοδημάτων και των επενδύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Η βελτίωση στην κατανομή των πόρων επιτυγχάνεται με: την προσφορά πρόσβασης σε ένα σύστημα συναλλαγών, τη διακίνηση κεφαλαίων, τη διαχείριση του κινδύνου και την παραγωγή πληροφοριών, κατευθύνοντας τους δανειστές. Τα κύρια χαρακτηριστικά της τραπεζικής επιχείρησης αποτελούν ταυτόχρονα και τα σημαντικότερα σημεία διαφοροποίησης της από τις επιχειρήσεις των άλλων κλάδων οικονομίας, τις σπουδαιότερες εκ των οποίων παραθέτουμε παρακάτω10 : α) η τραπεζική επιχείρηση ασχολείται κατά κύριο επάγγελμα με το εμπόριο του χρήματος. Τα χρήματα που εμπορεύεται η τράπεζα είναι κυρίως δανειακά. Η τράπεζα «δανείζεται για να μπορεί να δανείσει», γιατί τα ίδια κεφάλαια της διατίθενται για την απόκτηση των πάγιων εγκαταστάσεων, που είναι απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία της, για την κάλυψη ενδεχόμενων ζημιών κλπ., δηλαδή, προορίζονται στο να δημιουργήσουν αίσθημα εμπιστοσύνης του κοινού προς αυτήν (εγγυητικά κεφάλαια). Τα χρήματα που συγκεντρώνει η τράπεζα τα δανείζει (τοποθετεί) στην πελατεία της και εισπράττει τόκο 910 9«Εισαγωγή στην τραπεζική Χρηματοοικονομική Διοίκηση», Κώστας Μελάς, Εξάντας, Αθήνα 2002, σελ.6 10 Χρήμα και διεθνές τραπεζικό σύστημα, Κίμωνας Π. Στεριώτης

20 μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλει στους δανειστές της, έτσι ώστε να απομένει σ' αυτήν ένα σημαντικό περιθώριο, με το οποίο πρέπει να καλύπτει τα λειτουργικά της έξοδα και να πραγματοποιεί και ένα ποσοστό κέρδους. β) Ο κύριος, λοιπόν, σκοπός της τραπεζικής επιχείρησης είναι το εμπόριο του χρήματος. Η ύπαρξη, όμως, κι άλλου σκοπού δεν αναιρεί το χαρακτήρα της επιχείρησης σαν τραπεζικής. Ο άλλος, όμως, αυτός σκοπός δεν μπορεί να είναι η κατά επάγγελμα άσκηση εμπορίου ή βιομηχανίας (άρθρο 16 Ι Ν 5076/1931). Συνεπώς, μεμονωμένες εμπορικές ή βιομηχανικές πράξεις δεν απαγορεύονται. γ) το πρόβλημα της ρευστότητας εμφανίζεται στην τραπεζική επιχείρηση στην οξύτερη αυτού μορφή, γιατί η προθεσμία λήξης των υποχρεώσεων αυτής δεν μπορεί κατά κανόνα, να υπολογιστεί εκ των προτέρων και η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της δεν μπορεί να τύχει αναστολής. Για το λόγο αυτόν, και επειδή ο βαθμός της τραπεζικής ρευστότητας ενδιαφέρει και το κοινωνικό σύνολο που εμπιστεύεται στις τράπεζες τη διαχείριση των κεφαλαίων του, στις νομοθεσίες πολλών χωρών έχουν θεσπιστεί ειδικές διατάξεις που κατοχυρώνουν το ελάχιστο όριο της ρευστότητας των τραπεζών. δ) Η τράπεζα, δεν είναι μόνο καθαυτό επιχείρηση είναι ταυτόχρονα και ίδρυμα - οργανισμός κοινωνικής ωφέλειας. ε) Όπως προαναφέρθηκε, η τραπεζική επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί στη χώρα μας μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας, το μετοχικό

21 της κεφάλαιο πρέπει να καταβληθεί εξολοκλήρου σε μετρητά και οι μετοχές της πρέπει να είναι υποχρεωτικά ονομαστικές11. 