ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ- ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΜΑ

Σχετικά έγγραφα
Η Περιβαλλοντική Πολιτική Στην Ελλάδα Μέσα Από Το Άρθρο 24 του Συντάγματος. Εύη Τζινευράκη Δικηγόρος

«Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ»

ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ 2000»

ΜΕΛΕΤΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ Εισαγωγή για νέους µηχανικούς. Εισηγητής: Μυλωνάς Σωτήρης Πολ. Μηχανικός, ΜΒΑ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ & ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΜΑΘΗΜΑ 2

Η γενική αρχή του σεβασµού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας

Σελίδα 1 από 5. Τ

«Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ»

Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ(α.25παρ.3Σ) Με τον όρο γενικές συνταγµατικές αρχες εννοούµε ένα σύνολο

ΕΡΓΑΣΙΑ 1 η ΜΕ ΘΕΜΑ: «Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΠΑΡΑΒΙΑΣΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΑΣ» Ι ΑΣΚΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: κ. ΑΝ ΡΕΑΣ ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ. Θέµα: Η αρχή της ανθρώπινης αξίας ΒΑΣΙΛΙΚΗ. ΓΡΙΒΑ. ιδάσκων Καθηγητής: Ανδρέας Γ. ηµητρόπουλος

Το Σύνταγμα της Ελλάδας του 1975/86/01 στο δεύτερο μέρος του περιλαμβάνει τις διατάξεις τις σχετικές με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

II.2 ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ. ... (το όργανο θα προσδιοριστεί)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. Συντομογραφίες...15 Ελληνικές...15 Ξενόγλωσσες...18

Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση Στρατηγική ΜΠΕ Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη. Δρ Σταυρούλα Τσιτσιφλή

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Διατήρηση της βιοποικιλότητας: Η ανάγκη προστασίας & βασικές θεσμικές προβλέψεις

ΦΥΣΙΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ. Μαρία Κιτριλάκη ΠΕ04.04

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ,ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ & ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ & ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ «Περιβαλλοντικά Προβλήματα & Δίκαιο» ΜΑΘΗΜΑ 7

Η έννοια της Αειφορικής Ανάπτυξης. Ν.Σ.Ευσταθιάδης

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΜΕΛΕΤΩΝ ΕΙΔΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ. Γιώργος Βαβίζος Βιολόγος Eco-Consultants S.A.

ΕΡΓΑΣΙΑ 6 η ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙ ΤΗΣ Ι ΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΩΝ ΗΜΟΣΙΩΝ

Ξενοφών Κοντιάδης Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Δικηγόρος, Πρόεδρος Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΡΥΠΑΝΣΗΣ. Ι ΑΣΚΟΥΣΑ : ρ. Μαρία Π. Θεοδωροπούλου

Νομοθεσία για τη φύση: Κατάσταση εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη φύση Προτάσεις για τη βελτίωση εφαρμογής τους

Το πολίτευμα που προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα του 1975/1986/2001/ Οι θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος

Σχολιασμός απόφασης 893/2004 Ε Τμήμα. Α. Ιστορικό

Θέσεις για το Σχέδιο Νόμου(ΣΝ) «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής»

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ. ΕΡΓΑΣΙΑ 5 η :

ΑΕΙΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Θέµα εργασίας. Η ερµηνεία του άρθρου 8 παρ. 1 του Συντάγµατος

Συνταγματικό Δίκαιο Ενότητα 2: Κράτος Δικαίου 2

Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΠολΠρωτΑθ 528/2002

H ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΩΝ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

94/ ) προστασίας και αξιοποίησης

# εργασία αρ.3# ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ ΟΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΞΙΑΣ Σ Χ Ε Ι Α Γ Ρ Α Μ Μ Α 5]ΑΝΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

οι ορισμοί της αειφόρου ανάπτυξης προϋποθέτουν την αντίληψη του κόσμου ως ένα σύστημα που συνδέει το χώρο και το χρόνο

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγµατος ΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Νομοθεσία για τη φύση: Κατάσταση εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών για τη φύση Προτάσεις για τη βελτίωση εφαρμογής τους

Η ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΥΔΑΤΟΡΕΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ & ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ «Περιβαλλοντικά Προβλήματα & Δίκαιο» ΜΑΘΗΜΑ 3

Θέµα εργασίας : Άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγµατος( Το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξίας) Σχολιασµός Αποφ. 40/1998 Α.Π

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Δρ Σταυρούλα Τσιτσιφλή ΤΕΙ Θεσσαλίας

ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Αναστασία Στρατηγέα. Ακριβή Λέκα Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός, Δρ. Ε.Μ.Π., Μέλος Ε.Δ.Ι.Π. Ε.Μ.Π.

