ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟ ΙΟΙΚΗΣΗΣ. Τµήµα Μεταναστευτικής Πολιτικής. Επιβλέπων: Παπαγεωργίου Γεώργιος. Σπουδάστρια: Λογοθέτη Ειρήνη.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟ ΙΟΙΚΗΣΗΣ. Τµήµα Μεταναστευτικής Πολιτικής. Επιβλέπων: Παπαγεωργίου Γεώργιος. Σπουδάστρια: Λογοθέτη Ειρήνη."

Transcript

1 Ε ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟ ΙΟΙΚΗΣΗΣ Τµήµα Μεταναστευτικής Πολιτικής Επιβλέπων: Παπαγεωργίου Γεώργιος Σπουδάστρια: Λογοθέτη Ειρήνη Τελική Εργασία Θέµα: «Οι παράγοντες που συµβάλουν στην ανάπτυξη του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας- Η περίπτωση της µερικής απασχόλησης και των ελεγκτικών µηχανισµών». ΑΘΗΝΑ 2008

2 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ σελ. Πίνακας περιεχοµένων συντµήσεων.4 Περίληψη...5 Summary 6 ΜΕΡΟΣ Α I. Εισαγωγή...7 α1. Σκοπός: Aδήλωτη εργασία-λόγοι εµφάνισης του φαινοµένου 7 α2. ιάρθρωση Κεφαλαίων...9 β. Εγχώρια µορφή αδήλωτης εργασίας..10 γ. Στόχος: Η αδήλωτη εργασία των µεταναστών..17 δ1. Μερική απασχόληση Προσωρινή απασχόληση...52 III. Το νοµοθετικό πλαίσιο α. Η ερµηνεία του άρθρο 86 του Ν.3386/ β. Νοµολογία-παραδείγµατα..64 IV. Οι ελεγκτικοί µηχανισµοί α. Η λειτουργία των ελεγκτικών µηχανισµών...66 β. Η συµβολή των ελεγκτικών µηχανισµών στον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας.77 2

3 ΜΕΡΟΣ Β-ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ (CASE STUDY) I.Η αδήλωτη εργασία των µεταναστών-η Περίπτωση της Καλαµάτας...83 II.Ερωτηµατολόγιο α. Ερωτηµατολόγιο προς τους µετανάστες...86 β. Ερωτηµατολόγιο προς τους φορείς..87 γ. Συµπεράσµατα αποτελέσµατα έρευνας..88 ΙΙΙ. Προτάσεις για τον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας.118 ΜΕΡΟΣ Γ Παραρτήµατα ιαγραµµατική-γραφική απεικόνιση των αποτελεσµάτων 2. Υπόδειγµα 1: Ερωτηµατολόγιο προς τους µετανάστες 3. Υπόδειγµα 2: Ερωτηµατολόγιο προς τους φορείς 4. Νόµοι: - Ν.2639/1998 (Ρύθµιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις) - Ν.2874/2000 (Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις) 5. Άρθρο 86 του Ν.3386/2005 ΜΕΡΟΣ Βιβλιογραφία Πρωτογενείς πηγές Βιβλιογραφία Σχετική Βιβλιογραφία 163 3

4 Πίνακας περιεχοµένων συντµήσεων ΟΑΕ : Oργανισµός Απασχόλησης Εργατικού υναµικού ΙΚΑ: Ίδρυµα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ΣΕΠΕ: Σώµα Επιθεώρησης Εργασίας ΚΠΑ: Κέντρο Προώθησης Απασχόλησης ΥΠΕΣ Α: Υπουργείο Εσωτερικών ηµόσιας ιοίκησης και Αποκέντρωσης Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.: Σώµα Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας.Π.Υ: ελτίο Παροχής Υπηρεσιών Π..: Προεδρικό ιάταγµα Ν..: Νοµοθετικό ιάταγµα Π.Ο.Π.Ο.Κ.Π. : Πανελλήνια Οµοσπονδία Προσωπικού Οργανισµών Κοινωνικής Πολιτικής Ο.Τ.Α. : Οργανισµοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ε.Κ. : Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο.Μ.Ε.. : Οργανισµός Μεσολάβησης και ιαιτησίας.ο.υ: ηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία ΕΤΑΜ: Ενιαίο Ταµείο Ασφάλισης Μισθωτών COM: Κοινοτική Οδηγία Ε.Ε.: Ευρωπαϊκή Ένωση 4

5 Περίληψη Αυτό το κείµενο πραγµατεύεται την αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα. Σε πρωταρχικό στάδιο γίνεται διάκριση ανάµεσα στην εγχώρια µορφή αδήλωτης εργασίας και στην αδήλωτη - παράνοµη εργασία των αλλοδαπών µεταναστών, δίνοντας έµφαση στους τελευταίους κάνοντας χρήση παραδειγµάτων της νοµολογίας. Ειδικότερα αναπτύσσονται δύο επιµέρους µορφές εργασιακής απασχόλησης, οι οποίες υποκαθιστούν εν µέρει την αδήλωτη εργασία µε µορφή ευελιξίας στην κανονική απασχόληση, µε αναφορά στην προσωρινή και στην µερική εργασιακή σύµβαση καθώς και στους όρους που τις συνθέτουν αλλά και σε γενικές γραµµές το νοµικό πλαίσιο που τις διέπει. Αυτό το στάδιο ολοκληρώνεται µε ανάπτυξη των κυριότερων ελεγκτικών µηχανισµών, οι οποίοι ασχολούνται µε τον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας. Στο πεδίο της έρευνας, που αποτελεί και τον βασικό πυρήνα του θέµατος έγινε µελέτη µε την καταγραφή ερωτηµατολογίων σε ένα δείγµα N=28 µεταναστών και N=20 φορέων, και τα αποτελέσµατα που εξήχθησαν ήταν άκρως εντυπωσιακά. Το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας µε βάση τις εθνικότητες κυµαίνεται στο 77,8%, µε τους Ρουµάνους µετανάστες να έρχονται στην πρώτη θέση, ενώ το ποσοστό γενικά που καταγράφεται είναι πλησιέστερα στο 50%.Θέµατα όπως είναι η επίτευξη ενός καλύτερου εισοδήµατος φαίνεται να απασχολούν τους µετανάστες όλων των εθνικοτήτων, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά σε εργατικά ατυχήµατα µε ανασφάλιστους αδήλωτους εργαζοµένους µετανάστες. Η έρευνα ολοκληρώνεται µε προτάσεις για τον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας µε τη συµβολή των ελεγκτικών µηχανισµών, των συνδικάτων και των πολιτών. 5

6 Summary This text concerns undeclared work in Greece. First of all, we have a distinction between domestic undeclared work and illegal undeclared work of the foreign immigrants, emphasizing the latter ones. Especially, two particular form of employment are described, which substitute partially undeclared work. Regarding, the temporary and part-time contract as well as the terms and the legal status, this part is completed within describing the main checking mechanisms which try to limit illegal work. Within my research, which is the main part, a sample of questionnaires has been studied and the results accumulated are very striking. Percentage of the undeclared work (according nationalities ranges at 77,8% within Romanian immigrants being on the top, when total amount in generally seems to be near 50%.Issues such as accomplishing a better income seem to concern each category of immigrants, while reporting industrial accidents happening to the uninsured and undeclared immigrants is very interesting. This survey finishes with proposals for limiting undeclared work with the help of the auditing mechanisms, unions and citizens. 6

7 ΜΕΡΟΣ Α I. Eισαγωγή. α1. Σκοπός- Aδήλωτη εργασία-λόγοι εµφάνισης του φαινοµένου Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η µελέτη του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας και ειδικότερα θα αναλυθεί η περίπτωση της αδήλωτης εργασίας των αλλοδαπών µεταναστών µε περιπτωσιολογική ανάλυση. Στα πλαίσια του παρόντος, µε τον όρο επισφαλής εργασία γίνεται συνήθως αναφορά σε µορφές απασχόλησης που παρουσιάζουν ελάχιστες διασφαλίσεις για τον εργαζόµενο, ως προς το να υπάρξει ή να διατηρηθεί σε ένα κοντινό µέλλον ένα «αποδεκτό» επίπεδο διαβίωσης, πράγµα που οδηγεί σε ένα βαθύ αίσθηµα αβεβαιότητας για το µέλλον και ένα αίσθηµα επισφάλειας. Γενικά όταν η αγορά εργασίας δεν βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης υπάρχουν δηλαδή υψηλά ποσοστά ανεργίας - και σε αντίθεση µε τις συµβάσεις αορίστου χρόνου /σταθερής απασχόλησης, η εν λόγω απασχόληση αφορά σε προσωρινή απασχόληση (συµβάσεις ορισµένου χρόνου, εποχική απασχόληση) δανεισµό εργαζοµένων, stages και διάφορες επιδοτούµενες θέσεις εργασίας. Ωστόσο η επισφάλεια δεν αφορά αναγκαστικά όλους τους εργαζόµενους µε αυτού του είδους τις µορφές απασχόλησης. Για έναν εργαζόµενο οι καταστάσεις επισφαλούς εργασίας µπορούν να έχουν διάφορες αιτίες και κυρίως : Θέσεις εργασίας προσωρινού χαρακτήρα (Προσωρινή απασχόληση µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, εποχική..) ιδιαίτερα σε κλάδους /δραστηριότητες ή επαγγέλµατα όπου υπάρχουν υψηλά ποσοστά ανεργίας. Μερική απασχόληση (κυρίως µη εθελούσια). Έλλειψη ή ελλιπής κάλυψη σε σχέση µε την ανεργία (ανεπαρκές επίπεδο κάλυψης είτε αυτό αφορά στο ύψος του επιδόµατος ανεργίας, στην διάρκεια χορήγησης του ή ακόµη στις προϋποθέσεις πρόσβασης στο επίδοµα). 7

8 Ανεπαρκώς αµειβόµενη εργασία που να επιτρέπει ένα αποδεκτό επίπεδο συνθηκών διαβίωσης (χαµηλές αµοιβές ). Θέσεις εργασίας µε ρήτρες γεωγραφικής κινητικότητας. Θέσεις εργασίας σε επιχειρήσεις που αντιµετωπίζουν οικονοµικές δυσκολίες ή σε κλάδους µε τεχνολογικές αλλαγές όπου η πιθανότητα απόλυσης «για οικονοµικούς λόγους» είναι υψηλή. Ένα αδύναµο κράτος, ανίκανο να προστατέψει τους εργαζόµενους σε περίπτωση µη τήρησης της σύµβασης εργασίας τους ή από την αδήλωτη εργασία(µαύρη εργασία). Είναι δύσκολο να προβεί κανείς σε µία συγκριτική ανάγνωση των διάφορων φαινοµένων επισφάλειας της εργασίας/απασχόλησης στην Ευρώπη. Ο όρος επισφάλεια δεν αποτελεί οµοιογενή κατηγορία και η έννοια µπορεί να διαφέρει από την µία χώρα στην άλλη, σε ορισµένες µάλιστα χώρες µπορεί και να µην χρησιµοποιείται ή να µην έχει το ισοδύναµο που έχει κάπου αλλού. Από την µία εθνική πραγµατικότητα στην άλλη ορισµένα στατιστικά δεδοµένα µπορεί να παραπέµπουν σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές καταστάσεις. Κατά συνέπεια πρέπει να διευρυνθεί το φάσµα της παρατήρησης του φαινοµένου και να ενσωµατωθούν στην ανάλυση οι διάφορες διαστάσεις που χαρακτηρίζουν την µισθωτή εργασία, όπως το θεσµικό και κανονιστικό πλαίσιο της απασχόλησης, η θέση και ο ρόλος των δηµόσιων πολιτικών για την απασχόληση, η κατάσταση των εργασιακών σχέσεων, τα συστήµατα κοινωνικής ασφάλισης / προστασίας κ.λ.π. Σε γενικές γραµµές οι διαστάσεις του φαινοµένου της επισφαλούς εργασίας σχετίζονται µε: το βαθµό βεβαιότητας σχετικά µε την συνέχιση της εργασίας την έννοια του «ελέγχου» της εργασίας από τον εργαζόµενο(αν δηλαδή o εργαζόµενος έχει τον έλεγχο των ωραρίων του, του ρυθµού εργασίας του και της αµοιβής του) τη δυνατότητα να επωφεληθεί µίας καλής κοινωνικής προστασίας το θέµα των εισοδηµάτων (αποδοχών) που συνδέονται µε την εν λόγω απασχόληση (µορφές απασχόλησης). 8

9 Επίσης µία άλλη διάσταση συνδέεται µε το ρόλο των επισφαλών µορφών απασχόλησης στις επαγγελµατικές µεταβάσεις (επαγγελµατικές διαδροµές) των εργαζοµένων όπου κυριαρχεί το εξής ερώτηµα: αυτές οι µορφές απασχόλησης ευνοούν την είσοδο των ατόµων στην αγορά εργασίας; Ή αντίθετα τους εγκλωβίζουν σε ένα κύκλο ευκαιριακής απασχόλησης από τον οποίο δεν καταφέρνουν να εξέλθουν; α2. ιάρθρωση Κεφαλαίων Στο πλαίσιο της παρούσας µελέτης για την αδήλωτη εργασία τα κεφάλαια διαρθρώνονται ως εξής: ΜΕΡΟΣ Α Εγχώρια µορφή αδήλωτης εργασίας Αδήλωτη µορφή εργασιακής σύµβασης Ανάλυση µορφών απασχόλησης όπως η προσωρινή και η µερική Νοµοθετικό πλαίσιο µε παραδείγµατα νοµολογίας Ελεγκτικοί µηχανισµοί και συµβολή αυτών στον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας ΜΕΡΟΣ Β Εισαγωγή στην έρευνα µε αναφορά στην επιλογή της περιοχής της Μεσσηνίας για την µελέτη του φαινοµένου της αδήλωτης απασχόλησης. Καταγραφή των κυριότερων στοιχείων των ερωτηµατολογίων Αποτελέσµατα συµπεράσµατα ερωτηµατολογίων ΜΕΡΟΣ Γ Παραρτήµατα ΜΕΡΟΣ Βιβλιογραφία 9

10 β. Εγχώρια µορφή αδήλωτης εργασίας. Ορισµένες βασικές πτυχές /διαστάσεις του φαινοµένου στην Ελλάδα. Με βάση τα παραπάνω δεν υπάρχει σε εθνικό επίπεδο µία συγκεκριµένη στατιστική κατηγορία η οποία να είναι σε θέση να αποδώσει αυτή την κοινωνική πραγµατικότητα µε τις πολύµορφες πτυχές της. Συνοπτικά, η κατάσταση της επισφαλούς εργασίας στην Ελλάδα απορρέει συνδυαστικά από: i. Επισφάλεια σε σχέση µε την µορφή της σύµβασης εργασίας: προσωρινή απασχόληση (τόσο στον ιδιωτικό αλλά και στο δηµόσιο τοµέα µε αυξητικές τάσεις στον τελευταίο) µερική απασχόληση (κυρίως µη εθελούσια), δανεισµός εργαζοµένων, stages και επιδοτούµενες θέσεις εργασίας, αλλά επίσης από δύο άλλες σηµαντικές για την Ελλάδα µορφές εργασίας, δύσκολα προσεγγίσιµες στατιστικά, που είναι η «ψευδο- αυτοαπασχόληση» («ψευδο-ανεξάρτητη» εργασία) και η αδήλωτη εργασία. ii. Επισφάλεια σε σχέση µε το εισόδηµα: Χαµηλό επίπεδο µισθών και µισθολογικές ανισότητες, χαµηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας ειδικότερα σε ότι αφορά στο θέµα της ανεργίας (επίπεδο επιδοµάτων ανεργίας, διάρκεια χορήγησης και προϋποθέσεις πρόσβασης) αλλά και εν γένει (χαµηλές δηµόσιες παροχές σχετικά µε την συµφιλίωση εργασιακού και οικογενειακού βίου). Σε µία προσπάθεια προσέγγισης του φαινοµένου στην Ελλάδα παραθέτουµε ορισµένα στοιχεία που µπορούν να βοηθήσουν στην ανάδειξη ορισµένων βασικών πτυχών του. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού υναµικού (2006 Β τριµήνου), το ποσοστό ανεργίας διαµορφώθηκε στο 8,8% του εργατικού δυναµικού της χώρας, ενώ οι άνεργοι ξεπερνούν τις άτοµα. Το εργατικό δυναµικό, το οποίο ανέρχεται στα άτοµα, αντιστοιχεί στο 68,2% του πληθυσµού εργάσιµης ηλικίας (15-64 ετών) και η απασχόληση, η οποία πλησιάζει τα άτοµα, αντιστοιχεί στο 62,3% του πληθυσµού εργάσιµης ηλικίας. Το 63,7% των απασχολούµενων είναι µισθωτοί, πάνω από το 1/5 είναι αυτοαπασχολούµενοι (21,6%), το 8,2% είναι εργοδότες και το υπόλοιπο 6,5% εργάζονται ως συµβοηθούντα και µη αµειβόµενα µέλη. 10

11 ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ Α ΗΛΩΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ως συνάρτηση των πιο πάνω στατιστικών µεγεθών και της σηµασίας του φαινόµενου ακόµη δεν γνωρίζουµε την ακριβή έκταση της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα. Στα λίγα που γνωρίζουµε για την έκτασή της περιλαµβάνεται η συχνά-πυκνά επαναλαµβανόµενη εκτίµηση για 20%. Προέρχεται, όµως, από αναφορά, σε µελέτη της Επιτροπής, για το µέγεθος της παραοικονοµίας το 1998, η οποία µάλιστα πηγάζει από ανεπιβεβαίωτα στοιχεία που είχαν δηµοσιευθεί στον τύπο (Non-confirmed figures in press Releases, σηµειώνεται στην σχετική αναφορά). Αναφορά η οποία ωστόσο επαναλαµβάνεται έκτοτε συνεχώς σε επισκοπήσεις του θέµατος της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα. Πλέον πρόσφατη η επισκόπηση που προηγείται της παρουσίασης των αποτελεσµάτων του Special Eurobarometer83 για την αδήλωτη εργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δηµοσιοποίηση των αποτελεσµάτων του Special Eurobarometer 284/ Wave 67.3 τροφοδότησε νέο κύκλο δηµοσιευµάτων, ανακοινώσεων έως και ερωτήσεων στην Βουλή των Ελλήνων και στην Ευρωβουλή, και πάλι µε βάση και αφετηρία την από δεκαετίας προαναφερθείσα αναφορά-διαπίστωση σύµφωνα µε την οποία η αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα φθάνει έως και το ισοδύναµο του 20% του ΑΕΠ της χώρας (που σηµαίνει ότι σε σηµερινές τιµές του ΑΕΠ ανέρχεται σε πλέον των 42 δισ. ευρώ). Τα νεότερα «δηµοσκοπικά» ευρήµατα του Special Eurobarometer, 284/ Wave 67.3 φέρουν το 47% των Ελλήνων να απαντά ότι γνωρίζει προσωπικά άτοµα που εργάζονται χωρίς να δηλώνουν το εισόδηµά τους στην Εφορία και στους οργανισµούς κοινωνικής ασφάλισης (µε µέσο όρο ΕΕ 38%). Το 56% των Ελλήνων υπολογίζει ότι το ποσοστό της αδήλωτης-παράνοµης εργασίας στη χώρα τους κυµαίνεται µεταξύ 20% και 50% των εργαζοµένων. Όµως µόλις το 14% των Ελλήνων παραδέχεται ότι τους 12 τελευταίους µήνες πλήρωσε για την αγορά υπηρεσίας που ενδέχεται αυτός ή αυτή που την παρείχε να µην κατέβαλε φόρους και κοινωνικές εισφορές. Για την αγορά προϊόντων από πωλητή που πιθανόν δεν πληρώνει φόρους το 7% των Ελλήνων δηλώνει ότι τους 12 τελευταίους µήνες έχει έλθει σε συναλλαγή µαζί του / της. 11

12 Επίσης το 4% των Ελλήνων δηλώνει ότι πλήρωσε για αγορά αφορολόγητων υπηρεσιών και υλικών οικοδοµών, το 10% ότι πλήρωσε αφορολόγητες/ανασφάλιστες, οικιακού τύπου υπηρεσίες (παραδουλεύτρες, κηπουρούς, νταντάδες, κ.λπ.), ενώ το 43% των Ελλήνων δηλώνει ότι αγόρασε αφορολόγητες/ανασφάλιστες υπηρεσίες επισκευών (έναντι 15% του µέσου όρου των Ευρωπαίων). Το 1/4 των Ελλήνων (24%) δηλώνει ότι δαπάνησε για αγορά υπηρεσίας ή προϊόντος τους 12 τελευταίους µήνες ένα ποσό ανώτερο των 500 ευρώ και το ένα πέµπτο (20%) για υπηρεσία ή προϊόν αξίας µεταξύ 50 και 100 ευρώ. Το 26% αυτών των αφορολόγητων υπηρεσιών και προϊόντων τα αγόρασε από εταιρεία ή επιχείρηση(έναντι 19% µέσου κοινοτικού όρου). Στο ερώτηµα σχετικά µε το ποιοι έχουν την τάση να εργάζονται παράνοµα, οι Έλληνες δείχνουν σε ποσοστό 67% τους παράνοµους µετανάστες (ΕΕ: 47%), σε ποσοστό 39% τους άνεργους (ΕΕ: 61%) και σε ποσοστό 32% τους ελεύθερους επαγγελµατίες (ΕΕ: 25%). Έξι στους 10 Έλληνες εκτιµούν ότι ο κίνδυνος να αποκαλυφθεί κάποιος ότι εργάζεται αδήλωτα είναι µικρός (έναντι 55% της ΕΕ), ενώ υψηλός θεωρείται ο κίνδυνος για το 37% των Ελλήνων (έναντι 33% της ΕΕ). Περίπου ένας στους δύο (48%) εκτιµά ότι εάν εντοπισθεί η αδήλωτη δραστηριότητα το κόστος του εντοπισµού θα είναι η επιβολή του φόρου/ ασφαλίστρου που όφειλε αρχικά να πληρώσει. Το 58% δηλώνει ότι προχώρησε σε αδήλωτη αγορά υπηρεσίας ή προϊόντος επειδή η τιµή ήταν χαµηλότερη. Για το 23% των Ελλήνων η παράνοµη εργασία οφείλεται στην έλλειψη ελέγχου από τις Αρχές της χώρας (ΕΕ: 12%), ενώ το 12% των Ελλήνων δικαιολογεί την παράνοµη εργασία εξαιτίας των υψηλών φόρων και των κοινωνικών εισφορών (ΕΕ: 17%). Τα ανωτέρω ευρήµατα του Special Eurobarometer είναι ενδεικτικά της έκτασης του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα, όµως κάθε άλλο παρά µπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συµπεράσµατα για την έκταση του φαινόµενου της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα. Η εγγενής δυσκολία αποτύπωσης των πραγµατικών τάσεων της αδήλωτης εργασίας συνοδεύεται και από την ύπαρξη ενός εξαιρετικά περιορισµένου αριθµού µελετών καταγραφής του προβλήµατος. 12

13 Ακόµη και σήµερα οι περισσότερες αναφορές και εκτιµήσεις περί του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα συνδέονται µε τις εκτιµήσεις της παραοικονοµίας, όπως π.χ. αυτές που υπολογίζουν το ύψος της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα στο 20%, ανάγοντας, εξισώνοντας και ταυτίζοντας, το ποσοστό της παραοικονοµίας σε ποσοστό αδήλωτης εργασίας. Εκτιµήσεις οι οποίες µε την σειρά τους προέρχονται από προσεγγιστικές εκτιµήσεις χρησιµοποιώντας διάφορους οικονοµικούς υπολογισµούς µακροοικονοµικών µεγεθών ή εφαρµόζοντας οικονοµετρικά υποδείγµατα. Όµως έστω και αυτές οι εκτιµήσεις της παραοικονοµίας πρέπει επιπλέον για να είναι συγκρίσιµες µε εκτιµήσεις παραοικονοµίας άλλων χωρών να βασίζονται σε κοινή µεθοδολογία. Στην εκτενή βιβλιογραφία για το µέγεθος της παραοικονοµίας διεθνώς, οι Schneider και Klinglmair, 2004 έχουν παράσχει βάσιµες εκτιµήσεις για το εύρος της παραοικονοµίας στην Ελλάδα την περίοδο µετά το Εκτιµήσεις που φέρνουν την Ελλάδα να έχει το υψηλότερο ποσοστό επί 21 αναπτυγµένων χωρών του ΟΟΣΑ. Με την παραοικονοµία να είναι την τελευταία δεκαετία κυµαινόµενη περί το 28% (1989/90: 22,6%, 1994/95: 28,6%,1997/98: 29%, 1999/2000: 28,7%, 2001/02: 28,5%, 2002/03: 28,3%). Στην Ελλάδα οι πλέον πρόσφατες, αλλά όχι ιδιαίτερα συστηµατικές και µεθοδολογικά ορθές, αναφορές και εκτιµήσεις για το µέγεθος της αδήλωτης εργασίας στην χώρα, και ειδικότερα της ανασφάλιστης εργασίας, κυµαίνονται από το ελάχιστο των περί 140,000 απασχολουµένων που αντιστοιχεί στο 3,17% του εργατικού δυναµικού85, και υπολογίζονται µε βάση τις απαντήσεις για ανασφάλιστη εργασία στην Έρευνα Εργατικού υναµικού της ΕΣΥΕ, έως το πλέον του 1 εκατοµµυρίου ανασφαλίστων εργαζόµενων (γίνονται και αναφορές για 1,1 εκ. ανασφάλιστους εργαζόµενους). Όµως παραοικονοµία και αδήλωτη εργασία αν και συνδέονται σε πολύ µεγάλο βαθµό, δεν ταυτίζονται µεταξύ τους. Για αυτόν το λόγο οι ανωτέρω εκτιµήσεις δεν είναι µεθοδολογικά ορθές. Από µεθοδολογική άποψη πρέπει πλέον να λαµβάνεται σοβαρά υπόψη ότι το 2003 στην 17η ιεθνή ιάσκεψη για την Στατιστική της Εργασίας (ICLS), µία νέα έννοια της άτυπης / αδήλωτης εργασίας προσετέθη στην ήδη υφιστάµενη έννοια του άτυπου / αδήλωτου τοµέα της οικονοµίας. Η διαφοροποίηση µεταξύ των δύο εννοιών συνοψίζεται στο εξής: 13

14 (α) Ο άτυπος / αδήλωτος τοµέας της οικονοµίας προσδιορίζεται µε κριτήριο τις επιχειρήσεις, και για αυτό η απασχόληση στον αδήλωτο τοµέα αφορά όλους τους απασχολουµένους σε επιχειρήσεις µε ορισµένα χαρακτηριστικά ως προς το µέγεθος, την οικογενειακή ιδιοκτησία και άλλα συναφή χαρακτηριστικά. (β) Η άτυπη / αδήλωτη απασχόληση ή εργασία προσδιορίζεται µε κριτήριο την θέση εργασίας και αφορά όλους εκείνους και εκείνες που απασχολούνται κατέχοντας µια θέση εργασίας µε ορισµένα χαρακτηριστικά όπως εκείνοι οι εργαζόµενοι που δεν έχουν έγγραφες συµβάσεις εργασίας, που απασχολούνται χωρίς να απολαµβάνουν την προστασία της εργατικής νοµοθεσίας, και δεν υπάγονται σε κανόνες για κοινωνική ασφάλιση, σε συλλογικές συµβάσεις εργασίας κλπ. Προφανώς λοιπόν χρειαζόµαστε περισσότερο ακριβείς εκτιµήσεις και µετρήσεις του οικονοµικού µεγέθους των κάθε λογής αδήλωτων εργαζόµενων που απασχολούνται έξω από το σύστηµα διοικητικής-κοινωνικής ρύθµισης, ώστε να έχουµε και έγκυρες εκτιµήσεις τις αδήλωτης εργασίας, της εισφοροδιαφυγής ή των ωρών αδήλωτης εργασίας και του αριθµού των µισθωτών, των αυτοαπασχολουµένων και των κάθε λογής αδήλωτων εργαζοµένων. Συνεπώς σοβαρή εκτίµηση της αδήλωτης εργασίας σηµαίνει εκτίµηση/µέτρηση σε «ισοδύναµα πλήρους απασχόλησης». Πρόκειται βέβαια για εκτίµηση που µπορεί να τροποποιήσει την «επίσηµη» εικόνα που έχουµε για την αγορά εργασίας: Ως προς τα ποσοστά απασχόλησης, τα ποσοστά ανεργίας, την κατάσταση στις τοπικές αγορές εργασίας. Για το ευρύ φάσµα παραγωγικών δραστηριοτήτων που δεν δηλώνεται στις αρµόδιες αρχές, από το αδήλωτο µέρος δηλωµένης εργασίας (π.χ. υπερωρίες, δεύτερη δουλειά) έως την πλήρως παρα-οικονοµική / αδήλωτη εργασία και δραστηριότητα. Πως εκδηλώνεται η ανασφάλιστη εργασία: 1. Αδήλωτη εργασία. Το µεγαλύτερο µέρος της ανασφάλιστης εργασίας προέρχεται από την αδήλωτη εργασία ή τη «µαύρη» εργασία όπως την αποκαλούν, είναι η χειρότερη και πιο επικίνδυνη µορφή, αφού οι εργαζόµενοι αυτοί δεν στοιχειοθετούν δικαίωµα χρόνου ή και είδος εργασίας που παρέχουν, δεν δικαιούνται άδεια, επίδοµα αδείας, δώρα Χριστουγέννων Πάσχα, αποζηµίωση, κλπ. 14

15 2. Ελάχιστη ασφάλιση. Αρκετές επιχειρήσεις προκειµένου να µειώσουν την εργοδοτική εισφορά, δεν δηλώνουν στο ΙΚΑ τον πραγµατικό µισθό των εργαζοµένων αλλά µέρος αυτού και για να είναι σύννοµοι δηλώνουν τα κατώτερα των συλλογικών συµβάσεων. Αυτό είναι δύσκολο να αντιµετωπιστεί χωρίς την συγκατάθεση των ίδιων εργαζοµένων. 3. Μερική ασφάλιση. Είναι κανόνας για αρκετές επιχειρήσεις να µην ασφαλίζουν τους εργαζόµενους για όλες της ηµέρες εργασίας που πραγµατοποιούν και συνήθως τους ασφαλίζουν για λιγότερες ηµέρες. Η παράβαση αυτή διαπιστώνεται και χωρίς την συγκατάθεση του εργαζόµενου αφού ο λιγότερος χρόνος εργασίας εµπίπτει στην µερική απασχόληση όπου για το λόγο αυτό προαπαιτείται δήλωση. 4. Ψευδής δήλωση. Πολλές επιχειρήσεις για να είναι νοµιµοφανείς δηλώνουν τους εργαζόµενους µε µερική απασχόληση, ενώ στην ουσία εργάζονται κανονικά, ή και περισσότερο ακόµα. Η παράβαση αυτή διαπιστώνεται από επιτόπιους ελέγχους, πριν ή µετά το δηλωθέν ωράριο. 5. Έκτακτες αµοιβές. Ορισµένες επιχειρήσεις προσπαθούν και µάλιστα µε δικαστικό αγώνα, να εξαιρέσουν από την ασφάλιση τις κυµαινόµενες αποδοχές, όπου µε απόφαση του ιοικητικού Εφετείου Αθηνών δικαιώνονται και η υπόθεση βρίσκεται στο Συµβούλιο Επικρατείας. Μπορεί το θέµα αυτό να είναι µικρό σε έκταση και να αφορά µία κατηγορία εργαζοµένων δηλαδή όσων αµείβονται µε ποσοστά επί των πωλήσεων, ανοίγει όµως επικίνδυνους δρόµους. 6. Παράνοµο δελτίο παροχής υπηρεσιών. Αρκετοί εργαζόµενοι ενώ παρέχουν εργασία µε εξαρτηµένη σχέση αναγκάζονται να αµείβονται µε «δελτίο παροχής υπηρεσιών». Ο παράνοµος τρόπος αυτός µετατρέπει την εργασία από εξαρτηµένη σε αυτοαπασχολούµενη, απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση των εργοδοτικών εισφορών και λοιπών υποχρεώσεων του και υποχρεώνει τον εργαζόµενο να ενταχτεί στο ΤΕΒΕ. Αυτό που διαφοροποιεί την αυτοαπασχολούµενη εργασία από την εξαρτηµένη είναι, όταν ο χρόνος, ο τρόπος και ο τόπος εργασίας, καθορίζεται από τον εργοδότη τότε η συγκεκριµένη εργασία είναι εξαρτηµένη. 15

16 7. Συµβάσεις έργου. Πολλές από τις συµβάσεις έργου υποκρύπτουν εξαρτηµένη σχέση εργασίας, όπου αντί να ασφαλιστούν στο ΙΚΑ ασφαλίζονται στο ΤΕΒΕ. Παρουσιάζεται το φαινόµενο µέσα σε επιχειρήσεις για την ίδια εργασία που παρέχεται από εργαζόµενους µε εξαρτηµένη σχέση, να παρέχεται και από εργαζόµενους µε συµβάσεις έργου. Οι συµβάσεις αυτές επειδή διαφέρουν από επιχείρηση σε επιχείρηση θα πρέπει να µελετηθούν µια µία χωριστά. 8. Μεταφορά εργαζοµένων στον ΟΓΑ. Με τον νόµους 3050/ /2004 και στη συνέχεια το Ν. 3518/2006 οι αλλιεργάτες, οι αγρεργάτες καθώς και οι εποχιακοί εργαζόµενοι σε επιχειρήσεις τυποποίησης τροφίµων, έχουν µεταφερθεί και ασφαλίζονται πλέον στον ΟΓΑ. Με τον τρόπο αυτό, σε ένα κλάδο που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται, οι εργοδότες κερδοσκοπούν αφού η συµµετοχή τους στην ασφάλιση είναι πολύ χαµηλότερη από αυτή του ΙΚΑ. 9. Επιδοτούµενα προγράµµατα. Ενώ παρέχεται εργασία και µάλιστα µε εξαρτηµένη σχέση, είτε µε την µορφή εκπαίδευσης είτε µε την µορφή διαφόρων επιδοτούµενων προγραµµάτων του ΟΑΕ, οι εργαζόµενοι αυτοί είναι ανασφάλιστοι. 10. Εφαρµογή των συλλογικών συµβάσεων εργασίας. Λόγω ανεπάρκειας ελεγκτικών µηχανισµών, οι εργοδότες σπάνια εφαρµόζουν τα νόµιµα για τους εργαζόµενους και τους στερούν µεγάλα χρηµατικά ποσά είτε από διάφορα επιδόµατα, είτε από υπερωρίες, αυτό έχει ως συνέπεια να στερείται και το ΙΚΑ τεράστια έσοδα. 11. Ανασφάλιστος χρόνος. Οι εργαζόµενοι κατά τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών τους, αναγκάζονται να παρέχουν την υπηρεσία τους χωρίς αµοιβή όπως η υπηρεσία τους στο στρατό, ή λόγω ανικανότητας αδυνατούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους (ασθένεια), ή δεν τους παρέχεται καθόλου η δυνατότητα και είναι άνεργοι. Θα πρέπει να ασφαλίζεται και να λογίζεται ως συντάξιµος χρόνος, η στράτευση, η ασθένεια, η ανεργία. γ. Η αδήλωτη εργασία των µεταναστών Ψευδο- αυτοαπασχόληση και αδήλωτη εργασία Ακριβώς στους παραπάνω τοµείς ευδοκιµεί το φαινόµενο της αδήλωτης εργασίας των µεταναστών, κάνοντας χρήση της έλλειψης νοµιµοποιητικών δικαιολογητικών εργασίας των αλλοδαπών µεταναστών. 16