2.1.2 Διάκριση των εργασιών των εμπορικών τραπεζών Οι εργασίες των εμπορικών τραπεζών κατατάσσονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: στις ενεργητικές, παθητικές και μεσολαβητικές. Στις ενεργητικές εργασίες περιλαμβάνονται οι πιστωτικές εργασίες, δηλαδή οι χορηγήσεις και κατ' επέκταση οι εγγυητικές επιστολές, και η αποδοχή συναλλαγματικών. Επίσης στην κατηγορία αυτήν περιλαμβάνονται και οι τοποθετήσεις σε ακίνητα, χρεόγραφα, κλπ. Στις παθητικές εργασίες περιλαμβάνονται οι καταθέσεις (όψεως, ταμιευτηρίου, προθεσμίας) και όλες οι άλλες εργασίες που αποβλέπουν σε προσέλκυση κεφαλαίων. Στις μεσολαβητικές ή μεσιτικές ή επί προμήθεια εργασίες περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες που παρέχονται από τις τράπεζες με αμοιβή, όπως οι εργασίες κινήσεως κεφαλαίων, οι αγοραπωλησίες χρεογράφων για λογαριασμό τρίτων, οι εγγυητικές επιστολές, η ενοικίαση θυρίδων, κ.α. Ορισμένες εργασίες είναι δυνατό να έχουν επαμφοτερίζοντα χαρακτήρα, δηλαδή είναι δυνατό, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ενταχθούν στη μια ή την άλλη κατηγορία12. 11 «Οικονομική των Επιχειρήσεων», Μ. Γεωργιάδης, σελ. 471, Αθήνα 2005 12 Τις εργασίες αυτές μπορούμε να ονομάσουμε μικτές, όπως λ.χ. η ενέγγυα πίστωση εντάσσεται στην κατηγορία των μεσολαβητικών εργασιών, αν όμως συντρέχει και χρηματοδότηση του εξαγωγέα εντάσσεται και στην κατηγορία των ενεργητικών εργασιών. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εγγυητικές επιστολές που υπάγονται οπωσδήποτε στις μεσολαβητικές εργασίες, σε περίπτωση όμως κατάπτωσης αυτών, τα καταβαλλόμενα ποσά θεωρούνται ως χορηγήσεις. Βλ. «Τραπεζική Λογιστική» Βασίλειος Φ. Φίλιος, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002, και www.nbg.gr

22 2.1.3 Οι αρχές που διέπουν τις εργασίες των εμπορικών τραπεζών Οι τραπεζικές εργασίες διέπονται από τις αρχές: της ρευστότητας, της ασφάλειας και της αποδοτικότητας. α) Η αρχή της ρευστότητας Ρευστότητα, όπως είναι γνωστό, είναι η ικανότητα της επιχείρησης να ανταποκρίνεται στις λήγουσες υποχρεώσεις της. Για την εύρυθμη λειτουργία της η επιχείρηση πρέπει να διαθέτει εκάστοτε τόσα μετρητά όσα είναι αναγκαία για την εξόφληση των ληγουσών υποχρεώσεων της. Η σχέση όμως αυτή μεταξύ διαθεσίμων και ληγουσών υποχρεώσεων (τουλάχιστον 1:1) δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί από την τραπεζική επιχείρηση, γιατί, για να έχει πλήρη (100%) ρευστότητα θα έπρεπε να διατηρεί στο ταμείο της το σύνολο των καταθέσεων της (τουλάχιστον των απρόθεσμων), ώστε να μπορεί ν' ανταποκρίνεται σε κάθε πιθανή ανάληψη οποιουδήποτε ποσού. Αυτό όμως σημαίνει ότι η τράπεζα δεν φα έπρεπε να προβαίνει σε τοποθετήσεις των κεφαλαίων που προέρχονται από τις απρόθεσμες τουλάχιστον καταθέσεις σ' αυτήν, πράγμα αντίθετο προς την κοινωνική της αποστολή και την υποχρέωση της να καταβάλλει τόκο στους καταθέτες. Αλλά από την πράξη έχει αποδειχθεί ότι, κάτω από ομαλές πολιτικοοικονομικές συνθήκες, μόνο ένα μέρος των καταθέσεων αναλαμβάνεται από τις τράπεζες, το οποίο αντιρροπίζεται από τις διενεργούμενες νέες καταθέσεις. Καθημερινά εισρέουν και εκ ρέουν στην τράπεζα χρήματα. Τα δυο αυτά αντίθετα ρεύματα πρέπει να εξισορροπούνται, γιατί αν οι καταθέσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τις πληρωμές, η τράπεζα θα έχει αυξημένη ρευστότητα, αλλά μειωμένη αποδοτικότητα, ενώ αν οι

