ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ"

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Ο ΠΡΟΥΣΙΑΣ Α ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της ΕΛΕΝΗΣ Ε. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011

2 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ, ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Ο ΠΡΟΥΣΙΑΣ Α ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της ΕΛΕΝΗΣ Ε. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011 ii

3 EΠΙΒΛΕΠΟΥΣΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ: ΧΡ. ΒΕΛΗΓΙΑΝΝΗ-ΤΕΡΖΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΓΚΡΙΣΗΣ: 28 Ιουνίου 2011 H έγκριση της Μεταπτυχιακής Εργασίας από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας δεν υποδηλώνει αναγκαστικά ότι το τμήμα αποδέχεται τις γνώμες του συγγραφέα. iii

4 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ...vi ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ..vii A) Περιοδικά, συλλογικά έργα και λεξικά vii Β) Επιγραφές...viii ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.xi I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ..1 II. ΠΡΟΥΣΙΑΣ Α : ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ Γαλάτες Ελληνικές πόλεις Ελλησπόντου Ρόδος Βυζάντιο Ατταλίδες Εκστρατεία Φιλίππου Ε στην Προποντίδα Κατάληψη Κίου και Μύρλειας Πόλεμος εναντίον της Ηράκλειας του Πόντου Κατάληψη Κιέρου και Τιείου Η ίδρυση της Προύσης ἐπὶ τῷ Ὀλύμπῳ Η ίδρυση του Βιθυνίου...50 III. ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ Κίος Προυσιὰς ἡ ἐπιθαλάσσιος 56 α) Κλασική και πρώιμη Ελληνιστική εποχή (έως το 202 π.χ.).57 β) Ύστερη Ελληνιστική εποχή: Ένταξη της Κίου στο βασίλειο της Βιθυνίας (202 π. Χ.-74 π.χ.)...68 γ) Τέλος Ελληνιστικής εποχής και Αυτοκρατορικοί χρόνοι: iv

5 Μετά το τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας (74 π.χ.-3 ος αι. μ.χ.) Μύρλεια Ἀπάμεια...82 α) Κλασική και πρώιμη Ελληνιστική εποχή (έως το 202 π.χ.).82 β) Ύστερη Ελληνιστική εποχή: Ένταξη της Μύρλειας στο βασίλειο της Βιθυνίας (202 π. Χ.-74 π.χ.)..85 γ) Τέλος Ελληνιστικής εποχής και Αυτοκρατορικοί χρόνοι: Μετά το τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας (74 π.χ.-3 ος αι. μ.x) Κίερος Προυσιὰς πρὸς τῷ Ὑπίῳ Τίειον Προῦσα ἐπὶ τῷ Ὀλύμπῳ.112 α) Ελληνιστική εποχή (αρχές 2 ου αι. π.χ.-74 π.χ.)..112 β) Τέλος Ελληνιστικής εποχής και Αυτοκρατορικοί χρόνοι: Μετά το τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας (74 π.χ.-3 ος αι. μ.x.) Βιθύνιον Κλαυδίου Πόλις 121 IV. ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.131 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΩΝ ΠΗΓΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΓΡΑΦΩΝ 144 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΩΝ ΧΑΡΤΕΣ 169 v

6 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε ως κύρια μεταπτυχιακή εργασία στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού προγράμματος της Αρχαίας Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. Με την περάτωσή της αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τις ειλικρινείς ευχαριστίες μου προς όλους όσοι στάθηκαν εμπράκτως δίπλα μου κατά τη διάρκεια της δύσκολης αλλά συγχρόνως εποικοδομητικής πορείας προς τη συγγραφή της μεταπτυχιακής μου εργασίας. Πρωτίστως θα ήθελα να εκφράσω τη βαθύτατη ευγνωμοσύνη μου προς την καθηγήτρια της Αρχαίας Ιστορίας κ. Χρ. Βεληγιάννη-Τερζή, η οποία ανέλαβε την επίβλεψη της εργασίας μου. Για την επιστημονική καθοδήγηση, την ηθική συμπαράσταση, την εμπιστοσύνη και τις ουσιαστικές συμβουλές της την ευχαριστώ θερμά. Ευχαριστίες οφείλω επίσης στα άλλα δύο μέλη της εξεταστικής επιτροπής, τον αναπληρωτή καθηγητή κ. Π. Νίγδελη, και την λέκτορα κ. Β. Κάλφογλου-Καλοτεράκη. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ το προσωπικό του Σπουδαστηρίου Κλασικής Φιλολογίας και Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. για τη βοήθεια την οποία μου παρείχαν αφειδώς. Για την υποστήριξη και την κατανόηση της οικογένειάς μου η ευγνωμοσύνη είναι το λιγότερο που μπορώ να εκφράσω. Άφησα τελευταίο τον Κωνσταντίνο Σιδηρόπουλο, τον οποίο ευχαριστώ από βάθους καρδιάς για την υπομονή και την ηθική στήριξή του, οι οποίες αποδείχθηκαν πολύτιμες καθ όλη τη διάρκεια της συγγραφής της εργασίας. Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2011 vi

7 ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ Α) Περιοδικά, συλλογικά έργα και λεξικά AncSoc ANRW BCH BE Ancient Society Aufstieg und Niedergang der römischen Welt Bulletin de correspondance hellénique J. και L. Robert, Bulletin Épigraphique, στο Revue des Études Grecques CAH CPh DNP EA ΕΑΗ FGrHist FHG JHS JRS L.S.J. 9 The Cambridge Ancient History Classical Philology Der Neue Pauly Epigraphica Anatolica Τὸ Ἔργον τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας Die Fragmente der Griechischen Historiker Fragmenta Historicorum Graecorum The Journal of Hellenic Studies The Journal of Roman Studies H. G. Lidell R. Scott H. S. Jones, A Greek-English Lexicon, Oxford MDAI(A) Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung MH NP OMS Museum Helveticum New Pauly Opera Minora Selecta RE Paulys Pealencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft RPh VDI Revue de Philologie Vestnik drevnej istorii (Journal of Ancient History) vii

8 ZPE Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik Β) Επιγραφές Agora XVII D. W. Bradeen, The Athenian Agora, vol. 17, The Funerary Inscriptions, Princeton CIRB Corpus Inscriptionum Regni Bosporani, Leningrad Clara Rhodos G. Jacobi A. Maiuri L. Laurenzi, Clara Rhodos. Studi e materiali pubblicati a cura dell Istituto storicoarcheologico di Rodi, vol. II, Rhodes Corinth VIII 1 B. D. Meritt, Corinth vol. VIII part 1: The Greek Inscriptions, Cambridge Massachusetts IAG L. Moretti, Iscrizioni agonistiche greche, Roma I. Alexandreia Troas M. Ricl, The Inscriptions of Alexandreia Troas (IGSK Band 53), Bonn I. Apameia und Pylai T. Corsten, Die Inschriften von Apameia (Bithynien) und Pylai (IGSK Band 32), Bonn I. Cos W. R. Paton E. L. Hicks, The Inscriptions of Cos, Oxford I. Cret. Inscriptiones Craeticae, ed. M. Guarducci, Rome I. Didyma Didyma II: Die Inschriften von Rehm, hrsg. von R. Harder, Berlin I. Erythrai H. Engelmann und R. Merkelbach, Die Inschriften von Erythrai und Klazomenai, Teil I-II (IGSK Band 1-2), Bonn IG Inscriptiones Graecae viii

9 IGR R. Cagnat, Inscriptiones Graecae ad res Romanas pertinentes, Paris IGSK Inschriften griechischer Städte aus Kleinasien, Bonn IGUR Inscriptiones Graecae Urbis Romae, ed. L. Moretti, Rome I. Ilion P. Frisch, Die Inschriften von Ilion (IGSK Band 3), Bonn I. Kios T. Corsten, Die Inschriften von Kios (IGSK Band 29), Bonn I. Klaudiu Polis F. Becker-Bertau, Die Inschriften von Klaudiu Polis (Bithynien), (IGSK Band 31), Bonn Ι. Lindos C. Blinkenberg, Lindos. Fouilles et Recherches, vol. II: Fouilles de l Acropole. Inscriptions, Berlin I. Oropos Β. Χ. Πετράκος, Οι Επιγραφές του Ωρωπού, Αθήνα IOSPE Inscriptiones antiquae orae septentrionalis Pontis Euxini Graecae et Latinae, ed. V. Latyshev, Leningrad. I. Prusa I T. Corsten, Die Inschriften von Prusa ad Olympum, Teil 1 (IGSK Band 39), Bonn I. Prusa II T. Corsten, Die Inschriften von Prusa ad Olympum, Teil 2 (IGSK Band 40), Bonn I. Prusias ad Hypium W. Ameling, Die Inschriften von Prusias ad Hypium (IGSK Band 27), Bonn I. Sinope D. H. French, The Inscriptions of Sinope. Part I (IGSK Band 64), Bonn MAMA Monumenta Asiae Minoris Antiqua, London OGIS W. Dittenberger, Orientis Graeci Inscriptiones Selectae, Leipzig 1903 (ανατ. Hildesheim New York 1970). ix

10 SEG Supplementum Epigraphicum Graecum TAM Tituli Asiae Minoris, Vienna x

11 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ M. Adak, Zwei neue Archontenlisten aus Prusias ad Hypium, Chiron 37 (2007), W. Ameling, Das Archontat in Bithynien und die Lex Provinciae des Pompeius, EA 3 (1984), S. Aneziri D. Damaskos, Städtische Kulte im hellenistischen Gymnasion, στο D. Kah P. Scholz (Hrg.), Das hellenistische Gymnasion, E. Badian, amicitia, NP 1 (2002), R. M. Berthold, Rhodes in the Hellenistic Age, Ithaca London F. Bilabel, Strategos (3), RE IV A1 (1931), Η. Bischoff, Kalender, RE X 2 (1919), C. G. Brandis, Ἔκδικος, RE V 2 (1905), Ι. von Bredow, Regnum Bosporanum, DNP 10 (2001), G. M. Cohen, The Hellenistic Settlements in Europe, the Islands and Asia Minor, Berkeley Los Angeles London J. M. Cook, The Eastern Greeks, στο CAH III 2 3 (1982), T. Corsten, Zur Gründung von Prusa ad Olympum, Tyche 4 (1989), T. Corsten, The Rôle and the Status of the Indigenous Population in Bithynia, στο T. Bekker-Nielsen, Rome and the Black Sea Region. Domination, Romanisation, Resistance, Aahrus University Press 2006, T. Corsten, Thracian Personal Names and Military Settlements in Hellenistic Bithynia, στο E. Matthews (eds.), Old and New Worlds in Greek Onomastics, Oxford New York 2007, P. S. Derow, Rome, the fall of Macedon and the Sack of Corinth, στο CAH VIII 2 (1989), xi

12 E. Diehl, Pharnakes (1), RE XIX 2 (1938), S. Dmitriev, Memnon on the Siege of Heraclea Pontica by Prusias I and the War between the Kingdoms of Bithynia and Pergamum, JHS 127 (2007), A. Donohue, Pausanias [8], NP 10 (2007), F. K. Dörner, Prusa ad Olympum, RE XIII 1 (1957), F. K. Dörner, Prusias (5) ad Hypium, RE XXIII 1 (1957), N. Ehrhardt, Milet und seine Kolonien. Vergleichende Untersuchung der kultischen und politischen Einrichtungen, 1-2, Frankfurt am Main Bern New York Paris R. M. Errington, Rome and Greece to 205 BC, στο CAH VIII 2 (1989), R. M. Errington, Rome against Philip and Antiochus, στο CAH VIII 2 (1989), R. M. Errington, Ἐκκλησίας κυρίας γενομένης, Chiron 25 (1995), C. Fensterbusch, Prohedria (προεδρία), RE XXIII 1(1957), H. L. Fernoux, Notables et élites des cités de Bithynie aux époques hellénistique et romaine (III e siécle av. J.-C. III e ap. J.-C.). Essai d histoire sociale, Lyon C. A. Forbes, Ancient Athletic Guilds, CPh 50 (1955), T. Franke, Macrianus [3], NP 8 (2006), 97. T. Frankfort, Latomus 15 (1956), = βιβλιοκρισία του βιβλίου G. Vitucci, Il Regno di Bitinia, Roma O. L. Gabelko, Some Peculiarities of the King s Power in Bithynia (To the Problem of Interrelations of Thracian and Hellenistic Traditions), VDI 213 (1995), (στα ρώσικα με περίληψη στα αγγλικά). W. Gawantka, Isopolitie. Ein Beitrag zur Geschichte der zwischenstaatlichen Beziehungen in der griechischen Antike (Vestigia, 22), München M. Gelzer, Pompeius. Lebensbild eines Römers, München xii

13 F. Geyer, Nikomedes (3), RE XVII 1 (1936), F. Geyer, Nikomedes (4), RE XVII 1 (1936), F. Geyer, Nikomedes (6) IV Philopator, RE XVII 1 (1936), B. C. McGing, The Foreign Policy of Mithridates VI Eupator King of Pontus, Leiden A. J. Graham, The Colonial Expansion of Greece, στο CAH III 2 3 (1982), F. Gschnitzer, Phylarchos, RE Suppl. XI (1968), F. Gschnitzer, Politarches, RE Suppl. XIII (1973), F. Gschnitzer, Proxenos, RE Suppl. XIII (1973), F. Gschnitzer, Prytanis, RE Suppl. XIII (1973), C. Habicht, Über die Kriege zwischen Pergamon und Bithynien, Hermes 84 (1956), C. Habicht, Prusias (1), RE XXIII 1 (1957), C. Habicht, Prusias (2), RE XXIII 1 (1957), C. Habicht, Gottmenschentum und griechische Städte (Zetemata 14), München C. Habicht, Ziaelas, RE X A (1972), C. Habicht, Zipoites (1), RE X A (1972), C. Habicht, Zipoites (3), RE X A (1972), C. Habicht, The Seleucids and their rivals, στο CAH VIII 2 (1989), N. G. L Hammond - F. W. Walbank, A History of Macedonia III B.C., Oxford K. Hanell, Neokoroi, RE XVI 2 (1935), L. Hannestad, «This Contributes in no small Way to one s Reputation». The Bithynian Kings and Greek Culture, στο P. Bilde T. Engberg-Pedersen L. Hannestad J. Zahle (eds.), Aspects of Hellenistic Kingship (Studies in Hellenistic Civilization VII), Aarhus University Press 1996, E. V. Hansen, The Attalids of Pergamon, Ithaca New York xiii

14 M. H. Hansen, The Athenian Assembly in the Age of Demosthenes, Oxford B. F. Harris, Bithynia: Roman Sovereignty and the Survival of Hellenism, ANRW II 7.2 (1980), J. S. Heibges, Hermippos (8), RE VIII 1 (1912), H. Heinen, The Syrian Egyptian Wars and the New Kingdoms of Asia Minor, στο CAH VII 2 1 (1982), A. S. Henry, Honours and Privileges in Athenian Decrees, Hildesheim Zürich New York, G. Hirschfeld, Aigosagen, RE I 1 (1893), 977. G. Hirschfeld, Apameia (5), RE I 2 (1894), M. Holleaux, Études d Epigraphie et d Histoire grecques II, Paris M. Holleaux, Rome, la Grèce et les Monarchies hellénistiques au III e avant J.-C. ( ), Hildesheim New York, E. Honigmann, Stephanos (12) Byzantios, RE III A2 (1929), D. Hoyos, Hannibal. Rome s Greatest Enemy, Bristol O. Jessen, Herkeios, RE VIII 1 (1912), A. H. M. Jones, The Greek City from Alexander to Justinian, Oxford 1940 (ανατ. 1971). A. H. M. Jones, The Cities of the Eastern Roman Provinces, Oxford N. F. Jones, Public Organization in Ancient Greece: A Documentary Study, Philadelphia W. Judeich, Athenodoros (2), RE II 2 (1896), J. Jüthner, Dolichos, RE V 1 (1903), J. Jüthner, Stadion (Lauf), RE III A2 (1929), J. Jüthner, Paidotribes, RE XVIII 2 (1942), J. Jüthner, Pankration, RE XVIII 3 (1949), U. Kahrstedt, Ῥησκούπορις (3), RE I A1 (1914), 623. xiv

15 U. Kahrstedt, Σύνδικος (2), RE IV A2 (1932), N. M. Kennell, The Status of the Ephebarch, Tyche 15 (2000), E. Kießling, Politographein, RE XXI 2 (1952), J. Kobes, Kleine Könige. Untersuchungen zu den Lokaldynasten im hellenistischen Kleinasien ( v.chr), St. Katharinen C. Koehn, Krieg Diplomatie Ideologie. Zur Außenpolitik Hellenistischer Mittelstaaten (Historia Einzelnschriften, 195), Stuttgart W. Kroll, Plinius (5), RE XXI 1 (1951), J. A. O. Larsen, Greek Federal States. Their Institutions and History, Oxford R. Laqueur, Lokalchronik, RE XIII 1 (1926), M. Launey, Recherches sur les Armées Hellénistiques, I, Paris T. Lenschau, Ortiagon, RE XVIII 2 (1942), W. Leschhorn, Gründer der Stadt. Studien zu einem Politisch-Religiösen Phänomen der Griechischen Geschichte, Stuttgart D. Magie, Roman Rule in Asia Minor to the End of the Third Century after Christ, I- II, Princeton C. Marek, Die Proxenie, Frankfurt am Main Bern New York C. Marek, Stadt, Ära und Territorium in Pontus-Bithynia und Nord-Galatia, Tübingen C. Marek, Die Phylen von Klaudiupolis, die Geschichte der Stadt und die Topographie Ostbithyniens, MH 59 (2002), C. Marek, Pontus et Bithynia. Die römischen Provinzen im Norden Kleinasiens, Mainz am Rhein A. Mehl, Achaios [4], DNP 1 (1996), 70. A. Mehl, Antiochos [2], DNP 1 (1996), 767. P. J. Meier, Agones, RE I 1 (1893), xv

16 G. Mendel, Inscriptions de Bithynie, BCH 24 (1900), R. Merkelbach, Die Hirten des Dionysos. Die Dionysos-Mysterien der römischen Kaiserzeit und der bukolische Roman des Longus, Stuttgart R. Merkelbach, Hat der Bithynische Erbfolgekrieg im Jahr 74 oder 73 begonnen?, ZPE 81 (1990), Ed. Meyer, Bithynia, RE III 1 (1897), C. Michels, Kulturtransfer und monarchischer «Philhellenismus». Bithynien, Pontos und Kappadokien in Hellenistischer Zeit, Göttingen S. G. Miller, Ancient Greek Athletics, London S. Mitchell, The Greek City in the Roman World The Case of Pontus and Bithynia, στο Πρακτικά Η Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής και Λατινικής Επιγραφικής, Αθήνα I. Nielsen, Thermae et Balnea: The Architecture and Cultural History of Roman Public Baths, Ι-II, Aahrus University Press J. Oehler, Agoranomoi, RE I 1 (1893), J. Oehler, Ἀτέλεια, RE II 2 (1896), J. Oehler, Ἐφήβαρχος, RE V 2 (1905), J. Oehler, Γυμνασίαρχος, RE VII 2 (1912), J. Oehler, ἱεροποιοί, RE VIII 2 (1913), J. Oehler, Isopoliteia, RE IX 2 (1916), E. Olshausen, Pontos, DNP 10 (2001), W. Parke, Greek Mercenary Soldiers. From the earliest times to the battle of Ipsus, Oxford W. Peek, Attische Inschriften, MDAI(A) 67 (1942), Ch. Pélékidis, Histoire de l Éphébie attique des origins à 31 avant Jésus-Christ, Paris xvi

17 U. Peter, Cavarus, NP 3 (2003), F. Pfister, Soteria (14), RE III A1 (1927), F. Poland, Geschichte des griechischen Vereinswesens, Dresden 1909 (ανατ. Leipzig 1967). F. Poland, Συνέδριον, RE IV A2 (1932), F. Preisigke, Κοσμητής, RE XI 2 (1922), E. Preuner, Die Panegyris der Athena Ilias, Hermes 61 (1926), F. Quaß, Die Honoratiorenschicht in den Städten des griechischen Ostens. Untersuchungen zur politischen und sozialen Entwicklung in hellenistischer und römischer Zeit, Stuttgart T. Reinach, Trois Royaumes de l Asie Mineure. Cappadoce Bithynie Pont, Paris E. Reisch, Agonothetes, RE I 1 (1893), P. J. Rhodes D. M. Lewis, The Decrees of the Greek States, Oxford P. J. Rhodes, Ateleia, NP 2 (2003), K. J. Rigsby, Asylia. Territorial Inviolability in the Hellenistic World, Berkeley Los Angeles London L. Robert, Études anatoliennes. Recherches sur les Inscriptions grecques de l Asie Mineure, Paris 1939 (ανατ. Amsterdam 1970). L. Robert, Cours Collège de France, OMS IV (1974), L. Robert, À travers l Asie Mineure. Poètes et Prosateurs, Monnaies grecques, Voyageurs et Géographie, Paris L. Robert, La Persistance de la Toponymie antique dans l Anatolie, OMS VI (1989), W. Ruge, Bithynion, RE III 1 (1897), 542. W. Ruge, Herakleia (19), RE VIII 1 (1912), W. Ruge, Kieros, RE XI 1 (1921), 380. xvii

18 W. Ruge, Kios, RE XI 1 (1921), W. Ruge, Lypedros, RE XIII 2 (1927), W. Ruge, Tektosagen, RE V A1 (1934), W. Ruge, Nikomedeia, RE XVII 1 (1936), W. Ruge, Tieion, RE VI A1 (1936), W. Ruge, Ὀλβία, RE XII 2 (1937), W. Ruge, Phrygia (Topographie), RE XX 1 (1941), A. E. Samuel, Greek and Roman Chronology. Calendars and Years in Classical Antiquity, München M. Sartre, Les Colonies romaines dans le monde grec. Essai de synthèse, στο E. Dabrowa (eds.), Roman Military Studies, Krakow 2001, W. Schmid Dion (18) Cocceianus, RE V 1 (1903), H. Schmitt, Untersuchungen zur Geschichte Antiochos des Grossen und seiner Zeit (Historia Einzelschriften, 6), Wiesbaden H. Schmitt, Die Staatsverträge des Altertums ΙΙΙ: Die Verträge der griechischrömischen Welt von 338 bis 200 v. Chr., München V. Schoeffer, Archontes, RE II 1 (1895), J. Scholten, Building Hellenistic Bithynia, στο H. Elton G. Reger (eds.), Regionalism in Hellenistic and Roman Asia Minor, Bordeaux 2007, M. Schottky, Artaxias [1], DNP 2 (1997), 49. Ο. Schultheß, Γραμματεῖς, RE VII 2 (1912), O. Schultheß, Παιδονόμοι, RE XVIII 2 (1942), W. Schwahn, Tamiai, RE IV A2 (1932), E. Schwartz, Arrianos (9), RE II 1 (1895), R. Seager, The Corinthian War, στο CAH VI 2 (1994), J. Seibert, Historische Beiträge zu den dynastischen Verbindungen in hellenistischer Zeit (Historia Einzelschriften, 10), Wiesbaden xviii

19 R. Sherk, The Eponymous Officials of Greek Cities III. The Register. Thrace, Black Sea, Asia Minor, ZPE 88 (1991), R. Sherk, The Eponymous Officials of Greek Cities IV. The Register. Thrace, Black Sea, Asia Minor, ZPE 93 (1992), Α. N. Sherwin White, The Roman Citizenship, Oxford J. Sölch, Bithynische Städte im Altertum, Klio 19 (1925), E. I. Solomonik, Novye epigrafičeskie pamjatniki Khersonesa, I, Kiev F. Stähelin, Geschichte der Kleinasiatischen Galater, Leipzig F. Stähelin, Tolistobogioi (Tolistoagioi), RE VI A2 (1937), P. Stengel, Ἱεροφάντης, RE VIII 2 (1913), K. Strobel, Prusa ad Olympum, NP 12 (2008), K. Strobel, Celts (III.A), NP 3 (2003), E. Szanto, Άσυλία, RE II 2 (1896), E. Szanto, Ἐπιστάται, RE VI 1 (1907), S. Takacs, Cybele, NP 3 (2003), T. Thalheim, Διαιτηταί, RE V 1 (1908), T. Thalheim, Δικασταί, RE V 1 (1908), C. Trümpy, Untersuchungen zu den altgriechischen Monatsnamen und Monatsfolgen, Heidelberg V. Tscherikower, Die Hellenistischen Städtegründungen von Alexander dem Grossen bis auf die Römerzeit, Philologus Suppl. XIX.1, Leipzig 1927, J. Vélissaropoulos, Les Nauclères grecs. Recherches sur les institutions maritimes en Grèce et dans l Orient hellénisé, Genève Paris F. W. Walbank, Philip V of Macedon, Cambridge 1940 (ανατ. 1967). F. W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius, I, Oxford 1957 II, Oxford xix

20 O. Weinreich, Θεοί ἐπήκοοι, στο Ausgewälte Schriften I, Amsterdam C. B. Welles, Royal Correspondence in the Hellenistic Period, New Haven E. Will, Histoire politique du Monde hellénistique ( av. J.-C.). Des Avènements d Antiochos III et de Philippe V à la Fin des Lagides, II, Nancy E. Will, Syngeneia, Oikeiotès, Philia, RPh 69 (1995), E. Wüst, Tios (2), RE VI A2 (1937), E. Ziebarth, Νομικός, RE XVII 1 (1936), 822. E. Ziebarth, Σαβαζιασταί, RE Suppl. VIII (1956), 660. L. Ziehen, Theoroi, RE V A (1934), xx

21 I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Περιγραφή του θέματος Η παρούσα εργασία εξετάζει τις σχέσεις του βασιλέως της Βιθυνίας Προυσία Α (περ π.χ.) 1 με τις ελληνικές πόλεις του βασιλείου του, καθώς και την εσωτερική κατάσταση αυτών των πόλεων κατά το χρονικό διάστημα της υπαγωγής τους στο βασίλειο της Βιθυνίας. Οι πόλεις οι οποίες εξετάζονται είναι μόνον εκείνες τις οποίες κατέκτησε, επανίδρυσε και σε δύο περιπτώσεις πιθανόν ίδρυσε ο Προυσίας Α. Το ελληνιστικό βασίλειο της Βιθυνίας βρισκόταν στη βορειοδυτική Μ. Ασία, συγκεκριμένα νοτιοανατολικά της Προποντίδος. 2 Την ιστορική φυσιογνωμία της Βιθυνίας ως γεωγραφικής περιοχής 3 καθόρισαν ήδη από την εποχή του Ελληνικού αποικισμού (8 ος -6 ος αι. π.χ.) δύο κύρια χαρακτηριστικά: Αφενός επί των ακτών της Προποντίδος ιδρύθηκαν αποικίες πρώτου σταδίου από ελληνικές πόλεις, κυρίως από τα Μέγαρα και τη Μίλητο. Αυτές οι αποικίες ήταν η Καλχηδών και η Αστακός, ιδρύσεις των Μεγαρέων, 4 η Ολβία, 5 η Κίος, ίδρυση της Μιλήτου, 6 και η Μύρλεια, ίδρυση 1 Πρόκειται για τον τέταρτο στη σειρά βασιλέα της Βιθυνίας, γιο και διάδοχο του βασιλέως Ζιαήλα (περ π.χ.): C. Habicht, Prusias (1), RE XXIII 1 (1957), Η επικράτεια των Βιθυνών ηγεμόνων πριν την επέκτασή τους στις ακτές εκτεινόταν στην ενδοχώρα, συγκεκριμένα στην περιοχή του μέσου Σαγγαρίου και όχι ανατολικότερα αυτού του ποταμού. Βλ. για την ακριβή γεωγραφική θέση του βασιλείου πριν και μετά την επέκτασή του L. Hannestad, This Contributes in no small Way to one s Reputation. The Bithynian Kings and Greek Culture, στο P. Bilde T. Engberg-Pedersen L. Hannestad J. Zahle (eds.), Aspects of Hellenistic Kingship, Aarhus University Press 1996, Ως γεωγραφική περιοχή η Βιθυνία εκτεινόταν από την Προποντίδα και τον ποταμό Ρύνδακο στα δυτικά έως τον ποταμό Παρθένιο στα ανατολικά. Νοτίως συνόρευε με το όρος Όλυμπος και τη Μικρά Φρυγία, ενώ στον Βορρά σύνορο ήταν ο Εύξεινος Πόντος: Ed. Meyer, Bithynia, RE III 1 (1897), Βλ. για τις χρονολογίες ίδρυσης A. J. Graham, The Colonial Expansion of Greece, στο CAH III 2 3 (1982), 160 (πίνακας ιδρύσεων, μητροπόλεων και χρονολογιών ίδρυσης): Αστακός, 711π.Χ.; και Καλχηδών, 685 ή 676 π.χ. 5 Γι αυτή την Ολβία δεν είναι γνωστό πότε και από ποια πόλη ιδρύθηκε: W. Ruge, Ὀλβία, RE XII 2 (1937),

22 της Κολοφώνος. 7 Ελληνικές πόλεις είχαν ιδρυθεί επίσης επί της νότιας ακτής του Ευξείνου Πόντου, εκ των οποίων η πλέον σημαντική ήταν η Ηράκλεια του Πόντου, αποικία Μεγαρέων και Θηβαίων. 8 Ανατολικώς της Ηράκλειας έκειτο μία ήσσονος σημασίας πόλη, το Τίειον, αποικία της Μιλήτου. 9 Αφετέρου στην ενδοχώρα κατοικούσε ο αυτόχθων πληθυσμός, οι Βιθυνοί. 10 Η γειτνίαση του βασιλείου της Βιθυνίας με τις ελληνικές πόλεις της περιοχής είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ των δύο μερών. Αυτές οι σχέσεις χαρακτηρίζουν την πολιτική κυρίως του Προυσία Α. Από τις ανωτέρω ελληνικές ιδρύσεις στο θέμα εμπίπτουν η Κίος, η Μύρλεια και το Τίειον, επίσης η Κίερος, η οποία έκειτο στην ενδοχώρα και ήταν αποικία δευτέρου σταδίου της Ηράκλειας του Πόντου. 11 Οι πόλεις αυτές υπήχθησαν στο βασίλειο της Βιθυνίας από τον Προυσία Α. Επιπλέον συμπεριλαμβάνονται δύο νέες ιδρύσεις Ελληνιστικής εποχής, η Προύσα και 6 Βλ. για την ίδρυση της Κίου N. Ehrhardt, Milet und seine Kolonien. Vergleichende Untersuchung der kultischen und politischen Einrichtungen, 1, Frankfurt am Main Bern New York Paris 1988, Βλ. για τη χρονολογία ίδρυσης αυτ. 47, σημ. 329 (στη σελ. 318) και A. J. Graham, Colonial Expansion, 160 (πίνακας ιδρύσεων, μητροπόλεων και χρονολογιών ίδρυσης): 627 π.χ. 7 Το πρώτο όνομα της Μύρλειας ήταν Βρύλλειον. Βλ. για την ίδρυση αυτής της πόλης: I. Apameia und Pylai, σελ. 7 (εισαγωγή). C. Marek, Stadt, Ära und Territorium in Pontus-Bithynia und Nord-Galatia, Tübingen 1993, 15. Χρονολογία ίδρυσης δεν παραδίδεται. Για τη μετονομασία της Μύρλειας σε Απάμεια βλ. ΙΙ.4, σελ A. J. Graham, Colonial Expansion, 160 (πίνακας ιδρύσεων, μητροπόλεων και χρονολογιών ίδρυσης): Χρονολογία ίδρυσης περί το 560 π.χ. 9 Βλ. για το Τίειον N. Ehrhardt, Milet und seine Kolonien, 52. Χρονολογία ίδρυσης δεν παραδίδεται. 10 Βλ. για τη διπλή ιστορική φυσιογνωμία της περιοχής (ελληνικές πόλεις στις ακτές και αυτόχθων πληθυσμός θρακικής καταγωγής στην ενδοχώρα) L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, J. Scholten, Building Hellenistic Bithynia, στο H. Elton G. Reger (eds.), Regionalism in Hellenistic and Roman Asia Minor, Bordeaux 2007, 17-24, ο οποίος εξετάζει μεταξύ άλλων και τις σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων και αυτοχθόνων. 11 Βλ. για την Κίερο: I. Prusias ad Hypium, σελ. 1-3 (εισαγωγή). G. M. Cohen, The Hellenistic Settlements in Europe, the Islands and Asia Minor, Berkeley Los Angeles Oxford 1995, 406. Η πόλη ιδρύθηκε μετά το 560 π.χ. (έτος ίδρυσης της Ηράκλειας) και πριν το 279 π.χ. (πρώτη αναφορά της Κιέρου στις πηγές), αλλά η ακριβής χρονολογία ίδρυσής της δεν είναι γνωστή. Για τη μετονομασία της σε Προυσιάδα βλ. ΙΙ.5. 2

23 το Βιθύνιο στην ενδοχώρα της Βιθυνίας, οι οποίες ίσως ιδρύθηκαν από τον Προυσία Α. Η πολιτική και οι σχέσεις του Προυσία με τις ελληνικές πόλεις της Βιθυνίας συνεχίζουν την αντίστοιχη πολιτική του προκατόχου του Νικομήδους Α (περ /53 π.χ.). 12 Ο Νικομήδης ίδρυσε τη νέα πρωτεύουσα του βασιλείου, τη Νικομήδεια, με συνοικισμό, μεταφέροντας δηλαδή τον πληθυσμό της γειτονικής πόλης Αστακού. Η Νικομήδεια πιθανόν ιδρύθηκε στη θέση της ελληνικής πόλης Ολβίας, η οποία στο μεταξύ είχε καταστραφεί. 13 Η ίδρυση της Νικομήδειας πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις ίδρυσης μίας ελληνικής πόλης: Η καίρια θέση της επέτρεπε την πρόσβαση στη θάλασσα και την επικοινωνία με τον ελληνικό κόσμο. Η πόλη έφερε το όνομα του ιδρυτή βασιλέως και κατοικήθηκε από ελληνικό πληθυσμό. Η ίδρυση της Νικομήδειας ήταν το πρότυπο για την ένταξη ή ίδρυση πόλεων και για τον εξελληνισμό του βασιλείου αργότερα επί Προυσία Α. 14 Από την ίδρυση αυτής της πόλης και στο εξής εκδηλώνεται η φιλελληνική πολιτική των Βιθυνών βασιλέων. 15 Τα κριτήρια βάσει των οποίων επελέγη η θέση για την 12 Ο Νικομήδης Α ήταν ο δεύτερος βασιλεύς της Βιθυνίας. Βλ. γι αυτόν F. Geyer, Nikomedes (3), RE XVII 1 (1936), Η ίδρυση της Νικομήδειας χρονολογείται είτε το 264 είτε το 262 π.χ. Η πόλη έκειτο στο ενδότερο σημείο του επονομαζόμενου Αστακηνού/Ολβιανού κόλπου στην Προποντίδα. Στην ουσία πρόκειται για επανίδρυση της ελληνικής πόλης Αστακού, η οποία είχε καταστραφεί από τον Λυσίμαχο περί το 281 π.χ., αλλά ορισμένοι κάτοικοί της είχαν παραμείνει εκεί, έως ότου ο Νικομήδης Α τους μετέφερε, για να ιδρύσει τη Νικομήδεια. Βλ. για την ίδρυση της Νικομήδειας C. Michels, Kulturtransfer und monarchischer «Philhellenismus». Bithynien, Pontos und Kappadokien in Hellenistischer Zeit, Göttingen 2009, , όπου όλη η παλαιότερη βιβλιογραφία. Στον ίδιο βασιλέα ή στον πατέρα του Ζιποίτη (περ π.χ.) αποδίδεται η ένταξη της Νίκαιας στο βασίλειο (280 π.χ.). Βλ. σχετικώς αυτ Βλ. αναλυτικά για τη σημασία της ίδρυσης της Νικομήδειας C. Michels, Kulturtransfer, Βλ. για τον χαρακτηρισμό του Νικομήδους Α ως πρώτου φιλέλληνα και για τη φιλελληνική πολιτική της δυναστείας της Βιθυνίας L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, κυρίως H. L. Fernoux, Notables et élites des cités de Bithynie aux époques hellénistique et romaine (III e siécle av. J.-C. III e ap. J.-C.). Essai d histoire sociale, Lyon 2004, C. Michels, Kulturtransfer, 36-40, 55-87,

24 ίδρυση και τα χαρακτηριστικά της νέας πόλης εντοπίζονται και στις επανιδρυθείσες ή νεοϊδρυθείσες από τον Προυσία Α πόλεις. Η γειτνίαση του βασιλείου της Βιθυνίας με τις ελληνικές πόλεις της περιοχής και η προηγούμενη ανάλογη πολιτική του Νικομήδους Α, όπως συνοψίστηκαν ανωτέρω, συναποτελούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, στο οποίο ανήκουν οι σχέσεις του Προυσία Α με τις ελληνικές πόλεις. Όμως αυτές οι σχέσεις συνδέονται άμεσα και με την εξωτερική πολιτική του Προυσία Α, της οποίας αποτελούν μέρος. Γι αυτόν τον λόγο αρχικώς παρουσιάζονται τα κύρια γεγονότα της συνολικής εξωτερικής πολιτικής του Προυσία με ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις του με τις προαναφερθείσες ελληνικές πόλεις, οι οποίες είναι και το ουσιωδέστερο χαρακτηριστικό της πολιτικής του. Το αντίστοιχο μέρος της εργασίας έλαβε αρκετά μεγάλη έκταση, διότι οι σχέσεις του Προυσία Α με τις ελληνικές πόλεις της Βιθυνίας μπορούν να γίνουν σαφέστερα αντιληπτές μόνον ως ενταγμένες στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής του. Μετά τη διεξοδική περιγραφή των σχέσεων του Προυσία Α με τις ελληνικές πόλεις του βασιλείου του, εξετάζεται ως ειδικότερο θέμα η εσωτερική κατάσταση αυτών των πόλεων κατά τον χρόνο υπαγωγής τους στο βασίλειο της Βιθυνίας. Συγκεκριμένα αναλύονται οι θεσμοί των κατακτηθεισών ή ιδρυθεισών πόλεων, όπως αυτοί προκύπτουν από τις επιγραφές εκάστης πόλεως. Στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρει κυρίως η συνέχεια ή ασυνέχεια των ελληνικών θεσμών των πόλεων, αν δηλαδή αυτοί οι θεσμοί εξακολούθησαν ή όχι να υφίστανται μετά την ένταξη των πόλεων στο βασίλειο της Βιθυνίας και γενικότερα, αν και κατά πόσο οι υπό εξέταση πόλεις διατήρησαν τον ελληνικό τους χαρακτήρα μετά την κατάκτηση. Επειδή από το χρονικό διάστημα της υπαγωγής των πόλεων στο βασίλειο της Βιθυνίας σχεδόν δεν σώζονται επιγραφές (με εξαίρεση την Κίο και την Προύσα), συμπεριελήφθησαν επιγραφικές μαρτυρίες από την εποχή πριν την ένταξη των πόλεων στο βασίλειο της Βιθυνίας, για όσες 4

25 πόλεις σώζονται επιγραφές, ελάχιστες επιγραφές από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι πόλεις ανήκαν στο βασίλειο και κυρίως επιγραφές μετά το τέλος του βασιλείου, δηλαδή Αυτοκρατορικής εποχής, οι οποίες είναι οι περισσότερες. Από το ζητούμενο της εξέτασης, όπως αυτό ορίστηκε αμέσως προηγουμένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα χρονικά όρια του θέματος, τα οποία στο πρώτο μέρος της εργασίας συμπίπτουν με τη διάρκεια βασιλείας του Προυσία Α (περ π.χ.), εκ των πραγμάτων διευρύνονται στο δεύτερο μέρος, όπου εξετάζεται η διαχρονική κατάσταση στο εσωτερικό αυτών των πόλεων. Έτσι οι επιγραφικές μαρτυρίες, οι οποίες αξιοποιούνται σε αυτό το μέρος, καλύπτουν το χρονικό διάστημα από τον 5 ο αι. π.χ. έως και τον 3 ο αι. μ.χ., πριν όμως τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού (284 μ.χ- 305 μ.χ.). 16 Eπισκόπηση της σύγχρονης έρευνας Η εξωτερική πολιτική του Προυσία Α έχει επανειλημμένως απασχολήσει την έρευνα είτε σε μελέτες σχετικές με το βασίλειο της Βιθυνίας 17 είτε σε μία περίπτωση αυτοτελώς. 18 Περιστασιακές αναφορές σε 16 Εξαιρείται μία μόνον επιτύμβια επιγραφή 4 ου αι. μ.χ. από την Κίο, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως επιπρόσθετη μαρτυρία για τον ίδιο θεσμό. 17 Ed. Meyer, Bithynia, B. F. Harris, Bithynia: Roman Sovereignty and the Survival of Hellenism, ANRW II 7.2 (1980), C. Marek, Stadt, Ära und Territorium, C. Marek, Pontus et Bithynia. Die römischen Provinzen im Norden Kleinasiens, Mainz am Rhein 2003, Στις προαναφερθείσες μελέτες συμπεριλαμβάνεται η παρουσίαση της εξωτερικής πολιτικής του Προυσία Α άλλοτε πιο αναλυτικά και άλλοτε πιο συνοπτικά. Στην παρούσα εργασία δεν συμπεριλήφθηκε η πρώτη μονογραφία για το βασίλειο της Βιθυνίας G. Vitucci, Il Regno di Bitinia, Roma 1953, διότι πραγματεύεται αποκλειστικά την εξωτερική πολιτική των Βιθυνών βασιλέων, για την οποία άλλωστε ανεβρέθηκε πολύ νεότερη βιβλιογραφία, με αποτέλεσμα η βιβλιογραφική κάλυψη της εξωτερικής πολιτικής του Προυσία Α να είναι επαρκής. Επιπλέον σε αυτή τη μονογραφία συμπεριλαμβάνονται σχεδόν αποκλειστικά γραμματειακές πηγές, ενώ οι ελάχιστες επιγραφικές ή νομισματικές μαρτυρίες, οι οποίες αξιοποιούνται, δεν επιτρέπουν τον σχηματισμό εικόνας σχετικά με τη διοικητική οργάνωση του βασιλείου γενικά ή των πόλεων ειδικότερα: T. Frankfort, Latomus 15 (1956), = βιβλιοκρισία του βιβλίου G. Vitucci, Il Regno di Bitinia, Roma Επομένως η 5

26 γεγονότα της εξωτερικής πολιτικής του Προυσία γίνονται επίσης σε γενικές μελέτες για την Ελληνιστική εποχή, διότι ο Προυσίας συμμετείχε σε γεγονότα της ελληνικής ιστορίας 19 ή στην ειδική βιβλιογραφία για τα βασίλεια με τα οποία ο Προυσίας είχε σχέσεις. 20 Γι αυτόν τον λόγο στα πλαίσια της παρούσης εργασίας θεωρήθηκε αρκετή μία ανασύνθεση της εξωτερικής πολιτικής του Προυσία Α με βάση θεματικά κριτήρια, η οποία δεν ακολουθεί απαραιτήτως τη χρονική ακολουθία των γεγονότων, διότι κατ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται οι σχέσεις αυτού του βασιλέως με τις ελληνικές πόλεις της Βιθυνίας. Δεν έχει μελετηθεί έως τώρα συστηματικά και συνολικά για κατακτηθείσες ή νεοϊδρυθείσες από τον Προυσία Α πόλεις η εσωτερική κατάστασή τους για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτές ανήκαν στο βασίλειο της Βιθυνίας. Στην ειδική βιβλιογραφία, η οποία αξιοποιήθηκε σε αυτή την εργασία, αναφέρονται συχνά θεσμοί των υπό εξέταση πόλεων. 21 Ωστόσο, επειδή απουσιάζουν, σχεδόν παντελώς, επιγραφές από την εποχή της ένταξης των πόλεων στο βιθυνικό βασίλειο, δεν επιχειρείται στην έρευνα μία συγκριτική εξέταση της κατάστασης πριν και μετά την κατάκτησή τους από τον Προυσία Α. Αναφορά σε θεσμούς γίνεται επίσης και στις ιστορικές εισαγωγές της έκδοσης των επιγραφών των πόλεων της χρήση της συγκεκριμένης μονογραφίας στην παρούσα εργασία, και ειδικότερα στο κεφάλαιο ΙΙΙ, θα ήταν εντελώς ανώφελη. 18 C. Habicht, Prusias (1), O Habicht παρουσιάζει διεξοδικά το σύνολο της εξωτερικής πολιτικής αυτού του βασιλέως συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών πρωτογενών πηγών και της μέχρι τότε βιβλιογραφίας. 19 Παραδείγματος χάριν E. Will, Histoire politique du Monde hellénistique ( av. J.-C.). Des Avènements d Antiochos III et de Philippe V à la Fin des Lagides, II, Nancy , 45-46, , C. Habicht, The Seleucids and their rivals, στο CAH VIII 2 (1989), Παραδείγματος χάριν F. W. Walbank, Philip V of Macedon, Cambridge 1940 (ανατ. 1967), , , E. V. Hansen, The Attalids of Pergamon, Ithaca New York , 38-45, 46-50, Χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό η μελέτη του H. L. Fernoux, Notables et élites, ο οποίος εξετάζοντας τις ανώτερες κοινωνικές ομάδες (αριστοκράτες) των πόλεων της Βιθυνίας κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή ασχολείται διεξοδικά με τους θεσμούς (ελληνικούς και ρωμαϊκούς) και τον δημόσιο βίο των πόλεων του βασιλείου και στη συνέχεια της επαρχίας Βιθυνίας. 6