17 Επί σειρά ετών, εκθέσεις διεθνών οργανισµών όπως ο ΟΟΣΑ για παράδειγµα, µιλάνε για δυσκαµψίες της αγοράς εργασίας στις χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία,Ισπανία και Πορτογαλία). Ωστόσο παραβλέπουν την ύπαρξη ενός άτυπου και εκτεταµένου ανεπίσηµου τοµέα που αποτελεί µία βαθιά διάρθρωση των οικονοµιών και των κοινωνιών του Νότου. Με άλλα λόγια η προσέγγιση της (εξωτερικής) ευελιξίας σε σχέση µε τα δεδοµένα των προηγµένων χωρών του ΟΟΣΑ, ξεχνάει τις άτυπες µορφές ευελιξίας που αναπτύσσονται στις χώρες του Νότου. Μια από αυτές τις µορφές αφορά την ανάπτυξη «γκρίζων ζωνών απασχόλησης» που τοποθετούνται µεταξύ µισθωτής εργασίας και αυτοαπασχόλησης. Το βασικό χαρακτηριστικό των υβρίδιων αυτών µορφών εργασίας είναι ότι ο εργαζόµενος απασχολείται σε συνθήκες που προσοµοιάζουν µε τις συνθήκες της µισθωτής εργασίας, θεωρείται όµως ως ανεξάρτητος (ελεύθερος επαγγελµατίας). Κατά συνέπεια, επωµίζεται όλους τους κινδύνους (κίνδυνο απασχόλησης) και τα µειονεκτήµατα (κοινωνική ασφάλιση, δικαιώµατα εργατικού κώδικα) του status του ανεξάρτητου (ελεύθερου επαγγελµατία) χωρίς να µπορεί να επωφεληθεί των πλεονεκτηµάτων που συνήθως απορρέουν (αυτονοµία δράσης). Κατά συνέπεια οι δυνατότητες εξωτερικής ευελιξίας, που προσφέρουν αυτές οι υβρίδιες µορφές µεταξύ µισθωτού και ελεύθερου επαγγελµατία, είναι πολύ πιο εκτεταµένες από κάθε άλλη µορφή (επίσηµης) απορρύθµισης της αγοράς εργασίας. Η χρήση των µορφών απασχόλησης µε το καθεστώς των συµβάσεων έργου ή των ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ιδιαίτερα διαδοµένη στην Ελλάδα συχνά µάλιστα υποκρύπτει µισθωτή εργασία. Σοβαρό ερώτηµα αποτελεί κατά πόσο η χρήση του θεσµού του δελτίου παροχής υπηρεσιών ( ΠΥ) ανταποκρίνεται στο περιεχόµενο της σύµβασης στο οποίο αναφέρεται, απευθύνεται σε απασχόληση που βρίσκεται στην «γκρίζα ζώνη» µεταξύ εξαρτηµένης και ανεξάρτητης εργασίας ή τέλος έχει ως µοναδικό στόχο την καταστρατήγηση της εργατικής νοµοθεσίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσµα την δηµιουργία µιας πλασµατικής εικόνας για το µέγεθος των αυτοαπασχολούµενων στην Ελλάδα (21 % το υψηλότερο στην ΕΕ). 17

18 Η αδήλωτη εργασία πλήττει όλα τα κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε διαφορετικό ρυθµό. Παρά την σηµασία και σπουδαιότητα του φαινοµένου υπάρχουν αντικειµενικές δυσκολίες προσέγγισης σε ότι αφορά στην ακριβή έκτασή του. Το µέγεθός της εκτιµάται στην Ε.Ε.- 27 από εκατ. άτοµα ή από 7%-19% του όγκου της συνολικής δηλωµένης απασχόλησης και αντιστοιχεί σε όρους ΑΕΠ σε ποσοστό της τάξης κατά µέσο όρο 7%-16%. Στην Ελλάδα το µέγεθός της εκτιµάται ότι ανέρχεται σε 25% του όγκου της συνολικής απασχόλησης και αντιστοιχεί σε ΑΕΠ της τάξης άνω του 20% του ΑΕΠ της χώρας. Η εγγενής δυσκολία αποτύπωσης των πραγµατικών τάσεων της αδήλωτης εργασίας έχει ως αποτέλεσµα την ύπαρξη ενός περιορισµένου αριθµού µελετών καταγραφής του προβλήµατος. Οι περισσότερες απόπειρες καταγραφής του φαινοµένου της παραοικονοµίας και της αδήλωτης εργασίας καταλήγουν σε προσεγγιστικές εκτιµήσεις χρησιµοποιώντας διάφορους οικονοµικούς υπολογισµούς συναφών µακροοικονοµικών µεγεθών ή εφαρµόζοντας οικονοµετρικά υποδείγµατα, παρά σε ακριβείς µετρήσεις του οικονοµικού µεγέθους της εισφοροδιαφυγής ή των ωρών εργασίας και του αριθµού των µισθωτών που απασχολούνται έξω από το σύστηµα κοινωνικής ρύθµισης της εργασίας. Μέρος της έλλειψης αυτής σχετίζεται αδιαµφισβήτητα µε τα ιδιαίτερα υψηλά, συγκριτικά µε τις περισσότερες χώρες της Ένωσης, επίπεδα της παραοικονοµίας, βασική πτυχή της οποίας είναι η αδήλωτη εργασία (GR F). Σύµφωνα µε τις εµπειρικές διαπιστώσεις των διαφόρων µελετών διερεύνησης του φαινοµένου, το ποσοστό της παραοικονοµίας κυµαίνεται σε επίπεδα που ανέρχονται στο 25%-40% του επίσηµου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Στο πλαίσιο αυτό αναµένουµε η έκταση της αδήλωτης ή µερικώς καταγεγραµµένης απασχόλησης να είναι εξίσου διευρυµένη στην ελληνική αγορά εργασίας. Για παράδειγµα οι µελέτες της Πανελλήνιας Οµοσπονδίας Προσωπικού Οργανισµών Κοινωνικής Πολιτικής (ΠΟΠΟΚΠ, 1997) και του Τάτσου (2001) εκτιµούν το επίπεδο της εισφοροδιαφυγής στο 15-20% και το 30% αντίστοιχα των συνολικών εσόδων των περισσότερων ταµείων ασφάλισης και ιδιαίτερα του ΙΚΑ. Άλλωστε, όπως παρατηρεί και ο Τάτσος (2001) στην περίπτωση της Ελλάδας, καθίσταται σαφές ότι οι παράγοντες που διεθνώς έχουν αναγνωριστεί ότι υποθάλπουν και ενισχύουν το φαινόµενο της αδήλωτης εργασίας, όχι µόνο υφίστανται, αλλά και αποτελούν διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονοµίας και της απασχόλησης. 18

19 Ειδικότερα, οι παράγοντες αυτοί περιλαµβάνουν το επίπεδο επιβάρυνσης των µισθωτών (και των εργοδοτών) από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τους ισχύοντες φορολογικούς συντελεστές, το ποσοστό της ανεργίας, την έκταση της αυτοαπασχόλησης και των συµβοηθούντων µελών οικογενείας, την εισαγωγή µεταναστευτικών ρευµάτων στην ελληνική αγορά εργασίας και την εξέλιξη των πραγµατικών αµοιβών. Η διαχρονική συσχέτιση των παραπάνω µεγεθών σε συνδυασµό µε άλλους δοµικούς παράγοντες, όπως η συχνότητα και το εύρος των ελέγχων τήρησης της εργατικής και ασφαλιστικής νοµοθεσίας φαίνεται ότι διαµορφώνουν τα απαιτούµενα κίνητρα και τις ευκαιρίες ανάπτυξης και διεύρυνσης της αδήλωτης εργασίας. Με άλλα λόγια, διαπιστώνεται ένας συνδυασµός γεγονότων και προσανατολισµών πολιτικής, οι οποίοι ευνοούν την ανάπτυξη µιας δευτερεύουσας, υπόγειας αγοράς εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τα επίπεδα ανεργίας στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Επιπλέον, σχετικά µε την αυτοαπασχόληση πρέπει να υπογραµµιστεί ότι η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε (32,5% στην Ελλάδα έναντι 14,7% στην Ε.Ε). Ταυτόχρονα παρατηρούνται τάσεις συγκράτησης των πραγµατικών αµοιβών, οι οποίες παρέχουν αν µη τι άλλο ισχυρά κίνητρα προσφυγής στην παράνοµη απασχόληση. Επιπλέον κρίσιµης και ιδιαίτερα ζωτικής σηµασίας ενισχυτικός παράγοντας της αδήλωτης εργασίας είναι η µαζική εισροή µεταναστών από τις αρχές του 90. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η Ελλάδα διαθέτει το υψηλότερο κατά κεφαλήν πρόβληµα παράνοµης µετανάστευσης στην Ευρώπη (M. Baldwin-Edwards, 2002). Αναφορικά µε την κλαδική κατανοµή της αδήλωτης εργασίας, ο Τάτσος (2001) επιχείρησε να εξετάσει την εξέλιξη των παραγόντων εµφάνισης και ενίσχυσης του φαινοµένου. Όπως δείχνει και ο παρακάτω πίνακας από την ανάλυση προκύπτει ότι οι κλάδοι οικονοµικής δραστηριότητας και οι τοµείς υπηρεσιών που παρουσιάζουν πιο διευρυµένα περιθώρια ανάπτυξης της παράνοµης απασχόλησης είναι η βιοµηχανία, οι κατασκευές, το εµπόριο, τα ξενοδοχεία-εστιατόρια και οι λοιπές υπηρεσίες. 19

20 Πίνακας 1: Εξέλιξη προσδιοριστικών παραγόντων αδήλώτης απασχόλησης κατά κλάδο, Ανεργία* (%) Αµοιβές** Αλλοδαποί*** Αυτοαπασχόληση Πρωτογενής τοµέας 12,2% 4,6% -2,39 ευτερογενής τοµέας 11,01% 17,1% 0,01% Ορυχεία-λατοµεία 22,28% 114,1 0,25% -5,18% 11,19% 111,2 9,2% -1,41% -16,55% 119,2 0,4% 3,78% 12,48% 7,3% 0% Τριτογενής τοµέας 15,59% 78,3% 2,12% Βιοµηχανία- Βιοτεχνία Ηλεκτρισµός- Φωταέριο Οικοδοµήσεις- ηµόσια Έργα Εµπόριο- ξενοδοχεία- Εστιατόρια Μεταφορές- Επικοινωνίες Τράπεζες Ασφάλειες 18,30% 71,7% 29,4% 0,55% 7,43% 14,2% 1,75% 17,77% 111,6 1,9% 4,66% Λοιπές Υπηρεσίες 15,52% 32,7% 3,0% εν δήλωσαν -9,29% 0,1% ΣΥΝΟΛΟ 8,24% % -0,35% Σηµείωση: * Μέσος ετήσιος ρυθµός µεταβολής της ανεργίας κατά κλάδο οικονοµικής δραστηριότητας για την περίοδο ** είκτης αποδοχών µισθωτών 1997, Σύνολο οικονοµίας = 100. *** Κατανοµή κλαδικής απασχόλησης των νοµίµων αλλοδαπών, 1998 Πηγή: Τάτσος (2001) 20

21 Επιπλέον αξίζει να σηµειωθεί ότι σύµφωνα µε την έκθεση πεπραγµένων του Σώµατος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε. 2002) οι περισσότερες κυρώσεις για παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νοµοθεσίας εντοπίζονται στους παραπάνω κλάδους (GR F). Αν και ο συνολικός αριθµός των ελέγχων του Σώµατος δεν είναι ισόρροπα κατανεµηµένος σε όλους τους κλάδους, εντούτοις η παραπάνω επισήµανση αποτελεί µια ακόµη ένδειξη σε ποιους τοµείς οικονοµικής δραστηριότητας πρέπει να αναµένουµε υψηλότερα επίπεδα αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα. Εξάλλου η εκτίµηση αυτή συνάδει µε τα συµπεράσµατα της επεξεργασίας των στοιχείων του ΙΚΑ για την απασχόληση τον Σεπτέµβριο του Από τη συγκεκριµένη ανάλυση αξίζει να σηµειωθεί ότι το πρότυπο της κλαδικής κατανοµής της απασχόλησης των αλλοδαπών, οι οποίοι εµφανίζουν µεγαλύτερες πιθανότητες αδήλωτης εργασίας, αφορά κυρίως τους κλάδους των Ξενοδοχείων-Εστιατορίων, του Λιανικού Εµπορίου & Επισκευής ειδών οικιακής χρήσης, τις Κατασκευές και ορισµένων τοµέων της Βιοµηχανίας. Ειδικότερα οι αλλοδαποί ασφαλισµένοι του Ι.Κ.Α. αντιπροσωπεύουν το 12,98% των ασφαλισµένων µε τους άνδρες να εµφανίζουν µεγαλύτερα ποσοστά ασφαλιστικής κάλυψης (15,12% έναντι 9,77%). Οι Αλβανοί υπήκοοι αντιπροσωπεύουν το 55,5% των αλλοδαπών ασφαλισµένων. Το 45,65% των Αλβανών εργάζεται στις «Κατασκευές», ενώ το µόλις το 16,19% στις «Μεταποιητικές Βιοµηχανίες» και το 14,96% σε «Ξενοδοχεία και Εστιατόρια». Από τους υπόλοιπους αλλοδαπούς (πλην αυτών της Ε.Ε.) εργάζεται στις «Κατασκευές» το 20,41%, στις «Μεταποιητικές Βιοµηχανίες» το 23,48% ενώ ένα σηµαντικός αριθµός ασφαλισµένων 4,64% σε «Ιδιωτικά Νοικοκυριά». Στην Ελλάδα οι κλάδοι που συγκεντρώνουν µεγάλο ποσοστό αδήλωτης εργασίας είναι οι κατασκευές, το λιανικό εµπόριο, ξενοδοχεία και εστιατόρια, η γεωργία, υπηρεσίες καθαρισµού κ.λ.π. Η πλειοψηφία των αδήλωτων εργαζοµένων ανήκει στις ευάλωτες οµάδες που δεν έχουν τη δύναµη να διαπραγµατευτούν τους όρους και τις συνθήκες εργασίας (άνεργοι, αυτοαπασχολούµενοι, εποχιακοί και µετανάστες). 21

22 Η µετανάστευση τροφοδοτεί παραδοσιακά το φαινόµενο της αδήλωτης εργασίας κυρίως στον κλάδο της γεωργίας και των κατασκευών. Η αντιµετώπισή της αποτελεί ζήτηµα ζωτικής σηµασίας για την καταπολέµηση της παραοικονοµίας, την αναβάθµιση του συστήµατος των εργασιακών σχέσεων, την βελτίωση του συστήµατος κοινωνικής προστασίας και των όρων λειτουργίας της αγοράς εργασίας και φυσικά την ένταξης των αδήλωτα εργαζοµένων σε συνθήκες νόµιµης εργασίας. Τέλος σε µεγάλο τµήµα της ελληνικής αγοράς εργασίας κυριαρχεί µία ευελιξία πολύ πιο ισχυρή και άναρχη, που δηµιουργεί ανασφάλιστους εργαζοµένους από ότι στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Η ύπαρξη αυτής της παράτυπης (παράνοµης) ευελιξίας παρέχει στις επιχειρήσεις πολύ περισσότερα περιθώρια ευελιξίας από την όποια θεσµοθετηµένη απορρύθµιση. δ1.μερική απασχόληση Α. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ιεθνής νοµοθεσία 175 ιεθνής Σύµβαση Εργασίας του 1995 σχετικά µε τη µερική απασχόληση 1 Κοινοτική Νοµοθεσία: Οδηγία 97/81/ΕΚ του Συµβουλίου της 15ης εκεµβρίου 1997 σχετικά µε τη συµφωνία-πλαίσιο για την εργασία µερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES - Παράρτηµα : Συµφωνία-πλαίσιο για την εργασία µερικής απασχόλησης Εθνική Νοµοθεσία: Άρθρο 361 Α.Κ. (αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων) Ν. 1892/1990 άρθρο 38 (όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 2 Ν. 2639/1998 και τις προσθήκες στην παρ. 5 και 7 που επήλθαν αντίστοιχα µε το άρθρο 14 Ν. 2747/1999 και το άρθρο 7 Ν. 2874/2000) και άρθρο 39 1 εν έχει κυρωθεί από την Ελλάδα. Η διεθνής αυτή σύµβαση συνοδεύεται και από την υπ αρίθ.182<<διεθνής σύσταση εργασίας>>. 22

23 Ν. 3250/2004 Μερική απασχόληση στο ηµόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου Π.. 508/1991 Ποσό σύνταξης των µερικώς απασχολουµένων ΥΑ ΟΙΚ.53596/2003 Καθορισµός τρόπου, διαδικασίας και ειδικότερων κριτηρίων επιλογής προσωπικού µερικής απασχόλησης (ΦΕΚ 1833Β/ ) ΥΑ 57657/2005 (ΦΕΚ 1688 Β /2005). ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ Μια µορφή της προαναφερθείσας ευελιξίας αποτελεί και η µειρκή απασχόληση. Η µερική απασχόληση (part-time employment) αποτελεί µία µορφή από λεγόµενες µορφές ευέλικτης απασχόλησης (όπως είναι και η πρόσκαιρη απασχόληση, η εποχιακή απασχόληση, ο διευθετηµένος χρόνος εργασίας κ.ο.κ.), εγγράφεται δε στο πλαίσιο της γενικότερης κρίσης του φορντικού µοντέλου εργασίας. Η µορφή αυτή απασχόλησης προωθείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ζητά από τις κυβερνήσεις να διευκολύνουν την ανάπτυξή της, γιατί: αποτελεί ένα εργαλείο για την ανάπτυξη της απασχόλησης, συντελεί αποφασιστικά στην προσαρµοστικότητα της οργάνωσης των επιχειρήσεων, καθώς και συνιστά ένα µέσο διευκόλυνσης διαφόρων κατηγοριών πολιτών να συνδυάζουν προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες µε την είσοδο και παραµονή τους στην αγορά εργασίας. 23

24 Η «µερική απασχόληση» δεν αποκλείεται να συνδυάζεται µε άλλες µορφές «ευέλικτης απασχόλησης», όπως να αποτελεί ταυτόχρονα και «σύµβαση ορισµένου χρόνου» 2 ή να προσφέρεται υπό την ειδικότερη µορφή της «προσωρινής απασχόλησης» (δηλ. µέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης). Επίσης, η µερική απασχόληση δεν αποκλείεται να συνδυάζεται µε «κατ οίκον» απασχόληση ή εργασία «φασόν» ή εργασία µε το κοµµάτι. Με δεδοµένη τη ραγδαία ανάπτυξη της µορφής αυτής απασχόλησης, οι κοινωνικοί συνοµιλητές σε ευρωπαϊκό επίπεδο ασχολήθηκαν σχετικά έγκαιρα µε το ζήτηµα της κανονιστικής οριοθέτησης της µερικής απασχόλησης και υιοθέτησαν µια σχετική συµφωνία πλαίσιο,η οποία ενσωµατώθηκε στην Οδηγία 97/81/ΕΚ 3. Είναι αλήθεια ότι η δυνατότητα χρήσης της µερικής απασχόλησης προσφέρει στους εργοδότες µεγαλύτερη ευλυγισία για την προσαρµογή της επιχειρηµατικής δραστηριότητάς τους στις διαρκώς µεταβαλλόµενες απαιτήσεις της αγοράς, ενώ, παράλληλα, η προσφυγή σ αυτήν µπορεί να χρησιµεύσει στην ανάπτυξη της γυναικείας απασχόλησης, στη σταδιακή είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας ή ακόµη να διευκολύνει στην προοδευτική έξοδο από την ενεργό επαγγελµατική ζωή και το πέρασµα στη συνταξιοδότηση. Ειδικότερα, η χρήση της µερικής απασχόλησης, εκτός από την εξυπηρέτηση των αναγκών εργοδοτών και εργαζοµένων, έχει καταστεί ένα σηµαντικό πολιτικό εργαλείο για την αντιµετώπιση της ανεργίας και προνοµιακό µέσο για την προαγωγή και τη διανοµή της απασχόλησης. Μελέτες του ΟΟΣΑ έχουν αναδείξει ότι η χρησιµοποίηση της µερικής απασχόλησης έχει ευρέως συµβάλει στην ανάπτυξη της συνολικής απασχόλησης σε πολλές χώρες και έχουν παίξει ένα σηµαντικό ρόλο για την αύξηση της συγκεκριµένων οµάδων του πληθυσµού, όπως οι γυναίκες, οι νέοι και σε ένα λιγότερο βαθµό, οι ηλικιωµένοι εργαζόµενοι. 2 Χαρακτηριστικό παράδειγµα νοµοθετηµένης µερικής απασχόλησης ορισµένου χρόνου είναι αυτή που προβλέπεται από τον Ν.3250/2004 για την µερική απασχόληση στο ηµόσιο. 3 Η συζήτηση για τη θέσπιση ενός νέου κανονιστικού πλαισίου για τη µερική απασχόληση άρχισε από το 1980 και σε µια πρώτη περίοδο οδήγησε στη διατύπωση από την Επιτροπή µιας πρότασης Οδηγίας το 1980 για την εθελοντική µερική απασχόληση στο πλαίσιο της ρύθµισης των γενικότερα χαρακτηριζόµενων ως άτυπων µορφών εργασίας(βλ.com 81(775)τελικό). 24

25 Επίσης, πρόσφατες έρευνες που έχουν πραγµατοποιηθεί σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι το µεγαλύτερο µέρος των προσώπων που εργάζονται µε µερική απασχόληση έχουν οι ίδιοι επιλέξει τη µορφή αυτή απασχόλησης 4. Η παροχή εργασίας µε µερική απασχόληση µπορεί να αφορά οποιαδήποτε σχεδόν θέση εργασίας. Ωστόσο, ορισµένες θέσεις εργασίας προσφέρονται να λειτουργούν ως θέσεις µερικής απασχόλησης, υπό την έννοια ότι η φύση, το αντικείµενο και οι απαιτήσεις των αναγκών που καλύπτουν µπορούν να καλυφθούν καλύτερα ή αποκλειστικά µε την παροχή µερικής απασχόλησης. Αναφερόµαστε κυρίως σε θέσεις εργασίας του τριτογενούς τοµέα, τις υπηρεσίες προς πρόσωπα (π.χ. οικιακοί βοηθοί, συνοδοί προσώπων, κηπουροί) και προς επιχειρήσεις (π.χ. θέσεις καθαρισµού), σε θέσεις του τοµέα της εκπαίδευσης, της υγείας, της κοινωνικής δράσης, της διοίκησης και του εµπορίου. Παρατηρείται ότι στις διάφορες χώρες θεσµοθετούνται ειδικές διαδικασίες δηµιουργίας και πλήρωσης θέσεων µερικής απασχόλησης προς το σκοπό αντιµετώπιση της ανεργίας ορισµένων κατηγοριών εργαζοµένων. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελούν οι διατάξεις του Ν. 3250/2004 για τη θέσπιση του θεσµού της µερικής απασχόλησης στο δηµόσιο, οι οποίες απευθύνονται σε διάφορες κατηγορίες ανέργων, σε µητέρες ανηλίκων, σε άτοµα µε αναπηρία και σε πολύτεκνους ή πολυπληθείς οικογένειες (άρθρο 4) 5. Επιλεγόµενη και µη επιλεγόµενη µερική απασχόληση Η µερική απασχόληση µπορεί να παρασχεθεί είτε εκούσια κατ επιθυµία του εργαζόµενου, είτε κατ ανάγκη, λόγω µη εύρεσης άλλης θέσης µε πλήρη απασχόληση. Έτσι, από την σκοπιά του εργαζόµενου, θα µπορούσαµε να διαχωρίσουµε το φαινόµενο της µερικής απασχόλησης σε δύο κατηγορίες: σε επιδιωκόµενη και µη επιδιωκόµενη µερική απασχόληση ( Involuntary part-time employment). 6 4 Ωστόσο προσάπτουν στη µερική απασχόληση τη µοµφή ότι µπορεί πράγµατι να αυξάνει τον αριθµό των θέσεων εργασίας µε τη συµπερίληψη σ αυτόν και των µερικώς απασχολουµένων, έτσι ώστε να εµφανίζεται ότι η εργασία µειώνεται αλλά ουσιαστικά ο αριθµός των ωρών απασχόλησης δεν αυξάνει. 5 Βλ. Παπαδηµητρίου Κ.,Η µερική απασχόληση στο ηµόσιο, ΕΝ 60,2004,σελ.1505 επ. 25

26 α) Η παροχή µερικής απασχόλησης ενδέχεται να αποτελεί επιδίωξη του εργαζόµενου, είτε για διάφορους οικογενειακούς λόγους (ανάγκη φροντίδας παιδιών, φροντίδας αναπήρων ή υπερήλικων µελών της οικογένειας) 7, είτε για άλλους προσωπικούς λόγους (π.χ. πραγµατοποίηση δραστηριοτήτων εκπαίδευσης, κατάρτισης ή άλλων δραστηριοτήτων, όπως ο αθλητισµός) 8. Επίσης, η επιλογή της µερικής απασχόλησης µπορεί να διευκολύνει την ένταξη στην εργασία κατηγοριών προσώπων µε ειδικές ανάγκες, να διευκολύνει εργαζόµενους που προσεγγίζουν την συµπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης να διατηρηθούν στην απασχόληση ή να διατηρεί στην απασχόληση εργαζόµενους που έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί. Στην κατηγορία λοιπόν της επιδιωκόµενης µερικής απασχόλησης συναντάµε νέους που πραγµατοποιούν παράλληλα σπουδές, γυναίκες που θέλουν να συνδυάσουν καλύτερα τις προσωπικές και οικογενειακές υποχρεώσεις τους, κάποιους εργαζόµενους προχωρηµένης ηλικίας που επιλέγουν την µερική απασχόληση ως τρόπο ήπιου από οικονοµικής και ψυχολογικής πλευράς «περάσµατος» από την ενεργό επαγγελµατική δράση στη συνταξιοδότησή τους ή ακόµη και συνταξιούχους που επιθυµούν να διατηρήσουν επαφή µε την ενεργό επαγγελµατική ζωή. Επίσης, η επιλογή της µερικής απασχόλησης µπορεί να διευκολύνει εργαζοµένους που προετοιµάσουν την έναρξη κάποιας δικιάς του επιχειρηµατικής δραστηριότητας ή έναρξης ενός ελευθέριου επαγγέλµατος. Για τις παραπάνω περιπτώσεις, η µερική απασχόληση παρουσιάζει σηµαντικά πλεονεκτήµατα για τους εργαζόµενους που την επιδιώκουν, αρκεί να εξασφαλίζονται εγγυήσεις ότι η επιλογή αυτή δεν θα υπονοµεύσει την πορεία της µελλοντικής επαγγελµατικής σταδιοδροµίας που για κάποια περίοδο της ζωής τους επέλεξαν τη µερική απασχόληση. 6 Στον Καναδά το 2002,τα τρία τέταρτα όσων εργάζονταν µε µερική απασχόληση είχαν εκουσίως επιλέξει τη µειωµένη απασχόληση. 7 Η µερική απασχόληση αποτελεί την κατεξοχήν απασχόληση των γυναικών για την υποστήριξη της οικογένειας. Π.χ. στατιστικές στην Ελβετία κατέδειξαν ότι το 53% των γυναικών που εργάζονται µε µερική απασχόληση έχουν ως κύρια αιτία για οικογενειακούς λόγους.. Ωστόσο, το αντίστοιχο ποσοστό για τους άντρες δεν ξεπερνά το 8%. 8 Οι άντρες εργάζονται µε µερική απασχόληση κυρίως για την παρακολούθηση προγραµµάτων εκπαίδευσης και επαγγελµατικής κατάρτισης ή γιατί έχουν µια άλλη παράλληλη απασχόληση. 26

27 Πρέπει επίσης να επισηµανθεί ότι οι στατιστικές δείχνουν ότι το ποσοστό των εργαζοµένων που επιλέγουν την µερική απασχόληση είναι διακριτά µεγαλύτερο από τους εξ ανάγκης εντασσόµενους σ αυτή. β) Στις περιπτώσεις που η µερική απασχόληση δεν αποτελεί επιλογή του εργαζόµενου αλλά ύστατη λύση για την είσοδό του στην αγορά εργασίας ή για την αποφυγή παραµονής στην µακροχρόνια ανεργία µετά από µια απόλυση, πρόκειται για µη επιδιωκόµενη ή εξαναγκασµένη µερική απασχόληση. Αυτό το είδος µερικής απασχόλησης θα µπορούσε να χαρακτηριστεί και ως υποαπασχόληση, η οποία οδηγεί τον εργαζόµενο να αναζητά και άλλους πόρους διαβίωσης, είτε µε τη µορφή µιας δεύτερης µισθωτής εργασίας είτε µε άλλες ευκαιριακές ανεξάρτητες εργασίες. Επίσης, στη µερική απασχόληση αυτής της κατηγορίας συχνά ο εργαζόµενος δεν παρέχει εργασία που αντιστοιχεί στο επάγγελµα ή την ειδικότητά του, µε αποτέλεσµα να απαξιώνεται επαγγελµατικά, ιδίως όταν οι περίοδοι παροχής τέτοιας εργασίας είναι µεγάλες. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανάγκη παρέµβασης µηχανισµών δια βίου εκπαίδευσης είναι προφανέστατη, γιατί διαφορετικά η µερική απασχόληση κινδυνεύει να γίνει µια παγίδα εγκλωβισµού στην υποαπασχόληση. Πέραν αυτών, ακόµη και όσοι έχουν επιδιώξει να απασχοληθούν µε µερική απασχόληση για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους (συνεπώς οικειοθελώς), συχνά, εάν και όταν εξαλειφθούν οι λόγοι που υπαγόρευσαν την αρχική επιλογή τους, µπορεί να µετατραπούν σε αναγκαστικώς απασχολούµενους µε µερική απασχόληση. ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Είναι δεδοµένο ότι ο αριθµός των προσώπων που εργάζονται µε καθεστώς µερικής απασχόλησης έχει θεαµατικά αυξηθεί κατά τα τελευταία χρόνια και η τάση είναι να συνεχίσει να αυξάνεται. Η ίδια η Πράσινη Βίβλος περιλαµβάνει στοιχεία σχετικά µε την µερική απασχόληση, όπως ότι «η µερική απασχόληση, ως ποσοστό της πλήρους απασχόλησης, αυξήθηκε από 13% της πλήρους απασχόλησης σε 18% κατά τα τελευταία 15 έτη» και ότι «υπολογίστηκε µια µεγαλύτερη συνεισφορά της µερικής απασχόλησης (περίπου 60 %) στη δηµιουργία θέσεων απασχόλησης, µετά το 2000, από τη συνεισφορά της παραδοσιακής πλήρους απασχόλησης». 27

28 Οι στατιστικές µελέτες δεν αφήνουν αµφιβολία ότι η µερική απασχόληση παραµένει κυρίως χαρακτηριστικό της απασχόλησης των γυναικών καθόσον το ένα τρίτο σχεδόν των απασχολουµένων γυναικών κατέχουν θέση εργασίας µε µερική απασχόληση σε σύγκριση µε µόνο 7 % των ανδρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ολλανδία το 60% περίπου των θέσεων που κατέχουν οι γυναίκες είναι θέσεις µερικής απασχόλησης102. Τα στοιχεία αυτά έχουν οδηγήσει κάποιους ερευνητές να κάνουν λόγο για «συστήµατα ευέλικτης εργασίας µε βάση τις ιδιαιτερότητες του φύλου». Ειδικότερα, σήµερα στη Γαλλία ένας στους έξη εργαζόµενους απασχολείται µε µερική απασχόληση, εκ των οποίων ένα ποσοστό περίπου 80% αφορά γυναίκες εργαζόµενες, ένα ποσοστό 46% αναφέρεται σε νέους εργαζόµενους, ενώ ένα σηµαντικό ποσοστό αφορά εργαζόµενους που έχουν υπερβεί το πεντηκοστό έτος, στο πλαίσιο κυρίως µιας προοδευτικής µείωσης της δραστηριότητάς τους. Στην Ελλάδα, η µερική απασχόληση, αν και όχι θεαµατικά, αυξάνεται τα τελευταία χρόνια σταθερά. Ενώ το 2000 ήταν 4,6%, ήδη το 2006 υπολογίζεται έφθασε 5,7%). Πάντως, τουλάχιστον στην καταγεγραµµένη µερική απασχόληση, η Ελλάδα εµφανίζει σηµαντική υστέρηση έναντι του ευρωπαϊκού µέσου όρου (5,7% έναντι 18,10%), ενώ η διαφοροποίηση ανδρικής και γυναικείας απασχόλησης έναντι της µερικής απασχόλησης παρουσιάζει αντίστοιχα χαρακτηριστικά µε τις λοιπές χώρες (2,90% στους άνδρες και 10,20% στις γυναίκες). Το χαµηλό ποσοστό µερικής απασχόλησης στην Ελλάδα δικαιολογείται από διάφορους παράγοντες όπως η δοµή και ιδίως το µέγεθος των επιχειρήσεων (µεγάλο ποσοστό πολύ µικρών και µικροµεσαίων επιχειρήσεων) 9, οι προτιµήσεις των εργαζοµένων και ο φόβος τους για υποβαθµισµένους όρους εργασίας, το επίπεδο των µισθών, το σχετικά χαµηλό ποσοστό της γυναικείας απασχόλησης στην Ελλάδα, αλλά και το υπάρχον νοµικό πλαίσιο Οι στατιστικές εµφανίζουν µια αντιστρόφως ανάλογη σχέση µεταξύ της µερικής απασχόλησης και του µεγέθους της επιχείρησης. 10 Βλ. ΠΑΕΠ. Όψεις ευελιξίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Αθήνα 2006,σελ.65 επ. 28