23 χορηγήσεις υπερβαίνουν τις εισπράξεις, -θα της δημιουργηθεί, αργά ή γρήγορα, οξύτατο πρόβλημα ρευστότητας, που ενδεχόμενα θα την κλονίσει σαν επιχείρηση. Για την αντιμετώπιση των πληρωμών της, η τράπεζα διατηρεί στα ταμεία της ένα σημαντικό ποσό διαθεσίμων, το ύψος των οποίων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως από την πολιτική και νομισματική σταθερότητα, την κρατική παρέμβαση, τη φήμη της τράπεζας, την πιστωτική πολιτική της τράπεζας, το μεταβατικό κεφάλαιο που δημιουργείται στην τράπεζα από τις μεσολαβητικές εργασίες της, κλπ. Η διάταξη του άρθρου 15 του νόμου 5076/1931 ορίζει ότι κάθε τράπεζα που λειτουργεί στην Ελλάδα υποχρεούται να διατηρεί ρευστά σε δραχμές είτε στα ταμεία της είτε στην τράπεζα Ελλάδος είτε και στα δυο ποσό που αντιστοιχεί στο 12% των καταθέσεων όψεως και Ταμιευτηρίου. Για πολλά έτη τα θέματα ρευστότητας των τραπεζών ρυθμίζονταν με αποφάσεις των Νομισματικών Αρχών, που τις υποχρέωναν να καταθέτουν έντοκα ή άτοκα ένα μέρος των διαθεσίμων τους στην τράπεζα της Ελλάδος, και να κάνουν επενδύσεις σε έντοκα γραμμάτια και ομολογίες του Δημοσίου. β) Η αργή της αποδοτικότητας Η τράπεζα σαν εμπορική επιχείρηση είναι φυσικό να επιδιώκει τη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας της, δηλαδή την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους από την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθεσίμων της. Η αποδοτικότητα όμως της τράπεζας επηρεάζεται σοβαρά από τις αποφάσεις των Νομισματικών Αρχών με τις οποίες:

24 - Κ α θ ο ρ ίζ ο ν τ α ι τ α επ ιτ ό κ ια κ α τ α θ έ σ ε ω ν κ α ι χ ο ρ η γ ή σ ε ω ν, κ α θ ώ ς κ α ι ο ι π ρ ο μ ή θ ε ιε ς π ο υ η τ ρ ά π ε ζ α ε ισ π ρ ά τ τ ε ι. - Ε π ιβ ά λ λ ε τ α ι η ε π έ ν δ υ σ η σ ε έ ν τ ο κ α γ ρ α μ μ ά τ ια, ο μ ο λ ο γ ίε ς, κ λπ. - Ε π ιβ ά λ λ ο ν τ α ι υ π ο χ ρ ε ω τ ικ έ ς κ α τ α θ έ σ ε ις σ τ η ν Τ.Ε. σ ε π ο σ ο σ τ ά επ ί τω ν χ ο ρ η γ ή σ ε ω ν, κ λ π., κ λ π.13 γ ) Η α ρ χή τ η ς α σ φ ά λ ε ια ς Ο ι κ ίν δ υ ν ο ι π ο υ α ν τ ιμ ε τ ω π ίζ ε ι η τ ρ ά π ε ζ α είν α ι τ ε ρ ά σ τ ιο ι, κ α ι α π ο ρ ρ έ ο υ ν α π ό τ ο γ ε γ ο ν ό ς ό τ ι δ ια χ ε ιρ ίζ ε τ α ι ξ έ ν α κ ε φ ά λ α ια. Ε π ιβ ά λ λ ε τ α ι, λ ο ιπ ό ν, π ρ ιν α π ό κ ά θ ε χ ο ρ ή γ η σ η ν α γ ίν ε τ α ι κ α λ ή ε κ τ ίμ η σ η τ ο υ α ξ ιό χ ρ ε ο υ τ ο υ υ π ο ψ ή φ ιο υ π ε λ ά τ η - δ α ν ε ιο λ ή π τ η κ α ι τ η ς π ρ ο ο π τ ικ ή ς π ο υ υ π ά ρ χ ε ι γ ια τ η ν ε π ισ τ ρ ο φ ή τ ο υ π ο σ ο ύ τ η ς χ ο ρ ή γ η σ η ς, τ ο α ξ ιό χ ρ ε ο τ ο υ π ρ ω τ ο φ ε ιλ έ τ η π ρ έ π ε ι ν α β α ρ ύ ν ε ι ιδ ια ίτ ε ρ α α κ ό μ α κ α ι σ τ ις π ε ρ ιπ τ ώ σ ε ις π ο υ ο π ε λ ά τ η ς π α ρ έ χ ε ι π ρ ό σ θ ε τ ε ς ε ξ α σ φ α λ ίσ ε ις (π ρ ο σ ω π ικ έ ς κ α ι ε μ π ρ ά γ μ α τ ε ς ), γ ια τ ί ο ι τ υ χ ό ν δ ικ α σ τ ικ ο ί α γ ώ ν ες π ο υ θ α α π α ιτ η θ ο ύ ν γ ια τ η ν ικ α ν ο π ο ίη σ η τω ν α π α ιτ ή σ ε ω ν τ η ς τ ρ ά π ε ζ α ς δ η μ ιο υ ρ γ ο ύ ν π ε ρ ιπ λ ο κ έ ς κ α ι δ υ σ α ρ έ σ κ ε ιε ς, α ν α κ ό π τ ο υ ν τη γ ό ν ιμ η δ ρ ά σ η τ ω ν λ ε ιτ ο υ ρ γ ιώ ν τ η ς τ ρ ά π ε ζ α ς κ α ι δ υ σ φ η μ ίζ ο υ ν τ ο ό ν ο μ α τ η ς. τ έ λ ο ς σ η μ ε ιώ ν ο υ μ ε ό τ ι ο ι τ ρ ά π ε ζ ε ς, γ ια ν α ε λ α χ ισ τ ο π ο ιο ύ ν τ ο ν κ ίν δ υ ν ο α π ό τ ις ε ξ α σ φ α λ ίσ ε ις, φ ρ ο ν τ ίζ ο υ ν ν α δ ιε ν ε ρ γ ο ύ ν δ α ν ε ισ μ ο ύ ς μ ικ ρ ο π ο σ ώ ν σ ε μ ε γ ά λ ο α ρ ιθ μ ό π ισ τ ο ύ χ ω ν, ν α κ ά ν ο υ ν δ η λ α δ ή μ ε γ ά λ η δ ια σ π ο ρ ά τω ν χ ο ρ η γ ή σ ε ω ν τ ο υ ς κ α ι, σ υ ν ε π ώ ς, ε υ ρ ε ία κ α τ α ν ο μ ή τω ν κ ιν δ ύ ν ω ν τ ο υ ς. 13 Τεχνική και οικονομική των τραπεζικών εργασιών, Ευρυβιάδου Τσουτρέλλη, υποδιευθυντή τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1999.

