Τόμος 25, Supplement 2, Δεκέμβριος 2017 Volume 25, Supplement 2, December 2017

Σχετικά έγγραφα
Σύγκριση HIV-1 Οροθετικών ανάλογα με χώρα προέλευσης: Διαχρονικές τάσεις και χαρακτηριστικά

Μακροχρόνια εξέλιξη του λόγου CD4/CD8 σε HIV οροθετικούς υπό συνδυασμένη αντριρετροϊκή αγωγή

ΤΓΚΡΙΗ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΤ ΚΙΝΔΤΝΟΤ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΣΩΝ ΚΙΝΔΤΝΟΤ ΜΕΣΑΞΤ HIV ΟΡΟΘΕΣΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΟΤ ΓΕΝΙΚΟΤ ΠΛΗΘΤΜΟΤ: ΔΙΑΥΟΡΟΠΟΙΗΗ ΑΝΑ ΗΛΙΚΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ

Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

Eπιδημιολογία σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων στην Ελλάδα σήμερα Σεξουαλικές συμπεριφορές και νοσήματα: Από την εφηβεία στην ενηλικίωση

Εισαγωγή. Ο επιπολασμός της αντοχής σε NNRTIs σε μη θεραπεμένους ασθενείς κατά το διάστημα στην Ν. Ελλάδα, έχει εκτιμηθεί σε 15.

HIV ΛΟΙΜΩΞΗ: ΝΕΟΤΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ

Τριήμερο Εκπαιδευτικό Σεμινάριο. HIV Λοίμωξη. για την Ιουνίου Ξενοδοχείο Mare Nostrum ΒΡΑΥΡΩΝΑ

Ρύθμιση της γλυκόζης αίματος ή επίτευξη πολλαπλών θεραπευτικών στόχων?

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ C ΣΤΟΝ ΟΚΑΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗ ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ ΟΚΑΝΑ

ΓΡΑΦΕΙΟ HIV/AIDS ΛΟΙΜΩΞΗΣ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΣ ΜΕΤΑΔΙΔΟΜΕΝΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ

ΠΡΟΚΛΉΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΈΣ ΣΤΗ ΔΙΑΧΕΊΡΙΣΗ ΤΗΣ HIV ΛΟΊΜΩΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΆΔΑ

Σχήμα 1. Επιπολασμός HIV λοίμωξης ανά έτος σε άτομα ηλικίας > 15 ετών.

Δυσλιπιδαιμίες αντιμετώπιση. Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Λέκτορας Παθολογίας ΑΠΘ Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

Μεικτή αθηρογόνος δυσλιπιδαιμία: βελτιώνοντας το συνολικό λιπιδαιμικό προφίλ

Ποιοι από τους παρακάτω πληθυσμούς είναι κλειστοί ή ανοιχτοί και γιατί;

Δίκτυα μετάδοσης αντοχής Δ. Παρασκευής

Επιδημιολογία HIV. Χρύσα Τσιάρα Γραφείο HIV & ΣΜΝ Κέντρο Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων

ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΎΠΟΥ 2.

Α1 ΚΑΙ Β ΣΟΤ HIV-1 ΣΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΕΚΣΙΜΗΗ ΣΟΠΙΚΨΝ ΔΙΚΣΤΨΝ ΚΑΙ ΦΑΡΑΚΣΗΡΙΜΟ ΣΟΤ

ΣΥΝΟΣΗΡΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΧΑΠ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ ΑΝΝΑ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΤΑΤΙΚΟΛΟΓΟΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΡΙΑ Α ΓΕΝ.ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Επιπολασμός παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακή νοσηρότητα μεταξύ των κατοίκων κλειστού αγροτικού νησιωτικού πληθυσμού

ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2.

Δυσλιπιδαιμία και καρδιαγγειακός κίνδυνος

01-03/ η Ανακοίνωση DIVANI CARAVEL HOTEL, ΑΘΉΝΑ

Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Παρέμβασης

Πανεπιστημίου Αθηνών,

ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ & ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ: ΝΕΟΤΕΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ. Ο. Καρδακάρη, Νοσηλεύτρια M sc,κ/δ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΓΝΙ

Ρυθµός ιστολογικής εξέλιξης χρόνιας ηπατίτιδας C και ευαίσθητεςυποοµάδες ασθενών

Υπολιπιδαιμική αγωγή σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο

Eίναι τελικά ο διαβήτης ισοδύναμο στεφανιαίας νόσου; Η αλήθεια για τον πραγματικό καρδιαγγειακό κίνδυνο στον ΣΔ τύπου 2

30 o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ AIDS 30/11-02/ DIVANI CARAVEL HOTEL AΘΗΝΑ. Έντυπο Συμμετοχής Εταιρειών

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 1/2019 (31 Δεκεμβρίου Ιανουαρίου 2019)

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 28 Απριλίου 2010

Dyslipidemia: Updated Guidelines Διαχείριση δυσλιπιδαιμιών

Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Παρέμβασης

Ποιοι από τους παρακάτω πληθυσμούς είναι κλειστοί ή ανοιχτοί και γιατί;

ΔΗΜΟΣ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ. Κολλάρας Παναγιώτης Διευθυντής ΕΣΥ Νοσ.ΑΧΕΠΑ Παθολόγος-Λοιμωξιολόγος Δημοτικός Σύμβουλος

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 3/2017 (16 22 Ιανουαρίου 2017)

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 2 Φεβρουαρίου 2012

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ: «Πώς επιτυγχάνω καλή ρύθμιση στις δύσκολες περιπτώσεις: Σχέδιο δράσης» ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ. Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης

Χατζηκωνσταντίνου Θωμάς, ειδικευόμενος Παθολογίας Παθολογική κλινική Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (ΨΝΘ)

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 27 Ιανουαρίου 2012

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Εβδομάδα 5/2013 (28 Ιανουαρίου - 2 Φεβρουαρίου 2013)

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 18 Νοεμβρίου 2009

ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ Ο ΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙ-ΙΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΓΡΙΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΙΟ Α/Η1Ν1 ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ ΕΠΑΦΩΝ ΤΟΥΣ

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 05 Ιανουαρίου 2012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Π. Σταφυλάς, Π. Σαραφίδης, Σ. Γουσόπουλος, Π. Γεωργιανός, Ο. Σαμόγλου, Α.Κανάκη, Λ. Χατζηϊωαννίδης, Χ. Καλίτσης, Π. Ζεμπεκάκης, Α. Λαζαρίδης.

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Εβδομάδα 2/2013 (7-13 Ιανουαρίου 2013)

Cascade (ή Continuum of Care) Γεώργιος Νικολόπουλος Κέντρο Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων

MESODA. Διαβητολογικό Κέντρο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά «Τζάνειο»

Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 52/2016 (26 Δεκεμβρίου Ιανουαρίου 2017)

Αντιμετώπιση δυσλιπιδαιμιών. Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Λέκτορας Παθολογίας

Τα συστήματα υγείας μπροστά στο φαινόμενο της γήρανσης του πληθυσμού

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 2/2017 (09 15 Ιανουαρίου 2017)

Ψυχοκοινωνικοί παράγοντες και καρδιαγγειακά νοσήματα. Κ. Γαργάνη, Δ. Παπαδοπούλου, Κ. Καραγιαννάκη: Αιμοδυναμικό Εργαστήριο «ΓΝ Γ.

ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΤΥΦΟΕΙΔΗ ΠΥΡΕΤΟΥ/ΠΑΡΑΤΥΦΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΕΝΔΗΜΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ, ΕΛΛΑΔΑ,

Το κάπνισμα στην Ελλάδα

ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΑΣ 2019 ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ. ΡΟΥΜΤΣΙΟΥ ΜΑΡΙΑ Νοσηλεύτρια CPN, MSc Α Παιδιατρικής κλινικής ΑΠΘ

Μοριακή επιδημιολογία της HIV λοίμωξης στη Ν. Ελλάδα

Επιδημιολογία ιογενών ηπατιτίδων στην Ελλάδα στις ομάδες υψηλού κινδύνου

Ασθενής που εμφανίζει μυαλγίες κατά τη χορήγηση στατινών

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Χαλάνδρι, 28 / 11 / 2018 ΝΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Α.: 89 ΔΗΜΟΣ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Εβδομάδα 7/2013 (11-17 Φεβρουαρίου 2013)

εξουδετερώσει πλήρως;

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ. Πρόεδρος: Αντιπρόεδρος: Φίλιππος Φιλιππίδης. Γεν. Γραμματέας: Μαρίνα Νούτσου

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 3/2019 (14 20 Ιανουαρίου 2019)

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 30 Δεκεμβρίου 2011

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 9 Φεβρουαρίου 2012

Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Παρέμβασης

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Εβδομάδα 48/2011. (9 Δεκεμβρίου 2011)

ΓΡΑΦΕΙΟ HIV λοίμωξης, ΣΜΝ & ESTHER ΔΡΑΣΕΙΣ 2008

18 η Διεθνής Διημερίδα Ηπατίτιδας Β & C Μέρος έκτο: Οι μελέτες του ΚΕΕΛΠΝΟ Επόμενα Βήματα και Προοπτικές

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 19 Ιανουαρίου 2012

ΝΕΟΔΙΑΓΝΩΣΘΕΙΣ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΤΥΠΟΥ 2. ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΣΥΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΓΓΕΙΑΚΗ ΒΛΑΒΗ

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 5/2017 (30 Ιανουαρίου 05 Φεβρουαρίου 2017)

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 16 Φεβρουαρίου 2012

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 2 Δεκεμβρίου 2011

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Ηπατίτιδα C: Κλινικοί στόχοι & Προτεραιότητες Φυσική ιστορία της νόσου

ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 7/2017 (13 19 Φεβρουαρίου 2017)

Πρόληψη στα καρδιαγγειακά νοσήματα

Ο ρόλος της ταχείας διαγνωστικής δοκιμασίας στην πρώιμη διάγνωση και θεραπεία της HIV λοίμωξης

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Εβδομάδα 03/2011 (17-23 Ιανουαρίου 2011)

Ηπειρος Προτάσεις για πιλοτικό πρόγραµµα πρόληψης και αντιµετώπισης των καρδιαγγειακών νοσηµάτων

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 13 Ιανουαρίου 2012

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης Eβδομάδα 49/2018 (03 09 Δεκεμβρίου 2018)

ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ. Νικολούδη Μαρία. Ειδικ. Παθολόγος, Γ.Ν.Θ.Π. «Η Παμμακάριστος»

Σακχαρώδης Διαβήτης. Είναι η πιο συχνή μεταβολική νόσος στον άνθρωπο. Γανωτάκης Εμμανουήλ Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστήμιο Κρήτης

AIDS. 28/11-30/11 Divani Caravel Ηotel Αθήνα Πανελλήνιο Συνέδριο. 1 η Ανακοίνωση. Γραμματεία Συνεδρίου Focus on Health E.Π.Ε.

Σακχαρώδης διαβήτης και οστεοπόρωση - Ο Δρόμος για την Θεραπεία Τρίτη, 23 Νοέμβριος :22

Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Παρέμβασης

Συνολικό οικονομικό κόστος της καρδιαγγειακής νόσου

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης 21 Οκτωβρίου 2009

Δαπάνη υγείας και «αντίστροφη υποκατάσταση» στην πρωτοβάθμια φροντίδα: αλήθειες, ψεύδη και αυταπάτες Νάντια Μπουμπουχαιροπούλου, BSc, MSc, PhDc

Transcript:

Τόμος 25, Supplement 2, Δεκέμβριος 2017 Volume 25, Supplement 2, December 2017 Ελληνικά Αρχεία AIDS Hellenic Archives Πρακτικά Συνεδρίας ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ AIDS EDITION OF THE HELLENIC ASSOCIATION FOR THE STUDY AND CONTROL OF AIDS http: //www.aids.org.gr e-mail: eemaa@aids.org.gr ISSN 1105-8900

Με την ευγενική χορηγία της εταιρείας

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ AIDS Ιδιοκτήτης: Ελληνική Εταιρεία Μελέτης και Αντιμετώπισης του AIDS Ερυθρού Σταυρού 6, 11527 Αθήνα Τηλ. και Fax: 210-6983945 e-mail: eemaa@aids.org.gr Website: www.aids.org.gr Πρόεδρος: Αντιπρόεδρος: Γενικός Γραμματέας: Ειδικός Γραμματέας: Ταμίας: Μέλη: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Μ. Κ. Λαζανάς Χ. Γώγος Π. Κολλάρας Α. Παπαδόπουλος Μ. Γκίκα Γ. Αδάμης, Β. Παπαρίζος, Δ. Παρασκευά, Β. Σπούλου Πρόεδρος: Διευθύντρια Σύνταξης: Αναπλ. Διευθυντές Σύνταξης: Μέλη: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΚΔΟΣΗΣ Μ. Κ. Λαζανάς Μ. Χίνη Χ. Λούπα, Γ. Τσεκές Δ. Αγραφιώτης, Ε. Βογιατζάκης, Ν. Μαγκαφάς, Μ. Μαραγκός, Ζ. Μάτσου, Σ. Μεταλλίδης, Γ. Ξυλωμένος, Α. Παπαδόπουλος, Β. Παπαρίζος, Β. Παπασταμόπουλος, Δ. Παρασκευής, Ν. Σύψας, Κ. Τσαλιμαλμά, Γ. Χρύσος, Ε. Χωρέμη-Παπαδοπούλου, Α. Ψαρρά ISSN 1105-8900 Εκδότης: Μ. Κ. Λαζανάς Επιστημονική Αλληλογραφία: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS Μ. Χίνη Τ.Θ. 14085 11521 Αθήνα e-mail Περιοδικού: eemaa@aids.org.gr Εγγραφές Συνδρομητών Συνδρομές: P.O BOX 14085 GR-11521 Athens Ετήσιες Συνδρομές: Γιατροί 15.00 Μέλη Ε.Ε.Μ.Α.Α. 6.00 Εταιρείες Οργανισμοί Βιβλιοθήκες 50.00 Εξωτερικό 110.00 Εκτύπωση: Focus on Health Τηλ.: 210-7223046 Fax: 210-7223220 Τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS περιλαμβάνονται στα Ελληνικά επιστημονικά περιοδικά με Εθνική αναγνώριση σύμφωνα με την Υπουργική απόφαση Α 1 α /543/99, ΦΕΚ τεύχος 2 ο αριθ. φύλλου 122 18/02/1999 iii

HELLENIC ARCHIVES of AIDS QUARTERLY SCIENTIFIC EDITION OF THE HELLENIC ASSOCIATION FOR THE STUDY AND CONTROL OF AIDS Edited by the: Hellenic Association For the Study and Control of AIDS 6, Erythrou Stavrou Str., 115 27 Athens Tel. & Fax: (+30) 210-6983945 e-mail: eemaa@aids.org.gr Website: www.aids.org.gr President: Vice-President: Secretary: Special Secretary: Treasurer: Members: ADVISORY BOARD M. K. Lazanas C. Gogos P. Kollaras A. Papadopoulos M. Gkika G. Adamis, V. Paparizos, D. Paraskeva, V. Spoulou EDITORIAL BOARD Chairman: M. K. Lazanas Editor in Chief: Asst. Editor in Chief: Members: M. Chini Ch. Loupa, G. Tsekes D. Agrafiotis, E. Choremi-Papadopoulou, G. Chrysos, G. Xylomenos, N. Magkafas, M. Maragkos, Z. Matsou, S. Metallidis, A. Papadopoulos, V. Paparizos, V. Papastamopoulos, D. Paraskevis, A. Psarra, N. Sipsas, Κ. Tsalimalma, E. Vogiatzakis ISSN 1105-8900 Scientific Correspondence: e-mail Magazine: HELLENIC ARCHIVES of AIDS M. Chini, P.O Box 14085 11521 Athens Greece eemaa@aids.org.gr Subscriptions: P.O. BOX 14085 GR 11521 Athens Annual Subscriptions: Doctors 15,00 Members of H.A.S.C.A 6,00 Societies Organizations Libraries 50,00 Abroad 110,00 Published By: Focus on Health Tel.: (+30) 210-7223046 Fax: 210-7223220 iv