29 Σύµφωνα µε πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η κατάσταση της µερικής απασχόλησης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στην Ελλάδα, µε διάκριση ανδρικής και γυναικείας απασχόλησης, παρουσιάζεται κατά τα τελευταία έτη ως εξής: Πίνακας 2 Μερική Απασχόληση (% του συνόλου των απασχολούµενων) ΕΕ (27 Σύνολο 16,40% 16,30% 16,20% 16,60% 17,20% 17,80% 18,10% χώρες) Άντρες 6,60% 6,60% 6,60% 6,80% 7,10% 7,40% 7,70% Γυναίκες 29,10% 28,90% 28,50% 29,10% 30,10% 30,90% 31,20% ΕΕ (25 Σύνολο 16,40% 16,40% 16,60% 17,00% 17,80% 18,40% 18,70% χώρες) Άντρες 6,20% 6,20% 6,50% 6,60% 7,00% 7,40% 7,70% Γυναίκες 29,80% 29,80% 29,80% 30,30% 31,50% 32,40% 32,70% Ελλάδα Σύνολο 4,60% 4,10% 4,40% 4,10% 5,00% 5,70% 4,60% Άντρες 2,70% 2,30% 2,30% 2,10% Γυναίκες 8,00% 7,20% 8,00% 7,40% 2,20% 8,60% 2,30% 2,90% 9,30% 10,20% Σχετικά µε τη διάκριση µεταξύ επιλεγόµενης (εκούσιας) και µη επιλεγόµενης µερικής απασχόλησης αποκαλυπτικό είναι το παρακάτω στατιστικό γράφηµα της Eurostat. 29

30 ιάγραµµα 2 Πηγή: Eurostat, Έρευνα Εργατικού υναµικού ΕΝΝΟΙΑ ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ) 1. Γενικές αναφορές Η έννοιας της µερικής απασχόλησης εµφανίζει µια πολυσηµαντικότητα. Πολλές µελέτες εντάσσουν στην έννοια αυτή γενικότερα κάθε ευκαιριακή απασχόληση, όπως και την εποχιακή απασχόληση (προσεγγίζοντας συνήθως την έννοια µέσα από την οπτική του ετήσιου χρόνου απασχόλησης). Στο ίδιο επίσης πλαίσιο εντάσσονται και άλλες ειδικότερες µορφές παροχής εργασίας, όπως αυτή του λεγόµενου µερισµού εργασίας (job-sharing ή share time work, travail à temps partagé ), όπου δύο ή περισσότεροι εργαζόµενοι µοιράζονται το χρόνο εξυπηρέτησης µιας θέσης εργασίας, ενδεχοµένως δε και κάποιες περιπτώσεις ετοιµότητας προς εργασία, όταν η συνολική διάρκεια ενεργούς παροχής εργασίας υπερβαίνει κάποιο ελάχιστο χρονικό όριο σε µια χρονική µονάδα αναφοράς. Τέλος, γίνεται αναφορά και στην περίπτωση της µη µισθωτής µερικής απασχόλησης. 30

31 Κατ αρχήν, είναι προφανές ότι οι διαφοροποιήσεις σχετικά µε την έννοια της µερικής απασχόλησης προκύπτουν κυρίως από την πολυσηµία της έννοιας της πλήρους απασχόλησης (full time work, Vollzeitarbeit), αφού η πλήρης απασχόληση αποτελεί το αναγκαίο σηµείο αναφοράς για τον ορισµό της µερικής απασχόλησης. Σε κάθε περίπτωση η πλήρης απασχόληση συνιστά ένα «συλλογικό κανόνα» στον οποίο αναφέρεται η κάθε ατοµική εργασιακή περίπτωση ώστε να εκτιµάται εάν συντρέχει µερική ή πλήρης απασχόληση (όπως άλλωστε και εάν συντρέχει υπερεργασία ή υπερωρία). Ο τρόπος δηµιουργίας και το επίπεδο αναφοράς του συλλογικού αυτού κανόνα εξαρτάται από τις εθνικές ή υπερεθνικές δικαιικές ρυθµίσεις. Ως προς τον τρόπο δηµιουργίας του συλλογικού κανόνα θα µπορούσε να είναι η κρατική ρύθµιση (π.χ. ο νόµος), µια συλλογική ρύθµιση (σ.σ.ε, δ.α.) ή µια γενικευµένη πρακτική που δηµιουργεί δικαιική δέσµευση (έθιµο, πρακτική της εκµετάλλευσης). Ως προς το επίπεδο εφαρµογής του συλλογικού κανόνα, αυτό θα µπορούσαµε να το εντοπίσουµε είτε στο πεδίο µιας συγκεκριµένης επιχείρησης (µε βάση µια επιχειρησιακή σ.σ.ε), είτε στον κλάδο δραστηριότητας (µε αντίστοιχου εύρους σ.σ.ε.) ή στο εθνικό επίπεδο (µε βάση έναν νόµο ή µια ε.γ.σ.σ.ε.), ή ακόµη και σε υπερεθνικό πεδίο (µε βάση διακρατικό δίκαιο ή άλλους διεθνείς κανόνες δικαίου). Συνεπώς, το πλήρες ωράριο, ως συλλογικός κανόνας αναφοράς για τον εντοπισµό της µερικής απασχόλησης, µπορεί να βρίσκεται στο νόµο, σε µια επιχειρησιακή ή κλαδική ή εθνική γενική σ.σ.ε. ή σε µια άλλη συλλογική συµφωνία ή µπορεί να έχει σχηµατιστεί από µια γενικευµένη επιχειρησιακή πρακτική ή από ένα έθιµο. Σε υπερεθνικό επίπεδο, η έννοια της µερικής απασχόλησης προσεγγίζεται από διεθνή και κοινοτικά κείµενα. Σε διεθνές επίπεδο, σύµφωνα µε τη 175.Σ.Ε. της.ο.ε. (1994), η έκφραση «εργαζόµενος µε µερική απασχόληση» αναφέρεται σ αυτόν του οποίου ο (συµφωνηµένος) κανονικός χρόνος εργασίας είναι µικρότερος εκείνου των εργαζόµενων µε πλήρη απασχόληση που βρίσκονται σε µια συγκρίσιµη κατάσταση. 31

32 Ο µειωµένος αυτός χρόνος εργασίας µπορεί να υπολογίζεται σε εβδοµαδιαία βάση ή µε βάση το µέσο όρο απασχόλησης µιας άλλης χρονικής περιόδου. Κατά την κοινοτική Οδηγία 97/81/ΕΚ «εργαζόµενος µε µερική απασχόληση» θεωρείται αυτός «ο εργαζόµενος που οι ώρες εργασίας του, υπολογιζόµενες σε εβδοµαδιαία βάση ή κατά µέσο όρο για µια περίοδο απασχόλησης ενός έτους, είναι λιγότερες από τις κανονικές ώρες εργασίας ενός συγκρίσιµου εργαζόµενου µε πλήρη απασχόληση», ενώ, «όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιµος εργαζόµενος µε πλήρη απασχόληση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται µε αναφορά στην εκάστοτε εφαρµοστέα συλλογική σύµβαση ή, όπου δεν υφίσταται εφαρµοστέα συλλογική σύµβαση, σύµφωνα µε τις εθνικές νοµοθεσίες, συλλογικές συµβάσεις ή πρακτικές». Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο θεωρεί τη µερική απασχόληση σαν ένα σύνολο µορφών εργασίας που χαρακτηρίζονται από ένα ωράριο µικρότερο από το κανονικό που ισχύει στην επιχείρηση ή στον οικονοµικό κλάδο και που έχει οριστεί είτε µε νόµο είτε µε σ.σ.ε. είτε µε την πρακτική. Παρατηρούµε λοιπόν ότι η µερική απασχόληση παραβάλλεται µε ένα ωράριο πλήρους απασχόλησης, το οποίο χαρακτηρίζεται «κανονικό» ή «εφαρµοζόµενο» ή «σύνηθες» ( ordinaire), µερική δε απασχόληση υπάρχει όταν συµφωνείται η παροχή εργασίας λιγότερες ώρες από το εν λόγω ωράριο. Στις εθνικές δικαιικές τάξεις ο προσδιορισµός της έννοιας της µερικής απασχόλησης ποικίλει, ακόµη και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου υπάρχει ως κοινή αναφορά η παραπάνω Οδηγία. Έτσι, ενώ γενικώς για τον προσδιορισµό της έννοιας της µερικής απασχόλησης 11 λαµβάνεται ως βάση το πλήρες (κανονικό) ωράριο, στο Ηνωµένο Βασίλειο η µερική απασχόληση προσδιορίζεται στη βάση ενός µικρότερου ορίου ωρών (30 ώρες), σε άλλες δε χώρες βλέπουµε η µερική απασχόλησης να γίνεται µε αναφορά σε ένα ορισµένο ποσοστό της διάρκειας εργασίας των εργαζοµένων µε πλήρη απασχόληση (λιγότερο από 77% στην Ισπανία, 80% στη Γαλλία πριν το 2000) Για παράδειγµα στη Γαλλία εργαζόµενοι µε µερική απασχόληση, θεωρούνται καταρχήν αυτοί των οποίων η διάρκεια της εβδοµαδιαίας ή της µηνιαίας ή της ετήσιας εργασίας τους είναι µικρότερη του νοµίµου ωραρίου (των 35 ωρών εβδοµαδιαίως) ή του προσδιορισµένου για την επιχ/ση ή το κλάδο µε Σ.Σ.Ε. ή του εφαρµοζόµενου στην πράξη στην επιχείρηση. 12 Εκτός Ευρώπης για παράδειγµα, στον Κώδικα Εργασίας της Τυνησίας προσδιορίζεται αυτή που αντιπροσωπεύει λιγότερο του 70% του κανονικού ωραρίου. 32

33 Στην Ιταλία, το ωράριο της πλήρους απασχόλησης αντιστοιχεί µε το ωράριο της κανονικής εργασίας, που αντιστοιχεί σε 40 ώρες εβδοµαδιαίως ή σε ένα ωράριο µιας µικρότερης διάρκειας, έτσι όπως καθιερώνεται µε σ.σ.ε., η οποία µπορεί να προσδιορίσει το κανονικό ωράριο µε βάση τη µέση διάρκεια των παροχών εργασίας στο πλαίσιο µιας περιόδου αναφοράς που δεν υπερβαίνει το έτος (άρθρο 30 1,1. Ν.. n 196/1997) Συγκρίσιµος εργαζόµενος πλήρους απασχόλησης Όπως ήδη σηµειώσαµε βασικό στοιχείο της έννοιας της µερικής απασχόληση είναι αυτό του «συγκρίσιµου εργαζόµενου»,δηλαδή του εργαζόµενου µε κανονική (πλήρη) απασχόληση και µε τον ίδιο τύπο εργασιακής σχέσης (εξαρτηµένη εργασία), που προσφέρει το ίδιο ή παρεµφερές είδος εργασίας στην ίδια επιχείρηση. Η προσφυγή στην έννοια του «συγκρίσιµου εργαζόµενου» είναι αναγκαία γιατί ο αριθµός των ωρών εργασίας κατά ηµέρα, κατά βδοµάδα ή κατά µήνα που θεωρείται ως «κανονική» για τους απασχολούµενους µε πλήρη εργασία ποικίλει σηµαντικά ανάλογα µε τον κλάδο, το επάγγελµα ή την επιχείρηση 14. Η Οδηγία 97/81/ΕΚ ορίζει τον «συγκρίσιµο εργαζόµενο µε πλήρη απασχόληση» αυτόν «που εργάζεται στην ίδια επιχείρηση, έχει την ίδια µορφή σύµβασης ή σχέσης απασχόλησης και εκτελεί τα ίδια ή παρόµοια καθήκοντα, λαµβανοµένων υπόψη και άλλων παραγόντων, όπως η αρχαιότητα και η ειδίκευση.όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιµος εργαζόµενος µε πλήρη απασχόληση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται µε αναφορά στην εκάστοτε εφαρµοστέα συλλογική σύµβαση ή, όπου δεν υφίσταται εφαρµοστέα συλλογική σύµβαση, σύµφωνα µε τις εθνικές νοµοθεσίες, συλλογικές συµβάσεις ή πρακτικές». Πρόβληµα προκύπτει για την περίπτωση που δεν υπάρχει στην επιχείρηση συγκρίσιµος εργαζόµενος µε πλήρη απασχόληση ούτε υφίσταται σ.σ.ε. για τον συγκρίσιµο εργαζόµενο πλήρους απασχόλησης, οπότε θα πρέπει οι εθνικές νοµοθεσίες να περιλάβουν σχετικές προβλέψεις για την υπέρβαση του ζητήµατος. 13 Το Ιταλικό δίκαιο προσφέρει τρείς µορφές απασχόλησης: α) οριζόντια κατά την οποία η µείωση του ωραρίου σε σχέση µε το πλήρες ωράριο προβλέπεται σε σχέση µε το καθηµερινό κανονικό ωράριο, β) κάθετη κατά την οποία η παροχή γίνεται µόνο στο πλήρες ωράριο αλλά µόνο στο πλαίσιο προκαθορισµένων περιόδων κατά τη διάρκεια της εβδοµάδας, του µήνα ή του έτους και γ) µικτή, όταν υπάρχει συνδυασµός των δύο προηγούµενων µορφών. 14 Για παράδειγµα το κανονικό εβδοµαδιαίο ωράριο ενός καθηγητή δεν έχει καµιά σχέση µε το ωράριο ενός εµποροϋπαλλήλου. 33

34 Σχετικά η Οδηγία 97/81/ΕΚ προβλέπει ότι «όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιµος εργαζόµενος µε πλήρη απασχόληση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται µε αναφορά στην εκάστοτε εφαρµοστέα συλλογική σύµβαση 15 ή, όπου δεν υφίσταται εφαρµοστέα συλλογική σύµβαση, σύµφωνα µε τις εθνικές νοµοθεσίες, συλλογικές συµβάσεις ή πρακτικές» 16. Ο Έλληνας νοµοθέτης δεν αναφέρεται ρητά στην έννοια του «συγκρίσιµου εργαζόµενου». Μόνο στο ζήτηµα της αµοιβής γίνεται συγκριτική αναφορά στους «απασχολούµενους κατά το κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία» (άρθρο 38 7 εδ.α ). Πάντως, δεν είναι δυνατόν σε κάθε περίπτωση να εξευρίσκεται ένας «συγκρίσιµος εργαζόµενος» πλήρους απασχόλησης για να γίνει αναφορά, ιδίως στις περιπτώσεις που πρόκειται για εργασίες που παρέχονται κατά κανόνα ή αποκλειστικά µε µερική απασχόληση. Πραγµατικά, θα µπορούσε κανείς να αναρωτηθεί ποιοι µπορεί να είναι οι συγκρίσιµοι εργαζόµενοι πλήρους απασχόλησης στην περίπτωση των θέσεων προώθησης επώνυµων προϊόντων σε super markets, θέσεις που αφορούν κατά κανόνα διήµερη απασχόληση (Παρασκευή και Σάββατο); Ή ποιοι µπορεί να είναι οι συγκρίσιµοι εργαζόµενοι στην περίπτωση των κυριών που προσφέρουν για λίγες ώρες ή για κάποιες ηµέρες εργασία καθαρισµού κατ οίκον ή των κυρίων που προσφέρουν εργασία κηπουρού ή οδηγού σε σπίτια µία ή δύο φορές τη βδοµάδα; 15 Τη Σ.Σ.Ε. δέχονται ως σηµείο αναφοράς τα περισσότερα δίκαια των Ευρωπαϊκών κρατών. 16 Η υπ αρίθ.175.σ.ε. επί του ζητήµατος αυτού προβλέπει ότι σε περίπτωση απουσίας συγκρίσιµου εργαζόµενου µε πλήρη απασχόληση στην ίδια επιχείρηση η σύγκριση πρέπει να αναφέρεται στον αντίστοιχο εργαζόµενο του κλάδου. Στη γερµανική νοµοθεσία προβλέπεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει συγκρίσιµος εργαζόµενος στην επιχ/ση, αρµόζει <<να γίνει αναφορά γενικώς σε άτοµα που θεωρούνται πλήρης απασχόλησης στον οικείο κλάδο δραστηριότητας>>. 34

35 3. Χρονική µονάδα αναφοράς Η µερική απασχόληση οργανώνεται συνήθως στο πλαίσιο της ηµερήσιας, εβδοµαδιαίας ή της µηνιαίας εργασίας 17. εν αποκλείεται όµως η µερική απασχόληση να υπολογίζεται και σε ετήσια βάση, όπως προβλεπόταν στη Γαλλία µέχρι τις αρχές του2001. Στην περίπτωση αυτή η εργασία διαµοιράζεται διαδοχικά σε περιόδους πλήρους απασχόλησης και σε περιόδους µερικής απασχόλησης ή και σε περιόδους µη εργασίας, υπό την προϋπόθεση η ετήσια διάρκεια εργασίας πρέπει να είναι µικρότερη κατά ένα ποσοστό από το νόµιµο ή εφαρµοζόµενο ωράριο εργασίας. 4. Εκ περιτροπής εργασία Ειδικότερη περίπτωση µερικής απασχόλησης είναι η χαρακτηριζόµενη ως «εκ περιτροπής εργασία». Σχετικά µε το συγκεκριµένο νοµοθετικό εννοιολογικό περιεχόµενο της µορφή αυτής θεωρούµε ότι υπάρχει µια σχετική ασάφεια που ενέχει ενδεχοµένως µια ρυθµιστική αντιφατικότητα σε σχέση µε την γενικότερη έννοια περί µερικής απασχόλησης. Έτσι, για την εκ περιτροπής εργασία προτείνονται διάφοροι ορισµοί, όπως ότι υπάρχει εκ περιτροπής εργασίας όταν ο µισθωτός εναλλάσσεται στην παροχή εργασίας µε κάποιον άλλο, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης είναι συνεχής (στενότερη προσέγγιση) 18. Γίνεται όµως δεκτή και ευρύτερη έννοια που δεν συνδέει την εκ περιτροπής αναγκαία µε την εναλλαγή µισθωτών στη θέση εργασίας. Κατά την άποψή µας, καταλληλότερος θα ήταν ένας ορισµός για την «εκ περιτροπής εργασία» που θα συµπεριλάµβανε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες µολονότι η επιχείρηση λειτουργεί αδιάλειπτα, ο εργαζόµενος, είτε µόνος του είτε οµαδικά, εργάζεται µε πλήρες ηµερήσιο ωράριο 19 όχι συνεχώς αλλά µε µικρότερες (µία ή περισσότερες ηµέρες) ή µεγαλύτερες (εβδοµάδα, µήνας) χρονικές διακοπές Όπως για παράδειγµα προβλέπει το Ελληνικό ίκαιο (π.χ. µια σύµβαση εργασίας προβλέπει 5 ώρες ηµερησίως ή 25 ώρες εβδοµαδιαίως ή 100 ώρες µηνιαίως). 18 Βλ. Κουκιάδης Ι. Εργατικό ίκαιο. Ατοµικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας,2005,σελ Την άποψη ότι κατά το Ελληνικό ίκαιο το ηµερήσιο ωράριο της εκ περιτροπής εργασίας µπορεί να είναι είτε πλήρες είτε µειωµένο υποστηρίζει η ούκα Β., Μερική απασχόληση 2004,σελ.155 και Ζερδέλης., Εργατικό ίκαιο. Ατοµικές εργασιακές σχέσεις,τοµ. I,2006 σελ

36 Μια άλλη ειδικότερη µορφή µερικής απασχόλησης που µπορεί να εξεταστεί η χρήση της, είναι η λεγόµενη «προσαρµοζόµενη µερική απασχόληση» (temps partiel modulé). Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης µπορεί να προσαρµόσει σε ετήσια βάση το σύνολο ή µέρος της µερικής εβδοµαδιαίας ή µηνιαίας εργασίας. 21 Θα µπορούσαµε τη µορφή αυτή απασχόλησης να την χαρακτηρίζαµε ως µια µορφή συνδυασµού της διευθέτησης των ωρών εργασίας µε τη µερική απασχόληση. Η ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΚΑΙΟ Στην Ελλάδα, το ζήτηµα της µερικής απασχόλησης αποτέλεσε αντικείµενο ολοκληρωµένης ρύθµισης το 1990, µέχρι τότε δε η συµφωνία περί µερικής απασχόλησης καλυπτόταν γενικώς από το άρθρο 361 Α.Κ. (αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων), ενώ η ειδική µορφή της εκ περιτροπής εργασίας από το Ν /1954 (άρθρο 13) 22. Ήδη λοιπόν µε το άρθρο 38 Ν. 1892/ ρυθµίστηκε εξαντλητικώς το ζήτηµα της µερικής απασχόλησης. Σύµφωνα µε τη ρύθµιση αυτή, έτσι όπως ερµηνεύεται και από τη νοµολογία, µερική απασχόληση υπάρχει όταν ένας εργαζόµενος συµφωνείται να απασχοληθεί µε διάρκεια ηµερήσιας, εβδοµαδιαίας, δεκαπενθήµερης ή µηνιαίας εργασίας µικρότερη από την κανονική, µε αντίστοιχη µείωση των αποδοχών του. Ο Έλληνας νοµοθέτης δεν προβλέπει µερική απασχόληση µε µονάδα αναφοράς µεγαλύτερη του µήνα, όπως π.χ. το έτος. 20 Παραπλήσια άποψη είχε και το Υπουργείο Εργασίας σε ερµηνευτική εγκύκλιο για τη διάταξη του άρθρου 2.του Ν.2639/1998:<<Εκ περιτροπής εργασία µε βάση την ανωτέρα ρύθµιση είναι εκείνη, στην οποία η µειωµένη απασχόληση, µέσα στα πλαίσια της ίδιας εργασιακής σύµβασης χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή χρονικών διαστηµάτων παροχής εργασίας (ηµερών, εβδοµάδων, µηνών)κατά πλήρες όµως ωράριο εργασίας, µε χρονικά διαστήµατα µη παροχής εργασίας>> ( ΕΝ 55,1999,σελ.1521 επ.). 21 Στη Γαλλία η µορφή αυτή µερικής απασχόλησης µπορεί να εφαρµοστεί µόνο εφόσον το προβλέπει καµιά σ.σ.ε.ή επιχειρησιακή συµφωνία όπου θα ρυθµίζονται και οι ειδικότερες προϋποθέσεις πραγµατοποίησης της.επίσης ορίζεται ότι ο ετήσιος αριθµός των ετησίως παρεχοµένων µε τον τρόπο αυτό ωρών εργασίας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις ώρες ενώ η σ.σ.ε. µπορεί να ορίσει και µικρότερο χρονικό όριο. Ειδικότερα η σ.σ.ε. οφείλει να ορίσει τους λόγους που υπαγορεύουν στην προσφυγή στην απασχόληση αυτής, τις κατηγορίες εργαζοµένων που θα αφορά η εφαρµογή της προσαρµοσµένης µερικής απασχόλησης, τα όρια στα πλαίσια των οποίων µπορεί η µερική απασχόληση να αυξοµειώνεται την έκταση µεταξύ των ορίων αυτών και τη θεσπιζόµενη στις συµβάσεις εργασίας διάρκεια που δεν µπορεί να υπερβεί το 1/3 αυτής της διάρκειας. Έτσι το ωράριο εργασίας ενός εργαζόµενου µε καθεστώς προσαρµοσµένης µερικής απασχόλησης µπορεί να αυξοµειώνεται από από την µια βδοµάδα ή από τον ένα µήνα στον άλλο,στο µέτρο που ο µέσος όρος απασχόλησης δεν υπερβαίνει την προβλεφθείσα από την ατοµική σύµβαση διάρκεια (π.χ. προσδιορισµένες οι ώρες απασχόλησης στα 120,το ωράριο εργασίας µπορεί να ποικίλει από τον ένα µήνα στον άλλο,λ.χ.110 ώρες εργασίας τον ένα µήνα,130 τον άλλο, υπό την προϋπόθεση ότι επί ετήσιας βάσης η µέση µηνιαία απασχόληση παραµένει στις 120 ώρες). Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια εργασίας του εργαζοµένου δεν µπορεί να ξεπεράσει το νόµιµο εβδοµαδιαίο ωράριο µηνιαίας εργασίας (π.χ. αν η σύµβαση προβλέπει εβδοµαδιαίο ωράριο 18 ωρών, δεν επιτρέπεται ο εργαζόµενος να εργαστεί πέραν των 24 ωρών,δηλ.18+6 ώρες, ούτε λιγότερο των 12,δηλ.18-6 ωρών σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατό να εργαστεί πέρα του νοµίµου ωραρίου των 35 ωρών). 22 Η διάταξη αυτή ορίζει ότι << ο εργοδότης και ο µισθωτός δύνανται, είτε κατά την σύσταση της σχέσεως εργασίας είτε διαρκούσης ταύτης, να συµφωνήσωσιν εγγράφως πάσης φύσεως εκ περιτροπής εργασίαν, καθόριζοντες και την ανάλογην µισθοδοσίαν, βάση των εκάστοτε ισχύοντων ηµεροµισθίων ή µισθών>>. 36

37 Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για την µερική απασχόληση που παρέχεται στο ηµόσιο, ΟΤΑ και ΝΠ 23,όπου το ανώτατο επιτρεπτό ωράριο για τους απασχολούµενους µε µερική απασχόληση δεν µπορεί να υπερβαίνει τις 20 ώρες εβδοµαδιαίως 24. Για να υπάρχει λοιπόν µερική απασχόληση στον ιδιωτικό τοµέα της οικονοµίας θα πρέπει να παρέχεται µειωµένος χρόνος εργασίας σε σχέση µε το πλήρες ωράριο. Πρόβλεψη ως προς κάποιο ελάχιστο επιτρεπτό ωράριο µερικής απασχόλησης: Έτσι,ένας εργαζόµενος µπορεί να προσληφθεί για εργασία µερικής απασχόλησης έστω και για µια ώρα εβδοµαδιαίως ή εντός του δεκαπενθήµερου ή του µήνα. Κατ ανώτατο όριο η παροχή της µερικής απασχόλησης πρέπει απλώς να υπολείπεται κατά µία ώρα τουλάχιστον του κανονικού ή εφαρµοζόµενου ωραρίου 25. Κατά το ελληνικό δίκαιο, η µερική απασχόληση εφαρµόζεται κατ αρχήν σε ατοµική βάση και προϋποθέτει τη συµφωνία εργαζόµενου και εργοδότη. Μονοµερώς ο εργοδότης δεν µπορεί να επιβάλει τη µερική απασχόληση. Μόνο κατ εξαίρεση, σε περίπτωση περιορισµού της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, ο εργοδότης µπορεί να επιβάλει σύστηµα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, υπό την προϋπόθεση όµως ότι προηγουµένως θα έχει προβεί σε διαβούλευση µε τους νοµίµους εκπροσώπους των εργαζοµένων (άρθρο 38 2 εδ. β Ν. 1890/1990). Έχουµε την άποψη η ρύθµιση αυτή δεν έχει την αναγκαία σαφήνεια, ιδίως ως προς το περιεχόµενο της λέξης «σύστηµα», αφού δεν προκύπτει από ποια έκταση και µετά η επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησης καθίσταται «σύστηµα» και παύει να αποτελεί ενέργεια εξατοµικευµένη. Επίσης, δεν γίνεται σαφής η χρονική έκταση της αλλαγής (προσωρινή ή πάγια), τη στιγµή µάλιστα που προκύπτει ζήτηµα µονοµερούς βλαπτικής µεταβολής για τους εργαζόµενους που αφορά η εκ περιτροπής απασχόληση. Είναι προφανές ότι µια διάταξη µε τόσο δυσµενείς για τους εργαζόµενους συνέπειες θα πρέπει να παρέχει µε µεγαλύτερη σαφήνεια τους όρους εφαρµογής της. 23 υνάµει του Ν.3250/2004 Μερική απασχόληση στους ΟΤΑ, στο ηµόσιο και στα Ν.Π Βλ. Παπαδηµητρίου Κ.Η µερική απασχόληση στο ηµόσιο, ΕΝ 60,2004,σελ.1505 επ. 25 Ο αµειβόµενος χρόνος εργασίας δεν µπορεί να κατατµηθεί σε µονάδα µικρότερη της ώρας (Βλ. Κουκιάδης Ι., Εργατικό ίκαιο, Ατοµικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας,2005,σελ.414). 37

38 Περαιτέρω, το ελληνικό δίκαιο, προκειµένου να ορίσει το πλήρες ωράριο χρησιµοποιεί τον όρο «κανονική απασχόληση», που παραπέµπει στο γενικώς προβλεπόµενο από το νόµο (κατά το άρθρο 1 Ν. 3385/2005) ή στο τυχόν µικρότερο εφαρµοζόµενο στη συγκεκριµένη επιχείρηση µε βάση το νόµο, τη σ.σ.ε. 26 ή την Ο αµειβόµενος χρόνος εργασίας δεν µπορεί να κατατµηθεί σε µονάδα µικρότερη της ώρας (Βλ. Κουκιάδης Ι., Εργατικό δίκαιο. Ατοµικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας, 2005, σελ. 414) ακολουθούµενη πρακτική και για το οποίο ωράριο καταβάλλονται οι πλήρεις αποδοχές. 1. Τυπικές προϋποθέσεις κύρους της µερικής απασχόλησης Στη Ελλάδα ο νοµοθέτης αξιώνει την έγγραφη σύναψη συµφωνίας για µερική απασχόληση και ασφαλώς η πρόβλεψη περί παροχής εργασίας µε µερική απασχόληση θα πρέπει να προκύπτει από το περιεχόµενο του εγγράφου αυτού (άρθρο 38 1 Ν. 1892/1990). Επίσης, ο Έλληνας νοµοθέτης αξιώνει να περιλαµβάνεται στο έγγραφο συγκεκριµένο ελάχιστο περιεχόµενο, όπως (α) τα στοιχεία ταυτότητας των συµβαλλοµένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανοµής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αµοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύµβασης 27. Επίσης, το ελληνικό δίκαιο προβλέπει µια εργοδοτική υποχρέωση γνωστοποίησης των συµφωνιών µερικής απασχόλησης που συνάπτει µε τους εργαζόµενους εντός 15 ηµερών (ή 8 ηµερών εάν πρόκειται για εκ περιτροπής εργασία) στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, εφόσον δε παραβεί την υποχρέωση αυτή, τότε ο νόµος εισάγει ένα τεκµήριο υπέρ της ύπαρξης σχέσης µε πλήρη απασχόληση. 26 Π.χ. η σ.σ.ε των εργαζόµενων στις ιδιωτικές κλινικές, διαγνωστικά κέντρα κ.τ.λ. όλης της χώρας προβλέπει ειδικώς για τους χειριστές ακτινολογικών καταστηµάτων και άλλες συναφείς ειδικότητες εβδοµαδιαίο ωράριο 5 ωρών κατά τη θερινή περίοδο και 5.30 κατά τη χειµερινή περίοδο. Στην περίπτωση αυτή είναι αυτονόητο ότι µερική απασχόληση υπάρχει όταν συµφωνείται εργασία µικρότερη από αυτά τα χρονικά όρια. 27 Οµοίως και στο Γαλλικό δίκαιο η συµφωνία πρέπει να είναι έγγραφη και να περιέχει ένα ελάχιστο περιεχόµενο. 38

39 Η πρόβλεψη του εγγράφου τύπου έχει συστατικό της συµφωνία χαρακτήρα και συνεπώς η έλλειψή του επιφέρει ακυρότητα. Γύρω από το ζήτηµα των συνεπειών από την έλλειψη εγγράφου τύπου και παράβλεψης της υποχρέωσης γνωστοποίησης της συµφωνίας µερικής απασχόλησης στις αρµόδιες αρχές έχουν δηµιουργηθεί σοβαρές νοµολογιακές και θεωρητικές αντιπαραθέσεις και για το λόγο αυτό νοµίζουµε ότι θα πρέπει να γίνουν οι αναγκαίες νοµοθετικές διευκρινήσεις ή τροποποιήσεις Απαγόρευση κατάτµησης της ηµερήσιας διάρκειας της εργασίας Κατά την ελληνική νοµοθεσία η παροχή της συµφωνηµένης εργασίας των µερικώς απασχολούµενων πρέπει να παρέχεται κατά τρόπο συνεχόµενο εντός της εργάσιµης ηµέρας 29. Η απαγόρευση αυτή δεν εφαρµόζεται µόνο στην περίπτωση των οδηγών αυτοκινήτων µεταφοράς µαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθµούς και στα νηπιαγωγεία, καθώς επίσης και στην περίπτωση των καθηγητών που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και µέσης εκπαίδευσης (άρθρο 38 5 Ν. 1892/1990) Για µια µεγάλη χρονική περίοδο η νοµολογία δεχόταν ότι η έλλειψη έγγραφου τύπου ακυρώνει τον χαρακτήρα της σύµβασης ως µερικής απασχόλησης µε αποτέλεσµα να θεωρείται ότι υπάρχει σύµβαση πλήρους απασχόλησης. Κάτι τέτοιο θα µπορούσε να γίνει δεκτό µόνο στην περίπτωση που η συµφωνία µερικούς απασχόλησης συνάπτεται στα πλαίσια µιας ήδη υφιστάµενης εργασιακής σχέσης πλήρους απασχόλησης, τροποποιώντας αυτή. Στην περίπτωση λοιπόν που η µεταγενέστερη(τροποποιητική της αρχικής)συµφωνία µετατροπής της πλήρους απασχόλησης σε µερικής δεν περιβληθεί τον έγγραφο τύπο θα πρέπει ασφαλώς να θεωρείται άκυρη και συνεπώς θα εξακολουθεί να ενεργεί η προϋπάρχουσα(µη τροποποιηθείσα λόγω της ακυρότητας της µεταγενέστερης συµφωνίας)σύµβαση πλήρους απασχόλησης. Εφόσον όµως τα µέρη συµφωνούν για πρώτη φορά κατά την ίδρυση της εργασιακής σχέσης)την παροχή της εργασίας µε µερική απασχόληση δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό κατά απόλυτο τρόπο ότι η έλλειψη εγγράφου τύπου µεταφέρει τη σύµβαση εργασίας σε πλήρους απασχόλησης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εργασία µερικής απασχόλησης παρέχεται δυνάµει άκυρης σύµβασης µε ότι αυτό συνεπάγεται δυνάµει άκυρης σύµβασης µε ότι αυτό συνεπάγεται, βάση των περί αδικαιολογήτου πλουτισµού διατάξεων (Βλ. Ληξουριώτης Ι., σχόλιο στην Εφ.Πατρ.654/1998, ΕΕ 5/1999,521επ.Η θέση αυτή ουσιαστικά έχει γίνει δεκτή µε την ΑΠ.1770/2002, ΕΝ 59,2003,738 που επικύρωσε το Εφετείο Αθηνών 6212/2001 κατά όµοιο τρόπο). 29 Στο Γαλλικό δίκαιο επιτρέπεται η διακοπή της ηµερήσιας εργασίας µια φορά,η οποία δεν µπορεί να είναι µεγαλύτερη από δύο ώρες. Ωστόσο,µε σ.σ.ε. είναι δυνατό να εισαχθούν και διαφορετικές προβλέψεις. 30 Η απαίτηση για έγγραφη σύµβαση δεν υπάρχει ούτε στην υπ.αρίθµ.175.σ.ε. ούτε στην κοινοτική οδηγία. Ωστόσο συναντάται σε άλλα εθνικά δίκτυα όπως η Γαλλία. 39