27 Μ. Ασίας (IGSK) για τις εξεταζόμενες πόλεις. 22 Ωστόσο εκεί οι θεσμοί ταξινομούνται σε δύο κύριες περιόδους, την προρωμαϊκή και τη ρωμαϊκή, και είναι βεβαίως τόσο ελληνικοί όσο και ρωμαϊκοί. Συνέπεια αυτής της ταξινόμησης είναι ότι δεν γίνεται αναφορά στην κατάσταση στο εσωτερικό των πόλεων μετά την κατάκτησή τους από τον Προυσία Α, αλλά μόνον μετά τη δημιουργία της επαρχίας Βιθυνίας. Ακριβώς επειδή σε αυτή την εργασία η καθοριστική τομή στην ιστορία των πόλεων είναι η υπαγωγή τους στο βιθυνικό βασίλειο, και όχι η ρωμαϊκή κατάκτηση, όπως στις περισσότερες μελέτες, εξετάζεται συγκριτικά η εσωτερική τους κατάσταση κατά την εποχή πριν και μετά την κατάκτηση από τον Προυσία, όπου βέβαια το επιτρέπουν οι πηγές. Επιπλέον σε ειδικά άρθρα, τα οποία επίσης αξιοποιήθηκαν, αναφέρονται αποκλειστικά μεμονωμένοι θεσμοί συγκεκριμένων πόλεων. 23 Μόνον σε μία μελέτη του ο Marek, αναφερόμενος σε όλες τις κατακτηθείσες, επανιδρυθείσες και νεοϊδρυθείσες πόλεις του βασιλείου, αναφέρει ότι οι Βιθυνοί βασιλείς δεν αρκέστηκαν στην ενίσχυση του πληθυσμού των παλαιών πόλεων ή στην εγκατάσταση νέων κατοίκων στις νέες ιδρύσεις και στην απόδοση δυναστικών ονομάτων σε αυτές, αλλά ανέπτυξαν πόλεις ελληνικού τύπου με βουλή, εκκλησία, οργάνωση των πολιτών σε φυλές, άρχοντες και άλλους αξιωματούχους. Ωστόσο η ύπαρξη και λειτουργία ελληνικών θεσμών κατά τον χρόνο υπαγωγής των πόλεων στο βασίλειο δεν τεκμηριώνεται από τον Marek. 24 Επειδή παρατηρείται αυτό κενό τόσο στις πρωτογενείς πηγές όσο και στην έρευνα, η παρούσα μελέτη επιδιώκει μέσω της αναλυτικής και 22 Βλ. I. Kios, σελ I. Prusias ad Hypium, σελ I. Klaudiu Polis, σελ (για το Βιθύνιο). I. Apameia und Pylai, σελ. 19. Ι. Prusa ad Olympum ΙΙ, σελ Ενδεικτικά αναφέρονται το άρθρο του C. Marek, Die Phylen von Klaudiupolis, die Geschichte der Stadt und die Topographie Ostbithyniens, MH 59 (2002), 31-50, σχετικά με τις φυλές και τη στρατηγία στο Βιθύνιο, και το άρθρο του M. Adak, Zwei neue Archontenlisten aus Prusias ad Hypium, Chiron 37 (2007), 1-10, για τους άρχοντες της Κιέρου Προυσιάδος. 24 C. Marek, Pontus et Bithynia, 35. 7

28 συγκριτικής εξέτασης των πρωτογενών πηγών να παρακολουθήσει τη συνέχεια ή ασυνέχεια των ελληνικών θεσμών των πόλεων μετά την ένταξή τους στο βασίλειο της Βιθυνίας. Πηγές Η εξέταση του θέματος βασίζεται στις γραμματειακές πηγές και κυρίως στις επιγραφές, οι οποίες είναι στην πλειονότητά τους ελληνικές και ελάχιστες λατινικές. Οι γραμματειακές πηγές αξιοποιούνται κατά κύριο λόγο στο πρώτο μέρος της εργασίας, αλλά μόνον στον βαθμό που αφορούν τις σχέσεις του Προυσία Α με τις ελληνικές πόλεις της Βιθυνίας και όχι για το σύνολο της εξωτερικής πολιτικής του. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση χωρία των γραμματειακών πηγών παρατίθενται για να διευκρινιστούν τυχόν ασαφή στη βιβλιογραφία ζητήματα. Οι επιγραφές εξετάζονται ως επί το πλείστον σχετικά με την εσωτερική κατάσταση και τους θεσμούς των πόλεων επί βασιλείου Βιθυνίας. Επιπλέον σε μία μόνον περίπτωση συνεκτιμήθηκαν δύο νομίσματα Αυτοκρατορικών χρόνων από την Προύσα ως επιπρόσθετο επιχείρημα σχετικά με την ίδρυση της πόλης. Διάρθρωση της εργασίας Η διάρθρωση του περιεχομένου υπαγορεύτηκε από το υπό εξέταση θέμα. Προτάσσεται βεβαίως η «Εισαγωγή» (Ι), και ακολουθεί ως γενικότερο το κεφάλαιο με τα ιστορικά γεγονότα «Προυσίας Α : Εξωτερική πολιτική και ελληνικές πόλεις» (ΙΙ). Έπεται ως πιο ειδικό το κεφάλαιο «Οι ελληνικές πόλεις εντός του βασιλείου της Βιθυνίας» (ΙΙΙ). Tο τελευταίο κεφάλαιο επιγράφεται «Ανακεφαλαίωση και συμπεράσματα» (IV). Ήδη αναφέρθηκε ότι στο κεφάλαιο ΙΙ η παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων γίνεται με βάση θεματικά κριτήρια. Στο κεφάλαιο ΙΙΙ 8

29 ακολουθείται η εξής διάρθρωση: Κάθε πόλη εξετάζεται χωριστά, διότι οι επιγραφές καθεμίας από αυτές παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες και απαιτούν διαφορετική μέθοδο εξέτασης. Η διάρθρωση αυτού του κεφαλαίου εξηγείται αναλυτικά στην αντίστοιχη εισαγωγή (σελ ), διότι εδώ είναι ανώφελη μία αναλυτική περιγραφή της διάρθρωσής του δεδομένου ότι παρεμβάλλεται το κεφάλαιο ΙΙ. 9

30 II. ΠΡΟΥΣΙΑΣ Α : ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ Οι σχέσεις του Προυσία Α με τις ελληνικές πόλεις της Βιθυνίας ανήκουν στην εξωτερική πολιτική αυτού του βασιλέως. Η ιστορική εξήγηση και κατανόηση αυτών των σχέσεων είναι πληρέστερη, εάν αυτές οι σχέσεις ενταχθούν στο γενικότερο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής αυτού του βασιλέως. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο παρουσιάζονται σε αυτό το μέρος της εργασίας τα κύρια γεγονότα της εξωτερικής πολιτικής του Προυσία Α και μαζί με αυτά η γενικότερη και ειδικότερη πολιτική του προς τις ελληνικές πόλεις. 1. Γαλάτες Ελληνικές πόλεις Ελλησπόντου Κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του, και με βεβαιότητα πριν το 220 π.χ., ο Προυσίας πέτυχε μία σημαντική νίκη προς ανάμνηση της οποίας καθιέρωσε την εορτή των Σωτηρίων στη Νικομήδεια. 1 Οι αντίπαλοί του σε αυτή τη σύγκρουση δεν είναι γνωστοί με βεβαιότητα, ωστόσο επειδή οι εορτές με την ονομασία Σωτήρια συνδέονταν με την απώθηση των Γαλατών, ίσως πρόκειται για τα γαλατικά φύλα των Τεκτοσάγων και των Τολιστοαγίων, με τα οποία ο Προυσίας συγκρούστηκε την ίδια περίπου εποχή. 2 Αιτία της σύγκρουσης ήταν η δολοφονία του πατέρα του Ζιαήλα 1 Η χρονολόγηση πριν το 220 π.χ. προκύπτει από την πληροφορία του Πολυβίου (IV 49, 3) ότι τα Σωτήρια είχαν ήδη καθιερωθεί πριν τον πόλεμο μεταξύ Προυσία και Βυζαντίου, ο οποίος χρονολογείται περίπου αυτό το έτος. Για τη χρονολόγηση του πολέμου περί το 220 π.χ. βλ. κατωτέρω σελ. 13 με σημ. 18. Για την εορτή των Σωτηρίων δεν είναι γνωστή καμία πληροφορία πλην εκείνης την οποία παραδίδει ο Πολύβιος και η οποία σχετίζεται με τον πόλεμο μεταξύ Προυσία και Βυζαντίου (βλ. επόμενη ενότητα). Βλ. για τα Σωτήρια F. Pfister, Soteria (14), RE III A1 (1927), M. Holleaux, Études d Epigraphie et d Histoire grecques II, Paris 1968, 62, σημ. 4. Ίσως κάποια σκηνή σχετική με τα Σωτήρια απεικονίζεται στον οπισθότυπο νομίσματος του Προυσία Α : T. Reinach, Trois Royaumes de l Asie Mineure. Cappadoce Bithynie Pont, Paris 1888, C. Habicht, Prusias (1), Οι Τεκτόσαγες και οι Τολιστοάγιοι ήταν δύο από τα τρία γαλατικά φύλα τα οποία είχαν εγκατασταθεί στην κεντρική Μ. Ασία. Βλ. γι αυτά τα φύλα 10

31 από τους αρχηγούς αυτών των γαλατικών φύλων κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου. 3 Η ονομασία που δόθηκε σε αυτή την εορτή δήλωνε τη σωτηρία της δυναστείας από τον κίνδυνο των Γαλατών. 4 Περί το 216 π.χ. ο Προυσίας συγκρούστηκε με ένα ακόμη γαλατικό φύλο, τους Αιγόσαγες, τους οποίους εξόντωσε σχεδόν ολοκληρωτικά. 5 Την επιτυχία του Προυσία περιγράφει ο Πολύβιος, ο οποίος την χαρακτηρίζει ως ἀξία μνήμης. 6 Οι Αιγόσαγες είχαν διαπεραιωθεί στη Μ. Ασία το 218 π.χ. μετά από πρόσκληση του Αττάλου Α (περ π.χ.), 7 ο οποίος τους χρησιμοποίησε ως μισθοφόρους εναντίον του Αχαιού. 8 Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα στην υπηρεσία του Αττάλου και επειδή δεν του προσέφεραν τις επιθυμητές υπηρεσίες στη σύγκρουση με τον Αχαιό, 9 ο Άτταλος, για να απαλλαγεί από τους Αιγόσαγες, τους εγκατέστησε στις αντιστοίχως W. Ruge, Tektosagen, RE V A1 (1934), F. Stähelin, Tolistobogioi (Tolistoagioi), RE VI A2 (1937), Βλ. γενικά για τους Γαλάτες της Μ. Ασίας F. Stähelin, Geschichte der Kleinasiatischen Galater, Leipzig C. Habicht, Prusias (1), Ο Ζιαήλας ζήτησε και έλαβε τη βοήθεια αυτών των δύο γαλατικών φύλων στην προσπάθειά του να διεκδικήσει τον θρόνο του βιθυνικού βασιλείου από τους ετεροθαλείς αδελφούς του. Χάρη στη βοήθεια τους κατόρθωσε τελικά να γίνει βασιλεύς της Βιθυνίας. Ωστόσο οι ίδιοι Γαλάτες αργότερα τον δολοφόνησαν: C. Habicht, Ziaelas, RE X A (1972), , H. L. Fernoux, Notables et élites, Οι Αιγόσαγες πιθανότατα προέρχονταν από το γαλατικό βασίλειο της Τύλεως, το οποίο είχε ιδρυθεί από τον Κομμοντόριο στη Θράκη (περί το 278 π.χ.). Το φύλο αυτό αναφέρεται μόνον από τον Πολύβιο και σε σχέση με τον Άτταλο Α και τον Προυσία Α. Μετά την εξόντωσή τους από τον τελευταίο οι Αιγόσαγες δεν αναφέρονται σε κάποια άλλη πηγή. Βλ. για τους Αιγόσαγες G. Hirschfeld, Aigosagen, RE I 1 (1893), 977. F. W. Walbank, Historical Commentary, I, 603, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. V 77, 2. Για το γαλατικό βασίλειο της Τύλεως βλ. K. Strobel, Celts (III.A), NP 3 (2003), Πολύβ. V 111, Βλ. αναλυτικά για τον Άτταλο Α E. V. Hansen, Attalids, Ο Αχαιός είχε αποσχιστεί από το βασίλειο των Σελευκιδών και ανακηρυχθεί βασιλεύς σε όλη τη Μ. Ασία δυτικώς του όρους Ταύρος (221/0 π.χ.-213 π.χ.). Βλ. για τον Αχαιό Α. Mehl, Achaios [4], DNP 1 (1996), 70 και για τη σύγκρουσή του με τον Άτταλο E. V. Hansen, Attalids, Για τη συμμετοχή των Αιγοσάγων ως μισθοφόρων στην εκστρατεία του Αττάλου βλ. F. Stähelin, Kleinasiatische Galater, M. Launey, Recherches sur les Armées hellénistiques, I, Paris 1949, E. V. Hansen, Attalids, Αυτή η εκστρατεία πραγματοποιήθηκε το 218 π.χ. στην περιοχή της Αιολίδος και κατά τη διάρκειά της ο Άτταλος ανέκτησε όσες πόλεις είχαν προσχωρήσει προηγουμένως στον Αχαιό από φόβο: E. V. Hansen, αυτ

32 ακτές της ασιατικής πλευράς του Ελλησπόντου, εκεί όπου είχαν φτάσει, όταν διέβησαν τον Ελλήσποντο από την Ευρώπη. Εκεί οι Αιγόσαγες λεηλατούσαν τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, εκ των οποίων ιδιαίτερα προβλήματα αντιμετώπισε το Ίλιον, το οποίο πολιορκήθηκε επίμονα και σώθηκε μόνον χάρη στη στρατιωτική βοήθεια της Αλεξάνδρειας Τρωάδος. 10 Οι Αιγόσαγες, εκδιώχθηκαν μεν από την περιοχή της Τρωάδος, εγκαταστάθηκαν όμως κοντά στην Άβυδο και κατέλαβαν την Αρίσβη, η οποία ανήκε στη χώρα της. 11 Παράλληλα διενεργούσαν επιδρομές εναντίον των πλησιόχωρων ελληνικών πόλεων. 12 Τις πόλεις της ασιατικής πλευράς του Ελλησπόντου απήλλαξε οριστικά από τον φόβο και τον κίνδυνο των Γαλατών ο Προυσίας. 13 Κίνητρο του ήταν ο φόβος ότι οι Αιγόσαγες ίσως συνέχιζαν τις επιδρομές και στα σύνορα του βασιλείου του. Σε μία αιματηρή μάχη εξουδετέρωσε όλους τους άρρενες Αιγόσαγες και στη συνέχεια κατέσφαξε τις γυναίκες και τα τέκνα τους, ενώ επέτρεψε στον στρατό του να λεηλατήσει τα άρματά τους. 14 Η νίκη του Προυσία επί των Αιγοσάγων είναι ένα από τα πρώτα γεγονότα τα οποία συνδέουν αυτόν τον βασιλέα με τις ελληνικές πόλεις της βορειοδυτικής Μ. Ασίας. Αυτές οι πόλεις έκειντο βεβαίως εκτός του βασιλείου της Βιθυνίας, αλλά είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Προυσίας κέρδισε την εύνοιά τους ως σωτήρας τους. Η επιτυχία του Προυσία είχε για τον ίδιο τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) Αυξήθηκε σημαντικά το κύρος του μεταξύ των ελληνικών πόλεων της βορειοδυτικής Μ. Ασίας, απέκτησε μεγάλη φήμη και απέσπασε την ευγνωμοσύνη αυτών των πόλεων, την 10 Πολύβ. V 111, 2-4. Βλ. και E. V. Hansen, Attalids, Πολύβ. V 111, Πολύβ. V 111, 5. Ο Πολύβιος δεν κατονομάζει άλλες πόλεις πλην των προαναφερθεισών, αλλά καθιστά σαφές ότι οι Αιγόσαγες δημιουργούσαν πρόβλημα στο σύνολο των πόλεων της περιοχής. 13 Πολύβ. V 111, Πολύβ. V 111, 6. Για τις επιδρομές των Αιγοσάγων και την τελική εξουδετέρωσή τους από τον Προυσία βλ. και F. Stähelin, Kleinasiatische Galater, M. Launey, Armées Hellénistiques, 510. C. Habicht, Prusias (1), E.V. Hansen, Attalids,

33 οποία έως τότε είχε ο Άτταλος Α 15 και β) μετά από αυτή την επιτυχία και τη συνακόλουθη θετική εικόνα των πόλεων για τον Προυσία, δημιουργήθηκε στον τελευταίο η επιθυμία να επεκτείνει τα όρια του βασιλείου του και να συμπεριλάβει σε αυτό ελληνικές πόλεις, επιθυμία η οποία ενισχύθηκε από την ανικανότητα του Αττάλου και του Αχαιού να θέσουν υπό την εξουσία τους τις ελληνικές πόλεις της περιοχής. 16 Αυτή η πρόθεση του Προυσία αναλύεται αμέσως παρακάτω Ρόδος Βυζάντιο Μεταξύ των δύο προαναφερθεισών επιτυχιών του Προυσία εναντίον των γαλατικών φύλων μεσολάβησε ο πόλεμος των Ροδίων κατά του Βυζαντίου (περί το 220 π.χ.), στον οποίο ο Προυσίας έλαβε μέρος ως σύμμαχος των πρώτων. 18 Ο Προυσίας συμμετείχε στον πόλεμο για τους εξής λόγους: α) Επειδή οι Βυζάντιοι, ενώ είχαν αποφασίσει να ανεγείρουν 15 C. Habicht, Prusias (1), Ο Άτταλος Α είχε στενές σχέσεις με τις ελληνικές πόλεις της ασιατικής πλευράς του Ελλησπόντου. Ωστόσο, όταν εγκατέστησε στην περιοχή τους τούς Αιγόσαγες, δεν τις προστάτευσε από τις επιδρομές τους, διότι ήταν απασχολημένος με τον πόλεμο εναντίον του Αχαιού. Βλ. σχετικώς F. Stähelin, Kleinasiatische Galater, 36. C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, 43. Πρβλ. τις γενικές διατυπώσεις του C. Michels, Kulturtransfer, σχετικά με τη σημασία, την οποία απέδιδαν οι ελληνικές πόλεις στην απώθηση των Γαλατών από διάφορες δυνάμεις της Ελληνιστικής εποχής, καθώς και το κύρος και τις τιμές που απολάμβαναν από αυτές τις πόλεις οι νικητές ως σωτήρες τους. 16 C. Habicht, Prusias (1), 1092, Κυρίως ΙΙ.4 και εξής. 18 Βλ. για τη χρονολόγηση του πολέμου C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius, I, Oxford 1957, 504, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. IV 52, 4. Ο πόλεμος άρχισε, όταν οι Βυζάντιοι, πιεζόμενοι από τους φόρους, τους οποίους κατέβαλλαν στους Γαλάτες του βασιλείου της Τύλεως, για να αποφύγουν τις επιδρομές τους, ζήτησαν βοήθεια από διάφορες ελληνικές πόλεις. Αφού δεν έλαβαν θετική απάντηση, αποφάσισαν να επιβάλουν φόρο σε όλα τα εμπορικά πλοία, τα οποία διέρχονταν τον Βόσπορο. Αυτό το μέτρο έπληττε διάφορες ναυτικές πόλεις που διεξήγαγαν εμπόριο στον Εύξεινο Πόντο, οι οποίες διαμαρτυρήθηκαν στη μεγάλη ναυτική και εμπορική δύναμη της εποχής, τη Ρόδο. Οι Ρόδιοι, των οποίων τα συμφέροντα θίγονταν άμεσα από την πληρωμή του φόρου, έστειλαν πρεσβευτές στο Βυζάντιο ζητώντας την κατάργηση του. Όμως οι Βυζάντιοι ήταν αμετάπειστοι και έτσι οι Ρόδιοι αποφάσισαν να τους κηρύξουν τον πόλεμο: R. M. Berthold, Rhodes in the Hellenistic Age, Ithaca London 1984,

34 προς τιμήν του ανδριάντες, τελικά ανέβαλαν την πραγματοποίηση της απόφασης, την οποία λησμόνησαν εντελώς, β) διότι η πόλη τους είχε στείλει αντιπροσώπους στους αγώνες τους οποίους διοργάνωσε ο Άτταλος Α προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, αγνόησε όμως παντελώς τη δική του εορτή, τα Σωτήρια και γ) ο Προυσίας ήταν δυσαρεστημένος με τους Βυζαντίους, διότι κατέβαλλαν διαρκώς προσπάθειες να σταματήσουν τη σύγκρουση μεταξύ Αχαιού και Αττάλου. Αυτό σήμαινε ότι μία πιθανή φιλία μεταξύ των δύο βασιλέων θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη για τον ίδιο. 19 Έτσι, όταν οι Ρόδιοι του έστειλαν πρεσβευτές για να εξασφαλίσουν τη στρατιωτική του βοήθεια στον πόλεμο εναντίον των Βυζαντίων, ο Προυσίας προθύμως συμμάχησε μαζί τους. 20 Μεταξύ Προυσία και Ροδίων συνήφθη συμμαχία, την οποία παραδίδει ο Πολύβιος. Σύμφωνα με αυτή ο Προυσίας ανέλαβε τις χερσαίες επιχειρήσεις, ενώ οι Ρόδιοι τη διεξαγωγή του πολέμου στη θάλασσα. 21 Το Βυζάντιο με τη σειρά του προσπάθησε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Αχαιού και του Αττάλου Α, όμως ο μεν πρώτος εξουδετερώθηκε από τους Ροδίους με διπλωματικούς χειρισμούς, ο δε δεύτερος ήταν απρόθυμος να στηρίξει το Βυζάντιο λόγω της σύγκρουσής του με τον Αχαιό. 22 Ακολούθως οι Βυζάντιοι στράφηκαν στον Ζιποίτη, γιο του Νικομήδους Α από τη δεύτερη σύζυγό του και επομένως ετεροθαλή αδελφό του Ζιαήλα και θείο του Προυσία Α. Ο Ζιποίτης είχε και παλαιότερα εγείρει αξιώσεις επί του θρόνου της Βιθυνίας 19 Για τα αίτια της εχθρότητας του Προυσία Α προς το Βυζάντιο βλ. C. Habicht, Prusias (1), Σύμφωνα με τον E. Will, Histoire politique ΙΙ, 45-46, ο πραγματικός λόγος συμμετοχής του Προυσία στον εν λόγω πόλεμο ήταν η επιθυμία του να επεκτείνει το βασίλειο του εις βάρος του Βυζαντίου. 20 Οι Ρόδιοι απευθύνθηκαν στον Προυσία, διότι αυτός τους είχε βοηθήσει το 227 π.χ., όταν ένας μεγάλος σεισμός προκάλεσε σημαντικές καταστροφές στο νησί τους. Από τότε οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν φιλικές: C. Habicht, Prusias (1), Για την υποστήριξη που προσέφερε ο Προυσίας στο νησί βλ. και J. Kobes, Kleine Könige. Untersuchungen zu den Lokaldynasten im hellenistischen Kleinasien ( v.chr.), St. Katharinen 1996, Πολύβ. IV 49, 4. Η συνθήκη χρονολογείται θέρος 220 π.χ.: H. Schmitt, Die Staatsverträge des Altertums ΙΙΙ: Die Verträge der griechisch-römischen Welt von 338 bis 200 v. Chr., München 1968, αρ C. Habicht, Prusias (1), E. Will, Histoire politique II, 46. R. M. Berthold, Rhodes,

35 και τώρα βρήκε την ευκαιρία να διεκδικήσει εκ νέου το βασίλειο. 23 Οι Βυζάντιοι ήλπιζαν ότι η παρουσία του Ζιποίτη θα δημιουργούσε αντιπερισπασμό και θα αποδυνάμωνε τον Προυσία, όμως αυτό δεν συνέβη, διότι ο Ζιποίτης πέθανε κατά τη μετάβασή του από τη Μακεδονία, όπου βρισκόταν μέχρι τότε, στη Μ. Ασία. 24 Εν τω μεταξύ και ενώ οι Ρόδιοι συμμετείχαν ελάχιστα στη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, ο Προυσίας είχε σημαντικές επιτυχίες κατά του Βυζαντίου. Κατέλαβε το ιερό του Διός Ουρίου στην ασιατική ακτή, ακριβώς απέναντι από το Βυζάντιο, το οποίο είχαν προσφάτως σφετεριστεί οι Βυζάντιοι λόγω της ευνοϊκής του θέσης. Επιπλέον, κατέλαβε κτήσεις του Βυζαντίου στην περιοχή της Μυσίας, οι οποίες ανήκαν στην πόλη επί μακρό χρονικό διάστημα. 25 Τα εδάφη τα οποία κατέλαβε ανήκαν στην περαία του Βυζαντίου, αλλά η ταύτισή τους δεν είναι εφικτή λόγω της ασαφούς αναφοράς του Πολυβίου σε αυτά (IV 52, 9, ἐκ τῆς Μυσίας χώρας τῆς ὑπὸ Βυζαντίους ταττομένης) αλλά και των περιορισμένων γνώσεων σχετικά με την ιστορική γεωγραφία της περιοχής. 26 Ο Προυσίας επιπλέον κατόρθωσε να εξασφαλίσει τη βοήθεια των Θρακών, οι οποίοι απέκλεισαν το Βυζάντιο από την ηπειρωτική πλευρά Ο Ζιποίτης ήταν ένα από τα ετεροθαλή αδέλφια του Ζιαήλα, τα οποία, σύμφωνα με τη διαθήκη του Νικομήδους Α, θα διαδέχονταν τον ίδιο στον θρόνο. Ο Ζιαήλας, ως πρωτότοκος γιος και νόμιμος διάδοχος του Νικομήδους Α, συγκρούστηκε μαζί τους, ανάγκασε τον Ζιποίτη να εγκαταλείψει το βασίλειο και να καταφύγει στη Μακεδονία: D. Magie, Roman Rule in Asia Minor to the End of the Third Century after Christ, Princeton 1950, σελ , σημ. 36 (στις σελ ). F. W. Walbank, Historical Commentary, Ι, , σχόλια στα χωρία Πολύβ. IV 50, 1 και IV 50, 9. Για τον Ζιποίτη βλ. αναλυτικά C. Habicht, Zipoites (3), RE X A (1972), Για τον Ζιαήλα και τη διεκδίκηση του βασιλείου από τους αδελφούς του βλ. και ανωτέρω σελ. 11, σημ C. Habicht, Prusias (1), C. Habicht, Prusias (1), Βλ. σχετικώς C. Habicht, Prusias (1), 1089, όπου και η αντίστοιχη βιβλιογραφία για την ακριβέστερη τοποθέτηση αυτών των εδαφών. Πρβλ. F. W. Walbank, Historical Commentary, Ι, 504, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. IV 50, 4: Συχνά ως Μυσία χαρακτηριζόταν η περιοχή μεταξύ του Αστακηνού/Ολβιανού κόλπου και του Κιανού κόλπου, αλλά εδώ δεν είναι σαφές ποια περιοχή εννοεί ο Πολύβιος. 27 Αυτοί οι Θράκες δεν ανήκαν στο μόνιμο μισθοφορικό στράτευμα του Προυσία, αλλά όπως προκύπτει από τα συμφραζόμενα του Πολυβίου (IV 51, 8, τοὺς Θρᾷκας 15

36 Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Βυζάντιοι να απομονωθούν εντελώς, ειδικά μετά τον θάνατο του Ζιποίτη, και να αναγκαστούν να ζητήσουν να λήξει ο πόλεμος με αξιοπρεπή για τους ίδιους τρόπο. 28 Συγχρόνως όμως εμφανίστηκε αιφνιδίως στην πόλη ο Καύαρος, ο βασιλεύς του γαλατικού βασιλείου της Τύλεως, 29 για να προσφέρει τη διαμεσολάβησή του στις διαπραγματεύσεις. Τελικώς υιοθετήθηκε η πρότασή του να γίνουν χωριστές συνθήκες ανάμεσα στους εμπόλεμους, τη Ρόδο και το Βυζάντιο αφενός, τον Προυσία και το Βυζάντιο αφετέρου. 30 Μεταξύ Προυσία και Βυζαντίου συνήφθη συνθήκη αιώνιας ειρήνης, φιλίας και αμοιβαίας μη επίθεσης. 31 Σύμφωνα με τους όρους της, ο Προυσίας υποχρεωνόταν να αποδώσει στους Βυζαντίους όλες τις περιοχές, τις οποίες είχε αφαιρέσει από την πόλη, τους δούλους και τους δουλοπαροίκους, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτιστεί, χωρίς λύτρα, τα πλοία, τα οποία είχε κυριεύσει και τα όπλα, τα οποία είχε πάρει από τα οχυρά επιπλέον, τα οικοδομικά υλικά, τα οποία είχε αφαιρέσει από το ιερό του Διός Ουρίου, διότι ο Προυσίας κατεδάφισε όσα οχυρά ήταν χτισμένα σε καίρια θέση, ώστε να μην μπορεί να τα καταλάβει ο Ζιποίτης. Τέλος, στο κείμενο οριζόταν ότι ο Προυσίας αναλάμβανε την υποχρέωση να ζητήσει μισθωσάμενος), τους κατέβαλε ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως μισθό μόνον για τις υπηρεσίες τις οποίες του προσέφεραν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή: M. Launey, Armées hellénistiques, 378. Γενικά για τα μισθοφορικά στρατεύματα του βασιλείου της Βιθυνίας βλ. J. Kobes, Kleine Könige, C. Habicht, Prusias (1), Ο Καύαρος ήταν ο τελευταίος βασιλεύς αυτού του βασιλείου. Βλ. γι αυτόν U. Peter, Cavarus, NP 3 (2003), C. Habicht, Prusias (1), Η σύναψη της συνθήκης χρονολογείται πριν τον χειμώνα 220/19 π.χ., πιθανότατα το φθινόπωρο: F. W. Walbank, Historical Commentary, Ι, 506, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. IV 52. H. Schmitt, Staatsverträge ΙΙΙ, αρ Ταυτόχρονα με τον Προυσία και η Ρόδος συνήψε συνθήκη με το Βυζάντιο, σύμφωνα με την οποία οι Βυζάντιοι δεν θα εισέπρατταν πλέον τον φόρο από όσους διέρχονταν τον Βόσπορο, ενώ οι Ρόδιοι με τους συμμάχους τους, αν τηρούνταν η δέσμευση των Βυζαντίων, θα εξακολουθούσαν να έχουν ειρήνη με τους Βυζαντίους. Αυτό σημαίνει ότι ο σκοπός για τον οποίο η Ρόδος είχε κηρύξει τον πόλεμο, η κατάργηση του φόρου, επιτεύχθηκε, στην ουσία χωρίς η ίδια να εμπλακεί σε αυτόν στρατιωτικά παρά μόνον διπλωματικά: R. M. Berthold, Rhodes,

37 από όσους Βιθυνούς είχαν κυριεύσει εδάφη της Μυσίας, η οποία ανήκε στους Βυζαντίους, να τα αποδώσουν στους Βυζάντιους γεωργούς. 32 Με την ανωτέρω συνθήκη αποκαταστάθηκε το εδαφικό καθεστώς, το οποίο ίσχυε πριν την έναρξη του πολέμου (status quo ante). 33 Είναι άγνωστο ποιες συνθήκες οδήγησαν τον Προυσία στην άνευ όρων παράδοση όλων των κατά τη διάρκεια του πολέμου κεκτημένων, δεδομένου ότι τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν νικητής, ενώ το Βυζάντιο βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Είναι πιθανόν ότι η αιφνίδια παρέμβαση του Καυάρου υπέρ του Βυζαντίου ανάγκασε τον Προυσία να συνθηκολογήσει αποδεχόμενος τους ανωτέρω όρους. Ίσως ο Καύαρος απείλησε τον Προυσία με μία διάβαση του λαού του στη Μ. Ασία. Ίσως ακόμη ο Προυσίας να απειλήθηκε αιφνιδίως στην ίδια την περιοχή κυριαρχίας του είτε από τον Αχαιό, τον οποίο ο Πολύβιος χαρακτηρίζει ως επικίνδυνο τόσο για τον Άτταλο όσο και για τον Προυσία, 34 είτε από τους Αιγόσαγες, οι οποίοι εκείνη την εποχή περίπου διαπεραιώθηκαν στη Μ. Ασία Το κείμενο της συνθήκης παραδίδει ο Πολύβιος IV 52, 6-10 (=H. Schmitt, Staatsverträge III, αρ. 516). 33 F. W. Walbank, Historical Commentary, Ι, 506, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. IV 52. H. Schmitt, Staatsverträge ΙΙΙ, αρ Πολύβ. V 77, Τις ανωτέρω υποθέσεις σχετικά με τη συνθηκολόγηση του Προυσία διατυπώνει ο C. Habicht, Prusias (1), Μία άλλη εκδοχή διατυπώνει ο D. Magie, Roman Rule, 313, σύμφωνα με την οποία ο Προυσίας υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει, όταν οι Ρόδιοι συνήψαν χωριστή συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο με αποτέλεσμα να απομονωθεί διπλωματικά ο Προυσίας και να μην είναι σε θέση να διεξάγει πλέον μόνος του πόλεμο. Ωστόσο η άποψη αυτή δεν ευσταθεί, διότι οι Ρόδιοι ήδη από την αρχή δεν είχαν προσφέρει αξιόλογη υποστήριξη στον Προυσία, ο οποίος στην ουσία πολεμούσε μόνος του κατά του Βυζαντίου. Με τον C. Habicht συμφωνεί και ο E. Will, Histoire politique ΙΙ, 46 για τον οποίο, ωστόσο, δεν ισχύει το επιχείρημα σχετικά με τον Αχαιό, αφού η Ρόδος εξασφάλισε την ουδετερότητά του και επομένως ο Αχαιός δεν θα μπορούσε να στραφεί κατά του συμμάχου της Προυσία. 17

38 3. Ατταλίδες Βασικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής του Προυσία Α είναι η εχθρότητα προς του Ατταλίδες, με τους οποίους συγκρούστηκε δύο φορές κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Η πρώτη σύγκρουση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του Α Μακεδονικού Πολέμου ( π.χ.) και εντάσσεται στο πλαίσιο της συμμαχίας του Προυσία με τον βασιλέα της Μακεδονίας Φίλιππο Ε ( π.χ.). 36 Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου ο Άτταλος Α, ο οποίος είχε συμμετάσχει στον αντιμακεδονικό συνασπισμό Ρωμαίων- Αιτωλών, είχε εκστρατεύσει στην Ελλάδα κατά του Φιλίππου. 37 Ο Προυσίας, ο οποίος, εκτός από σύμμαχος του Φιλίππου, συνδεόταν μαζί του και με συγγένεια εξ αγχιστείας, 38 τον υποστήριξε στρατιωτικά εναντίον του Αττάλου. 39 Είναι πολύ πιθανό ότι αρχικά είχε συμφωνηθεί ο Προυσίας να αποστείλει στρατιωτική δύναμη ως βοήθεια προς τον Φίλιππο. Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται από το γεγονός ότι ο Φίλιππος θέρος 209 π.χ. ανέμενε στο Αίγιο μαζί με τα καρχηδονιακά και βιθυνικά πλοία από τον φίλο και σύμμαχό του Προυσία, τα οποία θα ενίσχυαν σημαντικά τον στόλο του. 40 Ωστόσο αυτή η ναυτική δύναμη δεν εστάλη ποτέ, διότι είναι γνωστό 36 Για τον Α Μακεδονικό Πόλεμο βλ. αναλυτικά F. W. Walbank, Philip V of Macedon, Cambridge 1940 (ανατ. 1967), E. Will, Histoire politique ΙΙ, N. G. L. Hammond - F. W. Walbank, A History of Macedonia III B.C., Oxford 1988, Η εκστρατεία του Αττάλου στην Ελλάδα χρονολογείται περί το 209 π.χ. Βλ. αναλυτικά E. V. Hansen, Attalids, Ο Πολύβιος (XV 22, 1-2) χαρακτηρίζει τον Προυσία κηδεστή του Φιλίππου. Ο όρος «κηδεστής» δηλώνει τη συγγένεια εξ αγχιστείας ή εξ επιγαμίας και πιο συγκεκριμένα αυτόν ο οποίος έχει νυμφευτεί την αδελφή κάποιου. Για τη σημασία της λέξης βλ. LSJ 9, λ. κηδεστής. Ίσως ο Προυσίας είχε νυμφευτεί κάποια αδελφή του Φιλίππου, αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο. Έτσι ο C. Habicht, Prusias (1), 1087 και ο J. Seibert, Historische Beiträge zu den dynastischen Verbindungen in hellenistischer Zeit, Wiesbaden 1967, 42, σημ. 61, 116. Ο ίδιος ο Φίλιππος πάντως χαρακτηρίζει τον Προυσία φίλο και σύμμαχό του (Πολύβ. XVIII 5, 4). 39 C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Philip V,

39 ότι ο Φίλιππος έλαβε τελικώς αντίστοιχη βοήθεια μόνον από τους Καρχηδονίους. 41 Η ουσιαστική συμβολή του Προυσία υπέρ του Φιλίππου στον πόλεμο ήταν η σύγκρουσή του με τον Άτταλο Α. Ο Φίλιππος επιθυμούσε να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στον Άτταλο μέσω της επίθεσης του συμμάχου του Προυσία στο βασίλειο του Αττάλου, ώστε ο ίδιος να έχει ελεύθερο πεδίο δράσης στον ελληνικό χώρο. Αλλά και ο Προυσίας ανέμενε οφέλη από την επίθεση εναντίον του Αττάλου δεδομένων των επεκτατικών του τάσεων, οι οποίες έγιναν ήδη φανερές ανωτέρω και θα εκδηλωθούν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αργότερα. 42 Επιπλέον, εφόσον ο ίδιος δεν ήταν εχθρός των Ρωμαίων, είναι απίθανο ότι μία επίθεσή του εναντίον των Ατταλιδών θα είχε ως συνέπεια την παρέμβαση των Ρωμαίων εις βάρος του. Αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του χωρίς να τον εμποδίσει η Ρώμη. 43 Ο πόλεμος μεταξύ Προυσία και Αττάλου άρχισε το 208 π.χ. με την εισβολή του πρώτου στο βασίλειο του Περγάμου. Ο Άτταλος αιφνιδιάστηκε από αυτή την επίθεση και αναγκάστηκε να επιστρέψει εσπευσμένα στη Μ. Ασία αφήνοντας κατ αυτόν τον τρόπο ελεύθερο χώρο δράσης στον Φίλιππο. 44 Για την πορεία των επιχειρήσεων και τη διάρκεια του πολέμου τίποτα δεν είναι γνωστό. Ακόμη και οι ελάχιστες διαθέσιμες πληροφορίες είναι ασαφείς με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα. 45 Ούτε η έκβαση του πολέμου παραδίδεται από κάποια πηγή. 41 F. W. Walbank, Philip V, 91. N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, 404. Βλ. επίσης C. Habicht, Prusias (1), 1092, ο οποίος θεωρεί απίθανο ότι ο Προυσίας ήταν σε θέση να στείλει ναυτική δύναμη ικανή να συμμετάσχει στις θαλάσσιες επιχειρήσεις του Φιλίππου Ε κατά των Ρωμαίων με το επιχείρημα ότι λίγα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Βυζάντιο, δεν διέθετε καθόλου στόλο. 42 Βλ. κατωτέρω ΙΙ.4 και εξής. 43 D. Magie, Roman Rule, 313. E. Will, Histoire politique ΙΙ, E. V. Hansen, Attalids, 49. F. W. Walbank, Philip V, C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids,

40 Για κατακτήσεις του Αττάλου κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, άποψη η οποία έχει διατυπωθεί στην έρευνα, δεν υπάρχουν αποδείξεις. 46 Ωστόσο είναι βέβαιο ότι η σύγκρουση μεταξύ των δύο βασιλείων είχε ήδη λήξει το 205 π.χ., διότι ο Προυσίας και ο Άτταλος αναφέρονται ως foederi adscripti, ο πρώτος από την πλευρά του Φιλίππου και ο δεύτερος από την πλευρά των Ρωμαίων, στη συνθήκη της Φοινίκης, 47 με την οποία έληξε ο Α Μακεδονικός Πόλεμος. 48 Δεδομένου ότι τόσο ο Προυσίας όσο και ο Άτταλος αναφέρονται ως foederi adscripti σε αυτή τη συνθήκη, πρέπει προηγουμένως να είχε συνομολογηθεί μία μεταξύ τους ειρήνη, με την οποία τέθηκε τέλος στη δική τους σύγκρουση. 49 Η χρονολογία αυτής της ειρήνης δεν είναι γνωστή, αλλά δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει με τη χρονολογία της ειρήνης της Φοινίκης. Οι δύο συνθήκες μπορούν είτε να είναι σύγχρονες είτε, το πιθανότερο, αυτή μεταξύ Προυσία και Αττάλου να είναι προγενέστερη της συνθήκης της Φοινίκης C. Habicht, Prusias (1), Βλ. και E. V. Hansen, Attalids, 50 με σημ. 109, η οποία αναφέρει μεν ότι το βασίλειο του Περγάμου επεκτάθηκε μεταξύ 207 και 205 π.χ., μετά την επιτυχημένη εκστρατεία του Αττάλου επί του Προυσία και ότι ο Άτταλος απέσπασε από τον Προυσία κάποια περιοχή κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, αλλά επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες που αποδεικνύουν τη νίκη του Αττάλου. 47 Με τον όρο foederi adscripti εννοούνται οι σύμμαχοι των δύο πλευρών, οι οποίοι συμπεριελήφθησαν επιπροσθέτως στη συνθήκη. Με την ιδιότητα του adscriptus εξασφάλιζαν την ακεραιότητα των εδαφών τους και απολάμβαναν την προστασία του συμμάχου τους. Επίσης οι δύο κύριοι υπογράφοντες τη συνθήκη (Φίλιππος Ε και Ρώμη), θα εκπροσωπούσαν τους συμμάχους τους στις διαπραγματεύσεις. Βλ. ορισμό του όρου M. Holleaux, Rome, la Grèce et les Monarchies hellénistiques au III e avant J.-C. ( ), Hildesheim New York, 1969, Με τη συνθήκη της Φοινίκης ρυθμίζονταν μόνον η σχέση και το εδαφικό καθεστώς μεταξύ των δύο κύριων συμβαλλομένων, της Ρώμης και του Φιλίππου Ε. Οι εχθρότητες ή φιλίες των μικρότερων δυνάμεων, οι οποίες συμπεριελήφθησαν στη συνθήκη ως σύμμαχοι των κύριων αντιπάλων, δεν επηρεάστηκαν από τις ρυθμίσεις αυτές. Έτσι ο R. M. Errington, Rome against Philip and Antiochus, στο CAH VIII 2 (1989), 244. Βλ. επίσης N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, 409: Η συνθήκη αυτή δεν ρύθμιζε τη σχέση του Προυσία προς τον Άτταλο, ούτε κάποιας άλλης από τις μικρότερες δυνάμεις, προϋπέθετε όμως τη λήξη των εχθροπραξιών μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, οι οποίοι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα συμπεριλαμβάνονταν στη συνθήκη. Επομένως, το 205 π.χ. τέθηκε τέλος στις συγκρούσεις σε μία αρκετά ευρεία περιοχή. 49 C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, C. Habicht, Prusias (1),