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΊΑΣ H HIV ΛΟΙΜΩΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ-ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ» ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΥΠΟΥ Β Αθήνα, Σάββατο, 20 Μαΐου 2017 Οργάνωση: Gilead Sciences Ελλάς Με την επιστημονική επιμέλεια της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης και Αντιμετώπισης του AIDS H HIV λοίμωξη στην Ελλάδα Προεδρείο: Μ.Κ. Λαζανάς 18:00-18:30 Η εξέλιξη της επιδημίας της HIV λοίμωξης Χ. Γώγος 18:30-19:00 Το προφίλ των HIV οροθετικών ατόμων σήμερα Μ. Χίνη 19:00-19:30 Σύγχρονες κλινικές απαιτήσεις στη διαχείριση της HIV λοίμωξης Σ. Μεταλλίδης v

vi

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΕΥΧΟΥΣ Η HIV λοίμωξη στην Ελλάδα Εισαγωγή.... 1 Μάριος Κ. Λαζανάς, Μαρία Χίνη Η εξέλιξη της επιδημίας της HIV λοίμωξης.... 3 Καρολίνα Ακινόσογλου, Παναγιώτα Τουλούμη, Χαράλαμπος Α. Γώγος Το προφίλ των ΗΙV οροθετικών στην Ελλάδα σήμερα.................... 9 Βασίλειος Ραφτόπουλος, Μαρία Χίνη Σύγχρονες κλινικές απαιτήσεις στη διαχείριση της HIV λοίμωξης..... 17 Συμεών Μεταλλίδης, Όλγα Τσαχουρίδου vii

viii

ΕΙΣΑΓΩΓΉ Μάριος Κ. Λαζανάς, 1 Μαρία Χίνη 2 Αναγνωρίζοντας τη σημασία της ολοκληρωμένης φροντίδας των ατόμων με HIV λοίμωξη μέσα στο πλαίσιο μιας χρόνιας, πλέον, νόσου και των μεταβαλλόμενων προκλήσεων που απορρέουν από αυτήν, αποφασίστηκε η έκδοση αυτού του ειδικού τεύχους των «Ελληνικών Αρχείων AIDS», το οποίο βασίζεται στις εισηγήσεις της συνεδρίας «H HIV λοίμωξη στην Ελλάδα» από την επιστημονική εκδήλωση «Η HIV λοίμωξη στην Ελλάδα: σύγχρονες κατακτήσεις νέες προκλήσεις» που πραγματοποιήθηκε στις 20/5/2017 στην Αθήνα (οργάνωση Gilead Sciences Ελλάς με την επιστημονική επιμέλεια της ΕΕΜΑΑ). Η εξέλιξη της επιδημίας της HIV λοίμωξης στη χώρα μας αναλύεται στο ομώνυμο άρθρο (Κ. Ακινόσογλου, Π. Τουλούμη, Χ.Α. Γώγος) όπου παρατίθενται δεδομένα έως το τέλος του 2013 από την πολυκεντρική μελέτη AMACS (Athens Multicenter AIDS Cohort Study) που αφορούν στην αύξηση του επιπολασμού των συννοσηροτήτων προϊόντος του χρόνου και της συνακόλουθης «γήρανσης» του πληθυσμού των HIV οροθετικών ατόμων. Επιπλέον, αναφορικά με τον στόχο 90-90-90 του UNAIDS, η χώρα μας υπολείπεται στην έγκαιρη διάγνωση και την έναρξη αντιρετροϊκής θεραπείας κυρίως σε συγκεκριμένους πληθυσμούς όπως οι ΧΕΝ και οι μετανάστες. Το προφίλ των HIV οροθετικών ατόμων σήμερα εξετάζεται στο επόμενο άρθρο (Β. Ραφτόπουλος, Μ. Χίνη) το οποίο παρουσιάζει πρόσφατα (31/12/2016) επιδημιολογικά στοιχεία από το ΚΕΕΛΠΝΟ καθώς και δεδομένα του τέλους του 2015 από τη μελέτη της ΕΕΜΑΑ σε 6 Μονάδες Λοιμώξεων της Αθήνας. Σε σχέση με τα παλαιότερα στοιχεία της AMACS, διαπιστώνεται υψηλότερο ποσοστό πρόσβασης στην αντιρετροϊκή αγωγή, γεγονός που αντανακλά την υιοθέτηση των νέων κατευθυντηρίων οδηγιών για την καθολική έναρξη θεραπείας, με επίτευξη υψηλού ποσοστού ανοσιακής και ιολογικής ανταπόκρισης. Τα νεότερα στοιχεία του 2015 επιβεβαιώνουν την αύξηση του επιπολασμού των συννοσηροτήτων και τη συνύπαρξη πολλαπλών παραγόντων κινδύνου γι αυτές με έμφαση στην καρδιαγγειακή νόσο και την αυξημένη «ηλικία της καρδιάς» σε σχέση με τη χρονολογική ηλικία του ατόμου. Οι σύγχρονες κλινικές απαιτήσεις στη διαχείριση της HIV λοίμωξης (Σ. Μεταλλίδης, Ο. Τσαχουρίδου) υπερβαίνουν τον στόχο της καθολικής πρόσβασης στη θεραπεία και της πλήρους ιικής καταστολής. Η μετατροπή της νόσου σε μια χρόνια φλεγμονώδη κατάσταση, με απώτερες μη σχετιζόμενες με το AIDS επιπλοκές, απαιτεί ένα νέο πρότυπο εξατομικευμένης φροντίδας το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει την πρόληψη, την πρώιμη αναγνώριση και την κατάλληλη αντιμετώπιση τόσο των παραγόντων κινδύνου όσο και των συννοσηροτήτων, με παράλληλη βελτιστοποίηση των αντιρετροϊκών σχημάτων για την αποφυγή καρδιαγγειακών, νεφρικών και οστικών συμβαμάτων. Οι προκλήσεις στη διαχείριση της HIV λοίμωξης στην Ελλάδα, σήμερα, σχετίζονται τόσο με την αλλαγή των χαρακτηριστικών των ασθενών όσο και με την αύξηση του αριθμού τους και την υψηλή προσβασιμότητα στην αντιρετροϊκή θεραπεία. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να επαναπροσδιοριστεί το πρότυπο φροντίδας λαμβάνοντας υπόψιν πρόσφατα δεδομένα που αφορούν σε επιδημιολογικά, ιολογικά και κλινικά χαρακτηριστικά των HIV οροθετικών ατόμων. Δυστυχώς, η έλλειψη στοιχείων για την ιολογική αποτελεσματικότητα της αγωγής κατά την τελευταία διετία καθιστά ανέφικτη την ανωτέρω διαδικασία. Τέλος, απαιτείται ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και του τεχνολογικού εξοπλισμού των Μονάδων Λοιμώξεων, οι οποίες αποτελούν Κέντρα ολοκληρωμένης φροντίδας των ατόμων με HIV λοίμωξη, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους με επιτυχία. 1 Πρόεδρος ΕΕΜΑΑ, Πρόεδρος Επιστημονικής Επιτροπής Έκδοσης «Ελληνικών Αρχείων AIDS» 2Διευθύντρια Σύνταξης «Ελληνικών Αρχείων AIDS» 1

2

H HIV ΛΟΊΜΩΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΆΔΑ: ΣΎΓΧΡΟΝΕΣ ΚΑΤΑΚΤΉΣΕΙΣ - ΝΈΕΣ ΠΡΟΚΛΉΣΕΙΣ Η εξέλιξη της επιδημίας της HIV λοίμωξης Καρολίνα Ακινόσογλου, 1 Παναγιώτα Τουλούμη, 2 Χαράλαμπος Α. Γώγος 1 Από τις αρχές του 1980, με την εμφάνιση του HIV, έως σήμερα, υπολογίζεται ότι 15795 άρρωστοι έχουν διαγνωστεί με HIV στην Ελλάδα, εκ των οποίων περίπου 13133 βρίσκονται ακόμα εν ζωή. Την τελευταία πενταετία παρατηρήθηκε σημαντική μείωση τόσο στο συνολικό αριθμό νέων διαγνώσεων HIV, όσο και στην υποομάδα των ανδρών που κάνουν sex με άνδρες (ΑΣΑ) (1). Εντούτοις, οι μισοί από τους αρρώστους αυτούς έρχονται ήδη σε προχωρημένη νόσο, μεγάλο ποσοστό των οποίων παρουσιάζει CD4 κύτταρα <200/mm 3. Χαρακτηριστικά, οι τελευταίοι είναι κυρίως χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών, ετεροφυλόφιλοι και μετανάστες (2). Σε αντίθεση με τον πρόσφατο στόχο 90-90-90 του UNAIDS (90% των ατόμων που ζουν με τον HIV να έχουν διαγνωστεί, 90% των διαγνωσμένων να έχουν ξεκινήσει αντιρετροϊκή θεραπεία και 90% των υπό θεραπεία να έχουν επιτύχει ιολογική καταστολή), η χώρα μας βρίσκεται σε απογοητευτικά χαμηλά επίπεδα όσον αφορά την έγκαιρη διάγνωση και έναρξη αντιρετροϊκής θεραπείας, ειδικά ανάμεσα σε ειδικούς πληθυσμούς. Σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση, στο σύνολο του πληθυσμού με HIV το 2013, το 78% των ασθενών έτυχαν πιστοποιημένης διάγνωσης, το 86% εξ αυτών ήρθαν σε επαφή με οιαδήποτε δομή παροχής υπηρεσιών υγείας, το 79% αυτών που συνδέθηκαν με δομές παροχής υπηρεσιών έλαβαν αντιρετροϊκή θεραπεία, ενώ 86% από τους τελευταίους συμμορφώθηκαν και παρέμειναν σε αυτή (3). Αν και τα ποσοστά μοιάζουν αρκετά υψηλά, στην πραγματικότητα, παρουσιάζεται ένα «κενό» της τάξεως του 35% από τη στιγμή της διάγνωσης και του 47% από τη στιγμή της μόλυνσης έως τη θεραπεία. Το πρόβλημα παρατηρείται πιο έντονο ανάμεσα στους χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών ή ανθρώπους με ένδεια υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου. Έτσι, ενώ το 88% των οροθετικών ΑΣΑ, το 78% των ετεροφυλόφιλων και το 87% των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών τελικά διαγιγνώσκονται με τον ιό, μόνο το 71%, το 63% και το 45% αντίστοιχα λαμβάνουν θεραπεία (με κύρια εμπόδια ειδικά για τους χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών τη μη διασύνδεση με μονάδες φροντίδας αλλά και την καθυστερημένης έναρξης θεραπείας), και εξ αυτών το 78%, το 72% και το 66% τελικά επιτυγχάνουν ιολογική καταστολή, κυρίως λόγω μη παραμονής στη μονάδα ή μη συμμόρφωσης με τη θεραπεία. Αντίστοιχα απογοητευτικά είναι και τα αποτελέσματα για τους μετανάστες με το 56% αυτών που έχουν διαγνωστεί με τον ιό να λαμβάνει θεραπεία και το 60% αυτών που λαμβάνουν θεραπεία να επιτυγχάνουν ιολογική καταστολή, κυρίως λόγω μη παραμονής τους στη φροντίδα. Συνοψίζοντας, οι κύριοι φραγμοί στην επίτευξη το στόχου 90-90-90 φαίνεται να είναι για όλες τις ομάδες η καθυστερημένη έναρξη θεραπείας, και επιπλέον, για τους ετερόφυλους και τους μετανάστες η καθυστερημένη διάγνωση του ιού και για τους χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών και τους μετανάστες η καθυστερημένη διασύνδεση με μονάδες φροντίδας. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μέχρι το 2015, οι κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούσαν έναρξη αντιρετροϊκής θεραπείας όταν ο αριθμός των CD4 λεμφοκυττάρων μειωθεί σε κάτω των 350 κυττάρων/mm 3. Από τα τέλη του 2013, την τελευταία χρονιά με διαθέσιμα δεδομένα, όπου έγινε η αξιολόγηση του καταρράκτη φροντίδας, αναμένεται να έχουμε αύξηση του ποσοστού των ατόμων που ξεκινούν θεραπεία. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα από το ΚΕΕΛΠΝΟ, συγκριτικά με το 2013, υπάρχει αύξηση της τάξης του 16% στο ποσοστό των ατόμων που λαμβάνει θεραπεία. Δεδομένου ότι η επίτευξη ιολογικής καταστολής έχει σημαντικά οφέλη τόσο σε ατομικό όσο και σε επίπεδο δημόσιας υγείας, είναι σημαντικό και επείγον να επαναξιολογηθεί ο καταρράκτης φροντίδας HIV οροθετικών ατόμων χρησιμοποιώντας πρόσφατα δεδομένα. Δυστυχώς η έλλειψη αποτελεσμάτων ιικού φορτίου την τελευταία 2-ετία δεν επιτρέπει την επαναξιολόγηση. Και γιατί η μη-επίτευξη του στόχου 90-90-90 είναι σημαντική για τον πληθυσμό των HIV οροθετικών ατόμων; Προφανώς γιατί όσο αυξάνεται η πρόσβαση στην αντιρετροϊκή αγωγή τόσο μειώνεται η AIDSσχετιζόμενη θνητότητα, καθώς στο 88% των περιπτώσεων με καλή συμμόρφωση και παρακολούθηση είναι εφικτή η ιολογική καταστολή. Δεδομένα από την πολυκεντρική μελέτη CHIC σε 21388 ασθενείς με HIV στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το διάστημα 2000-2010, ανέδειξαν συγκρίσιμο με το γενικό πληθυσμό αναμενόμενο μέσο όρο ζωής για αρρώστους με HIV, καλή συμμόρφωση στην αγωγή και καλή ανοσολογική ανταπόκριση (4). Με την εισαγωγή και τη βελτιστοποίηση της αντιρετροϊκής αγωγής στη χώρα μας, ο αριθμός των θανάτων επί του συνολικού πληθυσμού ασθενών μειώθηκε από 13.7% σε 7.9% την 1 Μονάδα Λοιμώξεων, Παθολογική Κλινική Πανεπιστημίου Πατρών 2 Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών 3

τελευταία δεκαετία, σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Εν τούτοις, όσο ο πληθυσμός των οροθετικών γηράσκει, τόσο αυξάνονται οι σχετιζόμενες συν-νοσηρότητες. Πρόσφατα δεδομένα στο τέλος του 2013 ανέδειξαν ότι 70% του πληθυσμού των οροθετικών ζει με δυσλιπιδαιμία, 34% με υπέρταση, 6% με σακχαρώδη διαβήτη, και 3% με κάποιου βαθμού νεφρολογική δυσλειτουργία (5). Πρόσφατη ανάλυση της πολυκεντρικής μελέτης AMACS στο συνολικό πληθυσμό οροθετικών ατόμων που βρίσκονται εν ζωή και υπό παρακολούθηση το 2003 και το 2013, διερεύνησε τις αλλαγές του επιπολασμού των συν-νοσηροτήτων (αλλά και των σχετιζόμενων παραγόντων κινδύνου) για βελτιστοποίηση των θεραπευτικών επιλογών και της γενικότερης διαχείρισης της λοίμωξης (5). Ανάμεσα στις συν-νοσηρότητες και τους παράγοντες κινδύνου περιλήφθηκαν η καρδιαγγειακή νόσος, η χρόνια νεφρική νόσος, ο διαβήτης, η δυσλπιδαιμία, η υπέρταση και το κάπνισμα. Το συνολικό δείγμα του 2003 και του 2013 συμπεριέλαβε 2403 και 4910 οροθετικά άτομα, ενώ 1730 άτομα συνεισέφεραν και στις 2 χρονιές. Πάνω από 3.000 νέα HIV+ άτομα μπήκαν στην AMACS στη δεκαετία 2003-13 (Πίνακας 1 & 2). Όπως διαφαίνεται, ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού αυξάνει, ενώ οι άρρωστοι παρουσιάζουν καλύτερο ανοσολογικό και ιολογικό προφίλ με χαμηλότερο επίπεδο ιικού φορτίου και υψηλότερο αριθμό CD4(+) κυττάρων, αντικατοπτρίζοντας την αποτελεσματικότητα της αντιρετροϊκής θεραπείας και τη μακρότερη επιβίωση του πληθυσμού (Σχήμα 1). Εντούτοις, η αύξηση της μέσης ηλικίας των HIV οροθετικών οδήγησε και σε αυξήσεις στον επιπολασμό χρόνιων συν-νοσηροτήτων (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, καρδιαγγειακά) (Σχήμα 2). Η εισαγωγή αποτελεσματικής αντιυπερτασικής, αντιδιαβητικής και αντιλιπιδαιμικής αγωγής οδήγησε σε ελαφρά μείωση του διάμεσου Framingham Risk Score (FRS, 10-ετής καρδιαγγειακός κίνδυνος) παρά την αύξηση του ποσοστού των ατόμων με FRS>20%, και σε μικρή αύξηση στα ποσοστά ατόμων με μειωμένη νεφρική λειτουργία (υπολογιζόμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, egfr < 60 ml/min). Εντονότερες αυξήσεις παρατηρήθηκαν στην ομάδα των ατόμων που ήταν υπό παρακολούθηση και στις δύο χρονικές περιόδους (2003 και 2013), παρότι αποτελούν επιλεγμένο δείγμα. Πίνακας 1. Δημογραφικά στοιχεία, δείκτες HIV λοίμωξης και κλινικές εκβάσεις στους ασθενείς της AMACS το 2003 και το 2013 (5). ΣΥΝΟΛΟ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ 2003 (n=2,403) 2013 (n=4,910) p-value Διάμεση ηλικία (έτη, ΕΤΕ) 39,4 (33,8-46,5) 42,8 (35,2-50,7) <0,001 Ηλικία 50 έτη 18,2% 26,9% <0,001 Άνδρες (%) 82,1% 85,4% <0,001 Λευκή φυλή (%) 95,4% 96,0% 0,019 Ομάδα κινδύνου <0,001 Ομοφυλοφιλική επαφή μεταξύ ανδρών (%) 58,4% 62,9% Χρήστες Ενδοφλέβιων Ναρκωτικών (%) 2,7% 10,1% Ετεροφυλοφιλική επαφή (%) 36,3% 26,1% AIDS (%) 16,2% 13,0% <0,001 Διάμεσος χρόνος από διάγνωση, (έτη, ΕΤΕ) 6,0 (2,9-9,0) 6,7 (2,8-13,1) <0,001 Υπό αντιρετροϊκή θεραπεία (%) 76,5% 84,4% <0,001 Διάμεσος χρόνος υπό θεραπεία, (έτη, ETE) 3,8 (0,5-6,4) 4,5 (1,1-11,0) <0,001 Τριπλή ART (2 NRTI+3rd agent) 63,5% 76,9% <0,001 CD4 >500 κύτταρα/μl 49,5% 65,7% <0,001 HIV-RNA <50 αντίγραφα/ml 41,9% 75,0% <0,001 Συλλοίμωξη με HBV (%) 7,7% 5,4% <0,001 Καπνιστές (%) 61,0% 63,4% 0,106 Διάμεσο Framingham risk score (ΕΤΕ) (%) 9,6 (4,3-17,0)% 8,2 (3,9-18,1)% 0,101 Χαμηλό (0-10%) Framingham risk score 52,3% 57,2% Ενδιάμεσο (10-20%) Framingham risk score 29,5% 20,6% 0,527 Υψηλό (20+%) Framingham risk score 18,2% 22,2% Προηγούμενα καρδιαγγειακά συμβάματα (%) 1,7% 2,1%, <0,001 Προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου (%) 1,3% 1,7% 0,001 Προηγούμενο αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (%) 0,3% 0,4% 0,102 Υπό αντιλιπιδαιμική αγωγή (%) 3,5% 7,7% <0,001 ΕΤΕ = Ενδοτεταρτημοριακό εύρος, ART= antiretroviral treatment, αντιρετροϊκή θεραπεία, NRTI = nucleos(t)ide reverse transcriptase inhibitor, νουκλεοσιδικός (νουκλεοτιδικός) αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης, 3 rd agent = τρότος παράγων του αντιρετροϊκού σχήματος. 4 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Πίνακας 2. Δημογραφικά στοιχεία, δείκτες HIV λοίμωξης και κλινικές εκβάσεις στους ασθενείς της AMACS που βρίσκονταν υπό παρακολούθηση και το 2003 και το 2013 (5). ΥΠΟΣΥΝΟΛΟ 2003 & 2013 2003 (n=1,730) 2013 (n=1,730) p-value Διάμεση ηλικία (έτη, ΕΤΕ) 39,2 (33,8-45,3) 49,0 43,8-55,3) <0,001 Ηλικία 50 έτη 15,5% 46,0% <0,001 Άνδρες (%) 81,8% 81,8% - Λευκή φυλή (%) 96,5% 96,5% - Ομάδα κινδύνου Ομοφυλοφιλική επαφή μεταξύ ανδρών (%) 60,8% 60,8% - Χρήστες Ενδοφλέβιων Ναρκωτικών (%) 1,8% 1,8% - Ετεροφυλοφιλική επαφή (%) 35,3% 35,3% - AIDS (%) 15,1% 19,5% <0,001 Διάμεσος χρόνος από διάγνωση, (έτη, ΕΤΕ) 5,8 (2,8-8,9) 15,7(12,7-18,8) <0,001 Υπό αντιρετροϊκή θεραπεία (n, %) 1368 (79,1) 1662 (96,1) <0,001 Διάμεσος χρόνος υπό θεραπεία, (έτη, ETE) 3,9 (0,8-6,5) 13,6 (10,3-16,4) <0,001 Τριπλή ART (2 NRTI+3rd agent) 66,2% 78,7% <0,001 CD4 >500 κύτταρα/μl 54,1% 71,8% <0,001 HIV-RNA <50 αντίγραφα/ml 44,1% 86,6% <0,001 Συλλοίμωξη με HBV (%) 6,7% 6,7% - Καπνιστές (%) 59,6% 64,4% 0,137 Διάμεσο Framingham risk score (ΕΤΕ) (%) 9,6 (3,8-16,9)% 15,2 (8,0-26,6)% <0,001 Χαμηλό (0-10%) Framingham risk score 52,7% 35,5% Ενδιάμεσο (10-20%) Framingham risk score 30,1% 26,3% <0,001 Υψηλό (20+%) Framingham risk score 17,2% 38,2% <0,001 Προηγούμενα καρδιαγγειακά συμβάματα (%) 1,6% 3,7% <0,001 Προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου (%) 1,3% 3,1% <0,001 Προηγούμενο αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο(%) 0,3% 0,6% 0,017 Υπό αντιλιπιδαιμική αγωγή (%) 4,3% 14,0% <0,001 ΕΤΕ = Ενδοτεταρτημοριακό εύρος, ART= antiretroviral treatment, αντιρετροϊκή θεραπεία, NRTI = nucleos(t)ide reverse transcriptase inhibitor, νουκλεοσιδικός (νουκλεοτιδικός) αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης, 3rd agent = τρότος παράγων του αντιρετροϊκού σχήματος. Ποσοστό % Figure 1. Distribution of age, ART, HIV-RNA and CD4 cell count by year 100 90 80 70 60 50 40 30 20 Ηλικία (έτη) 18.2% 29.8% 39.7% 26.9% 31.8% 31.7% Figure 10 2. Comorbidities, blood pressure, 10 lipids and creatinince by year 12.3% 9.6% 0 2003 Έτος 2013 0 2003 Έτος 2013 (n=2,403) (n=4,910) (n=1,960) (n=4,738) 18-29 30-39 40-49 50+ 100 90 80 70 60 50 40 30 20 HIV-RNA (αντίγραφα/ml) 19.0% 19.5% 19.5% 41.9% 10.7% 9.1% 5.2% 75.0% 0-49 50-399 400-9,999 10,000 100 90 80 70 60 50 40 30 20 10 0 CD4 (κύτταρα/μl) 49.5% 19.0% 65.7% 18.1% 17.9% 10.0% 13.7% 6.2% 2003 Έτος 2013 (n=1,982) (n=4,626) <200 200-349 350-499 500+ Σχήμα 1. Κατανομή ηλικίας, ιικού φορτίου και αριθμού CD4 λεμφοκυττάρων των HIV οροθετικών ατόμων που παρακολουθούνται στην AMACS το 2003 και το 2013 (5). ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 5