40 Η παραπάνω άκρως περιπτωσιολογική απαρίθµηση των εξαιρέσεων θα µπορούσε να επανεξεταστεί. 3. Αµοιβή Κατ αρχήν η αµοιβή της µερικής απασχόλησης ορίζεται κατ αναλογία της αµοιβής του συγκρίσιµου µε πλήρη απασχόληση εργαζόµενου. Η απόλυτη σχέση αναλογικής αµοιβής του µερικώς απασχολούµενου διασπάται στην ειδική περίπτωση που η µερική απασχόληση είναι µικρότερης διάρκειας των 4 ωρών ηµερησίως, οπότε ο νόµος προβλέπει την προσαύξηση των αποδοχών των µερικώς απασχολούµενων κατά επτάµισυ τοις εκατό (7,5%), εφόσον αµείβονται µε το κατώτατο, κατά τις κείµενες διατάξεις, όριο αποδοχών (άρθρο 38 7 εδάφιο β Ν. 1892/1990). Στο σηµείο αυτό υπάρχει ένα νοµοθετικό κενό, αφού δεν αντιµετωπίζεται, ρητά τουλάχιστον, η περίπτωση του µερικώς απασχολούµενου που εργάζεται ηµερησίως πάνω από 4 ώρες, αλλά όχι καθηµερινά, έτσι ώστε µε αναγωγή του εργάσιµου χρόνου του σε µέση ηµερήσια βάση να απασχολείται λιγότερες από τέσσερις ώρες. Πάντως, πρέπει να σηµειωθεί ότι το ζήτηµα της αµοιβής του µερικώς απασχολούµενου είναι σχετικό αφού δεν αποκλείεται ένας εργαζόµενος που εργάζεται µε µερική απασχόληση συµµετέχοντας σε µια βάρδια σαββατοκύριακου να παίρνει αποδοχές που καθόλου ή ελάχιστα υπολείπονται από τις εβδοµαδιαίες αποδοχές ενός απασχολούµενου µε πλήρη απασχόληση κατά τις εργάσιµες ηµέρες (λαµβανοµένων ασφαλώς υπόψη των σχετικών προσαυξήσεων). 4. υνατότητα εργασίας πέραν του ωραρίου της µερικής απασχόλησης Η συµφωνία για µερική απασχόληση δεν αποκλείει, κατά το ελληνικό δίκαιο, να εργάζεται ο µισθωτός µε διάρκεια µεγαλύτερη από αυτή που έχει συµβατικά προβλεφθεί και µάλιστα χωρίς να θεσπίζεται κάποιο ανώτατο όριο Στη Γαλλία οι επιπλέον ώρες που επιτρέπεται να απασχοληθεί ο µερικά απασχολούµενος µισθωτός µπορούν να αυξηθούν κατά το 1/10 του εβδοµαδιαίου ή του µηνιαίου ωραρίου που έχει προβλεφθεί στην ατοµική σύµβαση (π.χ. αν έχει συµφωνηθεί εβδοµαδιαία εργασία 30 ωρών οι επιπλέον ώρες δεν µπορεί να είναι περισσότερες των τριών). Μάλιστα, µε σ.σ.ε. µπορεί αυτό το όριο υπέρβασης να µειωθεί µέχρι και στο 1/3.Εάν ο µισθωτός εργαζόµενος παράσχει πρόσθετη εργασία πέραν του 1/10 της συµφωνηµένης, τότε πρέπει να πληρωθεί µε προσαύξηση 25%. 40

41 Τούτο σηµαίνει ότι είναι δυνατόν ο µερικώς απασχολούµενος να εργαστεί ευκαιριακά και µε πλήρες ωράριο (π.χ. 40 ωρών) ή ακόµη να πέραν αυτού παρέχοντας υπερεργασία ή και υπερωρία. Η άρνηση του εργαζοµένου να παράσχει την πρόσθετη αυτή εργασία κρίνεται µε βάση το άρθρο 659 Α.Κ. 32 Η πρόσθετη αυτή απασχόληση δίνει ασφαλώς δικαίωµα αντίστοιχης πρόσθετης αµοιβής 33. Ωστόσο, κατ εξαίρεση, κατά το ελληνικό δίκαιο, ο µερικώς απασχολούµενος έχει δικαίωµα να αρνηθεί να παράσχει εργασία πέρα της συµφωνηµένης µόνο όταν έχει και άλλη απασχόληση ή όταν βαρύνεται µε οικογενειακές υποχρεώσεις. 5. Εκπαίδευση-κατάρτιση και µερική απασχόληση Το ελληνικό δίκαιο, στο πλαίσιο της εφαρµογής της γενικότερης αρχής της µη διάκρισης, ορίζει οι απασχολούµενοι µε µερική απασχόληση πρέπει να έχουν «δυνατότητες συµµετοχής στις δραστηριότητες της επαγγελµατικής κατάρτισης που εφαρµόζει η επιχείρηση υπό συνθήκες ανάλογες µε εκείνες που αφορούν τους εργαζόµενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου» (άρθρο περ. α ). Κατά τη γνώµη µας η διάταξη αυτή δεν είναι επαρκής, γιατί το ζήτηµα θα πρέπει να ρυθµιστεί µε πρόβλεψη Θετικής διάκρισης υπέρ των µερικώς απασχολούµενων. Είναι προφανές ότι οι εργαζόµενοι µε µερική απασχόληση κατά κανόνα έχουν µεγαλύτερη ανάγκη ένταξης σε διαδικασίες εκπαίδευσης και κατάρτισης από τους πλήρως απασχολούµενους. Εξάλλου, το ελληνικό δίκαιο δεν περιέχει καµία πρόβλεψη που να εισάγει δυνατότητα µε αίτηση του εργαζόµενου να µετατραπεί πρόσκαιρα η σχέση του από πλήρης σε µερικής απασχόλησης, ώστε να χρησιµοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο για να ενταχθεί σε διαδικασίες εκπαίδευσης ή κατάρτισης (έναρξη σπουδών, επιµόρφωση σε µεταπτυχιακό επίπεδο, εξειδίκευση στο πλαίσιο προγραµµάτων κατάρτισης). 32 <<Αν παραστεί ανάγκη για εργασία πέρα από τη συµφωνηµένη ή τη συνηθισµένη,τότε ο εργαζόµενος έχει την υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να το κάνει και η άρνησή του θα ήταν αντίθετη µε την καλή πίστη. Ο εργαζόµενος έχει δικαίωµα για την πρόσθετη αυτή εργασία σε συµπληρωµατική αµοιβή, που κανονίζεται ανάλογα µε το συµφωνηµένο µισθό και µε τις ειδικές περιστάσεις. 33 ηλ. στο µέτρο που η εβδοµαδιαία εργασία δεν υπερβαίνει το ισχύον συµβατικό όριο των 40 ωρών, θα πρέπει να καταβάλλεται απλό ωροµίσθιο. Πέραν του ωραρίου αυτού µπορεί ο µισθωτός να αξιώσει τα ωροµίσθια προσαυξηµένα µε τα ποσοστά της υπερεργασίας ή τυχόν υπερωρίας νόµιµης ή παράνοµης(κατά το άρθρο 1 του Ν.3385/2005). 41

42 Στις περιπτώσεις αυτές θα µπορούσε να θεσµοθετηθεί µια διευκόλυνση πρόσκαιρου περάσµατος των εργαζοµένων αυτών από πλήρη σε µερική απασχόληση µε δικαίωµα επαναφοράς τους στο καθεστώς της πλήρους απασχόλησης. Άλλωστε µια τέτοια διαδικασία θα µπορούσε να συνδυαστεί µε εκπαιδευτικά προγράµµατα µερικής παρακολούθησης. 6. Προβλέψεις για τη µερική απασχόληση µε συλλογικές ρυθµίσεις Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται ότι «µε επιχειρησιακές συλλογικές συµβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συµπλήρωση ή τροποποίηση των ρυθµίσεων των προηγούµενων παραγράφων» (άρθρο 38 13). Με τη διάταξη αυτή είναι προφανές ότι ο νοµοθέτης αποκλείει την τροποποίηση των όρων του άρθρου 38 Ν. 1892/1990 µε άλλου είδους σ.σ.ε. εκτός της επιχειρησιακής. εν είναι άσκοπο να αναφέρουµε ότι στο Γαλλικό δίκαιο η δυνατότητα πρόβλεψης όρων µε σ.σ.ε αναφέρεται τόσο στις κλαδικές που επεκτείνονται όσο και στις επιχειρησιακές σ.σ.ε. Μάλιστα, ο γάλλος νοµοθέτης δίνει την πρωτοκαθεδρία στις σ.σ.ε. στο ζήτηµα της ρύθµισης της µερικής απασχόλησης και µόνο ελλείψει σ.σ.ε. παρεµβαίνουν οι κρατικές ρυθµίσεις. 7. Κοινωνική ασφάλιση και µερική απασχόληση Η κοινωνικοασφαλιστική αντιµετώπιση του ζητήµατος της µερικής απασχόλησης ρυθµίζεται στην Ελλάδα µε το άρθρο 39 Ν. 1892/1990 και το Π.. 508/1991 που ορίζει τη βάση υπολογισµού της σύνταξης των µερικώς απασχολούµενων 34. Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι µερικώς απασχολούµενοι υπάγονται όπως και οι πλήρως απασχολούµενοι στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισµούς κυρίας και επικουρικής ασφάλισης καθώς και στον ΟΑΕ και ΟΕΚ σύµφωνα µε τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 34 Βλ. Ψήλος Γ. Μερική απασχόληση και ασφάλιση ΕΝ 57/2001.σελ.1018 επ..του ίδιου,μερική απασχόληση και ασφάλιση στο ΙΚΑ, ΕΝ 61/2005,σελ.1385 Παπαρηγοπούλου- Πεχλιβανίδη Π.,Η µερική απασχόληση στο κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο ΕΕ 8-9/2006,σελ.895 επ. 42

43 Η υπαγωγή αυτή γίνεται ανεξαρτήτως της διάρκειας της ηµερήσιας εργασίας. Ωστόσο, δεν ασφαλίζονται οι µερικώς απασχολούµενοι κατ οίκον του εργοδότη (άρθρο 39 7 Ν. 1892/1990). Για τους µερικώς απασχολούµενους θεσπίστηκε ειδική ασφαλιστική κλάση 35. Ειδικότερα, για τους εργαζόµενους αποκλειστικά µε µερική απασχόληση που ασφαλίζονται στην ειδική πρώτη ασφαλιστική κλάση, το βασικό ποσό σύνταξης υπολογίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 και 37 παρ. 2 του Α.Ν. 1846/1951 όπως ισχύουν κάθε φορά. Πάντως το ποσό σύνταξης που καταβάλλεται στους παραπάνω εργαζόµενους δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το µισό (1/2) του κατά περίπτωση χορηγούµενου από το ΙΚΑ κατωτάτου ορίου (άρθρο 1 1 Π.. 508/1991) 36. Για την περίπτωση διαδοχικής ασφάλισης πλήρους και µερικής απασχόλησης υπάρχουν ειδικές ρυθµίσεις (άρθρο 1 2 Π.. 508/ ). Εκτιµάται ότι µε βάση τις παραπάνω διατάξεις παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας καθώς και οι επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Η κριτική εστιάζεται στο ζήτηµα των δυσµενών συνεπειών για εκείνους που εργάζονται και ασφαλίζονται περισσότερες ώρες σε λιγότερες ηµέρες έναντι εκείνων που εργάζονται περισσότερες ηµέρες αλλά πάνω από το ήµισυ του νοµίµου ωραρίου Σύµφωνα µε το άρθρο 39 παρ.3 Ν.1892/1990 <<θεσπίζεται για τους µερικώς απασχολούµενους ειδική 1 η ασφαλιστική κλάση στην παρ.1 του άρθρου 1 της από Πράξεως Νοµοθετικού Περιεχοµένου,που κυρώθηκε µε τον Ν.1305/1982>>. 36 Η διάταξη αυτή ορίζει: << Για τους ασφαλισµένους που έχουν απασχοληθεί διαδοχικά σε πλήρη και µερική απασχόληση και ως µερικά απασχολούµενοι έχουν ασφαλιστεί στην ειδική πρώτη ασφαλιστική κλάση,για τον υπολογισµό της σύνταξής τους εφαρµόζονται οι διατάξεις της παρ.1,του άρθρου αυτού εφόσον ο χρόνος πραγµατοποιήσεως τους στη µερική απασχόληση είναι περισσότερος του ηµίσεως του κατά περίπτωση απαιτούµενου για τη θεµελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώµατος. Αν ο χρόνος απασχολήσεως είναι περισσότερος του ηµίσεως του κατά περίπτωση απαιτούµενου για τη θεµελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώµατος του ΙΚΑ. το ποσό της σύνταξης είναι αυτό που προκύπτει από τον υπολογισµό σύµφωνα µε τα άρθρα 29 παρ. 1 και 37 παρ.2 του Α.Ν.1846/1951 και δεν µπορεί να είναι µικρότερο από αυτό που προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του γινόµενου του αριθµού των ηµερών που πραγµατοποιήθηκαν στην πλήρη απασχόληση επί του ποσού του κατώτατου ορίου δια του αριθµού των ηµερών που απαιτούνται σε κάθε περίπτωση για τη θεµελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώµατος. Πάντως αν το ποσό που προκύπτει είναι µεγαλύτερο του κατώτατου ορίου καταβάλλεται το κατώτατο όριο>>. 37 Βλ.Παπαρηγοπούλου- Πεχλιβανίδη Π.Η µερική απασχόληση στο κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο, ΕΕ 08-09/2006,σελ.895 επ. 43

44 Επίσης, διαπιστώνεται ότι σχετικά µε τη θεµελίωση δικαιώµατος στις παροχές οι µερικώς απασχολούµενοι, ιδίως αυτοί που εργάζονται λίγες Ηµέρες Εργασίας (Η.Ε.) και πολλές ώρες, έχουν αντικειµενική δυσκολία στη συµπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης σύνταξης, αφού οι µερικώς απασχολούµενοι πρέπει να συµπληρώνουν τις ίδιες περιόδους ασφάλισης µε τους πλήρως απασχολούµενους και σε ορισµένες περιπτώσεις απαιτείται να υπάρχει ενεργός ασφαλιστικός δεσµός, δηλαδή να έχουν συµπληρώσει ορισµένες ηµέρες στην ασφάλιση προ της επελεύσεως του κινδύνου 38. Πρέπει να υπενθυµίσουµε ότι στο προοίµιο της Συµφωνίας που περιέχεται στην Οδηγία 97/81/ΕΚ περιέχεται επισήµανση ότι τα συστήµατα κοινωνικής ασφάλισης θα πρέπει να είναι «πιο φιλικά προς την απασχόληση, µε την ανάπτυξη συστηµάτων προστασίας που θα µπορούν να προσαρµοστούν σε νέα πρότυπα εργασίας και να παρέχουν την κατάλληλη προστασία στα άτοµα που απασχολούνται µε αυτές τις µορφές εργασίας». Θα πρέπει να επισηµάνουµε ότι η σύνδεση του ύψους της σύνταξης µε τις αποδοχές της τελευταίας περιόδου απασχόλησης αποθαρρύνει σε κάθε περίπτωση τους µεγάλους σε ηλικία να εγκαταλείψουν θέσεις πλήρους απασχόλησης και να απασχοληθούν µε µερική απασχόληση. Εναλλακτικά θα µπορούσαν να ισχύσουν συστήµατα χορήγησης τµηµατικής σύνταξης µε τη συµπλήρωση ορισµένης ηλικίας, οπότε µετά την ηλικία αυτή ο ενδιαφερόµενος να µπορεί να συνεχίσει να εργάζεται µε µερική απασχόληση µέχρι να συµπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης. Σχετικές ρυθµίσεις συναντώνται σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στην Ελλάδα ωστόσο η τµηµατική συνταξιοδότηση είναι ένας άγνωστος θεσµός. Επίσης πρέπει να µελετηθεί το ζήτηµα της µερικής επιδότησης των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών για ορισµένες τουλάχιστον κατηγορίες µερικώς απασχολουµένων, όπως αυτών που έχουν κάποια αναπηρία ή αυτών που προσφέρουν υπηρεσίες σε προγράµµατα κοινωνικής αλληλεγγύης. 38 Βλ.Παπαρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη Π.,ό.π. 44

45 Για να ενθαρρυνθεί η πρακτική της µερικής απασχόλησης από τις επιχειρήσεις, στη Γαλλία, οι εργοδότες, υπό ορισµένες προϋποθέσεις, µπορεί να επωφεληθούν από µία µείωση του ύψους των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών. Επίσης, όταν η συνολική αµοιβή ενός εργαζόµενου που εργάζεται µε µερική απασχόληση σε πολλούς εργοδότες ξεπερνά το πλαφόν της κοινωνικής ασφάλισης, κάθε εργοδότης µπορεί να υπολογίσει τις οφειλόµενες εισφορές κατ αναλογία της αµοιβής που καταβάλει στον µισθωτό. ΣΥΝΟΨΗ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ Αξιοποιώντας λοιπόν τις ανωτέρω προϋποθέσεις που θέτει η ελληνική νοµοθεσία και πιο συγκεκριµένα το ελληνικό δίκαιο όσον αφορά την µερική απασχόληση µε όρους εργασιακής σύµβασης καταλήγουµε στα κάτωθι συµπεράσµατα: Πρωταρχικός στόχος της ενσωµάτωσης της αρχής της flexicurity στο ζήτηµα της ρύθµισης της µερικής απασχόλησης είναι η επίτευξη της παροχής ευχερειών σε εργοδότες και εργαζόµενους να χρησιµοποιούν τη µερική απασχόληση για την κάλυψη επιχειρηµατικών και προσωπικών αντιστοίχως αναγκών µε ταυτόχρονη αποφυγή εργασιακών αβεβαιοτήτων και υποβαθµίσεων από την εφαρµογή αυτής της µορφής απασχόλησης. Για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι αποφασιστικής σηµασίας η λήψη νοµοθετικών µέσων και προώθηση πρακτικών µε τις οποίες να εφαρµόζεται η αρχή της µη διάκρισης µεταξύ απασχολουµένων µε πλήρη και µερική απασχόληση. Με την εφαρµογή της αρχής αυτής, µέσω των κανονιστικών και θεσµικών παρεµβάσεων, επιτυγχάνεται η εξασφάλιση προβλέψεων και µηχανισµών για την προώθηση µιας ποιοτικής µερικής απασχόλησης έτσι ώστε η χρήση της µερικής απασχόλησης να µη θα δηµιουργεί κατάσταση εργασιακής υποβάθµισης στους εργαζόµενους που απασχολούνται µε το καθεστώς αυτό. 45

46 Η ελληνική νοµοθεσία περιέχει διάφορες επί µέρους ειδικές διατάξεις που εµπνέονται από την αρχή της µη διάκρισης (όπως σχετικά µε τις αποδοχές, την αµοιβή της Κυριακής, αργίας και νυκτερινής εργασίας, την άδεια µε αποδοχές), αλλά δεν περιέχει µια γενική ρητή ρήτρα µε την οποία να καθιερώνεται η αρχή της µη διάκρισης, όπως ρητά αναφέρεται στην Οδηγία 97/81/ΕΚ 39. Θεωρούµε ότι η παράλειψη αυτή θα πρέπει να αποκατασταθεί, έτσι ώστε να µην υπάρχουν αµφισβητήσεις για τα εργασιακά δικαιώµατα των απασχολουµένων µε µερική απασχόληση. Επίσης, προκειµένου να προωθηθεί η ποιοτική µερική απασχόληση θα προβλέπονται κανόνες ώστε η απασχόληση µε µερική εργασία να µην περιθωριοποιεί τον εργαζόµενο ούτε να τον υποβαθµίζει επαγγελµατικά περιορίζοντας τις επαγγελµατικές του προοπτικές. Η «µερική απασχόληση» δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια την πάγια ένταξη του µερικώς απασχολούµενου στη «δευτερεύουσα αγορά εργασίας»,έτσι ώστε να ισοδυναµεί µε «υποαπασχόληση», ούτε να επιδρά αρνητικά στην µακροοικονοµική και µακροασφαλιστική σφαίρα του εργαζόµενου. Τούτο σηµαίνει ότι ο µερικώς απασχολούµενος, είτε έχει ενταχθεί εθελούσια είτε αναγκαστικά στη µορφή αυτή εργασίας, πρέπει να διατηρεί δικαίωµα στην επαγγελµατική του ανέλιξη. Για την εξασφάλιση του παραπάνω στόχου, θα πρέπει το σύνολο του χρόνου µερικής απασχόλησης να αναγνωρίζεται ως χρόνος κανονικής υπηρεσίας ως προς όλες τις συνέπειες. Η υφιστάµενη νοµοθετική διατύπωση ότι «ο χρόνος της µερικής απασχόλησης λαµβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας» (άρθρο εδ. β ) δεν αρκεί και θα πρέπει µε σαφήνεια να προσδιοριστεί ότι λαµβάνεται υπόψη ως «χρόνος κανονικής υπηρεσίας τόσο στον ίδιο εργοδότη όσο και στο επάγγελµα». 39 Η ρήτρα 4 της Οδηγίας αναφέρει ότι «όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόµενοι µε µερική απασχόληση δεν πρέπει να αντιµετωπίζονται µε τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ' ό,τι οι συγκρίσιµοι εργαζόµενοι µε πλήρη απασχόληση για το λόγο και µόνον ότι εργάζονται µε µερική απασχόληση, εκτός και αν η διαφορετική τους µεταχείριση δικαιολογείται από αντικειµενικούς λόγους». 46

47 Επίσης, η διατύπωση ότι «για τον υπολογισµό της προϋπηρεσίας αυτής οκτώ (8) ώρες εργασίας µε µερική απασχόληση αντιστοιχούν σε µία (1) ηµέρα προϋπηρεσίας» (άρθρο εδ.γ ) µπορεί να αποβεί σε βάρος του µερικώς απασχολούµενου και να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας σε όσες περιπτώσεις το κανονικό ηµερήσιο ωράριο της επιχείρησης που απασχολείται ο συγκεκριµένος εργαζόµενος είναι λιγότερες από οκτώ ώρες ηµερησίως. Πέραν αυτών, προς άρση αµφισβητήσεων, θα πρέπει ρητώς να προβλεφθεί ότι όταν ο µερικώς απασχολούµενος επικαλείται την αρχαιότητά του να µπορεί να αθροίζει τις τυχόν παράλληλες απασχολήσεις του σε πολλούς εργοδότες. Επίσης, για την επίτευξη του στόχου της ποιοτικής µερικής απασχόλησης,κρίνεται αναγκαίο οι µερικώς απασχολούµενοι να απολαµβάνουν κάποιεςπρόσθετες θετικές διακρίσεις. Η ελληνική νοµοθεσία περιέχει διάφορες προβλέψεις που εκδηλώνουν την πρόθεση θετικής διάκρισης των µερικώς απασχολούµενων. Μια από αυτές αποτελεί το δικαίωµα προτεραιότητας σε σχέση µε κάθε εξωτερική πρόσληψη σε θέσεις πλήρους απασχόλησης που κενώνονται ή δηµιουργούνται στην ίδια επιχείρηση, εφόσον βεβαίως αφορούν αντικείµενο εργασίας όµοιο ή συναφές µε αυτό που προσφέρουν (άρθρο 38 10). Επίσης, προβλέπεται θετική διάκριση στο ζήτηµα της αµοιβής, αφού, όπως αναφέραµε παραπάνω, «οι αποδοχές των µερικώς απασχολουµένων µισθωτών προσαυξάνονται κατά επτάµισυ τοις εκατό (7,5%), εφόσον αµείβονται µε το κατώτατο, κατά τις κείµενες διατάξεις, όριο αποδοχών και το ωράριο απασχόλησής τους είναι µικρότερο των τεσσάρων (4) ωρών ηµερησίως» (άρθρο 38 7 εδ. β ). Οµοίως, µε θετική διάθεση αντιµετωπίζονται οι µερικώς απασχολούµενοι στο ζήτηµα της δυνατότητας άρνησης παροχής εργασία πέρα από τη συµφωνηµένη (µε βάση το άρθρο 659 Α.Κ.) εφόσον έχουν άλλη απασχόληση ή βαρύνονται µε οικογενειακές υποχρεώσεις. 47

48 Ωστόσο, οι παραπάνω προβλέψεις θεωρούµε ότι είναι ιδιαίτερα ελλειπτικές. Συγκεκριµένα, το ζήτηµα της αµοιβής αφορά µόνο στη µειωµένη ηµερήσια απασχόληση δηµιουργώντας κενά σχετικά µε τις άλλες περιπτώσεις µερικής απασχόλησης. Πέραν αυτού υφίσταται κενό σχετικά µε τον τρόπο άσκησης του δικαιώµατος για προτεραιότητα πρόσληψης σε θέση πλήρους απασχόλησης, ενώ δεν υπάρχουν προβλέψεις που να θεσπίζουν αντίστοιχη προτεραιότητα των µερικώς απασχολούµενων στην εκπαίδευση και επιχειρησιακή και εξω-επιχειρησιακή επαγγελµατική κατάρτιση 40. Επίσης, η δυνατότητα άρνησης παροχής πρόσθετης εργασίας δεν περιλαµβάνει και την περίπτωση παρακολούθησης σχολών ή προγραµµάτων εκπαίδευσης ή επαγγελµατικής κατάρτισης. Τέλος, δεν υπάρχουν θετικές προβλέψεις για ευνοϊκότερη αντιµετώπιση του χρόνου απασχόλησης των µερικώς απασχολούµενων ως προς το ζήτηµα της συνταξιοδότησή τους. Περαιτέρω, βασικό διακύβευµα των πολιτικών για τη µερική απασχόληση είναι η µορφή αυτή απασχόλησης να αποτελεί κατά το δυνατόν µια ε κ ο ύ σ ι α ε π ι λ ο γ ή εκ µέρους των εργαζοµένων, µε τη δηµιουργία των κατάλληλων µηχανισµών συνάντησης των εργοδοτικών αναγκών για µερική απασχόληση µε την αντίστοιχη επιθυµία των εργαζοµένων. Για τα λόγο αυτό και για να µην δηµιουργούνται αµφισβητήσεις σχετικά µε τις προθέσεις των µερών για τη σύναψη πλήρους ή µερικής απασχόλησης είναι κατ αρχήν χρήσιµο να διατηρηθεί η υφιστάµενη στην ελληνική νοµοθεσία υποχρέωση έγγραφου τύπου καθώς και οι λοιπές διαδικαστικές διατυπώσεις (κοινοποίηση στην επιθεώρηση εργασίας) για τη συνοµολόγηση µερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής εργασίας (άρθρο 38 1 και 2). Επίσης, ωφέλιµη είναι η πρόβλεψη της ελληνικής νοµοθεσίας για την συµπερίληψη στην έγγραφη σύµβαση συγκεκριµένου περιεχόµενου (άρθρο 38 3), έτσι ώστε µε τρόπο σαφή να ορίζονται ουσιώδη στοιχεία της συµφωνίας, µεταξύ των οποίων και ο τρόπος κατανοµής του µειωµένου ωραρίου µεταξύ των ηµερών, των εβδοµάδων ή των µηνών, καθώς και οι όροι τροποποίησης των όρων της συµφωνίας. 40 Ο νόµος προβλέπει µόνο τη δυνατότητα συµµετοχής των µερικώς απασχολούµενων στις δραστηριότητες της επαγγελµατικής κατάρτισης που εφαρµόζει η επιχείρηση υπό συνθήκες ανάλογες µε εκείνες που αφορούν τους εργαζόµενους πλήρους απασχόλησης και αορίστου χρόνου (άρθρο περ. α ). 48

49 Η ελληνική νοµοθεσία περιέχει διασφαλίσεις ώστε η τοποθέτηση του εργαζόµενου σε θέση µερικής απασχόλησης να γίνεται κατά κανόνα ε θ ε λ ο ύ σ ι α και να µην υποχρεώνεται ο εργαζόµενος που ήδη εργάζεται µε πλήρη απασχόληση να µετατάσσεται σε θέση πλήρους απασχόλησης 41. Οµοίως, η ελληνική νοµοθεσία περιέχει διασφαλίσεις για την απαγόρευση της εργοδοτικής δυνατότητας να τροποποιεί µονοµερώς τον καταµερισµό των εργασιακών µονάδων της µερικής απασχόλησης (άρθρο 38 3 περ.γ ). Ωστόσο, θα πρέπει να εξεταστεί το δικαίωµα του εργαζόµενου να αρνείται µετατροπές του τρόπου κατανοµής του χρόνου εργασίας του και των περιόδων εργασίας του ακόµη και εάν µια τέτοια δυνατότητα έχει συµφωνηθεί µε τη σύµβαση εργασίας του, στο µέτρο που οι προτεινόµενες αλλαγές κατά το χρόνο πραγµατοποίησής τους είναι ασυµβίβαστες µε υφιστάµενες οικογενειακές υποχρεώσεις του εργαζόµενου ή µε τυχόν εκπαιδευτικές υποχρεώσεις του ή µε υποχρεώσεις του από µια άλλη επαγγελµατική του υποχρέωση. Η νοµοθεσία θα πρέπει να περιγράφει τη µερική απασχόληση µε τρόπο ώστε να δίνεται η ευχέρεια πολλών επιλογών, ώστε να καλύπτει όσο το δυνατόν µεγαλύτερο εύρος αναγκών εργαζοµένων και εργοδοτών. Σήµερα, το ελληνικό δίκαιο προβλέπει την οργάνωση του χρόνου µερικής απασχόλησης µε βάση διάφορες µονάδες αναφοράς, όπως την ηµέρα, την εβδοµάδα, το δεκαπενθήµερο και το µήνα. Κατά τη γνώµη µας θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα επέκτασης των µονάδων αναφοράς και σε ετήσια βάση, όπως πολλές αλλοδαπές νοµοθεσίες. Στο πλαίσιο των πολλαπλών ευχερειών θα πρέπει να εξεταστεί η τυχόν εισαγωγή νέων µοντέλων µερικής απασχόλησης όπως της προσαρµοζόµενης µερικής απασχόλησης ή άλλων συναφών µοντέλων. 41 ελληνικό δίκαιο περιέχει διάταξη µε βάση την οποία «καταγγελία της σύµβασης εργασίας λόγω µη αποδοχής από το µισθωτό εργοδοτικής πρότασης για µερική απασχόληση είναι άκυρη»(άρθρο 38 6 Ν. 1892/1990). Ωστόσο η απόλυτη αυτή διατύπωση, από την οποία φαίνεται να αποκλείεται ακόµη και η τροποποιητική καταγγελία (Βλ. Ληξουριώτης Ι., Εργατικό ίκαιο. Ατοµικές εργασιακές σχέσεις, 2005, σελ. 569), οδηγεί ουσιαστικά στην απόλυση του µισθωτού, η οποία µάλιστα δεν µπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, αφού οφείλεται σε λόγους αναδιάρθρωσης. Σηµειωτέον, µάλιστα, ότι η νοµοθετική αυτή διατύπωση έρχεται σε πλήρη αντίφαση µε τη νοµολογιακή θέση ότι προκειµένου η απόλυση να µην πάσχει από καταχρηστικότητα ο εργοδότης οφείλει να λάβει άλλα ηπιότερα µέτρα, όπως να προτείνει στο µισθωτό θέση µερικής απασχόλησης, ακόµη και µε τη χρήση της τροποποιητικής καταγγελίας(απ 513/1998 EE 8-9/1998, 888 = ΕΝ 56, 2000, 1439, AΠ 847/1996 EEργ 57, 1998, 177 = ΕΝ 54, 1998, 1578). Έτσι, αντί η διάταξη αυτή να λειτουργεί προστατευτικά για τους εργαζόµενους όπως προφανώς επιδίωκε ο νοµοθέτης, καταλήγει να λειτουργεί σε βάρος τους. Νοµίζουµε ότι επί του θέµατος αυτού, η υιοθέτηση της πιο διευρυµένης σχετικής διατύπωσης της Οδηγίας 97/81/ΕΚ θα ήταν πιο αποτελεσµατική, αφού ορίζει ότι «η άρνηση ενός εργαζόµενου να µεταβεί από εργασία πλήρους απασχόλησης σε εργασία µε µερική απασχόληση ή το αντίθετο, δεν πρέπει από µόνη της να συνιστά δικαιολογία απόλυσης, υπό την επιφύλαξη απολύσεων, σύµφωνα µε τις εθνικές νοµοθεσίες, συλλογικές συµβάσεις και πρακτικές, για άλλους λόγους που µπορεί να προκύψουν από τις λειτουργικές απαιτήσεις της εν λόγω επιχείρησης» (ρήτρα 5 2 της Οδηγίας). Με βάση τη ρήτρα αυτή, η γαλλική νοµοθεσία ορίζει ότι «η άρνηση από το µισθωτό να απασχοληθεί µε µερική απασχόληση δεν συνιστά ούτε πταίσµα ούτε ένα λόγο απόλυσης». Πάντως, µια σύµφωνη µε την Οδηγία ερµηνεία της πιο πάνω διάταξης, οδηγεί στην παραδοχή ότι η διάταξη αυτή βρίσκει εφαρµογή µόνο εάν αποδεικνύεται ότι στη συγκεκριµένη περίπτωση η απόλυση γίνεται ως εκδικητική αντίδραση του εργοδότη στην άρνηση συναίνεσης του µισθωτού στην µετατροπή της εργασιακής του σχέσης σε µερικής απασχόλησης και όχι όταν η καταγγελία θα γινόταν έτσι και αλλιώς για άλλους θεµιτούς λόγους, όπως οικονοµοτεχνικούς (Έτσι και Ζερδελής., Το δίκαιο της καταγγελίας της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, 2002, σελ Βλ. και ΑΠ 776/1999 που εµµέσως συνδέει το ακυρωτικό αποτέλεσµα της µετά την άρνηση του µισθωτού να δεχθεί την µερική απασχόληση καταγγελίας µε την µη απόδειξη οικονοµοτεχνικών λόγων). 49