41 Αν και η ακριβής κατάληξη του πολέμου δεν είναι γνωστή, φαίνεται ότι ο Προυσίας δεν πέτυχε τον σκοπό του, να επεκτείνει δηλαδή το βασίλειό του εις βάρος του Αττάλου. Αποκόμισε όμως έμμεσα και μακροπρόθεσμα οφέλη, τη σταθερή φιλία και συμμαχία με τον Φίλιππο Ε, από την οποία επωφελήθηκε πολύ περισσότερο αργότερα. 51 Συνέπειες αυτού του πολέμου ήταν η παραδοσιακή εχθρότητα ανάμεσα στα βασίλεια των Ατταλιδών και της Βιθυνίας, καθώς και η εξαιτίας αυτής της εχθρότητας αρνητική στάση των Ρωμαίων απέναντι στον Προυσία. Κατά την παρούσα χρονική στιγμή πάντως φαίνεται ότι η συμμαχία με τον Φίλιππο υπερτερούσε των όποιων αρνητικών συνεπειών του πολέμου. 52 Περί το 188 π.χ. άρχισε και ο δεύτερος πόλεμος του Προυσία εναντίον του βασιλείου των Ατταλιδών, συγκεκριμένα εναντίον του Ευμένους Β ( /59 π.χ.), 53 ο οποίος προέκυψε ουσιαστικά από τις ρυθμίσεις της ειρήνης της Απάμειας, με την οποία έληξε ο Αντιοχικός Πόλεμος ( π.χ.). 54 Στον πόλεμο μεταξύ Προυσία και Ευμένους η Ρώμη δεν συμμετείχε η ίδια, ωστόσο διαδραμάτισε έναν σημαντικό ρόλο, ο οποίος παρουσιάζει ενδιαφέρον για την αξιολόγηση της εξωτερικής της πολιτικής κατά τις αρχές του 2 αι. π.χ. 55 Τα γεγονότα που προηγήθηκαν του πολέμου και οδήγησαν σε αυτόν είναι τα εξής: Περί το 190 π.χ. ο Προυσίας ήταν έτοιμος να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις του Αντιόχου Γ (222/1-187π.Χ.) για συμμαχία εναντίον των Ρωμαίων, όταν οι Σκιπίωνες, L. Cornelius Scipio και P. Cornelius Scipio, Βλ. κατωτέρω II D. Magie, Roman Rule, Βλ. αναλυτικά για τον Ευμένη Β E. V. Hansen, Attalids, Βλ. για τον Αντιοχικό Πόλεμο R. M. Errington, Philip and Antiochus, E. Will, Histoire politique ΙΙ, C. Habicht, Über die Kriege zwischen Pergamon und Bithynien, Hermes 84 (1956), Πρόκειται για τους αδελφούς Σκιπίωνες, οι οποίοι εστάλησαν με στρατό από τη Ρώμη στη Μ. Ασία εναντίον του Αντιόχου Γ. Από τους δύο αδελφούς ο L. Cornelius Scipio ήταν ύπατος για το έτος 190 π.χ., και επομένως επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος, ενώ ο δεύτερος, ο P. Cornelius Scipio Africanus, απλώς τον συνόδευσε στην εκστρατεία ως legatus (πρεσβευτής). Πολύ σύντομα ο πρώτος από τους δύο αντικαταστάθηκε στην ηγεσία της 21

42 κατόρθωσαν τελικά να τον μεταπείσουν. Πριν ακόμη φτάσουν με τα ρωμαϊκά στρατεύματα στον Ελλήσποντο, οι Σκιπίωνες απέστειλαν επιστολή στον Προυσία, με την οποία τον διαβεβαίωναν ότι, αν παρέμενε ουδέτερος στον πόλεμο μεταξύ Ρώμης και Αντιόχου, θα διατηρούνταν η εδαφική ακεραιότητα του βασιλείου του, το οποίο είχε ήδη διευρυνθεί σημαντικά, 57 και του εγγυήθηκαν ότι δεν θα απωλέσει την εξουσία του. Αυτή η επιστολή έκανε τον Προυσία σκεπτικό απέναντι στο ενδεχόμενο μίας συμμαχίας με τον Αντίοχο. Λίγο αργότερα εστάλη στον Προυσία (πιθανότατα στην πρωτεύουσα Νικομήδεια) και ρωμαϊκή πρεσβεία με επικεφαλής τον Γάιο Λίβιο (C. Livius Salinator), ο οποίος διαπραγματεύτηκε μαζί του. Αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν ότι επισφραγίστηκε και προφορικά το περιεχόμενο της επιστολής. Με αυτή την πρεσβεία ο Προυσίας πείστηκε για τις δεσμεύσεις των Ρωμαίων, εγκατέλειψε οριστικά το ενδεχόμενο συμμαχίας με τον Αντίοχο και τήρησε στάση ουδετερότητας. 58 Με αυτή την πράξη ο Προυσίας, τον οποίον οι Ρωμαίοι αντιμετώπιζαν έως τώρα αρνητικά λόγω της εχθρότητάς του προς τους συμμάχους τους, τους Ατταλίδες, κατέστη amicus populi Romani. 59 Το γεγονός δε ότι οι Ρωμαίοι συνήψαν με τον Προυσία amicitia δηλώνει την αποδοχή και την αναγνώριση του Προυσία εκ μέρους της Ρώμης ως αντάλλαγμα για την αλλαγή της στάσης του. 60 εκστρατείας από τον Cn. Manlius Vulso (ύπατος το 189 π.χ.): R. M. Errington, Philip and Antiochus, 285, Για τα εδάφη τα οποία είχε προσαρτήσει ο Προυσίας ήδη πριν τον Αντιοχικό Πόλεμο βλ. κατωτέρω II.4 και εξής. Ένα από αυτά ήταν και η Φρυγία Επίκτητος, η οποία αναφέρεται αμέσως παρακάτω σε αυτή την ενότητα. 58 Για την επιστολή των Σκιπιώνων και τη ρωμαϊκή πρεσβεία προς τον Προυσία βλ. αναλυτικά C. Habicht, Kriege, 91. C. Habicht, Prusias (1), C. Habicht, Seleucids, C. Habicht, Kriege, E. Will, Histoire politique II, 286. C. Habicht, Seleucids, 325. Βλ. επίσης C. Habicht, Prusias (1), 1097, ο οποίος επισημαίνει ότι η amicitia μεταξύ Ρώμης και Προυσία δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Γενικά για τη σημασία των όρων amicitia και amicus populi Romani βλ. E. Badian, amicitia, NP 1 (2002), C. Habicht, Kriege, 91. C. Habicht, Seleucids,

43 Παρά τις ρητές εγγυήσεις και τις αμοιβαίες υποσχέσεις, στις οποίες ο Προυσίας παρέμεινε πιστός, η ρωμαϊκή σύγκλητος δεν φάνηκε συνεπής στις υποχρεώσεις της και το 188 π.χ. με την ειρήνη της Απάμειας αποφάσισε ότι ο Προυσίας έπρεπε να παραχωρήσει την περιοχή της Φρυγίας Επικτήτου 61 στον Ευμένη Β, τον βασιλέα του Περγάμου. Αυτή η παραχώρηση αποτελούσε στην ουσία αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τις οποίες είχε προσφέρει ο τελευταίος στον πόλεμο κατά του Αντιόχου Γ. 62 Ο συγκεκριμένος όρος της συνθήκης ήταν αυτός ο οποίος προκάλεσε τον πόλεμο μεταξύ Προυσία και Ευμένους, διότι ο πρώτος αρνήθηκε να επιστρέψει την περιοχή στον δεύτερο. 63 Η έναρξη του πολέμου 61 Πρόκειται για ένα τμήμα της Φρυγίας, το οποίο ονομάστηκε Επίκτητος μετά την παραχώρησή της στον Ευμένη Β. Η Φρυγία χωριζόταν σε δύο τμήματα, τη Μεγάλη και την Ελλησποντιακή ή Μικρά Φρυγία. Ίσως αυτό το δεύτερο τμήμα της Φρυγίας ταυτιζόταν με την περιοχή, η οποία αργότερα ονομάστηκε από τους ίδιους τους Ατταλίδες Επίκτητος (Στράβ. ΧΙΙ 4, 3 (C 564)), χωρίς αυτό να είναι απολύτως βέβαιο. Η χρήση τριών διαφορετικών ονομάτων (Μικρά, Ελλησποντιακή και Επίκτητος) για την ίδια περιοχή δεν ήταν ταυτόχρονη, αλλά η κάθε ονομασία αντιστοιχούσε σε μία διαφορετική εποχή και πιθανότατα είχε κάποια συγκεκριμένη σημασία, η οποία συνδεόταν άμεσα με την ιστορία της κατά την παρούσα χρονική στιγμή. Ειδικότερα το προσωνύμιο «Επίκτητος» δόθηκε σε αυτό το τμήμα της Φρυγίας μετά την παραχώρησή της στον Ευμένη, για να δηλωθεί η προσφάτως αποκτηθείσα από τον ίδιο περιοχή. Η Φρυγία Επίκτητος περιελάμβανε τις πόλεις Αιζανοί, Νακολία, Κοτιάειο, Μιδάειο, Δορύλαιο και Κάδοι και συνόρευε στον Νότο με τη Μεγάλη Φρυγία: W. Ruge, Phrygia (Topographie), RE XX 1 (1941), Βλ. και E. V. Hansen, Attalids, 100, η οποία προσδιορίζει επακριβώς τα σύνορα της Φρυγίας Επικτήτου: Το βόρειο σύνορό της εκτεινόταν ανατολικά του όρους Όλυμπος, το οποίο βρισκόταν στη Μυσία, κατά μήκος του μέσου Σαγγαρίου μέχρι τα σύνορα με τη Γαλατία. Για τις διάφορες εκδοχές που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την ακριβή τοποθέτηση της Φρυγίας Επικτήτου βλ. C. Habicht, Kriege, D. Magie, Roman Rule, 314. E. Will, Histoire politique ΙΙ, Η Φρυγία Επίκτητος ανήκε στο βασίλειο του Περγάμου επί Αττάλου Α (περ π.χ.). Η χρονική στιγμή κατά την οποία η περιοχή περιήλθε στον Προυσία Α δεν είναι γνωστή με ακρίβεια. Σχετικά με το αυτό το ζήτημα τρεις εκδοχές θεωρούνται πιθανότερες. Πρώτον, η περιοχή κατακτήθηκε από τον Προυσία κατά τη σύγκρουσή του με τον Άτταλο Α (περ π.χ.). Δεύτερον, ότι αυτό πιθανότατα συνέβη με τον θάνατο του τελευταίου και την ανάρρηση στον θρόνο του Ευμένους Β, όταν λόγω της αστάθειας που επικρατούσε στο βασίλειο του Περγάμου, ο Προυσίας βρήκε την ευκαιρία να επεκταθεί εις βάρος των Ατταλιδών. Τρίτον, ότι ο Προυσίας την προσάρτησε κατά τη διάρκεια του Β Μακεδονικού Πολέμου ( π.χ.), στον οποίο ο ίδιος έμεινε ουδέτερος και επιτέθηκε εκ νέου στους Ατταλίδες. Σε κάθε περίπτωση κατά την έναρξη του Αντιοχικού Πολέμου (192 π.χ.) η Φρυγία Επίκτητος αποτελούσε το νότιο σύνορο του βιθυνικού βασιλείου και περιελάμβανε τις έξι πόλεις οι οποίες αναφέρθηκαν προηγουμένως στη σημ. 61. Γι αυτές τις εκδοχές βλ. κυρίως C. Habicht, Kriege, Επίσης C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, 23

44 χρονολογείται κατά προσέγγιση μετά το 188 π.χ. (terminus post quem), πιθανότατα το 187 π. Χ. 64 Ο Προυσίας βέβαια δεν ήταν σε θέση να αναλάβει μόνος του έναν πόλεμο ενάντια στο ισχυρό βασίλειο των Ατταλιδών, το οποίο έχαιρε της εύνοιας και της υποστήριξης της Ρώμης. Επομένως έπρεπε να εξασφαλίσει συμμάχους, τους οποίους αναζήτησε μεταξύ των εχθρών του Ευμένους και της Ρώμης. 65 Ένας από τους συμμάχους του ήταν ο Αννίβας, ο οποίος, αφού περιπλανήθηκε στην Αρμενία και την Κρήτη μετά την ήττα του Αντιόχου Γ, κατέφυγε στη Βιθυνία, για να αποφύγει την παράδοση του στους Ρωμαίους. 66 Με τον Προυσία συμμάχησαν επίσης οι βασιλείς της Μακεδονίας και του Πόντου, Φίλιππος Ε και Φαρνάκης Α ( /54 π. Χ.), 67 καθώς και οι Γαλάτες της Μ. Ασίας υπό τον Ορτιάγωνα. 68 Ο αντίπαλος του Προυσία στον πόλεμο, ο Ευμένης, διέθετε έναν αρκετά σημαντικό στρατό και στόλο, καθώς και την υποστήριξη ελληνικών πόλεων, οι οποίες απειλούνταν από την εξάπλωση της Βιθυνίας (Κύζικος, Ηράκλεια του C. Koehn, Krieg Diplomatie Ideologie. Zur Außenpolitik Hellenistischer Mittelstaaten (Historia Einzelschriften, 195), Stuttgart 2007, 128. Πρβλ. H. Schmitt, Untersuchungen zur Geschichte Antiochos des Grossen und seiner Zeit (Historia Einzelschriften, 6), Wiesbaden 1964, : Την Φρυγία Επίκτητο είχε καταλάβει ο Αντίοχος Γ και στη συνέχεια την παραχώρησε στον Προυσία Α (αρχές της δεκαετίας π.χ.), για να εξασφαλίσει τη συμμαχία του. 64 C. Habicht, Prusias (1), C. Habicht, Seleucids, 325. Πρβλ. S. Dmitriev, Memnon on the Siege of Heraclea Pontica by Prusias I and the War between the Kingdoms of Bithynia and Pergamum, JHS 127 (2007), , ο οποίος προτείνει μία εντελώς διαφορετική χρονολόγηση για την έναρξη του πολέμου στα μέσα της δεκαετίας (185 ή 184 π.χ.) και θεωρεί ότι αυτός ο πόλεμος πρέπει να συνδεθεί με τον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε ο Προυσίας εναντίον της Ηράκλειας του Πόντου. Βλ. σχετική παρατήρηση και κατωτέρω σελ. 38, σημ C. Habicht, Seleucids, C. Habicht, Seleucids, 325. E. V. Hansen, Attalids, 98. Βλ. αναλυτικά για τον Αννίβα από την ήττα του Αντιόχου Γ και εξής D. Hoyos, Hannibal. Rome s Greatest Enemy, Bristol 2008, Βλ. για τον Φαρνάκη Α E. Diehl, Pharnakes (1), RE XIX 2 (1938), C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, 98. E. Will, Histoire politique II, 286. Βλ. για τον Ορτιάγωνα T. Lenschau, Ortiagon, RE XVIII 2 (1942),

45 Πόντου). 69 Ο Ευμένης είχε εξασφαλίσει ακόμη τη συμμαχία των Ρωμαίων, οι οποίοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν συμμετείχαν στις εχθροπραξίες παρά μόνον επενέβησαν για να επιβάλουν την ειρήνευση στην περιοχή. 70 Πρώτος ο Προυσίας επετέθη στο βασίλειο του Ευμένους. 71 Από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι γνωστά μεμονωμένα γεγονότα χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες. 72 Φαίνεται πάντως ότι αρχικά ο πόλεμος έβαινε ευνοϊκώς για τον Ευμένη. Τα στρατεύματά του υπό τις διαταγές του αδελφού του Αττάλου πέτυχαν μία αξιοσημείωτη νίκη κατά των Βιθυνών και των Γαλατών στο όρος Λύπεδρον. 73 Και ο στόλος με επικεφαλής τον ίδιο τον Ευμένη είχε επιτυχίες, μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ανέλαβε δράση ο Αννίβας, χάρη στον οποίο οι Βιθυνοί κατόρθωσαν να νικήσουν σε κάποια ναυμαχία. 74 Σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι οι Βιθυνοί είχαν μεγαλύτερη τύχη στη θάλασσα προφανώς λόγω της εμπειρίας του Αννίβα στον τομέα των ναυτικών επιχειρήσεων. 75 Το τελευταίο γνωστό γεγονός από τον πόλεμο είναι κάποια νίκη του Ευμένους επί του Προυσία, του Ορτιάγωνα, των Γαλατών και των υπόλοιπων συμμάχων. 76 Αυτή η νίκη του Ευμένους αποτελεί σημαντική επιτυχία επί των αντιπάλων του, αλλά όχι και την επιτυχή για τον ίδιο κατάληξη του πολέμου. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δηλαδή φαίνεται ότι συνεχίστηκαν και μετά από αυτή τη νίκη, η οποία χρονολογείται περί το 184 π. Χ., πιθανότατα τον μήνα Δεκέμβριο. Αυτό σημαίνει ότι κατά το έτος 184 π.χ. διεξάγονταν ακόμη πολεμικές επιχειρήσεις και ότι ο πόλεμος έληξε 69 E. V. Hansen, Attalids, 98. E. Will, Histoire politique II, 286. Για την επέκταση του Προυσία εις βάρος της Ηράκλειας βλ. II C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, C. Habicht, Prusias (1), C. Habicht, Seleucids, C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, 99. Το όρος Λύπεδρον έκειτο στη Βιθυνία, αλλά η ακριβής γεωγραφική του θέση δεν είναι γνωστή: W. Ruge, Lypedros, RE XIII 2 (1927), C. Habicht, Prusias (1), E. V. Hansen, Attalids, C. Habicht, Prusias (1), C. Habicht, Kriege, 99. E. V. Hansen, Attalids, C. Habicht, Seleucids,

46 αργότερα. Πιο πιθανή χρονολογία λήξης του πολέμου θεωρείται το 183 π.χ. 77 Το επόμενο έτος και οι δύο αντίπαλοι απευθύνθηκαν στη ρωμαϊκή σύγκλητο. Άνοιξη 183 π.χ. εμφανίστηκαν στη Ρώμη απεσταλμένοι του Ευμένους με επικεφαλής τον αδελφό του Αθήναιο, για να διαμαρτυρηθούν εναντίον του Φιλίππου, επειδή υποστήριζε στον πόλεμο τον Προυσία και επειδή εξακολουθούσε να διατηρεί τις κτήσεις του στη Θράκη, αν και η συνθήκη του 196 π.χ. όριζε ότι έπρεπε να παραιτηθεί από αυτές. 78 Ο Φίλιππος εκπροσωπήθηκε από τον Φιλοκλή και ο Προυσίας έστειλε δικούς του απεσταλμένους. Η σύγκλητος αποφάσισε την αποστολή στη Μ. Ασία του T. Quinctius Flamininus (Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος) με την αρμοδιότητα να πείσει τους δύο βασιλείς (Ευμένη και Προυσία) να συνομολογήσουν ειρήνη. Η ρωμαϊκή παρέμβαση ήταν αρκετή, ώστε ο Προυσίας, ο οποίος βρισκόταν σε μειονεκτική θέση, όπως προκύπτει από τα ελάχιστα γνωστά γεγονότα του πολέμου, να υποχωρήσει. 79 Σύμφωνα με τη συνθήκη ειρήνης ο Προυσίας Α υποχρεωνόταν να παραδώσει οριστικά τη Φρυγία Επίκτητο, η οποία ήταν μεγάλης σημασίας για το βασίλειο του Περγάμου, διότι αποτελούσε δίοδο προς το γαλατικό 77 Βλ. για τη χρονολογία λήξης του πολέμου C. Habicht, Kriege, , όπου οι διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες έχουν διατυπωθεί στην έρευνα. Βλ. επίσης C. Habicht, Seleucids, 325. S. Dmitriev, Kingdoms of Bithynia and Pergamum, 135, Με τη συνθήκη του 196 π.χ. έληξε ο Β Μακεδονικός Πόλεμος ( π.χ.). Ένας από τους βασικούς της όρους ήταν η εκκένωση από τον Φίλιππο Ε των πόλεων που είχε καταλάβει στη Θράκη. Βλ. αναλυτικά R. M. Errington, Philip and Antiochus, Για τις εκκλήσεις προς τη σύγκλητο, τη ρωμαϊκή παρέμβαση και την αποστολή του T. Quinctius Flamininus στη Μ. Ασία βλ. E. V. Hansen, Attalids, E. Will, Histoire politique ΙΙ, 286. C. Habicht, Seleucids, 328. Η σύγκλητος καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου είχε παραμείνει αδρανής και δεν υποστήριξε έμπρακτα τον σύμμαχό της Ευμένη. Η αλλαγή της στάσης της και η απόφασή της να επέμβει ίσως οφείλεται στη συμπεριφορά του Προυσία και συγκεκριμένα στην απόφασή του να συμμαχήσει με τον Αννίβα, ο οποίος ήταν εχθρός της Ρώμης. Αλλά και η γενικότερη συνένωση δυνάμεων, την οποία πραγματοποίησε ο Προυσίας, προφανώς δημιουργούσε στη Ρώμη τον φόβο της διατάραξης της ισορροπίας στη Μ. Ασία: C. Habicht, Kriege,

47 βασίλειο της κεντρικής Μ. Ασίας. 80 Οι Γαλάτες, με τους οποίους συνομολογήθηκε ειρήνη λίγο αργότερα, έγιναν υποτελείς του Ευμένους και η Γαλατία ενσωματώθηκε τότε στο βασίλειο των Ατταλιδών. 81 Το τελευταίο γεγονός σχετικά με τον πόλεμο Προυσία-Ευμένους και τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ τους είναι η παράδοση του Αννίβα από τον Προυσία στους Ρωμαίους. Με την άφιξη της ρωμαϊκής αποστολής στη Μ. Ασία ο Φλαμινίνος απαίτησε από τον Προυσία να παραδοθεί ο Αννίβας, διότι, εκτός της συμμετοχής του στον πόλεμο μεταξύ των βασιλείων της Βιθυνίας και του Περγάμου, ήταν εχθρός των Ρωμαίων. Ο Προυσίας συμμορφώθηκε προς το αίτημα των Ρωμαίων, δεν πρόλαβε όμως να παραδώσει τον Αννίβα, διότι αυτός αυτοκτόνησε, για να αποφύγει την παράδοσή του στους Ρωμαίους Εκστρατεία Φιλίππου Ε στην Προποντίδα Κατάληψη Κίου και Μύρλειας Με την εκστρατεία του Φιλίππου Ε στη Μ. Ασία συνδέεται η προσάρτηση από τον Προυσία δύο ανεξάρτητων μέχρι τότε ελληνικών πόλεων, οι οποίες έκειντο γεωγραφικά στην περιοχή της Βιθυνίας και από αυτή τη χρονική στιγμή και εξής ανήκουν στο βιθυνικό βασίλειο. Πρόκειται για την Κίο και τη Μύρλεια, τις πρώτες ελληνικές πόλεις τις οποίες ενέταξε στην επικράτειά του ο Προυσίας. Η Κίος και η Μύρλεια έκειντο στο 80 C. Habicht, Prusias (1), E. Will, Histoire politique ΙΙ, 286. C. Habicht, Seleucids, Για την οριστική ήττα και την ενσωμάτωση των Γαλατών στο βασίλειο του Περγάμου βλ. F. Stähelin, Kleinasiatische Galater, 61. E. V. Hansen, Attalids, C. Habicht, Prusias (1), E. Will, Histoire politique ΙΙ, 286. C. Habicht, Seleucids, 328. D. Hoyos, Hannibal,

48 εσωτερικό του Κιανού κόλπου, η δε δεύτερη έκειτο λίγο νοτιότερα της πρώτης. 83 Μετά τη σύναψη της ειρήνης της Φοινίκης το 205 π.χ. και αφού υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη δυτική του πολιτική, ο Φίλιππος έστρεψε το ενδιαφέρον του στην Ανατολή και συγκεκριμένα στο Αιγαίο και τη Μ. Ασία. Πρώτος στόχος του Φιλίππου ήταν η Προποντίδα. Η έναρξη αυτής της εκστρατείας χρονολογείται περί το 203/2 π.χ. 84 Αφού κατέκτησε τις στρατηγικής σημασίας πόλεις Λυσιμάχεια, Καλχηδόνα και Πέρινθο, 85 ο Φίλιππος στράφηκε στην περιοχή της Βιθυνίας και κατευθύνθηκε προς την Κίο. Κατά την εποχή της εκστρατείας του Φιλίππου στην Προποντίδα η Κίος ήδη αντιμετώπιζε εσωτερικές αναταραχές και στην πόλη επικρατούσε πολιτική αστάθεια, η οποία αναμφισβήτητα συνέβαλε στην πτώση της. Την εξουσία είχε καταλάβει κάποιος Μολπαγόρας, ο οποίος τη διοικούσε ως τύραννος. Ο Πολύβιος τον χαρακτηρίζει ως ικανό πολιτικό αλλά ταυτόχρονα δημαγωγό και άπληστο. Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας από τον Μολπαγόρα δημιούργησε στην πόλη έντονη δυσαρέσκεια και συγκρούσεις μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων. 86 Αυτή η κατάσταση καθιστούσε την πόλη ανίκανη να αντισταθεί σε οποιαδήποτε εξωτερική επίθεση. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτή την εσωτερική πολιτική αστάθεια εκμεταλλεύτηκε ο Προυσίας, και στη συνέχεια ο Φίλιππος, για να 83 Για τη γεωγραφική θέση των δύο πόλεων βλ. W. Ruge, Kios, RE XI 1 (1921), 486. G. Hirschfeld, Apameia (5), RE I 2 (1894), 2664 αντιστοίχως. 84 Αναλυτικά για την εκστρατεία του Φιλίππου στην Ανατολή βλ. F. W. Walbank, Philip V, R. M. Errington, Philip and Antiochus, Ο Φίλιππος ανάγκασε και τις τρεις πόλεις να συνάψουν φιλία και συμμαχία με τον ίδιο και εγκατέστησε σε αυτές μακεδονικές φρουρές. Στην ουσία αποτέλεσαν εξωτερικές κτήσεις του μακεδονικού βασιλείου: F. W. Walbank, Philip V, R. M. Errington, Philip and Antiochus, 252. N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, 404. Αυτές οι προσαρτήσεις ανήκουν στην εκστρατευτική περίοδο του 202 π.χ.: F. W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius, II, Oxford 1967, Την εσωτερική πολιτική κατάσταση της Κίου περιγράφει ο Πολύβιος XV 21, 1-8. Βλ. και C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Historical Commentary, II, , σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 21,

49 πολιορκήσει την πόλη. 87 Κατά την ίδια χρονική στιγμή η Κίος ήταν σύμμαχος της Αιτωλικής Συμπολιτείας, αλλά δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία σύναψης αυτής της συμμαχίας. 88 Οι πηγές στις οποίες αναφέρονται τα σχετικά με την Κίο γεγονότα είναι οι εξής: Πολύβ. XV 22: Ὁ δὲ Φίλιππος κύριος γενόμενος τῆς πόλεως περιχαρὴς ἦν, ὡς καλήν τινα καὶ σεμνὴν πρᾶξιν ἐπιτετελεσμένος καὶ βεβοηθηκὼς μὲν προθύμως τῷ κηδεστῇ, καταπεπληγμένος δὲ πάντας τοὺς ἀλλοτριάζοντας, σωμάτων δὲ καὶ χρημάτων εὐπορίαν ἐκ τοῦ δικαίου περιπεποιημένος. (2) Τὰ δ ἐνάντια τούτοις οὐ καθεώρα, καίπερ ὄντα προφανῆ, πρῶτον μὲν <ὡς> οὐκ ἀδικουμένῳ, παρασπονδοῦντι δὲ τῷ κηδεστῇ τοὺς πέλας ἐβοήθει, (3) δεύτερον ὅτι πόλιν Ἑλληνίδα περιβαλὼν τοῖς μεγίστοις ἀτυχήμασιν ἀδίκως ἔμελλε κυρώσειν τὴν περὶ αὐτοῦ διαδεδομένην φήμην ὑπὲρ τῆς εἰς τοὺς φίλους ὠμότητος, ἐξ ἀμφοῖν δὲ δικαίως καὶ κληρονομήσειν παρὰ πᾶσι τοῖς Ἕλλησι τὴν ἐπ ἀσεβείᾳ δόξαν, (4) τρίτον ὡς ἐνυβρίκει τοῖς ἀπὸ τῶν προειρημένων πόλεων πρεσβευταῖς, οἳ παρῆσαν ἐξελούμενοι τοὺς Κιανοὺς ἐκ τῶν περιεστώτων κακῶν, ὑπὸ δ ἐκείνου παρακαλούμενοι καὶ διαγελώμενοι καθ ἡμέραν <ἠναγκάσθησαν> αὐτόπται γενέσθαι τούτων, (5) ὧν ἥκιστ ἂν ἐβουλήθησαν, πρὸς δὲ τούτοις ὅτι τοὺς Ῥοδίους οὕτως ἀποτεθηριώκει τότε πρὸς αὑτὸν ὥστε μηδένα λόγον ἔτι προσίεσθαι περὶ Φιλίππου. Πολύβ. XV 23: Καὶ γὰρ ἡ τύχη πρός γε τοῦτο τὸ μέρος αὐτῷ συνήργησε προφανῶς. (2) ὅτε γὰρ ὁ πρεσβευτὴς ἐν τῷ θεάτρῳ τὸν ἀπολογισμὸν ἐποιεῖτο πρὸς τοὺς Ῥοδίους, ἐμφανίζων τὴν τοῦ Φιλίππου μεγαλοψυχίαν, καὶ διότι τρόπον τινὰ κρατῶν ἤδη τῆς πόλεως δίδωσι τῷ δήμῳ τὴν χάριν ταύτην, ποιεῖ 87 C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, 475, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 22, W. Ruge, Kios, 487. C. Habicht, Prusias (1), Πρβλ. F. W. Walbank, Philip V, 306 με σημ. 7, ο οποίος χρονολογεί τη συμμαχία μεταξύ Κιανών και Αιτωλών κατά τη διάρκεια του Α Μακεδονικού Πολέμου (περ π.χ.). 29

50 δὲ τοῦτο βουλόμενος ἐλέγξαι μὲν τὰς τῶν ἀντιπραττόντων αὐτῷ διαβολάς, φανερὰν δὲ τῇ πόλει καταστῆσαι τὴν αὑτοῦ προαίρεσιν (3) καὶ παρῆν τις ἐκ κατάπλου πρὸς τὸ πρυτανεῖον ἀναγγέλλων τὸν ἐξανδραποδισμὸν τῶν Κιανῶν καὶ <τὴν> ὠμότητα τοῦ Φιλίππου τὴν ἐν τούτοις γεγενημένην, (4) ὥστε τοὺς Ῥοδίους, ἔτι μεταξὺ τοῦ πρεσβευτοῦ τὰ προειρημένα λέγοντος, ἐπεὶ προελθὼν ὁ πρύτανις διεσάφει τὰ προσηγγελμένα, μὴ δύνασθαι πιστεῦσαι διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἀθεσίας. (5) Φίλιππος μὲν οὖν, παρασπονδήσας οὐχ οὕτως Κιανοὺς ὡς ἑαυτόν, εἰς τοιαύτην ἄγνοιαν ἢ καὶ παράπτωσιν τοῦ καθήκοντος ἧκεν ὥστ ἐφ οἷς ἐχρῆν αἰσχύνεσθαι καθ ὑπερβολήν, ἐπὶ τούτοις ὡς καλοῖς σεμνύνεσθαι καὶ μεγαλαυχεῖν (6) ὁ δὲ τῶν Ῥοδίων δῆμος ἀπὸ ταύτης τῆς ἡμέρας ὡς περὶ πολεμίου διελάμβανε τοῦ Φιλίππου, καὶ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐποιεῖτο τὰς παρασκευάς. (7) παραπλήσιον δὲ καὶ τοῖς Αἰτωλοῖς μῖσος ἐκ ταύτης τῆς πράξεως ἐνειργάσατο πρὸν αὑτόν (8) ἄρτι γὰρ διαλελυμένος καὶ τὰς χεῖρας ἐκτείνων πρὸς τὸ ἔθνος, οὐδεμιᾶς προφάσεως ἐγγινομένης, φίλων ὑπαρχόντων καὶ συμμάχων Αἰτωλῶν, Λυσιμαχέων, Καλχηδονίων, Κιανῶν, βραχεῖ χρόνῳ πρότερον, (9) πρῶτον μὲν προσηγάγετο τὴν Λυσιμαχέων πόλιν, ἀποσπάσας ἀπὸ τῆς τῶν Αἰτωλῶν συμμαχίας, δευτέραν δὲ τὴν Καλχηδονίων, τρίτην δὲ τὴν Κιανῶν ἐξηνδραποδίσατο, στρατηγοῦ παρ Αἰτωλῶν ἐν αὐτῇ διατρίβοντος καὶ προεστῶτος τῶν κοινῶν. (10) Προυσίας δέ, καθὸ μὲν ἡ πρόθεσις αὐτοῦ συντελείας ἔτυχε, περιχαρὴς ἦν, καθὸ δὲ τὰ μὲν ἆθλα τῆς ἐπιβολῆς ἕτερος ἀπεφερεν, αὐτὸς δὲ πόλεως οἰκόπεδον ἔρημον ἐκληρονόμει, δυσχερῶς διέκειτο, ποιεῖν δ οὐδὲν οἷός τ ἦν. Πολύβ. XVIII 3, 12: διὰ τί δὲ Κιανούς, παραπλησίως μετ Αἰτωλῶν συμπολιτευομένους ἐξανδραποδίσαιτο, φίλος ὑπάρχων Αἰτωλοῖς. Πολύβ. XVIII 4, 7: Κιανοῖς δ ἐγὼ οὐκ ἐπολέμησα Προυσίου δὲ πολεμοῦντος βοηθῶν ἐκείνῳ συνεξεῖλον αὐτούς, ὑμῶν αἰτίων γενομένων. Liv. XXXII 33, 16: Cium, item suae dicionis urbem, funditus evertisse ac delesse. Liv. XXXII 34, 6: Neque ego Cium expugnavi, sed Prusiam socium et amicum oppugnantem adiuvi. 30

51 Πολύβ. XVIII 44, 5: περὶ δὲ τῆς τῶν Κιανῶν ἐλευθερώσεως Τίτον γράψαι πρὸς Προυσίαν κατὰ τὸ δόγμα τῆς συγκλήτου. Liv. XXXIIΙ 30, 4: de Cianorum libertate Quinctium Prusiae, Bithynorum regi, scribere, quid senatui et decem legatis placuisset. Στράβ. XII 4, 3 (C ): Τῷ δ Ἀστακηνῷ κόλπος ἄλλος συνεχής ἐστιν, εἰσέχων μᾶλλον πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον, ἐν ᾧ Προυσιάς ἐστιν, ἡ Κίος πρότερον ὀνομασθεῖσα κατέσκαψε δὲ τὴν Κίον Φίλιππος, ὁ Δημητρίου μὲν υἱός, Περσέως δὲ πατήρ, ἔδωκε δὲ Προυσίᾳ τῷ Ζήλα, συγκατασκάψαντι καὶ ταύτην καὶ Μύρλειαν ἀστυγείτονα πόλιν, πλησίον δὲ καὶ Προύσης οὖσαν ἀναλαβὼν δ ἐκεῖνος ἐκ τῶν ἐρειπίων αὐτὰς ἐπωνόμασεν ἀφ ἑαυτοῦ μὲν Προυσιάδα πόλιν τὴν Κίον, τὴν δὲ Μύρλειαν Ἀπάμειαν ἀπὸ τῆς γυναικός. Στέφ. Βυζ. 89 λ. Προῦσα: Προῦσα, τῆς Προυσιάδος διαφέρει. ἡ μὲν γὰρ Προυσιάς Βιθυνίας, ἀπὸ Προυσίου τοῦ Ζηίλα τοῦ Βιθυνῶν βασιλέως, ἡ Κίος πρότερον ὀνομασθεῖσα, ἧς ὁ πολίτης Προυσιεύς ἡ δὲ Προῦσα καὶ αὐτὴ μὲν πόλις μικρὰ Βιθυνίας, κτίσμα Προυσίου τοῦ πρὸς Κῦρον πολεμήσαντος. ταύτης τὸ ἐθνικὸν Προυσαεύς, ὡς τῆς Νῦσα Νυσαεύς. Το 202 π.χ. ο Φίλιππος έφθασε στην Κίο, η οποία ήδη πολιορκούνταν από τον Προυσία. 90 Φαίνεται ότι η Κίος τη δεδομένη χρονική στιγμή βρισκόταν σε πόλεμο με τον Προυσία και ότι ο Φίλιππος, ο οποίος είχε εκστρατεύσει στην περιοχή της Προποντίδος, αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά υπέρ του φίλου και συμμάχου του. 91 Ο Φίλιππος και ο 89 Ο Στέφανος Βυζάντιος ήταν γραμματικός και γεωγράφος του 6 ου αι. μ.χ. Το έργο του φέρει τον τίτλο «Ἐθνικά» και αποτελεί ένα μεγάλης έκτασης γεωγραφικό λεξικό, στο οποίο συγκέντρωσε όλα τα γραπτώς μαρτυρούμενα τοπωνύμια. Σε κάθε τοπωνύμιο έδινε πρώτα την σωστή γραφή του, το αντίστοιχο εθνωνύμιο, τη γεωγραφική θέση, ιστορικές πληροφορίες, καθώς και ονόματα εξεχουσών προσωπικοτήτων που κατάγονταν από εκεί μαζί με διάφορες άλλες πληροφορίες. Από το τεράστιο αυτό έργο σώθηκε μόνον μία επιτομή, την οποία έκανε ο γραμματικός Ερμόλαος. Βλ. αναλυτικά E. Honigmann, Stephanos (12) Byzantios, RE III A2 (1929), F. W. Walbank, Philip V, C. Habicht, Prusias (1),

52 Προυσίας συνέχισαν από κοινού την πολιορκία της Κίου, κατά τη διάρκεια της οποίας διάφορες πόλεις έστειλαν πρεσβευτές στους δύο βασιλείς με σκοπό να επιτύχουν τη λύση της (Πολύβ. XV 22, 4). Μεταξύ των πόλεων αυτών ήταν η Ρόδος, το Βυζάντιο και πιθανότατα η Αθήνα και η Χίος. 92 Παρόλα αυτά ο Φίλιππος αδιαφόρησε τόσο για τη σημασία μίας πόλης, όπως η Κίος, όσο και για την παρουσία των πρεσβευτών, οι οποίοι έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της κατάληψης και της καταστροφής της πόλης (Πολύβ. XV 22, 4). 93 Η κατάληψη της πόλης ήταν έργο αποκλειστικά του Φιλίππου, όπως προκύπτει από τον Πολύβιο (XV 22, 1, ὁ δὲ Φίλιππος κύριος γενόμενος τῆς πόλεως). Στη συνέχεια ακολούθησε λεηλασία και εκ θεμελίων καταστροφή της Κίου, στις οποίες, σύμφωνα με τον Στράβωνα, συμμετείχε και ο Προυσίας (ΧΙΙ 4, 3). Οι πολίτες της Κίου πωλήθηκαν από τον Φίλιππο ως δούλοι (Πολύβ. XV 23, 3 και XVIII 3, 12). 94 Αυτά τα γεγονότα συνέβησαν παρόντων των προαναφερθέντων πρεσβευτών αλλά και του Αιτωλού στρατηγού, υπό τις διαταγές του οποίου είχε τεθεί η πόλη (Πολύβ. XV 23, 9, στρατηγοῦ παρ Αἰτωλῶν ἐν αὐτῇ διατρίβοντος καὶ προεστῶτος τῶν κοινῶν). 95 Η πρωτοφανής σκληρότητα του Φιλίππου και οι ωμότητες, τις οποίες διέπραξε εις βάρος των Κιανών, προκάλεσαν την αποστροφή της ελληνικής 92 F. W. Walbank, Philip V, 115. C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, 476, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 22, Βλ. και C. Habicht, Prusias (1), Βλ. και F. W. Walbank, Philip V, 115. C. Habicht, Prusias (1), N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, Βλ. και C. Habicht, Prusias (1), N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, 413. Ο Πολύβιος κάνει λόγο για φιλία και συμμαχία μεταξύ των Αιτωλών και των πόλεων Λυσιμάχεια, Καλχηδών και Κίος, η οποία είχε συναφθεί λίγο χρόνο πριν την κατάληψή τους από τον Φίλιππο Ε (XV 23, 8). Ωστόσο η παρουσία του Αιτωλού στρατηγού στις δύο από αυτές τις πόλεις (Κίος και Λυσιμάχεια) δηλώνει ότι αυτές βρίσκονταν υπό την άμεση κυριαρχία της Αιτωλικής Συμπολιτείας και ότι δεν είχαν συνάψει συμμαχία ως ίσοι προς τους Αιτωλούς σύμμαχοι. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και για την τρίτη πόλη, την Καλχηδόνα, παρά το γεγονός ότι γι αυτή δεν μαρτυρείται στρατηγός. Για το είδος της συμμαχίας μεταξύ των Αιτωλών και των τριών πόλεων βλ. J. A. O. Larsen, Greek Federal States. Their Institutions and History, Oxford 1968, 208. Εν τούτοις η συμμαχία με τους Αιτωλούς και η παρουσία του στρατηγού τους στην Κίο δεν απέτρεψαν την καταστροφή της πόλης: W. Ruge, Kios,

53 κοινής γνώμης (Πολύβ. XV 22, 3). 96 Αυτή η απέχθεια επιτάθηκε από την ψευδή εικόνα την οποία παρουσίασε ο απεσταλμένος του Φιλίππου στη Ρόδο σχετικά με τα γεγονότα στην Κίο: Ενώ ο πρεσβευτής εξέθετε τη μεγαλοψυχία του Φιλίππου προς τους Κιανούς, κατέφθασε κάποιος στο πρυτανείο της Ρόδου, ο οποίος ανακοίνωσε τα νέα σχετικά με τον εξανδραποδισμό των Κιανών και έτσι έγινε γνωστή η βιαιότητα του Φιλίππου (Πολύβ. XV 23, 3-4). 97 Η ίδια ακριβώς εικόνα είχε σχηματισθεί και για τον Προυσία, ο οποίος εθεωρείτο εξίσου υπεύθυνος για τον εξανδραποδισμό των κατοίκων της Κίου. 98 Ο Φίλιππος παρέδωσε τη λεηλατημένη και κατεστραμμένη πόλη στον Προυσία (Πολύβ. XV 23, 10 και Στράβ. XII 4, 3). 99 Όπως αναφέρει ο Πολύβιος (XV 23, 10), ο Προυσίας ήταν περιχαρής, επειδή ο σκοπός του επιτεύχθηκε, κατόρθωσε δηλαδή να προσαρτήσει την Κίο, αλλά διέκειτο δυσχερῶς, πρώτον, διότι το σχέδιό του πραγματοποιήθηκε από κάποιον άλλον (δηλαδή τον Φίλιππο), δεύτερον και κυριότερον, διότι παρέλαβε μία ερημωμένη πόλη. Παρά τη δυσαρέσκειά του ο Προυσίας δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει, ώστε να αλλάξει την κατάσταση, και επομένως συμβιβάστηκε με ό, τι του παραχωρήθηκε. 100 Με την προσάρτηση της πόλης στο βασίλειό του ο Προυσίας φρόντισε για την ανοικοδόμησή της υπό το όνομα Προυσιάς (Στράβ. XII 4, 3 και Στέφ. Βυζ. λ. Προῦσα). Το πλήρες όνομα της πόλης ήταν Προυσιὰς ἡ ἐπιθαλάσσιος 96 Βλ. και F. W. Walbank, Philip V, 115. R. M. Errington, Philip and Antiochus, 252. N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, Βλ. και F. W. Walbank, Philip V, 115. C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Philip V, 115. N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, Βλ. και W. Ruge, Kios, 487. F. W. Walbank, Philip V, 115. C. Habicht, Prusias (1), N. G. L. Hammond F. W. Walbank, Macedonia III, 413. C. Michels, Kulturtransfer, Βλ. και C. Habicht, Prusias (1), Πρβλ. E. Will, Histoire politique ΙΙ, 124: Ο Προυσίας θα προτιμούσε να παραλάβει την πόλη άθικτη, διότι ήταν σημαντικό λιμάνι της Προποντίδος και θα μπορούσε να δώσει μεγάλη ώθηση στο εμπόριο και κατ επέκταση στην οικονομία του βασιλείου του. 33