25 Οι παραπάνω αρχές δεν είναι ανεξάρτητες, αλλά κατά την εφαρμογή τους αλληλοσυνδέονται και αλληλοεπηρεάζονται. Έτσι, λ.χ., η τράπεζα, στο «βωμό» της επιδίωξης όσο το δυνατό μεγαλύτερης απόδοσης δεν πρέπει να παραβλέπει την εξασφάλιση των χορηγήσεων, καθώς επίσης η μη επίτευξη εμπράγματης ασφάλειας σε μια χορήγηση δεν πρέπει να αποτελέσει το λόγο της μη πραγματοποίησης της, όταν ο δανειολήπτης είναι φερέγγυος και η δανειοδοτούμενη επιχείρηση κερδοφόρος. 2.2 ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ Ανάλογα βέβαια με το χρησιμοποιούμενο κριτήριο, οι τράπεζες είναι δυνατό να διακριθούν σε ορισμένες κατηγορίες14. Έτσι: > Με κριτήριο την τοπική έκταση των εργασιών τους, οι τράπεζες διακρίνονται σε τοπικές, εθνικές και διεθνείς. > Ανάλογα με το φορέα τους διακρίνονται σε δημόσιες, όταν φορέας τους είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., και σε ιδιωτικές, όταν οι φορείς τους είναι πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. > Ανάλογα με τον κλάδο οικονομίας που προορίζονται να εξυπηρετήσουν διακρίνονται σε εκδοτικές, εμπορικές, αγροτικές, ναυτιλιακές, εξαγωγικές, κλπ. > Ανάλογα με τον τρόπο συγκέντρωσης των κεφαλαίων τους και το είδος των πιστωτικών εργασιών στις οποίες επιδίδονται διακρίνονται σε εκδοτικές, εμπορικές, επενδύσεων. 14 Λογιστική & Ελεγκτική των εμπορικών τραπεζών», Εμμανουήλ Ι. Σακέλλης, Αθήνα 1997

26 2.2.1 Το Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα - Σύνθεση και Διακρίσεις Κάθε χώρα με αναπτυγμένο τραπεζικό σύστημα έχει μια εκδοτική ή κεντρική τράπεζα, που έχει σαν κύρια αποστολή την άσκηση της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής στη χώρα. Στην Ελλάδα, εκδοτική (κεντρική) τράπεζα είναι η Τράπεζα της Ελλάδος που ιδρύθηκε με το νόμο 3424/1927 και άρχισε να λειτουργεί το 1928. Το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα περιλαμβάνει, την τράπεζα της Ελλάδος (Κεντρική, Εκδοτική Τράπεζα), τις Εμπορικές Τράπεζες, τα Πιστωτικά Ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή Συνεταιρισμού, τους Ειδικούς Πιστωτικούς Οργανισμούς (ΕΠΟ - ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο) και τέλος τους διάφορους πιστωτικούς οργανισμούς, που διενεργούν τραπεζικές εργασίες Οι Εμπορικές τράπεζες αποτελούν τον κορμό του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος, τόσο από την άποψη του αριθμού των ιδρυμάτων και του δικτύου των υποκαταστημάτων, όσο και από την άποψη του κύκλου εργασιών. Επίσης τραπεζικές εργασίες εκτελούν και Χρηματιστηριακές, Ασφαλιστικές, Εταιρείες Επενδύσεων και πιστωτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να ιδρύουν Πιστωτικές τράπεζες (Πιστωτικούς Συνεταιρισμούς), και οι εταιρίες ή Ταμεία Αμοιβαίων Εγγυήσεων. Παρακάτω παραθέτουμε αναλυτικότερα, τις τράπεζες που λειτουργούσαν μέχρι τις 31/12/2005 στην Ελλάδα (Ελληνικών και Ξένων Συμφερόντων) οι οποίες απασχολούσαν παραπάνω από 63.000 υπαλλήλους με περισσότερα από 3.580 Υποκαταστήματα σ' ολόκληρη τη χώρα, με βάση τα στοιχεία των Ελληνικών τραπεζών.