Συνολικό δείγμα Υποσύνολο 2003 & 2013 υσλιπιδαιμία Υπέρταση ιαβήτης FRS>20% egfr<60 υσλιπιδαιμία Υπέρταση ιαβήτης FRS>20% egfr<60 Σχήμα 2. Επιπολασμός συννοσηροτήτων στους HIV οροθετικούς ασθενείς που παρακολουθούνται στην AMACS, το 2003 και το 2013 (5). Σε παρόμοιο πλαίσιο, περαιτέρω ανάλυση από τη μελέτη AMACS και τη συγχρονική μελέτη υγείας ΕΜΕΝΟ, που διεξήχθη το 2014-2015 σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του γενικού πληθυσμού ενηλίκων ( 18 ετών), εκτίμησε και συνέκρινε τον επιπολασμό των συν-νοσηροτήτων και των παραγόντων κινδύνου για ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου ανάμεσα σε 5305 HIV+ άτομα που ήταν υπό παρακολούθηση την περίοδο 2012-2014 και 5979 HIV- του γενικού πληθυσμού (6). Ο πληθυσμός των HIV+ ήταν σε μεγαλύτερο ποσοστό άνδρες (85%) και νεότερης ηλικίας (διάμεση ηλικία 42.7 ετών) συγκριτικά με τον HIV- πληθυσμό (48.5% άνδρες, διάμεση ηλικία 47.7 έτη). Λαμβάνοντας υπ όψιν την ηλικία, το φύλο και τη χώρα καταγωγής, ο επιπολασμός της δυσλιπιδαιμίας και του καπνίσματος αλλά και ο 10-ετής κίνδυνος για καρδιαγγειακή νόσο είναι σημαντικά υψηλότερος στους HIV+ σε σχέση με το γενικό πληθυσμό υπογραμμίζοντας την ανάγκη εκτίμησης, στενής παρακολούθησης και ρύθμισης αυτών για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου και επιλογής της καταλληλότερης θεραπείας. Εντούτοις, αν και το προσδόκιμο επιβίωσης των οροθετικών ασθενών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, υπολογίζεται ότι το μέσο προσδόκιμο ηλικίας το 1996 για τους οροθετικούς ασθενείς ήταν 39 έτη, σε σχέση με 83 του γενικού πληθυσμού, εντυπωσιακά αυξανόμενο σε 73 έναντι 85 έτη το 2011 δυστυχώς, η αυξημένη επίπτωση συν-νοσηροτήτων δεν έχει επιτρέψει ακόμα την απόλυτη εξίσωση με τον γενικό πληθυσμό. Σύμφωνα με πρόσφατο προγνωστικό μοντέλο, βασισμένο σε 10278 οροθετικούς στην Ολλανδία, το διάστημα 1996-2010, το ποσοστό των ασθενών που θα πάσχουν από άνω της μίας συν-νοσηρότητες μη λοιμώδους αιτιολογίας προβλέπεται να αυξηθεί από 29% το 2010 σε 84% το 2030. Σύμφωνα με το ίδιο μοντέλο, 78% των ασθενών θα πάσχει από οιαδήποτε μορφής καρδιαγγειακή νόσο, 17% από διαβήτη και 17% από κακοήθεια, που, εν τέλει, θα επηρεάσουν το προσδόκιμο επιβίωσης (7). Με αυτά τα δεδομένα, ακόμα και στο κομμάτι του πληθυσμού κοντά στο στόχο πρόσβασης στη θεραπεία και ιολογικής καταστολής, η ποιότητα υγείας παραμένει ένα ερωτηματικό παρουσία των ποικίλων συν-νοσηροτήτων που σχετίζονται με τη νόσο ή την αντιρετροϊκή αγωγή. Συνεπώς, παρ ότι το ιδεατό μοντέλο για τους αρρώστους αυτούς ήταν ο στόχος του 90% ως προς τη διάγνωση, έναρξη θεραπείας και ιολογικής απόκρισης, τα νέα δεδομένα επιτάσσουν την προσθήκη ενός επιπλέον στόχου, του 90% σε καλή ποιότητα ζωής. Η λοίμωξη από HIV έχει μετατραπεί από μία οξεία νόσο 6 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

πτωχής πρόγνωσης, σε μία χρόνια φλεγμονώδη διαδικασία με μακροχρόνιες επιπλοκές, παρόμοια με μία νεοπλασματική ή ρευματολογική νόσο. Η ιολογική καταστολή πια δε συνεπάγεται υποχρεωτικά κλινική βελτίωση, καθότι οι μακροχρόνιες επιπλοκές του HIV και της αντιρετροϊκής θεραπείας επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής, και πρέπει να επαναξιολογηθεί ο βαθμός που έως τούδε θεωρούνται αποδεκτές (8). Το νέο μοντέλο φροντίδας που επιτάσσει το προφίλ των HIV+ ασθενών, εκτείνεται πέραν του έως τούδε στόχου του μη ανιχνεύσιμου ιϊκού φορτίου και περιλαμβάνει έγκαιρη πρόληψη και στενή παρακολούθηση των παραγόντων κινδύνου και των συν-νοσηροτήτων που συνοδεύουν τη μακροχρόνια λοίμωξη ταυτόχρονα με βελτιστοποίηση των θεραπευτικών σχημάτων προς ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στην καρδιαγγειακή και τη νεφρική λειτουργία. Βιβλιογραφία 1. HIV λοίμωξη: νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα, Οκτώβριος 2016 (http://www.keelpno.gr/) 2. Pantazis N, Anagnostou O, Skoutelis A, Kourkounti S, Gargalianos-Kakolyris P, Papadopoulos A, Lazanas M, Psychogiou M, Sypsas N, Chrysos G, Sabatakou H, Gogos C, Panagopoulos P, Panos G, Katsarou O and Touloumi G on behalf of AMACS. Late diagnosis and delayed ART initiation in HIV infected individuals diagnosed between 2004 and 2014. 20th International Workshop on HIV Observational Databases, 7-9th April 2016, Budapest, Hungary. 3. Βουρλή Γ., Νικολόπουλος Γ., Παπαρίζος Β., Σκουτέλης Α., Μεταλλίδης Σ., Γαργαλιάνος Π., Αντωνιάδου Α., Χίνη Μ., Σύψας Ν., Ψυχογυιού Μ., Χρύσος Γ., Σαμπατάκου Ε., Γώγος Χ., Κατσαρού Ο., Παναγόπουλος Π., Παρασκευά Δ., Τσιάρα Χ., Πύλλη Μ., Δέδες Ν. και Τουλούμη Γ. εκ μέρους της AMACS. Εκτίμηση των σταδίων φροντίδας (Cascade of Care) των HIV οροθετικών ατόμων συνδυάζοντας δεδομένα της μελέτης AMACS και δεδομένα επιτήρησης του ΚΕΕΛΠΝΟ. EA 04. 28 ο Πανελλήνιο Συνέδριο AIDS, 2-4 Δεκεμβρίου 2016,Αθήνα. 4. May M, Gompels M, Delpech V, Porter K, Orkin C, Kegg S, Hay P, Johnson M, Palfreeman A, Gilson R, Chadwick D, Martin F, Hill T, Walsh J, Post F, Fisher M, Ainsworth J, Jose S, Leen C, Nelson M, Anderson J, and Sabin C for the UK Collaborative HIV Cohort (UK CHIC) Study Impact of life expectancy of HIV-1 positive individuals of CD4 + cell count and viral load response to antiretroviral therapy. AIDS. 2014 May 15; 28(8): 1193 1202. 5. Pantazis, N; Chini, M; Antoniadou, A; Sambatakou, H; Skoutelis, A; Gargalianos, P; Paparizos, V; Gogos, C; Chrysos, G; Psichogiou, M; Sipsas, N; Katsarou, O; Periklis, P; Touloumi, G. The HIV patient profile in 2013 and 2003: results from the Greek AMACS cohort. P162. International Congress of Drug Therapy in HIV Infection 23-26 October 2016, Glasgow, UK. 6. GiotaTouloumi, Natasa Kalpourtzi 1, Athanasios Skoutelis, Maria Chini, Anastasia Antoniadou, Argiro Karakosta, Konstantinos Makrilakis, Alexis Benos, Apostolos Vantarakis, Helen Sambatakou, Vasilis Paparizos, George Chrysos, Christos Chatzichristodoulou, Paraskevi V. Voulgari, Panagiotis Gargalianos, Olga Katsarou, Charalambos Gogos, Grigoris Chlouverakis, Grigoris Tripsianis, Ioannis Alamanos, George Stergiou on behalf of AMACS and E.ME.NO. Comparing CVD risk factors in HIV infected and HIV uninfected individuals from the general population in Greece. WEPEB0500. IAS 2017, 23-26 July 2017, Paris, France. 7. Smit M, Brinkman K, Geerlings S, Smit C, Thyagarajan K, Sighem A, Wolf F, Hallett T and the ATHENA observational cohort. Future challenges for clinical care of an ageing population infected with HIV : modelling study. Lancet Infect Dis. 2015 Jul; 15(7): 810 818 8. Lazarus JV, Safreed-Harmon K, Barton SE, Costagliola D, Dedes N, Del Amo Valero J, Gatell JM, Baptista-Leite R, Mendão L, Porter K, Vella S, Rockstroh JK. Beyond Viral Suppression the new quality of life frontier. BMC Med. 2016 Jun 22; 14(1):94. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 7

8

H HIV ΛΟΊΜΩΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΆΔΑ: ΣΎΓΧΡΟΝΕΣ ΚΑΤΑΚΤΉΣΕΙΣ - ΝΈΕΣ ΠΡΟΚΛΉΣΕΙΣ Το προφίλ των ΗΙV οροθετικών στην Ελλάδα σήμερα Βασίλειος Ραφτόπουλος 1, Μαρία Χίνη 2 Εισαγωγή Η σύγχρονη αντιρετροϊκή θεραπεία (ΑRT) έχει βελτιώσει σημαντικά την επιβίωση των ατόμων με HIV λοίμωξη. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν οδηγήσει στη χορήγηση εύχρηστων και καλώς ανεκτών σχημάτων με υψηλά ποσοστά μέγιστης και παρατεταμένης ιικής καταστολής, μειώνοντας σημαντικά τα κλινικά συμβάματα που σχετίζονται με το AIDS [1,2]. Σε πρόσφατη δημοσίευση δεδομένων από 18 κοόρτες στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική [3], στην οποία περιελήφθησαν τα δεδομένα 88.504 ασθενών για τα έτη 1996-2010 με τουλάχιστον 3 έτη παρακολούθησης, φάνηκε ότι η επιβίωση των ασθενών κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων χρόνων της ART συνεχίζει να βελτιώνεται, γεγονός που πιθανώς αντανακλά τη μετάβαση σε λιγότερο τοξικά αντιρετροϊκά φάρμακα, τη βελτιωμένη συμμόρφωση, την αποτελεσματικότητα των προληπτικών μέτρων και την σωστή διαχείριση των συννοσηροτήτων. Η σημαντική μείωση της θνησιμότητας για τα άτομα που ξεκίνησαν την λήψη ART το 2008-2010, σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, έχει οδηγήσει σε αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Ωστόσο, το προσδόκιμο ζωής εξακολουθεί να παραμένει χαμηλότερο από αυτό του γενικού πληθυσμού. Με την προσθήκη του αριθμού των νεοδιαγιγνωσκόμενων κατ έτος, ο συνολικός αριθμός των ατόμων με HIV λοίμωξη βαίνει σταθερά αυξανόμενος. Από το 2003 έως το 2012, η μέση ηλικία των ατόμων σε μία ιταλική κοόρτη HIV οροθετικών ασθενών αυξήθηκε από τα 40 στα 48 έτη [4]. Σε διεθνείς επιδημιολογικές μελέτες αναφέρεται ότι ο επιπολασμός διαφόρων συννοσηροτήτων είναι αυξημένος στην ομάδα των ασθενών με HIV λοίμωξη [4,5] ενώ φαίνεται πως οι συννοσηρότητες εμφανίζονται πρωιμότερα και κάποιες από αυτές σε μεγαλύτερη συχνότητα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό (π.χ. χρόνια νεφρική νόσος, καρδιαγγειακή νόσος, κατάγματα) [1,6]. Για τους HIV ασθενείς, πέραν των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου και της πιθανής επίδρασης της αντιρετροϊκής αγωγής, ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης συννοσηροτήτων σχετίζεται με τη χρόνια φλεγμονή, τη χρόνια ανοσολογική ενεργοποίηση και άλλους παράγοντες [7]. Ο κίνδυνος εμφάνισης των συννοσηροτήτων (και των επιπλοκών από αυτές) όπως υπολογίζεται από τους διαφόρους αλγορίθμους, που έχουν αναπτυχθεί για το γενικό πληθυσμό, φαίνεται ότι υποεκτιμάται στους HIV ασθενείς (π.χ. ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου είναι 1,5-2 φορές υψηλότερος σε HIV ασθενείς, ακόμη και μετά από στάθμιση για παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου) [8]. Στην καθημερινή φροντίδα των HIV ασθενών αφιερώνεται περισσότερος χρόνος στην αναγνώριση και διαχείριση των χρόνιων νοσημάτων που δεν σχετίζονται με το AIDS και περιγράφονται και στον γενικό πληθυσμό. Τέτοια νοσήματα είναι π.χ. χρόνια εκφυλιστικά νοσήματα (ή νοσήματα «φθοράς») ή νευροψυχιατρικές παθήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις κατευθυντήριες οδηγίες αντιμετώπισης της HIV λοίμωξης αφιερώνεται μεγαλύτερη έκταση στην πρόληψη, διάγνωση και διαχείριση των συννοσηροτήτων σε σχέση με ζητήματα που αφορούν σε αυτή καθαυτή την HIV λοίμωξη [9,10]. Επιδημιολογικά δεδομένα επιτήρησης της HIV/AIDS λοίμωξης στην Ελλάδα[11] Στο τελευταίο επιδημιολογικό δελτίο για την πορεία της HIV/AIDS λοίμωξης στην Ελλάδα, με στοιχεία μέχρι και την 31 η Δεκεμβρίου του 2016, ο συνολικός αριθμός των HIV οροθετικών ατόμων (συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων AIDS) που έχουν δηλωθεί στην Ελλάδα ανήλθε σε 15.966. Από τα περιστατικά αυτά, 13.213 (82,76%) ήταν άνδρες. H επιδημία της HIV λοίμωξης στην Ελλάδα παρουσίασε μια σημαντική αύξηση κατά τα έτη 2011 και 2012, η οποία αφορούσε κυρίως σε άτομα που μολύνθηκαν μέσω ενέσιμης χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών (ΧΕΝ). Μείωση του ετήσιου αριθμού διαγνώσεων καταγράφεται από το 2013 (Διάγραμμα 1). To 2016 δηλώθηκαν 616 νέες διαγνώσεις HIV, εκ των οποίων 508 (82,5%) αφορούσαν σε άνδρες, 107 (17,4%) σε γυναίκες και 1 (0,1%) σε διεμφυλικό άτομο. Από τις περιπτώσεις που διαγνώσθηκαν για πρώτη φορά το 2016, 89 (14,4%) άτομα είχαν ήδη εμφανίσει ή ανέπτυξαν κλινικά AIDS εντός του συγκεκριμένου έτους. To 45,6% των περιστατικών που διαγνώσθηκαν το 2016 αφορούσε σε μεταδόσεις μέσω σεξουαλικής επαφής μεταξύ ανδρών (MSM), το 19,5% ανέφεραν ότι μολύνθηκαν μέσω ετεροφυλοφιλικής σεξουαλικής επαφής, στο 13,1% οι μολύνσεις σχετίζονταν με ενδοφλέβια χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, ενώ στο 21,3% των περιπτώσεων δεν έχει προσδιοριστεί ο τρόπος μετάδοσης του ιού. Τα περισσότερα περιστατικά, τόσο στους άνδρες (57,9%) όσο και στις γυναίκες (56,1%), ήταν ηλικίας 30-39 ετών κατά τη διάγνωση. 1 Γραφείο HIV & ΣΜΝ ΚΕΕΛΠΝΟ 2 Γ' Παθολογικό Τμήμα και Μονάδα Λοιμώξεων, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.» 9