54 ή Προυσιὰς πρὸς θαλάσσῃ ή Προυσιὰς ἀπὸ θαλάσσης. 101 Αυτή η ονομασία διατηρήθηκε μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Κλαυδίου (41-54 μ. Χ.), επί του οποίου επανεμφανίστηκε το παλαιό όνομά της. 102 Τον Νοέμβριο του 198 π.χ., πριν ακόμη λήξει ο Β Μακεδονικός Πόλεμος, πραγματοποιήθηκε μετά από αίτημα του Φίλιππου σύνοδος στη Νίκαια της Λοκρίδος. Σε αυτή συμμετείχαν ο Φλαμινίνος και απεσταλμένοι των συμμάχων των Ρωμαίων (Πέργαμο, Ρόδος, Αχαϊκή και Αιτωλική Συμπολιτεία) αφενός, και ο Φίλιππος αφετέρου. 103 Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών του Φιλίππου με τον Αλέξανδρο, τον εκπρόσωπο της Αιτωλικής Συμπολιτείας, ο τελευταίος ρώτησε τον Φίλιππο για ποιο λόγο εξανδραπόδισε τους κατοίκους της Κίου, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Αιτωλών, αν και ο ίδιος ακολουθούσε φιλική προς την Αιτωλική Συμπολιτεία πολιτική (Πολύβ. XVIII 3, 12 και Liv. XXXII 33, 16). Η απάντηση του Φιλίππου ήταν ότι σε αυτή την περίπτωση δεν είχε εμπλακεί ο ίδιος σε πόλεμο με την Κίο, αλλά την κατέλαβε για λογαριασμό του Προυσία, τον οποίο βοήθησε στην πολιορκία, και επιπλέον ότι οι ίδιοι οι Αιτωλοί με τη συμπεριφορά τους προκάλεσαν τη δική του στρατιωτική παρέμβαση (Πολύβ. XVIII 4, 7 και Liv. XXXII 34, 6). 104 Επομένως, δεδομένου ότι ο Φίλιππος δεν θεωρούσε την κατάκτηση της Κίου δική του υπόθεση και επειδή η πόλη περιήλθε τελικώς στον Προυσία, καμία απόφαση δεν ελήφθη στο συγκεκριμένο συνέδριο σχετικά με αυτή. Ούτε στη συνθήκη η οποία συνήφθη το 196 π.χ. μεταξύ του Φιλίππου και της Ρώμης μετά το τέλος του Β Μακεδονικού Πολέμου έγινε κάποια αναφορά στην Κίο, διότι η πόλη 101 Για τις μορφές του ονόματος της πόλης βλ. W. Ruge, Kios, 487. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, W. Ruge, Kios, 487. C. Habicht, Prusias (1), W. Leschhorn, Gründer der Stadt. Studien zu einem Politisch-Religiösen Phänomen der griechischen Geschichte, Stuttgart 1984, 276. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, Αναλυτικά για τη σύνοδο του 198 π.χ. στη Νίκαια της Λοκρίδος βλ. F. W. Walbank, Philip V, Βλ. και F. W. Walbank, Philip V, 160. C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, 611, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XVIII 44, 5. E. Will, Histoire politique ΙΙ,

55 ανήκε στο βασίλειο της Βιθυνίας. 105 Ωστόσο ο Φλαμινίνος, μετά από απόφαση της Συγκλήτου (senatus consultum) του ιδίου έτους, απέστειλε επιστολή προς τον Προυσία, με την οποία του ζητούσε να ελευθερώσει την πόλη (Πολύβ. XVIII 44, 5 και Liv. XXXIIΙ 30, 4). 106 Ο Προυσίας όμως αγνόησε το αίτημα των Ρωμαίων και εξακολούθησε να κατέχει την πόλη. 107 Τα σχετικά με τη Μύρλεια γεγονότα αναφέρονται στις εξής πηγές: Στράβ. XII 4, 3 (C ): βλ. ανωτέρω σελ. 31 αναφορικά με την Κίο. Ἕρμιππος Βηρύτιος, 108 FHG III p. 51 fr. 72: Ἀπάμεια, πόλις Βιθυνίας, πρότερον Μυρλέα καλουμένη, ἣν λαβὼν δῶρα παρὰ Φιλίππου τοῦ Δημητρίου Προυσίας ὁ Ζηίλα μετωνόμασεν Ἀπάμειαν ἀπὸ τῆς ἑαυτοῦ γυναικὸς Ἀπάμας. Ἕρμιππος ἐν τῷ Περὶ τῶν ἐν παιδείᾳ λαμψάντων λόγῳ. Οὕτως Ὦρος. Στέφ. Βυζ. λ. Ἀπάμεια: ἔστι καὶ Βιθυνίας, κτίσμα Νικομήδους τοῦ Ἐπιφανοῦς, ἐκαλεῖτο δὲ πρῶτον Μύρλεια. τὸ ἐθνικὸν Μυρλεανός. Στέφ. Βυζ. λ. Μύρλεια: πόλις Βιθυνίας, ἡ νῦν λεγομένη Ἀπάμεια. ἀπὸ Μύρλου τοῦ Κολοφωνίων ἡγεμόνος. Νικομήδης δὲ ὁ Ἐπιφανής, Προυσίου δὲ υἱός, ἀπὸ τῆς μητρὸς Ἀπάμας Ἀπάμειαν ὠνόμασεν οἱ δὲ ἀπὸ Μυρλείας Ἀμαζόνος. ὁ πολίτης Μυρλεανός, ὡς Ἀσκληπιάδης Μυρλεανὸς ἀναγράφεται. Στράβων δὲ Μυρλεᾶτιν καλεῖ τὴν χώραν, ἴσως ἀπὸ τοῦ Μυρλεάτης. ἔστι καὶ Μυρλεανὸς κόλπος. 105 Βλ. σχετικώς C. Habicht, Prusias (1), 1095, κατά τη γνώμη του οποίου, εάν η πόλη περιερχόταν στην εξουσία του Φιλίππου, τότε εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Φιλίππου και Ρωμαίων. 106 Βλ. και F. W. Walbank, Philip V, 115. E. Will, Histoire politique ΙΙ, 166. R. M. Errington, Philip and Antiochus, D. Magie, Roman Rule, 314. C. Habicht, Prusias (1), F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, 611, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XVIII 44, Γραμματικός του 2 ου αι. μ.χ. (περ. εποχή Αδριανού, μ.χ.), ο οποίος έγραψε έργα, όπως Ὀνειροκριτικά, Περὶ ἑβδομάδος (σχετικά με τον αριθμό 7), Περὶ πόλεων καὶ οὕς ἑκάστη αὐτῶν ἐνδόξους ἤνεγκε και Περὶ τῶν ἐν παιδείᾳ διαπρεψάντων δούλων (ένα είδος βιογραφίας, καθώς ο ίδιος υπήρξε δούλος). Είναι πιθανό ότι ήταν συγγραφέας του έργου Περὶ ἐνδόξων ἰατρῶν. Βλ. αναλυτικά J. S. Heibges, Hermippos (8), RE VIII 1 (1912),

56 Το ίδιο χρονικό διάστημα ο Φίλιππος κυρίευσε και τη γειτονική πόλη Μύρλεια. Αφού λεηλάτησε και αυτή την πόλη και την κατέστρεψε εκ θεμελίων μαζί με τον Προυσία, στη συνέχεια του την παρέδωσε. Στην περίπτωση της Μύρλειας ο Προυσίας ακολούθησε την ίδια πολιτική, όπως και στην Κίο: Οικοδόμησε εκ νέου την ερειπωμένη πόλη και τη μετονόμασε σε Απάμεια προς τιμήν της συζύγου του Απάμας (σύμφωνα με τον Στράβωνα και τον Έρμιππο Βηρύτιο). 109 Ωστόσο ως προς την ταυτότητα του βασιλέως, ο οποίος ανοικοδόμησε και επανίδρυσε τη Μύρλεια οι αρχαίοι συγγραφείς διαφωνούν. Ο Στέφανος Βυζάντιος (λ. Ἀπάμεια και Μύρλεια) αναφέρει ότι ήταν ενέργεια του Νικομήδους Β Επιφανούς (περ. 149 π.χ.-128/7 π.χ.) 110 προς τιμήν της μητέρας του και συζύγου του Προυσία Β ( π.χ.), 111 η οποία ονομαζόταν επίσης Απάμα. 112 Προς υποστήριξη της εκδοχής του Στεφάνου Βυζαντίου έχει χρησιμοποιηθεί μία αναθηματική επιγραφή, σύμφωνα με την οποία ο βασιλεύς Νικομήδης Επιφανής, (γιος) του βασιλέως Προυσία αφιέρωσε στη θεά βασίλισσα Απάμα, τη μητέρα του, ένα ιερό, στο οποίο παραχώρησε ασυλία. 113 Η επιγραφή αποτελεί απόδειξη ότι στο βασίλειο της Βιθυνίας είχε καθιερωθεί δυναστική λατρεία, όπως συνέβαινε και στα υπόλοιπα ελληνιστικά βασίλεια. 114 Ωστόσο, αν και επιβεβαιώνει το όνομα 109 Για τα σχετικά με τη Μύρλεια γεγονότα βλ. και G. Hirschfeld, Apameia (5), F. W. Walbank, Philip V, 115. C. Habicht, Prusias (1), G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, C. Michels, Kulturtransfer, Βλ. για τον Νικομήδη Β Επιφανή F. Geyer, Nikomedes (4), RE XVII 1 (1936), Βλ. για τον Προυσία Β C. Habicht, Prusias (2), RE XXIII 1 (1957), Η Απάμα ήταν σύζυγος του Προυσία Β, γιου του Προυσία Α, και κόρη του Φιλίππου Ε. Η σύζυγος του Προυσία Α, η οποία ίσως έφερε το ίδιο όνομα, ήταν πιθανότατα αδελφή του Φιλίππου, γεγονός που εξηγεί και τον όρο κηδεστής, ο οποίος χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τη σχέση του Προυσία Α με τον Φίλιππο: F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, , σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 22, 1. Βλ. σχετική παρατήρηση και ανωτέρω σελ. 18, σημ IG II (περ π.χ.). Η επιγραφή βρέθηκε στον Πειραιά, αλλά ο αρχικός τόπος προέλευσής της είναι άγνωστος (πιθανόν κάποια πόλη του βασιλείου της Βιθυνίας). 114 L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture,

57 της μητέρας του Νικομήδους, η επιγραφή δεν αποδεικνύει ότι η πόλη μετονομάστηκε από αυτόν. 115 Επομένως η εκδοχή υπέρ του Προυσία Α θα πρέπει να θεωρηθεί πιο πιθανή για τρεις λόγους: α) Επειδή ο Προυσίας μετονόμασε την Κίο, δεν είναι απίθανο να έκανε ακριβώς το ίδιο και με τη δεύτερη πόλη, την οποία παρέλαβε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και υπό παρόμοιες συνθήκες. Άλλωστε αυτή ήταν η γενικότερη πολιτική του προς τις πόλεις, τις οποίες προσαρτούσε, η οποία μαρτυρείται και σε άλλες περιπτώσεις (βλ. επόμενη ενότητα) β) το ενδεχόμενο να έχει πράγματι μετονομαστεί η πόλη από τον Προυσία ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Στράβων και ο Έρμιππος θεωρούνται γενικά πιο αξιόπιστοι σε σχέση με τον Στέφανο Βυζάντιο, κυρίως διότι είναι προγενέστερες πηγές και βρίσκονται χρονικά πιο κοντά στα γεγονότα, 116 και γ) δεν μπορεί η πόλη να επανίδρυθηκε από τον Νικομήδη Β, διότι από το 202 π.χ. έως την άνοδό του στον θρόνο (149 π.χ.) μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα περίπου πενήντα ετών, κατά το οποίο η πόλη δεν μπορεί να έμεινε κατεστραμμένη και έρημη Μολονότι η επιγραφή χρησιμοποιείται συχνά στην έρευνα για να στηρίξει την εκδοχή του Στεφάνου Βυζαντίου, ο F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, , σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 22, 1, θεωρεί ότι δεν συνδέεται με το ζήτημα της μετονομασίας της Μύρλειας. Μόνον αν ο αρχικός τόπος προέλευσης της επιγραφής ήταν η ίδια η Απάμεια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι την πόλη επανίδρυσε ο Νικομήδης Β. Ο ίδιος αυτ. αναφέρει ότι δεν είναι απίθανο και οι δύο βασιλείς (Προυσίας Α και ο Προυσίας Β ) να είχαν λάβει ως σύζυγο κάποια Απάμα από τη μακεδονική δυναστεία. Αυτό το ενδεχόμενο ίσως εξηγεί και τη σύγχυση του Στεφάνου Βυζαντίου σχετικά με τη μετονομασία της Μύρλειας. 116 Αυτά τα δύο επιχειρήματα διατυπώνει ο F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, 476, σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 22, 1. Για το δεύτερο επιχείρημα βλ. και G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, Αυτό το επιχείρημα διατυπώνει ο C. Michels, Kulturtransfer, Υπέρ της μετονομασίας της Μύρλειας από τον Προυσία Α τάσσονται οι G. Hirschfeld, Apameia (5), D. Magie, Roman Rule, σελ 306, σημ. 20 (στις σελ ). F. W. Walbank, Historical Commentary, ΙΙ, , σχόλια στο χωρίο Πολύβ. XV 22, 1. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 278. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 393. C. Michels, αυτ Την αντίθετη άποψη (μετονομασία της Μύρλειας από τον Νικομήδη Β με βάση τον Στέφανο Βυζάντιο και την προαναφερθείσα επιγραφή) υποστηρίζουν οι F. W. Walbank, Philip V, 115, σημ. 8. C. Habicht, Prusias (1), , L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, 98, σημ. 37

58 Τελικώς με την ανοικοδόμηση και μετονομασία της Κίου και της Μύρλειας θεωρείται πιθανό ότι εγκαταστάθηκε και νέος πληθυσμός στις δύο πόλεις. Ωστόσο η ταυτότητα των νέων κατοίκων των πόλεων δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Δεδομένη πρέπει να θεωρηθεί η ύπαρξη Ελλήνων μεταξύ αυτών, διότι, όπως αποδεικνύεται παρακάτω, οι δύο πόλεις κατά τον χρόνο ένταξής τους στο βασίλειο της Βιθυνίας, είχαν ελληνικό πληθυσμό. 118 Ίσως μεταξύ των νέων κατοίκων να υπήρχαν και αυτόχθονες, δηλαδή Βιθυνοί Πόλεμος εναντίον της Ηράκλειας του Πόντου Κατάληψη Κιέρου και Τιείου Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του ο Προυσίας Α επεδίωξε να επεκταθεί εις βάρος της Ηράκλειας του Πόντου, με την οποία ενεπλάκη σε πόλεμο. Οι ακριβείς χρονολογίες έναρξης και λήξης του πολέμου δεν είναι γνωστές με βεβαιότητα. Το πιο πιθανό είναι ότι αυτός ο πόλεμος έλαβε χώρα πριν τη μετάβαση των Ρωμαίων στη Μ. Ασία για τον πόλεμο κατά του Αντιόχου Γ (192 π.χ.) και ασφαλώς πριν τον θάνατο του Προυσία (περί το 182 π.χ.). 120 Ο πόλεμος μεταξύ Ηράκλειας και Προυσία παραδίδεται μόνον 125. Ο H. L. Fernoux, Notables et élites, 38, αποδίδει αυθαίρετα την επανίδρυση της πόλης στον Προυσία Β. 118 Βλ. κατωτέρω ΙΙΙ.1, σελ. 68 κεξ., ΙΙΙ.2, σελ. 85 κεξ., IV, σελ C. Michels, Kulturtransfer, 273 (Κίος), 276 (Μὐρλεια). 120 W. Ruge, Tieion, RE VI A1 (1936), 860. D. Magie, Roman Rule, 314, σημ. 38 (στη σελ. 1196). C. Habicht, Prusias (1), G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 406. Σχετικά με τη χρονολόγηση του πολέμου έχει διατυπωθεί μία ακόμη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η επίθεση του Προυσία στην Ηράκλεια έλαβε χώρα μετά τη συνθήκη της Απάμειας (188 π.χ.) και συνδεόταν άμεσα με τον πόλεμο μεταξύ Προυσία και Ευμένους Β. Η σύνδεση των δύο γεγονότων δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι ο πόλεμος μεταξύ Προυσία και Ευμένους άρχισε λόγω της επίθεσης του Προυσία στην Ηράκλεια, η οποία ήταν σύμμαχος του Ευμένους. Ο Ευμένης επετέθη τότε στον Προυσία, για να προστατεύσει τη σύμμαχό του Ηράκλεια. Βλ. γι αυτή την εκδοχή S. Dmitriev, Kingdoms of Bithynia and Pergamum,

59 από τον ιστορικό Μέμνονα. 121 Η μοναδική χρονολογική ένδειξη, την οποία προσφέρει η ίδια η πηγή, είναι ότι αυτός ο πόλεμος συνέβη ἔτη οὐ πολλά πριν τον θάνατο του Προυσία. Μέμν. FGrHist 434, F 19: Ταῦτα διεξελθὼν ὁ συγγραφεὺς κατὰ τὸ ιγ καὶ ιδ τῆς ἱστορίας, εἰς τὴν ιε εἰσβαλὼν διηγεῖται, ὅπως Προυσίας ὁ τῶν Βιθυνῶν βασιλεύς, δραστήριος ὢν καὶ πολλὰ πράξας, μετὰ τῶν ἄλλων καὶ Κίερον πόλιν Ἡρακλεωτῶν οὖσαν ὑφ ἑαυτὸν ἔθετο τῷ πολέμῳ, ἀντὶ Κιέρου Προυσιάδα καλέσας εἷλε δὲ καὶ τὴν Τῖον, καὶ αὐτὴν ὑπήκοον αὐτοῖς οὖσαν, ὥστε ἐκ θαλάσσης εἰς θάλασσαν τὴν Ἡράκλειαν περιγράψαι. (2) ἐφ αἷς κἀκείνην κραταιῶς ἐπολιόρκει, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν πολιορκουμένων ἀπέκτεινεν, ἐγγὺς δ ἂν καὶ ἡ πόλις τοῦ ἁλῶναι κατέστη, εἰ μὴ ἐπὶ τῆς κλίμακος ἀναβαίνων Προυσίας, λίθῳ βαλόντος ἐνὸς τῶν ἀπὸ τῆς ἐπάλξεως, συνετρίβη τὸ σκέλος, καὶ τὴν πολιορκίαν τὸ πάθος διέλυσε. (3) φοράδην γὰρ ὁ βληθείς, οὐκ ἄνευ ἀγῶνος, ὑπὸ τῶν Βιθυνῶν ἀνακομισθεὶς εἰς τὰ οἰκεῖα ἀνέστρεψε, κἀκεῖ βιοὺς ἔτη οὐ πολλά, καὶ χωλὸς καὶ ὢν καὶ καλούμενος, τὸν βίον κατέστρεψεν. Σύμφωνα με το ανωτέρω απόσπασμα κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Προυσίας κυρίευσε την Κίερο 122 και το Τίειον, 123 οι οποίες ανήκαν στην 121 Ιστορικός του 1 ου /2 ου αι. μ.χ. Έγραψε μία ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ηράκλειας του Πόντου, σε 16 βιβλία. Το έργο του χάθηκε, αλλά τα βιβλία 9-16 είναι γνωστά μέσω της επιτομής του Φωτίου. Το έργο έχει τη μορφή χρονικού πόλεως και αποτελεί μία πολύ καλή σύνοψη της ιστορίας της Ηράκλειας, ωστόσο πραγματεύεται και θέματα της παγκόσμιας ιστορίας, όπως την ίδρυση και τα πρώτα χρόνια της Ρώμης, την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα κράτη των Διαδόχων και τους Μιθριδατικούς πολέμους. Βλ. αναλυτικά R. Laqueur, Lokalchronik, RE XIII 1 (1926), Πρόκειται για μικρή πόλη, η οποία έκειτο στην ενδοχώρα της Βιθυνίας. Βλ. αναλυτικά W. Ruge, Kieros, RE XI 1 (1921), 380. F. K. Dörner, Prusias (5) ad Hypium, RE XXIII 1 (1957), G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, Αυτή η πόλη είναι γνωστή και ως Τίος ή Τίον. Η μοναδική σημασία του Τιείου έγκειται στο γεγονός ότι ήταν η πατρίδα του Φιλεταίρου, του προγόνου των Ατταλιδών. Από τον 4 ο αι. π.χ. και εξής η πόλη ανήκε στην Ηράκλεια του Πόντου. Βλ. αναλυτικά W. Ruge, Tieion, E. Wüst, Tios (2), RE VI A2 (1937),

60 Ηράκλεια (FGrHist 434, F 19, 1). 124 Η κατάληψη των δύο πόλεων είχε ως αποτέλεσμα να αποκλειστεί η Ηράκλεια από τη μία πλευρά της θάλασσας ως την άλλη, καθώς η Κίερος βρισκόταν δυτικά, ενώ το Τίειον ανατολικά αυτής της πόλεως. Στη συνέχεια ο Προυσίας πολιόρκησε και την ίδια την Ηράκλεια πολύ επίμονα και θανάτωσε πολλούς από τους πολιορκημένους. Η πολιορκία ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ήταν βέβαιο ότι θα την κατακτούσε, αν εν τω μεταξύ δεν τραυματιζόταν σοβαρά στο πόδι κατά τη διάρκεια της επίθεσης (FGrHist 434, F 19, 2). 125 Αυτός ο τραυματισμός προσέδωσε στον Προυσία το προσωνύμιο «χωλός», με το οποίο είναι γνωστός (FGrHist 434, F 19, 3), και τον ανάγκασε να λύσει την πολιορκία (FGrHist 434, F 19, 2). Έτσι, η Ηράκλεια εξακολούθησε να είναι ανεξάρτητη. Ωστόσο η επέκταση του βιθυνικού βασιλείου εις βάρος της είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωσή της και την αρχή μίας περιόδου παρακμής για την πόλη. 126 Η Κίερος και το Τίειον προσαρτήθηκαν από τον Προυσία στο βιθυνικό βασίλειο. 127 Η πρώτη μετά την κατάληψή της από τον Προυσία επανιδρύθηκε υπό το όνομα Προυσιάς (FGrHist 434, F 19, 1). Είναι πολύ πιθανό ότι εποικίστηκε με νέους κατοίκους. 128 Για να αποφευχθεί η σύγχυση με την Κίο, η οποία ονομάστηκε επίσης Προυσιάς, η Κίερος συχνά αναφέρεται ως Προυσιὰς πρὸς Ὑπίῳ (ποταμῷ) ή Προυσιὰς ἀπὸ (τοῦ) Ὑπίου Η Ηράκλεια την εποχή αυτή ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και είχε επεκταθεί εις βάρος των γειτονικών της πόλεων: A. H. Μ. Jones, The Cities of the Eastern Roman Provinces, Oxford , 148. Για την κατάληψη της Κιέρου και του Τιείου από τον Προυσία βλ. και W. Ruge, Kieros, 380. W. Ruge, Tieion, 860. D. Magie, Roman Rule, 314. C. Habicht, Prusias (1), C. Michels, Kulturtransfer, Βλ. και Ed. Meyer, Bithynia, W. Ruge, Herakleia (19), RE VIII 1 (1912), Βλ. και C. Habicht, Prusias (1), C. Habicht, Prusias (1), F. K. Dörner, Prusias (5) ad Hypium, Για τις μορφές του ονόματος της πόλης βλ. D. Magie, Roman Rule, σελ. 307, σημ. 21 (στη σελ. 1190). C. Habicht, Prusias (1), W. Leschhorn, Gründer der Stadt, G. M. Cohen, Hellenistic Settlements,

61 Το Τίειον δεν άλλαξε όνομα. Για την πολιτική του Προυσία προς αυτή την πόλη δεν παραδίδεται κάποια πληροφορία πλην της κατάκτησης και ένταξής της στο βασίλειο. Η Κίερος και το Τίειον είχαν περιέλθει και κατά το παρελθόν στο βασίλειο της Βιθυνίας για κάποιο χρονικό διάστημα. Τις είχε κατακτήσει ο Ζιποίτης (περ π.χ.), 130 ενώ αργότερα ο γιος του Νικομήδης Α τις παραχώρησε στην Ηράκλεια περί το 280 π.χ., για να εξασφαλίσει τη συμμαχία της εναντίον του Αντιόχου Α ( π.χ.). 131 Με την κατάκτηση αυτών των πόλεων ο Προυσίας επέκτεινε το βασίλειό του ανατολικότερα της μέχρι τότε επικράτειάς του, συγκεκριμένα στην περιοχή του Πόντου Η ίδρυση της Προύσης ἐπὶ τῷ Ὀλύμπῳ Κατά τον W. Leschhorn η ίδρυση της Προύσας είναι μία από τις πλέον αμφισβητούμενες περιπτώσεις ίδρυσης ελληνιστικής πόλης. 133 Σε αυτή αναφέρονται τέσσερις γραμματειακές πηγές, στις οποίες οι πληροφορίες αντίκεινται, και είναι οι εξής: 130 Ο Ζιποίτης ήταν ο πρώτος Βιθυνός ηγεμόνας, ο οποίος έλαβε τον βασιλικό τίτλο το 297 π.χ. Βλ. αναλυτικά γι αυτόν C. Habicht, Zipoites (1), RE X A (1972), W. Ruge, Kieros, 380. D. Magie, Roman Rule, σελ. 307, σημ. 21 (στη σελ. 1190). C. Habicht, Prusias (1), F. K. Dörner, Prusias (5) ad Hypium, Για τον Αντίοχο Α βλ. A. Mehl, Antiochos [2], DNP 1 (1996), D. Magie, Roman Rule, 314. C. Habicht, Prusias (1), Ο Πόντος ήταν η γεωγραφική περιοχή στη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου, η οποία βρισκόταν μεταξύ της Παφλαγονίας (δυτικά), της Κολχίδος (ανατολικά) και της Καππαδοκίας (νότια). Στην ουσία αποτελούνταν από μία στενή λωρίδα στη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν διάφορες ελληνικές πόλεις (όπως π.χ. Αμισός, Κοτύωρα, Τραπεζούντα). Αυτά τα εδάφη αποτέλεσαν από το 301 και εξής τον πυρήνα του βασιλείου του Πόντου, το οποίο κυβέρνησε η δυναστεία των Μιθριδατιδών: E. Olshausen, Pontos, DNP 10 (2001), W. Leschhorn, Gründer der Stadt,

62 Στράβ. XII 4, 3 (C 564): Προῦσα δὲ ἐπὶ τῷ Ὀλύμπῳ ἵδρυται τῷ Μυσίῳ, πόλις εὐνομουμένη, τοῖς τε Φρυξὶν ὅμορος καὶ τοῖς Μυσοῖς, κτίσμα Προυσίου τοῦ πρὸς Κροῖσον πολεμήσαντος. Plin. 134 NH V 148: A Cio intus in Bithynia Prusa ab Hannibale sub Olympo condita inde Nicaeam xxv p. interveniente Ascanio lacu, dein Nicaea in ultimo Ascanio sinu, quae prius Olbia, et Prusias, item altera sub Hypio monte. Ἀρρ. 135 FGrHist 156 F 29: ὁ τοῦ Ζιποίτου μὲν υἱός, ἐκεῖνος Νικομήδης ὁ κτίσας Νικομήδειαν, πατὴρ ὁ τοῦ Προυσίου Προυσίου ἔχοντος ὀστοῦν ἓν τοὺς ὀδόντας πάντας οὗτος ὁ τοῦ μονώδοντος τούτου πατὴρ Προυσίου, τοῦ κτήτορος τῆς πόλεως Προύσης τῆς παρ Ὀλύμπῳ, ὁ Νικομήδης ὁ ῥηθεὶς μέγιστον εἶχε κύνα, ἐκ γένους ὄντα Μολοσσῶν, πιστότατον ἐκείνῳ. Στέφ. Βυζ. λ. Προῦσα: Βλ. ανωτέρω σελ. 31 αναφορικά με την Κίο. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (XII 4, 3) η ίδρυση της Προύσας ανάγεται σε κάποιον Προυσία, ο οποίος πολέμησε εναντίον του Κροίσου, ενώ ο Στέφανος Βυζάντιος (λ. Προῦσα) παραδίδει ακριβώς την ίδια πληροφορία με τη διαφορά ότι στη θέση του ονόματος Κροίσος αναφέρεται το όνομα Κύρος. Πιθανότατα στα δύο χωρία εννοείται κάποιος παλαιός βασιλεύς με το όνομα Προυσίας της εποχής του Κροίσου (περ π.χ.) και του Κύρου 134 Ο C. Plinius Secundus (Γάιος Πλίνιος Σεκούνδος, ο πρεσβύτερος) ήταν συγγραφέας του 1 ου αι. μ.χ. Από τα έργα του σώθηκε μόνον το τελευταίο και εκτενέστερο, η Naturalis Historia (37 βιβλία), η οποία αποτελεί μία εκτενή εγκυκλοπαιδική επιτομή της επιστημονικής γνώσης της εποχής του, ταξινομημένης κατά γνωστικές περιοχές με ιδιαίτερη έμφαση στη φυσική ιστορία. Το 5 ο βιβλίο, από το οποίο προέρχεται το απόσπασμα σχετικά με την Προύσα, αφορά τις χώρες και τους λαούς της Ασίας και της Αφρικής. Βλ. αναλυτικά W. Kroll, Plinius (5), RE XXI 1 (1951), Ο Λεύκιος Φλάβιος Αρριανός (περ μ.χ.) ήταν ιστορικός και καταγόταν από τη Νικομήδεια. Έγραψε ποικίλα έργα κυρίως φιλοσοφικά και ιστορικά-βιογραφικά. Από τα τελευταία το σημαντικότερο είναι η Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου (εξιστόρηση της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου) σε 7 βιβλία. Έγραψε επίσης μία Ἰνδικὴ συγγραφή (περιγραφή των Ινδιών με βάση τον Ηρόδοτο), έναν Περίπλουν της Μαύρης Θάλασσας. Αποσπάσματα έχουν σωθεί από τα έργα του Βιθυνιακά, ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του σε οκτώ βιβλία, Παρθικά, ιστορία των Πάρθων σε δεκαεπτά βιβλία και Τὰ μετ Ἀλέξανδρον, ιστορία των Διαδόχων σε 10 βιβλία. Το απόσπασμα σχετικά με την Προύσα προέρχεται από τα Βιθυνιακά. Βλ. αναλυτικά E. Schwartz, Arrianos (9), RE II 1 (1895),

63 Β ( π.χ.). 136 Αυτή η άποψη, η οποία βασίστηκε στις δύο ανωτέρω πληροφορίες, έχει ως επί το πλείστον υποστηριχθεί στην παλαιότερη έρευνα και δεν είναι αποδεκτή από την πλειονότητα των νεότερων ιστορικών. 137 Η εκδοχή σχετικά με κάποιον Προυσία, ο οποίος έζησε περί τον 6 ο αι. π.χ. (κάποιου δηλαδή σύγχρονου του Κροίσου και του Κύρου) δεν ευσταθεί, διότι κανένας Προυσίας δεν είναι γνωστός από αυτή την εποχή και γενικότερα πριν την Ελληνιστική περίοδο. 138 Σχετικά με την πληροφορία αυτών των δύο συγγραφέων έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η Προύσα ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. από κάποιον παλαιό Βιθυνό ηγεμόνα, ο οποίος έφερε όνομα παρόμοιο με αυτό του Προυσία, και ότι αργότερα η πόλη επανιδρύθηκε από τον Προυσία Α, ο οποίος διατήρησε το όνομά της, επειδή αυτό έμοιαζε αρκετά με δικό του. 139 Αυτή η εκδοχή ωστόσο πιθανόν να αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση στην προσπάθεια να αποδειχθεί η αρχαιότητα της πόλης μέσω της αναγωγής της ίδρυσής της σε κάποιον ιδρυτή πρώιμης εποχής. 140 Άλλωστε είναι αδύνατον κάποιος παλαιότερος Βιθυνός ηγεμόνας να έχει ιδρύσει την πόλη, διότι η περιοχή, στην οποία ιδρύθηκε η Προύσα, βρισκόταν εκτός των αρχικών ορίων του 136 Βλ. για τον Κροίσο, τον Κύρο και τον μεταξύ τους πόλεμο J. M. Cook, The Eastern Greeks, στο CAH III 2 3 (1982), , 219. Για τις χρονολογίες βλ. αυτ. 466 (χρονολογικός πίνακας). 137 Βλ. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, , όπου όλη η παλαιότερη βιβλιογραφία. 138 V. Tscherikower, Die Hellenistischen Städtegründungen von Alexander dem Grossen bis auf die Römerzeit, Philologus Suppl. XIX.1, Leipzig 1927, 48. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403, σημ Βλ. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403, σημ. 1, όπου παλαιότερη βιβλιογραφία. Βλ. επίσης D. Magie, Roman Rule, 306, σύμφωνα με τον οποίο πιθανόν να υπήρχε κάποιος προκάτοχος του Προυσία σε μία πολύ πρώιμη εποχή, αλλά ο φημισμένος ιδρυτής της πόλης είναι ο Προυσίας Α, και C. Habicht, Prusias (1), , σύμφωνα με τον οποίο η υπόθεση ότι ο Αννίβας και ο Προυσίας μετονόμασαν από κοινού μία πόλη, η οποία υπήρχε από τον 6 ο αι. π.χ., δεν έχει βρει γενικότερη αποδοχή. Βλ. και κατωτέρω σημ D. Magie, Roman Rule, 306, σημ. 16 (στη σελ. 1187). W. Leschhorn, Gründer der Stadt,

64 βασιλείου της Βιθυνίας, στη Μυσία, και συμπεριλήφθηκε στο βιθυνικό βασίλειο μόλις επί Προυσία Α. 141 Λόγω της ασυμφωνίας μεταξύ των δύο πηγών προτάθηκαν ποικίλες διορθώσεις στα χωρία του Στράβωνα και του Στεφάνου Βυζαντίου. Μία πρώτη πρόταση ήταν η συγχώνευση στην ουσία των δύο παραδιδόμενων από τον Στράβωνα και τον Στέφανο Βυζάντιο πληροφοριών σε μία κοινή φράση: κτίσμα Προυσίου ἢ ὡς ἔνιοί φασι Κροίσου τοῦ πρὸς Κῦρον πολεμήσαντος. 142 Παραμένει όμως το πρόβλημα του παλαιού ιδρυτή, ο οποίος ονομαζόταν Προυσίας και για τον οποίο δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη ότι πράγματι υπήρξε. Επιπλέον η πρόταση αυτή δίνει στην ουσία δύο ονόματα ιδρυτών (Κροίσος ή Προυσίας) και περιπλέκει περισσότερο τα πράγματα. 143 Στην έρευνα έχει ακόμη διατυπωθεί μία πρόταση διόρθωσης, σύμφωνα με την οποία οι δύο εκδοχές, του Στράβωνα και του Στεφάνου Βυζαντίου, θα πρέπει να συμφωνήσουν με τις ιστορικές πληροφορίες, οι οποίες είναι γνωστές για τον Προυσία Α. Σχετικώς έχει 141 V. Tscherikower, Hellenistische Städtegründungen, 48, σημ Ο ίδιος αυτ. 49 υποστηρίζει ότι η ίδρυση από τον Προυσία μίας νέας πόλης δεν σημαίνει ότι πριν από αυτή δεν υπήρξε κάποιος άλλος οικισμός στην ίδια θέση. Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό ότι εκεί υπήρξε κάποια πόλη, η οποία εν τω μεταξύ καταστράφηκε και αργότερα, κατά την Ελληνιστική Εποχή, ιδρύθηκε η Προύσα. Η περιοχή άλλωστε ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για θεμελίωση πόλεως ήδη πριν τον 2 ο αι. π.χ. και αυτό το χαρακτηριστικό της δεν μπορεί να μην είχε γίνει αντιληπτό. Ομοίως ο J. Sölch, Bithynische Städte im Altertum, Klio 19 (1925), 158 με σημ. 2-3, ο οποίος θεωρεί ότι εκεί παλαιότερα βρισκόταν η Αττούσα (εκδοχή την οποία απορρίπτει ο G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 404, σημ. 1). Την αντίθετη άποψη εκφράζει ο M. Holleaux, Études d Epigraphies, II, 114 σημ. 4, ο οποίος συμπεραίνει ότι «στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο το οποίο να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η Προύσα οικοδομήθηκε στη θέση κάποιας παλαιότερης πόλης». Για την ευνοϊκή θέση στην οποία ιδρύθηκε η Προύσα βλ. επίσης F. K. Dörner, Prusa ad Olympum, RE XIII 1 (1957), Μία επιγραφή 3 ου αι. π.χ. (I. Prusa ad Olympum Ι 167) από την περιοχή της Προύσας έχει χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για την ίδρυση της πόλης πριν τον Προυσία Α. Έτσι ο T. Corsten, Zur Gründung von Prusa ad Olympum, Tyche 4 (1989), 34. I. Prusa ad Olympum ΙΙ, σελ. 24 (εισαγωγή). Όμως κατά τον C. Michels, Kulturtransfer, 278 αυτή η ερμηνεία δεν είναι αποδεκτή. 142 Αυτή η φράση δεν προέρχεται από κάποια άλλη πηγή, αλλά είναι στην ουσία μία επινόηση, με την οποία κατεβλήθη προσπάθεια να έρθουν σε συμφωνία οι δύο διαφορετικές εκδοχές. Βλ. V. Tscherikower, Hellenistische Städtegründungen, 48. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 280 με σημ. 1, όπου και η αντίστοιχη βιβλιογραφία γι αυτή την πρόταση διόρθωσης. 143 V. Tscherikower, Hellenistische Städtegründungen,

65 προταθεί η αντικατάσταση της λέξης «Κροίσον» του χωρίου του Στράβωνα (και της μεταγενέστερης λέξης «Κύρον» του χωρίου του Στεφάνου Βυζαντίου) με τη λέξη «Κίερον», ώστε τα συμφραζόμενα να συμφωνούν με τον αναφερόμενο από τον Μέμνονα πόλεμο κατά τη διάρκεια του οποίου ο Προυσίας κατέκτησε την Κίερο (βλ. προηγούμενη ενότητα). 144 Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση έγκειται στο γεγονός ότι ο Προυσίας δεν πολέμησε εναντίον της Κιέρου, αλλά εναντίον της Ηράκλειας και κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε την Κίερο, η οποία της ανήκε. 145 Το συμπέρασμα, στο οποίο έχει καταλήξει η έρευνα σχετικά με τα χωρία του Στράβωνα και του Στεφάνου Βυζαντίου, είναι ότι και τα δύο είναι αρκετά προβληματικά και οι όποιες διορθώσεις δεν είναι πειστικές. Κατά συνέπεια τα δύο χωρία αντιμετωπίζονται με έντονο σκεπτικισμό και θεωρούνται αναξιόπιστα. 146 Οι άλλες δύο εκδοχές, του Πλινίου και του Αρριανού, θεωρείται ότι βρίσκονται πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα. Ωστόσο και αυτοί οι δύο συγγραφείς διαφωνούν, διότι ο Πλίνιος αναφέρει ότι η ίδρυση της Προύσας ήταν ενέργεια του Αννίβα (ΝH V 148), ενώ ο Αρριανός ότι ήταν πράξη του Προυσία (FGrHist 156 F 29). Αν και στα δύο χωρία εντοπίζεται αυτή η ασυμφωνία ως προς τον ιδρυτή της Προύσας, η γενική τάση στην έρευνα είναι να συνδυάζονται οι δύο διαφορετικές εκδοχές, διότι θεωρείται ότι δεν αναιρούν η μία την άλλη. 147 Ίσως η πληροφορία του Πλινίου για την ίδρυση της Προύσας από τον Αννίβα υποδηλώνει ότι η πόλη ιδρύθηκε είτε με συμβουλή του Αννίβα 148 είτε με τη βοήθεια και τη συνεργασία του με τον 144 Βλ. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 280, σημ. 2, όπου και η αντίστοιχη βιβλιογραφία γι αυτή την πρόταση διόρθωσης. Βλ. επίσης V. Tscherikower, Hellenistische Städtegründungen, 48-49, ο οποίος αναφέρει ότι στη θέση των ονομάτων Κροίσος και Κύρος θα πρέπει να εννοηθεί κάποια άλλη λέξη, πιθανότατα παρόμοια, αλλά είναι αβέβαιο ποια. 145 F. K. Dörner, Prusa ad Olympum, G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403, σημ V. Tscherikower, Hellenistische Städtegründungen, 48. C. Habicht, Prusias (1), W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 280. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, D. Magie, Roman Rule, 306, σημ. 16 (στη σελ. 1187). A. H. M. Jones, Cities,

66 Προυσία 149 είτε υπό την επίβλεψη του Αννίβα. 150 Δεδομένου μάλιστα ότι ο Αννίβας, πριν καταφύγει στην αυλή του Προυσία, βρισκόταν κοντά στον βασιλέα της Αρμενίας Αρταξία (περ π.χ.), 151 τον οποίο βοήθησε στην ίδρυση μίας νέας πόλης, της Αρτάξατας, η εκδοχή περί συμβολής του και στην ίδρυση της Προύσας δεν είναι απίθανη. 152 Ίσως ο Αννίβας διέθετε περισσότερη πείρα σχετικά με τη θεμελίωση πόλεων και επομένως διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην ίδρυση της νέας πόλης. 153 Ωστόσο η ίδρυση της Προύσας πρέπει να αποδοθεί στον Προυσία. 154 Είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό ότι ο Προυσίας θα παραχωρούσε στον Αννίβα το δικαίωμα ίδρυσης πόλης εντός του βασιλείου του, ένα δικαίωμα το οποίο μπορούσε να ασκήσει ο ίδιος κατά το πρότυπο των υπόλοιπων ελληνιστικών βασιλέων και από το οποίο θα μπορούσε να επωφεληθεί μέσω των τιμών, τις οποίες θα απολάμβανε στην πόλη ως κτίστης της. 155 Άλλωστε είναι πολύ πιθανό, αλλά όχι βέβαιο, ότι η πόλη οφείλει σε αυτόν το όνομά της C. Habicht, Prusias (1), G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, Βλ. για τον Αρταξία M. Schottky, Artaxias [1], DNP 2 (1997), C. Habicht, Prusias (1), W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 280. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403. Για την αντίθετη άποψη βλ. D. Magie, Roman Rule, 306, σημ. 16 (στη σελ. 1187), ο οποίος αμφισβητεί την ίδρυση τόσο της Αρτάξατας όσο και της Προύσας αποκλειστικά από τον Αννίβα (όπως αναφέρει ο Πλίνιος, NH V 148), καθώς και τη συμμετοχή του Αννίβα στην ίδρυση των δύο πόλεων, την οποία θεωρεί θρυλική και μη ανταποκρινόμενη στην ιστορική πραγματικότητα. 153 Βλ. Ed. Meyer, Bithynia, 519: Ο Προυσίας οφείλει τη θεμελίωση της Προύσας στον Αννίβα. K. Strobel, Prusa ad Olympum, NP 12 (2008), 91: Η συμμετοχή του Αννίβα στην ίδρυση της πόλης δεν πρέπει να αποκλειστεί. 154 V. Tscherikower, Hellenistische Städtegründungen, 48. A. H. M. Jones, Cities, 151. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 280. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403. Βλ. και J. Sölch, Bithynische Städte, 156, ο οποίος, αν και θεωρεί πιο πιθανή την ίδρυση της Προύσας από τον Προυσία Α, επισημαίνει ότι, αν η πόλη ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Προυσία στην θέση κάποιου παλαιότερου οικισμού ή σε μία ακατοίκητη περιοχή, αν ο Προυσίας ίδρυσε την πόλη με δική του πρωτοβουλία ή με τη συμβολή του Αννίβα, τέλος αν η πόλη αποτελεί στην πραγματικότητα ίδρυση του ίδιου του Αννίβα, όλα αυτά τα ερωτήματα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά, διότι κανένα δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. 155 J. Sölch, Bithynische Städte, J. Sölch, Bithynische Städte,