«Η Οδηγία Πλαίσιο Κοινοτικής Δράσης στον τομέα πολιτικής υδάτων»

Αυτορρύθμιση στις αγροτικές περιοχές/ύπαιθρος

2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά.

αειφορία και περιβάλλον

«Κατευθύνσεις περιβαλλοντικής. σε συνθήκες κρίσης στην Ελλάδα» Ρ. Κλαμπατσέα,

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

Διοικητικό Δίκαιο. Εισαγωγή στο Διοικητικό Δίκαιο 1 ο Μέρος. Αν. Καθηγήτρια Ευγ. Β. Πρεβεδούρου Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΟΡΕΙΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ, ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ, ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

ΟΔΗΓΙΑ 93/13/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ **************

Ε.Κ.Π.Α.Α. ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. Οδηγία Πλαίσιο για τη Θαλάσσια Στρατηγική Υποχρεώσεις των κρατών μελών

Κοινωνικά και Οικονομικά οφέλη των προστατευόμενων περιοχών του Δικτύου NATURA Γεωργία Πιλιγκότση MSc Οικονομολόγος Περιβάλλοντος

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ. Προλογικό σημείωμα... Εισαγωγικές παρατηρήσεις... 1

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ. ΕΡΓΑΣΙΑ 4 η :

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. V. Η εμπιστοσύνη ως αυτόνομο θεμέλιο ευθύνης του παραγωγού 17

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ Η ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

ΑΝ ΡΕΑΣ ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΣΙΝΟΝΟΥ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ- ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Διοικητικό Δίκαιο. Αστική ευθύνη του δημοσίου 1 ο μέρος. Αν. Καθηγήτρια Ευγ. Β. Πρεβεδούρου Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Αρχή της αναλογικότητας. Λίνα Παπαδοπούλου Aν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

Προσαρμογή διαφόρων νομικών πράξεων οι οποίες προβλέπουν τη χρήση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο στα άρθρα 290 και 291 ΣΛΕΕ - μέρος ΙΙ

Περιγραφή του ισχύοντος συστήµατος οριοθέτησης αρµοδιοτήτων µεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών µελών

Πλαίσια Χωρικού Σχεδιασµού στον Ευρωπαϊκό και Ελληνικό χώρο: πολιτικές και θεσµοί Αθηνά Γιαννακού ρ. Χωροτάκτης-Πολεοδόµος (M.Sc.&Ph.D.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. Πρόλογος 15

Ελλάδα Επιχειρησιακό πρόγραµµα : Περιβάλλον και αειφόρος ανάπτυξη

Η πολιτική της χαρτογράφησης vs η χαρτογράφηση της πολιτικής Η εκτίμηση της σπουδαιότητας των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίων κα προγραμμάτων.

Διοικητικό Δίκαιο Ι. Μαθητική σχέση έννομη σχέση δημόσιου διοικητικού δικαίου. Αντικείμενο Διοικητικού Δικαίου Διοίκηση

«Οι συνέπειες από την εφαρμογή της νομοθεσίας για την Περιβαλλοντική Ευθύνη στην Ελληνική Βιομηχανία»

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Εξωσυμβατική ευθύνη Δημοσίου 12/4/2016

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΣΤΟΥΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑ.ΣΟ.Κ 2007

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ (Φεβρουάριος 1997)

Τ.Ε.Ε. τμήμα Κερκύρας / Ν.Α. Νομού Κερκύρας. Ημερίδα με θέμα: Χωροταξικός και Πολεοδομικός Σχεδιασμός Όρος Ζωής για την Κέρκυρα

εκτός των ορίων της παρεχοµένης µε το άρθρο 42 παραγρ. 5 ν. 1337/83 εξουσιοδοτήσεως και συνεπώς ανίσχυρες

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ

Επιτροπή Περιβάλλοντος, Δημόσιας Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων ΣΧΕΔΙΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ. προς την Επιτροπή Περιφερειακής Ανάπτυξης

Δρ Παναγιώτης Μέρκος, Γενικός Επιθεωρητής

Λαναρά Θεοδώρα Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος MSc Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Παρνασσού