50 Επίσης θα πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση της ρητής θεσµοθέτησης στο ελληνικό δίκαιο ενός δικαιώµατος για µερική απασχόληση για οικογενειακούς λόγους 42 ή για λόγους εκπαίδευσης. Συγκεκριµένα, προκειµένου να ενθαρρυνθούν οι εργαζόµενοι στην επιλογή της µερικής απασχόλησης θα ήταν σκόπιµη µια νοµοθετική πρόβλεψη ώστε να µπορεί ο εργαζόµενος µε πλήρη απασχόληση, υπό ορισµένες προϋποθέσεις και συγκεκριµένη διαδικασία, να ζητά µε αίτησή του προς τον εργοδότη τη µείωση των ωρών εργασίας του µε αντίστοιχη µείωση των αποδοχών του λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων ή για λόγους εκπαίδευσης (π.χ. παρακολούθηση µεταπτυχιακών σπουδών ειδίκευσης ή προγραµµάτων κατάρτισης) Οι ειδικότερες προϋποθέσεις για την εφαρµογή της δυνατότητας αυτής θα µπορούσαν κατ αρχήν να θεσπιστούν µε σ.σ.ε. ή µε επιχειρησιακές συµφωνίες 43. Εν απουσία τέτοιων συλλογικών ρυθµίσεων, θα µπορούσε να προβλεφθεί ότι µια άρνηση του εργοδότη να δεχθεί τη µετατροπή από πλήρους σε µερική απασχόληση θα πρέπει να είναι σοβαρά αιτιολογηµένη. Οµοίως, δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα ειδικής νοµοθετηµένης θέσπισης της «µερικής απασχόλησης για ανάπτυξη νέας επιχειρηµατικής δραστηριότητας» 44. Ειδικό ζήτηµα προκύπτει σχετικά µε τις νοµοθετικές προβλέψεις που αφορούν την «εκ περιτροπής εργασία», αφού, όπως παραπάνω έχουµε αναφέρει, οι σχετικές διατάξεις δεν ιδιαίτερα σαφείς σχετικά µε τον ορισµό της απασχόλησης αυτής της κατηγορίας, ούτε ως προς τον τρόπο εφαρµογής της. Ενώ κατ αρχήν η δυνατότητα παροχής πρόσθετης εργασίας δεν θα πρέπει να αποκλείεται, θα πρέπει ωστόσο να υπάρχουν διασφαλίσεις ώστε πίσω από την µερική απασχόληση να µην κρύβεται µια πλήρης απασχόληση. Μια πρώτη διασφάλιση θα µπορούσε να αποτελεί η απαγόρευση αξίωσης από τον µερικώς απασχολούµενο πρόσθετης εργασίας πέραν του ορίου του συµφωνηµένου ωραρίου όταν αυτή η εργοδοτική αξίωση λαµβάνει έναν πάγιο χαρακτήρα. 42 Αναφερόµαστε προφανώς όχι στα διάφορα νοµοθετηµένα µειωµένα ωράρια για τη φροντίδα των βρεφών και γενικότερα για την φροντίδα των παιδιών, αλλά για ενδεχόµενο δικαίωµα του εργαζόµενου να ζητά τη µετατροπή της σχέσης εργασίας του για κάποια περίοδο από πλήρη σε µερική για οικογενειακούς λόγους, εφόσον βεβαίως συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις, µε την δυνατότητα ασφαλώς επιστροφής στην πλήρη απασχόληση. Σχετικές ρυθµίσεις συναντάµε στο γαλλικό δίκαιο (βλ. αrticle L ). 43 Σχετική ρύθµιση υπάρχει στο γαλλικό δίκαιο (article L code du travail). 44 Οµοίως σχετικές ρυθµίσεις συναντώνται στο γαλλικό δίκαιο (βλ. αrticle L ). 50

51 Επίσης πρέπει να προβλεφθεί να µην µπορεί να αξιώνει ο εργοδότης από τον µερικώς απασχολούµενο πρόσθετη εργασία και στην περίπτωση παρακολούθησης εκπαιδευτικών προγραµµάτων ή προγραµµάτων κατάρτισης, ακόµα και εάν η δυνατότητα παροχής πρόσθετης εργασίας έχει προβλεφθεί στη σύµβαση εργασίας. Μια τρίτη διασφαλιστική πρόβλεψη θα µπορούσε να συνιστά η θέσπιση µιας συγκεκριµένης διαδικασίας, η παράλειψη της οποίας θα ιδρύει δικαίωµα άρνησης παροχής πρόσθετης εργασίας (π.χ. εάν ο εργαζόµενος δεν προειδοποιείται έγκαιρα από τον εργοδότη). Τέλος, θα µπορούσε να προβλεφθεί ότι εάν οι ώρες πρόσθετης απασχόλησης υπερβαίνουν ένα όριο (π.χ. ένα ποσοστό ωρών που υπερβαίνει το προβλεφθέν µειωµένο ωράριο) θα πρέπει να αµείβονται µε αυξηµένο ηµεροµίσθιο 45, έτσι ώστε να αποφεύγεται η καταχρηστική χρησιµοποίηση της µερικής απασχόλησης. Προκειµένου να ενθαρρυνθεί η χρησιµοποίηση της µερικής απασχόλησης και να καταστεί αυτή θελκτική για τους εργαζόµενους, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτηµα της υπό προϋποθέσεις ανάληψης από το κράτος µέρους από τα τυχόν πρόσθετα κόστη που αναλαµβάνει ο εργοδότης απασχολώντας προσωπικό µε µερική απασχόληση (π.χ. εξασφάλιση ενός ελάχιστου εγγυηµένου εισοδήµατος, υπό την προϋπόθεση βεβαίως της διαφάνειας των εισοδηµάτων),ιδίως δε χρειάζεται ένας ευρύτερος προβληµατισµός σχετικά µε τις παρεµβάσεις που πρέπει να γίνουν στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης, έτσι ώστε αυτή να µη συνιστά εµπόδιο στην ανάπτυξη της µερικής απασχόλησης. 45 Π.χ. εφόσον οι πρόσθετη εργασία υπερβαίνει το 1/6 της µειωµένης που συµφωνήθηκε, να υπάρχει µια προσαύξηση του ωροµισθίου 10% ή εάν έχουν συµφωνηθεί 24 ώρες µειωµένη απασχόληση, οι πρώτες τέσσερις ώρες πρόσθετης απασχόλησης να αµείβονται µε το κανονικό ωροµίσθιο και οι τυχόν περισσότερες µε το ωροµίσθιο προσαυξηµένο κατά 10%). 51

52 δ2.η Προσωρινή Απασχόληση (ν. 2956/2001) Eπιπροσθέτως µε την µερική απασχόληση έρχεται να προστεθεί και µια άλλη µορφή εργασιακής σχέσης που διευκολύνει την εκδήλωση φαινοµένων αδήλωτης εργασίας και αφορά την προσωρινή απασχόληση. Η προσωρινή απασχόληση, δηλαδή η µορφή απασχόλησης που στηρίζεται στον κατ επάγγελµα δανεισµό εργαζοµένων, αποτελώντας µια κοινωνική πραγµατικότητα κυρίως από τη δεκαετία του 1990, αναγνωρίζεται και ρυθµίζεται τελικά από την έννοµη τάξη µας µε τις ρυθµίσεις του ν. 2956/2001. Σύµφωνα µε τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2956/2001 «ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλο εργοδότη (έµµεσος εργοδότης) για περιορισµένο χρονικό διάστηµα από µισθωτό, ο οποίος συνδέεται µε τον εργοδότη του (άµεσος εργοδότης) µε σύµβαση ή σχέση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου ή αορίστου χρόνου». Η προσωρινή απασχόληση, σύµφωνα µε την ίδια διάταξη, παρέχεται µόνο υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον παραπάνω νόµο. Στην προσωρινή απασχόληση εµφανίζονται τρεις παράγοντες. Η εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, της οποίας η δραστηριότητα περιορίζεται, κατά βάση, στην πρόσληψη και στη συνέχεια στην παραχώρηση των εργαζοµένων. Ο προσωρινώς απασχολούµενος, ο οποίος συνάπτει σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας µε την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, µε σκοπό την παραχώρησή του σε άλλο εργοδότη, στον οποίο θα παρέχει αποκλειστικά τις υπηρεσίες του. Ο έµµεσος εργοδότης, ο οποίος έχει συνάψει σύµβαση µε την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης µε αντικείµενο την παραχώρηση από αυτήν έναντι αµοιβής µισθωτών της, ώστε ναπαρέχουν στη δική του επιχείρηση την εργασία τους. 52

53 Ο αριθµός των προσωρινώς απασχολουµένων στη χώρα µας δεν είναι εντυπωσιακός. Υπολογίζεται περίπου στο 1 % του εργατικού δυναµικού. εν υπάρχει όµως αµφιβολία ότι η προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση αυξάνει συνεχώς και µάλιστα µε έντονους ρυθµούς, οπότε δικαιολογείται και η σχετική νοµοθετική παρέµβαση και η επιστηµονική ενασχόληση για την αποκάλυψη των νοµικών πτυχών που περικλείει. Τα ζητήµατα που συνδέονται µε την προσωρινή απασχόληση κατά βάση προκύπτουν από µια ιδιαιτερότητα, η οποία αποτελεί και το θεµελιώδες χαρακτηριστικό της : τον εργοδοτικό δυϊσµό. Συγκεκριµένα πέραν από τον πρόσωπο µε το οποίο ο εργαζόµενος συνδέεται συµβατικά, δηλαδή τον άµεσο εργοδότη, υπάρχει και ένα άλλο πρόσωπο, µε το οποίο ναι µεν δεν έχει κανένα συµβατικό δεσµό, αλλά προς το οποίο παρέχεται αποκλειστικά η εργασία και στην πραγµατικότητα ασκεί το µεγαλύτερο µέρος των εργοδοτικών εξουσιών, δηλαδή ο έµµεσος εργοδότης. ΕΙ ΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 1. Προϋποθέσεις προσφυγής στην προσωρινή απασχόληση Υπό το σηµερινό νοµοθετικό πλαίσιο, ο εργοδότης είναι δυνατόν να εναλλάσσει απεριόριστα, στην ίδια θέση εργασίας, διαφορετικούς προσωρινώς απασχολούµενους επιτυγχάνοντας την επιθυµητή σε αυτόν, πλην όµως επικριτέα από πολλές άλλες πλευρές, ευελιξία. Ο προβλεπόµενος περιορισµός του αριθµού και της διάρκειας των παραχωρήσεων δεν αρκεί για να επιτύχει τον επιθυµητό στόχο. Για το λόγο αυτό είναι σκόπιµο να περιορίζεται η προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση µόνο όταν υφίστανται συγκεκριµένοι λόγοι που καθορίζονται από το νοµοθέτη (Γαλλία, Βέλγιο, Πορτογαλία, Ισπανία, Λουξεµβούργο) ή τουλάχιστον να τίθεται όριο στην τοποθέτηση προσωρινώς απασχολουµένων σε συγκεκριµένη θέση εργασίας. Πρόταση Α) Να συνδεθεί η προσφυγή στη προσωρινή απασχόληση αποκλειστικά µε συγκεκριµένους λόγους που συνδέονται µε τη δραστηριότητα της επιχείρησης (αναπλήρωση εργαζοµένου ο οποίος απουσιάζει ή του οποίου η σύµβαση έχει ανασταλεί, έκτακτη σώρευση εργασίας, εκτέλεση εποχιακών εργασιών). Β) Να απαγορευθεί, για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα, η τοποθέτηση προσωρινώς απασχολούµενου σε θέση εργασίας, στην οποία είχε τοποθετηθεί άλλος προσωρινώς απασχολούµενος για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των 18 µηνών. 53

54 Σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων αυτών προβλέπονται κυρώσεις, όπως και θεωρείται η σχέση αυτή, κατά πλάσµα, ως σχέση εργασίας µεταξύ του µισθωτού και του έµµεσου εργοδότη στον οποίο απασχολείται στην πραγµατικότητα ο µισθωτός αυτός. 2. Ισότητα µεταχείρισης Οι αποδοχές του προσωρινώς απασχολούµενου κατά τη διάρκεια της παραχώρησής του, σύµφωνα µε τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 2956/2001, «δεν µπορεί να είναι κατώτερες από τις προσδιοριζόµενες από τις κλαδικές ή οµοιοεπαγγελµατικές ή επιχειρησιακές συλλογικές συµβάσεις που ισχύουν για το προσωπικό του έµµεσου εργοδότη» Η ρύθµιση αυτή αφορά όµως µόνο στις νόµιµες αποδοχές και όχι τις υπόλοιπες εργοδοτικές παροχές. Θα πρέπει όµως να προβλεφθεί πλήρης αντιστοίχιση των αµοιβών των τακτικών και των προσωρινώς απασχολουµένων, ώστε να µην καταστεί η προσωρινή απασχόληση ακραίος µηχανισµός ελαστικοποίησης της εργασίας (αντίστοιχη πρόβλεψη στη Γαλλία, Βέλγιο). Ο έµµεσος εργοδότης δεν θα έχει, πέραν όλων των άλλων, ένα ειδικό συµφέρον να προσφύγει στην προσωρινή απασχόληση, δηλαδή να επιτύχει να καταβάλει αποδοχές, οι οποίες θα είναι χαµηλότερες από εκείνες που προβλέπονται για το υπόλοιπο προσωπικό του. Το ύψος λοιπόν των αποδοχών δε θα πρέπει να είναι εκείνο που θα καθορίζει την προσφυγή εκ µέρους του έµµεσου εργοδότη στην προσωρινή απασχόληση. Περαιτέρω η ισότητα µεταχείρισης για τους ίδιους λόγους δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις αποδοχές, αλλά θα πρέπει να περιλαµβάνει και τις κάθε είδους παροχές που χορηγούνται στους µισθωτούς της επιχείρησης Τέλος επισηµαίνεται ότι στη Γαλλία οι προσωρινώς απασχολούµενοι δικαιούνται κατά την αποχώρησή τους και επί πλέον αποζηµίωση, η οποία ανέρχεται στο 10 % των συνολικών αποδοχών τους κατά το διάστηµα της παραχώρησης στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη (άρθρο L Code du travail). Μια τέτοια ρύθµιση θέλει, προφανώς, να εξισορροπήσει το πρόσκαιρο της απασχόλησης του εργαζοµένου, η οποία, όµως, πρέπει να σηµειωθεί ότι στη χώρα αυτή είναι πάντοτε ορισµένου χρόνου. 54

55 Επίσης στην Ισπανία οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης οφείλουν να διαθέτουν ποσά ύψους τουλάχιστον 1,5 % των καταβληθεισών αποδοχών στην επαγγελµατική επιµόρφωση των προσωρινώς απασχολουµένων. Πρόταση: Οι αποδοχές του προσωρινώς απασχολουµένου δεν πρέπει να είναι κατώτερες από εκείνες που θα δικαιούταν, εάν προσλαµβανόταν υπό τις ίδιες συνθήκες ως µόνιµος µισθωτός του έµµεσου εργοδότη. Οι προσωρινώς απασχολούµενοι που εργάζονται µε σύµβαση ορισµένου χρόνου, δικαιούνται κατά την αποχώρησή τους και επί πλέον αποζηµίωση, η οποία ανέρχεται στο 10 % των συνολικών αποδοχών τους κατά το διάστηµα της παραχώρησης στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη. Οι προσωρινώς απασχολούµενοι έχουν την ίδια πρόσβαση στις διευκολύνσεις ή στις κοινωνικές υπηρεσίες της επιχείρησης του έµµεσου εργοδότη, ιδίως στις υπηρεσίες εστίασης, στις υποδοµές υποδοχής των παιδιών και στις µεταφορές, µε τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους εργαζόµενους που απασχολούνται άµεσα από την εν λόγω επιχείρηση, εκτός εάν αντικειµενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική µεταχείριση. 3. Πρόσβαση προσωρινώς απασχολουµένων σε µόνιµη θέση εργασίας Το σηµαντικό αυτό δικαίωµα είχε περιληφθεί στην σχετική κοινοτική πρόταση Οδηγίας, η οποία δεν έχει µέχρι σήµερα καταλήξει σε ψήφιση. Προβλέπεται άλλωστε ρητά στη χώρα µας και για µια άλλη κατηγορία µισθωτών, τους µερικώς απασχολουµένους, και αποσκοπεί να τους ενσωµατώσει στην επιχείρηση στην οποία εργάζονται, δηµιουργώντας ένα δικαίωµα προσδοκίας. Πρόταση: Οι απασχολούµενοι µε προσωρινή εργασία ενηµερώνονται για τις κενές θέσεις εργασίας στη επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη, µε σκοπό να τους εξασφαλισθούν οι ίδιες δυνατότητες µε τους άλλους εργαζοµένους να προσληφθούν σε µόνιµες θέσεις εργασίας. Οι πληροφορίες αυτές µπορεί να παρέχονται µέσω γενικής ανακοίνωσης σε κατάλληλο σηµείο της επιχείρησης για την οποία και υπό τον έλεγχο της οποίας εργάζονται οι προσωρινώς απασχολούµενοι. 55

56 4. Επαναπασχόληση του µισθωτού στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη Ο έλληνας νοµοθέτης λαµβάνει ιδιαίτερη πρόνοια για τον καθορισµό της διάρκειας της παραχώρησης του µισθωτού στον έµµεσο εργοδότη. Εν προκειµένω προβλέπονται συνδυαστικά δύο µέτρα. Αφ ενός προβλέπεται µέγιστη διάρκεια της απασχόλησης του προσωρινώς απασχολουµένου στον έµµεσο εργοδότη και αφ ετέρου προβλέπεται περιορισµός των ανανεώσεων των παραχωρήσεων. Έτσι προβλέπεται ρητά ότι η διάρκεια της απασχόλησης αυτής δεν επιτρέπεται να είναι µεγαλύτερη από οκτώ µήνες. Επίσης προβλέπεται η δυνατότητα ανανέωσης για µια µόνο φορά και µέχρι οκτώ µήνες. Ορίζεται έτσι στο δεύτερο εδάφιο της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 22 ν. 2956/2001 ότι «επιτρέπεται η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έµµεσο εργοδότη µε την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δε θα υπερβαίνει τους οκτώ µήνες». Στο νόµο δεν προσδιορίζεται όµως ποιο χρονικό διάστηµα πρέπει να µεσολαβήσει µεταξύ των δύο παραχωρήσεων ή µεταξύ δύο ανανεώσεων, έτσι ώστε οι συµβάσεις να µην θεωρηθούν διαδοχικές. Σκόπιµη είναι η αντιστοίχιση µε τις διατάξεις των π. δ. 81/2003 για τη σύµβαση ορισµένου χρόνου (45 ηµερών). Πρόταση εν επιτρέπεται να απασχοληθεί ο µισθωτός στον ίδιο έµµεσο εργοδότη µε σχέση προσωρινής απασχόλησης, πριν παρέλθει χρονικό διάστηµα σαράντα πέντε ηµερών από τη λήξη της προηγούµενης απασχόλησής του σε αυτήν. Σε αντίθετη περίπτωση µπορεί να θεωρηθεί, µετά από αίτηση του µισθωτού, ότι απασχολείται µε σύµβαση τακτικής απασχόλησης στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη. 5. Εκπροσώπηση των απασχολουµένων µε προσωρινή απασχόληση H δυνατότητα άσκησης σηµαντικών δικαιωµάτων των εργαζοµένων αποτελεί συνάρτηση του αριθµού των εργαζοµένων της επιχείρησης ή εκµετάλλευσης. Με την προσφυγή όµως στην προσωρινή απασχόληση είναι δυνατόν να µειώνεται πλασµατικά ο αριθµός των εργαζοµένων της επιχείρησης. Σε οριακές µάλιστα περιπτώσεις, είναι πιθανόν να µην λειτουργούν θεσµοί ή να µην ασκούνται δικαιώµατα, ακριβώς ως συνέπεια αυτής της προσφυγής. Ο ν. 2956/2001 δε λαµβάνει όµως θέση στο ζήτηµα της συναρίθµησης των προσωρινώς απασχολούµενων µε τους υπόλοιπους εργαζόµενους της επιχείρησης. Συνεπώς το ζήτηµα αυτό παραπέµπεται στην ερµηνεία των σχετικών διατάξεων, λύση αρκετά επισφαλής. 56

57 Η ιδιαιτερότητα της προσωρινής απασχόλησης εντοπίζεται πάντως στο ότι οι προσωρινώς απασχολούµενοι ενδιαφέρονται τόσο για τις υποθέσεις του άµεσου όσο και του έµµεσου εργοδότη τους, οπότε είναι σκόπιµο να συµµετέχουν και στα αντίστοιχα αντιπροσωπευτικά όργανα, πράγµα που προβλέπεται και στη σχετική πρόταση ευρωπαϊκής Οδηγίας. Πρόταση Οι απασχολούµενοι µε προσωρινή απασχόληση προσµετρώνται, στο πλαίσιο της εταιρείας προσωρινής απασχόλησης, κατά τον υπολογισµό του ορίου, άνω του οποίου πρέπει να συνιστώνται τα αντιπροσωπευτικά όργανα των εργαζοµένων. Οι εν λόγω εργαζόµενοι προσµετρώνται, στο πλαίσιο της επιχείρησης του έµµεσου εργοδότη, κατά τον υπολογισµό του ορίου, άνω του οποίου µπορούν να συνιστώνται τα αντιπροσωπευτικά όργανα των εργαζοµένων, όπως ισχύει για τους εργαζόµενους που απασχολούνται µε τακτική σχέση στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη 6. Πληροφόρηση των εκπροσώπων των εργαζοµένων Στο πλαίσιο της διαφάνειας των επιχειρηµατικών επιλογών, συγκεκριµένα ως προς τις µεθόδους απασχόλησης εργατικού δυναµικού, σκόπιµη είναι η ειδική πληροφόρηση των εκπροσώπων των εργαζοµένων για την προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση. Πρόταση Ο έµµεσος εργοδότης υποχρεούται να παρέχει κατάλληλες πληροφορίες προς τους εκπροσώπους των εργαζοµένων για την εκ µέρους του προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση. 7. Συνδικαλιστικές διευκολύνσεις Οι προσωρινώς απασχολούµενοι που έχουν την ιδιότητα του συνδικαλιστικού στελέχους, απολαύουν της προβλεπόµενης από το ν. 1264/1982 προστασίας κατά της καταγγελίας ή µεταθέσεως. Ζήτηµα θα προκύψει κυρίως ως προς την ανανέωση των συµβάσεων εργασίας των εργαζοµένων αυτών, αφού οι περισσότεροι προσωρινώς απασχολούµενοι συνδέονται µε σύµβαση εργασίας ορισµένου χρόνου. Στην περίπτωση των εν λόγω εργαζόµενων δεν εφαρµόζεται η διαδικασία των παραγρ. 4 επ. του άρθρου 14 ν. 1264/1982, αφού η λύση της σχέσης εργασίας τους δεν εκδηλώνεται µε καταγγελία, αλλά µε την πάροδο του προβλεπόµενου στη σύµβαση χρονικού διαστήµατος. Συνεπώς τίθεται ζήτηµα αποτελεσµατικής προστασίας τους. 57

58 Στη Γαλλία οι προσωρινώς απασχολούµενοι που είναι και εκπρόσωποι του προσωπικού προστατεύονται ως προς τη λύση της, ορισµένου χρόνου, σχέσης εργασίας τους. εν είναι απαραίτητη η καταγγελία της συµβάσεως εργασίας για να θεωρηθεί η συµπεριφορά του εργοδότη παράνοµη, αλλά αρκεί και η µη ανανέωση της συµβάσεως, ανανέωση η οποία φυσιολογικά θα έπρεπε να αναµένεται. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις µπορούν να προχωρήσουν στη διανοµή των προβλεπόµενων από το ν. 1264/1982 συνδικαλιστικών ανακοινώσεων, τόσο στους χώρους της εταιρείας προσωρινής απασχόλησης, όταν οι εργαζόµενοι για οποιοδήποτε λόγο µεταβαίνουν εκεί (π.χ. πληρωµή), όσο και στους χώρους απασχόλησης στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη. Όµως εύκολα αντιλαµβάνεται κανείς ότι µια τέτοια δραστηριότητα γίνεται εξαιρετικά δυσχερής, λόγω του κατακερµατισµού των τόπων εργασίας των µισθωτών. Για το λόγο ακριβώς αυτό, δηλαδή τη διευκόλυνση της επικοινωνίας, προβλέπεται σε ορισµένες αλλοδαπές έννοµες τάξεις (Γαλλία) η υποχρέωση του άµεσου εργοδότη να αποκαθιστά τη δαπάνη αποστολής ανακοινώσεων στους εργαζοµένους σε συγκεκριµένα χρονικά διαστήµατα εκ µέρους της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Γενικότερα είναι σκόπιµο να προσαρµόζονται οι προβλεπόµενες από το νόµο συνδικαλιστικές διευκολύνσεις στις ιδιαιτερότητες της προσωρινής απασχόλησης (διαφορά της εγκατάστασης του εργοδότη και του τόπου εργασίας) ώστε να διατηρήσουν την αποτελεσµατικότητά τους. Πρόταση Οι προσωρινώς απασχολούµενοι, που τυγχάνουν συνδικαλιστικής προστασίας µε κανονικές συνθήκες, προστατεύονται ως προς τη λύση της, ορισµένου χρόνου, σύµβασης εργασίας τους. Η εταιρεία προσωρινής απασχόλησης οφείλει να αιτιολογήσει τη µη ανανέωση της συµβάσεως εργασίας των παραπάνω µισθωτών. Ο άµεσος εργοδότης οφείλει, τουλάχιστον µία φορά το µήνα, να παραδίνει ή να αποστέλλει στους προσωρινώς απασχολούµενους, µε δικά του έξοδα, τις συνδικαλιστικές ανακοινώσεις. 58

59 Επίσης κατά τη σύναψη της πρώτης σύµβασης εργασίας, και στη συνέχεια µια φορά το χρόνο, παραδίδεται στους προσωρινώς απασχολούµενους έγγραφο πληροφόρησης, στο οποίο προσδιορίζονται οι ιδιαιτερότητες άσκησης του συνδικαλιστικού δικαιώµατος (όνοµα συνδικαλιστικών εκπροσώπων, ώρες λειτουργίας του γραφείου της συνδικαλιστικής οργάνωσης, συνδικαλιστικές συνελεύσεις). ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ Μετά την ανάλυση των παραπάνω προτάσεων όσον αφορά την προσωρινή απασχόληση και πότε πρέπει να προσφεύγουµε σε αυτή εξάγουµε τα εξής συµπεράσµατα : 1. Προϋποθέσεις προσφυγής στην προσωρινή απασχόληση Α) Να συνδεθεί η προσφυγή στη προσωρινή απασχόληση αποκλειστικά µε συγκεκριµένους λόγους που συνδέονται µε τη δραστηριότητα της επιχείρησης (αναπλήρωση εργαζοµένου ο οποίος απουσιάζει ή του οποίου η σύµβαση έχει ανασταλεί, έκτακτη σώρευση εργασίας, εκτέλεση εποχιακών εργασιών), άλλως Β) Να απαγορευθεί, για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα, η τοποθέτηση προσωρινώς απασχολούµενου σε θέση εργασίας, στην οποία είχε τοποθετηθεί άλλος προσωρινώς απασχολούµενος για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των 18 µηνών. Σε περίπτωση παραβίασης των κανόνων αυτών προβλέπονται κυρώσεις, όπως και θεωρείται η σχέση αυτή, κατά πλάσµα, ως σχέση εργασίας µεταξύ του µισθωτού και του έµµεσου εργοδότη στον οποίο απασχολείται στην πραγµατικότητα ο µισθωτός αυτός. 2. Ισότητα µεταχείρισης Οι αποδοχές του προσωρινώς απασχολουµένου δεν πρέπει να είναι κατώτερες από εκείνες που θα δικαιούταν, εάν προσλαµβανόταν υπό τις ίδιες συνθήκες ως µόνιµος µισθωτός του έµµεσου εργοδότη. Οι προσωρινώς απασχολούµενοι που εργάζονται µε σύµβαση ορισµένου χρόνου, δικαιούνται κατά την αποχώρησή τους και επί πλέον αποζηµίωση, η οποία ανέρχεται στο 10 % των συνολικών αποδοχών τους κατά το διάστηµα της παραχώρησης στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη. 59

60 Οι προσωρινώς απασχολούµενοι έχουν την ίδια πρόσβαση στις διευκολύνσεις ή στις κοινωνικές υπηρεσίες της επιχείρησης του έµµεσου εργοδότη, ιδίως στις υπηρεσίες εστίασης, στις υποδοµές υποδοχής των παιδιών και στις µεταφορές, µε τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους εργαζόµενους που απασχολούνται άµεσα από την εν λόγω επιχείρηση, εκτός εάν αντικειµενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική µεταχείριση. 3. Πρόσβαση προσωρινώς απασχολουµένων σε µόνιµη θέση εργασίας Οι απασχολούµενοι µε προσωρινή εργασία ενηµερώνονται για τις κενές θέσεις εργασίας στη επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη, µε σκοπό να τους εξασφαλισθούν οι ίδιες δυνατότητες µε τους άλλους εργαζοµένους να προσληφθούν σε µόνιµες θέσεις εργασίας. Οι πληροφορίες αυτές µπορεί να παρέχονται µέσω γενικής ανακοίνωσης σε κατάλληλο σηµείο της επιχείρησης για την οποία και υπό τον έλεγχο της οποίας εργάζονται οι προσωρινώς απασχολούµενοι. 4. Επαναπασχόληση του µισθωτού στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη εν επιτρέπεται να απασχοληθεί ο µισθωτός στον ίδιο έµµεσο εργοδότη µε σχέση προσωρινής απασχόλησης, πριν παρέλθει χρονικό διάστηµα σαράντα πέντε ηµερών από τη λήξη της προηγούµενης απασχόλησής του σε αυτήν. Σε αντίθετη περίπτωση µπορεί να θεωρηθεί, µετά από αίτηση του µισθωτού, ότι απασχολείται µε σύµβαση τακτικής απασχόλησης στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη. 5. Εκπροσώπηση των απασχολουµένων µε προσωρινή απασχόληση Οι απασχολούµενοι µε προσωρινή απασχόληση προσµετρώνται, στο πλαίσιο της εταιρείας προσωρινής απασχόλησης, κατά τον υπολογισµό του ορίου, άνω του οποίου πρέπει να συνιστώνται τα αντιπροσωπευτικά όργανα των εργαζοµένων. Οι εν λόγω εργαζόµενοι προσµετρώνται, στο πλαίσιο της επιχείρησης του έµµεσου εργοδότη, κατά τον υπολογισµό του ορίου, άνω του οποίου µπορούν να συνιστώνται τα αντιπροσωπευτικά όργανα των εργαζοµένων, όπως ισχύει για τους εργαζόµενους που απασχολούνται µε τακτική σχέση στην επιχείρηση του έµµεσου εργοδότη. 6. Πληροφόρηση των εκπροσώπων των εργαζοµένων Ο έµµεσος εργοδότης υποχρεούται να παρέχει κατάλληλες πληροφορίες προς τους εκπροσώπους των εργαζοµένων για την εκ µέρους του προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση. 60

61 7. Συνδικαλιστικές διευκολύνσεις Οι προσωρινώς απασχολούµενοι, που τυγχάνουν συνδικαλιστικής προστασίας µε κανονικές συνθήκες, προστατεύονται ως προς τη λύση της, ορισµένου χρόνου, σύµβασης εργασίας τους. Η εταιρεία προσωρινής απασχόλησης οφείλει να αιτιολογήσει τη µη ανανέωση της συµβάσεως εργασίας των παραπάνω µισθωτών. Ο άµεσος εργοδότης οφείλει, τουλάχιστον µία φορά το µήνα, να παραδίνει ή να αποστέλλει στους προσωρινώς απασχολούµενους, µε δικά του έξοδα, τις συνδικαλιστικές ανακοινώσεις. Επίσης κατά τη σύναψη της πρώτης σύµβασης εργασίας, και στη συνέχεια µια φορά το χρόνο, παραδίδεται στους προσωρινώς απασχολούµενους έγγραφο πληροφόρησης, στο οποίο προσδιορίζονται οι ιδιαιτερότητες άσκησης του συνδικαλιστικού δικαιώµατος (όνοµα συνδικαλιστικών εκπροσώπων, ώρες λειτουργίας του γραφείου της συνδικαλιστικής οργάνωσης, συνδικαλιστικές συνελεύσεις). III.Νοµοθετικό πλαίσιο α. Ερµηνεία άρθρου 86 Ν.3386/2005 Στόχος του άρθρου είναι να διαµορφώσει το πλαίσιο των υποχρεώσεων και των συναφών κυρώσεων αφενός των εργοδοτών που απασχολούν υπηκόους τρίτων χωρών στις επιχειρήσεις τους και αφετέρου των υπηκόων τρίτων χωρών που παρέχουν εξαρτηµένη εργασία ή υπηρεσίες ή έργο ή ασκούν ανεξάρτητη οικονοµική δραστηριότητα χωρίς να διαθέτουν την νόµιµη για τον σκοπό αυτό, άδεια διαµονής. Υποχρεώσεις εργοδοτών Απαγορεύεται καταρχήν ρητά η πρόσληψη και απασχόληση υπηκόοων τρίτων χωρών ή και οµογενών όπως Βορειοηπειρωτών, Ελλήνων Ποντίων της Πρώην Σοβιετικής Ένωση ς που δεν διαθέτουν ισχύουσα άδεια διαµονής ή βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για την χορήγηση ή την ανανέωση αυτής. 61