67 Επιπρόσθετο επιχείρημα υπέρ της ίδρυσης της πόλης από τον Προυσία Α μπορεί να θεωρηθεί η αναφορά του Δίωνα Χρυσοστόμου 157 στην πόλη καταγωγής του, την Προύσα. Ο Δίων αναφέρει: εὖ γὰρ ἴστε ὅτι οὐ μεγίστη τῶν πόλεων οὖσα οὐδὲ πλεῖστον χρόνον οἰκουμένη. 158 Η πληροφορία ότι η Προύσα δεν ήταν τόσο παλαιά πόλη σημαίνει ότι η ίδρυσή της δεν μπορεί να χρονολογηθεί στον 6 ο αι. π.χ., διότι ως πολύ παλαιές πόλεις εννοούνται οι ιδρύσεις της Αρχαϊκής Εποχής. Στον οπισθότυπο δύο νομισμάτων Αυτοκρατορικής εποχής από την Προύσα απεικονίζεται κάποιος κτίστης Προυσίας. Το πρώτο νόμισμα χρονολογείται επί Κομμόδου ( μ.χ.), φέρει προτομή του ιδρυτή της πόλης και την επιγραφή ΠΡΟΥΣΑΕΙΣ ΤΟΝ ΚΤΙΣΤΗΝ ΠΡΟΥΣΙΑΝ. Το δεύτερο νόμισμα χρονολογείται επί Γέτα ( π.χ.), φέρει την επιγραφή ΤΟΝ ΚΤΙΣΤΗΝ ΠΡΟΥΣΑΕΙΣ και, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται το όνομα του εικονιζόμενου προσώπου, θεωρείται ότι απεικονίζει τον Προυσία με στρατιωτική περιβολή. Οι ερμηνείες που έχουν προταθεί για τις παραστάσεις των δύο νομισμάτων είναι οι εξής: α) ειδικά το δεύτερο νόμισμα, το οποίο φέρει και σκηνή, έχει έντονα μυθολογικά στοιχεία (ύπαρξη ηρώου και σκηνή θυσίας, η οποία συνδέεται με τη διαδικασία ίδρυσης), τα οποία παραπέμπουν σε έναν παλαιό ιδρυτή της Προύσας, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, δεν μαρτυρείται από αλλού. Στο πρώτο νόμισμα τα χαρακτηριστικά του προσώπου είναι ιδεαλιστικά και όχι τα προσωπικά 157 Ρήτορας, φιλόσοφος και συγγραφέας του 1 ου /2 ου αι. μ.χ. (περ /2 μ.χ.). Αργότερα του δόθηκε το προσωνύμιο Χρυσόστομος. Επί αυτοκράτορα M. Cocceius Nerva (Μ. Κοκκήιου Νέρβα, μ.χ.) έλαβε ρωμαϊκή πολιτεία, γι αυτό και ονομάστηκε Cocceianus. Από τον Δίωνα έχουν σωθεί 80 λόγοι, γνωστοί ως διαλέξεις σχετικά με ηθικά και πολιτικά προβλήματα της ανθρώπινης ζωής. Ξεχωρίζουν οι λόγοι που απευθύνονται προς σημαντικές ελληνικές πόλεις, όπως η Ρόδος, η Αλεξάνδρεια, η Αθήνα, η Ταρσός και η Προύσα, καθώς και οι λόγοι που εκφωνήθηκαν στη Ρώμη. Έγραψε επίσης φιλοσοφικά, ιστορικά έργα και επιστολές. Βλ. σχετικώς W. Schmid Dion (18) Cocceianus, RE V 1 (1903), Δίων Χρυσ. XLIV 9. Για το συγκεκριμένο χωρίο του Δίωνα Χρυσοστόμου ως απόδειξη ότι η ίδρυση της Προύσας πρέπει να χρονολογηθεί μετά τον 6 ο αι. π.χ. βλ. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements,

68 του Προυσία Α. Αυτό ίσως συμβαίνει, διότι στην Αυτοκρατορική εποχή προπαγανδιζόταν ένας κτίστης Προυσίας πρώιμης εποχής με σκοπό να δηλωθεί η αρχαιότητα της πόλης. Αυτή την πρακτική ακολουθούσαν άλλωστε στη νομισματοκοπία τους και άλλες πόλεις της Μ. Ασίας β) στο πρώτο νόμισμα η προτομή απεικονίζει τον ιδρυτή της πόλεως Προυσία Α γ) η σκηνή του δεύτερου νομίσματος συσχετίζεται με μία παρόμοια σκηνή, την οποία φέρει νόμισμα του βασιλέως Νικομήδους Α από τη Νικομήδεια. Σε αυτό ο ιδρυτής της πόλης Νικομήδης Α προσφέρει θυσία, πράξη η οποία συνδέεται με την ιδρυτική διαδικασία. Γι αυτόν τον λόγο αυτό το δεδομένο έχει χρησιμοποιηθεί για να υποστηριχθεί ότι η παρόμοια σκηνή του δεύτερου νομίσματος από την Προύσα πιθανόν να απεικονίζει επίσης έναν Βιθυνό βασιλέα, ιδρυτή της Προύσας, ο οποίος δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Προυσία Α. 159 Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω συνάγεται ότι ιδρυτής της πόλης δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Προυσία Α, τουλάχιστον με βάση τις διαθέσιμες έως τώρα πληροφορίες. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγούν δύο στοιχεία: πρώτον, το γεγονός ότι αποκλείστηκε το ενδεχόμενο ενός ιδρυτή πρώιμης εποχής με το όνομα Προυσίας λόγω απουσίας ανάλογων αποδείξεων και δεύτερον, το γεγονός ότι το όνομα της πόλης συμφωνεί με εκείνο ενός ιστορικού προσώπου, του βασιλέα της Βιθυνίας Προυσία Α, ο οποίος κατέκτησε αυτή την περιοχή και για τον οποίο παραδίδεται ότι ίδρυσε την πόλη. 159 Για αναλυτική περιγραφή των απεικονίσεων των νομισμάτων και των αντίστοιχων ερμηνειών βλ. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, Την άποψη ότι απεικονίζεται στα νομίσματα ο Προυσίας Α διατυπώνουν ο G. Mendel, Inscriptions de Bithynie, BCH 24 (1900), , σημ. 2, ο F. K. Dörner, Prusa ad Olympum, 1078 και ο L. Robert, À Travers l Asie Mineure. Poètes et Prosateurs, Monnaies grecques, Voyageurs et Géographie, Paris 1980, 131, σημ. 13. Την αντίθετη άποψη (απεικόνιση κάποιου μυθικού ιδρυτή) διατυπώνει ο D. Magie, Roman Rule, σελ. 306, σημ. 16 (στη σελ. 1187). Πρβλ. K. Strobel, Prusa ad Olympum, NP 12 (2008), 91: Σύμφωνα με την επίσημη παράδοση, την οποία αντιπροσωπεύουν αυτά τα νομίσματα, ιδρυτής της Προύσας είναι ο Προυσίας Α. 48

69 Ένα ακόμη πρόβλημα είναι η χρονολογία ίδρυσης της Προύσας. Γενικά η ίδρυση της πόλης χρονολογείται μεταξύ των ετών 188 και 183 π.χ., διότι ο Αννίβας κατέφυγε στον Προυσία περί το 188/7 π.χ. λίγο πριν την έναρξη του πολέμου του Προυσία εναντίον του Ευμένους Β. 160 Δεν είναι όμως δυνατόν η ίδρυση της Προύσας να συνέβη κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών ούτε μετά τον θάνατο του Αννίβα (183 π. Χ.), διότι αυτός συμμετείχε στην ίδρυσή της. Έτσι, οι δύο πιθανότερες χρονολογίες ίδρυσης είναι οι εξής: α) τα έτη 188 ή 187 π.χ., δηλαδή λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών μεταξύ Προυσία Α και Ευμένους Β και β) περί το 184 π.χ., μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων αλλά πριν τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Προυσία και Ευμένους και τον θάνατο του Αννίβα. 161 Ωστόσο πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με πληροφορία του Ιουστίνου 162 ο Αννίβας προσέφυγε στον Προυσία πριν την ειρήνη της Απάμειας (188 π.χ), και επομένως ίσως είναι πιθανή μία χρονολόγηση πριν το 188 π.χ. 163 Ωστόσο οι δύο προαναφερθείσες προτάσεις για τη χρονολογία ίδρυσης της Προύσας θεωρούνται γενικά πιθανότερες. 164 Η πόλη ιδρύθηκε στους πρόποδες του όρους Όλυμπος. Έτσι το όνομα της στις πηγές εμφανίζεται ως Προῦσα ἐπὶ τῷ Ὀλύμπῳ ή παρὰ τὸ ὄρος τὸν Ὄλυμπον ή ὑπὸ τὸν Ἀσιανὸν Ὄλυμπον ή παρ Ὀλύμπῳ. 165 Επειδή η περιοχή 160 C. Habicht, Prusias (1), G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403. Μεταξύ π.χ. χρονολογεί την ίδρυση ο J. Sölch, Bithynische Städte, 156 με σημ Τη χρονολόγηση περί το 188 π.χ. προτείνει ο C. Habicht, Prusias (1), Βλ. επίσης G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 403, ο οποίος θεωρεί το 188 π.χ. ως το πιο πιθανό έτος ίδρυσης της Προύσας. Τη χρονολόγηση περί το 184 π.χ. προτείνουν ο M. Holleaux, Études d Epigraphie, ΙΙ, 114, σημ. 5 και ο L. Robert, Études anatoliennes. Recherches sur les Inscriptions grecques de l Asie Mineure, Paris 1939 (ανατ. Amsterdam 1970), Just. XXXII 4, C. Habicht, Prusias (1), Το 202 π.χ. προτείνει ως έτος ίδρυσης ο D. Magie, Roman Rule, σελ. 306, σημ. 16 (στη σελ. 1187), με το επιχείρημα ότι τότε κατακτήθηκε αυτή η περιοχή από τον Προυσία. 164 C. Habicht, Prusias (1), Για τις μορφές του ονόματος της πόλης και του εθνικού ονόματος βλ. F. K. Dörner, Prusa ad Olympum, G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, 404, σημ

70 στην οποία ιδρύθηκε η Προύσα είχε κατακτηθεί προσφάτως, 166 θεωρείται ότι η ίδρυση της πόλης εξυπηρετούσε αρχικώς στρατιωτικούς σκοπούς, η πόλη δηλαδή ιδρύθηκε για να κατοχυρωθεί η προσφάτως κατακτηθείσα περιοχή Η ίδρυση του Βιθυνίου Το Βιθύνιο συγκαταλέγεται μεταξύ των πόλεων οι οποίες ανήκαν στο βιθυνικό βασίλειο με βεβαιότητα επί βασιλείας Προυσία Α. Η πόλη έκειτο στην ενδοχώρα νοτιοανατολικά της Προυσιάδος πρὸς τῷ Ὑπίῳ. Το όνομα του Βιθυνίου υποδηλώνει ότι η πόλη ιδρύθηκε από κάποιον Βιθυνό βασιλέα, αλλά είναι αβέβαιο από ποιον, διότι δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες βάσει των οποίων θα μπορούσε να ταυτιστεί ο ιδρυτής. 168 Είναι πιθανό ότι στη θέση του Βιθυνίου υπήρξε κάποιος οικισμός πριν την ίδρυση της πόλης στους Ελληνιστικούς χρόνους, για τον οποίο όμως δεν είναι τίποτα γνωστό. Από τον Παυσανία 169 παραδίδεται η πληροφορία ότι οἱ δὲ Βιθυνιεῖς Ἀρκάδες τέ εἰσι καὶ Μαντινεῖς τὰ ἄνωθεν. 170 Ωστόσο, επειδή αυτή η πληροφορία είναι η μοναδική σωζόμενη σχετικά με το Βιθύνιο, δεν είναι εύκολο να ελεγχθεί η ορθότητά της. Στην περίπτωση που αυτή η παράδοση είναι αληθής, τότε στους Ελληνιστικούς χρόνους ο προϋπάρχων οικισμός επανιδρύθηκε ως πόλη με το όνομα Βιθύνιο Πρόκειται για την περιοχή λίγο βορειότερα της Προύσας, στην οποία έκειντο η Κίος και η Μύρλεια και η οποία προσαρτήθηκε στο βασίλειο το 202 π.χ. 167 K. Strobel, Prusa, 91. C. Michels, Kulturtransfer, Έτσι ο G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, Περιηγητής του 2 ου αι. μ.χ. και συγγραφέας του έργου Ἑλλάδος Περιήγησις, στο οποίο περιγράφονται σε 10 βιβλία οι περιοχές Αττική (1), Κόρινθος (2), Άργος και Λακωνία (3), Μεσσηνία (4), Ήλιδα (5-6), Αχαΐα (7), Αρκαδία (8), Βοιωτία (9), Φωκίδα (10). Η περιγραφή συνοδεύεται από πάσης φύσεως πληροφορίες (ιστορικές, αρχαιολογικές, γεωγραφικές, μυθολογικές). Βλ. αναλυτικά A. Donohue, Pausanias [8], NP 10 (2007), Παυσ. VIII 9, I. Klaudiu Polis, σελ. 1 (εισαγωγή). 50

71 Σχετικά με τον ιδρυτή του Βιθυνίου οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί στην έρευνα αντίκεινται και είναι συνοπτικά οι εξής: Ο Ed. Meyer αποδίδει την ίδρυση του Βιθυνίου στον Ζιαήλα, 172 άποψη την οποία θεωρεί εντελώς απίθανη ο C. Habicht 173 o A. H. M. Jones υποστηρίζει ότι το Βιθύνιο ήταν στρατιωτική αποικία Βιθυνών, η οποία ιδρύθηκε από τον Νικομήδη Α με σκοπό να κατοχυρωθεί η προσφάτως κατακτηθείσα από τον ίδιο περιοχή 174 σύμφωνα με τον D. Magie και τον C. Habicht η ευρύτερη περιοχή στην οποία έκειτο το Βιθύνιο κατακτήθηκε μόλις επί Προυσία Α και επομένως σε αυτόν πρέπει να αποδοθεί η ίδρυση της πόλης. 175 Δύο γνωστές για τον Προυσία Α πληροφορίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πόλη ίσως ιδρύθηκε από αυτόν: α) Το Βιθύνιο βρισκόταν λίγο βορειότερα της Φρυγίας Επικτήτου, η οποία ανήκε στην επικράτεια του Προυσία μεταξύ των ετών π.χ. 176 β) το Βιθύνιο ήταν γειτονική της Προυσιάδος πρὸς τῷ Ὑπίῳ πόλη, η οποία (Προυσιάς) κατακτήθηκε από τον Προυσία Α περίπου την ίδια εποχή (πριν το 190 και έως το 182 π.χ.). 177 Η σχεδόν ταυτόχρονη κατάκτηση από τον Προυσία της ευρύτερης περιοχής στην οποία βρισκόταν το Βιθύνιο, δηλαδή της περιοχής νοτίως (Φρυγία Επίκτητος) και δυτικώς (Προυσιὰς πρὸς τῷ Ὑπίῳ) αυτής της πόλης, δείχνει ότι το Βιθύνιο ίσως ιδρύθηκε από αυτόν κατά την προαναφερθείσα χρονική περίοδο. 172 Ed. Meyer, Bithynia, C. Habicht, Ziaelas, A. H. M. Jones, The Greek City from Alexander to Justinian, Oxford 1940 (ανατ. 1971), D. Magie, Roman Rule, σελ. 307, σημ. 22 (στη σελ. 1190). C. Habicht, Ziaelas, C. Habicht, Ziaelas, 394. G. M. Cohen, Hellenistic Settlements, με σημ. 3, όπου και παλαιότερη βιβλιογραφία. Για την προσάρτηση της Φρυγίας Επικτήτου στο βιθυνικό βασίλειο και την τελική παραχώρησή της στους Ατταλίδες βλ. ανωτέρω ΙΙ.3, σελ. 23, D. Magie, Roman Rule, σελ. 307, σημ. 22 (στη σελ. 1190). I. Klaudiu Polis 50, σελ. 57, σχόλια στον στίχο 5. 51

72 Η ίδρυση του Βιθυνίου από τον Προυσία Α συνάγεται και από μία αναθηματική επιγραφή Αυτοκρατορικών χρόνων από το Βιθύνιο, στην οποία συμπληρώνεται το όνομα αυτού του βασιλέως: 178 Δημήτρ[ιος] Δημύλου κὲ Ἀσκληπιά[δης] Ἀρχεστράτου κὲ Λεύκιος Σε[ραπί]ωνος [κὲ] Σεκοῦνδος Ἀραμίωνος ἱερατεύσαντες καλῶς Π[ρο]υσίᾳ. Η επιγραφή αφιερώνεται στον βασιλέα Προυσία από τέσσερις αναθέτες, οι οποίοι διετέλεσαν ιερείς της λατρείας του. Προφανώς ο Προυσίας λατρευόταν στην πόλη κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους ως κτίστης, δηλαδή ως ιδρυτής της πόλης. Η επιγραφή αποτελεί μαρτυρία για τη λατρεία του Προυσία Α ως ιδρυτή και επομένως για την ίδρυση του Βιθυνίου από αυτόν. 179 Στην επιγραφή δεν είναι δυνατόν να εννοείται ως ιδρυτής ο Προυσίας Β, διότι από τους δύο Βιθυνούς βασιλείς, οι οποίοι έφεραν αυτό το όνομα, μόνον για τον Προυσία Α παραδίδεται με μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι είχε ιδρύσει ή επανιδρύσει και άλλες πόλεις. 180 Το όνομα του Βιθυνίου είχε προπαγανδιστικό χαρακτήρα: Δήλωνε σαφώς ότι επρόκειτο για μία ιδρυθείσα από Βιθυνό βασιλέα πόλη, η οποία ανήκε στην επικράτεια της Βιθυνίας. 181 Επί αυτοκράτορα Κλαυδίου (41-54 μ.χ.) το Βιθύνιο μετονομάστηκε σε Κλαυδίου Πόλιν. Αυτή η ονομασία 178 I. Klaudiu Polis 50 (Αυτοκρατορική εποχή). 179 L. Robert, À Travers l Asie Mineure, 130. W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 284. I. Klaudiu Polis 50, σελ. 57, σχόλια στον στίχο 5. C. Michels, Kulturtransfer, 280 με σημ I. Klaudiu Polis 50, σελ. 57, σχόλια στον στίχο Βλ. για τον προγραμματικό χαρακτήρα του ονόματος του Βιθυνίου I. Klaudiu Polis, σελ. 1 (εισαγωγή). C. Michels, Kulturtransfer,

73 διατηρήθηκε τουλάχιστον μέχρι το 130 μ.χ., όταν επί Αδριανού έλαβε επιπροσθέτως το επίθετο Ἁδριανή. 182 Όπως παρατηρήθηκε ανωτέρω στην Προύσα (σελ ), και η ίδρυση του Βιθυνίου εξυπηρετούσε τους στρατιωτικούς σκοπούς της επεκτατικής εξωτερικής πολιτικής του Προυσία Α, διότι και το Βιθύνιο ιδρύθηκε για να κατοχυρωθεί η νεοκατακτηθείσα περιοχή. 183 Οι τέσσερις κατακτηθείσες και οι δύο νεοϊδρυθείσες από τον Προυσία Α πόλεις ανήκαν πλέον οριστικά στο βασίλειο της Βιθυνίας, έως ότου αυτό κληροδοτήθηκε στους Ρωμαίους το 74 π.χ. με την πολιτική διαθήκη του Νικομήδους Δ Φιλοπάτορος (περ π.χ.). 184 Σημειωτέον ότι επί Προυσία Α εντάχθηκαν στο βασίλειο της Βιθυνίας οι περισσότερες ελληνικές πόλεις σε σχέση με οποιονδήποτε Βιθυνό βασιλέα πριν και μετά από αυτόν και ότι επί της βασιλείας του το βασίλειο έλαβε τη μέγιστη έκτασή του, 185 η οποία έμεινε σταθερή έως το 74 π.χ Βλ. για τις μορφές του ονόματος της πόλης W. Ruge, Bithynion, RE III 1 (1897), 542. L. Robert, À Travers l Asie mineure, 132, σημ. 2. I. Klaudiu Polis, σελ (index). Παρατηρήσεις σχετικά με το τοπωνύμιο και το αντίστοιχο εθνωνύμιο γίνονται και κατωτέρω (ΙΙΙ.6, σελ ) βάσει των επιγραφών. 183 C. Michels, Kulturtransfer, Βλ. για τον Νικομήδη Δ F. Geyer, Nikomedes (6) IV Philopator, RE XVII 1 (1936), Για τη χρονολόγηση του θανάτου του Νικομήδους Δ τέλη 75 π.χ./αρχές 74 (Ιανουάριο ή Φεβρουάριο) και την έναρξη του Γ Μιθραδατικού Πολέμου αρχές 74 π.χ. βλ. R. Merkelbach, Hat der Bithynische Erbfolgekrieg im Jahr 74 oder 73 begonnen?, ZPE 81 (1990), κυρίως Αυτό ισχύει ακόμη και μετά την οριστική απώλεια της Φρυγίας Επικτήτου. 186 Βλ. για την έκταση του βασιλείου της Βιθυνίας από τον Προυσία Α και εξής D. Magie, Roman Rule, 314. C. Habicht, Prusias (1), H. L. Fernoux, Notables et élites, 32. Βλ. επίσης κατωτέρω σελ. 170 (χάρτης). 53

74 III. ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ Σε αυτό το μέρος της εργασίας εξετάζεται η εσωτερική κατάσταση των κατακτηθεισών ή ιδρυθεισών από τον Προυσία Α πόλεων κατά τον χρόνο υπαγωγής τους στο βασίλειο της Βιθυνίας και συγκεκριμένα ως προς τη συνέχεια ή ασυνέχεια των ελληνικών θεσμών, όπως αυτό ορίστηκε στην εισαγωγή της εργασίας (σελ. 4-9). Ευνόητη είναι βεβαίως η ασυνέχεια ως προς την ανεξαρτησία των πόλεων, η οποία συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματός τους να κόβουν δικά τους νομίσματα. 1 Σαφής είναι η συνέχεια κατοίκησης και ύπαρξης των πόλεων ως επανιδρύσεις με συναφή ασυνέχεια την αλλαγή του ονόματος σε ορισμένες από αυτές. Ως προς την εσωτερική κατάσταση των πόλεων εξετάζονται πρωτίστως πολιτικοί θεσμοί και δευτερευόντως θεσμοί σχετικοί με τον γενικότερο δημόσιο βίο, π.χ. θρησκευτικοί ή πολιτιστικοί, με σκοπό να αποδειχθεί η συνέχεια ή ασυνέχεια αυτών των θεσμών μετά την ένταξη των πόλεων στο βασίλειο της Βιθυνίας. Για μεθοδολογικούς λόγους οι οποίοι υπαγορεύονται από το ζητούμενο της εξέτασης ακολουθείται η εξής κατηγοριοποίηση των επιγραφών: Κάθε πόλη εξετάζεται χωριστά λόγω των ιδιαιτεροτήτων των επιγραφών της καθεμίας από αυτές. Προηγούνται οι επανιδρυθείσες ελληνικές πόλεις κατά τον χρόνο κατάκτησής τους και συγχρόνως κατά αλφαβητική σειρά για όσες κατακτήθηκαν το ίδιο χρονικό διάστημα. Έπονται οι κατά πάσα πιθανότητα ιδρύσεις του Προυσία Α. Εντός εκάστης πόλεως η αξιοποίηση των επιγραφών κατανέμεται αναλόγως: 1) είτε σε τρία επιμέρους χρονικά διαστήματα, δηλαδή α) πριν την ένταξη των πόλεων στο βασίλειο της Βιθυνίας, β) κατά τον χρόνο 1 C. Marek, Stadt, Ära und Territorium, 24. C. Michels, Kulturtransfer,

75 υπαγωγής τους στο βασίλειο (έως το 74 π.χ.) και γ) μετά το τέλος του βασιλείου (74 π.χ. και εξής) 2) είτε σε δύο από αυτά τα χρονικά διαστήματα ή 3) μόνον σε ένα, την Αυτοκρατορική εποχή. Επειδή η χρονολόγηση των επιγραφών είναι απαραίτητη προϋπόθεση της εξέτασης, ώστε αυτές να ταξινομηθούν στην αντίστοιχη περίοδο, οι αχρονολόγητες επιγραφές δεν ελήφθησαν υπόψιν. 2 Επιγραφές και των τριών χρονικών περιόδων διαθέτουν μόνον η Κίος και η Μύρλεια, ενώ στην Προύσα οι επιγραφικές μαρτυρίες κατανέμονται σε δύο περιόδους, την Ελληνιστική και την Αυτοκρατορική εποχή. Οι επιγραφές των τριών άλλων πόλεων (Κίερος, Τίειον και Βιθύνιον) χρονολογούνται μόνον στην Αυτοκρατορική εποχή. Η ταξινόμηση των επιγραφών σε τρεις ή δύο χρονικές περιόδους επιτρέπει τη συγκριτική εξέταση και τον σχηματισμό εικόνας για την κατάσταση πριν και μετά την κατάκτηση των πόλεων και επομένως για το ζήτημα της συνέχειας ή ασυνέχειας των ελληνικών θεσμών. Ακόμη και για τις πόλεις για τις οποίες δεν είναι βέβαιο αν ήταν νέες ιδρύσεις ή επανιδρυθείσες ελληνικές πόλεις (Προύσα και Βιθύνιο), η εξέταση των επιγραφών ως προς τους θεσμούς και τον δημόσιο βίο αναδεικνύει τον χαρακτήρα αυτών των πόλεων. Το ίδιο ισχύει και για τις πόλεις από τις οποίες δεν σώζονται επιγραφές προγενέστερες των Αυτοκρατορικών χρόνων. Εντός εκάστης χρονικής περιόδου οι επιγραφές δεν εξετάζονται με βάση αυστηρώς χρονολογικά κριτήρια, αλλά κυρίως με βάση αξιολογικά κριτήρια, αναλόγως δηλαδή της σημασίας των παραδιδόμενων σε αυτές θεσμών. Της αναλυτικής εξέτασης και του σχολιασμού των θεσμών έπονται συνοπτικές παρατηρήσεις σχετικά με τα παραδιδόμενα στις 2 Για τις επιγραφές χρησιμοποιήθηκαν οι βασικές εκδόσεις και η χρονολόγηση έγινε με βάση αυτές. Όπου εντοπίστηκαν νεότερες εκδόσεις ακολουθήθηκε η νεότερη χρονολόγηση. Άλλως διευκρινίζεται κατά περίπτωση. 55

76 επιγραφές ανθρωπωνύμια με σκοπό να αποδειχθεί, αν αυτά ήταν ελληνικά και επομένως αν οι πόλεις εξακολούθησαν να κατοικούνται από ελληνικό πληθυσμό. Ρωμαϊκοί θεσμοί 3 παραδιδόμενοι στις υπό εξέταση επιγραφές δεν εξετάζονται για τρεις λόγους: α) διότι δεν αφορούν το θέμα, όπως αυτό ορίστηκε ανωτέρω, β) διότι η εισαγωγή ρωμαϊκών θεσμών είναι αυτονόητη για όλες τις επαρχίες και τις πόλεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και γ) διότι μία εξέταση συμπεριλαμβανομένων των ρωμαϊκών θεσμών θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια μίας μεταπτυχιακής εργασίας. 4 Δεν γίνεται επίσης αναφορά στην αυτοκρατορική λατρεία και στα αντίστοιχα προς αυτή αξιώματα και θεσμούς 5 ούτε στη λατρεία αιγυπτιακών θεοτήτων, η οποία ήταν κοινή για ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο ήδη από την Ελληνιστική εποχή Κίος Προυσιὰς ἡ ἐπιθαλάσσιος Το συγκριτικό πλεονέκτημα στην περίπτωση της Κίου έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχουν επιγραφικές μαρτυρίες ήδη από την Κλασική Εποχή. Εξετάζονται όλες οι επιγραφές, ανεξαρτήτως του τόπου εύρεσης, οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για την Κίο ως ανεξάρτητη πόλη και ως ανήκουσα για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο βασίλειο της Βιθυνίας, καθώς 3 Θεσμοί δηλαδή οι οποίοι εισήχθησαν στις πόλεις με τη δημιουργία της επαρχίας. Για τη δημιουργία της επαρχίας Βιθυνίας βλ. κατωτέρω ΙΙΙ.1, σελ Βλ. για τη διοίκηση της επαρχίας και τους ρωμαϊκούς θεσμούς των πόλεων C. Marek, Pontus et Bithynia, 44-74, H. L. Fernoux, Notables et élites, και πιο συνοπτικά T. Bekker Nielsen, Urban Life and Local Politics in Roman Bithynia. The Small World of Dion Chrysostomos, Aahrus University Press 2008, Βλ. για την αυτοκρατορική λατρεία στη Μ. Ασία S. R. F. Price, Rituals and Power. The Roman Imperial Cult in Asia Minor, Cambridge Lοndon New York New Rochelle Melbourne Sydney 1984 και συνοπτικά για την αυτοκρατορική λατρεία στην επαρχία Βιθυνίας-Πόντου C. Marek, Pontus et Bithynia, Βλ. για τη λατρεία των δύο σημαντικότερων αιγυπτιακών θεοτήτων, της Ίσιδος και του Σαράπιδος, L. Vidman, Isis und Sarapis bei den Griechen und Römern. Epigraphische Studien zur Verbreitung und zu den Trägern des ägyptischen Kultes, Berlin

77 και για πολίτες της Κίου. Οι σχετικές με την Κίο επιγραφές προέρχονται και από τις τρεις επιμέρους χρονικές περιόδους, όπως αυτές ορίστηκαν αμέσως προηγουμένως. α) Κλασική και πρώιμη Ελληνιστική εποχή (έως το 202 π.χ.) Οι επιγραφικές μαρτυρίες για την Κίο κατά την Κλασική και πρώιμη Ελληνιστική εποχή (έως το 202 π.χ.) δεν είναι πολλές, ωστόσο παρέχουν αρκετές πληροφορίες για την πόλη και τους πολίτες της. Οι παλαιότερες επιγραφικές μαρτυρίες είναι οι ετήσιοι φορολογικοί κατάλογοι της Α Αθηναϊκής Συμμαχίας, οι οποίοι αποδεικνύουν ότι η Κίος ήταν σύμμαχος των Αθηναίων. Σώζονται συνολικά δεκατρείς φορολογικοί κατάλογοι, στους οποίους παραδίδεται το εθνικό όνομα Κιανοί και οι οποίοι χρονολογούνται τα έτη 454/3 π.χ., 7 448/7 π. Χ.-444/3 π.χ., 8 442/1 π.χ., 9 440/39 π.χ., /4 π.χ., /2 π.χ.-432/1 π.χ., /29 π.χ., /4 π.χ., /7 π.χ. 15 Από τους καταλόγους προκύπτει ότι η Κίος ως σύμμαχος των Αθηναίων κατέβαλλε ετήσιο φόρο 1000 δραχμές. Μία αττική αποσπασματική επιγραφή, η οποία χρονολογείται περί το 406/5 π.χ., περιέχει μόνον τα ονόματα του γραμματέως και του επωνύμου άρχοντος της Αθήνας. 16 Στο ανάγλυφο άνωθεν της επιγραφής υπάρχουν η λέξη «Κίος» και κάτωθεν αυτής ανάγλυφη παράσταση, η οποία απεικονίζει τη θεά Αθηνά σε δεξίωσιν (χειραψία με το δεξί χέρι) με γενειοφόρο άνδρα. 7 IG I 3 259, VI 7. 8 IG I 3 264, ΙΙΙ , ΙΙ , Ι , ΙΙ IG I 3 270, ΙΙ IG I 3 272, Ι IG I 3 277, IV IG I 3 279, Ι , ΙΙ IG I 3 281, ΙΙΙ IG I 3 71, ΙΙΙ IG I 3 287, ΙΙ IG I (406/5 π.χ.). 57

78 Οι δύο μορφές θεωρείται ότι συμβολίζουν τον δήμο των Αθηναίων και των Κιανών αντιστοίχως, διότι η λέξη «Κίος» βρίσκεται ακριβώς άνωθεν της ανδρικής μορφής. Αυτός ο συμβολισμός αντανακλά τις καλές σχέσεις της Κίου με την Αθήνα. Η επιγραφή έχει χρονολογηθεί πρώτον με βάση τον επώνυμο άρχοντα και δεύτερον με βάση τα κατωτέρω ιστορικά συμφραζόμενα: 17 Τη νίκη των Αθηναίων στις Αργινούσες (406 π.χ.), 18 η οποία είχε ως συνέπεια η Κίος να προσχωρήσει εκ νέου στην Α Αθηναϊκή Συμμαχία. 19 Αυτό το γεγονός συμβολίζει η δεξίωσις της Αθηνάς με τον γενειοφόρο άνδρα. Από την Κίο προέρχονται δύο τιμητικά ψηφίσματα 4 ου αι. π.χ. 20 Το πρώτο είναι για τον Άδολο Αδόλου από το Σίγειο. 21 Στο praescriptum (στ. 1-3) περιέχονται οι εξής πολιτικοί θεσμοί: [Ἐπὶ..]νος φρουροῦ, Ἀνθε<σ>τηριῶ[νος], Αὐτονόμου πρυτανεύν[τος], [κυρία ἐκκ]λησία, Μεταγένης Μετα[γένους εἶπε]. Στην πρώτη θέση του ψηφίσματος αναγράφεται ο φρουρός (το όνομά του δεν σώζεται), ο οποίος ήταν ο επώνυμος άρχων της 17 Ως επώνυμος άρχων αναφέρεται στην επιγραφή ο Καλλίας. Όμως άρχων με το ίδιο όνομα μαρτυρείται και για το έτος 377/6 π.χ., όταν η Κίος ανήκε στην Περσική αυτοκρατορία (από την Ανταλκίδειο Ειρήνη, 386 π.χ., και εξής). Τότε όμως μία σύνδεση της Κίου με την Αθήνα δεν ήταν δυνατή. Γι αυτόν τον λόγο χρησιμοποιήθηκαν και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής προκειμένου να χρονολογηθεί η επιγραφή. Βλ. σχετικώς I. Kios, σελ (εισαγωγή). 18 I. Kios, σελ. 25 (εισαγωγή). 19 Η Κίος το 408 π.χ. είχε περιέλθει στους Πέρσες: I. Kios, σελ. 24 (εισαγωγή). 20 Ήδη από το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και καθ όλη τη διάρκεια του 4 ου αι. π.χ. (τυπικά από την Ανταλκίδειο ειρήνη και εξής) η Κίος ανήκε εκ νέου στην Περσική αυτοκρατορία. Η πόλη τέθηκε διαδοχικά υπό την εξουσία διάφορων τοπικών Περσών δυναστών, οι οποίοι μάλλον δεν μετέβαλαν τους θεσμούς διοίκησης της πόλης, όπως συνάγεται από τα δύο ψηφίσματα 4 ου αι. π.χ. της Κίου. Αυτή η κατάσταση μαρτυρείται τουλάχιστον μέχρι το 334 π.χ., όταν η Μ. Ασία κατακτήθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο. Θεωρείται πιθανό ότι ο Αλέξανδρος διατήρησε τους τοπικούς ηγεμόνες στις θέσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι η Κίος εξακολούθησε να βρίσκεται υπό περσική κυριαρχία μέχρι το 302, όταν πέθανε και ο τελευταίος τοπικός δυνάστης, ο Μιθριδάτης Β. Μεταξύ του 301 και του 281 π.χ. η Κίος ανήκε στο βασίλειο του Λυσιμάχου. Βλ. σχετικώς I. Kios, σελ , 50 (εισαγωγή). Για την Ανταλκίδειο Ειρήνη και την παραχώρηση της Μ. Ασίας στους Πέρσες βλ. R. Seager, The Corinthian War, στο CAH VI 2 (1994), I. Kios 1 (4 ος αι. π.χ.). 58

79 Κίου. 22 Έπεται ο μήνας Aνθεστηριών, κατά τον οποίο ελήφθη η απόφαση, 23 και στη συνέχεια ο πρυτανεύων Αυτόνομος. Ο πρυτανεύων ανήκε στην ομάδα των πρυτάνεων της βουλής (πρυτανεία), της οποίας ήταν επικεφαλής. 24 Κύρια αρμοδιότητα των πρυτάνεων της Κίου ίσως ήταν η προεδρία των συνεδριάσεων της βουλής και της εκκλησίας του δήμου, στην οποία (προεδρία) εναλλάσσονταν μηνιαίως. 25 Η ύπαρξη πρυτάνεως με αυτές τις αρμοδιότητες συνεπάγεται την ύπαρξη βουλής στην Κίο. Ακολουθούν η αναφορά στην εκκλησία του δήμου, η οποία προσδιορίζεται 22 Γι αυτόν τον πολιτικό θεσμό χρησιμοποιείται ένας στρατιωτικός όρος, πιθανώς για να δηλωθεί η ενίσχυση της στρατιωτικής εξουσίας. Ο φρουρός θεωρούνταν ότι επέβλεπε ή επιτηρούσε την πόλη, ότι έχει αναλάβει τη διοίκησή της. Πιθανόν ο φρουρός να εξελίχθηκε από στρατιωτικό σε πολιτικό αξιωματούχο, καθώς η χρήση στρατιωτικών όρων για πολιτικά αξιώματα είναι ένα αρκετά συχνό φαινόμενο με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το αξίωμα του στρατηγού. Η παρουσία του φρουρού θα πρέπει εδώ να συνδεθεί με την ισχύουσα πολιτική κατάσταση στην Κίο κατά τον 4 ο αι. π.χ. Η πόλη βρισκόταν υπό περσική κυριαρχία και ίσως αυτός ο φρουρός με τις ενισχυμένες εξουσίες που διέθετε διοικούσε και επέβλεπε την πόλη: I. Kios 1, σελ , σχόλια στον στίχο 1 και σελ (εισαγωγή). R. Sherk, The Eponymous Officials of Greek Cities III. The Register. Thrace, Black Sea, Asia Minor, ZPE 88 (1991), 240. Φρουρός ως επώνυμος άρχων με ενιαύσια θητεία και τα ανωτέρω χαρακτηριστικά μαρτυρείται και σε μία επιγραφή από τις Κλαζομενές. Βλ. σχετικώς I. Erythrai 510, 16 (3 ος αι. π.χ.) και αυτ. σελ. 517, σχόλια στον στίχο Η Κίος, όπως και άλλες αποικίες της Μιλήτου, ακολουθούσε το ημερολόγιο της μητρόπολής της. Από την Κίο παραδίδονται τα ονόματα μόνον δύο μηνών, του Ανθεστηριώνα και του Ληναιώνα, το δεύτερο στην αμέσως επόμενη επιγραφή. Τα ονόματα των υπολοίπων μηνών είναι γνωστά είτε από την ίδια τη Μίλητο είτε από άλλες αποικίες της. Αυτοί οι δύο μήνες είναι ο έκτος και ο πέμπτος ή ο ενδέκατος και ο δέκατος αντιστοίχως ανάλογα με τον μήνα έναρξης του μιλησιακού έτους. Βλ. γι αυτούς τους μήνες και τη θέση τους στο ημερολόγιο της Κίου, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο της Μιλήτου C. Trümpy, Untersuchungen zu den altgriechischen Monatsnamen und Monatsfolgen, Heidelberg 1997, Γενικά δύο εκδοχές είναι πιθανές σχετικά με τον θεσμό του πρυτάνεως: Ένας πρύτανις μπορούσε είτε να είναι ο επώνυμος άρχων μίας πόλης είτε να είναι μέλος της πρυτανείας και επικεφαλής της για κάποιο χρονικό διάστημα. Το ενδεχόμενο ο πρύτανις της Κίου να είναι επώνυμος άρχων αποκλείεται πρώτον, διότι επώνυμος άρχων της πόλης είναι ο φρουρός και δεύτερον, διότι ο πρύτανις αναφέρεται στη δεύτερη θέση του ψηφίσματος αμέσως μετά τον φρουρό: F. Gschnitzer, Prytanis, RE Suppl. XIII (1973), 797. R. Sherk, The Eponymous Officials of Greek Cities III, 240. Βλ. γενικά για τον θεσμό του πρυτάνεως F. Gschnitzer, αυτ (πρύτανις ως επώνυμος άρχων), (πρύτανις ως μέλος της ομάδας των πρυτάνεων). 25 Υπάρχει ακόμη η πιθανότητα ότι ο πρύτανις της Κίου δεν ήταν καθ όλη τη διάρκεια του μήνα επικεφαλής της πρυτανείας, αλλά απλώς ένα μέλος της, στο οποίο ανετίθετο η προεδρία μίας συγκεκριμένης συνέλευσης ή μόνον το καθήκον να θέτει σε ψηφοφορία ένα συγκεκριμένο ζήτημα της ημερήσιας διάταξης: F. Gschnitzer, Prytanis,

80 ως κυρία, 26 και στη συνέχεια το όνομα του προσώπου το οποίο υπέβαλε την πρόταση ψηφίσματος. Στον Άδολο και τους απογόνους του απονεμήθηκε προξενία (στ. 6) 27 και τα απορρέοντα από αυτή προνόμια: Δικαίωμα ιδιοκτησίας (ἔγκτησις) γης και οικίας (στ. 8), 28 είσπλους και έκπλους και είσοδος και έξοδος ασυλεί και ασπονδεί σε περίοδο πολέμου και ειρήνης (στ. 7-10), προεδρία 29 και 26 Με το επίθετο κυρία χαρακτηριζόταν πιθανότατα μία εκ των συνελεύσεων της εκκλησίας του δήμου, κατά την οποία υπήρχε απαρτία ή συγκεντρωνόταν ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός πολιτών, ώστε να είναι δυνατή η διεξαγωγή ψηφοφορίας και η λήψη της σχετικής απόφασης. Αυτό συνέβαινε, όταν επρόκειτο να συζητηθούν θέματα εξαιρετικής σημασίας όπως π.χ. απονομή πολιτείας. Η συγκέντρωση ενός ελάχιστου επιτρεπτού αριθμού πολιτών δήλωνε την εγκυρότητα τόσο της συγκέντρωσης όσο και της τελικής απόφασης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυτή η έκφραση χρησιμοποιήθηκε σε εποχές κατά τις οποίες οι πόλεις της Μ. Ασίας, στις οποίες απάντα η έκφραση, υπέκειντο στην εξουσία κάποιου σατράπη ή βασιλέα. Αυτό ίσως συνέβη, διότι οι πόλεις ήθελαν να τονίσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και την εγκυρότητα αυτών, καθώς και την εσωτερική τους αυτοδιοίκηση, αγαθά τα οποία εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν παρά την ένταξή τους σε κάποιο βασίλειο. Βλ. σχετικώς R. M. Errington, Ἐκκλησίας κυρίας γενομένης, Chiron 25 (1995), Είναι προφανές ότι αυτό ισχύει και για την Κίο, στην οποία απαντά η έκφραση κυρία ἐκκλησία και η οποία κατά τον 4 ο αι. π.χ. τελούσε υπό περσική κυριαρχία. Κυρία εκκλησία μαρτυρείται και στην Αθήνα κατά την Κλασική εποχή. Τον 5 ο αι. π.χ. η κυρία εκκλησία ήταν η μοναδική τακτική και υποχρεωτική συνέλευση κατά τη διάρκεια της πρυτανείας, ενώ οι υπόλοιπες συνελεύσεις μπορούσαν να συγκληθούν εκτάκτως. Τον 4 ο αι. π.χ. η κυρία εκκλησία ήταν μία από τις τέσσερις τακτικές συνελεύσεις του δήμου, στην ημερήσια διάταξη της οποίας υπήρχαν περισσότερα θέματα προς συζήτηση από ότι στις υπόλοιπες συγκεντρώσεις. Η κυρία εκκλησία διαρκούσε πιθανότατα πολύ περισσότερο από τις άλλες τρεις συνελεύσεις λόγω του πλήθους και της σημασίας των θεμάτων προς συζήτηση. Ο εκκλησιαστικός μισθός που δινόταν στους πολίτες για να παραστούν στην κυρία εκκλησία ήταν αυξημένος κατά το ήμισυ σε σχέση με εκείνον που δινόταν στις άλλες συγκεντρώσεις. Επειδή τα προς συζήτηση θέματα είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν απαραίτητο να συγκεντρωθεί ένας αρκετά μεγάλος αριθμός πολιτών. Η ημερήσια διάταξη της κυρίας εκκλησίας περιελάμβανε θέματα όπως τον έλεγχο των αξιωματούχων, την απονομή πολιτείας, την απόδοση τιμών σε πολίτες και ξένους, την εξωτερική πολιτική και την προμήθεια σίτου. Για την κυρία εκκλησία στη Αθήνα βλ. αναλυτικά M. H. Hansen, The Athenian Assembly in the Age of Demosthenes, Oxford 1987, 22 (5 ος αι. π.χ.), (4 ος αι. π.χ.), και πιο συνοπτικά P. J. Rhodes D. M. Lewis, The Decrees of the Greek States, Oxford 1997, Βλ. για τον θεσμό του προξένου F. Gschnitzer, Proxenos, RE Suppl. XIII (1973), C. Marek, Die Proxenie, Frankfurt am Main Bern New York Βλ. για το προνόμιο της εγκτήσεως J. Pečirka, The Formula of the Grant of Enktesis in Attic Inscriptions (Acta Universitatis Carolinae philosophica et historica, 15), Praha Η προεδρία συνίστατο στο δικαίωμα να κάθεται ο τιμώμενος στην πρώτη σειρά στα δημόσια θεάματα και στους αγώνες: C. Fensterbusch, Prohedria (προεδρία), RE XXIII 1 (1957),