27 «Μέτρηση Χρηματοοικονομικής Επίδοσης» και «Δημιουργία Αξίας» στις Τράπεζες Πίνακας Δικτύου Πιστωτικών Ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα και Συνόλου Προσωπικού Στοιχεία 31/12/2005 Δ ίκ τυο κ α τ α σ τ η μ ά τ ω ν / υ π ο κ α τ α σ τ η μ ά τ ω ν Σ Υ Ν Ο Λ Ο Ν ομός Α τ τικ ή ς Ν ομός Θ εσ /ν ίκ η ς Λ ο ιπ ή Χ ώ ρ α Σ ύ ν ο λ ο Π Ρ Ο Σ Ω Π Ι Κ Ο Υ Σ Υ Ν Ο Λ Ο 1 4 4 5 4 0 6 1 7 3 6 3 5 8 7 6 3 0 4 0 Α. Π ισ τ ω τ ικ ά Ιδ ρ ύ μ α τα 1426 40 4 1539 3 3 6 9 5 9 215 Β. Π.Ι. μ ε τ η μ ορφ ή Π. Σ υ ν ετα ιρ. 4-119 123 923 Γ. Τ ρ ά π εζα τ η ς Ε λ λ ά δ ο ς 15 2 78 95 2 9 0 2 Α 1. Ε λ λ η ν ικ ά Π.Ι. 1269 382 1475 3 1 2 6 5 3 6 7 8 1. Εθνική Τράπεζα 2 00 49 318 567 13175 2. A lpha B an k 164 37 162 363 6 9 4 9 3. Εμπορική 167 85 121 373 636 8 4. E F G Eurobank-E rgasias 159 43 130 332 7015 5. Π ειρα ιώ ς 109 41 123 273 4 3 2 0 6. Γενική 53 9 59 121 1221 7. Εγνατία 30 15 24 69 1370 8. Α γροτική Τράπεζα 98 31 321 458 5 7 2 7 9. Τ ρά π εζα Α ττική ς 26 8 25 59 1118 10. Λαϊκή Τράπεζα 28 5 22 55 778 11. N ova B an k 77 23 22 122 1065 12. Ο μέγα 11 1 5 17 40 2 13.Probank 33 5 21 59 729 14. Π ανελλήνια Τράπεζα 7 3 10 20 165 15. First business bank 9 1 3 13 192 16. M arfin B an k 5 1 3 9 175 17. Α Σ Π ΙΣ 34 6 27 67 892 18. Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο 53 16 67 136 1220 19. Τ. Π αρακάτ.και Δανείω ν 2 1 1 4 45 6 20. Proton Επενδυτική Τράπεζα 1 - - 1 38 21. Ε πενδυτική Τρά πεζα 1 1 1 3 152 22. A egean B a ltic bank 1 - - 1 39 23. Εμπορική C redieom 1 1 2 4 112

28 2.3 ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΜΕ ΤΟ ΚΛΑΔΙΚΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜ Α ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ Γ ενικά και Κλαδικά Λογιστικά σχέδια Το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο αναφέρεται σε όλους τους κλάδους της οικονομίας και υπό τύπο πλαισίου, θέτει αρχές και ρυθμίσεις που πρέπει να εφαρμόζονται ««βολικά από όλες τις οικονομικές μονάδες μιας χώρας. Εντούτοις, ορισμένοι κλάδοι του ιδιωτικού τομέα (όπως τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες, κ.ά.), αλλά και του δημόσιου τομέα (Ν.Π.Δ.Δ. και Οργανισμοί που διέπονται από τις διατάξεις του Δημόσιου Λογιστικού) παρουσιάζουν ορισμένες σημαντικές ιδιορρυθμίες και ειδικά προβλήματα που δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν χωρίς την παραβίαση του πλαισίου που θέτει το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο. Η αντιμετώπιση των ιδιορρυθμιών και ειδικών προβλημάτων των μονάδων αυτών επιτυγχάνεται με τα καλούμενα Κλαδικά (ή Ειδικά) Λογιστικά Σχέδια. Τα κλαδικά Λογιστικά Σχέδια (ΚΛΣ) έχουν ως βάση το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο, του οποίου τις γενικές αρχές και τη δομή πρέπει να ακολουθούν, περιλαμβάνουν όμως ρυθμίσεις που φθάνουν από αλλαγές λογαριασμών μέχρι αλλοίωση ή αντικατάσταση