1200 1,149 1000 962 887 800 773766 600 400 200 0 345 294 238 172 194 115118 72 1 3 15 421 361 345 619616 646 574 560 541 441 471 486 497 507 451 465 410403 432 616 2015 2013 2011 2009 2007 2005 2003 2001 1999 1997 1995 1993 1991 1989 1987 1985 1983 1981 Διάγραμμα 1. Διαχρονική εξέλιξη του αριθμού των νέων διαγνώσεων HIV λοίμωξης[11]. Συνολικά, η απροφύλακτη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών αποτελεί μέχρι σήμερα τον κυριότερο τρόπο μετάδοσης του HIV στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, το 47,4% των HIV διαγνώσεων που έχουν δηλωθεί αφορούσε σε άνδρες που ανέφεραν ότι μολύνθηκαν μέσω της απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής με άνδρες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό, εάν αφαιρεθούν τα περιστατικά με απροσδιόριστο τρόπο μετάδοσης, ανέρχεται σε 57,8% Οι τιμές των CD4+T λεμφοκυττάρων κατά τη διάγνωση της HIV λοίμωξης κατά το έτος 2016, ήταν διαθέσιμες για 454 άτομα (73,7%). Από αυτά, 263 (57,9%) είχαν <350 κύτταρα/mm 3 και 169 (37,2%) είχαν <200 κύτταρα/mm 3. Το φαινόμενο της αργοπορημένης διάγνωσης (διεθνώς γνωστό ως "late presentation", οριζόμενο ως τιμή CD4+ T-λεμφοκυττάρων<350) αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της επιδημίας στην Ελλάδα. O συνολικός αριθμός των περιπτώσεων AIDS που δηλώθηκαν στην Ελλάδα μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου του 2016, ανέρχεται σε 3.963, εκ των οποίων 3.325 (83,9%) ήταν άνδρες και 638 (16,1%) γυναίκες. Το 2016, οι τρεις συχνότερα εμφανιζόμενες ενδεικτικές νόσοι κατά τη διάγνωση του AIDS ήταν η πνευμονία από Pneumocystis jirovecii (35,1%), το σύνδρομο απίσχνασης (18,3%) και η καντιντίαση οισοφάγου (11,5%). H μεγάλη μείωση στην επίπτωση του AIDS, που παρατηρήθηκε από το 1997 μέχρι το 2001, αποδίδεται στην εισαγωγή και ευρεία χορήγηση της συνδυαστικής υψηλής δραστικότητας αντιρετροϊκής θεραπείας (Highly Active Antiretroviral Therapy - HAART). Ο αριθμός των νέων περιπτώσεων AIDS παραμένει χαμηλός αλλά παρουσίασε μία μικρή αύξηση μετά το 2008, ειδικά στους άνδρες (Διάγραμμα 2). 250 236 216 218 200 185 191 172 174 150 100 65 72 107 143 127 133134 139 133 131 123 123 112 94 100 105 104103103 98 89 90 93 50 0 25 14 1 2 4 5 2015 2013 2011 2009 2007 2005 2003 2001 1999 1997 1995 1993 1991 1989 1987 1985 1983 1981 Διάγραμμα 2. Διαχρονική εξέλιξη του αριθμού των ατόμων που εμφάνισαν AIDS[11]. 10 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Θάνατοι To 2016, αριθμός των θανάτων σε ασθενείς με AIDS ανήλεθε σε 85 άτομα. Η σημαντική μείωση στον αριθμό των θανάτων (Διάγραμμα 3), η οποία ξεκίνησε το 1997, οφείλεται στη εισαγωγή της HAART, η οποία καθυστερεί σημαντικά την εξέλιξη της νόσου. 160 149 151154 140 120 100 107108 99 80 60 40 73 68 52 30 33 71 65 61 61 53 50 49 51 48 47 48 43 42 39 38 40 31 31 26 20 0 1 6 6 10 2015 2013 2011 2009 2007 2005 2003 2001 1999 1997 1995 1993 1991 1989 1987 1985 1983 Διάγραμμα 3. Διαχρονική εξέλιξη του αριθμού των θανάτων HIV οροθετικών ατόμων [11]. Σύμφωνα με τα ελληνικά δεδομένα, ο συνολικός αριθμός των θανάτων ελαττώνεται ανά χρονική περίοδο, ενώ τα έτη επιβίωσης αυξάνονται μετά και την εισαγωγή της HAART. Η διάμεση ηλικία θανάτου για τα άτομα υπό αγωγή ήταν τα 44,5 έτη έναντι των 40 ετών άνευ αγωγής (p<0,001). Στα κρούσματα AIDS, αντίστοιχα, ήταν τα 43 έτη έναντι των 40 ετών (p=0,0005), ενώ χωρίς την εμφάνιση AIDS ήταν τα 50 έτη έναντι των 42 ετών (p<0,001), επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητα της εισαγωγής της HAART διαχρονικά [12]. Ποιο είναι το επιδημιολογικό προφίλ του HIV οροθετικού ατόμου που παρακολουθείται σήμερα στις Μονάδες Λοιμώξεων; Πέραν των δεδομένων του επιδημιολογικού δελτίου που προέρχονται από τις Μονάδες Λοιμώξεων στην Ελλάδα, η καθημερινή φροντίδα αυτών των ατόμων καθιστά αναγκαία την αποτύπωση και άλλων παραμέτρων (όπως π.χ. των συννοσηροτήτων) τόσο ως προς τον επιπολασμό τους όσο και ως προς την εκτίμηση του υπολογιζόμενου κινδύνου νοσηρότητας και επιπλοκών. Προς αυτήν την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκε μία συγχρονική, αναδρομική, μη παρεμβατική καταγραφή δεδομένων από φακέλους HIV οροθετικών ατόμων που προσήλθαν διαδοχικά για τακτικό προγραμματισμένο κλινικοεργαστηριακό έλεγχο στο E.I. 6 Μονάδων Λοιμώξεων στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα 31/8-23/11/2015. Η καταγραφή, που συντονίστηκε από την ΕΕΜΑΑ, είχε ως σκοπό να αποτυπώσει τον επιπολασμό των μη σχετιζόμενων με τον HIV συννοσηροτήτων, να εκτιμήσει τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών με βάση ορισμένους αλγορίθμους και να διερευνήσει τη διαχείριση των παραγόντων κινδύνου σε άτομα που ζουν με την HIV λοίμωξη και παρακολουθούνται σε Μονάδες Λοιμώξεων στην Αθήνα. H εργασία έλαβε έγκριση από το Επιστημονικό Συμβούλιο κάθε Νοσοκομείου και την επιστημονική ευθύνη και τον συντονισμό είχε η ΕΕΜΑΑ. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν ήταν ανώνυμα, εμπιστευτικά και αθροιστικά (aggregated) και αφορούσαν σε ένα συνολικό δείγμα 622 HIV οροθετικών ατόμων [13]. Δημογραφικά Χαρακτηριστικά Η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων ήταν άνδρες, ηλικίας άνω των 30 ετών, με αναφερόμενο τρόπο μετάδοσης την απροφύλακτη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών (Διάγραμμα 4). ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 11

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΦΥΛΟ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑ 14,6% 86,5% ΧΕΝ 8,4% ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ 0,3% ΆΛΛΟ 1,0% 54,7% ΕΤΕΡΟ ΣΕΞΟΥΑΛ ΕΠΑΦΗ 18,0% ΑΝΔΡΑΣ 85,4% >30 ετών >40 ετών 27,7% >50 ετών 10,9% >60 ετών ΔΙΑΜΕΣΗ ΗΛΙΚΙΑ: 42 έτη MSM 72,3% Διάγραμμα 4. Δημογραφικά χαρακτηριστικά δείγματος [13]. Αναφορικά με τον καθημερινό τρόπο ζωής, σχεδόν οι μισοί δήλωσαν καπνιστές, απέχοντες από το αλκοόλ και με Δείκτη Μάζας Σώματος 18,5-24,9 (Διάγραμμα 5) ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΣΩΜΑΤΟΜΕΤΡΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΛΚΟΟΛ ΠΡΩΗΝ 7% ΌΧΙ 44% >30 25 29,9 7,1% 33,3% ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ 5,3% ΒΑΡΕΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ 1,4% ΜΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ 5,0% ΝΑΙ 49% 18,5 24,9 <18,5 2,7% 56,9% ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ 41,2% ΌΧΙ 47,1% ΔΙΑΜΕΣΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΕ ΚΑΠΝΟ: 15 πακέτα έτη ΔΙΑΜΕΣΗ ΤΙΜΗ BMI: 24,1 ΕΝΕΡΓΟΣ ΧΡΗΣΗ ΕΘΙΣΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ: 12,4% 17 Διάγραμμα 5. Χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής των ατόμων του δείγματος [13]. Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση της HIV λοίμωξης ήταν τα 5 έτη (Διάγραμμα 6). ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑ HIV ΛΟΙΜΩΞΗΣ Διάγνωση HIV λοίμωξης Εύρος τιμών: 0 34,4 έτη Διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση: 5 έτη 25ο εκατοστημόριο: 2,5 έτη 75ο εκατοστημόριο: 10,5 έτη Περίπου 7% είχαν πρόσφατη διάγνωση HIV λοίμωξης Διάγραμμα 6. Χαρακτηριστικά της χρονιότητας της νόσου [13]. 12 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Ανοσολογικά - Ιολογικά Χαρακτηριστικά Αναφορικά με την ανοσολογική κατάσταση των ατόμων του δείγματος, η διάμεση τιμή ναδίρ των CD4+ T-λεμφοκυττάρων οποιαδήποτε στιγμή πριν την καταγραφή ήταν 312 (IQR 179 427), ενώ η διάμεση τρέχουσα τιμή των CD4+ T-λεμφοκυττάρων ήταν 645. Το 89,7% (n=558) ελάμβαναν αντιρετροϊκή θεραπεία (Διάγραμμα 7). ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Στάδιο κατά CDC Διάμεση τιμή CD4: 645 κύτταρα/μl (25ο εκ/μοριο 470 75ο εκ/μοριο 837) 70% Β 24% C 16% Α 60% 5% 3% 5% 17% <200 201 250 251 350 351 500 >500 Διάμεση τιμή CD4/CD8: 0,7 (25ο εκ/μοριο 0,51 75ο εκ/μοριο 1,59 ) Διάμεση τιμή CD4 ναδίρ: 312 κύτταρα/μl (25ο εκ/μοριο 179 75 ο εκ/μοριο 427) >1 37% <0,5 24% 0,5 1 39% Διάγραμμα 7. Ανοσολογικά χαρακτηριστικά του δείγματος [13]. Ο διάμεσος χρόνος λήψης του τρέχοντος αντιρετροϊκού σχήματος ήταν οι 27 μήνες, ενώ για περισσότερους από τα 2/3 των ασθενών η θεραπεία ήταν αποτελεσματική σε επίπεδο ιικής καταστολής (Διάγραμμα 8). 10 ΜΗΝΕΣ 76% 89,7% λαμβάνουν αντιρετροϊκή θεραπεία <1 MHNA 7% 62,5%: 1 ο σχήμα Διάμεσος χρόνος λήψης τρέχοντος σχήματος: 27 μήνες (25ο εκ/μοριο: 11 μήνες 75ο εκ/μοριο: 60 μήνες) ΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ 1 5 MΗΝΕΣ 8% 6 10 ΜΗΝΕΣ 10% 75,6% με μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο εντός του τελευταίου εξαμήνου τιμή μη διαθέσιμη Διάγραμμα 8. Ιολογικά χαρακτηριστικά του δείγματος [13]. >100.000 10.001 100.000 1001 10.000 501 1.000 201 500 50 200 <50 2,3% 2,3% 0,2% 0,5% 8,4% 6,9% 4,0% 75,6% Διάμεσος συνολικός χρόνος λήψης θεραπείας: 43 μήνες (25ο εκ/μοριο: 16 μήνες 75ο εκ/μοριο: 103,5 μήνες) ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 13

Συννοσηρότητες Ο ένας στους τέσσερις ασθενείς εμφάνισε μια τουλάχιστον συννοσηρότητα, ενώ ο ένας στους δέκα πλέον της μίας, με συχνότερη την υπερλιπιδαιμία). Σε ποσοστό 5,8% του συνόλου καταγράφηκε συλλοίμωξη με χρόνια ηπατίτιδα C και σε 2,4% με χρόνια ηπατίτιδα Β. Το 2,3% των ατόμων είχαν ιστορικό στεφανιαίας νόσου (σταθερή/ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή/και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Κατάθλιψη ή μείζων συναισθηματική διαταραχή καταγράφηκε στο 6,4%, ενώ άλλες ψυχιατρικές διαταραχές στο 2,3%. Το 47,3% των ατόμων ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή (εξαιρουμένης της αντιρετροϊκής) και πιο συγκεκριμένα υπολιδιπαιμική αγωγή (10,6%), αντιυπερτασική αγωγή (8,2%), ψυχιατρικά σκευάσματα (8%), συμπλήρωμα βιταμίνης D (6,3%), αντιαιμοπεταλιακή/αντιπηκτική αγωγή (4,7%) και αντιδιαβητική αγωγή (2,1%). Εκτίμηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νοσηρότητας και ανάλυση των παραμέτρων ανά ηλικιακή ομάδα Η διάμεση τιμή FRS (Framingham Risk Score) ήταν 4,7% (μέσος/υψηλός κίνδυνος 18,2%/6,9% αντίστοιχα). Η διάμεση «ηλικία της καρδιάς» ήταν τα 50 έτη και η διάμεση «διαφορά ηλικίας» τα 6 έτη. Η διάρκεια της HIV λοίμωξης συσχετίζεται θετικά με την «ηλικία της καρδιάς» (r=0,308, p<0,001). Η ύπαρξη μιας συννοσηρότητας σχετίζεται θετικά με αυξημένη «ηλικία της καρδιάς» και υψηλότερη διαφορά ηλικίας. Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα ανά ηλικιακή ομάδα και στο σύνολο. Πίνακας 1. Χαρακτηριστικά του δείγματος σε επίπεδο διαφορετικών ηλικιακών ομάδων [13]. Ηλικιακές ομάδες Συνολικό δείγμα 18-30 31-40 41-50 51-60 61-70 70+ (N=84) (N=198) (N=168) (N=104) (N=53) (N=15) (N=622) ιάμεση ηλικία (έτη) 27 36 44 55 64 72 42 ιάμεση ηλικία της καρδιάς (έτη) 36 39 52 63 76 86 50 ιάμεση διαφορά ηλικίας (έτη) 6 4 7 8 12 14 6 ιάμεση διάρκεια HIV οροθετικότητας (μήνες) 22 49 78 122 96 106 60 ιάμεσος χρόνος υπό αντιρετροϊκή αγωγή (μήνες) 16 31 52 100 70 105 43 Υπό αντιρετροϊκή αγωγή 73% 89% 90% 97% 98% 100% 89% Υπό αντιρετροϊκή αγωγή για <12 μήνες 29% 16% 19% 12% 13% 13% 17% VL<200 αντίγραφα/ml 56% 76% 83% 90% 92% 100% 80% ιάμεση τιμή CD4 (cells/μl) 613 643 651 688 622 639 645 Υψηλή αρτηριακή πίεση ανεξαρτήτως θεραπείας (ΣΑΠ>140 ή/και ΑΠ >90mmHg) 5% 2% 7% 14% 15% 23% 7% Υψηλή LDL ανεξαρτήτως θεραπείας (>130mg/dL) 17% 20% 37% 37% 44% 20% 29% Υψηλό BMI (>25kg/m 2 ) 14% 38% 39% 54% 57% 53% 40% Ενεργός καπνιστής 61% 53% 54% 38% 30% 29% 49% Εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (egfr) 90 ml/min 11% 28% 45% 60% 81% 100% 42% egfr <60 ml/min 1% 1% 5% 10% 9% 54% 5% Καταγραφή τουλάχιστον μιας συννοσηρότητας 20% 28% 37% 50% 54% 73% 36% P <0.001 Σύνοψη και συμπεράσματα Όπως προκύπτει από τα επιδημιολογικά στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ και τη μελέτη της ΕΕΜΑΑ, τα άτομα με HIV λοίμωξη στην Ελλάδα είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία άνδρες, μεγαλύτεροι των 30 ετών και MSM. Η τακτική παρακολούθηση στις Μονάδες Λοιμώξεων και το υψηλό ποσοστό πρόσβασης στην αντιρετροϊκή θεραπεία οδηγούν σε υψηλά ποσοστά ανοσιακής και ιολογικής ανταπόκρισης. Εντούτοις, η προοδευτική «γήρανση» του πληθυσμού των HIV ασθενών, ως αποτέλεσμα της επιμήκυνσης του προσδόκιμου ζωής, και η συνύπαρξη πολλαπλών παραγόντων κινδύνου (κάπνισμα, παχυσαρκία, χρήση εθιστικών ουσιών) για την εκδήλωση συννοσηροτήτων περιορίζουν το τεράστιο όφελος που προέκυψε από την εισαγωγή της HAART κατά την τελευταία εικοσαετία. Με την πρόοδο της ηλικίας σημειώνεται αύξηση του επιπολασμού των συννοσηροτήτων με συχνότερες την υπερλιπιδαιμία, την κατάθλιψη, τη χρόνια ιογενή ηπατίτιδα, την αρτηριακή υπέρταση και την 14 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