Εμβάθυνση στο συνταγματικό δίκαιο

Κοινωνικά και Οικονομικά οφέλη των προστατευόμενων περιοχών του Δικτύου NATURA Γεωργία Πιλιγκότση MSc Οικονομολόγος Περιβάλλοντος

Φυσικό και Αστικό Περιβάλλον. Αειφορική Διαχείριση & Βιώσιμη Ανάπτυξη

1ο Κεφάλαιο Το δικαίωµα του συνεταιρίζεσθαι στα πλαίσια του άρθρου 12 του Συντάγµατος

Η ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Συνταγματικό Δίκαιο Ενότητα 4: Πηγές του Δικαίου

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών

Ι ΑΣΚΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: κ. ΑΝ ΡΕΑΣ ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ

Δικαίωμα στην εκπαίδευση. Λίνα Παπαδοπούλου Επ. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

Transcript:

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ- ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΑΘΗΜΑ : ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ Η ΕΞΑΜΗΝΟ ΘΕΜΑ Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ ΑΛΙΚΗ Α.Μ. 1340200300070 ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ Α. ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Ζ.ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΑΘΗΝΑ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2007.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Εισαγωγή Κεφάλαιο 1: ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ I. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣ ΙΟΡΙΣΜΟΙ α) Η νοµική έννοια του φυσικού περιβάλλοντος β) Η νοµική έννοια του δάσους γ) Ειδικότεροι εννοιολογικοί προσδιορισµοί i. ΤΟΠΙΟ ii. ΠΑΡΑΚΤΙΕΣ ΖΩΝΕΣ iii. ΥΓΡΟΒΙΟΤΟΠΟΙ iv. ΡΕΥΜΑΤΑ δ) Εννοιολογικοί προσδιορισµοί ορισµένων βασικών εννοιών της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας i. Ρύπανση ii. Μόλυνση iii. Υποβάθµιση iv. Οικοσύστηµα v. Φυσικός αποδέκτης vi. Υγεία vii. Οικολογική ισορροπία viii. Φυσικοί πόροι II. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 1) Γενικά 2) Η αρχή της βιώσιµης ανάπτυξης 3) Αρχή της πρόληψης 4) Αρχή της προφύλαξης 5) Αρχή της φέρουσας ικανότητας 6) Αρχή της βιοποικιλότητας 7) Αρχή κοινής φυσικής κληρονοµιάς 8) Αρχή ήπιας ανάπτυξης ευπαθών οικοσυστηµάτων 9) Αρχή χωρονοµίας 10) Αρχή πολιτιστικής κληρονοµιάς 11) Αρχή του βιώσιµου αστικού περιβάλλοντος 12) Αρχή του φυσικού κάλλους 13) Αρχή της οικολογικής συνείδησης Κεφάλαιο 2: ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ I. Η νοµική έννοια της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος 1

II. Η νοµική προστασία του δάσους III. Ιδιαίτερη Νοµική Προστασία IV. Η Συνταγµατική Κατοχύρωση της Προστασίας του Περιβάλλοντος V. Η Προστασία του Περιβάλλοντος µέσω διατάξεων ηµοσίου ικαίου-ν. 1650/1986 VI. Η Προστασία του Περιβάλλοντος µε τα µέσα του Αστικού ικαίου α) Με βάση τις διατάξεις για την προσωπικότητα β) Με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες γ) Μέσω της ρήτρας περί κατάχρησης δικαιώµατος ( ΑΚ 281) Κεφάλαιο 3: ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ I. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΙΑΣΤΑΣΕΙΣ α) Αµυντικό Περιεχόµενο β) Προστατευτικό Περιεχόµενο γ) ιασφαλιστικό Περιεχόµενο II. ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΩΣ ΑΤΟΜΙΚΟ ΙΚΑΙΩΜΑ III. ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΩΣ ΚΟΝΩΝΙΚΟ ΙΚΑΙΩΜΑ IV. ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΙΚΑΙΩΜΑ V. ΑΠΟ ΕΚΤΕΣ VI. ΦΟΡΕΙΣ VII. ΤΡΙΤΕΝΕΡΓΕΙΑ Κεφάλαιο 4 : Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΜΕ ΑΛΛΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΙΚΑΙΩΜΑΤΑ I. ΓΕΝΙΚΑ II. Ι ΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ III. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ- ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ Κεφάλαιο 5: ΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ I. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΙΕΘΝΟΥΣ ΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ II. ΤΟ ΙΕΘΝΕΣ ΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ-ΣΧΕΣΗ ΙΕΘΝΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 2