ολόκληρων ομάδων, στις περιπτώσεις που τα ειδικά προβλήματα του κλάδου δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζονται μέσα στο πλαίσιο-υπόδειγμα του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου. Συγκρίνοντας το Γενικό Λογιστικό Σχέδιο με τα Κλαδικά Λογιστικά Σχέδια παρατηρούμε ότι τα τελευταία περιλαμβάνουν εκείνους μόνο τους λογαριασμούς που απαιτούνται για την παρακολούθηση των λογιστικών γεγονότων των οικονομικών μονάδων του κλάδου. Συνεπώς είναι

29 μ ικ ρ ό τ ε ρ ο υ π λ ά τ ο υ ς σ ε σ χ έ σ η μ ε τ α Γ ε ν ικ ά Λ ο γ ισ τ ικ ά Σ χ έ δ ια, α λ λ ά μ ε γ α λ ύ τ ε ρ ο υ β ά θ ο υ ς α π ό τ α Γ ε ν ικ ά Λ ο γ ισ τ ικ ά Σ χ έ δ ια, γ ια τ ί ο ι ιδ ιο μ ο ρ φ ίε ς τ ο υ κ λ ά δ ο υ α π α ιτ ο ύ ν μ ια β α θ ύ τ ε ρ η α ν ά π τ υ ξ η τω ν λ ο γ α ρ ια σ μ ώ ν π ο υ π ρ ο β λ έ π ο ν τ α ι α π ό τ ο Γ ε ν ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο. Η δ ο μ ή κ α ι η δ ιά τ α ξ η τ η ς ύ λ η ς τ ο υ Κ λ α δ ικ ο ύ Λ ο γ ισ τ ικ ο ύ Σ χ ε δ ίο υ Τ ρ α π ε ζ ώ ν 15 είν α ι π α ρ ό μ ο ια μ ε τη δ ο μ ή κ α ι τη δ ιά τ α ξ η τ η ς ύ λ η ς τ ο υ Ε λ λ η ν ικ ο ύ Γ ε ν ικ ο ύ Λ ο γ ισ τ ικ ο ύ Σ χ ε δ ίο υ. Ο ι β α σ ικ έ ς τ ο υ ς δ ια φ ο ρ έ ς 16 σ υ ν ίσ τ α ν τ α ι σ τ α π α ρ α κ ά τω : α ) Σ ύ μ φ ω ν α μ ε τ η ν α ρ χ ή τ η ς α υ τ ο ν ο μ ία ς, τ ο Γ ε ν ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο δ ια κ ρ ίν ε τ α ι σ τ α ε ξ ή ς τ ρ ία κ α ι λ ο γ ισ τ ικ ώ ς α ν ε ξ ά ρ τ η τ α τ μ ή μ α τ α : - τη Γ ε ν ικ ή Λ ο γ ισ τ ικ ή (Ο μ ά δ ε ς λ ο γ α ρ ια σ μ ώ ν 1-8 ) - Τ η ν Α ν α λ υ τ ικ ή Λ ο γ ισ τ ικ ή Ε κ μ ε τ α λ λ ε ύ σ ε ω ς (Ο μ ά δ α λ ο γ α ρ ια σ μ ώ ν 9 ) - τ ο υ ς Λ ο γ α ρ ια σ μ ο ύ ς τ ά ξ ε ω ς (Ο μ ά δ α λ ο γ α ρ ια σ μ ώ ν 0 ). Τ ο Κ λ α δ ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο Τ ρ α π ε ζ ώ ν π ο υ κ α τ α ρ τ ίσ τ η κ ε, κ α λ ύ π τ ε ι μ ό ν ο τ ο π ρ ώ τ ο κ α ι τ ο τ ρ ίτ ο τ μ ή μ α. β ) Η Δ ε ύ τ ε ρ η Ο μ ά δ α Λ ο γ α ρ ια σ μ ώ ν, π ο υ σ τ ο Ε λ λ η ν ικ ό Γ ε ν ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο δ ια τ ίθ ε τ α ι γ ια τ α α π ο θ έ μ α τ α, σ τ ο Κ λ α δ ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο Τ ρ α π ε ζ ώ ν δ ια τ ίθ ε τ α ι γ ια τη λ ο γ ισ τ ικ ή π α ρ α κ ο λ ο ύ θ η σ η τω ν χ ο ρ η γ ή σ ε ω ν. 15 Το περιεχόμενο του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου τραπεζών χωρίζεται στα ακόλουθα τέσσερα μέρη: Μέρος πρώτο : Βασικές αρχές -Διάρθρωση του Σχεδίου Λογαριασμών Μέρος δεύτερο : Γ ενική Λογιστική Μέρος τρίτο : Λογαριασμοί τάξεως Μέρος τέταρτο: Οικονομικές καταστάσεις και αριθμοδείκτες Μέρος πέμπτο : Αναλυτική Λογιστική Εκμεταλλεύσεως 16 «Το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο των Τραπεζών, ανάλυση και ερμηνεία» Εμμανουήλ Ι. Σακέλλης, Εκδόσεις «Βρύκους Ε.Ε.», Αθήνα 2004, σελ.14-16,77-100