καρδιαγγειακή νόσο. Χαρακτηριστικά, η διάμεση διαφορά της «ηλικίας της καρδιάς» από τη χρονολογική ηλικία των ασθενών είναι 6 έτη. Οι μισοί περίπου ασθενείς λαμβάνουν αγωγή για την αντιμετώπιση συννοσηροτήτων με συχνότερα χορηγούμενα υπολιπιδαιμικά, αντιυπερτασικά και ψυχιατρικά σκευάσματα. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί η προοδευτική αύξηση του ποσοστού των ατόμων με μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι, πέρα από την επίτευξη πλήρους ιικής καταστολής, η εξατομικευμένη φροντίδα των HIV οροθετικών ατόμων πρέπει να περιλαμβάνει αποτελεσματικές παρεμβάσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της μη σχετιζόμενης με το AIDS νοσηρότητας και θνητότητας τόσο στο επίπεδο του προσυμπτωματικού ελέγχου όσο και στην εφαρμογή των κατάλληλων θεραπευτικών χειρισμών. Ευχαριστίες Κέντρα τα οποία συμμετείχαν στη μελέτη της ΕΕΜΑΑ 1. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ» Ε Παθολογική Κλινική και Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων Συμμετέχοντες: Ελένη Κάκαλου, Βασίλειος Παπασταμόπουλος, Αθανάσιος Σκουτέλης 2. Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νοσημάτων «Α. ΣΥΓΓΡΟΣ» Πανεπιστημιακή Κλινική Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Συμμετέχοντες: Ιωάννα Καλκούνου, Βασίλειος Παπαρίζος 3. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΛΑΪΚΟ» Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική Συμμετέχοντες: Μάρθα Παπαδοπούλου, Μήνα Ψυχογυιού 4. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΛΑΪΚΟ» Κλινική Παθολογικής Φυσιολογίας Συμμετέχοντες: Μαρία Γκαμαλέτσου, Νικόλαος Σύψας 5. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.» Γ Παθολογικό Τμήμα και Μονάδα Λοιμώξεων Συμμετέχοντες: Χαράλαμπος Ντάφλος, Μαρία Χίνη 6. Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ» Α Παθολογικό Τμήμα και Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων Συμμετέχοντες: Γεώργιος Ξυλωμένος, Παναγιώτης Γαργαλιάνος-Κακολύρης Βιβλιογραφία 1. Effros RB, Fletcher CV, Gebo K, Halter JB, Hazzard WR, Horne FM, Huebner RE, Janoff EN, Justice AC, Kuritzkes D, Nayfield SG, Plaeger SF, Schmader KE, Ashworth JR, Campanelli C, Clayton CP, Rada B, Woolard NF, High KP. Aging and infectious diseases: workshop on HIV infection and aging: what is known and future research directions. Clin Infect Dis. 2008 Aug 15;47(4):542-53. 2. Samji H, Cescon A, Hogg RS, Modur SP, Althoff KN, Buchacz K, Burchell AN, Cohen M, Gebo KA, Gill MJ, Justice A, Kirk G, Klein MB, Korthuis PT, Martin J, Napravnik S, Rourke SB, Sterling TR, Silverberg MJ, Deeks S, Jacobson LP, Bosch RJ, Kitahata MM, Goedert JJ, Moore R, Gange SJ; North American AIDS Cohort Collaboration on Research and Design (NA-ACCORD) of IeDEA. Closing the gap: increases in life expectancy among treated HIV-positive individuals in the United States and Canada. PLoS One. 2013 Dec 18;8(12):e81355. 3. Antiretroviral Therapy Cohort Collaboration. Survival of HIV-positive patients starting antiretroviral therapy between 1996 and 2013: a collaborative analysis of cohort studies. Lancet HIV. 2017 Aug;4(8):e349-e356. 4. Guaraldi G, Zona S, Stentarelli C, Orlando G, carli, F, Santoro A, Beghetto B, Menozzi M, Mussini C, Faultz J. Aging with HIV vs HIV serocnversion at older age: a diverse population with distinct comorbidity profiles. 4th International Workshop on HIV & Aging 2013. Abstract 12 (διαθέσιμο στο http://regist2.virology-education.com/abstractbook/2013_9.pdf). 5. Guaraldi G, Zona S, Menozzi M, Carli F, Bagni P, Berti A, Rossi E, Orlando G, Zoboli G, Palella F. Cost of noninfectious comorbidities in patients with HIV. Clinicoecon Outcomes Res. 2013 Sep 23;5:481-8. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 15

6. Guaraldi G, Orlando G, Zona S, Menozzi M, Carli F, Garlassi E, Berti A, Rossi E, Roverato A, Palella F. Premature age-related comorbidities among HIV-infected persons compared with the general population. Clin Infect Dis. 2011 Dec;53(11):1120-6. 7. Deeks SG. HIV infection, inflammation, immunosenescence, and aging. Annu Rev Med. 2011;62:141-55. 8. Grinspoon S. Cardiovascular Disease in HIV Patients: An Emerging Paradigm and Call to Action. CROI 2015. Seattle, WA. Oral #O134 9. EACS guidelines version 9.0, October 2017. 10. Κατευθυντήριες οδηγίες χορήγησης αντιρετροϊκής αγωγής και θεραπείας καιροσκοπικών λοιμώξεων σε ενήλικες και εφήβους με HIV λοίμωξη. ΚΕΕΛΠΝΟ 2017(διαθέσιμες στην ιστοσελίδα www.keelpno.gr). 11. Δελτίο Επιδημιολογικής Επιτήρησης της HIV/AIDS λοίμωξης στην Ελλάδα (Δηλωθέντα Στοιχεία έως 31.12.2016, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα www.keelpno.gr). 12. Raftopoulos V., Pylli M., Chatzitheodorou E, Tsiara C, Patrinos S, Gotzani O, Tsiodras S, Paraskeva D. Mortality and Causes of Death in People Diagnosed with HIV in Greece: An Analysis of the National Cohort Data (1981-2016). PE21/13. EACS Conference, October 2017, Milan. 13. Raftopoulos V., Chini M., Daflos C., Gamaletsou M, Gargalianos-Kakolyris P., Kakalou E., Kalkounou I., Katsarolis I., Papadopoulou M., Paparizos V., Papastamopoulos V., Psichogiou M., Sipsas N., Skoutelis A., Xylomenos G., Lazanas M-K. Ageing of the HIV Epidemic: Identifying New Challenges and Treating to New Target. PE11/21. EACS Conference, October 2017, Milan. 16 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

H HIV ΛΟΊΜΩΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΆΔΑ: ΣΎΓΧΡΟΝΕΣ ΚΑΤΑΚΤΉΣΕΙΣ - ΝΈΕΣ ΠΡΟΚΛΉΣΕΙΣ Σύγχρονες κλινικές απαιτήσεις στη διαχείριση της HIV λοίμωξης Συμεών Μεταλλίδης, 1 Όλγα Τσαχουρίδου 2 Έχουν περάσει τριάντα έξι χρόνια μετά τη διάγνωση των πρώτων περιστατικών με HIV λοίμωξη και στην πορεία αυτών των ετών έχει γίνει τεράστια πρόοδος τόσο στη θεραπεία όσο και στην κατανόηση των παθοφυσιολογικών διαταραχών της νόσου. Ίσως η επιδημία της HIV λοίμωξης να είναι η πιο καλά καταγεγραμμένη στην ιατρική ιστορία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Joint United Nations Program on HIV/AIDS το 2017 που φαίνονται στον πίνακα 1 περισσότεροι από 36,7 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με HIV λοίμωξη. Υπολογίζεται ότι συμβαίνουν περίπου 5000 νέες λοιμώξεις την ημέρα και το 64% από αυτές συμβαίνει στην υποσαχάρια Αφρική. 1 Α Παθολογική Κλινική, ΠΓΝΘ ΑΧΕΠΑ, Ιατρική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2 Α' Παθολογική Κλινική, ΠΓΝΘ ΑΧΕΠΑ Πίνακας 1. Παγκόσμια στοιχεία για την επιδημία της HIV λοίμωξης από τον UNAIDS (από τον ιστότοπο http://www.unaids.org/). Σύμφωνα με το σύστημα υποχρεωτικής δήλωσης μέχρι και την 31 η Οκτωβρίου του 2017 έχουν καταγραφεί στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. 16527 περιστατικά HIV λοίμωξης (82,75% άνδρες). Από το σύνολο των αυτών 4083 έχουν εμφανίσει AIDS και περίπου 9500 βρίσκονται υπό αντιρετροϊκή θεραπεία. Ο συνολικός αριθμός των θανάτων ανέρχεται στους 2746. Οι νέες διαγνώσεις ανά 100000 πληθυσμού φαίνονται στο σχήμα 1 που ακολουθεί. Σχήμα 1. Νέες διαγνώσεις HIV λοίμωξης ανά 100000 πληθυσμού (περίοδος Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2010-2017) (ΚΕΕΛΠΝΟ, Οκτώβριος 2017). 17

Είναι πολύ σημαντικό στην καθημερινή μας κλινική πρακτική να γνωρίζουμε τα επιδημιολογικά στοιχεία του πληθυσμού που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε γιατί αυτό θα είναι το πρώτο βήμα για να βελτιώσουμε την πρόγνωση των ασθενών που παρακολουθούμε Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην 4 η Πανελλήνια Συνάντηση AIDS & Ηπατίτιδες στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 2016 το 59% των ασθενών που διαγιγνώσκονται στη χώρα μας με HIV λοίμωξη έχουν κάτω από 350 CD4 κύτταρα και το 37% κάτω από 200 κύτταρα. Το φαινόμενο αυτό είναι παγκόσμιο και αντικατοπτρίζει τα ανεπαρκή μέτρα για την πρόληψη και διάγνωση της νόσου (από «Στρογγυλό τραπέζι: Θεραπεία HIV/ΑIDS 2016 30/9/2016). Σε μια συγκεντρωτική μελέτη από 23 κοόρτες σε 35 Ευρωπαϊκές χώρες COHERE (Collaboration of Observational HIV Epidemiological Research Europe) σε 84524 ασθενείς από το 2000-2011 φάνηκε αυξημένη συχνότητα AIDS και θανάτου στους ασθενείς με καθυστερημένη διάγνωση. Γίνεται ξεκάθαρο ότι η έγκαιρη διάγνωση θα μπορούσε από μόνη της να προσφέρει σημαντική βελτίωση στην πρόγνωση των ασθενών που παρακολουθούμε [1]. Η αύξηση του αριθμού των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία (και συνεπώς η μείωση του ιικού φορτίου της κοινότητας) μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των νέων περιστατικών. Σε ένα μοντέλο που δημοσιεύτηκε πάλι από την ομάδα του San Francisco και το οποίο αξιολόγησε την επίδραση διαφορετικών στρατηγικών στην εμφάνιση νέων λοιμώξεων σε MSM φάνηκε ότι επεκτείνοντας τη θεραπεία σε όλους τους HIV-positive που βρίσκονται σε παρακολούθηση στο San Francisco προβλέπει μείωση κατά 59% των νέων λοιμώξεων τα επόμενα 5 χρόνια στους MSM. Η προσθήκη επιπρόσθετα ελέγχου για HIV σε όλους τους MSM με σκοπό να τους θεραπεύσουμε όλους οδηγεί σε μείωση των νέων λοιμώξεων κατά 76% [2]. Πιθανά η εφαρμογή της αλλαγής στρατηγικής για τον έλεγχο της HIV λοίμωξης προσφέροντας το τεστ σε κάθε ασθενή που προσέρχεται στις δομές υγείας που έγινε στις ΗΠΑ να πρέπει να εφαρμοστεί σε όλες τις χώρες. Συνειδητοποιώντας το φορτίο της νόσου και γνωρίζοντας τις εξελίξεις στη θεραπευτική, τα δεδομένα έχουν αλλάξει κατά την παρακολούθηση των ασθενών. Η HIV λοίμωξη χάρη στη θεραπευτική καινοτομία έχει μετατραπεί από ένα θανατηφόρο νόσημα σε μια χρόνια κατάσταση. Έτσι στην σύγχρονη εποχή πέρα από το μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο φαίνεται να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο: Η συμμόρφωση στην παρακολούθηση Οι συν-νοσηρότητες Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της αντιρετροϊκής θεραπείας Οι αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων Θα πρέπει να καταστεί σαφές όμως ότι η αντιρετροϊκή θεραπεία θα παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος για την επιτυχία. Η μείωση του HIV RNA συνδυάζεται με ελάττωση του κινδύνου για εξέλιξη της νόσου. Τα νέα φάρμακα τα δοσολογικά σχήματα μίας ταμπλέτας έχουν αυξήσει την αποτελεσματικότητά, ασφάλεια και ανεκτικότητα των αντιρετροϊκών θεραπειών. Η ευκολότερη πρόσβαση στις δομές υγείας και η συμμόρφωση στην παρακολούθηση μπορεί επίσης να οδηγούν σε καλύτερη ιική καταστολή. Η επίδραση της θεραπείας στην συνολική θνητότητα αποτυπώνεται στο σχήμα 2 από το UNAIDS όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία τόσο μειώνεται η θνητότητα. 18 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Σχήμα 2. Επίδραση της αντιρετροϊκής θεραπείας στη θνητότητα στη διάρκεια του χρόνου, παγκόσμια στατιστικά από UNAIDS (από ιστότοπο www.unaids.org). Μεταξύ του 1990 και του 2011 τα ποσοστά θανάτων από όλους του καρκίνους μειώθηκαν από 216 ανά 100000 Αμερικανούς σε 128,7 μια μείωση κατά 22%. Την ίδια περίοδο τέσσερις μόνο νέες θεραπείες έναντι του HIV μείωσαν τη θνητότητα κατά 90% (δεδομένα από www.cancer.gov/about-cancer/ understanding/statistics & www.cdc.gov/hiv/statistics/overview/ataglance.html). Δεδομένα από την κοόρτη Kaiser από το 1996-2011 που αξιολόγησαν το προσδόκιμο επιβίωσης μεταξύ HIV (+) ασθενών (n=25768, 46% σε θεραπεία στην έναρξη) και HIV (-) (ν=257600) κατέδειξαν ποσοστά θνητότητας 1827 vs 326 ανά 100000 ανθρωπο-έτη αντίστοιχα. Υπολογίστηκαν τα έτη που απομένουν μετά την ηλικία των 20 ετών και καθίσταται σαφές όπως φαίνεται στον πίνακα 2 ότι οι ασθενείς πλησιάζουν το φυσιολογικό προσδόκιμο επιβίωσης αλλά εξακολουθεί να παραμένει κάτω από το φυσιολογικό. Επίσης καθίσταται αντιληπτό ότι και άλλοι παράγοντες πέρα από την αντιρετροϊκή θεραπεία φαίνεται να διαδραματίζουν ρόλο στην τελική επιβίωση όπως η συν-λοίμωξη με ηπατίτιδες, η χρήση αλκοόλ και το κάπνισμα [3]. Πίνακας 2. Δεδομένα από την κοόρτη Kaiser από το 1996-2011 που αξιολόγησαν το προσδόκιμο επιβίωσης μεταξύ HIV (+) ασθενών και HIV (-) (προσαρμογή από [3]). Expected years of life remaining at age 20 (95% confidence interval) HIV+ HIV- Difference P value Overall 49.3 62.3 13.1 (11.5-14.6) <0.001 HIV+ and initiated ART with CD4 500 54.5 62.3 7.9 (5.1-10.6) <0.001 + No hepatitis B or C 55.4 62.6 7.2 (4.4-10.0) <0.001 + No drug/alcohol abuse 57.2 63.8 6.6 (3.9-9.3) <0.001 + No smoking 58.9 64.3 5.4 (2.2-8.7) <0.001 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 19