Κεφάλαιο 6: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ Α I. ΓΕΝΙΚΑ II. Η ΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ i. Το κεντρικό επίπεδο ii. Το περιφερειακό επίπεδο iii. Το νοµαρχιακό επίπεδο Κεφάλαιο 7: Η ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΙΚΗ I. Το έννοµο αγαθό περιβάλλον και η ανάγκη προστασίας του. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΑΣΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 3

Εισαγωγή Με τον όρο «φυσικό περιβάλλον» εννοούµε το χερσαίο, θαλάσσιο και εναέριο χώρο που περιβάλλει τον άνθρωπο, µαζί µε τη χλωρίδα, την πανίδα και τους φυσικούς του πόρους. Η ευρεία έννοια του περιβάλλοντος υιοθετείται τόσο από τις διατάξεις του άρθρου 24 Σ, οι οποίες δηµιουργούν υποχρέωση του κράτους να λαµβάνει µέτρα για την προστασία τόσο του φυσικού περιβάλλοντος ( αρ 24 1 και 117 3,4) όσο και του πολιτιστικού ( άρ.24 4-5) όσο και από τον εκτελεστικό ν. 1650/1986, ο οποίος στο άρθρο 2 1, ορίζει ότι το περιβάλλον ως «σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες».το περιβάλλον, ως προστατευόµενο αγαθό τόσο του ιδιωτικού όσο και του δηµοσίου δικαίου, συµπίπτει µε τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθµων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, τη διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Το περιβάλλον και η προστασία του από τις καταστροφικές επιδράσεις της τεχνολογικής προόδου, της απρογραµµάτιστης οικονοµικής ανάπτυξης και του σύγχρονου καταναλωτικού τρόπου ζωής που προκάλεσαν συσσώρευση οικολογικών προβληµάτων, αποτελεί αντικείµενο επιστηµονικής επεξεργασίας τόσο των θετικών επιστηµών που µελετούν τη σύσταση, τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις µεταξύ των στοιχείων του, όσο και των κοινωνικών επιστηµών που ασχολούνται κυρίως µε τη σχέση του ανθρώπου προς το φυσικό και τεχνητό περιβάλλον, αλλά και νοµικής ρύθµισης µέσω κανόνων δηµοσίου και ιδιωτικού δικαίου σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναχθεί σε µείζον πολιτικό ζήτηµα, συνυφασµένο µε τις πολιτικές επιλογές και σε άλλους τοµείς, όπως η οικονοµία, η ανάπτυξη και η απασχόληση. Η ολοένα αυξανόµενη χρήση και συχνά κατάχρηση των περιβαλλοντικών αγαθών, όπως ο αέρας, η θάλασσα, τα ρέοντα ύδατα, οι ενεργειακοί πόροι, οδήγησε έστω και µε καθυστέρηση στην οδυνηρή διαπίστωση ότι τα αγαθά αυτά δεν είναι ούτε ανεξάντλητα ούτε απρόσβλητα και ότι δεν είναι επιτρεπτή η αντιµετώπισή τους ως απλών εργαλείων στα χέρια του ανθρώπου, ο οποίος µπορεί να τα χρησιµοποιεί αλόγιστα για την ικανοποίηση των πραγµατικών ή πλασµατικών αναγκών του. Η συνεχής, άπληστη και απρογραµµάτιστη επέµβαση στο περιβάλλον διαταράσσει την ισορροπία ανάµεσα στους ζωντανούς οργανισµούς και στο ζωτικό τους χώρο, διατάραξη που µπορεί να φτάσει ως την πλήρη κατάλυση των αλληλένδετων βιολογικών ισορροπιών. Το πρόβληµα του περιβάλλοντος µπόρεσε να δικαιολογήσει µια ειδική νοµική ρύθµιση µόνο από τη στιγµή που α) στο οικονοµικό επίπεδο η αύξηση των περιπτώσεων οικολογικής βλάβης φάνηκε ότι αποτελούσε εµπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη και β) στο επίπεδο δηµοσίας υγείας, η υγεία των ανθρώπων θεωρήθηκε πλέον ότι βρίσκεται σε κίνδυνο. Το δίκαιο του περιβάλλοντος τυποποιεί την οικολογική κρίση, η οποία µε τη σειρά της αποκαλύπτει τους διαφόρους τρόπους λειτουργίας του κοινωνικού συστήµατος και επισηµαίνει τα πραγµατικά προβλήµατα του 20ού αιώνα. 4