62 Στις περιπτώσεις που η σύµβαση εργασίας αποτελεί προϋπόθεση για την χορήγηση της άδειας διαµονής και απορριφθεί το αίτηµα για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαµονής ή ανακληθεί η άδεια διαµονής για κάποιον από τους λοιπούς λόγους του Ν.3386/2005,όπως στις περιπτώσεις που δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις για την χορήγηση ή ανανέωση της συγκεκριµένης άδειας διαµονής ή προκύπτουν λόγοι δηµόσιας τάξης και ασφάλειας ή λόγοι δηµόσιας υγείας που προέκυψαν µετά την είσοδο του υπηκόου τρίτης χώρας στην Ελλάδα κλπ.,η εν λόγω σύµβαση εργασίας παύει να ισχύει. Περαιτέρω, οι εργοδότες οφείλουν να ενηµερώνουν άµεσα την αρµόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας όταν: α. Προσλαµβάνουν υπήκοο τρίτης χώρας στην επιχείρησή τους. β. Μεταβάλλουν το καθεστώς εργασίας ενός εργαζόµενου σε αυτούς τους υπηκόους τρίτης χώρας(π.χ. παράταση της σύµβασης εργασίας, καταγγελία της σύµβασης εργασίας, οικειοθελής αποχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας, µετατροπή της σύµβασης εργασίας από ορισµένου σε αορίστου ή αντίστροφα κλπ.). Ειδικά, για την απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα που συµβάλλονται µε το Υπουργείο Εθνικής Άµυνας, όπως ισχύει, απαιτείται και σχετική έγκριση της στρατιωτικής αρχής. Κυρώσεις κατά εργοδοτών Παράνοµη απασχόληση αλλοδαπού Εργοδότης, ο οποίος απασχολεί υπήκοο τρίτης χώρας που στερείται άδειας διαµονής ή της βεβαίωσης, σύµφωνα µε την παρ.1 του παρόντος άρθρου, τιµωρείται µε φυλάκιση τριών µηνών. Σε περίπτωση υποτροπής επιβάλλεται φυλάκιση έξι µηνών. Αν ο εργοδότης είναι νοµικό πρόσωπο, οι ως άνω ποινές επιβάλλονται στον νόµιµο εκπρόσωπο του. Επίσης επιβάλλεται µε απόφαση του Γενικού Γραµµατέα της Περιφέρειας, πέραν των λοιπών κυρώσεων της ισχύουσας νοµοθεσίας(:κοινωνική ασφάλιση, µισθοδοσία και επιδόµατα κλπ).και χρηµατικό πρόστιµο από για κάθε υπήκοο τρίτης χώρας που απασχολούν κατά παράβαση των ανωτέρω. 62

63 Ειδικότερα µε την υπ αρίθµ.οικ.10486/ ΚΥΑ << Καθορισµός του αρµόδιου οργάνου και της διαδικασίας βεβαίωσης των προστίµων του ν.3386/2005>>.τα ως άνω πρόστιµα, επιβάλλονται µε απόφαση του Γενικού Γραµµατέα Περιφερείας,στα διοικητικά όρια της οποίας έλαβε χώρα η παράβαση, εντός µηνός από την περιέλευση των απαραίτητων δεδοµένων για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης στην οικεία υπηρεσία. Οι αποφάσεις αυτές,αποτελούν και τη βεβαίωση του οικείου προστίµου, συνιστούν δε νόµιµο τίτλο κατ άρθρο 2 Ν..356/1974(ΦΕΚ Α 90) όπως ισχύει..στις βεβαιώσεις αυτές αναγράφονται απαραίτητα το ονοµατεπώνυµο, το πατρώνυµο, η διεύθυνση κατοικίας του υπόχρεου, το ποσό και η αιτία καταβολής,καθώς και ο Κ.Α. Εσόδου του Προϋπολογισµού,στον οποίο εµφανίζεται το αντίστοιχο ποσό(κ.α.3739 <<Λοιπά πρόστιµα και χρηµατικές ποινές επιβαλλόµενες από ικαστήρια και δηµόσιες γενικά αρχές>>. Τα πρόστιµα καταβάλλονται εφάπαξ σε οποιαδήποτε ΟΫ εντός µηνός από τη επίδοση της βεβαίωσης τους στον υπόχρεο και η καταβολή αποδεικνύεται µε την προσκόµιση στην αρµόδια υπηρεσία σχετικού διπλοτύπου είσπραξης.κατά τα λοιπά εφαρµόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης ηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε..Ε.). Περαιτέρω ο Γενικός Γραµµατέας της Περιφέρειας, συνεκτιµώντας τις εν γένει περιστάσεις(:εάν ο εργοδότης εσκεµµένα ή κατά σύστηµα απασχολεί υπηκόους τρίτης χώρας κατά παράβαση των ανωτέρω κλπ.),είναι δυνατόν να διατάξει το κλείσιµο του καταστήµατος ή της επιχείρησης για χρονικό διάστηµα έως έξι(6) µήνες, ενώ σε περίπτωση υποτροπής στην ίδια παράβαση, το διάστηµα αυτό µπορεί να φτάσει τους δώδεκα (12) µήνες. Ειδικά για τα κέντρα διασκέδασης το κλείσιµο της επιχείρησης µπορεί να διαταχθεί, κατά τα ανωτέρω, για διάστηµα από δύο (2) έως δώδεκα (12) µήνες κα σε περίπτωση υποτροπής έως είκοσι τέσσερις (24) µήνες. Σε περίπτωση που επιβληθεί, σε ιδιοκτήτες ή νόµιµους εκπροσώπους όλων των ανωτέρω καταστηµάτων ή επιχειρήσεων, τρίτη καταδικαστική απόφαση για την ανωτέρω παράβαση, µε απόφασή του, ο Γενικός Γραµµατέας της Περιφέρειας, διατάσσει την διακοπή της λειτουργίας του καταστήµατος ή της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται η χορήγηση νέας άδειας λειτουργίας καταστήµατος ή επιχείρησης στο ίδιο πρόσωπο, πριν την παρέλευση χρονικού διαστήµατος πέντε (5) ετών. 63

64 β. Νοµολογία Παράνοµη απασχόληση αλλοδαπού Με βάση τις ανωτέρω κυρώσεις που επιβάλει το νοµοθετικό πλαίσιο (άρθρο 86/2005) αλλά και σε συνδυασµούς µε παλαιότερους µεταναστευτικούς νόµους (Ν.1975/1991) και Ν.2910/2001 παρατίθενται τα παρακάτω νοµολογιακά τεκµηριωµένα περιστατικά. I.Αιτιολογηµένη καταδίκη για παράβαση άρθρου 33 παρ.7 Ν.1975/1991,διότι απασχολούσε αλλοδαπούς ως εργάτες στις καλλιέργειες των κτηµάτων του χωρίς να είναι εφοδιασµένοι µε άδεια εργασίας, πράγµα που γνώριζε (: ΑΠ 823/1997,Υπερ 1998/792,ΑΠ 227/2003,ΠΛογ 2003/234). II.Απαλλαγή λόγω αµφιβολιών για απασχόληση αλλοδαπού χωρίς άδεια της αρχής, γιατί δεν αποδεικνύεται αν οι αλλοδαπές είχαν µπει στο µπαρ του κατηγορουµένου εν αγνοία του για να ζητήσουν εργασία ή αν εργάζονταν εκεί κατόπιν προσκλήσεώς του(: Τριµ.Εφ.Πατρών 232/1998, Ποιν ικ 1998/881). III.Οι εργαζόµενες ως σερβιτόρες αλλοδαπές πρέπει να είναι εφοδιασµένες και µε άδεια εργασίας σερβιτόρου (: παρότι είναι εφοδιασµένες µε άδειες παραµονής και βιβλιάρια υγείας) διαφορετικά, διαπράττουν την πταισµατική παράβαση του άρθρου 4 Π 180/1979(: ΓνωµΕισΠρωτ Θεσ 4/1999,Ποιν ικ 2000/1094). IV.Ορθή καταδίκη για εργασία αλλοδαπού χωρίς άδεια (: άρθρο 33 παρ.7 Ν.1975/1991), διότι κατελήφθει να εργάζεται σε κέντρο διασκεδάσεως ως χορεύτρια-συνοδός θαµώνων, στερούµενη άδειας εργασίας (: ΑΠ 227/2003, ΠοινΧρ 2003/987, ΑΠ 511/2003, ΠΛογ 2003/560) ή σερβιτόρες- αλλοδαπές χωρίς τη σχετική άδεια εργασίας από την Επιθεώρηση Εργασίας(: ΑΠ 458/2005, ΠΛογ. 2005/430). V. εν δηµιουργείται ασάφεια στην απόφαση, διότι στο µεν σκεπτικό αναφέρεται ότι η πρώτη σερβιτόρα εστερείτο «άδειας παραµονής και εργασίας»,ενώ στο σκεπτικό αναγράφεται ότι εστερείτο µόνο «άδειας εργασίας»,αφού πρόκειται για παροχή εξαρτηµένης εργασίας αλλοδαπού χωρίς άδεια εργασίας ( :ΑΠ 1999/2003, ΠρΛογΠ 2003/2175). 64

65 VI.Ο ισχυρισµός του κατηγορούµενου «ότι η αλλοδαπή δεν εργαζόταν στο µαγαζί του, αλλά ήταν φιλοξενούµενη του» είναι αυτοτελής και χρήζει αιτιολογίας( : ΑΠ 252/2000,ΠοινΧρ 2000/785). VII.Αναιρείται η απόφαση για παράνοµη απασχόληση αλλοδαπού, διότι απέρριψε αβάσιµα τον ισχυρισµό του κατηγορουµένου, «ότι η αλλοδαπή δεν εργαζόταν στο µαγαζί του, αλλά ήταν φιλοξενούµενή του» και ούτε έλαβε υπόψη σχετική ένορκη βεβαίωση( : ΑΠ 252/2000, Ποιν Χρ 2000/785). VIII. Η απασχόληση αλλοδαπών, έστω και οµογενών (: Βορειοηπειρωτών, Ελλήνων Ποντίων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ), χωρίς άδεια, συνιστά κολάσιµη πράξη( άρθρο 33 παρ.7 Ν. 1975/1991), αποκλειόµενης της ύπαρξης αντίθετου εθίµου (: ιατεισεφπειρ 23/2001 ΠΛογ 2001/1152 =ΑρχΝ 2001/585,ΑΠ 227/2003,ΠΛογ 2003/234, ΑΠ 511/2003, ΠΛογ 2003/560). X. Αναιρείται η απόφαση για παράβαση άρθρου 33 παρ.1 Ν.1975/1991, διότι γίνεται αντιφατικά δεκτό αφενός ότι µετέφερε µε το αυτοκίνητο του αλλοδαπούς εγκατεστηµένους στο Κιλκίς, για να τους απασχολήσεις στην κτηνοτροφική του µονάδα, πράξη που στοιχειοθετεί απόπειρα του εγκλήµατος του άρθρου 33 παρ.7 του Ν. 1975/1991, και αφετέρου ότι ο ίδιος διευκόλυνε τη µεταφορά και την προώθηση τους στην Ελλάδα βάσει της παρ.1 του ως άνω άρθρου, πράξη για την οποία καταδικάστηκε ( : ΑΠ 1582/1997,ΠοινΧρ 1997/498 = Υπερ 1998/339). XII.Καταδίκη της αναιρεσείουσας για παράνοµη είσοδο στη χώρα και παροχή εξαρτηµένης εργασίας χωρίς άδεια και βιβλιάριο υγείας µε το ελαφρυντικό της τέλεσης των εγκληµάτων από µη ταπεινά αίτια. [ ] δεν υπάρχει αντίφαση µεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόµενης απόφασης εκ τούτου ότι ο συγκατηγορούµενος της αναιρεσείουσας κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόµενης σ αυτόν πράξης της απασχόλησης αλλοδαπών που δεν κατείχαν άδεια εργασίας, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση, η απαλλαγή του κατηγορουµένου αυτού εχώρησε διότι το δικαστήριο δεν πείστηκε ότι αυτός ήταν υπεύθυνος της λειτουργίας του προαναφερόµενου καταστήµατος (: ΑΠ 511/2003, ΠΛογ 2003/560). 65

66 XIII.Φυλάκιση 3 χρόνων για παράνοµη απασχόληση αλλοδαπών Με φυλάκιση- αντιµετωπίζονται τα αδικήµατα της παράνοµης εισόδου και παραµονής στο έδαφος της ηµοκρατίας, της αποδοχής εργασίας από αλλοδαπό χωρίς άδεια, καθώς και της παράνοµης εργοδότησης αλλοδαπών. Τα παραπάνω επισήµανε σε πρόσφατη απόφαση της η ικαστής του Επαρχιακού ικαστηρίου Λευκωσίας Ολγα Λοΐζου, η οποία επικαλούµενη τη σχετική νοµοθεσία τόνισε πως για την παράνοµη παραµονή στη ηµοκρατία και την αποδοχή εργασίας χωρίς άδεια προβλέπονται ποινές φυλάκισης µέχρι 12 µηνών ή προστίµου µέχρι?1.708 ή είναι δυνατό να επιβληθούν και οι δύο ποινές µαζί. Για την παράνοµη εργασιακή σύµβαση αλλοδαπού προβλέπεται τριετής φυλάκιση ή πρόστιµο µέχρι ή και οι δύο ποινές. Στην απόφαση της η ικαστής Λοΐζου σηµείωσε πως έχει επισηµανθεί στη σχετική νοµολογία ότι τόσο η παράνοµη είσοδος στο έδαφος της ηµοκρατίας όσο και η παράνοµη παραµονή προσώπων που αρχικά εισήλθαν νόµιµα, έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δηµιουργούνται σοβαρά προβλήµατα κοινωνικής και οικονοµικής φύσης, αλλά και προβλήµατα αστυνόµευσης. Η ικαστής υπέδειξε παράλληλα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυµεί να ζήσει εδώ οφείλει να συµµορφώνεται µε τους Νόµους και τους Κανονισµούς της χώρας αυτής. Όσον αφορά το αδίκηµα της παράνοµης εργοδότησης η κ. Λοΐζου υπογράµµισε τα εξής: «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση µε ανάλογα αδικήµατα των αλλοδαπών εργοδοτουµένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιµασίας της δικής του συµµετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δηµιουργεί η µεγάλη συχνότητα µε την οποία εµφανίζονται αυτά τα κρούσµατα. ικαίως, θα λέγαµε, αν συνυπολογίσουµε πως δεν έχουµε να κάµουµε στην περίπτωση αυτή µε τον κατά τεκµήριο οικονοµικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγµα, η µαζική -όπως διαπιστώνεται- παράνοµη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν µπορεί παρά να συνδεθεί µε την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβωµένες, κρυφής απασχόλησης» 46. Πηγή :Εφηµερίδα Kύπρου Φιλελεύθερος (01/10/08). 46 Τριγωνικές εργασιακές σχέσεις-προσωρινή-μερική απασχόληση 66

67 ΙV.Οι ελεγκτικοί µηχανισµοί α.η λειτουργία των ελεγκτικών µηχανισµών Οι ελεγκτικοί µηχανισµοί που εµπλέκονται στην αδήλωτη απασχόληση και στην καταπολέµηση αυτής είναι :το ΙΚΑ(Ίδρυµα Κοινωνικών Ασφαλίσεων),ο ΟΑΕ (Οργανισµός απασχόλησης εργατικού δυναµικού) και η Επιθεώρηση Εργασίας (ΣΕΠΕ),η οποία πλέον µετονοµάζεται σε Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας για να γίνει διάκριση από την υπόλοιπη Επιθεώρηση Εργασίας,η οποία ασχολείται µε την τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών ασφαλείας και υγιεινής στις επιχειρήσεις από τους εργοδότες. ΟΑΕ : Αποστολή Στόχοι Ο Οργανισµός είναι το κύριο όργανο εφαρµογής της Κυβερνητικής Πολιτικής για την απασχόληση, ώστε να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ταχείας προσαρµογής της προσφοράς εργασίας προς τις απαιτήσεις της ζήτησης, σε αρµονία µε το εκάστοτε Πρόγραµµα Οικονοµικής Ανάπτυξης της Χώρας και τις συναφείς κατευθύνσεις και οδηγίες του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ειδικότερα, ο Οργανισµός µεριµνά για τον Επαγγελµατικό Προσανατολισµό του εργατικού δυναµικού. την Τεχνική Επαγγελµατική Εκπαίδευση και Κατάρτιση του εργατικού δυναµικού. την διευκόλυνση της επαφής µεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας. διάφορες παροχές, όπως τη µε προϋποθέσεις επιδότηση ανέργων, τη συµπλήρωση των επιδοµάτων κύησης και µητρότητας που παρέχει το ΙΚΑ κλπ. Λειτουργίες Για την εκπλήρωση της αποστολής του, ο Οργανισµός υλοποιεί ένα µεγάλο αριθµό δραστηριοτήτων, όπως σύζευξη Προσφοράς και Ζήτησης Εργασίας Προγράµµατα Απασχόλησης (Επιχορήγηση επιχειρήσεων για δηµιουργία Νέων Θέσεων Εργασίας, Επιχορήγηση Νέων Ελευθέρων Επαγγελµατιών 67

68 Επιδόµατα Ασφάλισης (Ανεργίας, Οικογενειακό, Οικοδοµικό κλπ) Προγράµµατα Απασχόλησης Ειδικών Κοινωνικών Οµάδων Προγράµµατα Εκπαίδευσης Προσωπικού Ιδιωτικών Επιχειρήσεων Επαγγελµατικό Προσανατολισµό. Πέρα από αυτούς τους βασικούς στόχους που θέτει ο οργανισµός έχει και κάποιες πιο εξειδικευµένες λειτουργίες όπως: απευθείας αναγγελία της πρόσληψης του εργαζοµένου στον ΟΑΕ µε την είσοδο του στην εργασία(υποχρεούται ο εργοδότης να αναγγείλει τον εργαζόµενο εντός 8 ηµερολογιακών ηµερών),ειδικότερα για τους αλλοδαπούς-υπηκόους τρίτων χωρών απαιτείται φωτοτυπία της άδειας εργασίας ή της βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για την άδεια εργασίας-µη κατάθεση αυτής συνεπάγεται µη αναγγελία της πρόσληψης από τον ΟΑΕ καθόσον δεν δέχεται κάρτα πρόσληψης χωρίς τα εν λόγω δικαιολογητικά(άδεια διαµονής-εργασίας και διαβατήριο). Αυτό σηµαίνει ότι ο εργοδότης που θα απασχολήσει αλλοδαπό-υπήκοο τρίτης χώρας στον οποίο δεν έχει γίνει αναγγγελία πρόσληψης και εποµένως απασχολείται παράνοµα είναι και ο ίδιος παράνοµος. Να σηµειωθεί όµως ότι στην αρµοδιότητα του ΟΑΕ δεν είναι η επιβολή κυρώσεων σε επιχειρήσεις που απασχολούν παράνοµα αλλοδαπούς, απλά δεν αναγγέλλει την πρόσληψη. ΣΕΠΕ(Σώµα Επιθεώρησης Εργασίας)- Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. (Σώµα Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας) Την ευθύνη για την επιβολή κυρώσεων της έχει το Σώµα Επιθεώρησης Εργασίας το οποίο αποτελεί το κατεξοχήν σώµα ελέγχου και περιορισµού φαινοµένων ανασφάλιστης εργασίας Το Σ.ΕΠ.Ε. έχει ως έργο: Την επίβλεψη και τον έλεγχο εφαρµογής των διατάξεων της εργατικής νοµοθεσίας. Την έρευνα, ανακάλυψη και δίωξη των περιπτώσεων παράβασης της εργατικής νοµοθεσίας και παράνοµης απασχόλησης, καθώς και την έρευνα για την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζοµένων. 68

69 Την παροχή πληροφοριών και υποδείξεων για την αποτελεσµατική εφαρµογή των διατάξεων της εργατικής νοµοθεσίας. Αρµοδιότητες του Σ.ΕΠ.Ε. είναι: Να ελέγχει όλες τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού και του δηµόσιου τοµέα. Να προβαίνει σε ελέγχους, µετρήσεις, δειγµατοληψίες και έρευνες για να διαπιστώσει αν τηρούνται οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας. Να ερευνά τα αίτια των θανατηφόρων και σοβαρών εργατικών ατυχηµάτων και των επαγγελµατικών ασθενειών. Να εξετάζει τις υποβαλλόµενες καταγγελίες και αιτήµατα εργαζοµένων. Σηµειώνεται ότι οι καταγγελίες υποβάλλονται γραπτά ή προφορικά, επώνυµα ή ανώνυµα. Να επιβάλλει στους παραβάτες διοικητικές κυρώσεις ή να προσφεύγει στη δικαιοσύνη για επιβολή ποινικών κυρώσεων(βλέπε εργοδότες που απασχολούν παράνοµα αλλοδαπούς-υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι στερούνται άδειας εργασίας). Να παρεµβαίνει συµφιλιωτικά για την επίλυση των ατοµικών ή συλλογικών διαφορών εργασίας. Οι Επιθεωρητές Εργασίας του Σ.ΕΠ.Ε. µπορούν να εισέρχονται ελεύθερα καθ\' όλο το εικοσιτετράωρο σε όλους τους χώρους εργασίας. Η λειτουργία του Σ.ΕΠ.Ε. ελέγχεται εσωτερικά από τη Μονάδα Ειδικών Επιθεωρητών Εργασίας και επίσης υπόκειται σε κοινωνικό έλεγχο µέσω του Συµβουλίου Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.) και των Περιφερειακών Επιτροπών Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Π.Ε.Κ.Ε.Ε.Ε.). ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΩΝ Οι κατωτέρω εκθέσεις περιλαµβάνουν σε πίνακες και σχετικά διαγράµµατα στοιχεία ελέγχων της κοινωνικής επιθεώρησης (έλεγχοι, µηνύσεις, κυρώσεις, πρόστιµα), στοιχεία ελέγχων τεχνικής και υγειονοµικής επιθεώρησης (έλεγχοι, κυρώσεις), στοιχεία κοινωνικών θεµάτων (για τις εργατικές διαφορές, καταστάσεις προσωπικού, υπερωρίες - Κυριακές - νυχτερινά, συµβάσεις εργασίας) και στοιχεία εργατικών ατυχηµάτων 69

70 ΙΚΑ(Ίδρυµα Κοινωνικών Ασφαλίσεων) Ένας ελεγκτικός µηχανισµός που λειτουργεί παράλληλα µε την Επιθεώρηση Εργασίας και ασχολείται περισσότερο µε την ασφάλιση των εργαζοµένων ή µη είναι και το ΙΚΑ. Στόχος του είναι η εµπρόθεσµη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών για τις επιχειρήσεις που απασχολούν νόµιµα εργαζοµένους, για τις ηµέρες που απασχολούνται αυτοί µε βάση τις κατηγορίες των επαγγελµάτων(βάση της κωδικοποίησης του ΙΚΑ) για την σωστή παρακολούθηση των ασφαλιστικώντεκµαρτών ηµεροµισθίων (κλάδος συντάξεων)και υπαγωγή στον κλάδο υγείας(ελάχιστος αριθµός ενσήµων που απαιτούνται είναι τα 50). Να σηµειωθεί ότι η πρώτη και βασική υποχρέωση της επιχείρησης,η οποία προσλαµβάνει κάποιον εργαζόµενο είναι η καταχώρησή του στο ειδικό βιβλίο νεοπροσλαµβανόµενου προσωπικού µε τα προσωπικά στοιχεία του εργαζοµένου. Μη παρακολούθηση του εν λόγω βιβλίου ή µη ορθή συµπλήρωση αυτού επισύρει κυρώσεις. Συγκεκριµένα,σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Ν. 2556/97, ο εργοδότης υποχρεούται από 1/4/98 να καταχωρεί σε θεωρηµένο από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έντυπο, τους προσλαµβανοµένους µισθωτούς του, αµέσως µετά την πρόσληψη και πριν αυτοί αναλάβουν εργασία. Για την έκδοση του Ειδικού Βιβλίου απαιτείται µόνο η υποβολή αίτησης απογραφής. Αν ο εργοδότης διατηρεί περισσότερες εγκαταστάσεις στην ασφαλιστική περιοχή του αυτού Υποκαταστήµατος ή Παραρτήµατος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποχρεούται σε µία απογραφή αλλά τηρεί διαφορετικά Ειδικά Βιβλία. Τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση ενός τουλάχιστον από τους κλάδους ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή σε έναν από τους φορείς ή τους κλάδους ή τους λογαριασµούς των οργανισµών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποχρεούνται πριν αναλάβουν εργασία να γνωστοποιούν στον εργοδότη τα πλήρη στοιχεία που απαιτούνται για τη συµπλήρωση του Ειδικού Βιβλίου Καταχώρησης Νεοπροσλαµβανόµενου Προσωπικού και της ΑΠ, µε την 70

71 επίδειξη του πρωτοτύπου και την κατάθεση αντιγράφου του τελευταίου Αποσπάσµατος Ατοµικού Λογαριασµού Ασφάλισης. Αν ο ασφαλισµένος δεν έχει παραλάβει Απόσπασµα Ατοµικού Λογαριασµού Ασφάλισης, τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύονται από το ελτίο Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών, το Ασφαλιστικό Βιβλιάριο Απασχολουµένου, το Ατοµικό ελτίο Ασφάλισης ή το Ατοµικό ελτίο Εισφορών (άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 2972/2001). Από την υποχρέωση τήρησης του Ειδικού Βιβλίου εξαιρούνται οι εργοδότες οικοδοµοτεχνικών έργων καθώς και όσοι είναι υποχρεωµένοι να αναγγέλλουν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ την πρόσληψη και αποχώρηση του προσωπικού τους µε έγγραφη δήλωση (οικόσιτο προσωπικό, συγγενικά πρόσωπα). Κυρώσεις που επιβάλλονται από το ΙΚΑ Πράξη Επιβολής Ακαταχώριστων Εργαζοµένων (Π.Ε.Π.Α.Ε) Όταν από τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι, ο εργοδότης δεν καταχώρισε τους εργαζοµένους του, αµέσως µετά την πρόσληψή τους και πριν αναλάβουν εργασία, στο Ειδικό Βιβλίο Καταχώρησης Νεοπροσλαµβανόµενου Προσωπικού ή δεν επιδεικνύει αυτό στα αρµόδια όργανα, τότε συντάσσεται σε βάρος του "Πράξη Επιβολής Προστίµου Ακαταχώριστων Εργαζοµένων" πρόστιµο ύψους 500,00 Ευρώ για κάθε ακαταχώριστο εργαζόµενο (άρθρο 2 του Ν. 2556/97 και 10 του Ν. 3232/04). Πράξη Επιβολής Αυτοτελούς Προστίµου (Π.Ε.Α.Π.) Στους εργοδότες που δεν υποβάλλουν ή υποβάλλουν εκπρόθεσµα στο Υποκ/µα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ της έδρας τους το έντυπο " ήλωση Μεταβολής Στοιχείων Εργοδότη" επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιµο (150 ή 300 κατά περίπτωση) µε τη σύνταξη σε βάρος τους "Πράξη Επιβολής Αυτοτελούς Προστίµου" (άρθρα 6 του Ν 2972/01, 10 παρ. 1 του Ν 3050/02 και 9 του Ν.3232/04). Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε) Όταν από έλεγχο διαπιστωθεί ότι, ο εργοδότης δεν κατέβαλε το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών που απαιτούνται για την ασφάλιση ολόκληρου του προσωπικού του, συντάσσεται σε βάρος του "Πράξη Επιβολής Εισφορών". 71

72 Οι καταλογιζόµενες µε τις Π.Ε.Ε. µη καταβληθείσες εισφορές επιβαρύνονται µε πρόσθετα τέλη (άρθρα 26 & 27, ΑΝ1846/51 όπως τροποποιήθηκαν από τα άρθρα 13 & 14 του Ν.2972/01). Πράξη Επιβολής Πρόσθετου Τέλους (Π.Ε.Π.Τ) Όταν από έλεγχο διαπιστωθεί ότι ο εργοδότης κατέβαλε εκπρόθεσµα τις ασφαλιστικές εισφορές (δηλ. µετά την πάροδο της τελευταίας εργάσιµης για τις δηµόσιες υπηρεσίες ηµέρα του επόµενου ή µεθεπόµενου µήνα, εάν ο εργοδότης είναι το ηµόσιο, ΝΠ, ΟΤΑ κλπ) συντάσσεται σε βάρος του "Πράξη Επιβολής Πρόσθετου Τέλους" (άρθρο 13 του Ν. 2972/01). Τα πρόσθετα τέλη από 12/02/2004 διαµορφώθηκαν σε 3% για τον πρώτο µήνα καθυστέρησης και 1% για κάθε επιπλέον µήνα καθυστέρησης, µέχρι ποσοστού 120% κατ' ανώτατο όριο, ανεξάρτητα των µισθολογικών περιόδων που αφορούν οι εκπρόθεσµες καταβληθείσες εισφορές (άρθρο 9 παρ. 6 του Ν. 3232/04, εγκ. ΙΚΑ- ΕΤΑΜ 14/04). Για εκπρόθεσµες καταβολές εισφορών, που πραγµατοποιήθηκαν µέχρι και 11/02/2004 τα πρόσθετα τέλη είναι 3% για τον πρώτο µήνα καθυστέρησης και 1,5% για κάθε επιπλέον µήνα καθυστέρησης, µέχρι 120% κατ' ανώτατο όριο (άρθρο 14 του Ν. 2972/01). Πράξη Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (Π.Ε.Π.Ε.Ε) Σε βάρος των εργοδοτών που: δεν υποβάλλουν Α.Π.., υποβάλλουν εκπρόθεσµα την Α.Π.., υποβάλλουν Α.Π.. για την οποία προκύπτει διαφορά µεταξύ των εισφορών που δηλώνονται από τον εργοδότη και αυτών που προκύπτουν κατά τον έλεγχο από διαφορά ηµερών 72

73 εργασίας, αποδοχών ή κλάδου ασφάλισης και λοιπών στοιχείων, που προσδιορίζουν την ορθή υπαγωγή στην ασφάλιση, υποβάλλουν Α.Π.. στην οποία διαπιστώνεται µετά από έλεγχο ότι, δεν περιλαµβάνει εργαζόµενο ή εργαζόµενους, που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση κατά την χρονική περίοδο που αναφέρεται η Α.Π.., εκτελούν ιδιωτικά οικοδοµικά και τεχνικά έργα, σε βάρος των οποίων καταλογίζονται εισφορές πέραν αυτών που αναγράφονται στις υποβληθείσες Α.Π.., µε βάση τους συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 38 του Κανονισµού Ασφάλισης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για περιόδους απασχόλησης µέχρι 31/12/2001, παρέλειψαν να καταχωρίσουν στις µισθολογικές καταστάσεις ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τους εργαζοµένους τους µε τα ακριβή στοιχεία απασχόλησης και αµοιβής τους, συντάσσεται "Πράξη Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών". Το ποσοστό της πρόσθετης επιβάρυνσης ανέρχεται, κατά περίπτωση, σε 10%, 30%, 45% ή 50% των αντίστοιχων εισφορών. Ποινική ίωξη Κατά των εργοδοτών που δεν κατέβαλαν τις εισφορές στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ασκείται ποινική δίωξη από τον αρµόδιο εισαγγελέα (αυτεπάγγελτα) για τα αδικήµατα της παρακράτησης των εργοδοτικών εισφορών και της υπεξαίρεσης των εργατικών, βάσει των διατάξεων του Α.Ν. 86/67. Για να αποφύγουν οι εργοδότες την επιβολή των ποινών που προβλέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω νόµου, φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών ή έξι µηνών αντίστοιχα και χρηµατική ποινή, πρέπει να εξοφλήσουν ή ρυθµίσουν σε δόσεις τις οφειλές τους, πριν την δικάσιµο, απευθυνόµενοι γι' αυτό στην αρµόδια ταµειακή υπηρεσία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. 73

74 Ανεξάρτητα όµως από την εξόφληση ή ρύθµιση της οφειλής τους, πρέπει να παραστούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο κατά την ηµέρα της δικασίµου. Αστικές και προσωπικές συνέπειες Οι υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που επιµελούνται την είσπραξη των καθυστερουµένων ασφαλιστικών εισφορών (ταµείο ή ταµειακή υπηρεσία Υποκ/τος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) προβαίνουν στις εξής ενέργειες για την αναγκαστική είσπραξη αυτών: ίνουν εντολή στα αρµόδια όργανα για κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων (κινητών ή ακινήτων) ως και των απαιτήσεων τους στα χέρια τρίτων. Εκπλειστηριάζουν τα κατασχεθέντα περιουσιακά τους στοιχεία σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί ή ρυθµιστεί σε δόσεις η οφειλή τους. Υποβάλλουν αίτηση για έκδοση απόφασης δικαστηρίου προσωποκράτησης του οφειλέτη. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ Τέλος η ελληνική αστυνοµία ασκεί σηµαντικό ρόλο στον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης απασχόλησης µέσω του ελέγχου νοµιµότητας των αλλοδαπών και των δικαιολογητικών νοµιµοποίησης αυτών(άδεια εργασίας, διαβατήριο). Συγκεκριµένα: 74

75 Θέµατα Αλλοδαπών Η Ελληνική Αστυνοµία ασκεί συγκεκριµένες αρµοδιότητες σε θέµατα αλλοδαπών. Αρµόδιες Αστυνοµικές Υπηρεσίες είναι τα κατά τόπους Τµήµατα Αλλοδαπών και όπου δεν υπάρχουν αυτά, τα Τµήµατα Ασφαλείας και τα Αστυνοµικά Τµήµατα. Ειδικότερα, οι αρµοδιότητες της Ελληνικής Αστυνοµίας είναι: - Ο έλεγχος της νοµιµότητας των αλλοδαπών. - Η έκδοση και η εκτέλεση αποφάσεων διοικητικής απέλασης, καθώς και η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων απέλασης. - Η εξέταση αιτηµάτων ασύλου. - Η παροχή στοιχείων για θέµατα ιθαγένειας στο Υπουργείο Εσωτερικών. Η Ελληνική Αστυνοµία εκδίδει τα ακόλουθα σχετικά, αναλυτική περιγραφή των οποίων υπάρχει στο συνηµµένο πίνακα κατά αντικείµενο, νοµική διάταξη που προβλέπονται, Υπηρεσία χορήγησης και απαιτούµενα δικαιολογητικά: -`Αδεια Παραµονής σε αλλοδαπούς πολίτες τρίτων χωρών για ολιγοήµερη παραµονή, µετά την λήξη της προξενικής θεώρησης ή του ελεύθερου τριµήνου, εάν πρόκειται για αλλοδαπό, στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος χωρίς προξενική θεώρηση (περίπτωση 1) - Βεβαίωση εγγραφής πολιτών της Ε.Ε. για άσκηση ΜΗ µισθωτής δραστηριότητας ελευθ. Παροχής Υπηρεσιών (περίπτωση 2) - Βεβαίωση εγγραφής πολιτών της Ε.Ε. για άσκηση έµµισθης δραστηριότητας (περίπτωση 3) 75