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται όταν βλέπουμε ένα ασθενή με HIV είναι πότε θα ξεκινήσουμε θεραπεία, ένα ερώτημα που υπάρχει διαχρονικά στην πορεία της HIV νόσου. Το 1994 η μελέτη Concorde προσπάθησε να απαντήσει στο ερώτημα της άμεσης ή καθυστερημένης χορήγησης ζιδοβουδίνης σε ασθενείς χωρίς συμπτώματα. Είκοσι ένα χρόνια μετά η μελέτη START που δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine το 2015 ήρθε να δώσει μια οριστική απάντηση στο ερώτημα της άμεσης έναρξης θεραπείας σε ασυμπτωματικούς ασθενείς. Η μελέτη κατέδειξε ότι οι ασθενείς που καθυστέρησαν να πάρουν θεραπεία είχαν περισσότερα AIDS και μη AIDS σχετιζόμενα συμβάματα καθώς και μεγαλύτερη θνητότητα. Η μελέτη αυτή άλλαξε τις κατευθυντήριες οδηγίες με αποτέλεσμα να προσφέρεται θεραπεία σε όλους τους ασυμπτωματικούς ασθενείς ανεξάρτητα από τον αριθμό των CD4 κυττάρων [4]. Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι πότε θα ξεκινήσω. Στην πορεία της HIV νόσου οι κατευθυντήριες οδηγίες άλλαζαν με βάση τα αποτελέσματα των κλινικών μελετών. Τα τελευταία χρόνια οι αναστολείς ιντεργκράσης φαίνεται να καταλαμβάνουν κυρίαρχο ρόλο ως αποτέλεσμα των πολύ υψηλών ποσοστών >90% κλινικής επιτυχίας στις κλινικές μελέτες. Στον πίνακα 3 φαίνονται τα προτεινόμενα σχήματα από τις ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες ακολουθούν τις βασικές αρχές των Ευρωπαϊκών οδηγιών. Τρεις αναστολείς της ιντεγκράσης (ντολουντεγκραβίρη, ελβιτεγκλαβίρη και ραλτεγκραβίρη), ένας αναστολέας πρωτεάσης (νταρουναβίρη) και ένας μη νουκλεοσιδικός αναστολέας της ανάστροφης μεταγραφάσης (ριπλιβιρίνη) παραμένουν στα προτεινόμενα αρχικά σχήματα με την προσθήκη 2 νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης. Πίνακας 3. Προτιμώμενα σχήματα αντιρετροϊκής θεραπείας (Κατευθυντήριες οδηγίες χορήγησης αντιρετροϊκής αγωγής και θεραπείας καιροσκοπικών λοιμώξεων σε ενήλικες και εφήβους με HIV λοίμωξη 2017, www.keelpno.gr). Σχήμα Δοσολογία Ανάγκη λήψης με τροφή Παρατηρήσεις 2 NRTIs + INSTI ABC/3TC/DTG (i,ii) 600/300/50 mg, 1 tab qd Όχι Αντιόξινα που περιέχουν ΑI/Ca/Mg ή πολυβιταμινούχα TDF/FTC (iii,iv) ή TAF/FTC (viii) +DTG TDF/FTC/EVG/c (iii,iv,v) ή TAF/ FTC/EVG/c (viii) TDF/FTC(iii,iv) ή TAF/FTC(viii) +RAL 2 NRTIs + NNRTI TDF/FTC/RPV (iii) ή TAF/FTC (viii) + RPV 2 NRTIs + PI/r ή PI/c TDF/FTC (iii,iv) ή TAF/FTC (viii) +DRV/r ή DRV/c 245/200 mg, 1 tab qd ή 25/200 mg 1 tab qd + 50 mg, 1 tab qd 245/200/150/150 mg, 1 tab qd ή 10/200/150/150 mg, 1 tab qd 245/200 mg, 1 tab qd ή 25/200 mg 1 tab qd + 400 mg, 1 tab bid 245/200/25 mg, 1 tab qd ή 25/200, 1 tab qd + 25 mg, 1 tab qd 245/200 mg, 1 tab qd ή 10/200 mg 1 tab qd + DRV 800 mg 1 tab qd + RTV 100 mg 1 tab qd ή 800/150 mg 1 tab qd Όχι Ναι Όχι Ναι (τουλάχιστον 390 Kcal) Ναι σκευάσματα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν. Το DTG χορηγείται σε δόση 50 mg bid μαζί με ριφαμπικίνη. Αντιόξινα που περιέχουν ΑI/Ca/Mg ή πολυβιταμινούχα σκευάσματα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες μετά ή 6 ώρες πριν. Δεν συστήνεται η συγχορήγηση αντιόξινων που περιέχουν ΑI ή Μg. Το RAL χορηγείται σε δόση 400 ή 800 mg bid μαζί με ριφαμπικίνη. Μόνο εάν CD4>200 κυτ./mm 3 και HIV VL<100.000 αντ./ml. Η λήψη ΡΡΙ αντενδείκνυται. Οι Η2 ανταγωνιστές πρέπει να λαμβάνονται 12 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το RPV Παρακολούθηση σε περίπτωση γνωστής αλλεργίας στις σουλφοναμίδες. * Γενόσημα αντιρετροϊκά φάρμακα υπάρχουν διαθέσιμα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αρκεί να αντικαθιστούν την ίδια φαρμακευτική ουσία και να μη διασπούν τους προτεινόμενους συνδυασμούς σταθερής δοσολογίας. qd: 1 φορά την ημέρα bid: 2 φορές την ημέρα i. Aντενδείκνυται η χορήγηση ABC σε ασθενείς με HLA B*5701 θετικό. Ακόμη κι αν είναι αρνητικό, επιβάλλεται η ενημέρωση του ασθενούς σχετικά με τον κίνδυνο εμφάνισης αντίδρασης υπερευαισθησίας (HSR). Το ΑΒC θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο (>20%). To ABC χορηγείται μόνο εάν HIV VL<100.000 αντ/ml (πλην του συνδυασμού με DTG). ii. Χρήση του συγκεκριμένου συνδυασμού μόνο σε περίπτωση αρνητικού HBsAg. iii. Αποφυγή χορήγησης TDF σε άτομα με οστεοπόρωση. Απαραίτητη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. iv. Εάν το TDF/FTC δεν είναι διαθέσιμο, εναλλακτικά μπορεί να χορηγηθεί TDF σε συνδυασμό με 3TC. v. Χρήση του συγκεκριμένου συνδυασμού μόνο εάν egfr 70 ml/min. Συστήνεται να μη γίνεται έναρξη με EVG/COBI/TDF/FTC σε άτομα με egfr<90 ml/min, εκτός αν είναι η θεραπεία εκλογής. vi. EFV: να μη χορηγείται εάν υπάρχει ιστορικό αυτοκτονικών τάσεων ή ψυχιατρικών διαταραχών. Όχι ενεργό σε HIV-2 και HIV-1 υπότυπο Ο. vii. Η συγχορήγηση με ΡΡΙ αντενδείκνυται. Εάν κρίνεται αναγκαία, να διερευνηθεί η χορήγηση εναλλακτικού σχήματος. Εάν συγχορηγηθεί, θα πρέπει να εξεταστεί η αύξηση της δοσολογίας του ATV σε 400 mg qd, ενώ συστήνεται στενή κλινική παρακολούθηση, η δοσολογία των ΡΡΙ να μην ξεπερνά τα 20 mg δραστικής ουσίας αντίστοιχης με την ομεπραζόλη και να λαμβάνεται περίπου 12 ώρες πριν το ATV/r. Οι Η2 ανταγωνιστές να λαμβάνονται 12 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το ATV. viii. Εφόσον το TAF είναι διαθέσιμο, οι συνδυασμοί που περιέχουν TDF μπορούν να αντικατασταθούν με τους ίδιους συνδυασμούς που περιέχουν TAF, ιδίως σε ηλικιωμένους ή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης ή νεφρική διαταραχή. Πρέπει να σημειωθεί ότι επί του παρόντος υφίστανται λίγα δεδομένα, και τρέχουσες μελέτες συγκρίνουν το συνδυασμό TAF/FTC έναντι του TDF/FTC, όταν το τρίτο φάρμακο είναι διαφορετικό από το EVG/c. Ο συνδυασμός TAF/FTC/EVG/c χρησιμοποιείται μόνον εφόσον η egfr είναι >30 ml/min. Το TAF χορηγείται σε δόση 10 mg όταν συγχορηγείται με φάρμακα που αναστέλλουν την P-gp και σε δόση 25 mg όταν συγχορηγείται με φάρμακα που δεν την αναστέλλουν. 20 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Έχοντας μετατρέψει ένα θανατηφόρο νόσημα σε χρόνιο με το προσδόκιμο επιβίωσης να πλησιάζει σχεδόν το φυσιολογικό καθίσταται σαφές ότι η προσοχή μας στην καθημερινή κλινική πράξη πρέπει να στραφεί στην αναγνώριση παραγόντων κινδύνου όπου πιθανά και η τροποποίηση αγωγής θα είχε σημαντικό όφελος: 1. Τεκμηριωμένη τοξικότητα, η οποία προκλήθηκε από ένα ή περισσότερα αντιρετροϊκά φάρμακα του θεραπευτικού σχήματος. Παραδείγματα: λιποατροφία (d4t, AZT), διαταραχές κεντρικού νευρικού συστήματος (EFV), διάρροια (PI/r) και ίκτερος (ATV). 2. Πρόληψη μακροπρόθεσμης τοξικότητας. Παράδειγμα: πρόληψη λιποατροφίας σε ασθενείς που λαμβάνουν d4t ή AZT. 3. Αποφυγή σοβαρών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. 4. Προγραμματισμένη κύηση. 5. Μεγάλη ηλικία και/ή συννοσηρότητα με ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις των φαρμάκων του τρέχοντος σχήματος, π.χ. στον καρδιαγγειακό κίνδυνο, σε μεταβολικές παραμέτρους. 6. Απλοποίηση με στόχο τη μείωση του αριθμού των δισκίων, την προσαρμογή ως προς τους περιορισμούς αναφορικά με τη λήψη τροφής και τη βελτίωση της συμμόρφωσης. Για να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω θα πρέπει ο ασθενής να έχει μια τακτική παρακολούθηση. Από μια μελέτη της συμμόρφωσης στην παρακολούθηση που έγινε στη Μονάδα Λοιμώξεων του ΠΓΝΘ ΑΧΕ- ΠΑ και παρουσιάστηκε στο 28 ο Πανελλήνιο Συνέδριο AIDS με 1450 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς, η συνολική συμμόρφωση στην παρακολούθηση ήταν 61,6%. Θετικοί παράγοντες για συμμόρφωση στην παρακολούθηση ήταν η ένταξη μετά το 2010, η λήψη αγωγής και το μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο. Αντίθετα αρνητικοί παράγοντες για την συμμόρφωση ήταν η Εθνικότητα άλλη από την Ελληνική, η έλλειψη ασφάλειας και το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Η συμμόρφωση στη θεραπεία φάνηκε ότι σχετίζεται με καλύτερη επιβίωση των ασθενών όπως φαίνεται στο σχήμα 3. Σχήμα 3. Καμπύλες Kaplan Meier για αθροιστική επιβίωση της κοόρτης (από Ό. Τσαχουρίδου και συν. «Προγνωστικοί δείκτες συµµόρφωσης και διατήρησης στην ιατρική παρακολούθηση και τη φροντίδα υγείας σε ασθενείς µε HIV λοίµωξη στη Β. Ελλάδα» ΕΑ04. 28 ο Πανελλήνιο Συνέδριο AIDS, Αθήνα, 2016). Οι συν-νοσηρότητες περιλαμβάνουν: καρδιαγγειακές, νεφρικές, ηπατικές, μεταβολικές, οστικές παθήσεις, νεοπλασίες, διαταραχές του ΚΝΣ και σεξουαλική δυσλειτουργία. Αυτές οι συννοσηρότητες γίνονται ολοένα και πιο σημαντικές για τους HIV οροθετικούς ασθενείς, λόγω του αυξημένου προσδόκιμου επιβίωσης από την αποτελεσματική ART. Επιπλέον, ορισμένοι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την HIV λοίμωξη μπορεί να συμβάλλουν στην εμφάνισή τους, όπως η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού, η φλεγμονή και η υπερπηκτικότητα, που σχετίζονται με ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό του HIV, οι συλλοιμώξεις (π.χ. HCV), η ίδια η ART και η παραμένουσα ανοσοανεπάρκεια. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 21

Η πρόληψη ή η αντιμετώπιση αυτών των νοσηροτήτων συχνά συνεπάγεται την πολυφαρμακία, που αυξάνει τον κίνδυνο της πλημμελούς συμμόρφωσης. Επιπρόσθετα, οι πιθανές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις με την ART θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας. Λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο πληθυσμός με HIV γηράσκει και αυτό το γεγονός αυξάνει τις συν-νοσηρότητες κάνει πιο πολύπλοκη την καθημερινή κλινική μας πρακτική. Σήμερα υπολογίζεται ότι περίπου οι μισοί από τα άτομα που ζουν με HIV στις ΗΠΑ είναι μεγαλύτεροι των 50 ετών και αυτό το ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί τις δεκαετίες που έρχονται (www.cdc.gov/hiv/statistics/overview/ataglance.html). Οι συν-νοσηρότητες φαίνεται ότι εμφανίζονται σε μεγαλύτερα ποσοστά από ότι στους HIV αρνητικούς ασθενείς παρόμοιας ηλικίας σε όλες τις μελέτες και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες για την καρδιαγγειακή, την οστική και νεφρική νόσο και αυτό είναι μια παρατήρηση που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας [5]. Μια άλλη παράμετρος που πρέπει να λάβουμε επίσης υπόψη είναι ότι ο αριθμός των συν-νοσηροτήτων θα αυξάνεται συνεχώς. Από μια μελέτη της κοόρτης ATHENA στην Ολλανδία φάνηκε ότι ο αριθμός των ασθενών με τουλάχιστον μια συν-νοσηρότητα αναμένεται να αυξηθεί από 29% το 2010 σε 84% το 2030. Το μοντέλο προέβλεψε ότι το 78% των ασθενών θα διαγνωστεί με καρδιαγγειακή νόσο [6]. Σε μια μελέτη από την AMACS φαίνεται ότι η αύξηση των συν-νοσηροτήτων και παραγόντων κινδύνου σε μια δεκαετία στον πληθυσμό με HIV είναι σημαντική (Pantazis N, et al. P162, HIV Glasgow 2016). Καρδιαγγειακή νόσος Η καρδιαγγειακή νόσος φαίνεται όπως είδαμε να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο φορτίο νόσου στον πληθυσμό με HIV και για αυτό πρέπει να είναι πρωταρχικής σημασίας στην καθημερινή μας κλινική σκέψη. Είναι μια πολύπλοκη νόσος που εξαρτάται από: Τον ξενιστή (συν-νοσηρότητες, γενετικοί παράγοντες) Τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου (ηλικία, κάπνισμα, φύλο, ΣΔ, ΑΥ) Τον HIV (φλεγμονή και ενδοθηλιακή βλάβη) Την αντιρετροϊκή θεραπεία (προσκολλητικότητα αιμοπεταλίων, μεταβολικές διαταραχές, ανεπιθύμητες ενέργειες) Στη μελέτη VACS μια προοπτική μελέτη 83,527 HIV οροθετικών και δημογραφικά ταυτόσημων HIV οροαρνητικών ατόμων στις ΗΠΑ, την περίοδο 2003 2010 φάνηκε ότι ο κίνδυνος εμφράγματος ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στα οροθετικά άτομα σε σχέση με τα οροαρνητικά και οι κύριοι παράγοντες ήταν το άρρεν φύλο, ο σακχαρώδης διαβήτης, η νεφρική ανεπάρκεια (<60ml/min, η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία και το κάπνισμα) [7]. Σε μια μελέτη που παρουσιάστηκε από τον Grinspoon S. στο CROI το 2015 φάνηκε ότι ο κίνδυνος για καρδιαγγειακή νόσο ήταν 1.48 (95% CI: 1.27 1.72) φορές μεγαλύτερος στους HIV-θετικούς ασθενείς, ακόμη και μετά από έλεγχο των κλασσικών παραγόντων κινδύνου [8] Από μελέτες που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο του HIV στην Γλασκώβη με ελληνικά δεδομένα φάνηκε ότι 22% των ασθενών είχαν υψηλό Framingham σκορ (Pantazis N, et al. P162, HIV Glasgow 2016) και 75% είχαν υποκλινική αρτηριακή νόσο (Psichogiou et al, P179, HIV Glasgow 2016). Από τη μελέτη DAD σε 33800 οροθετικούς ασθενείς φάνηκε ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της χρήσης συγκεκριμένων αντιρετροϊκών φαρμάκων και της εμφάνισης εμφράγματος μυοκαρδίου (χρήση αμπακαβίρης και διδανοσίνης από NRTI και ινδιναβίρης και λοπιναβίρης/ριτοναβίρης από τους αναστολείς πρωτεάσης) [9-10]. Στη μελέτη North American AIDS Cohort Collaboration on Research and Design (NA-ACCORD) φάνηκε σημαντική συσχέτιση αυξημένου κινδύνου εμφράγματος του μυοκαρδίου με πρόσφατη χρήση αμπακαβίρης σε αναλυτικά μοντέλα που ήταν ανάλογα με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη DAD. Στην ίδια μελέτη η συσχέτιση δεν ήταν στατιστικά σημαντική σε αναλυτικά μοντέλα που προσαρμόστηκαν περισσότερο για τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, πολλοί από τους οποίους ήταν πιο συχνοί μεταξύ των χρηστών της αμπακαβίρης, ενώ αν η ανάλυση περιοριζόταν σε πρωτοθεραπευόμενα άτομα υπήρχε στατιστικά σημαντική συσχέτιση, παρότι στην ομάδα αυτή ο αριθμός των εμφραγμάτων που καταγράφηκαν ήταν πιο περιορισμένος [11]. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο στο οποίο αξίζει να αναφερθούμε είναι ότι δείκτης Framingham φαίνεται να υποεκτιμά τον κίνδυνο για την ανάπτυξη εμφράγματος σε σχέση με τα πραγματικά ποσοστά που παρατηρούνται στη μελέτη DAD [12]. Για αυτό από τη μελέτη DAD έχει προταθεί ένα τροποποιημένος δείκτης 22 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου που λαμβάνει υπόψη και την επίδραση των αντιρετροϊκών φαρμάκων. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται (αλγόριθμος διαθέσιμος στο https://www.chip.dk/) είναι: Ηλικία/φύλο/ύψος/βάρος Ενεργός καπνιστής ή καπνιστής στο παρελθόν ΣΔ Οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου Χρήση indinavir στο παρόν θεραπευτικό σχήμα Χρήση lopinavir στο παρόν θεραπευτικό σχήμα Χρήση abacavir στο παρόν θεραπευτικό σχήμα Έτη χρήσης lopinavir Έτη χρήσης indinavir Συστολική αρτηριακή πίεση Total cholesterol HDL Όπως είναι γνωστό και σε αυτό τον πληθυσμό από τη μελέτη DAD η διακοπή του καπνίσματος θα μπορούσε να επιφέρει πολύ μεγαλύτερη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε σχέση με τη μείωση της χοληστερόλης και της αρτηριακής πίεσης. Η υπερλιπιδαιμία είναι γνωστός και τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Υψηλότερα επίπεδα LDL-c αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, οπότε η μείωσή της οδηγεί σε μείωση του κινδύνου. Το αντίθετο ισχύει, πιθανόν, για την HDL-c. Η σημασία των υψηλότερων από το φυσιολογικό επιπέδων των TG στην αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου είναι λιγότερο ξεκάθαρη, καθώς δεν έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη ανεξάρτητης συσχέτισης των επιπέδων TG με τον κίνδυνο CVD. Επιπλέον, δεν έχει αποσαφηνιστεί το κλινικό όφελος της θεραπείας της μετρίου βαθμού υπερτριγλυκεριδαιμίας. Η πρόσληψη λιγότερων θερμίδων, η άσκηση, η ελάττωση του σωματικού βάρους και η διακοπή του καπνίσματος τείνουν να βελτιώσουν τα επίπεδα της HDL. Η βρώση ψαριών, η πρόσληψη λιγότερων θερμίδων, η μείωση της πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών και αλκοόλ, οδηγούν σε μείωση των τριγλυκεριδίων. Η μείωση της πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών βελτιώνει τα επίπεδα της LDL. Εάν τα μέτρα αυτά δεν είναι αποτελεσματικά, πιθανώς να χρειάζεται αλλαγή στην ART και στη συνέχεια, στους ασθενείς υψηλού κινδύνου, χορήγηση υπολιπιδαιμικής αγωγής. Οι στατίνες θα πρέπει να χορηγούνται σε όσους έχουν εγκατεστημένη αγγειακή νόσο και σε αυτούς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, ανεξάρτητα από τα επίπεδα των λιπιδίων. Ενήλικες 40-75 ετών με LDL-C 70-189 mg/dl χωρίς ΣΔ και εκτιμώμενο 10ετή atherosclerotic cardiovascular disease ASCVD κίνδυνο 7.5% πρέπει να ξεκινήσουν αγωγή με στατίνη (με αξιολόγηση I A) [13,14]. Η αλλαγή της αντιρετροϊκής θεραπείας για την ρύθμιση της δυσλιπιδαιμίας γίνεται γιατί τα διάφορα αντιρετροϊκά φάρμακα έχουν διαφορετική επίδραση στα λιπίδια. Πολλές φορές θα είναι δυνατή η ρύθμιση της δυσλιπιδαιμίας μόνο με την αλλαγή της αντιρετροϊκής θεραπείας. Στον πίνακα 4 φαίνεται η επίδραση των αντιρετροϊκών φαρμάκων στα λιπίδια[13,14]. Πίνακας 4. Επίδραση αντιρετροϊκών φαρμάκων στα λιπίδια [προσαρμογή από 15,16]. Impact of Antiretroviral Medication on Lipids Class NRTIs NNRTIs PIs ISTIs EIs Impact on Lipids Stavudine >Zidovudine >Abacavir: TG and LDL Tenofovir alafenamide > Tenofovir DF: TG, LDL, HDL (no change in TC: HDL ratio) Efavirenz: TG, LDL, HDL, All ritonavir- or cobicistat-boosted PIs: TG, LDL, HDL, Lopinavir-ritonavir=Fosamprenavir + Ritonavir: TG Lopinavir-ritonavir>Darunavir + Ritonavir: TG Atazanavir + Ritonavir: TG Elvitegravir-Cobicistat: TG, LDL, HDL, NA Abbreviations: NRTIs=nucleoside reverse transcriptase inhibitors; NNRTIs= nonnucleoside reverse transcriptase inhibitors; PIs=protease inhibitors; ISTIs=inegrase strand transfer inhibitors; EIs=entry inhibitors ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 23

Συνοψίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες κινδύνου οι ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες (www. keelpno.gr) προτείνουν το ακόλουθο αλγόριθμο που περιγράφεται στο σχήμα 4. Εκτίμηση του κινδύνου CVD στα επόμενα 10 χρόνια (i) Συμβουλευτική σχετικά με αλλαγές στη διατροφή και τον τρόπο ζωής σε όλους τους ασθενείς. Πιθανώς, τροποποίηση του αντιρετροϊκού σχήματος εάν ο 10ετής κίνδυνος για CVD 20% (ii) Κάπνισμα Αναγνώριση των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (iii) Αρτηριακή πίεση Πήξη Σάκχαρο Λιπίδια Θεραπευτική αγωγή αν: συστολική ΑΠ 140 ή διαστολική ΑΠ 90mmHg (ειδικά αν ο 10ετής κίνδυνος 20%) Θεραπευτική αγωγή αν: τεκμηριωμένη CVD ή ηλικία 50 και 10ετής κίνδυνος 20% Επιβεβαίωση Σ.Δ. και θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή Θεραπευτική αγωγή αν: τεκμηριωμένη CVD ή Σ.Δ. τύπου 2 ή 10ετής κίνδυνος 10% Στόχος Συστολική ΑΠ<140 Στόχος - Ν/Α Στόχος HbA1C 6,5-7,0% Στόχος (iv) Βέλτιστα Συνήθη Διαστολική ΑΠ<90 ΤC (mg/dl) LDL (mg/dl) < 155 < 190 < 80 < 115 Θεραπεία Θεραπεία με ακετυλοσαλικυλικό οξύ 75-150 mg (v) Θεραπεία Θεραπεία i. Αυτή η εκτίμηση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται ετησίως σε όλους τους ασθενείς υπό παρακολούθηση, ώστε να εξασφαλιστεί η έγκαιρη έναρξη των ποικίλων παρεμβάσεων. ii. Οι επιλογές για την τροποποίηση της ART περιλαμβάνουν: (1) αντικατάσταση ενός PI/r με NNRTI, INSTI ή με ένα άλλο PI/r που είναι γνωστό ότι προκαλεί λιγότερες μεταβολικές διαταραχές, (2) αντικατάσταση ZDV ή ABC με TDF, ή χρήση σχήματος που δεν περιλαμβάνει NRTI. iii. Από τους τροποποιήσιμους παράγοντες που περιγράφονται, η θεραπευτική αγωγή φυλάσσεται για ορισμένες υπο-ομάδες όπου το όφελος είναι μεγαλύτερο από την πιθανή ζημία. Να σημειωθεί ότι υπάρχει συνδυασμένο όφελος από τις παρεμβάσεις. Για κάθε 10mmHg μείωσης της συστολικής πίεσης, για κάθε 39 mg/dl μείωση της TC και με τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, ο κίνδυνος για IHD μειώνεται κατά 20-25% (η επίδραση είναι αθροιστική). Η διακοπή του καπνίσματος μειώνει τον κίνδυνο για IHD κατά 50% και αυτό είναι αθροιστικό στις άλλες παρεμβάσεις. iv. Τα όρια που δίνονται χρησιμοποιούνται για καθοδήγηση και δεν είναι απόλυτα εκφράζονται ως mg/dl. Σε περίπτωση που η LDL δεν μπορεί να υπολογιστεί εξαιτίας των υψηλών επιπέδων των τριγλυκεριδίων, πρέπει να χρησιμοποιηθεί το επιθυμητό όριο της non-hdl-c (TC μείον HDL-c), που είναι 30mg/dL υψηλότερο από τον αντίστοιχο LDL-c στόχο. Τα επιθυμητά όρια των τριγλυκεριδίων δεν παρατίθενται, διότι δεν είναι βέβαιο αν τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων συμβάλλουν ανεξάρτητα στον κίνδυνο CVD, και κατεπέκταση αν απαιτείται θεραπεία. v. Στοιχεία αναφορικά με το όφελος σε άτομα χωρίς ιστορικό CVD (συμπεριλαμβανομένων των διαβητικών) είναι λιγότερο εμφανή. Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται καλά πριν χορηγηθεί ασπιρίνη σε τέτοια περίπτωση. Σχήμα 4. Αλγόριθμος πρόληψης καρδιαγγειακής νόσου (από www.keelpono.gr). 24 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Οστική νόσος Υπολογίζεται ότι περίπου 53 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες στις ΗΠΑ πάσχουν από οστεοπόρωση ή οστεοπενία και περίπου το 50% των μεταεμμηνοπαυσιακών γυναικών και 20% των ανδρών εμφανίσουν κάταγμα που σχετίζεται με την οστεοπόρωση κατά τη διάρκεια της ζωής τους [17]. Η οστική νόσος έχει αναγνωριστεί εδώ και πολλά χρόνια ως σημαντικός παράγοντας συν-νοσηρότητας στους οροθετικούς ασθενείς. Η οστεοπενία είναι πιο συχνή στους HIV θετικούς ασθενείς γεγονός που ερμηνεύεται εν μέρει από το χαμηλότερο σωματικό βάρος, την κατάχρηση καπνού και παράγοντες που σχετίζονται με τον ιό. Ειδικοί παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση περιλαμβάνουν την αυξημένη φλεγμονή, τη μεταβολή του οστικού μεταβολισμού και ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αντιρετροϊκά φάρμακα. Σε μια μεγάλη μετανάλυση φάνηκε ότι οι HIV-ασθενείς είχαν μια αύξηση του κινδύνου κατά 6.4-φορές για χαμηλή BMD και 3.7-φορές αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση όταν 8525 HIV-θετικοί ασθενείς συγκρίθηκαν με 2,208,792 οροαρνητικούς ασθενείς στο Partners HealthCare System, την περίοδο 1996-2008. Η επίπτωση αυτή οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο κατάγματος σε αυτόν τον πληθυσμό τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες [18]. Η έναρξη αντιρετροϊκής αγωγής σχετίζεται με μείωση κατά 2-6% της BMD κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 ετών της θεραπείας και ποικίλλει ανάλογα με το είδος των αντιρετροϊκών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται: το TDF (tenofovir disoproxil fumarate) και οι αναστολείς πρωτεάσης με φαρμακοενίσχυση έχουν συσχετιστεί με μεγαλύτερη απώλεια οστού από μια μελέτη του Clinical Case Registry σε 56660 ασθενείς[19]. Το νέο προ-φάρμακο της τενοφοβίρης (tenofovir alafenamide, TAF) προκαλεί μικρότερη απώλεια οστού σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς σε σχέση με το TDF [20]. Το 2016 στο Lancet δημοσιεύτηκε η μελέτη GS-1089 (μελέτη φάσης 3 όπου συγκρίθηκε η αλλαγή από σχήματα με βάση το TDF/FTC σε σχήμα ενός δισκίου elvitegravir/cobicistat/ftc/taf σε σχέση με την παραμονή στο σχήμα με βάση TDF/FTC), η οποία έδειξε στατιστικά σημαντική μεταβολή της BMD κατά την αλλαγή από TDF σε TAF. Αν θέσουμε ως όριο την 3% αύξηση της BMD, 30% αυτών που άλλαξαν σε FTC/TAF είχαν μια αύξηση 3% στην σπονδυλική στήλη και 17% είχαν αύξηση 3% στο ισχίο [21]. Όλες οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και οι άνδρες μεγαλύτεροι των 50 ετών που ζουν με HIV πρέπει να ελέγχονται για οστεοπόρωση με DXA scan. Η BMD πρέπει να ελέγχεται επίσης σε τους ασθενείς με DXA scan αν έχουν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για κάταγμα συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού κατάγματος, της μακροχρόνια χορήγησης στεροειδών (> 5 mg prednisone την ημέρα ή ισοδύναμο για περισσότερους από 3 μήνες), ή υψηλό κίνδυνο για απώλεια ισορροπίας. Στους άνδρες με HIV λοίμωξη ηλικίας 40 με 49 έτη και προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες > 40 ετών οι χωρίς υψηλό κίνδυνο για κάταγμα οι ιατροί πρέπει να υπολογίζουν τον κίνδυνο για οστεοπορωτικό κάταγμα με το Fracture Risk Assessment Tool (FRAX) [22,23]. Η αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 2-3 έτη ή όταν εμφανίζεται ένας προδιαθεσικός παράγοντας. Όταν χρησιμοποιείται το FRAX tool, μερικοί ειδικοί συνιστούν τον έλεγχο των αιτιών δευτεροπαθούς οστεοπόρωσης για καλύτερη εκτίμηση του κινδύνο. Όταν αξιολογούνται τα αποτελέσματα της DXA πρέπει να χρησιμοποιούνται τα T-scores για μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και άνδρες > 50 ετών και τα Z-scores για άτομα κάτω των 50. Κατά τον έλεγχο της οστεοπόρωσης πρέπει να αξιολογούνται τα αίτια δευτερογενούς οστεοπόρωσης: υπερπαραθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, δυσαπορρόφηση, υπογοναδισμός/αμηνόρροια, σακχαρώδης διαβήτης, χρόνια νεφρική νόσος. Οι ασθενείς με οστεοπόρωση ή σε κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει αν είναι δυνατό να αποφεύγουν το ΤDF και τους αναστολείς πρωτεάσης. Διαιτητικές οδηγίες στους ασθενείς υψηλού κινδύνου πρέπει να εξασφαλίζουν ικανοποιητική πρόσληψη ασβεστίου (1000 mg την ημέρα για άνδρες ηλικίας 50-70, 1200 mg την ημέρα για άνδρες ηλικίας 71 και μεγαλύτερους και γυναίκες 51 και μεγαλύτερες) και συμπλήρωμα με vitamin D για ασθενείς με ανεπάρκεια (25-hydroxy vitamin D επίπεδα ορού<20 ng/ml) ή έλλειψη (<10 ng/ml). Η συμπλήρωση με Vitamin D πρέπει να κλιμακώνεται με στόχο τα 30 ng/ml. Για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης μπορεί να γίνει αναφορά στις εθνικές/τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες. Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμες κατευθυντήριες οδηγίες, να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας με διφωσφονικά σε όλες τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και σε άνδρες >50 ετών (BMD T-score ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 25

-2.5) και σε αυτούς με ιστορικό παθολογικών καταγμάτων. Να εξετάζεται η χορήγηση θεραπείας βάσει του BMD, καθώς και άλλων παραγόντων κινδύνου για κατάγματα, ειδικά της ηλικίας: Χορήγηση διφωσφονικών μαζί με ασβέστιο και βιταμίνη D Όχι σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ διφωσφονικών και αντιρετροϊκών Σε πρωτοθεραπευόμενους, να επιλέγονται αντιρετροϊκά σκευάσματα τα οποία διατηρούν την οστική πυκνότητα (BMD) Αν έχει γίνει η διάγνωση οστεοπόρωσης και απαιτείται θεραπεία, να βελτιστοποιείται η ART, ώστε να διατηρηθεί ή να βελτιωθεί η οστική πυκνότητα. Σε οστεοπορωτικό ασθενή υπό διφωσφονικά, επανάληψη DXA μετά από δύο χρόνια και ανάγκη επανεκτίμησης για συνεχιζόμενη θεραπεία μετά από 3-5 χρόνια [24]. Νεφρική νόσος Η νεφρική νόσος επίσης προβληματίζει κατά την κλινική πράξη καθώς ο νεφροί μπορεί να προσβάλλονται από την ίδια τη νόσο, από νεφροτοξικά αντιρετροϊκά και άλλα φάρμακα καθώς και από το υψηλότερο ποσοστό συν-νοσηροτήτων που σχετίζονται με νεφρική βλάβη όπως η Αρτηριακή Υπέρταση και ο Σακχαρώδης Διαβήτης [25]. Επιπρόσθετοι παράγοντες κινδύνου είναι ο αριθμός CD4 κυττάρων <200, το θήλυ φύλο, η μεγάλη ηλικία, η χρήση ενδοφλέβιων ουσιών, τα υψηλά ιικά φορτία και η συνλοίμωξη με ηπατίτιδα [26]. Όπως φάνηκε σε μια ανάλυση από την κοόρτη VACS η επίπτωση της τελικού σταδίου νεφρικής νόσου σε 98687 HIV ασθενείς συγκριτικά με μη οροθετικούς ασθενείς την περίοδο 2003-2010 ήταν αυξημένη αλλά συνέβαινε στις ίδιες ηλικίες[26]. Η επίδραση των αντιρετροϊκών φαρμάκων στην εξέλιξη της νεφρικής νόσου καταγράφεται σε μια μελέτη από την κοόρτη DAD όπου φαίνεται η αθροιστική επίδραση στη νεφρική νόσο των αντιρετροϊκών. Η ετήσια επίπτωση της ΧΝΝ αυξήθηκε για μέχρι 6 χρόνια μετά από έκθεση σε TDF, ATV/RTV και LPV/RTV. Μια ξεκάθαρη ελάττωση της ΧΝΝ παρατηρήθηκε μόνο μετά από τη διακοπή του TDF [27]. Στον πίνακα 5 περιγράφονται τα κριτήρια για τη διάγνωση της νεφρικής νόσου και η αντιμετώπιση της σύμφωνα με τις ελληνικές κατευθυντήριες οδηγίες. Πίνακας 5. Διάγνωση και αντιμετώπιση της Νεφρικής νόσου (www.keelpno.gr). Διάγνωση Νεφρικής Νόσου egfr (ι) Πρωτεϊνουρία (ii) UP/C (iii) < 50 UP/C (iii) 50-100 UP/C (iii) >100 60 ml/min 30-59 ml/min <30 ml/min Τακτική Έλεγχος για παράγοντες κινδύνου παρακολούθηση για XNA και νεφροτοξικά φάρμακα, Έλεγχος για παράγοντες κινδύνου για συμπεριλαμβανομένης της ART (iv). XNA (x) και νεφροτοξικά φάρμακα, Διακοπή ή προσαρμογή των συμπεριλαμβανομένης της ART (iv,x). δοσολογιών των φαρμάκων όπου Διακοπή ή προσαρμογή των απαιτείται (v) δοσολογιών των φαρμάκων όπου Υπερηχογράφημα νεφρών απαιτείται (v) Επείγουσα παραπομπή σε Υπερηχογράφημα νεφρών νεφρολόγο Παρουσία αιματουρίας, ανεξαρτήτως επιπέδου πρωτεϊνουρίας: παραπομπή σε νεφρολόγο Παραπομπή σε νεφρολόγο σε περίπτωση νέας XNA ή προοδευτικής μείωσης του egfr 26 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Αντιμετώπιση της HIV-σχετιζόμενης νεφρικής νόσου (vi) Πρόληψη προϊούσας νεφρικής νόσου Παρατηρήσεις 1. Αντιρετροϊκή αγωγή Άμεση έναρξη ART επί ισχυρής υποψίας HIVσχετιζόμενης νεφροπάθειας (vii) ή HIV-σχετιζόμενης νόσου ανοσοσυμπλεγμάτων και σύσταση για βιοψία νεφρού ώστε να επιβεβαιωθεί ιστολογικά η διάγνωση. 2. Έναρξη αναστολέων μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης ή ανταγωνιστών υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ εάν: α) υπέρταση, και/ή β) πρωτεϊνουρία 3. Γενικά μέτρα: Α) Αποφυγή νεφροτοξικών φαρμάκων Β) Αλλαγή συνηθειών ζωής (κάπνισμα, βάρος, διατροφή) Γ) Αντιμετώπιση δυσλιπιδαιμίας (viii) και σακχαρώδους διαβήτη (ix) Δ) Προσαρμογή δοσολογιών φαρμάκων όπου απαιτείται (v) Στενή παρακολούθηση egfr και καλίου ορού κατά την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δοσολογίας Επίπεδα-στόχος αρτηριακής πίεσης: <130/80 mmhg H χρόνια νεφρική νόσος και η πρωτεϊνουρία αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. i. egfr: χρήση του τύπου CKD-EPI με βάση την κρεατινίνη ορού, το φύλο, την ηλικία και την εθνικότητα. Η amdrd (abbreviated modification of diet in renal disease formula) ή η εξίσωση Cockroft Gault μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εναλλακτικές (βλέπε http://www.chip.dk/tools). Ορισμός ΧΝΑ: egfr<60 ml/min για >3 μήνες (βλέπε http://kdigo.org/home/guidelines/ckd-evaluation-management). Εάν δεν είναι γνωστή η ύπαρξη ΧΝΑ, να επιβεβαιωθεί η παθολογική egfr μέσα σε 2 εβδομάδες. Η χρήση DTG, COBI και PI/r σχετίζεται με αύξηση της κρεατινίνης ορού/μείωση του egfr λόγω αναστολής των μεταφορέων κρεατινίνης των εγγύς σωληναρίων, χωρίς διαταραχή της σπειραματικής διήθησης. Να θεωρηθεί νέο σημείο ρύθμισης (set point) μετά από 1-2 μήνες. ii. Ανάλυση ούρων: έλεγχος αιματουρίας με χρήση ταινίας dipstick. Για τον έλεγχο πρωτεϊνουρίας, είτε χρήση ταινίας dipstick και αν 1+ έλεγχος UP/C, είτε απευθείας έλεγχος με UP/C. Η πρωτεϊνουρία ορίζεται ως εμμένουσα αν επιβεβαιωθεί σε 2 μετρήσεις που απέχουν > 2-3 εβδομάδες. Εάν δεν διατίθεται UP/C να γίνει χρήση UA/C (βλέπε υποσημείωση iii). iii. O έλεγχος με UP/C σε ούρα μιας ούρησης προτιμάται έναντι του UA/C, καθώς ανιχνεύει τις ολικές πρωτεΐνες ούρων στο πλαίσιο σπειραματικής και σωληναριακής νόσου. O έλεγχος με UA/C ανιχνεύει κυρίως σπειραματική νόσο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπου δεν είναι διαθέσιμος ο έλεγχος με UP/C, αλλά δεν ενδείκνυται για τον έλεγχο σωληναριακής πρωτεϊνουρίας μετά από φαρμακευτική νεφροτοξικότητα (π.χ. μετά τη χορήγηση TDF). Εάν μετράται και το UP/C και το UA/C, μεγαλύτερη τιμή UP/C συγκριτικά με την UA/C είναι ενδεικτική της ύπαρξης σωληναριακής πρωτεϊνουρίας. Οι τιμές ελέγχου για την UA/C είναι: < 30, 30-70 και > 70. Η UA/C θα πρέπει να παρακολουθείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Ο λόγος UP/C υπολογίζεται ως πρωτεΐνη ούρων (mg/l) / κρεατινίνη ούρων (mmol/l). Μπορεί επίσης να εκφραστεί ως mg/mg. Η μετατροπή από mg σε mmol κρεατινίνης γίνεται πολλαπλασιάζοντας με το συντελεστή 0,000884. iv. Επανάληψη egfr και γενικής ούρων σύμφωνα με τον Πίνακα «Εκτίμηση HIV οροθετικών ασθενών κατά την αρχική και και τις ακόλουθες επισκέψεις». v. Τροποποίηση δοσολογίας της ART σε περίπτωση διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας: βλέπε παράρτημα «Προσαρμογή δοσολογίας αντιρετροϊκών σε νεφρική δυσλειτουργία» vi. Αντιμετώπιση σε συνεργασία με νεφρολόγο. vii. Υποψία HIV-σχετιζόμενης νεφροπάθειας επί μαύρης φυλετικής καταγωγής και UP/C >100mg/mmol, απουσία αιματουρίας. viii. Βλέπε οδηγίες για αντιμετώπιση δυσλιπιδαιμίας. ix. Βλέπε οδηγίες για αντιμετώπιση σακχαρώδους διαβήτη. x. Έχουν αναπτυχθεί διαφορετικά μοντέλα για τον υπολογισμό του 5ετούς κινδύνου ανάπτυξης ΧΝΑ από τη χρήση διαφορετικών νεφροτοξικών αντιρετροϊκών φαρμάκων, στα οποία έχουν ενσωματωθεί ανεξάρτητοι και σχετιζόμενοι με τον HIV παράγοντες κινδύνου. Οι προτεινόμενες θεραπείες σε ασθενείς με egfr< 60ml/min σύμφωνα με τις οδηγίες περιλαμβάνουν: Σχήματα με βάση το TAF/FTC (να μη χρησιμοποιείται o σταθερός συνδυασμός FTC/TAF ή τα σχήματα ενός δισκίου με βάση το FTC/TAF σε egfr <30 ml/min) ABC/3TC (o σταθερός συνδυασμός δεν μπορεί να χορηγηθεί σε egfr<50 ml/min) DRV/RTV + RAL LPV/RTV + 3TC (το 3TC χρειάζεται προσαρμογή της δόσης σε egfr<50 ml/min) Θεραπεία με στατίνες πρέπει να δίνεται σε όλους τους ασθενείς με HIV που είναι προτελικού σταδίου νεφρικής ανεπάρκειας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του 2013 της ACC/AHA Blood Cholesterol Guideline. Επίσης ασθενείς με HIV και χρόνια νεφρική νόσο πρέπει να θεωρούνται υποψήφιοι για την λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης (75 to 100 mg/day)[28]. Η τροποποίηση της αγωγής σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς Τελειώνοντας θα πρέπει να μιλήσουμε για τις βασικές αρχές τροποποίησης της θεραπείας σε ένα ιολογικά κατεσταλμένο ασθενή, κατάσταση που αντιμετωπίζουμε συχνά κυρίως λόγω των συν-νοσηροτήτων, ανεπιθύμητων ενεργειών, συμμόρφωσης του ασθενούς και πολλές φορές λόγω της επιθυμίας του ασθενούς (από τις Κατευθυντήριες οδηγίες χορήγησης αντιρετροϊκής αγωγής και θεραπείας καιροσκοπικών λοιμώξεων σε ενήλικες και εφήβους με HIV λοίμωξη, 2017, διαθέσιμο στο www.keelpno.gr). ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 27