30 γ) Το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο τραπεζών υιοθετεί την αρχή της τήρησης των λογαριασμών ξένων νομισμάτων, σύμφωνα με την μέθοδο των κατά ξένο νόμισμα αυτοτελών κυκλωμάτων. Η μέθοδος αυτή ακολουθείται σήμερα από όλες τις μεγάλες τράπεζες του εξωτερικού και από αρκετές ελληνικές, γιατί παρέχει τη δυνατότητα να κινούνται πολυάριθμοι λογαριασμοί σε μεγάλη ποικιλία νομισμάτων και συνεπώς εξυπηρετεί αποτελεσματικά τις ανάγκες της τραπεζικής λογιστικής. δ) Το κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο Τραπεζών απομακρύνεται από ορισμένους χειρισμούς στους λογαριασμούς της Ομάδας 8 και ορισμένες τυπικές λογιστικές διαδικασίες, προκειμένου να προσδιορίζονται τα λογιστικά μεγέθη που είναι απαραίτητα για την κατάρτιση της καταστάσεως αποτελεσμάτων χρήσεως των Τραπεζών σύμφωνα με τις απαιτήσεις της 86/635 Οδηγίας της Ε.Ο.Κ. ε) Τέλος το κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο Τραπεζών, καθιερώνει υποδείγματα οικονομικών καταστάσεων εναρμονισμένα προς την 86/635 Οδηγία της ΕΟΚ και συνεπώς διαφόρου δομής και περιεχομένου σε σύγκριση με τα υποδείγματα των οικονομικών καταστάσεων του Ελληνικού Λογιστικού Σχεδίου. 2.3.1 Διαφορές με το Ε.Γ.Λ.Σ. 5η Ομάδα Για την μέτρηση της χρηματοοικονομικής επίδοσης μιας τράπεζας, δηλαδή την αξιολόγηση μεγεθών όπως η κερδοφορία, η φερεγγυότητα, η αποδοτικότητα κ.α. απαιτείται η λεπτομερειακή ανάλυση και μελέτη των οικονομικών της καταστάσεων. Πριν προχωρήσουμε στην μέτρηση της χρηματοοικονομικής επίδοσης των τραπεζών οφείλουμε να αναφερθούμε

31 στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν οι οικονομικές καταστάσεις του τραπεζικού κλάδου, σε σχέση με τις επιχειρήσεις των υπολοίπων κλάδων της οικονομίας. Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του ισολογισμού ενός τραπεζικού ιδρύματος και μιας άλλης επιχείρησης είναι περισσότερο έντονες στον υπολογισμό για παράδειγμα, των Αποτελεσμάτων Χρήσης, όπου στη μη τραπεζική επιχείρηση υπάρχουν οι λογαριασμοί «Κύκλος Εργασιών», «κόστος Πωληθέντων», «Μικτά κέρδη», ενώ στον προσδιορισμό των Αποτελεσμάτων Χρήσης του τραπεζικού ιδρύματος, λαμβάνονται υπόψη οι λογαριασμοί «Τόκοι και Εξομοιούμενα Έξοδα», «Τόκοι και Εξομοιούμενα Έσοδα», «Εσοδα από Τίτλους», «Εσοδα Προμηθειών», κ.ά Διαφορές ΚΛΣΤ με το ΕΓΛΣ 5η ομάδα Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις Ομάδα 5η 50. Προμηθευτές 51. Γ ραμμάτια Πληρωτέα 52. Τράπεζες-Λογαριασμοί βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων 53. Πιστωτές διάφοροι 54. Υποχρεώσεις από φόρους - Τέλη 55. Ασφαλιστικοί Οργανισμοί 56. Μεταβατικοί λογαριασμοί παθητικού 57... 