81 απαλλαγή από τους φόρους (ἀτέλεια 30 ) για όσα εισάγουν και εξάγουν επί κτήσει (στ ). Στο τέλος του ψηφίσματος ανατίθεται στους ἱεροποιούς 31 η αναγραφή του ψηφίσματος σε λίθινη στήλη και η τοποθέτησή του στο ιερό της Αθηνάς (στ ), το οποίο πιθανώς έκειτο στην περιοχή της Κίου. 32 Το δεύτερο ψήφισμα είναι προς τιμήν του Αθηνοδώρου. 33 Στο praescriptum (στ. 1-3) αναγράφονται τα εξής: [Ἐπὶ ]νίου φρουροῦ, Ληναιῶνος εἰκάδι, [ἐν κυρίᾳ] ἐκκλησίᾳ, Κόνων ἐπρυτάνευε, γνώμη [τῶν ἀρχόν]των καὶ τῶν στρατηγῶν. Στους δύο πρώτους στίχους αναφέρονται σχεδόν με την ίδια σειρά οι θεσμοί οι οποίοι εξετάστηκαν στο αμέσως προηγούμενο ψήφισμα: Φρουρός ως επώνυμος άρχων, ο μήνας Ληναιών, κυρία ἐκκλησία και πρυτανεύων με το όνομα Κόνων. 34 Γι αυτούς τους θεσμούς ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με το πρώτο ψήφισμα από την Κίο. Μετά τον πρυτανεύοντα ακολουθούν δύο ακόμη θεσμοί, οι οποίοι απουσίαζαν από το προηγούμενο ψήφισμα: Οι ἄρχοντες και οι στρατηγοί, με εισήγηση των οποίων τέθηκε στην εκκλησία προς συζήτηση και ψηφοφορία το ζήτημα της απονομής προξενίας στον 30 Βλ. γι αυτό το προνόμιο J. Oehler, Ἀτέλεια, RE II 2 (1896), P. J. Rhodes, Ateleia, NP 2 (2003), Οι ιεροποιοί ήταν θρησκευτικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι μαζί με τους ιερείς είχαν το καθήκον της επίβλεψης των ναών, της διαχείρισης των ιερών χρημάτων και της διεξαγωγής των θρησκευτικών τελετών, θυσιών και της λατρείας γενικότερα. Αναλάμβαναν επίσης τα έξοδα, τα οποία αντιστοιχούσαν σε αυτά τα καθήκοντα. Βλ. αναλυτικά J. Oehler, ἱεροποιοί, RE VIII 2 (1913), Πιθανότατα πρόκειται για έναν μικρό ναό με τέμενος. Η Αθηνά είναι η μοναδική ελληνική θεότητα η λατρεία της οποίας μαρτυρείται επιγραφικά στην Κίο του 4 ου αι. π.χ.: I. Kios, σελ. 57 (εισαγωγή). Βλ. κατωτέρω σελ. 80 για τη λατρεία και άλλων ελληνικών θεοτήτων στην Κίο της Αυτοκρατορικής εποχής. 33 I. Kios 2 (περί το 360 π.χ.). Ο Αθηνόδωρος καταγόταν από οικογένεια Αθηναίων κληρούχων της Ίμβρου και είναι γνωστός αρχηγός μισθοφόρων κατά τον 4 ο αι. π.χ. Βλ. αναλυτικά γι αυτόν W. Judeich, Athenodoros (2), RE II 2 (1896), W. Parke, Greek Mercenary Soldiers. From the earliest times to the battle of Ipsus, Oxford 1970, 129, Βλ. γενικά για τα μισθοφορικά στρατεύματα M. Trundle, Greek Mercenaries.From the late Archaic Period to Alexander, London New York Σε αυτό το ψήφισμα η κυρία εκκλησία προτάσσεται του πρυτανεύοντος, ενώ στο προηγούμενο ακολουθήθηκε η αντίστροφη σειρά. 61

82 Αθηνόδωρο (στ. 3). Οι άρχοντες και οι στρατηγοί αποτελούσαν ανώτατα πολιτικά αξιώματα, των οποίων η θητεία ήταν πιθανότατα ενιαύσια, ωστόσο οι αρμοδιότητές τους δεν μπορούν να προσδιοριστούν περαιτέρω. 35 Στον Αθηνόδωρο απονέμονται τιμές και προνόμια. Οι τιμές είναι ο έπαινος (στ. 4) και ο χάλκινος ανδριάντας (στ. 5-6). Στα προνόμια περιλαμβάνονται προεδρία (στ. 7), ατέλεια (στ. 7), είσπλους και έκπλους ασυλεί και ασπονδεί σε καιρό πολέμου και ειρήνης (στ. 7-8) και βοήθεια εκ μέρους των Κιανών σε οποιαδήποτε δυσκολία αντιμετωπίσουν ο Αθηνόδωρος και οι απόγονοί του (στ. 9-11). Τα δύο ψηφίσματα 4 ου αι. π.χ. δείχνουν ότι η Κίος διέθετε τυπικούς θεσμούς μίας ελληνικής πόλης και μάλιστα δημοκρατικούς (εκκλησία και βουλή), καθώς και ότι ακολουθούνταν η τυπική διαδικασία, κατά την οποία τόσο απλοί πολίτες (ο Μεταγένης Μεταγένους στο πρώτο ψήφισμα) όσο και αξιωματούχοι (οι άρχοντες και οι στρατηγοί στο δεύτερο ψήφισμα) είχαν το δικαίωμα να υποβάλλουν προτάσεις ψηφισμάτων στην εκκλησία. Τον 4 ο αι. π.χ. χρονολογείται και ένα απόσπασμα αγνώστου περιεχομένου από την Κίο, στο οποίο συμπληρώνεται η λέξη σύνε[δροι] (στ. 3). 36 Δεν είναι γνωστές ούτε οι αρμοδιότητες ούτε η διάρκεια θητείας των συνέδρων. 37 Πρόκειται για τους μετέχοντες στο συνέδριο, το οποίο ήταν μάλλον κάποιου είδους πολιτικός θεσμός της πόλης. 38 Οι αναφερόμενοι 35 I. Kios, σελ. 51 (εισαγωγή). Βλ. γενικά για τους άρχοντες V. Schoeffer, Archontes, RE II 1 (1895), Για τους στρατηγούς βλ. F. Bilabel, Strategos (3), RE IV A1 (1931), 184: Πρόκειται αρχικά για στρατιωτικό αξίωμα, το οποίο με την πάροδο του χρόνου απέκτησε πολιτικές αρμοδιότητες, οι οποίες διέφεραν από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή. 36 I. Kios 25 (4 ος αι. π.χ.). 37 I. Kios, σελ. 51 (εισαγωγή). 38 Ο όρος «συνέδριον» χρησιμοποιούνταν συχνά ιδιαιτέρως από τον 4 ο αι. π.χ. και εξής, για να χαρακτηρίσει διάφορους πολιτικούς θεσμούς. Κυρίως κατά την Ελληνιστική και Αυτοκρατορική εποχή ως «συνέδριον» δηλωνόταν η βουλή ορισμένων πόλεων. Ωστόσο, αυτή η εκδοχή θα πρέπει να απορριφθεί εδώ, διότι το ανωτέρω απόσπασμα χρονολογείται τον 4 ο αι. π.χ. Επιπλέον ο όρος «σύνεδροι» χρησιμοποιούνταν περιστασιακά, για να δηλώσει την επιτροπή, η οποία επεξεργαζόταν προκαταρκτικά κάποιον νόμο ή ψήφισμα, τα οποία εν συνεχεία υπέβαλε στην εκκλησία του δήμου. Με την έννοια αυτή ο όρος 62

83 στην επιγραφή ]κοντες (στ. 3) ίσως ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν μισθούς (ὀψώνια, στ. 5) στους ὑφ αὐτοὺς (στ. 4), οι οποίοι είναι υφιστάμενοί τους ή αξιωματούχοι που άσκησαν τα καθήκοντά τους κατά τη διάρκεια της θητείας των ]κοντων και των συνέδρων. Οι αξιωματούχοι, των οποίων τα ονόματα σώζονται ελλιπώς στο τέλος της επιγραφής, έχουν το καθήκον της διάθεσης του χρηματικού ποσού (ἀργ]ύριον, στ. 8). 39 Οι τρεις επιγραφές που ακολουθούν αφορούν κυρίως τις εξωτερικές σχέσεις της Κίου, δείχνουν όμως παράλληλα και θεσμούς της πόλης. Από τον κατάλογο θεωροδόκων του Άργους μαρτυρείται για την Κίο της Κλασικής εποχής ο θεσμός της θεωροδοκίας. 40 Ο κατάλογος χρονολογείται περί το 330 π.χ. 41 Σώζεται το όνομα του Κιανού θεωροδόκου, του Αρχεδάμου (στ. ΙΙ 14), ο οποίος είχε το καθήκον να υποδεχθεί τους θεωρούς του Άργους στην Κίο. Η παρούσα επιγραφή είναι η τελευταία σωζόμενη για την Κίο της Κλασικής εποχής. Η σημαντικότερη από τις επιγραφές Ελληνιστικής εποχής για την Κίο προέρχεται από τη Μίλητο, αφορά την απονομή πολιτείας από τον δήμο των Μιλησίων προς τους Κιανούς και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων. Το ψήφισμα χρονολογείται περί το 228 π.χ. 42 Οι Κιανοί είχαν αποστείλει στη Μίλητο δύο ιεροποιούς για να προβάλουν τα εξής αιτήματα της πόλης τους: α) την απαλλαγή των Κιανών από την υποχρέωση να αναθέσουν φιάλες στο ιερό του Απόλλωνος λόγω της οικονομικής «σύνεδροι» απαντά ήδη πριν την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Βλ. αναλυτικά για το συνέδριο ως πολιτικό θεσμό F. Poland, Συνέδριον, RE IV A2 (1932), κυρίως 1333, I. Kios 25, σελ. 107, σχόλια. 40 Η θεωροδοκία ήταν τιμητικό αξίωμα, το οποίο απένεμε μία πόλη σε κάποιον πολίτη της με ψήφισμα. Οι θεωροδόκοι είχαν το καθήκον να υποδέχονται στην πόλη τους τούς θεωρούς, αυτούς δηλαδή οι οποίοι είχαν σταλεί με σκοπό να αναγγείλουν τη διεξαγωγή θρησκευτικών εορτών της δικής του πόλης. Για τους θεωρούς και τους θεωροδόκους βλ. L. Ziehen, Theoroi, RE V A (1934), Αναλυτικά για τον θεσμό της θεωροδοκίας βλ. P. Perlman, City and Sanctuary in Ancient Greece.The Theorodokia in the Peloponnese, Göttingen 2000, κυρίως (ορισμός, αρμοδιότητες και εξέλιξη του αξιώματος). 41 SEG XXIII 189 (330 π.χ.). 42 I. Kios Τ3 (228 π.χ.). 63

84 δυσπραγίας, την οποία αντιμετώπιζαν αυτή την εποχή (στ. 6-13) 43 και β) την παραχώρηση πολιτείας στους Κιανούς (στ ). Οι Μιλήσιοι αποφάσισαν σχετικώς τα εξής: α) Δεν απήλλαξαν πλήρως τους Κιανούς από την υποχρέωσή τους, αλλά τους παραχώρησαν τη δυνατότητα να αναβάλουν την ανάθεση επ αόριστον (στ ) β) αποφάσισαν να αποδώσουν πολιτεία στους Κιανούς (στ ). Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παραχώρηση ισοπολιτείας. 44 Αναφέρεται ακόμα ότι, για να μπορέσουν να εφαρμοστούν όσα παραχωρήθηκαν από τον δήμο των Μιλησίων (δηλαδή η πολιτεία), οι πρυτάνεις της Μιλήτου θα επιμεληθούν και θα διανείμουν με κλήρο στις φυλές εκείνους τους Κιανούς πολίτες, οι οποίοι επιθυμούν να μετέχουν της πολιτείας, εάν οι Κιανοί τους αποδείξουν με ψήφισμα ότι είναι πολίτες τους (στ ). 45 Στο τέλος του ψηφίσματος ο δήμος των Μιλησίων καλεί τους ιεροποιούς σε δείπνο στο πρυτανείο της Μιλήτου (στ ). 46 Από το παρόν ψήφισμα προκύπτουν οι εξής θεσμοί της Κίου: Πρωτίστως ο δῆμος Κιανῶν, ο οποίος απέστειλε το ψήφισμα στη Μίλητο και αναφέρεται 43 Η Κίος, όπως και άλλες αποικίες της Μιλήτου, ήταν υποχρεωμένη να προσφέρει φιάλες στο ιερό του Απόλλωνος. Αυτό προκύπτει α) από τη φράση της επιγραφής κατὰ τὰ ὑπὸ [τῶ]μ προγόνων συγκείμενα (στ ) και β) από προγενέστερη επιγραφή, σύμφωνα με την οποία οι Κιανοί παλαιότερα είχαν προσφέρει φιάλη αξίας 100 δραχμών στο ιερό του Απόλλωνος στα Δίδυμα. Η τελευταία επιγραφή χρονολογείται το 276/5 π.χ. Βλ. γι αυτή την επιγραφή I. Didyma Η ισοπολιτεία συνίστατο στην απονομή πλήρων πολιτικών δικαιωμάτων και είχε τρεις μορφές: α) απονεμόταν από μία πόλη σε κάποιον πολίτη ή σε μεμονωμένους πολίτες μίας άλλης πόλης, β) απονεμόταν από μία πόλη προς μία άλλη πόλη και γ) παραχωρούνταν αμοιβαία μεταξύ δύο πόλεων. Ο πολίτης ή οι πολίτες, στους οποίους είχε παραχωρηθεί ισοπολιτεία, είχαν ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους πολίτες της πόλης η οποία τα παραχώρησε. Η ισοπολιτεία είχε δυνητικό χαρακτήρα, μπορούσε δηλαδή να ενεργοποιηθεί μόνον μετά την εγκατάστασή του πολίτη στην πόλη, από την οποία έλαβε την ισοπολιτεία: J. Oehler, Isopoliteia, RE IX 2 (1916), , Αναλυτικά για την ισοπολιτεία ως διακρατικό θεσμό βλ. W. Gawantka, Isopolitie. Ein Beitrag zur Geschichte der zwischenstaatlichen Beziehungen in der griechischen Antike (Vestigia, 22), München Φαίνεται ότι κάποιοι Κιανοί αποδέχτηκαν την πολιτεία, η οποία παραχωρήθηκε από τη Μίλητο, διότι σώζεται αποσπασματική επιγραφή από τη Μίλητο με κατάλογο πολιτογραφηθέντων Κιανών, η οποία χρονολογείται τον 3 ο αι. π.χ. Αυτή η πολιτογράφηση είναι προφανώς συνέπεια της προαναφερθείσας παραχώρησης ισοπολιτείας. Βλ. γι αυτή την επιγραφή SEG XXXVIII Για την τιμή καλέσαι ἐπὶ δείπνον εἰς τὸ πρυτανεῖον βλ. A. S. Henry, Honours and Privileges in Athenian Decrees, Hildesheim Zürich New York, 1983,

85 κυρίως με τη φράση τῷ δήμῳ ἐγ Κίῳ (στ. 17). Οι υπόλοιπες αναφορές στο σύνολο των πολιτών της Κίου γίνονται υπό τη μορφή του εθνωνυμίου σε διάφορες πτώσεις (στ. 7, 14, 19, 23, 29, 34, 37, 40, 41). Ο δεύτερος θεσμός είναι οι δύο ἱεροποιοί (στ. 8-9, 13-14, 35, 53), οι οποίοι εστάλησαν στη Μίλητο, για να προβάλουν τα αιτήματα των Κιανών. Από το περιεχόμενο του ψηφίσματος γίνεται φανερή η συμμετοχή των Κιανών στις ελληνικές διακρατικές σχέσεις. Το παρόν ψήφισμα αφορά τις σχέσεις της Κίου με τη μητρόπολή της, τη Μίλητο, οι οποίες χαρακτηρίζονται με τις έννοιες «φιλία», «εὔνοια», «οἰκειότης» και «συγγένεια», οι οποίες συνδέουν τις δύο πόλεις (στ. 16, 19-20, 36). 47 Το 241 π.χ. χρονολογείται το ψήφισμα της Κίου σχετικά με την ασυλία 48 του Ασκληπιείου της Κω. 49 Το έτος αυτό οι Κώοι απέστειλαν θεωρούς σε διάφορες ελληνικές πόλεις και βασιλείς, για να αναγγείλουν την ίδρυση των πενταετηρικών αγώνων προς τιμήν του Ασκληπιού, να μεταφέρουν την πρόσκληση συμμετοχής στους αγώνες και το αίτημα για την ασυλία του ιερού. 50 Μεταξύ των πόλεων, στις οποίες εστάλησαν θεωροί, ήταν και η 47 Βλ. αναλυτικά γι αυτές τις έννοιες και τη σύνδεσή τους με το προνόμιο της ισοπολιτείας W. Gawantka, Isopolitie, Σχετική παρατήρηση για την αμφιλεγόμενη έννοια «οἰκειότης» γίνεται κατωτέρω σελ. 83, σημ Η ασυλία συνιστούσε προστασία προσώπων, ιερών και πόλεων από τις βίαιες αρπαγές. Όταν μία πόλη ή ένας ηγεμόνας δεχόταν το αίτημα ασυλίας μίας πόλης, δεσμευόταν να μην ασκήσει εναντίον της και εναντίον των πολιτών της σύλη (νόμιμη χρήση αντιποίνων) ή γενικότερα να μην επιτεθεί εναντίον της. Βλ. αναλυτικά για την ασυλία E. Szanto, Άσυλία, RE II 2 (1896), K. J. Rigsby, Asylia. Territorial Inviolability in the Hellenistic World, Berkeley Los Angeles London 1996, I. Kios 18 = K. J. Rigsby, Asylia, αρ. 32. Και στις δύο εκδόσεις η επιγραφή χρονολογείται το έτος 241 π.χ. 50 Βλ. αναλυτικά για τα Ασκληπιεία της Κω, τις ελληνικές πόλεις και τους βασιλείς, στους οποίους εστάλησαν θεωροί, και τις αντίστοιχες επιστολές για την αναγνώριση της ασυλίας του Ασκληπιείου K. J. Rigsby, Asylia, Μεταξύ των βασιλέων ήταν και ο Ζιαήλας. Σώζεται η επιστολή του προς τους Κώους (περί το 240 π.χ.) με την οποία ο Ζιαήλας αποδεχόταν τους αγώνες, αναγνώριζε την ασυλία του ιερού (στ ) και δεσμευόταν να προστατεύει τους Κώους εμπόρους, οι οποίοι εισέρχονταν στον χώρο κυριαρχίας του (στ ). Η αποδοχή των αιτημάτων των Κώων εκ μέρους του Ζιαήλα δικαιολογείται ως εξής: α) διότι κατ αυτόν τον τρόπο ο Ζιαήλας συνεχίζει την φιλική προς τους Κώους πολιτική του πατέρα του Νικομήδους Α (στ. 9-11, 17-22), β) διότι παρέχοντας φροντίδα και ευεργετώντας όλους τους Έλληνες, οι οποίοι προσέρχονται σε αυτόν, αποκτά μέγιστη 65

86 Κίος. Ο δήμος Κιανών αποφάσισε να δεχθεί τις εορτές, την εκεχειρία και το αίτημα των Κώων θεωρών περί ασυλίας του ιερού του Ασκληπιού (στ. 6-8) λόγω της ύπαρξης φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο πόλεων (στ. 1). Στο τέλος του ψηφίσματος ορίζεται ο ταμίας να παράσχει στους θεωρούς όσα ορίζονται από τον νόμο για τη φιλοξενία και για τις πρώτες θυσίες προς τιμήν του Ασκληπιού (στ. 8-9). Και σε αυτή την επιγραφή αναφέρεται ο δῆμος Κιανῶν, ο οποίος εκδίδει το ψήφισμα ασυλίας, με τις τυπικές φράσεις ἔδοξεν τῷ δήμῳ (στ. 2) και δεδόχθαι τῷ δήμῳ (στ. 6). Επιπλέον γίνεται λόγος για έναν ταμία (στ. 8), ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την οικονομική διαχείριση του δημόσιου ταμείου της πόλης. 51 Η αποστολή θεωρών από την Κω στην Κίο και το σχετικό ψήφισμα ασυλίας δηλώνουν τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων, καθώς και τη συμμετοχή της Κίου στις ελληνικές διακρατικές σχέσεις. Επιγραφές προερχόμενες από άλλες πόλεις αναφέρονται σε μεμονωμένους πολίτες της Κίου. Από αυτές ιδιαίτερη σημασία έχουν τρία ψηφίσματα, με τα οποία αποδίδεται το προνόμιο του προξένου σε Κιανούς πολίτες. Με το πρώτο από αυτά, το οποίο προέρχεται από την Αλεξάνδρεια Τρωάδα και χρονολογείται τον 4 ο αι. π.χ. ή αρχές του 3 ου αι. π.χ., απονέμεται προξενία στον Σφοδρία Παιωνίου Κιανό, ἐπειδὴ ἀγαθὸς ἀνὴρ ὢν διατελεῖ φήμη (στ ), γ) επειδή ο βασιλεύς Πτολεμαίος (Γ Ευεργέτης), φίλος και σύμμαχος του Ζιαήλα, διάκειται φιλικά προς την Κω και δ) επειδή οι Κώοι απεσταλμένοι εξέφρασαν την εύνοια των Κώων προς τον Ζιαήλα. Η επιγραφή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις σχέσεις των Βιθυνών βασιλέων με τον ελληνικό κόσμο και αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία σχετικά με τη φιλελληνική πολιτική της δυναστείας της Βιθυνίας. Το περιεχόμενο της επιστολής μαρτυρεί την αξίωση και πρόθεση των Βιθυνών βασιλέων να ενταχθούν στην οικογένεια των υπόλοιπων ελληνιστικών ηγεμόνων μέσω των ευεργεσιών τους προς διάφορες ελληνικές πόλεις. Ο Ζιαήλας, όπως ο προκάτοχός του Νικομήδης Α, καταβάλλει κάθε προσπάθεια ο ίδιος και το βασίλειό του να αποτελέσουν μέρους του ελληνιστικού κόσμου, γι αυτό συμπεριφέρεται και παρουσιάζεται αναλόγως (ως ευεργέτης και φιλέλλην). Για την επιστολή του Ζιαήλα προς τους Κώους βλ. C. B. Welles, Royal Correspondence in the Hellenistic Period, New Haven 1934, αρ. 25 = K. J. Rigsby, αρ. 11. Για αναλυτικό σχολιασμό της επιγραφής βλ. και C. Habicht, Ziaelas, L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, C. Michels, Kulturtransfer, Βλ. αναλυτικά για το αξίωμα του ταμία W. Schwahn, Tamiai, RE IV A2 (1932),

87 περὶ τὴν πόλιν (στ. 2-4). 52 Με το δεύτερο ψήφισμα, το οποίο προέρχεται από την Κω και χρονολογείται περί το 300 π.χ., απονέμεται το ίδιο προνόμιο στον Πρωτόμαχο Επινίκου Κιανό. 53 Σε αυτό το ψήφισμα δεν αναγράφεται η αιτιολόγηση για την απονομή της ιδιότητας του προξένου. Με το τρίτο ψήφισμα, το οποίο προέρχεται από τον Ωρωπό Βοιωτίας και χρονολογείται πριν το 202 π.χ., απονέμεται προξενία στον Φίλωνα Φιλίσκου Κιανό, ἐπειδὴ εὔνους ὢν διατελεῖ τεῖ πόλει Ὠρωπίων καὶ τοῖς πολίταις χρείας παρέχεται (στ. 1-2). 54 Πλην των ανωτέρω γενικών διατυπώσεων, δεν αναγράφονται λεπτομέρειες για τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφεραν οι τιμώμενοι. Τα τρία προξενικά ψηφίσματα δείχνουν έμμεσα σχέσεις της Κίου με τις πόλεις, οι οποίες απένειμαν το προνόμιο του προξένου στους ανωτέρω Κιανούς. Μολονότι το προνόμιο του προξένου απονεμόταν σε πρόσωπα, συνέβαλλε στις καλές σχέσεις μεταξύ της πόλης η οποία το απένεμε και της πόλης στον πολίτη της οποίας απονεμόταν αυτό το προνόμιο. 55 Επομένως προκύπτει ότι η Κίος είχε καλές σχέσεις με την Αλεξάνδρεια Τρωάδα, την Κω 56 και τον Ωρωπό. Περί τα τέλη του 3 ου αι. π.χ. χρονολογείται μία αναθηματική επιγραφή από τη Δήλο, η οποία είναι ανάθεση του Λάχητος Ηρακλείδου Κιανού προς τους θεούς Σάραπι, Ίσιδα και Άνουβι. 57 Σε έναν κατάλογο ιαμάτων, ο οποίος προέρχεται από το ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο και χρονολογείται περί το 320 π.χ. αναφέρεται κάποιος Κιανός, του οποίου το όνομα δεν σώζεται και ο οποίος θεραπεύτηκε από τον θεό (στ ). 58 Από αυτές τις δύο επιγραφές συνάγεται η δραστηριότητα πολιτών της Κίου σε άλλες ελληνικές περιοχές. 52 I. Alexandreia Troas 3 (4 ος αι. ή αρχές 3 ου αι. π.χ.). 53 I. Cos 2 (περί το 300 π.χ.). 54 I. Oropos 163 (πριν το 202 π.χ.). 55 C. Marek, Die Proxenie, Η φιλική σχέση με την Κω αποδεικνύεται και από το ψήφισμα ασυλίας της Κίου για τα Ασκληπιεία της Κω, στο οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. 57 IG XI 4, 1240 (τέλη 3 ου αι. π.χ.). 58 IG IV 2 1, 122 (περί το 320 π.χ.). 67

88 Τέλος από την Κλασική και την πρώιμη Ελληνιστική εποχή έως το 202 π.χ. λαμβάνονται υπόψιν και επιτύμβιες επιγραφές Κιανών εκτός Κίου. 59 Σώζονται εννέα επιτύμβιες επιγραφές Κιανών από την Αθήνα. Σε αυτές όλα τα ονόματα είναι ελληνικά και συνοδεύονται από το εθνικό όνομα Κιανός ή Κιανή. Μαρτυρούνται οκτώ πρόσωπα στις επιγραφές του 4 ου αι. π.χ., 60 τέσσερα πρόσωπα μετά τα μέσα του 4 ου αι. π.χ., 61 ένα πρόσωπο από τον 3 ο αι. π.χ. 62 και ένα πρόσωπο σε επιγραφή είτε 4 ου είτε 3 ου αι. π.χ. 63 β) Ύστερη Ελληνιστική εποχή: Ένταξη της Κίου στο βασίλειο της Βιθυνίας ( π.χ.) Από την εποχή της ένταξης της Κίου στο βασίλειο της Βιθυνίας σώζονται μόνον δύο επιγραφές, οι οποίες αφορούν την πόλη εν συνόλω. Οι υπόλοιπες επιγραφές αφορούν μεμονωμένους πολίτες της Κίου. Η πρώτη επιγραφή είναι ένα ελλιπώς σωζόμενο τιμητικό ψήφισμα. 64 Πιθανότατα τιμάται κάποιος γυμνασίαρχος, 65 ο οποίος με δικά του έξοδα 59 Από την εποχή πριν το 202 π.χ. σώζονται μόνον δύο επιτύμβιες επιγραφές από την ίδια την Κίο, αλλά και αυτές δεν είναι βέβαιο αν ανήκουν στον 3 ο ή στον 2 ο αι. π.χ. Γι αυτόν τον λόγο εδώ δεν γίνεται αναφορά σε επιτύμβιες επιγραφές Κιανών εντός Κίου. 60 IG II : Ναυάρχη Μυὸς Κιανοῦ γυνή. Agora XVII 519: Ἄδραστος Ἀρίστωνος Κιανός, Θεανὼ Εὐαρίστου Κιανή, Φιλοθέα Ἀδράστου Κιανή, Καλλὶς Ἀδράστου Κιανή, Ἑρμογένης Ἀδράστου Κιανός, Πόα Εὐαρίστου Κιανή 520: Ἡδεῖα Κλεάρχο[υ] Κιαν[ή]. 61 IG II : Ἀρίστωνος Κιανοῦ 9018: Ἀμαρακὶς Κιανή 9021: Δόναξ Κιανός. 62 ΕΑΗ 1962 (1963), 18: Σανγάριος Ἑσστιαίου Κιανός. 63 IG II (4 ος /3 ος αι. π.χ.): Ἀρτεμισία Κιανή. 64 I. Kios 8. Το ψήφισμα χρονολογείται με βάση το περιεχόμενο την εποχή κάποιου Βιθυνού βασιλέως. Πρβλ. H. L. Fernoux, Notables et élites, 69, ο οποίος χρονολογεί την επιγραφή τον 2 ο αι. π.χ.(;) και θεωρεί ότι πρόκειται για έναν από τους δύο βασιλείς με το όνομα Προυσίας. Ο σχολιασμός της επιγραφής έγινε με βάση I. Kios 8, σελ. 84, σχόλια. H. L. Fernoux, Notables et élites, 69. C. Michels, Kulturtransfer, Ο γυμνασίαρχος ήταν ο επικεφαλής του γυμνασίου κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή και είχε την αρμοδιότητα της γενικής επίβλεψης της σωματικής και πνευματικής εκπαίδευσης των μελών του. Ο γυμνασίαρχος εκλεγόταν από την εκκλησία και είχε ενιαύσια θητεία. Οι μεγάλες δαπάνες για τον ανεφοδιασμό του γυμνασίου, κυρίως σε ελαιόλαδο, που συνόδευαν αυτό το αξίωμα, καθιστούν δυνατή την ανάληψή του μόνον από τους ευπορότερους πολίτες, οι οποίοι αναδεικνύονταν κατ αυτόν τον τρόπο σε ευεργέτες. Βλ. αναλυτικά για τον γυμνασίαρχο J. Oehler, Γυμνασίαρχος, RE VII 2 (1912), C. 68

89 διέθεσε το ελαιόλαδο για το γυμνάσιο (ἐ]πάλιμμα, στ. 6), φρόντισε για τον ανεφοδιασμό γενικά του γυμνασίου (διαδόσεις ποιούμ[ενος, στ. 12) και κατά τη διάρκεια της παραμονής του βασιλέως στην πόλη (τὴν τοῦ βα]σιλέως παρουσίαν, στ. 9) προσέφερε θυσίες (μετέδωκεν, στ. 15) πιθανόν σε κάποια επέτειο (ἐν ᾗ ἡμερᾳ θυ]σ[ία]ς παρέστησεν, στ ). Προς τιμήν του βασιλέως, ο οποίος αναφέρεται αρκετές φορές στην επιγραφή (στ. 5, 9, 10, 19), διοργανώθηκαν γυμνικοί αγώνες 66 με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια και υψηλό κόστος, για τους οποίους ο τιμώμενος προσέφερε το ελαιόλαδο. Συγχρόνως καθιερώθηκε και η λατρεία του βασιλέως, η οποία τελούνταν στο γυμνάσιο. 67 Η επιγραφή αποδεικνύει ότι στην Κίο υφίσταντο οι διαδεδομένοι θεσμοί του γυμνασίου και του γυμνασιάρχου και ότι τελούνταν βασιλική λατρεία με την παράλληλη διοργάνωση αγώνων, όπως μαρτυρείται σε πολλές πόλεις άλλων ελληνιστικών βασιλείων. Η δεύτερη επιγραφή είναι τιμητικό ψήφισμα του δήμου των Μαγνήτων πρὸς Σιπύλῳ για Κιανούς δικαστές (μεταπέμπτους ἄνδρα[ς ἐγ Κίου] [τοὺς διαδικά]σοντας ὑγιῶς καὶ [συμφερόντως] [τὰς δίκας τὰ]ς ἐπ αὐτοὺ[ς Schuler, Die Gymnasiarchie in hellenistischer Zeit, στο D. Kah P. Scholz (Hrg.), Das hellenistische Gymnasion, Berlin 2004, Για τις ευεργεσίες των γυμνασιάρχων βλ. στο ίδιο έργο W. Ameling, Wohltäter im hellenistischen Gymnasion, Σε αυτούς τους αγώνες οι αθλητές διαγωνίζονταν γυμνοί. Οι γυμνικοί αγώνες περιελάμβαναν όλα τα αθλήματα, στα οποία απαιτούνταν επίδειξη σωματικής δύναμης, όπως ο αγώνας δρόμου, το άλμα, το ακόντιο, η πάλη, η πυγμή, το πένταθλο και το παγκράτιο: P. J. Meier, Agones, RE I 1 (1893), 838. Βλ. επίσης S. G. Miller, Ancient Greek Athletics, London 2004, Ίσως η βασιλική λατρεία καθιερώθηκε ως ανταπόδοση για συγκεκριμένες ευεργεσίες του αναφερόμενου στην επιγραφή Βιθυνού βασιλέως προς την πόλη. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η πόλη έλαβε την πρωτοβουλία για την τέλεση της βασιλικής λατρείας και ότι αυτή δεν επιβλήθηκε άνωθεν, δηλαδή από τον ίδιο τον βασιλέα. Ίσως επίσης να επρόκειτο για λατρεία του βασιλέως (Προυσία Α ) ως κτίστη: L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, 83. C. Michels, Kulturtransfer, 85 με σημ. 400 και 273, σημ Βλ. για την τέλεση βασιλικής λατρείας στα γυμνάσια S. Aneziri D. Damaskos, Städtische Kulte im hellenistischen Gymnasion, στο D. Kah P. Scholz (Hrg.), Das hellenistische Gymnasion, Γενικά για τη λατρεία των ελληνιστικών βασιλέων βλ. A. Chaniotis, The Divinity of Hellenistic Rulers, στο A. Erskine (eds.), A Companion to the Hellenistic World, Oxford 2005,

90 εἰσαχθείσας], στ. 6-8). Το ψήφισμα χρονολογείται μετά τα μέσα του 2 ου αι π.χ. 68 Η Μαγνησία πρὸς Σιπύλῳ είχε προφανώς απευθυνθεί στην Κίο με το αίτημα να της αποσταλούν δικαστές, οι οποίοι ως αμερόληπτοι κριτές θα ήταν θέση να εκδικάσουν τις υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούσαν μεταξύ των πολιτών της και τις οποίες οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να διευθετήσουν. Η Μαγνησία τιμά τους Κιανούς δικαστές, επειδή εκτέλεσαν επιτυχώς τα καθήκοντά τους. 69 Στο ανωτέρω ψήφισμα φαίνεται ο αρκετά διαδεδομένος κατά την Ελληνιστική εποχή θεσμός των ξένων δικαστών, ο οποίος αφορά τις διακρατικές σχέσεις. 70 Η επιγραφή δείχνει επιπλέον, πρώτον, ότι η Κίος κατά την εποχή αυτή εξακολουθούσε να συμμετέχει στις ελληνικές διακρατικές σχέσεις, παρά την υπαγωγή της στο βασίλειο της Βιθυνίας 71 και δεύτερον, ότι χρησιμοποιούνταν ακόμα, και μάλιστα σε ένα επίσημο έγγραφο, το παλαιό της όνομα, παρότι η πόλη ονομαζόταν επισήμως Προυσιάς. Οι δύο ανωτέρω επιγραφές, αν και σώζονται ελλιπώς και είναι οι μοναδικές από τη χρονική περίοδο π.χ., αποδεικνύουν ότι η Κίος/Προυσιάς επιθαλάσσιος δεν έπαυσε να διαθέτει ελληνικούς θεσμούς ούτε διέκοψε τις σχέσεις της με ελληνικές πόλεις εκτός του βασιλείου μετά την ένταξή της σε αυτό. 68 I. Kios 17 = TAM V Χρονολόγηση και στις δύο εκδόσεις μετά τα μέσα του 2 ου αι. π.χ. 69 Βλ. I. Kios 17, σελ. 94 σχόλια. 70 Οι ξένοι δικαστές αποστέλλονταν από μία πόλη σε μία άλλη κατόπιν σχετικής αίτησης της δεύτερης πόλης, με το καθήκον να επιλύσουν εκκρεμούσες δικαστικές διαφορές μεταξύ των πολιτών της. Συνήθως οι δύο πόλεις συνδέονταν με φιλικές σχέσεις. Αυτός ο θεσμός είναι γνωστός ως διεθνεῖς διαιτησίαι. Βλ. σχετικώς T. Thalheim, Διαιτηταί, RE V 1 (1908), 316. T. Thalheim, Δικασταί, RE V 1 (1908), Και πιο αναλυτικά L. Robert, Les juges étrangers dans la cité grecque, OMS V (1989), C. Michels, Kulturtranfer, Βλ. και H. L. Fernoux, Notables et élites, 70: Φαίνεται ότι στην Κίο/Προυσιάδα επιθαλάσσιο εξακολούθησαν να υφίστανται οι πολιτικές παραδόσεις της εποχής της ανεξαρτησίας και έτσι η πόλη, αν και ανήκε στο βασίλειο της Βιθυνίας, ήταν σε θέση να παρέχει δικαστές για την επίλυση διαφορών μεταξύ πολιτών, όταν μία πόλη εκτός του βασιλείου της ζητούσε τέτοιου είδους βοήθεια. 70

91 Από τις επιτύμβιες επιγραφές της Κίου σε αυτή την εποχή ανήκουν συνολικά τέσσερις. Για τις δύο πρώτες επιγραφές η χρονολογία δεν είναι βέβαιη (ίσως 3 ος /2 ος αι. π.χ.) και καθεμία από αυτές αφορά ένα πρόσωπο. 72 Από τις άλλες δύο επιτύμβιες επιγραφές η πρώτη χρονολογείται ίσως τον 2 ο αι. π.χ. και αφορά τρία πρόσωπα 73 και η δεύτερη περί το π.χ. και αναφέρει ένα πρόσωπο. 74 Η μοναδική σχετική με την παρούσα εργασία παρατήρηση για τις επιτύμβιες επιγραφές της Κίου είναι ότι όλα τα αναφερόμενα σε αυτές ονόματα είναι ελληνικά. Οι εκτός Κίου επιγραφές αφορούν αποκλειστικά μεμονωμένα πρόσωπα. Η πρώτη είναι κατάλογος αξιωματούχων της Ρόδου και χρονολογείται τον 2 ο /1 ο αι. π.χ. 75 Στο τέλος του καταλόγου αναγράφεται η φράση Ὑμεναῖος Κιανὸς ἐποίησε (στ. ΙΙ 17). Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη με προέλευση από την Κίο. Η δεύτερη επιγραφή είναι ἐπίδοσις, προέρχεται από το ιερό της Αθηνάς Λινδίας στη Ρόδο και χρονολογείται περί το 115 π.χ. 76 Στην επιγραφή αναφέρονται τα εξής: Σ..ίων Δαμαράτου Νεττίδας καὶ ὑπὲρ Ἀγαθαμερίδος καὶ Θευδοσίας καὶ Θευδοσίου Κιανῶν (στ ). Το πρώτο πρόσωπο, του οποίου το όνομα δεν σώζεται πλήρως, προσέφερε στο ιερό κάποιο ποσό για τον εαυτό του και υπέρ των τριών προσώπων, τα οποία κατάγονταν από την Κίο. 77 Από τις δύο ανωτέρω επιγραφές συνάγεται ότι 72 I. Kios 79 (3 ος /2 ος αι. π.χ.;): Ἀσκληπιόδοτος 98 (281 ή 190 π.χ.;): Μηνᾶς. Στην τελευταία επιγραφή ο Μηνάς φέρει το εθνικό όνομα Βιθυνός, ενώ το πατρωνυμικό του είναι εμφανώς θρακικό (Βιόηρις). Ο Μηνάς ήταν μισθοφόρος, υπηρετούσε στα στρατεύματα των Βιθυνών βασιλέων, και καταγόταν από εύπορη οικογένεια αυτοχθόνων. Βλ. σχετικώς I. Kios 98, σελ , σχόλια. T. Corsten, Thracian Personal Names and Military Settlements in Hellenistic Bithynia, στο E. Matthews (eds.), Old and New Worlds in Greek Onomastics, Oxford New York 2007, I. Kios 58 (2 ος αι. π.χ.;): Νικασίων Νικασίωνος, Καλανδία Μενελάου, Νικασίων. 74 I. Kios 59 ( π.χ.): Νουμήνιος Νουμηνίου. 75 Clara Rhodos ΙΙ 31 (2 ος /1 ος αι. π.χ). 76 Ι. Lindos 252 (περί το 115 π.χ.). Στην επιγραφή αυτή αναφέρονται ονόματα προσώπων τα οποία προσέφεραν κάποιο χρηματικό ποσό για την κατασκευή τριών χρυσών στεφάνων, οι οποίοι ανατέθηκαν στο ιερό της Αθηνάς. Στην αρχή της επιγραφής υπάρχει μία σύντομη εισαγωγή σχετικά με τα απαραίτητα για την κατασκευή των στεφάνων μέσα και έπεται ο κατάλογος με τα ονόματα των δωρητών. 77 Βλ. σχολιασμό της επιγραφής Ι. Lindos 252, σελ. 557, σχόλια στους στίχους