76 - Βεβαίωσης εγγραφής πολιτών Ε.Ε., όταν είναι µέλη οικογένειας πολίτη της Ε.Ε. (περίπτωση 4) - Βεβαίωση εγγραφής για λόγους σπουδών (περίπτωση 5) - Βεβαίωση εγγραφής πολιτών της Ε.Ε. για λοιπούς λόγους (περίπτωση 6) - Έγγραφο πιστοποίησης µόνιµης διαµονής πολίτη της Ε.Ε. (περίπτωση 7) - Ειδικό ελτίο Ταυτότητας Οµογενούς (Ε..Τ.Ο.) σε οµογενείς πολίτες Αλβανίας ή µέλη οικογενειών τους (περίπτωση 8) - Ειδικό ελτίο Ταυτότητας Οµογενούς (Ε..Τ.Ο.) σε οµογενείς προερχόµενους από τ. Ε.Σ.Σ.. (περίπτωση 9) - Αδεια Παραµονής ή ελτίο Ταυτότητας Αλλοδαπού (περίπτωση 10) - Ειδικό ελτίο αιτούντος άσυλο αλλοδαπού, το οποίο ισχύει για έξι (6) µήνες και ανανεώνεται µέχρι περαίωσης εξέτασης αιτήµατος ασύλου (ροζ κάρτα) (περίπτωση 11) - Αδεια Παραµονής 5ετούς ισχύος (λευκή) και Ειδικό ελτίο Ταυτότητας Αλλοδαπού φυγάδα (κίτρινο) σε αναγνωρισµένους πρόσφυγες (περίπτωση 12) - Ειδικό ελτίο υπό ανοχή διαµονής αλλοδαπού που δεν έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ετήσιας διαρκείας (ανθρωπιστικό) (περίπτωση 13) - Βεβαίωση δακτυλοσκόπησης Οµογενών προερχόµενων από Χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. (περίπτωση 14) - Πιστοποιητικό µη απέλασης αλλοδαπού που έχει υποβάλλει αίτηση για πολιτογράφηση (περίπτωση 15) - Ειδικό ταξιδιωτικό έγγραφο (T.DV) για πρόσφυγες ιθαγενείς (περίπτωση 16). 76

77 β.η συµβολή των ελεγκτικών µηχανισµών στον περιορισµό του φαινοµένου της αδήλωτης εργασίας Ένα αποτελεσµατικό Σύστηµα ιοίκησης της Εργασίας οφείλει καταρχήν να γνωρίζει, σε «πραγµατικό χρόνο», το σύνολο των επιχειρήσεων που «επιχειρούν»/λειτουργούν/δραστηριοποιούνται στο σύνολο της οικονοµίας. Προϋπόθεση για τον περιορισµό του φαινόµενου των αδήλωτων επιχειρήσεων που παράγουν και αδήλωτη εργασία είναι, αντί του ισχύοντος δυσµενώς γραφειοκρατικού και αναποτελεσµατικού διοικητικού περιβάλλοντος, και της έλλειψης ενιαίου µητρώου επιχειρήσεων, ο εκσυγχρονισµός στο διοικητικό περιβάλλον των επιχειρήσεων, ο εκσυγχρονισµός λειτουργίας των Eπιµελητηρίων, και η δηµιουργία Γενικού Eµπορικού Mητρώου (του N. 3419/2005), καθώς και «υπηρεσιών µιας στάσης» για τις επιχειρήσεις (one-stop-shop). Οι «υπηρεσίες µιας στάσης» (one stop shop) για την επιχειρηµατική λειτουργία, µε την αξιοποίηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, είναι στοιχειώδης προϋπόθεση για τον περιορισµό της αδήλωτης εργασίας και τη βελτίωση της διοίκησης της εργασίας. Π.χ. η εργασία (ακόµα και µε τεχνικές προβλέψεις και µεθόδους του 1950) πρέπει να δηλώνεται σε επιχειρησιακά και λειτουργικά ασύµπτωτες υπηρεσίες. Ως προς τη σύναψη εργασιακής σχέσης στον ΟΑΕ και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ως προς την ασφάλισή της στο ΙΚΑ, και ως προς το εισόδηµά της στη ΟΥ. Η ίδια επιχείρηση περιλαµβάνεται σε ασύµπτωτες και τεχνικά µη διασταυρούµενες βάσεις δεδοµένων, όταν δεν είναι µόνον απλά καταγεγραµµένη σε έντυπες καταστάσεις, που απλά παράγουν έγγραφο γραφειοκρατικό φόρτο και για τις επιχειρήσεις και για τις διοικητικές υπηρεσίες. Η δηµιουργία του «one stop shop» µπορεί να συµβάλλει ώστε να αντιµετωπισθούν αρκετά ζητήµατα που συνδέονται µε την καταπολέµηση της αδήλωτης εργασίας και την βελτίωση του συστήµατος ιοίκησης της Εργασίας. 77

78 Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση µπορεί να λύνει πολλά προβλήµατα της αδήλωτης εργασίας στην αρχική της µορφή. Με ένα οργανωµένο σύστηµα που διασταυρώνει πληροφορίες - στοιχεία µεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών όπως π.χ. η Οικονοµική Εφορεία, τα Ασφαλιστικά Ταµεία και οι Επιθεωρήσεις Εργασίας. Με «υπηρεσίες µιας στάσης» η επιχείρηση θα πρέπει να απευθύνεται και να συναλλάσσεται µε µία «δικτυωµένη» διοικητική υπηρεσία (που απλοποιεί και «παρακολουθεί» την έναρξη, την αδειοδότηση, την απασχόληση προσωπικού, κλπ). Ώστε να ελαχιστοποιηθούν τα φαινόµενα όπου π.χ. επιχειρήσεις υφίστανται µεν για την Οικονοµική Εφορεία, αλλά όχι για το ΙΚΑ, για την Επιθεώρηση Εργασίας, για τις διοικητικές αρχές αδειοδότησης, κλπ. Όσον αφορά τα µέτρα πολιτικής για την αποτελεσµατική ιοίκηση της Εργασίας παράγων που τροφοδοτεί το φαινόµενο της αδήλωτης εργασίας είναι ο περιορισµένος αριθµός των ελέγχων αλλά και η κατάτµηση των ελεγκτικών µηχανισµών. Για παράδειγµα η κοινωνική επιθεώρηση, η τεχνική επιθεώρηση και το ασφαλιστικό σύστηµα (ΙΚΑ κλπ) είναι κατακερµατισµένα µέρη του συστήµατος ιοίκησης της Εργασίας που πρέπει να επιδιώκει τον έλεγχο και την καταπολέµηση της αδήλωτης εργασίας. Σε συνδυασµό µε τον κατακερµατισµό αρµοδιοτήτων κάθετα (υπουργείο, περιφέρειες, νοµαρχίες, δήµοι) και οριζόντια (Υπηρεσίες Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Οικονοµίας, Ανάπτυξης κα), χωρίς κοινές βάσεις δεδοµένων η αποτελεσµατικότητα της πρόληψης και της καταστολής της αδήλωτης εργασίας περιορίζεται έτι περαιτέρω. Είναι λοιπόν αναγκαία και πλέον τεχνικά δυνατή η προτεινόµενη διασύνδεση δεδοµένων των Ασφαλιστικών Ταµείων, των υπηρεσιών του ΟΑΕ, των ΟΥ, και του Σώµατος Επιθεωρητών Εργασίας ώστε να είναι δυνατές οι διασταυρώσεις δεδοµένων, απασχόλησης, ασφάλισης, καταβολής εισφορών, µισθολογικών δαπανών, κλπ. 78

79 Σε αυτό το πλαίσιο στοιχειώδης προϋπόθεση για την καταπολέµηση της αδήλωτης εργασίας µέσω εφαρµογών της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης είναι η εισαγωγή και εφαρµογή του µοναδικού Αριθµού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης στο σύνολο του Εργατικού υναµικού της χώρας. Επιπλέον προϋπόθεση για την καταπολέµηση της αδήλωτης εργασίας είναι η αναβάθµιση της επιχειρησιακής ικανότητας του ΣΕΠΕ (υποδοµές, εξοπλισµός) για συστηµατικούς επιτόπιους ελέγχους µε µεικτά συνεργεία επιθεωρητών εργασίας και ελεγκτών - υπαλλήλων των ασφαλιστικών ταµείων. Χρήσιµη είναι η επανεξέταση του συστήµατος δήλωσης της εργασίας από τις επιχειρήσεις π.χ. οι καταστάσεις προσωπικού (του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν 2874/00) καθώς τα προγράµµατα ωρών εργασίας όταν το προσωπικό εναλλάσσεται σε βάρδιες (άρθρο 16 παρ. 6 του Ν 2874/2000) ή όταν έχει κυλιόµενες ηµέρες ανάπαυσης, ώστε οι εν λόγω καταστάσεις και τα προγράµµατα να υποβάλλονται και ηλεκτρονικά. Επιπλέον µπορεί να εξετασθεί η διασύνδεση της ηλεκτρονικής υποβολής των καταστάσεων προσωπικού µε τις υποχρεώσεις που συνδέονται για τις ατοµικές συµβάσεις εργασίας µε την γνωστοποίηση των ουσιωδών όρων (Π 156/1994) και τις συµβάσεις της µερικής απασχόλησης, της εκ περιτροπής εργασίας, της διαλείπουσας απασχόλησης, του έργου ή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών (άρθρα 1 και 2 του Ν.2639/1998). Οµοίως χρήζει επανεξέτασης για εκσυγχρονισµό ο µηχανισµός παρακολούθησης της ασφάλισης του προσωπικού και η καταχώριση του στο ειδικό βιβλίο καταχώρισης νεοπροσλαµβανοµένου προσωπικού του ΙΚΑ (άρθρο 2 του Ν.2556/1997). Για παράδειγµα το βιβλίο νεοπροσλαµβανοµένων θα µπορούσε να υποκατασταθεί και από την ταυτόχρονη ηλεκτρονική αναγγελία της πρόσληψης στον ΟΑΕ και στην Επιθεώρηση Εργασίας, µε σκοπό την αύξηση της αποτελεσµατικότητας και τον περιορισµό της αναποτελεσµατικής γραφειοκρατίας. 79

80 Όσον αφορά την παρακολούθηση της ασφάλισης του προσωπικού, ενώ ο Επιθεωρητής Εργασίας κατά την διενέργεια του ελέγχου εκτός από την εφαρµογή της εργατικής νοµοθεσίας εξετάζει και την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζοµένων (άρθρο 8 παρ. 2 του Ν 2639/1998), αν και το ΣΕΠΕ δεν είναι αρµόδιο για την επιβολή κυρώσεων, υποχρεούµενο µόνον να κοινοποιεί τα αποτελέσµατα των ελέγχων του στην υπηρεσία του ΙΚΑ, προτείνεται η εξέταση µέτρων βελτίωσης της επιχειρησιακής αποτελεσµατικότητας µε σύγχρονες µεθόδους και µε διεύρυνση αρµοδιοτήτων µεταξύ των υφισταµένων καταµερισµών. Ενιαίοι έλεγχοι υπό ενιαία διοίκηση θα βελτίωναν πολλαπλασιαστικά την διοικητική αποτελεσµατικότητα του συστήµατος. Επίσης είναι χρήσιµη η αύξηση της διαφάνειας στην ήδη υφιστάµενη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον της λεγόµενης Τοπικής ιοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ για την υποβολή ενστάσεων κατά των σχετικών αποφάσεων µε τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις για παραβάσεις του άρθρου 2 του Ν 2556/1997. Για την καταπολέµηση της αδήλωτης εργασίας των νοµίµως ή παρανόµως διασυνοριακά µετακινουµένων, και ενόψει των διευρύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερη σηµασία πρέπει να δοθεί στις τεχνικές προϋποθέσεις για τον έλεγχο εφαρµογής του εφοδιασµού των αλλοδαπών και κοινοτικών εργαζοµένων µε τα απαραίτητα νοµιµοποιητικά έγγραφα (του Ν. 3386/2005 και του Π 499/1987). Αντίγραφα των αδειών διαµονής των µισθωτών που απασχολούνται ήδη πρέπει να διατηρούνται από τους εργοδότες, ενώ προτείνεται τα διακριτικά στοιχεία τους να είναι µέρος των και ηλεκτρονικά υποβαλλοµένων καταστάσεων προσωπικού. Επίσης, σηµαντική για την αποτελεσµατική ιοίκησης της Εργασίας είναι και η κωδικοποίηση της εργατικής νοµοθεσίας. Καθώς υπάρχει ζήτηµα ως προς την αποτελεσµατικότητα ελέγχου της εφαρµογής της λόγω και της µη κωδικοποίησης και του κατακερµατισµού της ισχύουσας νοµοθεσίας. 80

81 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Α ΗΛΩΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑ ΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΕΠΕ. Κρίσιµη για την ρύθµιση της αδήλωτης εργασίας και για την τήρηση της αναφερόµενης εργατικής νοµοθεσίας είναι η λειτουργία του ΣΕΠΕ ως συµβουλευτικού / ελεγκτικού µηχανισµού και όχι κυρίως ως υπηρεσίας διεκπεραίωσης εγγράφων. Εάν το υπάρχον ανθρώπινο δυναµικό, λόγω έλλειψης µηχανοργάνωσης και εφαρµογών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, αναλώνεται κυρίως σε γραφειοκρατικές δραστηριότητες τήρηση πρωτοκόλλων, επικυρώσεις πιστοποιητικών προϋπηρεσίας, προγραµµάτων, βιβλίων δροµολογίων κλπ- τότε είναι φυσική συνέπεια να αποµένει ελάχιστος χρόνος για ουσιαστική εργασία που αφορά στο κυρίως αντικείµενο της Επιθεώρησης, δηλαδή σε συστηµατικούς ελέγχους, την επίλυση εργατικών διαφορών, την ενηµέρωση και την µελέτη των Επιθεωρητών ως προς τον ρόλο της επιθεώρησης, δηλαδή ως συµβουλευτικού και ελεγκτικού οργάνου. Προτείνεται να εξετασθεί σε ποιο βαθµό η γραφειοκρατική «συµφόρηση» και η έλλειψη συντονισµού µε άλλες διευθύνσεις Υπουργεία δεν παρέχει στο ΣΕΠΕ την δυνατότητα αξιοποίησης των δεδοµένων που ήδη συλλέγει η Επιθεώρηση, βάσει των ήδη υφιστάµενων υποχρεώσεων των επιχειρήσεων. Αυτό συνδέεται και οφείλεται κυρίως στην έλλειψη µηχανοργάνωσης και την δυσκολία ενδοεπικοινωνίας, καθώς η χρήση των Η/Υ συχνά µπορεί να περιορίζεται µόνον στη σύνταξη κειµένων. Η έλλειψη µηχανοργάνωσης ηλεκτρονικής βάσης δεδοµένων, αξιοποίησης εφαρµογών διαδικτύου κλπ δηµιουργεί προβλήµατα όπως: - πρόβληµα αποθήκευσης των εγγράφων, λόγω του τεράστιου όγκου τους - εν συνεχεία πρόβληµα αναζήτησης, εξεύρεσής, ανάκτησης τους - σπατάλη πολύτιµου χρόνου, σύγχυση και συχνά απόκλιση στις απόψεις που επικρατούν για συγκεκριµένα ζητήµατα καθώς οι επιθεωρητές αναγκάζονται να τηρούν εγγράφως ξεχωριστά ο καθένας αρχεία µε τις συλλογικές συµβάσεις και τη νοµολογία που κάθε φορά προκύπτει, ενώ αυτό θα µπορούσε να αντιµετωπισθεί µε την ηλεκτρονική δηµοσιοποίηση των 81

82 απαντήσεων σε συνήθεις και επαναλαµβανόµενες ερωτήσεις (FAQs). - «ταλαιπωρία» και αγανάκτηση είτε των επιθεωρητών είτε και των πολιτών. Η λειτουργική αναβάθµιση της Επιθεώρησης Εργασίας προϋποθέτει και την απλοποίηση διαδικασιών και τον προγραµµατισµό για αλλαγές που µπορούν να εξετασθούν προκειµένου να περιοριστούν οι γραφειοκρατικές διαδικασίες. Για παράδειγµα µε τον ανασχεδιασµό της υποχρέωσης των εργοδοτών να καταθέτουν στην Επιθεώρηση π.χ. τις Συµβάσεις Μερικής Απασχόλησης, καθώς καταθέτουν ούτως ή άλλως την κατάσταση προσωπικού µια φορά το χρόνο, και τα προγράµµατα απασχόλησης, και θα µπορούσαν να ενηµερώνουν και ηλεκτρονικά την Επιθεώρηση εντός 15 ηµερών για κάθε νέα πρόσληψη µερικής ή πλήρους απασχόλησης. Για παράδειγµα ήδη από το 1998 ορίστηκε να κατατίθενται στις Επιθεωρήσεις Συµβάσεις Μερικής Απασχόλησης. Με την σταδιακή επέκταση της µερικής απασχόλησης καθηµερινώς οι Επιθεωρήσεις δέχονται µεγάλο αριθµό αιτήσεων η τύχη των οποίων είναι αµφιλεγόµενη, καθώς συνήθως δεν γίνεται αρχειοθέτηση τους, είτε γιατί δεν υπάρχει ο κατάλληλος αποθηκευτικός χώρος, είτε γιατί δεν υπάρχει χρόνος και κυρίως γιατί οι Επιθεωρητές µπορούν να ενηµερώνονται και να ελέγχουν τις Συµβάσεις Μερικής Απασχόλησης από τα προγράµµατα και τις καταστάσεις προσωπικού που κατατίθενται από τις Επιχειρήσεις κάθε φορά που πραγµατοποιείται µια τέτοια πρόσληψη (εντός 15 ηµερών) και σε αυτές τις αρχικά κατατεθείσες συµβάσεις έχουν λόγο να ανατρέχουν εάν και όταν διεξάγουν ελέγχους ή µόνον όταν προκύπτει κάποιο πρόβληµα εργασιακής διαφοράς. Πρόκειται συνεπώς για την επανάληψη µιας διαδικασίας που µάλλον διογκώνει το ήδη οξυµµένο γραφειοκρατικό πρόβληµα των Επιθεωρήσεων Εργασίας. Επίσης, προτείνεται η εντατικοποίηση των ελέγχων και µε ευέλικτο ωράριο καθώς αυτή είναι ιδιαιτέρως αναγκαία για την ρύθµιση της αδήλωτης εργασίας. Οι Επιθεωρήσεις οφείλουν και πρέπει να διεξάγουν ελέγχους όχι µόνο όταν γίνεται καταγγελία αλλά και αυτεπαγγέλτως, βάσει προγραµµάτων ενεργειών και στόχων 82

83 πολιτικής. Η κεντρική διοίκηση µπορεί να «επιβάλει» έναν αριθµό ελέγχων που πρέπει να διεξάγονται από τις επιθεωρήσεις βάσει προγραµµατισµού και στόχων πολιτικής. Οφείλει επιπλέον να ενθαρρύνει τους επιθεωρητές να διεξάγουν ελέγχους όταν αυτοί το κρίνουν αναγκαίο σε συνεννόηση µε τον προϊστάµενο, και να συµµετέχουν στην διαµόρφωση στόχων πολιτικής καταπολέµησης της αδήλωτης εργασίας σε κλαδικές ή τοπικές αγορές εργασίας. CASE STUDY-ΜΕΡΟΣ Β I.Η αδήλωτη εργασία των µεταναστών-η περίπτωση της Καλαµάτας Ο νοµός Μεσσηνίας στηρίζει την οικονοµία του κατά κύριο λόγο στον πρωτογενή τοµέα όπως άλλωστε η πλειοψηφία των νοµών της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται µια σοβαρή προσπάθεια στην κατεύθυνση της δραστηριοποίησης των Μεσσήνιων και σε άλλους τοµείς της οικονοµίας κυρίως, στον τοµέα του τουρισµού. Η τουριστική ανάπτυξη που καταγράφεται οφείλεται κυρίως, στην ανάδειξη και προβολή των σηµαντικών αρχαιολογικών χώρων (Αρχαία Μεσσήνη, Ανάκτορα Νέστορα κ.α.), στις φυσικές οµορφιές του νοµού (Ταΰγετος, Νέδα, Μάνη) και στις πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες που πραγµατοποιούνται καθ όλη τη διάρκεια του έτους. Στον Πρωτογενή Τοµέα κυριαρχεί το ελαιόλαδο, οι βρώσιµες ελιές Καλαµών, τα σύκα και η µαύρη (σουλτανίνα) σταφίδα. Η ποικιλία των γεωργικών προϊόντων συµπληρώνεται από την µικρή σε ποσότητα κτηνοτροφική παραγωγή (βοδινό κρέας, γάλα, το προστατευόµενης ονοµασίας προέλευσης τυρί σφέλα, µέλι) και από τα αλιεύµατα του Μεσσηνιακού Κόλπου. Στον τοµέα της Μεταποίησης ( ευτερογενής Τοµέας) ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι επιχειρήσεις µεταποίησης-τυποποίησης κυρίως γεωργικών προϊόντων ενώ δραστηριοποιούνται και επιχειρήσεις επεξεργασίας ξύλου, κατασκευής επίπλου και µεταλλικών προϊόντων. Σηµαντικό ρόλο στην οικονοµία του νοµού διαδραµατίζει η ύπαρξη και η λειτουργία της Καπνοβιοµηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑΣ Α.Ε. 83

84 Στον αναπτυσσόµενο Τριτογενή Τοµέα κυριαρχούν κυρίως, οι δραστηριότητες που σχετίζονται µε την ανάπτυξη του τουρισµού καθώς επίσης και οι κλάδοι των Μεταφορών, του Εµπορίου και των Τραπεζών. Η οικονοµία του νοµού µέχρι σήµερα στηρίζεται κυρίως στην γεωργική παραγωγή ενώ τώρα ξεκινάει η µεγάλη ανάπτυξη του τουριστικού κλάδου. Γιατί επιλέχθηκε η Μεσσηνία,σαν τόπος έρευνας αδήλωτης εργασίας µεταναστών; Όπως διαφαίνεται και από τα παραπάνω ιδιαίτερη έµφαση δίνεται στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τοµέα (γεωργία- παραγωγή ελαιολάδου)και στον κατασκευαστικό (οικοδοµές) και λιγότερο στον τριτογενή τοµέα όσον αφορά την απασχόληση των µεταναστών. Καθώς ο αγροτικός τοµέας υφίσταται σηµαντικές πιέσεις και διεθνώς µε πτώση των τιµών παραγωγής του(πώλησης- προϊόντα που προσφέρονται),πιθανή λύση για τους επιχειρηµατίες που απασχολούνται στον εν λόγω τοµέα είναι η αναζήτηση φτηνού εργατικού δυναµικού που να τους µειώνει το κόστος. Έτσι οι µετανάστες αποτελούν τον βασικό πόλο έλξης προς αυτή την κατεύθυνση καθόσον τα ηµεροµίσθια που διαπραγµατεύονται είναι ιδιαιτέρως χαµηλά και καθόλου ανταγωνιστικά καθόσον το αντίστοιχο εγχώριο εργατικό δυναµικό δεν εµφανίζεται διατεθειµένο να απασχοληθεί µε τόσο χαµηλή αντιµισθία. Περαιτέρω ανάλυση θα γίνει και πιο κάτω µε ενδεικτικά κάποιες τιµές ηµεροµισθίων, που απαντώνται στα ερωτηµατολόγια που τέθηκαν στους µετανάστες της περιοχής της Μεσσηνίας. Εποµένως αποτελούν ταυτόχρονα και πηγή ανασφάλιστων εργαζοµένων καθόσον είναι διατεθειµένοι οι περισσότεροι να απασχοληθούν χωρίς κάποιου είδους ασφάλεια(ιδιαιτέρως στον τοµέα της υγείας βιβλιάριο υγείας)µε συνέπειες πολλές φορές οδυνηρές για την ίδια τους τη ζωή(εργατικά ατυχήµατα)ή µε ασφάλιση που παραπέµπει σε µορφή µερικής απασχόλησης,η οποία όµως τις περισσότερες φορές έχει την µορφή πλήρους απασχόλησης(ακόµα και υπερωριακής). 84

85 Ανάλογο φαινόµενο παρατηρείται και στον τοµέα των κατασκευών, ο οποίος δέχτηκε σηµαντικό πλήγµα από την πρόσφατη οικονοµική κρίση µε αποτέλεσµα να αναζητούνται από τους εργοδότες, ανειδίκευτοι εργάτες, µε όσο το δυνατό πιο χαµηλό ηµεροµίσθιο και ανασφάλιστοι καθόσον τα οικοδοµοτεχνικά ένσηµα έχουν και το πιο υψηλό ασφάλιστρο{(βαρέα-ανθυγιεινά- κατηγορίες εργαζοµένων υψηλού επαγγελµατικού κινδύνου) 47. Θα πρέπει να επισηµανθεί κάτι το οποίο θα διαφανεί περαιτέρω από την ανάλυση των ερωτηµατολογίων, ότι οι περισσότεροι µετανάστες που απασχολούνται παράνοµα είτε ελλείψει νοµιµοποιητικών δικαιολογητικών(άδεια διαµονής-εργασίας) είτε λόγω µη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών από τους εργοδότες (ανασφάλιστοι)είτε και τα δύο,έχουν ταυτόχρονα και µια δεύτερη ή και τρίτη απασχόληση (βαφείς, ηλεκτρολόγοι, τεχνίτες ) και εµφανίζονται µε τη µορφή της αυτοαπασχόλησης οι άντρες και οι γυναίκες σαν οικιακοί βοηθοί. Τέλος ακόµη µικρότερο είναι το ποσοστό των αλλοδαπών που απασχολούνται στην περιοχή της Μεσσηνίας στον τοµέα τον τριτογενή-τουρισµού(ξενοδοχεία),σερβιτόροι κτ.λ. και αυτοί που εµφανίζονται να απασχολούνται έχουν τον χαρακτήρα της µερικής απασχόλησης.η παράνοµη απασχόληση σε αυτό τον τοµέα υπάρχει αλλά βρίσκεται σε φθίνουσα κλίση καθόσον οι έλεγχοι, τους θερινούς µήνες(ιδιαίτερα στα ξενοδοχεία) από τους µηχανισµούς του ΙΚΑ και της Επιθεώρησης Εργασίας είναι εντατικοί. Πάντως το σηµαντικό είναι ότι σε κάθε περίπτωση οι µετανάστες-υπήκοοι τρίτων χωρών που εργάζονται παράνοµα το βασικό στοιχείο που δεν τους διευκολύνει στην επίτευξη ενός πιο υψηλού ηµεροµισθίου-αµοιβής είναι η έλλειψη νοµιµοποιητικών δικαιολογητικών παραστατικών(άδεια εργασίας και ανανέωση αυτής-άδεια διαµονής),γεγονός που τους καθιστά ιδιαιτέρως ευάλωτους καθόσον η απειλή απέλασης φαντάζει για αυτούς πολύ πιθανή σε κάθε περίπτωση. 47 Για τα οικοδοµοτεχνικά ένσηµα: εισφορές ασφαλισµένου=19,450%,εισφορές εργοδότη=65,270%,σύνολο εισφορών=84,720% 85

86 II.Ερωτηµατολόγιο α. Ερωτηµατολόγιο προς µετανάστες υνάµει των στοιχείων που προαναφέρθηκαν καταρτίστηκε ένα ερωτηµατολόγιο όσον αφορά τους µετανάστες της περιοχής της Μεσσηνίας και το δείγµα των ερωτηθέντων ατόµων ήταν N=28 και αποτελέσµατα του ερωτηµατολογίου θα αναλυθούν στο επόµενο κεφάλαιο. Ωστόσο είναι ιδιαίτερα χρήσιµο να γίνει µια ενδελεχής εξέταση των επιµέρους στοιχείων που απαρτίζουν το εν λόγω ερωτηµατολόγιο. Ο βασικός σκοπός της έρευνας όπως σηµειώθηκε και στα ανωτέρω ήταν η εξεύρεση περιπτώσεων µορφών αδήλωτης εργασίας στους µετανάστες. Να επισηµανθεί ιδιαιτέρως σε αυτό το σηµείο ότι δεν επιλέχθηκαν µόνο αλλοδαποί µετανάστες-υπήκοοι τρίτων χωρών καθόσον εκεί εµφανίζονται και τα περισσότερα φαινόµενα παράνοµης εργασίας αλλά και αλλοδαποί µετανάστες πλέον πολίτες της ΕΕ (Ρουµανία, Βουλγαρία)καθόσον αυτοί βρίσκονται σε ένα µεταβατικό στάδιο και δεν γίνονται ακόµη δεκτοί µε την άδεια εργασίας πολίτη της ΕΕ,αλλά µε αυτού της τρίτης χώρας. Το νέο καθεστώς που θα τους επιτρέπει την έκδοση άδειας διαµονής & εργασίας από τις αστυνοµικές αρχές και µε την ιδιότητα του πολίτη της ΕΕ θα ισχύσει από (Βλέπε παραρτήµατα-σχετική εγκύκλιος). Συµπερασµατικά το ερωτηµατολόγιο που τέθηκε υπόψη των µεταναστών διαιρούταν στις εξής ενότητες: 1. ηµογραφικά χαρακτηριστικά 2. Αιτίες µετανάστευσης και εγκατάλειψης των χωρών υποδοχής 3. Νοµιµοποίηση (αν υπάρχει άδεια διαµονής και εργασίας,visa, διαβατήριο, χρονική διάρκεια ισχύος άδειας διαµονής και εργασίας, πότε εκδόθηκε η πρώτη άδεια για να ελεγθεί υπό την αιγίδα ποιού µεταναστευτικού νόµου έγινε η έκδοση-ειδικές περιπτώσεις, ύπαρξη βιβλιαρίου υγείας) 4. Εργασία-εισόδηµα(Για να ελεγχθεί η επάρκεια των οικονοµικών-βιοποριστικών µέσων των µεταναστών στην Ελλάδα,ύπαρξη κύριας οικονοµικής δραστηριότητας, καθεστώς εργασιακής υπερωριακής απασχόλησης, ασφαλιστική σχέση η οποία συνδέεται άρρηκτα µε την απασχόληση, τυχόν ύπαρξη δευτερεύουσας απασχόλησης, Ελληνικό νοµοθετικό πλαίσιο, εργατικά ατυχήµατα-από τα αποτελέσµατα της έρευνας θα προκύψουν πολύ σηµαντικά στοιχεία στο εν λόγω θέµα, τυχόν συµµετοχή σε οικογενειακή επιχείρηση, φαινόµενα ανεργίας και επιδόµατα αυτής από τον ΟΑΕ, εκπαιδευτικό επίπεδο, 5. Συνεργασία µε ηµόσια ιοίκηση, ΜΚΟ, συνδικάτα 86

87 β. Ερωτηµατολόγιο προς φορείς Συνεχίζοντας την πιο πάνω έρευνα για την µη-νόµιµη εργασία των µεταναστών στην περιοχή της Μεσσηνίας θεωρήθηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον να δηµιουργηθεί και ένα ανάλογο ερωτηµατολόγιο πιο συνοπτικό και εξειδικευµένο στοχεύοντας σε ιδιαιτέρως σηµαντικά θέµατα, όπως ο έλεγχος της παράνοµης εργασίας στις επιχειρήσεις που απασχολούν µετανάστες. Ένα στοιχείο που είναι ιδιαίτερης βαρύτητας αποτελεί το εξής: τόσο το συγκεκριµένο ερωτηµατολόγιο όσο και αυτό που τέθηκε υπόψη των µεταναστών αφορούσε µια και συγκεκριµένη οµάδα: τους µετανάστες και όχι τους ηµεδαπούς καθόσον το φαινόµενο της αδήλωτης εργασίας πλήττει όλες τις οµάδες κοινωνικού πληθυσµού(µη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, απασχόληση ατόµων για τους οποίους δεν έχει γίνει αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕ και κατά συνέπεια µη εµφάνισης αυτών στην Κατάσταση Επιθεώρησης Εργασίας, µερικά απασχολούµενοι που εργάζονται µε το καθεστώς της πλήρης απασχόλησης)φαινόµενα που χαρακτηρίζονται γενικά µε τον όρο <<µαύρη εργασία>>. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο καθώς συνεπαγόταν µελέτη σε βάθος χρόνου σε ένα εξαιρετικά µεγάλο µέγεθος δείγµατος. Επιµέρους τα θέµατα που πραγµατεύτηκαν µεταξύ άλλων αφορούσαν τους εξής τοµείς: 1. Εθνικότητα µεταναστών µε τις οποίες συναλλάσσονται 2. Αποδεικτικά νοµιµοποίησης (εάν τα κατέχουν εφόσον απαιτούνται καθόσον προσέρχονται στην υπηρεσία 3. Ασφάλιση στο ΙΚΑ για την ύπαρξη πλήρης-µερικής απασχόλησης καθώς και σχέσης εργασίας(εξηρτηµένη, ανεξάρτητη κτλ.) 4. Καθεστώς εργασίας που έχει σχέση µε ωροµίσθια, ηµεροµίσθια, προσωρινή απασχόληση 5. Τυχόν διεκδίκηση αποζηµιώσεων από παράνοµα απασχολούµενους αλλοδαπούς όπως νόµος ορίζει (ανακύπτουν ζητήµατα περί αδικαιολόγητου πλουτισµού από εργοδότες) 6. Βάση στατιστικών δεδοµένων για απασχόληση αλλοδαπών νόµιµη και µη 87