58. Λογαριασμοί περιοδικής κατανομής 59. Βραχ/σμες υποχρεώσεις υποκ/των ή άλλων κέντρων Καταθέσεις και Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις Ομάδα 5η 50. Καταθέσεις όψεως 51. Καταθέσεις ταμιευτηρίου 52. Καταθέσεις προθεσμίας - Τραπεζικά ομόλογα 53. Άλλες κατηγορίες καταθέσεων 54. Υποχρεώσεις από φόρους-τέλη 55. Ασφαλιστικοί οργανισμοί 56. Μεταβατικοί λογαριασμοί παθητικού 57. Επιταγές και εντολές πληρωτέες 58. Λογαριασμοί περιοδικής κατανομής 59. Λοιπές υποχρεώσεις Σύνολο υπολοίπων των ομάδων 1,2 και 3 Χ Χ Χ Χ (-) Σύνολο υπολοίπων των ομάδων 4 και 5 Χ Χ Χ Χ Σύνολο υπολοίπων των ομάδων 1,2 και 3 (-) Σύνολο υπολοίπων των ομάδων 4 και 5 Χ Χ Χ Χ Χ Χ Χ Χ Καθαρό κέρδος (+) ή καθαρή ζημία (-) Χ Χ Χ Χ Καθαρό κέρδος (+) ή καθαρή ζημία (-) Χ Χ Χ Χ Υπολ. Λ/88 Υπολ. Λ/88

32 2.3.2 Χαρακτηριστικά των οικονομικών καταστάσεων των εμπορικών τραπεζών Ο ι ο ικ ο ν ο μ ικ έ ς κ α τ α σ τ ά σ ε ις π ο υ κ α τ α ρ τ ίζ ο ν τ α ι α π ό τ ις τ ρ ά π ε ζ ε ς δ ια φ έ ρ ο υ ν σ τ ο π ε ρ ιε χ ό μ ε ν ο κ α ι τη δ ο μ ή τ ο υ ς α π ό τ ις ο ικ ο ν ο μ ικ έ ς κ α τ α σ τ ά σ ε ις π ο υ σ υ ν τ ά σ σ ο ν τ α ι α π ό τ ις ε π ιχ ε ιρ ή σ ε ις τω ν ά λ λ ω ν κ λ ά δ ω ν τ η ς ο ικ ο ν ο μ ία ς, γ ια τ ί α π ε υ θ ύ ν ο ν τ α ι σ ε έ ν α ε υ ρ ύ φ ά σ μ α π ρ ο σ ώ π ω ν π ο υ ε ν δ ια φ έ ρ ο ν τ α ι γ ια τ η ν π ο ρ ε ία τ η ς τ ρ ά π ε ζ α ς. Κ α θ ε μ ιά α π ό τ ις κ α τ η γ ο ρ ίε ς τω ν ε ν δ ια φ ε ρ ο μ έ ν ω ν έ χ ε ι σ υ ν ή θ ω ς α ν ά γ κ η ειδ ικ ή ς π λ η ρ ο φ ό ρ η σ η ς, ό π ω ς το Δ ιο ικ η τ ικ ό Σ υ μ β ο ύ λ ιο τ η ς τ ρ ά π ε ζ α ς, ο ι ε ρ γ α ζ ό μ ε ν ο ι σ τ η ν τ ρ ά π ε ζ α, ο ι μ έ τ ο χ ο ι, ο ι κ α τ α θ έ τ ε ς, ο ι π ε λ ά τ ε ς, ο ι π ισ τ ο ύ χ ο ι, ο ι π ισ τ ω τ έ ς τ η ς τ ρ ά π ε ζ α ς κ α ι τ έ λ ο ς ο ι α σ κ ο ύ ν τ ε ς ε π ο π τ ε ία σ τ ις τ ρ ά π ε ζ ε ς, (Τ ρ ά π ε ζ α Ε λ λ ά δ ο ς, Ν ο μ ισ μ α τ ικ έ ς Α ρ χ έ ς, κ.α.) Τ ο κ λ α δ ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο τ ρ α π ε ζ ώ ν, (υ ιο θ ε τ ώ ν τ α ς τ ο ν ο ρ ισ μ ό τ ο υ Ε Γ Λ Σ ) ο ρ ίζ ε ι ό τ ι ο ι ο ικ ο ν ο μ ικ έ ς κ α τ α σ τ ά σ ε ις είν α ι π ίν α κ ες σ τ ο υ ς ο π ο ίο υ ς ε μ φ α ν ίζ ο ν τ α ι τ α σ τ ο ιχ ε ία τ ο υ ισ ο λ ο γ ισ μ ο ύ κ α ι ο ρ ισ μ έ ν ω ν λ ο γ α ρ ια σ μ ώ ν τω ν τ ρ α π ε ζ ώ ν, κ ε φ α λ α ιώ δ ο υ ς σ η μ α σ ία ς. Σ ε π ρ ο σ ά ρ τ η μ α τω ν ο ικ ο ν ο μ ικ ώ ν α υ τ ώ ν κ α τ α σ τ ά σ ε ω ν εμ φ α ν ίζ ο ν τ α ι ε π ε ξ η γ η μ α τ ικ έ ς κ α ι ά λ λ ε ς σ η μ α ν τ ικ έ ς π λ η ρ ο φ ο ρ ίε ς, π ο υ έ χ ο υ ν σ κ ο π ό ν α δ ιε υ κ ο λ ύ ν ο υ ν τ ο υ ς α ν α γ ν ώ σ τ ε ς σ τ η ν α ν α γ κ α ία π λ ή ρ η ε ν η μ έ ρ ω σ η τ ο υ ς. Ο ι ο ικ ο ν ο μ ικ έ ς κ α τ α σ τ ά σ ε ις κ α τ ά τ ο Κ λ α δ ικ ό Λ ο γ ισ τ ικ ό Σ χ έ δ ιο τ ρ α π ε ζ ώ ν, π ο υ π ρ έ π ε ι ν α δ η μ ο σ ιε ύ ο ν τ α ι ό π ω ς κ α ι κ α τ ά τ ο Ε.Γ Λ Σ, είν α ι ο ι α κ ό λ ο υ θ ε ς. Η κ α τ ά σ τ α σ η τ ο υ Ι σ ο λ ο γ ισ μ ο ύ τ έ λ ο υ ς χ ρ ή σ ε ω ς. Η κ α τ ά σ τ α σ η τ ο υ λ ο γ α ρ ια σ μ ο ύ α π ο τ ε λ ε σ μ ά τ ω ν χ ρ ή σ ε ω ς. Ο π ίν α κ α ς δ ια θ έ σ ε ω ς α π ο τ ε λ ε σ μ ά τ ω ν.