92 Κιανοί πολίτες εξακολουθούσαν να διαβιούν και να δραστηριοποιούνται εκτός της Κίου και κατά την παρούσα χρονική περίοδο. Επιτύμβιες επιγραφές Κιανών εκτός Κίου από την εποχή π.χ. σώζονται μόνον τρεις, οι οποίες ανήκουν στον 2 ο αι. π.χ. και προέρχονται από την Αθήνα. Στις δύο από αυτές αναφέρεται ένα πρόσωπο ανά επιγραφή, το όνομα του οποίου συνοδεύεται από το εθνικό Κιανός και Κιανή αντιστοίχως, 78 ενώ από την τρίτη επιγραφή σώζεται μόνον το εθνικό Κιανή. 79 Άξιο προσοχής σε όλες τις επιγραφές εκτός Κίου είναι το γεγονός ότι απαντά το εθνωνύμιο Κιανός, μολονότι αυτή την εποχή η Κίος έφερε επισήμως το όνομα Προυσιὰς ἡ ἐπιθαλάσσιος. Ωστόσο από το ίδιο χρονικό διάστημα σώζονται δύο επιγραφικές μαρτυρίες, στις οποίες αναφέρεται το εθνικό Προυσιεύς. Η πρώτη μαρτυρία προέρχεται από τα Άπτερα της Κρήτης. Πρόκειται για μία στήλη, στην οποία σώζονται δύο τιμητικά ψηφίσματα της βουλής και του δήμου Απτέρων, με τα οποία τιμώνται πρόσωπα από τη Βιθυνία. Το πρώτο ψήφισμα αφορά την απονομή προξενίας στον βασιλέα Προυσίαν βασιλέως Προυσίου και τους απογόνους του (στ. 2-7). 80 Με το δεύτερο ψήφισμα απονέμονται τιμές μεταξύ άλλων προσώπων και στον Διντίποριν [.]σκιπράσιος Προυσιέα (στ. 12). 81 Η δεύτερη 78 IG II (2 ος αι. π.χ.): Γλαυκίας Διοδώρου Κιανός 9024 (2 ος αι. π.χ.): Νυμφὼ Διονυσίου Κιανή. 79 IG II (2 ος αι. π.χ.): Κιανή. 80 I. Cret. II iii 4A = OGIS 341. Χρονολόγηση και στις δύο εκδόσεις μεταξύ π.χ. Ο αναφερόμενος στην επιγραφή βασιλεύς είναι ο Προυσίας Β. Η επιγραφή αποδεικνύει τις καλές σχέσεις μεταξύ της πόλεως των Απτέρων και του βασιλείου της Βιθυνίας. Βλ. σχολιασμό αυτού του ψηφίσματος L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, 86. C. Michels, Kulturtransfer, I. Cret II iii 4B = OGIS 341. Σύμφωνα με τον W. Dittenberger, OGIS 341, σελ. 546, σχόλια στον στίχο 5, είναι πιθανότερο αυτός ο Διντίπορις να προερχόταν από την Προυσιάδα/Κίο, διότι ήταν η σημαντικότερη πόλη του βασιλείου μετά την Νικομήδεια, ενώ η Προυσιάς/Κίερος ήταν ήσσονος σημασίας πόλη, αλλά ο T. Corsten, I. Kios T29 εντάσσει τον Διντίπορι στα πρόσωπα των οποίων η καταγωγή δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Με το ίδιο ψήφισμα τιμώνται επίσης ο Διονύσιος Απατου[ρ]ίου Νικομηδῆς και ο Διν[τι]πορις Διλιπόρ[ι]ος. Από τον τελευταίο δεν σώζεται το εθνωνύμιο, αλλά και αυτός πρέπει να προερχόταν από κάποια πόλη της Βιθυνίας, όπως τα άλλα δύο πρόσωπα. Οι 72

93 μαρτυρία για το εθνωνύμιο Προυσιεύς είναι μία επιτύμβια επιγραφή 2 ου αι. π.χ. από την Αθήνα για την Εὐγένεια Δημοκράτου Προυσιάδα. 82 Επειδή στις δύο τελευταίες επιγραφές δεν προσδιορίζεται περαιτέρω το εθνωνύμιο, δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα από ποια από τις δύο πόλεις με το όνομα Προυσιάς (Προυσιὰς ἡ ἐπιθαλάσσιος, δηλαδή Κίος, ή Προυσιὰς πρὸς τῷ Ὑπίῳ) προέρχονταν τα ανωτέρω πρόσωπα. Στην περίπτωση πάντως που τα προαναφερθέντα πρόσωπα κατάγονταν από την Προυσιάδα επιθαλάσσιο, τότε μαρτυρείται η σύγχρονη χρήση και των δύο εθνωνυμίων, Προυσιεύς και Κιανός. γ) Τέλος Ελληνιστικής εποχής και Αυτοκρατορικοί χρόνοι: Μετά το τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας (74 π.χ.-3 ος αι. μ.χ.) Την εποχή αυτή το βασίλειο της Βιθυνίας και οι ελληνικές πόλεις, οι οποίες είχαν ενσωματωθεί σε αυτό, περιήλθαν στους Ρωμαίους σύμφωνα με τη διαθήκη του τελευταίου Βιθυνού βασιλέως Νικομήδους Δ (74 π.χ.). 83 Λίγα χρόνια αργότερα το βασίλειο της Βιθυνίας οργανώθηκε μαζί με τον Πόντο στη διπλή ρωμαϊκή επαρχία Βιθυνίας-Πόντου. Η οργάνωση της επαρχίας πραγματοποιήθηκε από τον Πομπήιο το 63/2 π.χ. με την επονομαζόμενη Lex Pompeia, με την οποία καθορίστηκαν και τα σύνορά της. τρεις τιμώμενοι ήταν απεσταλμένοι του βασιλέως Προυσία Β στα Άπτερα. Τα ονόματα Διντίπορις [.]σκιπράσιος και Διντίπορις Διλιπόριος είναι θρακικής προέλευσης. Βλ. αναλυτικό σχολιασμό αυτού του ψηφίσματος L. Hannestad, Bithynian Kings and Greek Culture, 86-87, 97 με σημ C. Michels, Kulturtransfer, IG II (2 ος αι. π.χ.): Εὐγένει[α] Δημοκράτου Προυσι[ά]ς. 83 Μετά την κληροδότηση του βασιλείου στους Ρωμαίους και πριν αυτοί μεταβούν στην περιοχή, για να το κατοχυρώσουν, ο βασιλεύς του Πόντου Μιθριδάτης ΣΤ Ευπάτωρ ( π.χ.) ήγειρε αξιώσεις επί του εδάφους της Βιθυνίας, το οποίο κατέλαβε. Ωστόσο μέχρι το 72 π.χ. όλες οι πόλεις της Βιθυνίας είχαν περιέλθει στους Ρωμαίους παρά τις σοβαρές ήττες που αυτοί υπέστησαν. Το 66 π.χ. τον πόλεμο εναντίον του Μιθριδάτη ανέλαβε και έφερε επιτυχώς εις πέρας ο Πομπήιος. Βλ. σχετικώς I. Kios, σελ. 41 (εισαγωγή). Αναλυτικά για τον Γ Μιθριδατικό πόλεμο και για τον Πομπήιο βλ. A. N. Sherwin-White, Lucullus, Pompey and the East, στο CAH IX (1994), M. Gelzer, Pompeius. Lebensbild eines Römers, München 2005,

94 Από αυτή την εποχή και εξής οι πολιτικοί θεσμοί και η αυτοδιοίκηση όλων των πόλεων της επαρχίας ρυθμίστηκαν εκ νέου με βάση το ρωμαϊκό πρότυπο. 84 Στις επιγραφές αυτής της περιόδου παραδίδονται περισσότεροι θεσμοί της πολιτικής και της δημόσιας ζωής της Κίου, συγκριτικά με την αμέσως προηγούμενη εποχή. Η οργάνωση των πολιτών της Κίου σε φυλές αποδεικνύεται από δύο επιτύμβιες επιγραφές ύστερων Αυτοκρατορικών χρόνων, σε κάθε μία από τις οποίες γίνεται λόγος για έναν φύλαρχο της φυλής Ἡρακλεώτιδος. 85 Από τις φυλές της Κίου η Ἡρακλεῶτις είναι η μοναδική μαρτυρούμενη. 86 Ο φύλαρχος ήταν ο επικεφαλής αξιωματούχος κάθε φυλής, το αξίωμά του ήταν αιρετό, διότι εκλεγόταν, συγκεκριμένα από τα μέλη της ίδιας της φυλής, και η θητεία του συνήθως ενιαύσια. 87 Η μαρτυρία φυλής με το όνομα Ηρακλεώτις συνδέεται σαφώς με τη λατρεία του Ηρακλέους ως κτίστη της πόλης. Επειδή το όνομα της φυλής προέρχεται από τον μυθικό ιδρυτή της Κίου, η δημιουργία της ανάγεται στην εποχή της ίδρυσης της πόλης. 88 Στον εφηβικό κατάλογο, για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω σε αυτή την ενότητα, πιθανόν τα ονόματα των εφήβων είχαν αναγραφεί ανά φυλές. 89 Η συνέχεια στους Αυτοκρατορικούς χρόνους των κύριων θεσμών μίας πόλης, οι οποίοι είχαν αρμοδιότητα λήψης απόφασης, της βουλής και του 84 Βλ. για την οργάνωση της επαρχίας C. Marek, Stadt, Ära und Territorium, C. Marek, Pontus et Bithynia, B. F. Harris, Bithynia, (συνοπτικά). 85 I. Kios 37 (μέσα 3 ου αι. μ.χ.): Αὐρήλιος Κύριλλος Κιανὸς φύλαρχος φυλῆς Ἡρακλεώτιδος 77 (4 ος αι. μ.χ.): πος Πρινκιπίου Κιανὸς φύλαρχος φυλῆς Ἡρακλεώτιδος. Άξια προσοχής στις δύο επιγραφές είναι η χρήση του εθνωνυμίου Κιανός, μολονότι τα αναφερόμενα πρόσωπα κατάγονταν από την ίδια την Κίο και επομένως δεν θα ήταν απαραίτητο να δηλωθεί η καταγωγή τους. 86 F. Gschnitzer, Phylarchos, RE Suppl. XI (1968), N. F. Jones, Public Organization in Ancient Greece: A Documentary Study, Philadelphia 1987, 290. H. L. Fernoux, Notables et élites, Βλ. γενικά για τους φυλάρχους F. Gschnitzer, Phylarchos, I. Kios, σελ. 54 (εισαγωγή). 89 Σύμφωνα με τον εκδότη των επιγραφών της Κίου T. Corsten, I. Kios, σελ. 54 (εισαγωγή), ίσως στην πόλη υπήρχαν δέκα φυλές, διότι τα ονόματα των εφήβων στον κατάλογο είναι χωρισμένα σε δέκα τμήματα. 74

95 δήμου, αποδεικνύεται από τρεις τιμητικές επιγραφές. Στην πρώτη η βουλή και ο δήμος τιμούν από κοινού τον Τιβέριο Κλαύδιο Ιουλιανό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως εὐεργέτης και ἐπιστάτης τῆς πόλεως (στ. 1-4). 90 Ο Τιβέριος Κλαύδιος Ιουλιανός τιμάται γενικά, επειδή ωφέλησε την πατρίδα του (στ. 5-6) αλλά και ειδικά, επειδή με την αποστολή πρεσβειών προς τους αυτοκράτορες (στ. 8, 15-16) ευεργέτησε την πόλη του. Πιθανότατα αυτές οι πρεσβείες είχαν ως στόχο την επίλυση διαφορών μεταξύ της Κίου και κάποιας γειτονικής πόλης σχετικά με διαφιλονικούμενα εδάφη. Αυτό ίσως δηλώνει η φράση κτ]ῆσιν τῆς γῆς κλαιριον (στ. 10). Η αποστολή της πρεσβείας έγινε βεβαίως προς όφελος της Κίου. 91 Στη δεύτερη επιγραφή μόνον ο δήμος (Κιανών) αποδίδει τιμές στον Κάσσιο Λυαίο, ο οποίος είχε διατελέσει ἔκδικος (στ. 4-5), δηλαδή εκπρόσωπος της πόλης του, 92 και γραμματεύς (στ. 5). 93 Στην τρίτη επιγραφή ο δήμος (Κιανών) τιμά τον Δείναρχο Μενεμάχου, ο οποίος ανέλαβε τη γυμνασιαρχία με δικά του έξοδα (στ. 1-2). 94 Στον Δείναρχο αποδίδονται οι τιμές της γραπτής εικόνας πάνω σε 90 I. Kios 4 (Αυτοκρατορική εποχή). Ως ἐπιστάτης τῆς πόλεως χαρακτηρίζεται ο ανώτατος αξιωματούχος, ο οποίος θεωρείται ότι επιβλέπει και προστατεύει την πόλη. Ο επιστάτης ήταν κάτι σαν διοικητής της πόλης, ωστόσο οι ακριβείς αρμοδιότητές του δεν είναι γνωστές: I. Kios 4, σελ. 79, σχόλια στον στίχο 4 και σελ. 54 (εισαγωγή). Βλ. γενικά για τον επιστάτη E. Szanto, Ἐπιστάται, RE VI 1 (1907), I. Kios 4, σελ , σχόλια στους στίχους Βλ. και H. L. Fernoux, Notables et élites, Αναλυτικά για τις διεθνείς διαιτησίες που αφορούσαν την επίλυση διαφορών μεταξύ δύο πόλεων βλ. P. Gauthier, Symbola. Les Étrangers et la Justice dans les cités grecques, Nancy 1972, Το αξίωμα του εκδίκου μαρτυρείται ήδη από την Ελληνιστική εποχή (2 ος αι. π.χ.) και εξής. Ο έκδικος ήταν αρχικώς εκείνος ο οποίος εκπροσωπούσε κάποιον ενώπιον του δικαστηρίου. Επίσης μπορούσε να εκπροσωπεί την πόλη του σε μία άλλη πόλη ως διαμεσολαβητής. Στην Αυτοκρατορική εποχή ήταν ο νομικός εκπρόσωπος της πόλης στον αυτοκράτορα ή στον επαρχιακό διοικητή. Ένας έκδικος διοριζόταν ad hoc, όταν δηλαδή προέκυπτε ανάγκη. Η έκφραση διὰ βίου, η οποία συνοδεύει συχνά αυτό το αξίωμα πιθανώς δηλώνει ότι ως έκδικος διοριζόταν επανειλημμένως το ίδιο πρόσωπο: C. G. Brandis, Ἔκδικος, RE V 2 (1905), I. Kios 3, σελ. 78, σχόλια στους στίχους I. Kios 3 (Αυτοκρατορική εποχή). Δεν είναι σαφές ποιες ακριβώς ήταν οι αρμοδιότητες αυτού του γραμματέως, διότι ένας γραμματεύς είχε ένα αρκετά ευρύ πεδίο καθηκόντων όπως π.χ. τη δημοσίευση των αποφάσεων της βουλής και του δήμου ή ακόμη και την προεδρία της συνέλευσης των πολιτών σε ορισμένες πόλεις. Βλ. σχετικώς O. Schultheß, Γραμματεῖς, RE VII 2 (1912), Βλ. γι αυτή την επιγραφή και τη χρονολόγησή της I. Kios 5 και σελ. 55 (εισαγωγή). 75

96 ασπίδα (εἰκόνι γραπτῇ ἐνόπλῳ, στ. 3), 95 μίας δεύτερης γραπτής εικόνας (στ. 3) και ενός μαρμάρινου ανδριάντα (στ. 4). Στον ίδιο και τη μητέρα του αφιερώνεται ένας ακόμη μαρμάρινος ανδριάντας (στ. 5-6). Επιπλέον σώζεται μία τιμητική επιγραφή από τον γειτονικό δήμο Χαρμιδεανών, ο οποίος έκειτο στην περιοχή της Κίου. 96 Ο δῆμος ὁ Χαρμιδεανῶν αποδίδει τιμές στον απελεύθερο των αυτοκρατόρων Αυρήλιο Διόδοτο, τη σύζυγο και τα τέκνα τους. 97 Οι περισσότεροι θεσμοί για την Κίο της Αυτοκρατορικής εποχής προκύπτουν από τον κατάλογο εφήβων του έτους 108/9 μ.χ. 98 Στο praescriptum του καταλόγου αναγράφονται οι εξής πληροφορίες: στρατηγούντων τῆς πόλεως Σωσικλέους Δαψιλέως, Γ. Ἰουλίου Κιανοῦ, Τι. Κλαυδίου Κλήμεντος, Δαψιλέους Σωκράτου, Μοσχίωνος Μοσχίωνος, γραμματεύοντος Σωκράτου Σωκράτους, γυμνασιαρχούσης τῆς πόλεως, ἐφηβαρχοῦντος Σωσικλέους Δαψιλέως τοῦ πρώτου ἄρχοντος, πολειτάρχου, ἱερέως Ἡρακλέους, γυμνασιάρχου καὶ ἀγορανόμου, ὑπογυμνασιαρχοῦντος Ζωίλου Ἑρμοδώρου, κοσμητεύοντος Σίμωνος Θράσωνος ταμιευτικῶν πράκτωρ Τειμόθεος Ζωίλου τὸν τελαμῶνα ἀνέσστησεν τῶν ἐφήβων (στ. 3-14). Πρωτίστως μαρτυρούνται δύο πολυθέσιοι θεσμοί της Κίου: οι στρατηγοὶ τῆς πόλεως, οι οποίοι ήταν πέντε 99 και οι ἄρχοντες, εκ των οποίων μαρτυρείται 95 Η έκφραση εἰκόνι γραπτῇ ἐνόπλῳ (ή ἐν ἀσπιδείῳ) χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη στρογγυλού σχήματος απεικόνιση κάποιου προσώπου πάνω σε ασπίδα: A. S. Henry, Honours and Privileges, Ο δήμος Χαρμιδεανών είναι γνωστός μόνον κατά την Αυτοκρατορική εποχή. Πιθανότατα ήταν κάποιος οικισμός, όπου οι αυτοκράτορες και άλλοι εύποροι πολίτες είχαν τα εξοχικά τους κτήματα. Αυτός ο δήμος έλαβε την ονομασία του από κάποιον ιδιώτη (Χαρμίδης) και ίσως ανήκε στη χώρα της Κίου αυτή την εποχή: I. Kios, σελ (εισαγωγή). 97 I. Kios 26 (2 ος αι. μ.χ.). 98 I. Kios 16 (108/9 μ.χ.). 99 Οι εξής εκδοχές είναι πιθανές για τους στρατηγούς: α) Ήταν γενικώς ανώτατοι αξιωματούχοι της πόλης, διότι αναφέρονται στην πρώτη θέση του καταλόγου: H. L. Fernoux, Notables et élites, 297, και β) δεδομένου ότι αναφέρονται σε έναν εφηβικό κατάλογο, ίσως οι στρατηγοί είχαν και κάποιες σχετικές με τους εφήβους αρμοδιότητες, διότι οι έφηβοι κατά το πρώτο έτος της θητείας τους ετίθεντο υπό τις διαταγές των στρατηγών, οι οποίοι αναλάμβαναν τη στρατιωτική εκπαίδευσή τους: Ch. Pélékidis, Histoire de l Éphébie attique des origins à 31 avant Jésus-Christ, Paris 1962, 109. I. Kios, σελ. 52 (εισαγωγή). 76

97 μόνον ένας, ο πρῶτος ἄρχων. 100 Πρώτος άρχων και ένας εκ των πέντε στρατηγών ήταν ο Σωσικλής Δαψιλέως. 101 Ωστόσο οι αρμοδιότητες στρατηγών και αρχόντων δεν είναι γνωστές με ακρίβεια. 102 Επίσης αναφέρονται και άλλα διοικητικά αξιώματα: γραμματεύς (στ. 6), για τον οποίο έγινε λόγος και προηγουμένως, ἀγορανόμος (στ. 10), 103 ταμιευτικῶν πράκτωρ (στ ), ο οποίος ως διαχειριστής του δημόσιου ταμείου είχε το καθήκον να διαθέσει τα χρήματα για την ανέγερση της 100 Στην πόλη πρέπει να υπήρχαν περισσότεροι του ενός άρχοντες, διότι ο πρώτος άρχων ήταν ο επικεφαλής αυτών. Ωστόσο ο συνολικός αριθμός των αρχόντων της Κίου δεν είναι γνωστός: I. Kios, σελ. 52 (εισαγωγή). Για τους άρχοντες της Κίου βλ. και W. Ameling, Das Archontat in Bithynien und die Lex Provinciae des Pompeius, EA 3 (1984), 25. Λεπτομερής περιγραφή του θεσμού των αρχόντων γίνεται κατωτέρω στη σχετική με την Προυσιάδα πρὸς τῷ Ὑπίῳ ενότητα (ΙΙΙ.3), διότι από αυτή την πόλη σώζονται περισσότερες μαρτυρίες. 101 Επειδή ο Σωσικλής Δαψιλέως αναφέρεται πρώτος από τους πέντε στρατηγούς, ίσως ήταν ο επικεφαλής αυτού του πολυθέσιου αξιώματος, όπως ο πρώτος άρχων ήταν επικεφαλής των αρχόντων: I. Kios, σελ. 52 (εισαγωγή). Ο Σωσικλής Δαψιλέως κατείχε και άλλα αξιώματα. Ήταν επίσης εφήβαρχος (στ. 8), πολειτάρχης (στ. 9), ιερεύς του Ηρακλέους (στ. 9-10), γυμνασίαρχος (στ. 10) και αγορανόμος (στ. 10). Στην περίπτωσή του μαρτυρείται η τυπική για την Αυτοκρατορική εποχή συσσώρευση και ανάληψη πολλών αξιωμάτων από το ίδιο πρόσωπο. 102 Ο W. Ameling, Archontat, 25, σημ. 35, θεωρεί ότι οι άρχοντες και οι στρατηγοί αυτής της επιγραφής ταυτίζονται με τους άρχοντες και τους στρατηγούς του τιμητικού ψηφίσματος για τον Αθηνόδωρο (360 π.χ.). Σε αυτή την περίπτωση μαρτυρείται η συνέχεια αυτών των δύο πολυθέσιων θεσμών από τον 4 ο αι. π.χ. έως την Αυτοκρατορική εποχή. 103 Ο θεσμός του αγορανόμου μαρτυρείται από την Κλασική εποχή έως τον 3 ο αι. μ.χ. σε πολλές ελληνικές πόλεις. Οι αρμοδιότητες των αγορανόμων διέφεραν από πόλη σε πόλη, όπως και η διάρκεια της θητείας τους. Μεταξύ των γενικών καθηκόντων τους ήταν η εποπτεία της αγοράς της πόλης και η εύρυθμη λειτουργία της. Επίσης ένας αγορανόμος φρόντιζε για τον τακτικό ανεφοδιασμό της πόλης σε σιτηρά και τη συγκράτηση των τιμών των τροφίμων σε χαμηλά επίπεδα: J. Oehler, Agoranomoi, RE I 1 (1893), I. Kios, σελ. 52 (εισαγωγή). Αναλυτικά για τα καθήκοντα των αγορανόμων βλ. L. Migeotte, Les pouvoirs des Agoranomes dans les cités grecques, στο R. W. Wallace M. Gagarin (eds.), Symposion 2001, Vorträge zur griechischen und hellenistischen Rechtsgeschichte (Evanston, Illinois, 5-8 September 2001), Wien 2005,

98 στήλης, 104 και ἱερεὺς τοῦ Ἡρακλέους (στ. 9-10). 105 Μεταξύ των ανωτέρω θεσμών καταγράφεται και ένα ρωμαϊκό αξίωμα, ο πολειτάρχης (στ. 9). 106 Οι υπόλοιποι θεσμοί σχετίζονται με το γυμνάσιο και δείχνουν την ιεραρχία των αξιωματούχων εντός αυτού: Κατά την παρούσα χρονική στιγμή τη γυμνασιαρχία ασκούσε η πόλη (γυμνασιαρχούσης τῆς πόλεως, στ. 7-8), πιθανώς επειδή δεν υπήρχε κάποιος υποψήφιος για τη θέση του γυμνασιάρχου. 107 Εν συνεχεία αναφέρονται ο γυμνασίαρχος (στ. 10), 108 ο υφιστάμενός του ὑπογυμνασίαρχος (στ. 11), 109 και δύο αξιώματα σχετικά με τον θεσμό της εφηβείας, o κοσμητεύων (στ. 12) 110 και ο ἐφήβαρχος (στ. 8), Πρόκειται για το ίδιο αξίωμα με εκείνο του ταμία της Ελληνιστικής εποχής, το οποίο αναφέρθηκε ανωτέρω (σελ. 66): I. Kios 16, σελ. 92, σχόλια στους στίχους και σελ (εισαγωγή). 105 Ο Ηρακλής και ο Ερμής ήταν οι θεοί-προστάτες του γυμνασίου και λατρεύονταν με αυτή την ιδιότητα στα γυμνάσια όλων των ελληνικών πόλεων. Βλ. σχετικώς S. Aneziri D. Damaskos, Städtische Kulte, Ο πολ(ε)ιτάρχης ήταν ο ανώτατος πολιτικός αξιωματούχος στην επαρχία της Μακεδονίας, αλλά και σε άλλες ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολής. Στην περίπτωση της Κίου δεν είναι σαφές ποια ήταν η θέση και τα καθήκοντα του πολ(ε)ιτάρχη, διότι αυτός αναφέρεται μετά τους στρατηγούς και τον πρώτο άρχοντα και πριν τα υπόλοιπα αξιώματα. Η ανωτέρω επιγραφή είναι η μοναδική μαρτυρία για το αξίωμα του πολ(ε)ιτάρχη στην Κίο: F. Gschnitzer, Politarches, RE Suppl. XIII (1973), 496. I. Kios, σελ. 52 (εισαγωγή). Βλ. αναλυτικά γι αυτόν τον θεσμό F. Gschnitzer, αυτ I. Kios 16, σελ. 92, σχόλια στους στίχους Ο γυμνασίαρχος αυτός δεν ασκούσε τα καθήκοντά του κατά την παρούσα χρονική στιγμή, διότι τη γυμνασιαρχία είχε αναλάβει η πόλη, αλλά είχε διατελέσει στο παρελθόν γυμνασίαρχος: I. Kios 16, σελ. 92, σχόλια στους στίχους Γενικά ένας υπογυμνασίαρχος βοηθούσε τον γυμνασίαρχο στην εκτέλεση των καθηκόντων του και ήταν στην πράξη ο υπεύθυνος για την εκπαίδευση των μελών του γυμνασίου: I. Kios, σελ. 55 (εισαγωγή). 110 Ο όρος «κοσμητεύων» χρησιμοποιείται για τον κοσμητή, ο οποίος ήταν αρχηγός των εφήβων και είχε το καθήκον της γενικής επίβλεψης και εκπαίδευσής τους. Ο κοσμητής εκλεγόταν από την εκκλησία του δήμου διά χειροτονίας και η θητεία του συνήθως ήταν ενιαύσια. Κατά τη διάρκεια της θητείας του πιθανόν είχε υπό την επίβλεψή του τους εφήβους μόνον του πρώτου έτους. Γενικά είναι δύσκολο να προσδιοριστεί σε τι ακριβώς συνίστατο η εξουσία ενός κοσμητή. Η έννοια του όρου (κοσμῶ, κοσμητής) πάντως δείχνει ότι πρόκειται για το πρόσωπο το οποίο φροντίζει για την τήρηση της τάξης. Βλ. για τον κοσμητή F. Preisigke, Κοσμητής, RE XI 2 (1922), και πιο αναλυτικά για τα καθήκοντα και τη διάρκεια της θητείας τους Chr. Pélékidis, Éphébie attique, Πρόκειται για τον ειδικό αξιωματούχο ο οποίος προΐστατο των εφήβων, είχε την αρμοδιότητα της επίβλεψής τους και ήταν υφιστάμενος του γυμνασιάρχου, ο οποίος προΐστατο του γυμνασίου γενικά. Στα καθήκοντα ενός εφηβάρχου συγκαταλέγονταν η καθοδήγηση των εφήβων στις εορταστικές τελετές και η διανομή χρηματικών δωρεών 78

99 για τα οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί αν και σε ποιο βαθμό διέφεραν οι αρμοδιότητές τους. 112 Έπεται ο κατάλογος με τα ονόματα των εφήβων, ο οποίος χωρίζεται σε δύο στήλες. 113 Εδώ αναφέρονται και τα ονόματα τριών μηνών και συγκεκριμένα ημερομηνιών: Ἡραίου α (στ. Β 1), Διονοισιήου θ (στ. Β 6) και Ἡρακλήου ζι (στ. Β 92) και οι καλένδες (στ. Β 70), οι οποίες αντιστοιχούν στην πρώτη μέρα κάθε μήνα του ρωμαϊκού ημερολογίου. Αυτοί οι τρεις μήνες δεν συμπίπτουν με τους γνωστούς από τα τιμητικά ψηφίσματα 4 ου αι. π.χ. μήνες, οι οποίοι αναφέρθηκαν ανωτέρω (Ληναιών και Ανθεστηριών), αλλά ανήκουν στο ημερολόγιο της επαρχίας της Βιθυνίας. Η αναντιστοιχία μεταξύ των μηνών 4 ου αι. π.χ. και Αυτοκρατορικής εποχής δηλώνει ότι εν τω μεταξύ έλαβε χώρα κάποια αλλαγή στο ημερολόγιο της πόλης, όμως ο ακριβής χρόνος αλλαγής του ημερολογίου δεν είναι γνωστός. 114 Η ημερομηνία Ἡραίου α είναι η πρώτη ημέρα του νέου ημερολογίου της επαρχίας και συμπίπτει με την 23 η Σεπτεμβρίου του ρωμαϊκού ημερολογίου, η οποία είναι η γενέθλιος ημέρα του αυτοκράτορα Αυγούστου. Αυτό σημαίνει ότι πιθανότατα η μετάθεση της έναρξης του έτους έλαβε χώρα την εποχή του Αυγούστου. 115 Η δεύτερη ημερομηνία, Διονοισιήου θ, αντιστοιχεί στους εφήβους: J. Oehler, Ἐφήβαρχος, RE V 2 (1905), Πιο αναλυτικά για τον εφήβαρχο βλ. N. M. Kennell, The Status of the Ephebarch, Tyche 15 (2000), Οι δύο αξιωματούχοι είχαν παρόμοια καθήκοντα: I. Kios, σελ. 55 (εισαγωγή). 113 Σχεδόν όλα τα ονόματα των εφήβων είναι ελληνικά πλην εκείνων τα οποία αναφέρονται κάτω από τις καλένδες, τα οποία είναι ρωμαϊκά (στ ). 114 C. Trümpy, Monatsnamen und Monatsfolgen, Παρόμοια προσαρμογή του ημερολογίου συνέβη στην επαρχία Ασίας το 9 π.χ. Τότε η πρώτη μέρα έναρξης του έτους μετατέθηκε, ώστε να συμπίπτει με τη γενέθλιο ημέρα του Αυγούστου. Αυτή την αντιστοιχία χρησιμοποιεί ως επιχείρημα ο εκδότης των επιγραφών της Κίου T. Corsten, I. Kios, σελ (εισαγωγή), για να υποστηρίξει τη μετάθεση της έναρξης του έτους στη Βιθυνία περίπου την ίδια εποχή (επί Αυγούστου). Ο ίδιος αυτ. αναφέρει ότι πιθανότατα η Κίος διατήρησε το παλαιό μιλησιακό ημερολόγιό της έως τότε. Για το ημερολόγιο της επαρχίας Ασίας βλ. A. E. Samuel, Greek and Roman Chronology. Calendars and Years in Classical Antiquity, München 1972, Πρβλ. N. Ehrhardt, Milet und seine Kolonien, 48: Οι τρεις μαρτυρούμενοι κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους μήνες εισήχθησαν από τον Προυσία Α με την επανίδρυση της πόλης. Αυτό σημαίνει ότι ο Προυσίας κατήργησε το παλαιό μιλησιακό ημερολόγιο και εισήγαγε νέο. Ωστόσο ο T. 79

100 στην 1 η Ιανουαρίου, η οποία είναι η πρώτη ημέρα του ρωμαϊκού έτους και ταυτόχρονα οι καλένδες του μήνα Ιανουαρίου. Η τρίτη ημερομηνία, Ἡρακλήου ζι, αντιστοιχεί στην 9 η Φεβρουαρίου του ρωμαϊκού έτους, κατά την οποία πιθανόν τελούνταν κάποια σημαντική εορτή. 116 Οι επιγραφές αυτής της περιόδου αποδεικνύουν τη συνέχεια έως τους Αυτοκρατορικούς χρόνους ορισμένων θεσμών της πόλης, διότι αυτοί μαρτυρούνται και στις δύο προηγούμενες περιόδους. Πρόκειται για τη βουλή, τον δήμο, τους στρατηγούς, τους άρχοντες και τον ταμία, οι οποίοι παραδίδονται και στις επιγραφές πριν το 202 π.χ. Επιπλέον συνάγεται ότι στην Κίο της Αυτοκρατορικής εποχής εξακολουθούσε να υπάρχει γυμνάσιο, το οποίο μαρτυρείται και για το χρονικό διάστημα π.χ., και ότι υφίστατο ο διαδεδομένος θεσμός της εφηβείας με τα συναφή αξιώματα. 117 Στην Κίο της Αυτοκρατορικής εποχής μαρτυρείται επιγραφικά η λατρεία τριών ελληνικών θεοτήτων, του Ηρακλέους, στον προαναφερθέντα κατάλογο εφήβων και σε μία αναθηματική επιγραφή, 118 η οποία είναι αφιερωμένη στον Ηρακλή Καλλίνεικο, τον κτίστη της πόλεως, 119 επίσης του Διός ως Ἀστραπαίου 120 και Ὀλυμπίου 121 και της Δήμητρας Καρποφόρου. 122 Δεδομένου ότι στην πλειονότητά τους οι επιτύμβιες επιγραφές της Κίου προέρχονται από την εποχή μετά το τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας Corsten αυτ. δεν δέχεται την εκδοχή του N. Ehrhardt. Για τον χρόνο δημιουργίας του ημερολογίου βλ. και κατωτέρω σελ I. Kios 16, σελ , σχόλια στους στίχους Β 1, Β 6, Β 92 και σελ (εισαγωγή). Και οι δώδεκα μήνες του ημερολογίου της επαρχίας παραδίδονται σε επιγραφή από το Βιθύνιο- Κλαυδιούπολη (ΙΙΙ.6, σελ ). 117 Βλ. αναλυτικά για τον θεσμό της εφηβείας στις ελληνικές πόλεις της Ανατολής S. Hin, Class and Society in the Cities of the Greek East: Education during Ephebeia, AncSoc 37 (2007), , όπου και η γενική βιβλιογραφία σχετικά με τον θεσμό. 118 I. Kios 24 (Αυτοκρατορική εποχή). 119 Σύμφωνα με τον μύθο η Κίος ιδρύθηκε από τον Ηρακλή την εποχή της Αργοναυτικής Εκστρατείας. Βλ. αναλυτικά I. Kios 24, σελ. 106 σχόλια και σελ (εισαγωγή). 120 I. Kios 3, 2 27, 2-3 (138/9 μ.χ.). Η δεύτερη επιγραφή προέρχεται από τον δήμο Χαρμιδεανών. 121 I. Kios 27, I. Kios 27, 3-4. Στην Κίο λατρεύονταν και άλλες ελληνικές θεότητες, αλλά η λατρεία τους προκύπτει μόνον από νομίσματα Αυτοκρατορικών χρόνων της πόλης: Βλ. σχετικά αυτ. σελ (εισαγωγή). 80

101 θεωρήθηκε απαραίτητο να γίνουν κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με αυτές. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα σωζόμενα στις επιτύμβιες επιγραφές ονόματα είναι ελληνικά. 123 Υπάρχουν βεβαίως και αρκετά ρωμαϊκά ονόματα, τα οποία δηλώνουν ότι ορισμένοι Κιανοί είχαν λάβει ρωμαϊκή πολιτεία. 124 Δύο μόνον ονόματα δεν είναι ούτε ελληνικά ούτε ρωμαϊκά αλλά έχουν θρακική προέλευση και ανήκουν σε αυτόχθονες, δηλαδή Βιθυνούς: 125 Διλίπορις 126 και Μοκάζεις. 127 Επιτύμβιες επιγραφές Κιανών εκτός Κίου σώζονται συνολικά τρεις, εκ των οποίων οι δύο προέρχονται από την Αθήνα και ανήκουν στον 1 ο αι. π.χ. και στον 1 ο αι. μ.χ. αντιστοίχως. 128 Η τρίτη προέρχεται από τους Αιζανούς και χρονολογείται το 131/2 μ.χ. 129 Και στις τρεις επιγραφές το εθνωνύμιο εμφανίζεται ως Κιανή ή Κιανός, παρά το γεγονός ότι οι δύο πρώτες ανήκουν στην εποχή κατά την οποία η Κίος εξακολουθούσε να φέρει το όνομα Προυσιάς. 130 Ωστόσο σώζονται και τρεις επιγραφές, στις οποίες το εθνικό όνομα είναι Προυσιεύς. Στην πρώτη από αυτές, η οποία χρονολογείται τον 1 ο αι. π.χ., το εθνικό απαντά μαζί με το προσδιοριστικό ἀπὸ θαλάσσης Ελληνικά ονόματα μαρτυρούνται στις επιτύμβιες επιγραφές I. Kios 28, 30, 31, 32, 34, 42, 43, 44, 45, 47, 48, 49, 53, 57, 61, 62, 63, 64, 70, 72, 73, 75, 76, 80, 81, 82, 90, 92, 93, 95, 99, 101, 102, 103, 109, Τριμερή ρωμαϊκά ονόματα στις επιγραφές I. Kios 29, 38, 40, 41, 46, 49, 51, 67, 91, 100. Τριμερή ονόματα με ελληνικό cognomen στις επιγραφές I. Kios 35, 36, 55, 65, 69. Στις επιγραφές Ι. Kios 39, 50, 52, 53, 54, 56, 60, 64, 66, 68, 70, 73, 92, 93, 94, 104, 105, 107 μαρτυρείται μόνον ένα από τα τρία nomina. Βλ. γενικά για την απονομή ρωμαϊκής πολιτείας σε επιφανείς πολίτες των πόλεων της Βιθυνίας H. L. Fernoux, Notables et élites, Βλ. H. L. Fernoux, Notables et élites, (με πίνακα ελληνικών και εγχωρίων ονομάτων της Κίου). Για την θρακική καταγωγή των Βιθυνών βλ. ανωτέρω σελ. 2 με σημ. 10, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. 126 I. Kios I. Kios IG II (1 ος αι. π.χ.): Αἴσχρα Νικάνορος Κιανή. W. Peek, Attische Inschriften, MDAI(A) 67 (1942), 112, αρ. 219 (1 ος αι. μ.χ.): Κιανή;. 129 ΜΑΜΑ IX 233 (131/132 μ.χ.): [ κ;]λης Κιανός. 130 Το όνομα Προυσιάς διατηρήθηκε για την Κίο μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Κλαυδίου (41-54 μ.χ.). Βλ. σχετικώς ανωτέρω ΙΙ.4, σελ IGUR 71d (1 ος αι. π.χ.): Προυσιεῖς ἀπὸ θαλάσσης και στα λατινικά Prusienses ab mare. Πρόκειται για δίγλωσση επιγραφή, η οποία προέρχεται από μνημείο, το οποίο αφιέρωσαν έξι πόλεις της Βιθυνίας, μεταξύ αυτών και η Προυσιάς επιθαλάσσιος, στον ανθύπατο της 81

102 Αυτό το γεγονός δηλώνει την ταυτόχρονη χρήση των δύο εθνικών ονομάτων, Κιανός και Προυσιεύς, κατά την ίδια εποχή. Στις άλλες δύο επιγραφές το εθνικό Προυσιεύς δεν προσδιορίζεται περαιτέρω (ως ἀπὸ θαλάσσης ή πρὸς τῷ Ὑπίῳ), 132 ώστε δεν είναι βέβαιο για ποια από τις δύο πόλεις πρόκειται. 2. Μύρλεια Ἀπάμεια Στην περίπτωση της Μύρλειας Απάμειας οι σωζόμενες επιγραφές είναι πολύ λιγότερες σε σύγκριση με την Κίο, ωστόσο προέρχονται και από τις τρεις εξεταζόμενες περιόδους. Από τις δύο πρώτες επιμέρους περιόδους όλες οι επιγραφές, πλην μίας, προέρχονται από άλλες πόλεις και όχι από την ίδια τη Μύρλεια. Μόνον από την τελευταία χρονική περίοδο υπάρχουν επιγραφές τόσο από την ίδια την πόλη όσο και εκτός αυτής. Ωστόσο και αυτές στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι επιτύμβιες. α) Κλασική και πρώιμη Ελληνιστική εποχή (έως το 202 π.χ.) Οι επιγραφικές μαρτυρίες για τη Μύρλεια πριν το 202 π.χ. είναι ελάχιστες, ωστόσο παραδίδουν αρκετές πληροφορίες για την πόλη. Όλες οι επιγραφές αυτής της περιόδου αφορούν την πόλη ως σύνολο πλην μίας επιγραφής, η οποία αναφέρεται σε μεμονωμένο πολίτη της Μύρλειας. Οι παλαιότερες επιγραφικές μαρτυρίες είναι οι φορολογικοί κατάλογοι της Α Αθηναϊκής Συμμαχίας, από τους οποίους προκύπτει ότι η Μύρλεια ήταν σύμμαχη των Αθηναίων πόλη. Σώζονται συνολικά τέσσερις επαρχίας Βιθυνίας Ρούφο. Σε αυτή την περίπτωση το εθνικό χρησιμοποιείται, για να δηλώσει το σύνολο των πολιτών της πόλης και όχι για μεμονωμένους πολίτες. Εφόσον πρόκειται για επίσημο έγγραφο της πόλης προς έναν Ρωμαίο αξιωματούχο, δεν θα μπορούσε παρά να χρησιμοποιηθεί το επίσημο εθνωνύμιο Προυσιεύς. 132 I. Kios T8 (λίγο μετά το 70 π.χ.): Μόσχος Ἀναξξίππου Προυσιεύς. IG II (1 ος αι. μ.χ.): Μηνιὰς Στόλου Προυσιέως. 82

103 φορολογικοί κατάλογοι, οι οποίοι χρονολογούνται τα έτη 433/2 π.χ.-432/1 π.χ., /29 π.χ. 134 και 418/7 π.χ. 135 Οι τρεις πρώτοι κατάλογοι παραδίδουν το εθνικό όνομα Βρυλλεανοί, ενώ στον τέταρτο το εθνικό όνομα έχει τη μορφή Βρυλλειανοί. 136 Στον κατάλογο θεωροδόκων του Άργους του 330 π.χ. αναγράφεται και ο θεωροδόκος του Βρυλλείου, ο Τυδεύς. Το όνομα της πόλης απαντά σε αυτή την επιγραφή με την αρχική του μορφή ως Βρύλλειον. 137 Από αυτόν τον κατάλογο προκύπτει ότι ο ελληνικός θεσμός της θεωροδοκίας υπήρχε στο Βρύλλειον (Μύρλεια). Η πρώτη από τις επιγραφές του 3 ου αι. π.χ. είναι τιμητικό ψήφισμα του δήμου των Αθηναίων για τον δήμο των Μυρλεανών και χρονολογείται πριν τα μέσα του αιώνα. 138 Η αιτιολόγηση αυτού του ελλιπούς ψηφίσματος έχει ενδιαφέρον: ἐπε]ιδ[ὴ ὁ] δῆμος ὁ Μυρλεα[νῶν.].. τοῦ] δή[μ]ου τοῦ Ἀθηναῖων[. οἰ]κε[ι]ότ[η]τ[α..] (στ ). Από αυτή τη φράση συνάγεται ότι μεταξύ των δύο πόλεων υπήρχε οἰκειότης 139 και ότι οι καλές σχέσεις μεταξύ τους συνεχίζονταν και σε αυτή την εποχή. 133 IG I 3 279, ΙΙ 1 280, ΙΙ IG I 3 281, ΙΙΙ IG I 3 287, ΙΙ Το πρώτο όνομα της πόλης ήταν Βρύλλειον και το αντίστοιχο εθνωνύμιο Βρυλλε(ι)ανός. Το τοπωνύμιο αυτό διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του 4 ου αι. π.χ., όταν η πόλη μετονομάστηκε σε Μύρλεια: I. Apameia und Pylai, σελ. 4-6 (εισαγωγή). Βλ. και σημ SEG XXIII 189, II 15 (330 π.χ.). Αυτή είναι η τελευταία μαρτυρία για το αρχικό όνομα της πόλης. Θεωρείται πολύ πιθανό ότι λίγο αργότερα (περί τα τέλη του 4 ου αι. π.χ.) το Βρύλλειον μετονομάστηκε σε Μύρλεια, διότι από αυτή τη χρονική στιγμή και έως το 202 π.χ. μαρτυρείται πλέον το νέο όνομα της πόλης τόσο σε γραμματειακές πηγές όσο και σε επιγραφές. Περίπου την ίδια εποχή (4 ος αι. π.χ.) η Μύρλεια περιήλθε στην εξουσία τοπικών Περσών δυναστών (έως το 302 π.χ.) και μετά τη μάχη της Ιψού (301 π.χ.) ενσωματώθηκε με ολόκληρη τη Μ. Ασία στο βασίλειο του Λυσιμάχου έως το 281 π.χ.: I. Apameia und Pylai, σελ. 8-9 (εισαγωγή). 138 IG II (πριν τα μέσα του 3 ου αι. π.χ.). 139 Ο όρος «οἰκειότης» χρησιμοποιούνταν συχνά στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ πόλεων κυρίως κατά την Ελληνιστική εποχή. Αν και είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς το περιεχόμενο αυτού του όρου, η σημασία του ήταν η εξής: Η οἰκειότης δήλωνε τις καλές σχέσεις μεταξύ δύο πόλεων, οι οποίες δεν συνδέονταν απαραιτήτως μέσω συγγένειας. Βασική προϋπόθεση της οικειότητος ήταν η αμοιβαία φιλία, έννοια με την οποία συχνά ταυτιζόταν η οἰκειότης. Ο όρος «οἰκειότης» εξέφραζε την πυκνότητα, τη συχνότητα και τη 83