88 7. Έλεγχοι υπηρεσιών (τακτικοί & έκτακτοι) για την αναζήτηση της παράνοµης εργασίας αλλοδαπών και επιβολή κυρώσεων στις εν λόγω επιχειρήσεις (όσοι φορείς διεξάγουν ελέγχους) 8. Συναρµοδιότητα µε εµπλεκόµενους φορείς ( Υπηρεσία Αλλοδαπών της οικείας Περιφέρειας, ήµος, ΥΠΕΣ ΑΑ κτλ.)και κατάλληλη επικοινωνία µεταξύ αυτών 9. Ερωτήσεις γενικότερες που αφορούν το νοµοθετικό πλαίσιο και ειδικότερα το άρθρο 86 και για την επιβολή κυρώσεων σε επιχειρήσεις που απασχολούν παράνοµα αλλοδαπούς 10. Απελάσεις διοικητικές και µη 11. Επιπτώσεις από απασχόληση αλλοδαπών παράνοµη και µη. γ. Συµπεράσµατα αποτελέσµατα έρευνας 1.Συµπεράσµατα όσον αφορά τους µετανάστες Όπως επισηµάνθηκε και στα ανωτέρω ερωτηµατολόγια αφορούσε τους µετανάστες της περιοχής της Μεσσηνίας και το δείγµα του πληθυσµού ήταν N=28.Η στατιστική µέθοδος που χρησιµοποιήθηκε για την εξαγωγή των αποτελεσµάτων ήταν το πρόγραµµα SPSS. Θα µπορούσαµε να υποδιαιρέσουµε τα εν λόγω ερωτηµατολόγια µε βάση την εθνικότητα των µεταναστών και ειδικότερα το καθεστώς ή µη ένταξής τους στην ΕΕ. ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΑΛΒΑΝΙΚΗΣ 8 27,6 ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ 1 3,4 ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ 18 62,1 ΡΩΣΣΙΚΗ 1 3,4 Σύνολο ,0 Από αυτά τα στοιχεία παρατηρούµε ότι σε σύνολο N=28 ατόµων(και όχι 29 αυτό οφείλεται σε µια 88

89 επιπλέον γραµµή που λαµβάνει το SPSS από µόνο του λόγω της εισαγωγής των ερωτήσεων ),οι πολίτες της ΕΕ που όπως προλογίσαµε είναι στο µεταβατικό στάδιο και περιλαµβάνουν τις χώρες της Βουλγαρίας και της Ρουµανίας ήταν 19,ενώ οι λοιποί υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι ερωτήθηκαν όπως Αλβανία και Γεωργία ήταν µόνο 9. Ο λόγος για τον οποίο δεν ερωτήθηκαν περισσότερα άτοµα-υπήκοοι τρίτων χωρών αποτελεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς αρνούνταν να απαντήσουν διότι βρίσκονται παράνοµα στην χώρα και θεωρήθηκε από αυτούς ότι άµεσα κινδύνευαν από τον κίνδυνο της απέλασης και εµφανιζόταν εξαιρετικά δύσπιστοι στο κατά πόσο η έρευνα δεν θα αποκάλυπτε τα προσωπικά τους στοιχεία. Όµως µε το ίδιο στοιχείο χαρακτηριζόταν και οι πολίτες πλέον της ΕΕ,Βούλγαροι και Ρουµάνοι ωστόσο φαινόταν ιδιαιτέρως κατανοητό για τους ίδιους για ποιο σκοπό γινόταν η έρευνα καθόσον δεν θιγόταν σε καµιά περίπτωση τα προσωπικά τους δεδοµένα κάτι που αποτελεί παραβίαση των προσωπικών δεδοµένων ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή φύλου. Εξάλλου και αυτό πρέπει ιδιαιτέρως να σηµειωθεί, ότι θεώρησαν την έρευνα και τον ερευνητή σαν ένα µέσο εξοµολόγησης των προσωπικών τους προβληµατισµών και ερωτηµάτων, σαν µια σανίδα σωτηρίας για εξεύρεση πιθανών λύσεων σε προσωπικά τους θέµατα στην χώρα στην οποία βρίσκονται και την οποία χαρακτηρίζει η έντονη αοριστία, ασάφεια και πολυνοµία. Έτσι παρατηρούµε ότι το 65,5% των ερωτηθέντων είναι πολίτες της ΕΕ και µόλις το 31% υπήκοοιπολίτες τρίτων χωρών (το 3,5% οφείλεται σε στατιστικό λάθος). Σε αυτό το ποσοστό έρχεται να προστεθεί και ένα άλλο ποσοστό,το οποίο αφορά την οικογενειακή κατάσταση των ατόµων που απάντησαν στα ερωτηµατολόγια και φαίνεται στον κάτωθι πίνακα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ_ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΑΓΑΜΟΣ 3 10,3 ΕΓΓΑΜΗ 11 37,9 ΕΓΓΑΜΟΣ 14 48,3 Σύνολο ,0 ΠΑΙ ΙΑ 89

90 Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΝΑΙ 20 69,0 ΟΧΙ 8 27,6 Σύνολο ,0 Έτσι παρατηρούµε ότι το 86,2% αφορούσε µετανάστες έγγαµους ενώ το ποσοστό αυτών που είχαν και παιδιά έφτανε το 69%.Το αντίστοιχο ποσοστό για τους έγγαµους χωρίς παιδιά ήταν 27,6%.Το δε ποσοστό για τους αγάµους αγγίζει το 10,3%. Αξίζει επίσης να επισηµανθεί ότι κανένας από τους ερωτηθέντες αγάµους/ες δεν είχαν κάποιο παιδί εκτός γάµου. Κάτι που αξίζει να επισηµανθεί και διαφαίνεται στους παρακάτω πίνακες αφορά το γεγονός της επιλογής µιας άλλης χώρας στο παρελθόν σαν τόπος προορισµού καθώς και στον τρόπο µε τον οποίο εισείλθαν αυτοί οι µετανάστες στην Ελλάδα. Τα αποτελέσµατα εξάχθηκαν µε βάση το φύλο. Παρατηρούµε ότι το 75% των αντρών απάντησαν ότι ήρθαν µε <<άλλο>> τρόπο ενώ το αντίστοιχο µέγεθος για αυτούς,οι οποίοι ήρθαν µέσω φίλων και γνωστών ανήλθε στο 57,1% και µόλις το 16,7% µε την οικογένεια όταν τα αντίστοιχα µεγέθη για τις γυναίκες ήταν 83,3% µε την οικογένεια( της έφερε ο σύζηγος αυτό θα φανεί και από τον πίνακα που αναφέρεται στους λόγους εισόδου στην Ελλάδα,από το οποίο γίνεται εµφανές το στοιχείο της οικογενειακής επανένωσης,άρθρα Ν.3386/2005).Το ποσοστό,το οποίο αφορά φίλους και γνωστούς ήταν 42,9%,ενώ µε τον χαρακτηρισµό <<άλλο>> ήταν το 25%. Με βάση την εθνικότητα τα αντίστοιχα αποτελέσµατα είναι τα εξής: Αλβανική (άλλο-50%,οικογένεια-33,3%,φίλοι γνωστοί-14,3%) Βουλγαρική (άλλο-0%,οικογένεια-0%,φίλοι γνωστοί-7,1%%) Ρουµανική (άλλο-50%,οικογένεια-66,7%,φίλοι γνωστοί-71,4%) Ρωσσική (άλλο-0%,οικογένεια-0%,φίλοι γνωστοί-7,1%) Πρέπει,στο πιο πάνω αποτέλεσµα να γίνει ιδιαίτερη µνεία στον χαρακτηρισµό << άλλο>> και στο ιδιαιτέρως υψηλό ποσοστό,το οποίο εµφανίζει.(άντρες + γυναίκες =95%).Η αναφορά αυτή γίνεται για να δικαιολογηθούν τα πρόσωπα (µεσολαβητές- διακινητές ), τα οποία εισέπρατταν προκαταβολικά ένα ποσό µε αποκλειστικό στόχο να τους περάσουν από τα σύνορα.χαρακτηριστικές είναι οι εξής 90

91 µαρτυρίες: - << Περπατούσαµε 13 ηµέρες µε τα πόδια µέχρι τα σύνορα από τη Ρουµανία χωρίς φαγητό παρά το γεγονός ότι πληρώσαµε σε µεσάζοντα Ρουµάνο για να περάσουµε στην Ελλάδα >>(χωρίς χαρτιά - άντρας). - Αντίστοιχη µαρτυρία από γυναίκα, η οποία πλήρωσε σε Ρουµάνο διακινητή, για να εισέλθει στην Ελλάδα από την Ρουµανία παράνοµα χωρίς χαρτιά. -Γεωργιανή γυναίκα ανέφερε ότι πλήρωσε σε µεσάζοντα χρήµατα για να µπει στην Ελλάδα παράνοµα χωρίς χαρτιά. Ο τρόπος που ήρθε ήταν µέσω λεωφορείου που µετέφερε και άλλους συντοπίτες της. - Αλβανός µετανάστης επισήµανε ότι ήρθε πολλές φορές οδικώς µόνος του χωρίς να πληρώσει σε τρίτον, απελάθηκε όταν τον έπιασαν και στο τέλος πήρε visa. - Ρουµάνα τόνισε ότι δύο εβδοµάδες περπατούσε χωρίς φαγητό από την χώρα για να έρθει στην Ελλάδα µολονότι είχε πληρώσει σε διακινητή. - Αντίστοιχα και ένας Ρουµάνος άντρας. Με_ποιο_τρόπο_ήρθατε_στην_Ελλάδα Σύνολο ΑΛΛΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΦΙΛΟΙ- ΓΝΩΣΤΟΙ ΦΥΛΟ ΦΥΛΟ 100,0%,0%,0%,0% 100,0% Με_ποιο_τρόπο_ήρθ ατε_στην_ελλάδα 100,0%,0%,0%,0% 3,4% 3,4%,0%,0%,0% 3,4% Α ΦΥΛΟ,0% 40,0% 6,7% 53,3% 100,0% Με_ποιο_τρόπο_ήρθ ατε_στην_ελλάδα,0% 75,0% 16,7% 57,1% 51,7%,0% 20,7% 3,4% 27,6% 51,7% Θ ΦΥΛΟ,0% 15,4% 38,5% 46,2% 100,0% Με_ποιο_τρόπο_ήρθ ατε_στην_ελλάδα,0% 25,0% 83,3% 42,9% 44,8%,0% 6,9% 17,2% 20,7% 44,8% ΦΥΛΟ 3,4% 27,6% 20,7% 48,3% 100,0% Με_ποιο_τρόπο_ήρθατε_στην_ Ελλάδα 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 100,0% 3,4% 27,6% 20,7% 48,3% 100,0% 91

92 Τα παραπάνω δεδοµένα έρχονται σε συνάρτηση µε κάποιες ακόµη παραµέτρους: τον λόγο εγκατάλειψης της χωράς τους, της επιλογής της Ελλάδας σαν τόπο προορισµού καθώς και του εγγράφου που είχαν στην κατοχή τους οι αλλοδαποί όταν εισήλθαν στην Ελλάδα. Παρακάτω εµφανίζονται τα αποτελέσµατα: ΛΟΓΟΙ_ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ_ΧΩΡΑΣ Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΙ/ΕΡΓΑΣΙΑΣ 23 79,3 ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ 4 13,8 1 3,4 Σύνολο ,0 Το µεγαλύτερο ποσοστό όσον αφορά την εθνικότητα των αλλοδαπών µεταναστών συγκεντρώνουν αυτοί της Ρουµανικής υπηκοότητας όσον αφορά τον παράγοντα οικονοµικό/εργασίας (65,2%) και ακολουθούν οι Αλβανικής υπηκοότητας ( 26,1%),Βουλγαρικής υπηκοότητας (4,3%),Ρωσσικής υπηκοότητας (4,3%). Για τον παράγοντα <<καλύτερες συνθήκες ζωής>> τα ποσοστά ήταν δοµηµένα ως εξής: ->Ρουµανικής υπηκοότητας 50% - >Αλβανικής υπηκοότητας 50% -> Βουλγαρικής >> 0% -> Ρωσσικής >> 0% 92

93 Τέλος για την οικογενειακή επανένωση τα αποτελέσµατα ήταν τα εξής: ->Ρουµανικής υπηκοότητας 100% - >Αλβανικής υπηκοότητας 0% -> Βουλγαρικής >> 0% -> Ρωσικής >> 0% Είναι σηµαντικό το πιο πάνω αποτέλεσµα καθόσον ενώ οι Αλβανικής υπηκοότητας φαίνονται ότι έρχονται στην Ελλάδα µαζί µε τις οικογένειές τους οι Ρουµανικής υπηκοότητας παρουσιάζουν την τάση να µην µπορούν να φέρουν τις οικογένειές τους στην Ελλάδα µετά από πολλά χρόνια εργασίας. ύο ήταν τα σηµαντικά ευρήµατα προς αυτή την κατεύθυνση: Ρουµάνος ο οποίος ρωτήθηκε είπε ότι δεν γνωρίζει τον µεταναστευτικό νόµο κάτι που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση καθώς οι Ρουµάνοι είναι ιδιαιτέρως γνώστες µεταναστευτικών ζητηµάτων καθόσον δύο εφηµερίδες που εκδίδονται στην Ελλάδα (Curierul Atenei & Ziarul romanilor ) έχουν ιδιαίτερη στήλη πάνω σε θέµατα µετανάστευσης. Το θέµα όµως που ανακύπτει είναι κατά πόσο και αυτοί που την εκδίδουν γνωρίζουν καλά το νοµοθετικό πλαίσιο (Ν.3386/2005). Tο δεύτερο εύρηµα αφορά την περίπτωση ενός Ρουµάνου µετανάστη, ο οποίος βρίσκεται παράνοµα στην Ελλάδα (είναι χωρίς χαρτιά) και ενώ απάντησε ότι ήρθε στην Ελλάδα για οικονοµικούς λόγους(εύρεση εργασίας) ωστόσο του παρουσιάστηκε το εξής πρόβληµα: η σύζυγός του έµεινε έγκυος και λίγο πριν γεννήσει επισκέφτηκε κάποιο νοσοκοµείο και ζήτησε διευκρινήσεις σχετικά µε την πιθανότητα να γεννήσει στο εν λόγω νοσοκοµείο. Η απάντηση του νοσοκοµείου ήταν ότι καθόσον βρίσκονται παράνοµα στη χώρα, µόνος τρόπος για να γεννήσει στο συγκεκριµένο νοσοκοµείο θα ήταν να πληρώσει 500 ή αλλιώς να επιστρέψει στην χώρα προορισµού της, πράγµα και το οποίο έγινε. Οπότε αυτό που πραγµατοποιήθηκε στην προκείµενη περίπτωση ήταν το αντίθετο της οικογενειακής επανένωσης καθόσον συγκεκριµένος Ρουµάνος δεν είναι πλέον µε την οικογένεια και το παιδί του γεγονός το οποίο τον κάνει να αισθάνεται ιδιαιτέρως άσχηµα και ζητάει απεγνωσµένα βοήθεια προκειµένου να επιστρέψουν στην Ελλάδα τα µέλη της οικογένειας τους,εφόσον ο ίδιος εργάζεται παράνοµα αλλά δεν µπορεί να φύγει διότι τα ηµεροµίσθια στην Ρουµανία είναι πολύ πολύ χαµηλότερα από της Ελλάδας και πέρα των άλλων από θα µπορεί να γίνει νόµιµος. Αν συνεχίσουµε την ανάλυση των αποτελεσµάτων της έρευνας βλέπουµε κάποια στατιστικά στοιχεία για την κατοχή εγγράφων, νοµιµοποιητικών των µεταναστών όταν εισήλθαν στην Ελλάδα. 93

94 Τί_έγγραφο_είχατε_στην_κατοχή_σας_όταν_ήρθατε_στην_Ελλάδα Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 VISA 7 24,1 Α ΕΙΑ ΙΑΜΟΝΗΣ&ΕΡΓΑΣΙΑΣ 1 3,4 ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ VISA 2 6,9 ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΤΙΑ 18 62,1 Σύνολο ,0 Αξιοσηµείωτο είναι το γεγονός ότι και εδώ την πρώτη θέση την κατέχουν όσον αφορά τους µετανάστες µε την µη κατοχή νοµιµοποιητικών δικαιολογητικών (χωρίς χαρτιά) είναι και πάλι τα άτοµα Ρουµανικής υπηκοότητας µε ποσοστό 77,8% δηλ. 8/10 ενώ ακολουθούν οι Αλβανικής υπηκοότητας (16,7%) και τέλος οι Ρωσικής υπηκοότητας (5,6%) ενώ δεν καταγράφηκε αντίστοιχο µέγεθος για Βουλγαρικής υπηκοότητας υπηκόους. Αλβανικής υπηκοότητας Βουλγαρικής υπηκοότητας Ρουµανικής υπηκοότητας Ρωσικής υπηκοότητας VISA 57,1% 14,3% 28,6% 0,0% Α ΕΙΑ 100,0% 0,0% 0,0% 0,0% ΙΑΜΟΝΗΣ& ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ 0,0% 0,0% 100,0% 0,0% VISA ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΤΙΑ 16,7% 0,0% 77,8% 5,6% Στη συνέχεια παρουσιάζονται αξιόλογα ευρήµατα όσον αφορά την ερώτηση του <<εάν και κατά πόσο έχετε τον ελάχιστο αριθµό ενσήµων του ΙΚΑ προκειµένου να πάρετε την άδεια εργασίας>> στην οποία ένας σηµαντικός αριθµός ατόµων απάντησε θετικά τονίζοντας µας µερικοί από τους ερωτηθέντες ότι έχουν βιβλιάριο υγείας ΟΓΑ λόγω εργασίας (γεωργία). 94

95 Καθώς και στην ερώτηση αν και κατά πόσο αυτή τη στιγµή είστε εφοδιασµένος µε τα νόµιµα δικαιολογητικά διαµονής στην Ελλάδα (παραµονής και εργασίας) παρατηρούµε ότι υπήρχε µεγάλος βαθµός αξιοπιστίας όπως φαίνεται και από τα αποτελέσµατα. Και από τους δύο παραπάνω πίνακες διαφαίνεται έντονα το στοιχείο της έλλειψης νοµιµοποιητικών δικαιολογητικών για τους Ρουµάνους υπήκοους, πολλοί από τους οποίους υποστήριξαν ότι δεν είχαν ούτε τον χρόνο (απασχολούνται σε δύο και τρείς τοµείς) ούτε την γνώση για να υποβάλλουν αίτηση για άδεια εργασίας αλλά και το πιο σηµαντικό:δεν διέθεταν τον απαραίτητο αριθµό ηµερών-ενσήµων ασφάλισης( 50 ένσηµα και από 01/01/ ένσηµα) για την κατάθεση αίτηση για άδεια εργασίας. Αυτό µπορούµε να το συσχετίσουµε µε τον παρακάτω πίνακα. <<Είστε εφοδιασµένος/η σήµερα µε την άδεια διαµονής και εργασίας>> Εθνικότητα 2 ετη Αορίστου εν κατέχει διαρκείας Αλβανικής 100% 20% 14,3% Βουλγάρικης 10% Ρουµάνικης 70% 78,6% Ρώσσικης 7,1% Εξάγεται πλέον και µε επίσηµα στατιστικά στοιχεία αυτό το οποίο είχαµε ήδη τονίσει ότι δηλαδή 8/10 Ρουµάνους µετανάστες χαρακτηρίζονται από το φαινόµενο της αδήλωτης εργασίας ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους Αλβανούς µετανάστες υποχωρεί στο 14,9%.Να υπογραµµιστεί επίσης ότι οι Αλβανοί µετανάστες όχι µόνο έχουν τα νοµιµοποιητικά δικαιολογητικά αλλά και απαιτούν στην εργασία τους να είναι ασφαλισµένοι από την πρώτη κιόλας ηµέρα. Η ερώτηση που τέθηκε είναι <<είστε ασφαλισµένος στο ΙΚΑ ή σε κάποιον άλλο ασφαλιστικό οργανισµό;>>καθώς περιλαµβάνονται και λοιπά ταµεία µε έµφαση στον ΟΓΑ. Εθνικότητα ΝΑΙ ΟΧΙ Αλβανικής 40% 15,4% Βουλγάρικης 6,7% Ρουµάνικης 53,3% 76,9% Ρώσσικης 7,7% 95

96 Να επισηµανθεί ότι το ποσοστό τον Αλβανών µεταναστών φαίνεται πιο χαµηλό λόγω µεγέθους στο συγκεκριµένο ερωτηµατολόγιο (ερωτηθέντες=8 σε σύνολο δείγµατος Ν=28). Προσεγγίζοντας λίγο ακόµη περισσότερο το θέµα αναδύουµε το πιο σηµαντικό τµήµα του ερωτηµατολογίου όσον αφορά την εργασία-εισόδηµα των µεταναστών,το οποίο αποτελεί και το επικεντρο του θέµατος που ερευνάται. Κύρια εργασία µεταναστών ΕΘΝΙΚΟΤΗ ΤΑ Γεωργία ιευθυντής τουριστικού γραφείου Εργοστά σιο τυποποίη Οικιακή βοηθός Οικο δοµι κές Σερβιτόρα Τεχνικ ές εργασί Υπάλληλος σε καφενείο Υπάλληλλος σε τουριστικό γραφείο σης ελιών εργα σίες ες/οξυγ ονοκολ λητής Αλβανικής 40% 25% 50% Βουλγαρικής 100% Ρουµανικής 60% 100% 100% 50% 50% 100% 100% 100% Ρωσσικής 25% Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ένα µέρος των µεταναστών (Ρουµάνων) αυτοαπασχολείται και έχει δικιά του οικογενειακή επιχείρηση (στην περίπτωση µας πρόκειται για ένα ζευγάρι Ρουµάνων, οι οποίοι έχουν ανοίξει τουριστικό γραφείο στην Καλαµάτα και η σύζυγος απασχολείται σαν υπάλληλος ενώ ο σύζυγος πέρα από διευθυντής του τουριστικού γραφείου εργάζεται και σαν υδραυλικός, χωρίς ασφάλιση (δευτερεύουσα απασχόληση) µολονότι και οι δύο διαθέτουν άδεια διαµονής και εργασίας. Μάλιστα ο συγκεκριµένος µας δήλωσε ότι πρόκειται στην Καλαµάτα να δηµιουργηθεί σωµατείο για τους Ρουµάνους µετανάστες, το οποίο θα τους βοηθά και θα τους υποστηρίζει σε κάθε τους πρόβληµα,ενώ οι διαβεβαίωση από τις πολιτικές αρχές ότι πρόκειται να ψηφίσουν οι νόµιµα διαµένοντες στις επερχόµενες δηµοτικές και νοµαρχιακές εκλογές θα τους ενισχύσει τα δικαιώµατα). 96

97 Στην ίδια κατεύθυνση, κινείται και η Ρουµάνα εργαζόµενη σαν υπάλληλος στο καφενείο του άντρα της και η οποία είναι έµµεσα ασφαλισµένη στο ΙΚΑ (είναι στο βιβλιάριο ασθενείας του συζύγου της) ενώ η ίδια µας επισήµανε ότι εργαζόταν στη συγκοµιδή ελιών 48 παλιά χωρίς να είναι ασφαλισµένη παρότι διέθετε άδεια διαµονής και εργασίας. Όπως επίσης Ρουµάνα εργαζόµενη µη νόµιµη αυτή τη στιγµή καθόσον δεν έχει τον επαρκή αριθµό ενσήµων για να ανανεώσει την άδεια εργασίας της (τελευταία ανανέωση 2004),εργαζόταν στη συγκοµιδή ελιών και λάµβανε σαν αµοιβή ηµεροµίσθιο 18 /ηµέρα,εργαζόταν 12 ώρες την ηµέρα και για υπερωριακή απασχόληση λάµβανε σαν αµοιβή 1,80 /ώρα,ενώ κάποια άλλη εργαζόµενη της ίδιας υπηκοότητας λάµβανε σαν αµοιβή 3 /ώρα παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε άδεια εργασίας. Και δεν πρέπει να µας διαφεύγει ότι η συγκεκριµένη εργασία ενέχει µεγάλο βαθµό επικινδυνότητας παράλληλα µε τις οικοδοµικές εργασίες. Εξίσου µεγάλο βαθµό επικινδυνότητας έχει και ο τοµέας των τεχνικών εργασιών/οξυγονοκολλήσεις στις οποίες απασχολείται ένας Ρουµάνος, ο οποίος δεν διαθέτει δικαιολογητικά νοµιµοποίησης και λαµβάνει σαν αµοιβή 40 /ηµέρα και σαν υπερωριακή απασχόληση. Επίσης και στην ίδια γραµµή µε τις προηγούµενες παρατηρήσεις αποτελεί µια ακόµη διαπίστωση :ότι όσες γυναίκες απασχολούνται σαν οικιακοί βοηθοί δεν είναι σε καµιά περίπτωση ασφαλισµένες είτε διαθέτουν άδεια εργασίας είτε όχι. Ταυτόχρονα αναφέρθηκε από Ρουµάνα εργαζόµενη µηνόµιµη, η οποία απασχολείται σαν οικιακή βοηθός και εργάζεται 7 ώρες/ηµέρα, λαµβάνει σαν αποζηµίωση για τις επιπλέον ώρες εργασίας µε 2,15 /ώρα. Όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται στους κάτωθι πίνακες εξήχθησαν από την έρευνα: Την εργασία σας πως την βρήκατε Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΑΛΛΟ 4 13,8 ΜΕΣΩ ΓΝΩΣΤΩΝ ΑΠΌ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΑΠΌ ΤΗΝ 1 3,4 ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΓΟΜΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ 10 34,5 ΦΙΛΟΙ 13 44,8 ΣΥΝΟΛΟ ,0 48 Πολλοί από τους μετανάστες, οι οποίοι εργάζονται στην γεωργία και είναι ασφαλισμένοι στον ΟΓΑ βρίσκονται σε καθεστώς μειωμένης - μερικής απασχόλησης. 97

98 Πόσες ώρες εργάζεστε την ηµέρα; Συχνότητ α Ποσοστό <=8 6 20,7 > ,3 ΣΥΝΟΛΟ ,0 Παρατηρούµε ότι το 79,3% εργάζεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης παρά το γεγονός ότι εµφανίζονται σαν µερικής ή µειωµένης απασχόλησης. Αν ναι πληρωνόσαστε για τις επιπλέον ώρες εργασίας Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΝΑΙ 23 79,3 ΟΧΙ 5 17,2 ΣΥΝΟΛΟ ,0 Εδώ παρατηρούµε το εξής περίεργο :την πρώτη θέση στην πληρωµή υπερωριακής απασχόλησης κατέχουν οι Ρουµάνοι µετανάστες (60,9%) και την τελευταία στην µη πληρωµή υπερωριακής απασχόλησης µε αναλογία 8/10 (80%),ενώ οι Αλβανοί µετανάστες για τις υπερωρίες τους σε ποσοστό 34,8%. 98

99 Είστε_ασφαλισµένος_στο_ΙΚΑ_ή_σε_κάποιον_άλλο_ασφαλιστικό_οργανισµό; Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΝΑΙ 15 51,7 ΟΧΙ 13 44,8 ΣΥΝΟΛΟ ,0 Στον παραπάνω πίνακα αποτυπώνεται και συγκεντρωτικά το ποσοστό της αδήλωτης εργασίας στη Μεσσηνία συγκεντρωτικά (44,8%) ασχέτως υπηκοότητας. Γνωρίζετε τα ασφαλιστικά σας δικαιώµατα; Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΝΑΙ 14 48,3 ΟΧΙ 14 48,3 Σύνολο ,0 Αυτοί που εµφανίζονται να τα γνωρίζουν λιγότερο τα ασφαλιστικά τους δικαιώµατα είναι οι µετανάστες που προέρχονται από την περιοχή της Αλβανίας µε ποσοστό 14,3% Εκτός_από_την_κύρια_εργασία_σας_έχετε_και_κάποια_άλλη_απασχόληση Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΝΑΙ 12 41,4 ΟΧΙ 16 55,2 Σύνολο ,0 99

100 Στην πρώτη θέση έρχονται οι µετανάστες µε Αλβανική υπηκοότητα Η µετανάστρια από τη Γεωργία (Ρωσσική υπηκοότητα) έρχεται στην τελευταία θέση όσον αφορά την µη ύπαρξη δευτερεύουσας απασχόλησης. Μάλιστα να σηµειωθεί ότι η συγκεκριµένη απασχολείται σε µόνιµη βάση σαν αποκλειστική οικιακή βοηθός και διαµένει στο σπίτι στο οποίο απασχολείται καθώς φροντίζει και ένα ζευγάρι ηλικιωµένων. εν διαθέτει άδεια εργασίας και η µηνιαία της αµοιβή είναι <600. Την πρώτη θέση στην µη ύπαρξη δευτερεύουσας απασχόλησης την κατέχουν οι µετανάστες Ρουµανικής υπηκοότητας καθόσον οι περισσότεροι απασχολούνται παράνοµα και τόσες πολλές (γεωργία, οικοδοµές) που δεν έχουν χρόνο να απασχοληθούν σε άλλο τοµέα. Να σηµειωθεί ότι οι περισσότεροι που απάντησαν θετικά στη συγκεκριµένη ερώτηση,σαν δεύτερη εργασία έχουν τις τεχνικές εργασίες (βαφείς, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί κτλ.) οι άντρες και σαν οικιακή βοηθοί ή στη συγκοµιδή ελιών οι γυναίκες. Κανένας και καµιά από αυτούς δεν διαθέτει ασφάλιση σε αυτή ακόµη και οι νόµιµα διαµένοντες µετανάστες. Πριν ολοκληρώσουµε τη συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσµάτων θα αναπτύξουµε κάποια ακόµη συµπεράσµατα που εξήχθησαν από την επιτόπια έρευνα που πραγµατοποιήσαµε όσον αφορά: Το εισόδηµα των µεταναστών Τα εργατικά ατυχήµατα Τα επιδόµατα ανεργίας Το εκπαιδευτικό προφίλ των µεταναστών Συνεργασία µε τη δηµόσια διοίκηση Βελτίωση συνθηκών ζωής στην Ελλάδα. 100

101 1.Εισόδηµα µεταναστών Ποιο είναι το µηνιαίο εισόδηµά σας; Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 < ,6 > , ,7 6 /hr 1 3, ,9 Σύνολο ,0 Πολύ σηµαντικό αποτελεί το στοιχείο ότι ένα ποσοστό 37,9% βρίσκεται µεταξύ ,το οποίο συνιστά ένα αξιοπρεπές εισόδηµα και βρίσκεται πάνω από τα όρια της φτώχιας ( /έτος) ενώ ταυτόχρονα ιδιαιτέρως υψηλό είναι και το αντίστοιχο ποσοστό για εισοδήµατα<600. Την πρώτη θέση σε εισοδήµατα µεταξύ λαµβάνουν οι Ρουµάνοι µετανάστες-ποσοστό 66,7% (ιδιαίτερα υψηλό εισόδηµα),ενώ την τελευταία στην αντίστοιχη κατηγορία έχουν οι Αλβανοί αλλοδαποί µε ποσοστό 33,3%.Τέλος παρατηρείται ότι τις πρώτες θέσεις κατέχουν οι Ρουµάνοι µετανάστες και σε εισοδήµατα >1500 ενώ σηµαντικό είναι και το ποσοστό των µεταναστών, οι οποίοι προέρχονται από τη Γεωργία για εισοδήµατα <600 (ποσοστό 12,5%). 2.Εργατικά ατυχήµατα Το πρώτο κοµµάτι που θα αναπτύξουµε και από τα πιο σοβαρά είναι αυτό των εργατικών ατυχηµάτων Μέχρι σήµερα είχατε κάποιο ατύχηµα στον χώρο εργασίας Συχνότητα Ποσοστό 1 3,4 ΝΑΙ 9 31,0 ΟΧΙ 19 65,5 Σύνολο ,0 101

102 Άκρως εντυπωσιακό το ποσοστό αυτών που είχαν κάποιο ατύχηµα στον χώρο εργασίας τους, ενώ στην πρώτη θέση βρίσκονται και πάλι οι Ρουµάνοι µετανάστες (8/10) περίπου είχαν κάποιο εργατικό ατύχηµα γεγονός που συνδυάζετε απόλυτα και µε το αντίστοιχο ποσοστό της αδήλωτης εργασίας που τους χαρακτηρίζει (8/10),κάτι το οποίο εξηγεί απόλυτα τον λόγο για τον οποίο δεν εµφανίζονται σε επίσηµες αναφορές και στατιστικές τα συγκεκριµένα µεγέθη. Οι παράνοµα διαµένοντες µετανάστες υπό τον φόβο τυχόν απέλασης δεν δηλώνουν τα ατυχήµατα και φυσικά ούτε και οι ίδιοι οι εργοδότες, οι οποίοι είναι καθόλα παράνοµοι. Συγκεκριµένα θα αναφέρουµε δύο σηµαντικές περιπτώσεις που καταγράφηκαν. Ρουµάνα υπήκοος χωρίς άδεια εργασίας, η οποία εισήλθε στη χώρα µε τουριστική visa διάρκειας τριών ηµερών και 500 συνάλλαγµα είχε στις 26/08/2005 σοβαρό εργατικό ατύχηµα. Βοηθώντας µια συνάδελφο της στην φόρτωση των ελιών και στην τοποθέτηση τους σε αλατόνερο πήγε να ανοίξει κάποιο moter,όµως καθώς ήταν βρεγµένη και τα καλώδια του moter ήταν γυµνά έπαθε ηλεκτροπληξία από ρεύµα το οποίο ήταν τριφασικό. Όταν πήγε να σηκωθεί την ξαναχτύπησε το ηλεκτρικό ρεύµα και κάποιος που προσφέρθηκε να βοηθήσει αποµακρύνθηκε. Τελικά παρουσιάστηκε κάποιος συνάδελφος από τη διπλανή επιχείρηση µε φορτηγό, ο οποίος την µετέφερε στο πλησιέστερο νοσοκοµείο µαζί µε την εργοδότρια της επιχ/σης, η οποία της µάζεψε όλα τα ρούχα και τα εξαφάνισε ώστε να µην υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την επιχείρηση. Η κοπέλα βρισκόταν σε κώµα για αρκετές ηµέρες, και η εργοδότρια της δεν την άφησε καθόλου µόνη από τη στιγµή που ξύπνησε και µετά ώστε να µην µιλήσει στην αστυνοµία ή οπουδήποτε αλλού. Να σηµειωθεί ότι η επιχείρηση για τρεις ηµέρες παρέµεινε κλειστή ώστε να µην πραγµατοποιηθεί οποιοσδήποτε έλεγχος (ΣΕΠΕ, ΙΚΑ, αστυνοµία) και να µην περάσει αυτόφωρο. Απείλησε την εργαζόµενη πως εάν µιλούσε θα απέλυε και θα κατήγγελλε στην αστυνοµία για να τους απελάσουν όλους τους Ρουµάνους συναδέλφους της, οι οποίοι και αυτοί ήταν παράνοµοι. Της τόνισε ότι αν της ζητηθεί κατάθεση, θα υποστήριζε ότι στα σπίτια στα οποία εργαζόταν σαν οικιακή βοηθός σιδέρωνε ρούχα και έπεσε επάνω της το σίδερο και κάηκε. Το παράδοξο είναι µε όλη αυτή την κατάσταση και την κίνδυνο που διέτρεξε η εν λόγω εργαζόµενη να χά&sigm