Η συνολική θεώρηση του περιβαλλοντικού προβλήµατος οδηγεί στο συµπέρασµα ότι η απαίτηση σεβασµού προς το περιβάλλον τόσο αυτοτελώς όσο και ως έκφανση της απαίτησης σεβασµού και προστασίας της ζωής και της αξίας του ανθρώπου, ο οποίος είναι υπεύθυνος, αλλά και τελικός αποδέκτης των σηµαντικότερων προσβολών του, δεν αποτελεί ένα απλό σύνθηµα προσφερόµενο για πολιτική εκµετάλλευση, αλλά προϋπόθεση για την επιβίωση του ανθρώπου και τη διατήρηση της υγείας του όπως και για τη διασφάλιση της αξιοπρέπειάς του,απόρροια της οποίας αποτελεί η αξίωση γι α ποιότητα ζωής. Η συνειδητοποίηση της ανάγκης για νοµική κάλυψη της προστασίας του περιβάλλοντος, ένταξης, δηλαδή, της προστασίας του περιβάλλοντος στο χώρο του δικαίου, οδήγησε στη δηµιουργία ενός αυτόνοµου κλάδου του δικαίου, του δικαίου του περιβάλλοντος, το οποίο συνοπτικά µπορεί να ορισθεί ως το δίκαιο για την αντιµετώπιση της οικολογικής βλάβης και για την προστασία του περιβάλλοντος. Το δίκαιο αυτό σκοπό έχει την καθολική νοµική αντιµετώπιση του οικολογικού προβλήµατος. Η ανάγκη αποτελεσµατικής αντιµετώπισης των οξύτατων περιβαλλοντικών ζητηµάτων προκαλεί έντονο κοινωνικό προβληµατισµό, καθώς έχει καταστεί πλέον κοινή συνείδηση η ζωτική ανάγκη για ένα βιώσιµο, ισορροπηµένο και καλαίσθητο περιβάλλον. Το δίκαιο του περιβάλλοντος, το οποίο προσδιορίζεται ως το δίκαιο της πάλης κατά της οικολογικής βλάβης και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και του οποίου σκοπός είναι η εξουδετέρωση των συνεπειών της τεχνικής και οικονοµικής προόδου και η αντιµετώπιση και η λύση του οικολογικού προβλήµατος, αποτελεί ξεχωριστό κλάδο του δικαίου, κυρίως, διότι ρυθµίζει µια νέα πτυχή της κοινής ζωής, η οποία συνδέεται µε τη σχέση του ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον. Η σχέση αυτή απαιτεί για τη ρύθµισή της κανόνες δικαίου, οι οποίοι θεσπίστηκαν ειδικά γι αυτήν και σύµφωνα µε την ιδιοµορφία της και αφορούν συγκεκριµένα στην επίλυση των προβληµάτων που αυτή δηµιουργεί. Η ρύθµιση περιβαλλοντικών προβληµάτων από άλλους γενικούς κανόνες δικαίου έχει περιορισµένη εµβέλεια και αµφίβολη αποτελεσµατικότητα. Στην Ελλάδα, τα πρώτα σύνολα ειδικών κανόνων και όχι πλέον διάσπαρτων και ευκαιριακών διατάξεων, τα οποία έχουν ως αντικείµενό τους τις σχέσεις του ανθρώπου µε το φυσικό περιβάλλον, εµφανίζονται το 1976. Ψηφίζεται από τη βουλή ο ν. 360/1976 «Περί χωροταξίας και περιβάλλοντος», ενώ ήδη υπάρχει το άρθρο 24 στο Σύνταγµα για την προστασία του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ I. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΣ ΙΟΡΙΣΜΟΙ Α) Η νοµική έννοια του φυσικού περιβάλλοντος Στο άρθρο 24 1 Σ δεν περιλαµβάνεται ορισµός της έννοιας του φυσικού περιβάλλοντος, λόγος για τον οποίο αυτό µπορεί να εκληφθεί στην ευρύτερη δυνατή µορφή του, ως το σύνολο, δηλαδή των οικοσυστηµάτων. Μάλιστα, όπως διατυπώνεται σε πρόσφατη νοµολογία, φυσικό περιβάλλον που εµπίπτει στην προστασία του άρθρου 24 1 του Σ αποτελούν όχι µόνο 5