104 Η επόμενη επιγραφή είναι κατάλογος προστίμων των αγωνοθετών του κοινού των Ιλιέων και χρονολογείται στο τελευταίο τρίτο του 3 ου αι. π.χ. αλλά πριν το Μεταξύ των πόλεων οι οποίες ήταν υποχρεωμένες να καταβάλουν πρόστιμο στο κοινό ήταν και η Μύρλεια. Στον κατάλογο αναγράφεται ότι οι Μυρλεανοί έπρεπε να πληρώσουν πρόστιμο 2000 αλεξανδρινών δραχμών στο κοινό (στ ), επειδή δεν συνέβαλαν με το προκαθορισμένο ποσό των 245,5 αλεξανδρινών δραχμών στις εορτές προς τιμήν της θεάς Αθηνάς (στ ), επειδή δεν συμμετείχαν στις θυσίες (στ ) και τέλος επειδή δεν έστειλαν αντιπροσώπους στο συνέδριο του κοινού (στ ). 141 Στην επιγραφή η Μύρλεια αναφέρεται ως ἡ πόλις ἡ Μυρλεανῶν. διάρκεια στις διακρατικές σχέσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα η μία πόλη να αισθάνεται την άλλη ως οἰκεία. Οι σχέσεις αυτές εντοπίζονται κυρίως στον οικονομικόεμπορικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό, ίσως και στον πολιτικό, τομέα. Η οικειότης είναι στην ουσία η έμπρακτη άσκηση της φιλίας, διότι η τελευταία έχει κυρίως θεωρητικό περιεχόμενο. Βλ. για την έννοια «οἰκειότης» και τη σχέση της με τις έννοιες «συγγένεια» και «φιλία» E. Will, Syngeneia, Oikeiotès, Philia, RPh 69 (1995), (κυρίως , όπου δίνεται ο ορισμός της οικειότητας, όπως προκύπτει από τη συγκριτική εξέταση και των τριών εννοιών). 140 I. Ilion 5 (τελευταίο τρίτο 3 ου αι. π.χ. αλλά πριν το 202). Πρόκειται για μία ομοσπονδία εννέα πόλεων της περιοχής της Τρωάδος, η οποία ιδρύθηκε περί τα τέλη του 4 ου αι. π.χ. Η Μύρλεια δεν συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των προαναφερθέντων πόλεων αλλά ανήκε στο κοινό προσωρινά, μολονότι βρισκόταν μακριά από την περιοχή της Τρωάδος. Δεν είναι γνωστός ο χρόνος παραμονής της Μύρλειας στο κοινό, διότι δεν σώζονται άλλες σχετικές με το κοινό επιγραφές οι οποίες την αναφέρουν. Το κοινό των Ιλιέων είχε ως έδρα το Ίλιον, όπου βρισκόταν ο ναός της Αθηνάς Ιλιάδος. Προς τιμήν της θεάς τελούνταν θυσίες, αγώνες και μία πανήγυρις, η οποία περιελάμβανε τα Μικρά και τα Μεγάλα Παναθήναια. Το κοινό διέθετε επίσης συνέδριο, στο οποίο όλες οι πόλεις-μέλη έστελναν αντιπροσώπους. Οι πόλεις-μέλη ήταν επιπλέον υποχρεωμένες να καταβάλλουν ένα χρηματικό ποσό ως συνδρομή για την τέλεση των εορτών και να συμμετέχουν στις θυσίες προς τιμήν της θεάς. Όταν οι υποχρεώσεις αυτές δεν τηρούνταν, οι αγωνοθέτες και ο γραμματεύς του κοινού κατάρτιζαν καταλόγους με τα πρόστιμα, τα οποία ήταν υποχρεωμένες να πληρώσουν οι πόλεις-μέλη: I. Ilion 5, σελ σχόλια και XI-XV (εισαγωγή). Βλ. αναλυτικά για το κοινό της Αθηνάς Ιλιάδος E. Preuner, Die Panegyris der Athena Ilias, Hermes 61 (1926), Το γεγονός ότι η Μύρλεια δεν έστειλε κανέναν αντιπρόσωπο στο συνέδριο είχε ως συνέπεια την αποπομπή της από το κοινό, όπως συνέβαινε και με άλλες πόλεις. Πιθανόν γι αυτόν τον λόγο η πόλη δεν αναφέρεται σε άλλες επιγραφές του κοινού: I. Ilion 5, σελ. 27, σχόλια στον στίχο

105 Η τελευταία επιγραφή αυτής της περιόδου προέρχεται από το ιερό της Αθηνάς Λινδίας στη Ρόδο και χρονολογείται περί το 225 π.χ. 142 Πρόκειται για αναθηματική επιγραφή, από την οποία σώζεται μόνον η αρχή του καταλόγου με τα ονόματα των αναθετών. Μεταξύ αυτών καταγράφεται ο [Μ]ηνόφιλος Μυρλε[ανός] (στ. 2). β) Ύστερη Ελληνιστική εποχή: Ένταξη της Μύρλειας στο βασίλειο της Βιθυνίας (202 π. Χ.-74 π.χ.) Από το 202 π.χ. και εξής η Μύρλεια έφερε το όνομα Απάμεια. 143 Από αυτή την εποχή μόνον μία επιγραφή αφορά την πόλη. Πρόκειται για τιμητική επιγραφή του θιάσου της Κυβέλης, 144 του Απόλλωνος και του Διός για την ιέρεια Στρατονίκη, η οποία χρονολογείται πιθανόν στα τέλη του 2 ου αι. π.χ. και προέρχεται από τη χώρα της πόλης. 145 Η επιγραφή αυτή αποτελεί μαρτυρία για τη λατρεία των δύο ανωτέρω ελληνικών θεοτήτων στη χώρα της Απάμειας. Οι υπόλοιπες επιγραφές προέρχονται από άλλες πόλεις και αφορούν μεμονωμένα πρόσωπα. 146 Η πρώτη από αυτές είναι τιμητικό ψήφισμα της βουλής και του δήμου των Αθηναίων για εφήβους και χρονολογείται το 142 Ι. Lindos 121 (περί το 225 π.χ.). 143 Για την ένταξη της Μύρλειας στο βασίλειο της Βιθυνίας και την αλλαγή του ονόματός της βλ. ανωτέρω ΙΙ.4, σελ Οι θίασοι ήταν ιδιωτικές θρησκευτικές οργανώσεις, οι οποίες είχαν σκοπό την οργάνωση της λατρείας διάφορων θεοτήτων, και ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή. Βλ. σχετικώς F. Poland, Geschichte des griechischen Vereinswesens, Dresden 1909 (ανατ. Leipzig 1967), 33-34, Η Κυβέλη ή Μητέρα Θεά ήταν φρυγική θεότητα της γονιμότητας, η λατρεία της οποίας τελούνταν αρχικά σε ολόκληρη τη Μ. Ασία. Αργότερα η λατρεία της εξαπλώθηκε τόσο στον ελληνικό όσο και στον ρωμαϊκό κόσμο. Βλ. σχετικώς S. Takacs, Cybele, NP 3 (2003), I. Apameia und Pylai 35 (τέλη 2 ου αι. π.χ.;). 146 Η επιλογή αυτών των επιγραφών έγινε με βάση τα επιγραφικά testimonia, τα οποία παρατίθενται στην έκδοση I. Apameia und Pylai, σελ , διότι σε πολλές περιπτώσεις δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί από ποια Απάμεια προέρχονται τα αναφερόμενα στις επιγραφές πρόσωπα. Το ίδιο ισχύει και για τις αντίστοιχες επιγραφές της επόμενης περιόδου. 85

106 106/5 π.χ. Μεταξύ των ξένων εφήβων αναφέρεται ο Διονύσιος Θεοδοσίου Ἀπαμεύς. 147 Η δεύτερη επιγραφή είναι κατάλογος των Σαβαζιαστών 148 από την Αθήνα. Ένας εξ αυτών είναι ο Σωσιγένης Ἀπαμεύς. 149 Οι υπόλοιπες επιγραφές είναι επιτύμβιες: τρεις από αυτές προέρχονται από την Αθήνα 150 και τέσσερις από τη Ζάκυνθο. 151 Οι ανωτέρω επιγραφές αποδεικνύουν ότι πολίτες της Απάμειας κατοικούσαν και δραστηριοποιούνταν εκτός της πατρίδας τους, ότι έφεραν ελληνικά ονόματα, καθώς και ότι για να δηλώσουν την καταγωγή τους χρησιμοποιούσαν το εθνωνύμιο Ἀπαμεύς. γ) Τέλος Ελληνιστικής εποχής και Αυτοκρατορικοί χρόνοι: Μετά το τέλος του βασιλείου της Βιθυνίας (74 π.χ.-3 ος αι. μ.χ.) Τα γεγονότα αυτής της περιόδου είναι ιδιαίτερης σημασίας για την Απάμεια. Κατά τη διάρκεια του Γ Μιθριδατικού πολέμου η πόλη αντιστάθηκε στους Ρωμαίους, ωστόσο το 72 π.χ. αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ακολούθησαν η εισβολή των Ρωμαίων στην πόλη, η καταστροφή της και η σφαγή του μισού περίπου πληθυσμού της. Όσοι Απαμείς διέφυγαν τη σφαγή πωλήθηκαν ως δούλοι. 152 Αργότερα 147 IG II , V 114 (106/5 π.χ.). 148 Οι Σαβαζιαστές ήταν λατρευτικός σύλλογος (ἐρανισταί) του Σαβαζίου, θρακικής θεότητας η λατρεία της οποίας είχε εισαχθεί στην Αθήνα: Ε. Ziebarth, Σαβαζιασταί, RE Suppl. VIII (1956), 660. Βλ. αναλυτικά για τους Σαβαζιαστές σε αυτή την επιγραφή I. N. Arnaoutoglou, Thusias heneka kai sunousias. Private religious Associations in Hellenistic Athens, Athens 2003, IG II , 55 (102/1 π.χ.). 150 IG II (3 ος /2 ος αι. π.χ.): Ἀγαθοκλῆς Ἡλιοδώρου Ἀπαμεύς 8341 (3 ος /2 ος αι. π.χ.): Νικηφόρος νωνος Ἀπαμεύς 8342 (2 ος /1 ος αι. π.χ.): Πασίων Διοσσκουρίδου Ἀπαμεύς. 151 SEG XXIII 359 (2 ος αι. π.χ.): Ἀνδρόσθενες Ἀπαμεῦ 360 (2 ος αι. π.χ.): Ξένων Ἀπολλοδώρου Ἀπαμεῦ 379 (2 ος αι. π.χ.): Σάτυρε Φίλωνος Ἀπαμεῦ 381 (2 ος αι. π.χ.): Ἰσίδωρε Ἀπαμεῦ (στ. 2), Νικήρατε Ἀπαμεῦ (στ. 15), Λαοδίκη Ἀπάμισα (στ. 16). 152 Βλ. γι αυτά τα γεγονότα I. Apameia und Pylai, σελ (εισαγωγή). H. L. Fernoux, Notables et élites, 122. Για τον Γ Μιθριδατικό πόλεμο βλ. ανωτέρω ΙII.1, σελ. 73, σημ

107 εγκαταστάθηκαν στην πόλη άποικοι ιταλικής καταγωγής 153 είτε από τον Καίσαρα είτε από τον Μάρκο Αντώνιο. 154 Η αποικία έφερε το όνομα Colonia Iulia Concordia Apamea. 155 Με την εγκατάσταση Ιταλών αποίκων ενισχύθηκε ο πληθυσμός της πόλης, ο οποίος προηγουμένως είχε εξολοθρευθεί. 156 Το 27 π.χ. ο Αύγουστος αναδιοργάνωσε την αποικία και πιθανόν εγκατέστησε δικούς του βετεράνους προς ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος ιταλικού πληθυσμού της πόλης. 157 Η Απάμεια ήταν η μοναδική ρωμαϊκή αποικία επί του εδάφους της επαρχίας Βιθυνίας. 158 Η θέση στην οποία βρισκόταν η αποικία ταυτιζόταν με εκείνη της προγενέστερης ελληνικής πόλης. 159 Το πιθανότερο είναι ότι ολόκληρη η πόλη έγινε ρωμαϊκή αποικία. 160 Δεν φαίνεται δηλαδή να ισχύει ότι οι Ρωμαίοι άποικοι εγκαταστάθηκαν σε ένα μόνον μέρος της πόλης και της χώρας της και ότι επομένως συνυπήρχαν με τους εναπομείναντες Έλληνες κατοίκους, όπως παρατηρείται σε άλλες ρωμαϊκές αποικίες. 161 Συγκριτικά με τις υπόλοιπες πόλεις, οι οποίες εξετάζονται σε αυτή την εργασία, από την Απάμεια σώζεται ο μεγαλύτερος αριθμός λατινικών 153 Είναι πιο πιθανό ότι οι άποικοι ήταν βετεράνοι στρατιώτες παρά ακτήμονες γεωργοί από την Ιταλία: M. Sartre, Les Colonies romaines dans le monde grec. Essai de synthèse, στο E. Dabrowa (eds.), Roman Military Studies, Krakow 2001, Για τη χρονολογία ίδρυσης της αποικίας (επί Καίσαρα ή επί Β Τριανδρίας, το 42 π.χ.) βλ. M. Sartre, Colonies romaines, 114, σημ Το όνομα της αποικίας παραδίδεται στις επιγραφές I. Apameia und Pylai 2 (69-79 μ.χ.) 4 (128/9 μ.χ.). 156 H. L. Fernoux, Notables et élites, Βλ. για την επανίδρυση της αποικίας από τον Αύγουστο M. Sartre, Colonies romaines, 114, σημ. 19. H. L. Fernoux, Notables et élites, C. Marek, Pontus et Bithynia, 40. H. L. Fernoux, Notables et élites, M. Sartre, Colonies romaines, 133. Ο ίδιος αυτ. 127 επισημαίνει ότι η επιλογή της τοποθεσίας για την εγκατάσταση ρωμαϊκής αποικίας υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι επρόκειτο για μία ευνοϊκή θέση, η οποία ανήκε για μακρό χρονικό διάστημα σε μία ακμάζουσα ελληνική πόλη και η οποία (θέση) τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν ελεύθερη. 160 Για την αντίθετη άποψη βλ. αμέσως επόμενη σημ. 161 Η αποικία δηλαδή εγκαταστάθηκε σε μία έρημη πόλη: H. L. Fernoux, Notables et élites, 172, 188. Για την αντίθετη άποψη βλ. Α. N. Sherwin White, The Roman Citizenship, Oxford , 355: Ορισμένες ρωμαϊκές αποικίες του Καίσαρα στη Μ. Ασία μοιράζονταν το έδαφος τόσο της πόλης όσο και της χώρας της με την ελληνική κοινότητα (π.χ. Σινώπη και Ηράκλεια). Αυτό ίσως συνέβη και στην Απάμεια αλλά από την εποχή του Τραϊανού και εξής. 87

108 επιγραφών (11 επιγραφές από τις 62). 162 Τρεις από τις λατινικές επιγραφές είναι επίσημες επιγραφές και επομένως επίσημη γλώσσα της αποικίας ήταν η λατινική. 163 Ωστόσο οι περισσότερες επιγραφές είναι ελληνικές. Η εικόνα η οποία προκύπτει από τις επιγραφικές μαρτυρίες σχετικά με τους ελληνικούς θεσμούς της Απάμειας είναι η εξής: Η πρώτη επιγραφή, η οποία είναι τιμητική, περιέχει την πληροφορία ότι η Απάμεια διέθετε βουλή, διότι στο κείμενο αναφέρεται ότι η Κλαυδία Αθηνώ (τιμά) τον (γιο της) Μ. Κλαύδιο Σεκουνδείνο ψηφ(ίσματι) βουλ(ῆς). 164 Η Κλαυδία Αθηνώ ήταν ελληνικής καταγωγής. Το γεγονός ότι ο γιος της φέρει τριμερές ρωμαϊκό όνομα δηλώνει ότι ο σύζυγός της ήταν Ρωμαίος πολίτης. Η δεύτερη είναι τιμητική επιγραφή για τον αυτοκράτορα Μακριανό ( μ.χ.), τον οποίο τιμά ἡ πόλις. 165 Το γεγονός ότι η Απάμεια αναφέρεται ως πόλις δείχνει ότι στην πόλη πρέπει να λειτουργούσαν και άλλοι θεσμοί (πλην της βουλής) χαρακτηριστικοί της δημόσιας ζωής των ελληνικών πόλεων, ακόμα και αν αυτοί οι θεσμοί δεν μαρτυρούνται επιγραφικά. Σε μία λατινική επιγραφή 1 ου αι. μ.χ. υπάρχει η πληροφορία ότι η Απάμεια διέθετε γυμνάσιον, το οποίο είναι χαρακτηριστικό των ελληνικών πόλεων. Το γυμνάσιο αφιέρωσε ένας ιερεύς της λατρείας του Αυγούστου, πιθανότατα Ρωμαίος (με βάση τη γλώσσα της επιγραφής). 166 Στην πόλη υπήρχε επίσης βαλανεῖον (bal(i)neum), το οποίο ανέθεσε στον αυτοκράτορα Αδριανό και τον οίκο των Σεβαστών αυτοκρατόρων η αποικία 162 Είναι οι επιγραφές I. Apameia und Pylai 1, 2, 4, 15, 17, 18, 19, 21, 23, 49, Είναι οι επιγραφές I. Apameia und Pylai 1, 2, 4. Βλ. και M. Sartre, Colonies romaines, 142 με σημ. 271, κατά τον οποίο επίσημη γλώσσα της αποικίας ήταν η λατινική, αλλά σε ιδιωτικού χαρακτήρα επιγραφές χρησιμοποιούνταν η ελληνική. 164 I. Apameia und Pylai 3 (Αυτοκρατορική εποχή). 165 I. Apameia und Pylai 62 ( μ.χ.). Ο T. Fulvius Iunius Macrianus Augustus ήταν αυτοκράτορας τα έτη μ.χ., αλλά αναγνωρίστηκε μόνον από το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας: T. Franke, Macrianus [3], NP 8 (2006), I. Apameia und Pylai 51 (1 ος αι. μ.χ.). Η επιγραφή βρέθηκε στη χώρα της Απάμειας, ωστόσο ως τόπος προέλευσης θεωρείται η ίδια η πόλη: αυτ. σελ. 73, σχόλια. 88

109 Colonia Iulia Concordia Apamea με δικά της έξοδα. 167 Το βαλανείο αντιστοιχούσε στα δημόσια λουτρά της πόλης. 168 Μία δίγλωσση επιτύμβια επιγραφή Αυτοκρατορικών χρόνων αναφέρει τον Ρωμαίο Α. Σερβείλιο Μάξιμο, ο οποίος ήταν νομικός (iuris prudens), δηλαδή νομομαθής. 169 Τρεις επιγραφές είναι αναθέσεις πολιτών της Απάμειας σε ελληνικές θεότητες, οι οποίες λατρεύονταν στην πόλη. Με την πρώτη αφιερώνεται μία στοά από τον Ρωμαίο Γ. Ναίβιο Ιούστο στον Ασκληπιό: Ἀσκληπιῷ Ἐπιδαυρίῳ Περγαμηνῷ διώρυγα κατοικοῦντι. 170 Τη δεύτερη επιγραφή αφιερώνει ο επίσης Ρωμαίος Γράκχις Σεκούνδος στον Ασκληπιό Διορυγείτῃ. 171 Την τρίτη επιγραφή αφιέρωσαν στη Λευκοφρυηνή Αρτέμιδα 172 ο Ιούλιος Κλαυδιανός Πολύαινος (Έλληνας με ρωμαϊκή πολιτεία) και η Κλαυδία Χρυσίον. 173 Ως προς τα ονόματα τα οποία παραδίδονται στις επιτύμβιες επιγραφές της πόλης παρατηρείται το εξής φαινόμενο: Υπάρχουν ρωμαϊκά ονόματα 167 I. Apameia und Pylai 4. Βλ. και H. L. Fernoux, Notables et élites, Το βαλανεῖον ήταν κατεξοχήν ελληνικός θεσμός, η ύπαρξη του οποίου ήταν αυτονόητη σε όλες τις ελληνικές πόλεις. Αρχικά ήταν μέρος του γυμνασίου και στη συνέχεια έγινε ανεξάρτητο κτήριο. Ένα βαλανείο μπορούσε να είναι είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό. Στη δεύτερη περίπτωση λάμβανε το όνομά του από τον ιδιοκτήτη. Ιδιαίτερη διάδοση των βαλανείων ως δημόσιων λουτρών ανεξάρτητων από το γυμνάσιο παρατηρείται στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή: I. Nielsen, Thermae et Balnea, The Architecture and Cultural History of Roman Public Baths, Ι, Aahrus University Press 1990, I. Apameia und Pylai 49 (Αυτοκρατορική εποχή). Ο νομικός ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον της σύνταξης δικαστικών εγγράφων και συχνά παρευρισκόταν σε δίκες. Αν και οι πρώτες μαρτυρίες για τους νομικούς προέρχονται από τους Αυτοκρατορικούς χρόνους, θεωρείται βέβαιη η ύπαρξή τους και σε προγενέστερες εποχές: E. Ziebarth, Νομικός, RE XVII 1 (1936), 822. I. Apameia und Pylai 49, σελ. 71, σχόλια. 170 I. Apameia und Pylai 5 (2 ος αι. μ.χ.;). Η λατρεία του Ασκληπιού εισήχθη στην Απάμεια από το Πέργαμο, το οποίο είχε παραλάβει τη λατρεία του θεού από την Επίδαυρο. Οι φράσεις «διώρυγα κατοικοῦντι» και «Διορυγείτη» της επόμενης επιγραφής δηλώνουν ότι κοντά στην πόλη υπήρχε κάποια διώρυγα, στην οποία θεωρούνταν ότι κατοικούσε ο θεός και προφανώς εκεί λατρευόταν: αυτ. σελ. 25, σχόλια και σελ. 23 (εισαγωγή). 171 I. Apameia und Pylai 6 (2 ος αι. μ.χ.;). 172 Η λατρεία της Λευκοφρυηνής Αρτέμιδος είχε εισαχθεί από τη Μαγνησία πρὸς Μαιάνδρῳ: I. Apameia und Pylai, σελ. 23 (εισαγωγή). 173 I. Apameia und Pylai 46 (1 ος /2 ος αι. μ.χ.). 89

110 σύμφωνα με τη ρωμαϊκή ονοματοθεσία, 174 τα οποία ανήκαν στους Ρωμαίους αποίκους, ονόματα Ελλήνων, οι οποίοι έλαβαν ρωμαϊκή πολιτεία (τρία ονόματα εκ των οποίων το cognomen ελληνικό) 175 και αμιγώς ελληνικά ονόματα (όνομα και πατρώνυμο ή μόνον όνομα). 176 Τα τελευταία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη χώρα της Απάμειας, όπως και το όνομα Διλίπορις, το οποίο είναι θρακικό-βιθυνικό και ανήκε σε αυτόχθονα. 177 Το συμπέρασμα το οποίο συνάγεται από τις προερχόμενες από την Απάμεια επιγραφές είναι το εξής: Η πλειοψηφία των επιγραφών είναι στην ελληνική γλώσσα και πολλά από τα παραδιδόμενα ονόματα είναι ελληνικά (είτε ως τριμερή ρωμαϊκά ονόματα με ελληνικό cognomen είτε με την τυπική ελληνική μορφή ονόματος και πατρωνύμου). Αυτό δηλώνει ότι τουλάχιστον στη χώρα της Απάμειας, όπου μαρτυρούνται τα περισσότερα από αυτά, υπήρχε ελληνικός πληθυσμός προφανώς με κατώτερη νομική υπόσταση σε σχέση με τους Ρωμαίους αποίκους. 178 Αρχικά Ρωμαίοι πολίτες ήταν μόνον οι άποικοι. Κατά τις επόμενες γενιές όμως ρωμαϊκή πολιτεία απέκτησαν και εξέχοντες Έλληνες της πόλης, όπως μαρτυρούν τα τριμερή ονόματα με ελληνικό cognomen. 179 Επομένως καθίσταται σαφές ότι η πόλη, 174 I. Apameia und Pylai 8, 10, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 27Α, 28, 32, 40, 41, 43, 52, 54, I. Apameia und Pylai 13, 14, 16, 18, 24, 38. Τα πρόσωπα σε αυτές τις επιγραφές έλαβαν ρωμαϊκή πολιτεία λόγω της καταγωγής τους από έναν μόνον Ρωμαίο άποικο (επιγαμίες μεταξύ Ρωμαίων αποίκων και Ελλήνων κατοίκων). Αυτές οι επιγαμίες φαίνονται στις επιγραφές I. Apameia und Pylai 8, 10, 14, 16, 18, 20, 22, 40, στις οποίες συνυπάρχουν ένα ρωμαϊκό τριμερές όνομα και ένα ελληνικό όνομα. Βλ. αναλυτικά γι αυτό το φαινόμενο H. L. Fernoux, Notables et élites, I. Apameia und Pylai 10, 12, 20, 22, 23, 28, 36, 37, 39, 40, 42, 48, 54, 55, I. Apameia und Pylai H. L. Fernoux, Notables et élites, H. L. Fernoux, Notables et élites, 197. Βλ. και M. Sartre, Colonies romaines, 143: Σταδιακά οι εξέχοντες Έλληνες ενσωματώθηκαν στην αποικία ενισχύοντας έτσι το ελληνόφωνο τμήμα του αποικιακού πληθυσμού. 90

111 παρά την ισχυρή παρουσία ρωμαϊκού πληθυσμού, είχε έντονο ελληνικό χαρακτήρα. 180 Αρκετές επιγραφές προερχόμενες από άλλες πόλεις αφορούν την Απάμεια. Τέσσερις επιγραφές μαρτυρούν την εξωτερική δραστηριότητα της Απάμειας και τις σχέσεις της με άλλες πόλεις. Τον 1 ο αι. π.χ. η Απάμεια συμμετείχε στην ανέγερση ενός μνημείου προς τιμήν του Ρωμαίου ανθυπάτου Ρούφου, το οποίο έστησαν έξι πόλεις της Βιθυνίας στη Ρώμη. 181 Από την Ολβία προέρχονται δύο τιμητικές επιγραφές, με τις οποίες πόλεις της ακτής του Ευξείνου Πόντου και της Βιθυνίας, μεταξύ αυτών και η Απάμεια, τιμούν με χρυσό στέφανο κάποιον Ολβιοπολίτη. 182 Η επιγραφή των Ἀπαμέων. Κολόνων ἐν Βειθυνίᾳ, η οποία αφιερώθηκε στο ιερό του Απόλλωνος στην Κλάρο 183 αποδεικνύει ότι η Απάμεια και ως ρωμαϊκή αποικία είχε καλές σχέσεις με τη μητρόπολή της ελληνικής πόλης, την Κολοφώνα, στην οποία ανήκε το ιερό. Η φράση Ἀπαμέων. Κολόνων δείχνει ότι την επιγραφή αφιέρωσαν οι Ρωμαίοι άποικοι της Απάμειας. Η παρουσία Απαμέων εκτός της πόλης μαρτυρείται κυρίως από δεκαέξι επιτύμβιες επιγραφές, οι οποίες προέρχονται από την Αθήνα. Όλα τα ονόματα είναι ελληνικά και ακολουθούνται από το πατρώνυμο και το εθνικό όνομα Ἀπαμεύς για τους άνδρες και Ἀπαμῖτις ή Ἀπάμισσα για τις 180 Βλ. H. L. Fernoux, Notables et élites, 199: Η Απάμεια αποτελούσε νησίδα ρωμαϊκού πολιτισμού σε μία ελληνική περιοχή, ωστόσο η επίδραση του ελληνισμού στη ρωμαϊκή κοινότητα είναι εμφανής. Πρβλ. τη γενική διατύπωση του M. Sartre, Colonies romaines, 145 ότι ο ελληνικός πολιτισμός ήταν παρών στις ρωμαϊκές αποικίες της Ανατολής και ότι ο ελληνικός χαρακτήρας των αποικιών, οι οποίες εγκαταστάθηκαν σε ελληνόφωνες περιοχές, δεν μεταβλήθηκε μετά την αλλαγή της νομικής τους υπόστασης. 181 IGUR 71e. Η επιγραφή είναι δίγλωσση και το εθνικό όνομα εμφανίζεται ως Apameni και Ἀπαμεῖς. Ο πρεσβευτής, ο οποίος εστάλη στη Ρώμη από την Απάμεια, έφερε το όνομα Μάρκος Αυρήλιος Νικομήδης του Κλεοχάρους. Το ελληνικό cognomen και η χρήση του πατρωνύμου δείχνουν ότι ήταν Έλληνας, ο οποίος έλαβε ρωμαϊκή πολιτεία. 182 IOSPE Ι 2 40 (β μισό 2 ου αι. ή αρχές 3 ου αι. μ.χ.): Ἀπάμεια 41 (Ρωμαϊκή εποχή): Ἀπαμεῖς. Ότι πρόκειται για τη συγκεκριμένη Απάμεια προκύπτει από το γεγονός ότι στην επιγραφή αναφέρονται και άλλες πόλεις της Βιθυνίας (Νικομήδεια, Νίκαια, Προυσιάς). 183 I. Apameia und Pylai Τ7 (Αυτοκρατορική εποχή). 91

112 γυναίκες. 184 Τέλος μία επιγραφή από την Κύζικο μνημονεύει τον ποιητή Μάξιμο (πιθανόν Ρωμαίος πολίτης) από την Απάμεια, νικητή στα Ολύμπια που τελούνταν στην πόλη προς τιμήν του Αδριανού. 185 Η εξέταση των επιγραφών των τριών χρονικών περιόδων από τη Μύρλεια Απάμεια οδηγεί στο κατωτέρω συμπέρασμα: Η παλαιά ελληνική πόλη εξακολούθησε να έχει ελληνικό χαρακτήρα μετά την ένταξη της στο βασίλειο της Βιθυνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο πριν το 202 π.χ. όσο και μετά το 74 π.χ. χαρακτηρίζεται στις επιγραφές ως πόλις. Αυτό σημαίνει ότι στο χρονικό διάστημα π.χ., παρά την απουσία αντίστοιχων επιγραφών, δεν συνέβη κάποια αλλαγή. Ακόμη και μετά την εγκατάσταση των Ρωμαίων αποίκων στην Απάμεια το έντονο ελληνικό υπόβαθρο της περιοχής άσκησε ίδια επιρροή στη ρωμαϊκή αποικία, ώστε οι μαρτυρούμενοι θεσμοί είναι ελληνικοί. 3. Κίερος Προυσιὰς πρὸς τῷ Ὑπίῳ Όλες οι επιγραφές της Προυσιάδος πρὸς τῷ Ὑπίῳ είναι Αυτοκρατορικής εποχής και ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: α) τιμητικές, β) αναθηματικές και γ) επιτύμβιες. Κυρίως από την πρώτη κατηγορία επιγραφών προκύπτει μία αρκετά πλήρης εικόνα σχετικά με τους ελληνικούς θεσμούς και τα αξιώματα, τα οποία υφίσταντο στην πόλη κατά 184 IG II (1 ος αι. π.χ.): Ἀντίοχος Ἀπαμεύς 8327 (1 ος αι. π.χ.): Αὖα Λυσίου Ἀπαμῖτις 8328 (Αυτοκρατορική εποχή): Γοργίας Μηνοφίλου Ἀπαμεύς 8329 (ρωμαϊκή εποχή): Γοργίας Χρη[ Ἀπ]αμέως 8330 (1 ος /2 ος αι. μ.χ.): Διογένης Χρησίμου Ἀπαμεύς 8331 (1 ος αι. π.χ.): Δόναξ Ἀρτεμιδώρου Ἀπαμεύς 8334 (τέλη 1 ου αι. π.χ.): Ζωσίμη Ἡρακλέωνος Ἀπαμῖτις 8335 (1 ος αι. π.χ.): Κασιόδωρος Μελίτωνος Ἀπαμεύς 8336 (1 ος αι. π.χ.): Κεφάλων Ἀντιπάτρου Ἀπαμεύς 8337 (1 ος αι. π.χ.): Μενέσστρατος Ἐργασίωνος Ἀπαμεύς 8338 (2 ος αι. μ.χ.): Μηνόδωρος Μηνογένου Ἀπαμεύς 8339 (1 ος αι. π.χ.): Μητροφίλα Γλαύκου Ἀπάμισσα 8343 (1 ος αι. π.χ.): Παυσανίας Λυσανίου Ἀπαμεύς 8344 (1 ος αι. π.χ.): Σφαῖρος Ἀπολλ[ο ] Ἀπαμεύς 8346 (Αυτοκρατορική εποχή): Τάτιον Διονυσίου Ἀπαμῖτις. SEG XV 151 (1 ος αι. π.χ./1 ος αι. μ.χ.): Θεοξενίδης Δεινομάχου Ἀπαμεύς. 185 IGR IV 163 ( μ.χ.). Ότι πρόκειται για την Απάμεια της Βιθυνίας συνάγεται από το γεγονός ότι η επιγραφή προέρχεται από την Κύζικο, η οποία έκειτο δυτικά της Απάμειας. 92

113 τους Αυτοκρατορικούς χρόνους. Στη συντριπτική πλειοψηφία των τιμητικών επιγραφών οι τιμές αποδίδονται στον πρώτο άρχοντα της πόλης. Οι θεσμοί της Προυσιάδος εξετάζονται με κριτήριο τη σημασία τους. Προτάσσονται οι πολιτικοί-διοικητικοί θεσμοί και έπονται οι μη πολιτικοί αλλά σχετικοί με τον δημόσιο βίο της πόλης θεσμοί. Η διάρθρωση του σώματος των πολιτών της Προυσιάδος σε φυλές προκύπτει από δεκαπέντε επιγραφές με τις οποίες τιμάται ο πρώτος άρχων εκάστου έτους από τους φυλάρχους, οι οποίοι άσκησαν τα καθήκοντά τους επί της αρχής του. 186 Στις επιγραφές παραδίδονται τα ονόματα δώδεκα φυλών με την εξής σειρά: Σεβαστηνή, Θηβαΐς, Γερμανική, Σαβεινιανή, Φαυστινιανή, Διονυσιάς, Τιβεριανή, Προυσιάς, Ἁδριανή, Μεγαρίς, Ἰουλιανή και Ἀντωνιανή. 187 Ο χρόνος δημιουργίας των φυλών διαφέρει: α) Θηβαΐς, Μεγαρίς, Διονυσιάς. Οι φυλές Θηβαΐς και Μεγαρίς συνδέονται με την ίδρυσή της Κιέρου από την Ηράκλεια του Πόντου, η οποία ήταν ίδρυση των Μεγάρων και της Θήβας. 188 Επομένως τα ονόματα αυτών των δύο φυλών αποτελούν επιβιώσεις από την εποχή της ίδρυσης της πόλης. Για το όνομα της φυλής Διονυσιάδος, το οποίο είναι θεοφόρο, δύο εκδοχές είναι πιθανές: Πρώτον, ότι προέρχεται από τη μητρόπολη Ηράκλεια, διότι ο θεός Διόνυσος καταγόταν από τη Θήβα και επομένως ισχύει για αυτή τη φυλή ό,τι και για τις δύο προηγούμενες 189 και δεύτερον, ότι προέρχεται από τον μήνα Διονύσιο, τον τέταρτο μήνα του ημερολογίου 186 Είναι οι επιγραφές I. Prusias ad Hypium 1 ( μ.χ.) 2 (πριν το 212 μ.χ.) 3 (πριν το 211 μ.χ.) 4 ( μ.χ.) 5 (Αυτοκρατορική εποχή) 6 (μετά το 212 μ.χ.) 7 (μετά το 212 μ.χ.) 8 (μετά το 212 μ.χ) 9 (211/212 μ.χ.) 10 (πριν το 212 μ.χ.) 11 ( μ.χ.) 12 ( μ.χ.) 13 ( μ.χ.) 14 (Αυτοκρατορική εποχή) 15 (Αυτοκρατορική εποχή). 187 Η σειρά των φυλών φαίνεται από τις επιγραφές I. Prusias ad Hypium 1, 2, 4, 6, 7, 10, 11, στις οποίες σώζονται και οι δώδεκα φυλές. Σε όλες τις επιγραφές ακολουθείται η ίδια σειρά εκτός της επιγραφής I. Prusias ad Hypium 1, στην οποία η Φαυστινιανή προηγείται της Σαβεινιανής. Από τις υπόλοιπες επιγραφές σώζονται τα ονόματα ορισμένων μόνον φυλών. 188 Για την ίδρυση της Ηράκλειας και της Κιέρου βλ. ανωτέρω σελ I. Prusias ad Hypium, σελ. 25 (εισαγωγή). N. F. Jones, Public Organization,

114 της Βιθυνίας. 190 Σε αυτή την περίπτωση ο χρόνος δημιουργίας της φυλής είναι αβέβαιος, διότι δεν είναι γνωστό πότε και υπό ποιες συνθήκες δημιουργήθηκε το ημερολόγιο της Βιθυνίας. 191 β) Η φυλή Προυσιάς δημιουργήθηκε από τον Προυσία Α, όταν κατέκτησε και επανίδρυσε την πόλη. 192 Το όνομα της φυλής οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Προυσίας λατρευόταν στην Προυσιάδα ως κτίστης. 193 γ) Οκτώ φυλές δημιουργήθηκαν κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους. Η Σεβαστηνή ήταν προς τιμήν των Σεβαστών Αυτοκρατόρων ή του Αυγούστου. Η Γερμανική πιθανόν έλαβε το όνομά της από τον Γερμανικό, τον γιο του Δρούσου. Η Σαβεινιανή και η Φαυστινιανή ονομάστηκαν από τις αυτοκράτειρες Σαβίνα και Φαυστίνα, ενώ οι φυλές Τιβεριανή και Αδριανή από τους αντίστοιχους αυτοκράτορες. Η Ιουλιανή ίσως ήταν προς τιμήν του οίκου των Ιουλίων ή ενός συγκεκριμένου μέλους του (πιθανόν του Καίσαρα). Η Αντωνιανή ονομάστηκε είτε από τον Μάρκο Αντώνιο είτε από κάποιον Αντωνίνο αυτοκράτορα. 194 Πρόβλημα αποτελεί η σειρά των φυλών στις επιγραφές, η οποία δεν ακολουθεί τη χρονική σειρά δημιουργίας τους ή κάποιο άλλο κριτήριο. Ευλόγως η Σεβαστηνή φυλή αναγράφεται πάντοτε πρώτη, διότι είναι η φυλή προς τιμήν όλων των αυτοκρατόρων Την άποψη ότι το όνομα της φυλής προήλθε από τον μήνα Διονύσιο εκφράζει ο F. K. Dörner, Prusias (5) ad Hypium, O N. F. Jones, Public Organization, 349 απλώς παραθέτει την άποψη του Dörner χωρίς να την αποδέχεται ή να την απορρίπτει. 191 Για τον μήνα Διονύσιο και το ημερολόγιο της Βιθυνίας, δηλαδή το κοινό ημερολόγιο των ελληνικών πόλεων της Βιθυνίας βλ. C. Trümpy, Monatsnamen und Monatsfolgen, Για την κατάκτηση και επανίδρυση της πόλης από τον Προυσία Α βλ. ΙΙ W. Leschhorn, Gründer der Stadt, 279. Η ονομασία μίας φυλής σύμφωνα με κάποιον βασιλέα προϋπέθετε τη λατρεία αυτού του βασιλέως στην πόλη: I. Prusias ad Hypium, σελ. 4 (εισαγωγή), με σημ. 22. Βλ. αναλυτικά γι αυτό το φαινόμενο C. Habicht, Gottmenschentum und griechische Städte (Zetemata 14), München , με αρκετά ανάλογα παραδείγματα. 194 Για τον χρόνο δημιουργίας και τα ονόματα και των δώδεκα φυλών βλ. αναλυτικά N. F. Jones, Public Organization, N. F. Jones, Public Organization,

115 Τα ονόματα των φυλάρχων αναγράφονται ανά φυλή σε δύο στήλες. Σε κάθε μία από τις δώδεκα φυλές αντιστοιχούσαν δύο φύλαρχοι και επομένως για έκαστο έτος ο συνολικός αριθμός των φυλάρχων ήταν είκοσι τέσσερις. Η θητεία των φυλάρχων ήταν ενιαύσια και χρονικά παράλληλη με τη θητεία του πρώτου άρχοντος και το αξίωμά τους αιρετό. 196 Εκτός από τους φυλάρχους τιμές στον πρώτο άρχοντα της πόλης απέδιδαν και ορισμένες φυλές: η Σεβαστηνή, 197 η Ιουλιανή, 198 και από κοινού οι φυλές Γερμανική και Σαβεινιανή. 199 Σε αυτή την περίπτωση η απόδοση τιμών είχε περιστασιακό χαρακτήρα και δεν γινόταν έκαστο έτος, όπως συνέβαινε με τους φυλάρχους. Επιπλέον η φυλή Θηβαΐς σε μία επιγραφή και οι φυλές Τιβεριανή και Προυσιάς από κοινού σε μία δεύτερη επιγραφή τιμούν τον ίδιο πολίτη ως ευεργέτη δικό τους και της πατρίδος. 200 Άλλες πληροφορίες σχετικά με τις φυλές και τους φυλάρχους, πλην των προαναφερθεισών τιμών, τις οποίες απέδιδαν στον πρώτο άρχοντα ή σε πολίτες, δεν είναι γνωστές. Δεδομένου ότι ο αριθμός και οι αρμοδιότητες φυλών και φυλάρχων διέφεραν από πόλη σε πόλη δεν μπορούν να γίνουν παραλληλισμοί με άλλες περιπτώσεις. 201 Στην Προυσιάδα μαρτυρούνται επίσης οι κύριοι θεσμοί μίας πόλης, οι οποίοι είχαν αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων: Η βουλή και ο δήμος. Σε τρεις επιγραφές η βουλή και ο δήμος αποδίδουν από κοινού τιμές σε σημαίνοντα πρόσωπα της πόλης. 202 Σε άλλη επιγραφή ο δήμος τιμά τη βουλή, 203 ενώ η βουλή εμφανίζεται χωριστά σε τρεις τιμητικές επιγραφές, οι οποίες 196 Αυτές οι ιδιότητες των φυλάρχων προκύπτουν από τη χαρακτηριστική έκφραση η οποία απαντά στις επιγραφές. Βλ. κατωτέρω σελ I. Prusias ad Hypium 17 (Αυτοκρατορική εποχή). 198 I. Prusias ad Hypium 18 (2 ος αι. μ.χ.). 199 I. Prusias ad Hypium 19 (2 ος αι. μ.χ.). 200 Οι επιγραφές είναι αντιστοίχως SEG LVI 1406, (αρχές 3 ου αι. μ.χ.) 1407, (αρχές 3 ου αι. μ.χ.). 201 I. Prusias ad Hypium, σελ. 23 (εισαγωγή). 202 I. Prusias ad Hypium 26, 27, I. Prusias ad Hypium

116 ανατέθηκαν με πρωτοβουλία των συγγενών των τιμωμένων, αλλά με βάση την απόφαση της βουλής. 204 Σε τρεις επιγραφές οι τιμές αποδίδονται είτε από την ίδια την πόλη είτε μετά από απόφασή της. Ο πρώτος άρχων Μάρκος Ιούλιος Γαουείνιος Σακέρδως τιμάται από τον Ολύμπιο Ολυμπίου κρίματι τῆς λαμπροτάτης πόλεως. 205 Τον Μ. Αυρήλιο Χρυσήνιο Δαμάτριο τιμούν οἱ κατοικοῦντες τὸ ἐνπόριο[ν] [καὶ οἱ Προυσι]εῖς πρὸς [Ὑπίῳ], επειδή ως ἐπιστάτης τῆς πόλεως 206 αύξησε τα έσοδα του εμπορίου και διέθεσε χρήματα για την κατασκευή κτηρίων. 207 Μία αναθηματική επιγραφή αφιερώνει στον αυτοκράτορα Αντωνίνο Ευσεβή [ἡ] λαμπροτάτη Προυσιέων πόλις δ[ιὰ τῶν ἀρχόντων] τῶν περὶ Μ. Αὐρήλιον Μαρ[κιανὸν Ἀμεινίαν] [πρῶτον ἄρχοντα]. 208 Στην Προυσιάδ&al