Ενδείξεις τροποποίησης αγωγής 1. Τεκμηριωμένη τοξικότητα, η οποία προκλήθηκε από ένα ή περισσότερα αντιρετροϊκά φάρμακα του θεραπευτικού σχήματος. Παραδείγματα: λιποατροφία (d4t, AZT), διαταραχές κεντρικού νευρικού συστήματος (EFV), διάρροια (PI/r) και ίκτερος (ATV). 2. Πρόληψη μακροπρόθεσμης τοξικοτήτας. Παράδειγμα: πρόληψη λιποατροφίας σε ασθενείς που λαμβάνουν d4t ή AZT. 3. Αποφυγή σοβαρών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων. 4. Προγραμματισμένη κύηση. 5. Μεγάλη ηλικία και/ή συννοσηρότητα με ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις των φαρμάκων του τρέχοντος σχήματος, π.χ. στον καρδιαγγειακό κίνδυνο, σε μεταβολικές παραμέτρους. 6. Απλοποίηση με στόχο τη μείωση του αριθμού των δισκίων, την προσαρμογή ως προς τους περιορισμούς αναφορικά με τη λήψη τροφής και τη βελτίωση της συμμόρφωσης. Βασικές αρχές 1. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει πάντα να παρακολουθούν τους ασθενείς τους για την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών ή δυσανεξίας σε συγκεκριμένα αντιρετροϊκά σχήματα. Δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι το χορηγούμενο σχήμα είναι καλά προσαρμοσμένο και ανεκτό από το HIV οροθετικό άτομο, απλά και μόνο επειδή έχει κατασταλεί το HIV ιικό φορτίο. 2. Στόχοι της τροποποίησης της αγωγής θα πρέπει να είναι η εξάλειψη ή η βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών, η διευκόλυνση της επαρκούς θεραπευτικής αντιμετώπισης άλλων συννοσηροτήτων και η βελτίωση της ποιότητας ζωής. 3. Κατά την τροποποίηση, πρωταρχικό μέλημα θα πρέπει να είναι η μη διακινδύνευση της ιικής καταστολής. Σε άτομα χωρίς προηγούμενο ιστορικό ιολογικής αποτυχίας και αντοχής, η τροποποίηση του σχήματος ενέχει χαμηλό κίνδυνο αποτυχίας, εάν οι θεράποντες ιατροί επιλέξουν ένα από τα προτεινόμενα, πρώτης γραμμής σχήματα. Στην πλειοψηφία τους, οι κλινικές μελέτες που έδειξαν ότι το νέο σχήμα δεν ήταν υποδεέστερο του προηγούμενου, έχουν εξαιρέσει τους ασθενείς με ιστορικό ιολογικής αποτυχίας. 4. Ένα σχήμα το οποίο περιέχει αντιπρωτεάση με φαρμακοενίσχυση (boosted-pi) μπορεί να τροποποιηθεί προς μη φαρμακοενισχυμένο (unboosted) Atazanavir, NNRTI ή INSTI, μόνο εάν τα 2 NRTIs που απομένουν στο σχήμα είναι δραστικά. Οι τροποποιήσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται με ιδιαίτερη προσοχή όταν συνεπάγονται την ελάττωση του γενετικού φραγμού του σχήματος, στην περίπτωση προηγούμενων ιολογικών αποτυχιών. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να μελετήσουν το πλήρες ιστορικό της ART, τα διαθέσιμα αποτελεσμάτων ελέγχου γονοτυπικής αντοχής και τα αποτελέσματα της μέτρησης του HIV ιικού φορτίου, πριν την όποια τροποποίηση. 5. Οι τροποποιήσεις σε φάρμακα με τον ίδιο γενετικό φραγμό (για παράδειγμα EFV προς RAL) είναι συνήθως ασφαλείς από ιολογική άποψη, επί απουσίας αντοχής στη νέα δραστική ουσία. 6. Οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να μελετήσουν με προσοχή τις πιθανότητες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων του νέου σχήματος. 7. Εάν η τροποποίηση περιλαμβάνει τη διακοπή του TDF, οι θεράποντες ιατροί θα πρέπει να ελέγξουν την ύπαρξη ηπατίτιδας Β (θα πρέπει να αποφευχθεί η διακοπή του TDF σε άτομα με χρόνια ηπατίτιδα Β και να εκτιμηθεί η εμβολιαστική κάλυψη). 8. Τα HIV οροθετικά άτομα θα πρέπει να επανεκτιμηθούν σύντομα (για παράδειγμα σε 4 εβδομάδες) μετά την τροποποίηση της αγωγής, ώστε να εκτιμηθεί η διατήρηση της ιικής καταστολής και η πιθανή τοξικότητα του νέου σχήματος. 9. Εάν ένα HIV οροθετικό άτομο λαμβάνει σχήμα, το οποίο είναι καλά ανεκτό αλλά δεν συνιστά πλέον προτιμώμενη επιλογή, δεν είναι αναγκαία η τροποποίησή του. Παράδειγμα: άτομα που λαμβάνουν σχήματα τα οποία περιλαμβάνουν EFV, χωρίς να εμφανίζουν δυσανεξία. 10. Εάν πρόκειται να διακοπεί το TDF χωρίς να αντικατασταθεί από το TAF, οι θεράποντες ιατροί πρέπει να ελέγξουν τον/την ασθενή για HBV λοίμωξη (πρέπει να αποφευχθεί η διακοπή του TDF σε ασθενείς με χρόνια HBV λοίμωξη και να προσδιοριστεί εάν έχει γίνει εμβολιασμός για HBV). 28 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Γίνεται σαφές ότι η παρακολούθηση των ασθενών με HIV λοίμωξη είναι πολύπλοκη και πολυπαραγοντική. Απαιτεί βαθιά γνώση της παθολογίας καθώς οι κατευθυντήριες οδηγίες για τις συν-νοσηρότητες αλλάζουν διαρκώς και πολλές φορές απαιτεί την συμβουλευτική συμβολή άλλων ειδικοτήτων έτσι ώστε να προσφέρεται στον κάθε ασθενή εξατομικευμένα η καλύτερη δυνατή θεραπεία με τελικό γνώμονα την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης και της βελτίωσης της ποιότητας της ζωής. Βιβλιογραφία 1. Mocroft A, Lundgren JD, Sabin ML, Monforte Ad, Brockmeyer N, Casabona J, Castagna A, Costagliola D, Dabis F, De Wit S, Fätkenheuer G, Furrer H, Johnson AM, Lazanas MK, Leport C, Moreno S, Obel N, Post FA, Reekie J, Reiss P, Sabin C, Skaletz- Rorowski A, Suarez-Lozano I, Torti C, Warszawski J, Zangerle R, Fabre-Colin C, Kjaer J, Chene G, Grarup J, Kirk O; Collaboration of Observational HIV Epidemiological Research Europe (COHERE) study in EuroCoord. Risk factors and outcomes for late presentation for HIV-positive persons in Europe: results from the Collaboration of Observational HIV Epidemiological Research Europe Study (COHERE)PLoS Med. 2013;10(9) 2. Charlebois ED, Das M, Porco TC, Havlir DV. The effect of expanded antiretroviral treatment strategies on the HIV epidemic among men who have sex with men in San Francisco. Clin Infect Dis. 2011 Apr 15;52(8):1046-9. 3. Marcus JL, Chao CR, Leyden WA, Xu L, Quesenberry CP Jr, Klein DB, Towner WJ, Horberg MA, Silverberg MJ. Narrowing the Gap in Life Expectancy Between HIV-Infected and HIV-Uninfected Individuals With Access to Care. J Acquir Immune Defic Syndr. 2016 Sep 1;73(1):39-46. 4. INSIGHT START Study Group, Lundgren JD, Babiker AG, Gordin F, Emery S, Grund B, Sharma S, Avihingsanon A, Cooper DA, Fätkenheuer G, Llibre JM, Molina JM, Munderi P, Schechter M, Wood R, Klingman KL, Collins S, Lane HC, Phillips AN, Neaton JD. Initiation of Antiretroviral Therapy in Early Asymptomatic HIV Infection. N Engl J Med. 2015 Aug 27;373(9):795-807. 5. Guaraldi G, Orlando G, Zona S, Menozzi M, Carli F, Garlassi E, Berti A, Rossi E, Roverato A, Palella F. Premature age-related comorbidities among HIV-infected persons compared with the general population. Clin Infect Dis. 2011 Dec;53(11):1120-6. 6. Smit M, Brinkman K, Geerlings S, Smit C, Thyagarajan K, Sighem Av, de Wolf F, Hallett TB); ATHENA observational cohort. Future challenges for clinical care of an ageing population infected with HIV: a modelling study. Lancet Infect Dis. 2015 Jul;15(7):810-8. 7. Althoff KN, McGinnis KA, Wyatt CM, Freiberg MS, Gilbert C, Oursler KK, Rimland D, Rodriguez-Barradas MC, Dubrow R, Park LS, Skanderson M, Shiels MS, Gange SJ, Gebo KA, Justice AC; Veterans Aging Cohort Study (VACS). Comparison of risk and age at diagnosis of myocardial infarction, end-stage renal disease, and non-aids-defining cancer in HIV-infected versus uninfected adults. Clin Infect Dis. 2015 Feb 15;60(4):627-38 8. Grinspoon S. CROI 2015. Seattle, WA. #O134 9. Worm SW, Sabin C, Weber R, Reiss P, El-Sadr W, Dabis F, De Wit S, Law M, Monforte AD, Friis-Møller N, Kirk O, Fontas E, Weller I, Phillips A, Lundgren J. Risk of myocardial infarction in patients with HIV infection exposed to specific individual antiretroviral drugs from the 3 major drug classes: the data collection on adverse events of anti-hiv drugs (D:A:D) study. J Infect Dis. 2010 Feb 1;201(3):318-30 10. Sabin CA, Reiss P, Ryom L, Phillips AN, Weber R, Law M, Fontas E, Mocroft A, de Wit S, Smith C, Dabis F, d Arminio Monforte A, El-Sadr W, Lundgren JD; D:A:D Study Group. Is there continued evidence for an association between abacavir usage and myocardial infarction risk in individuals with HIV? A cohort collaboration. BMC Med. 2016 Mar 31;14:61 11. Palella F et al. CROI 2015. Seattle, WA. #749 12. Law M Friis-Møller N, El-Sadr WM, Weber R, Reiss P, D Arminio Monforte A, Thiébaut R, Morfeldt L, De Wit S, Pradier C, Calvo G, Kirk O, Sabin CA, Phillips AN, Lundgren JD; D:A:D Study Group. HIV Med 2006;7:218 230 13. Stone NJ, Robinson JG, Lichtenstein AH, et al. 2013 ACC/AHA guideline on the treatment of blood cholesterol to reduce atherosclerotic cardiovascular risk in adults: a report of the American College of Cardiology/American Heart Association Task Force on Practice Guidelines. Circulation. 2013;129(25 Suppl 2):S46-8. 14. Keaney JF Jr, Curfman GD, Jarcho JA. A pragmatic view of the new cholesterol treatment guidelines. N Engl J Med. 2014;370:275-8. 15. Dubé MP, Stein JH, Aberg JA, et al. Guidelines for the evaluation and management of dyslipidemia in human immunodeficiency virus (HIV)-infected adults receiving antiretroviral therapy: recommendations of the HIV Medical Association of the Infectious Disease Society of America and the Adult AIDS Clinical Trials Group. Clin Infect Dis. 2003;37:613-27. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30 29

16. Panel on Antiretroviral Guidelines for Adults and Adolescents. Guidelines for the use of antiretroviral agents in HIV-1- infected adults and adolescents. Department of Health and Human Services. Limitations to treatment safety and efficacy: adverse effects of antiretroviral agents. October 17, 2017. 17. Cosman F, de Beur SJ, LeBoff MS, et al. Clinician s Guide to Prevention and Treatment of Osteoporosis. Osteoporos Int. 2014;25:2359-81. 18. Brown TT, Hoy J, Borderi M, et al. Recommendations for Evaluation and Management of Bone Disease in HIV. Clin Infect Dis. 2015;60:1242-51. 19. Bedimo R(1), Maalouf NM, Zhang S, Drechsler H, Tebas P. Osteoporotic fracture risk associated with cumulative exposure to tenofovir and other antiretroviral agents. AIDS. 2012 Apr 24;26(7):825-31. 20. Arribas JR, Thompson M, Sax PE, Haas B, McDonald C, Wohl DA, DeJesus E, Clarke, AE, Guo S, Wang H, Callebaut C, Plummer A, Cheng A, Das M, McCallister S. Brief Report: Randomized, Double-Blind Comparison of Tenofovir Alafenamide (TAF) vs Tenofovir Disoproxil Fumarate (TDF), Each Coformulated With Elvitegravir, Cobicistat, and Emtricitabine (E/C/F) for Initial HIV-1 Treatment: Week 144 Results. J Acquir Immune Defic Syndr. 2017 Jun 1;75(2):211-218 21. Gallant JE, Daar ES, Raffi F, Brinson C, Ruane P, DeJesus E, Johnson M, Clumeck N, Osiyemi O, Ward D, Morales-Ramirez J, Yan M, Abram ME, Plummer A, Cheng AK, Rhee MS. Efficacy and safety of tenofovir alafenamide versus tenofovir disoproxil fumarate given as fixed-dose combinations containing emtricitabine as backbones for treatment of HIV-1 infection in virologically suppressed adults: a randomised, double-blind, active-controlled phase 3 trial. Lancet HIV. 2016 Apr;3(4):e158-65. 22. Qaseem A, Forciea MA, McLean RM, Denberg TD. Treatment of Low Bone Density or Osteoporosis to Prevent Fractures in Men and Women: A Clinical Practice Guideline Update From the American College of Physicians. Ann Intern Med. 2017;166:818-839. 23. McComsey GA, Tebas P, Shane E, et al. Bone disease in HIV infection: a practical review and recommendations for HIV care providers. Clin Infect Dis. 2010;51:937-46. 24. Whitaker M, Guo J, Kehoe T, Benson G. Bisphosphonates for osteoporosis--where do we go from here? N Engl J Med. 2012;366:2048-51. 25. Inker LA, Astor BC, Fox CH, et al. KDOQI US commentary on the 2012 KDIGO clinical practice guideline for the evaluation and management of CKD. Am J Kidney Dis. 2014;63:713-35. 26. Althoff KN, McGinnis KA, Wyatt CM, Freiberg MS, Gilbert C, Oursler KK, Rimland D, Rodriguez-Barradas MC, Dubrow R, Park LS, Skanderson M, Shiels MS, Gange SJ, Gebo KA, Justice AC; Veterans Aging Cohort Study (VACS). Comparison of risk and age at diagnosis of myocardial infarction, end-stage renal disease, and non-aids-defining cancer in HIV-infected versus uninfected adults. Clin Infect Dis. 2015 Feb 15;60(4):627-38. 27. Mocroft A, Lundgren JD, Ross M, Fux CA, Reiss P, Moranne O, Morlat P, Monforte Ad, Kirk O, Ryom L; Data Collection on Adverse events of Anti-HIV Drugs (D:A:D) Study. Cumulative and current exposure to potentially nephrotoxic antiretrovirals and development of chronic kidney disease in HIV-positive individuals with a normal baseline estimated glomerular filtration rate: a prospective international cohort study. Lancet HIV. 2016 Jan;3(1):e23-32. 28. Lucas GM, Ross MJ, Stock PG, et al. Clinical Practice Guideline for the Management of Chronic Kidney Disease in Patients Infected With HIV: 2014 Update by the HIV Medicine Association of the Infectious Diseases Society of America. Clin Infect Dis. 2014;59:e96-e138. 30 HELLENIC ARCHIVES of AIDS, 2017; 25(Suppl 2):1-30

Με την ευγενική χορηγία της εταιρείας Βοηθήστε να γίνουν τα φάρμακα πιο ασφαλή και Αναφέρετε ΟΛΕΣ τις ανεπιθύμητες ενέργειες για ΟΛΑ τα φάρμακα Συμπληρώνοντας την «ΚΙΤΡΙΝΗ ΚΑΡΤΑ» Παρακαλείστε να αναφέρετε κάθε εικαζόμενη/πιθανολογούμενη ανεπιθύμητη ενέργεια απευθείας στον ΕΟΦ, σύμφωνα με το εθνικό σύστημα αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών No.: 01010148