τα φυσικά οικοσυστήµατα ( χερσαίο, υδάτινο, εναέριο ), αλλά και τα τεχνητά, ιδίως δε η γεωργική γη ( ΣτΕ 3698/2000) 1. Αντιθέτως, στη νοµοθεσία, η έννοια του περιβάλλοντος έχει προσδιοριστεί µε αρκετή σαφήνεια. Σε ένα σύνολο νοµοθετηµάτων[ Ν. 360/76., (άρθρο 1 5), Π 1180/91, Π 293/81, (άρθρο 1), Ν.1327/83, (άρθρο 1)], το φυσικό περιβάλλον ορίζεται µε παρεµφερείς διατυπώσεις ως ο χερσαίος, θαλάσσιος και εναέριος χώρος που περιβάλλει τον άνθρωπο, µαζί µε τη χλωρίδα, την πανίδα και τους φυσικούς πόρους του 2. Ως εκ τούτου, ρυθµιστικό αντικείµενο του δικαίου του περιβάλλοντος νοείται µόνο το φυσικό περιβάλλον, που σχηµατίζεται από τα φυσικά αγαθά, το νερό, τη θάλασσα, τον αέρα, την χλωρίδα και την πανίδα και γενικά ό,τι περιβάλλει τον άνθρωπο και έχει δηµιουργηθεί χωρίς την παρέµβασή του. Βασικός ελληνικός νόµος για το περιβάλλον είναι και ο νόµος-πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος ( ν. 1650/1986 ), στον οποίο, ωστόσο, δεν γίνεται διαχωρισµός µεταξύ της έννοιας του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Ως περιβάλλον ορίζεται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Στο άρθρο 2 του νόµου αυτού περιλαµβάνονται επίσης και εννοιολογικοί προσδιορισµοί ορισµένων βασικών εννοιών της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας, όπως είναι η ρύπανση, η µόλυνση, η υποβάθµιση, το οικοσύστηµα, ο φυσικός αποδέκτης, η υγεία, η οικολογική ισορροπία, οι φυσικοί πόροι. Παράλληλα, µε τη νοµοθεσία και τη νοµολογία και η θεωρία, βασιζόµενη σε δικαστικές αποφάσεις ( κυρίως του ΣτΕ ) και σε νοµοθετικές διατάξεις προβαίνει σε ενδεικτική απαρίθµηση των περιβαλλοντικών αγαθών που συγκροτούν το φυσικό περιβάλλον. Τα δάση, τα τοπία, οι πρακτικές ζώνες, οι υγροβιότοποι, τα ρεύµατα αποτελούν στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, τα οποία δεν αντιµετωπίζονται µεµονωµένα, αλλά ως ενιαίο, αλληλένδετο σύνολο, καθ ότι σε διαφορετική περίπτωση τα λαµβανόµενα µέτρα δεν θα είχαν την επιστηµονικά εγγυώµενη µέγιστη δυνατή αποτελεσµατικότητα. Β) Η νοµική έννοια του δάσους Η νοµική έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης καθορίζεται από τα άρθρα 3 1 και 2 του ν.998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας». Σύµφωνα µε το άρθρο 3 1 : «άσος νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων, ως εκ της µεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως, οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα, εκ των ως άνω φυτών εξαγόµενα ή να συµβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος». Σύµφωνα µε το άρθρο 3 2 του ίδιου νόµου : «ασική έκταση νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του 1 : ΣτΕ 3698/2000 2 : Βλ. σχετικά άρθρο 1 5 του ν. 360/76, άρθρο 1 του Π.. 1180/91, άρθρο 1 του Π.. 293/81, άρθρο 1 του Ν.1327/83 Βλ. Σιούτη, Εγχειρίδιο ικαίου Περιβάλλοντος, 2003, σελ. 10. 6

εδάφους, καλυπτόµενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαµνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναµένη να εξυπηρετήσει µίαν ή περισσότερες των εν τη προηγουµένη παραγράφω λειτουργιών». Το ζήτηµα που τίθεται είναι κατά πόσον ο νόµος απαιτεί για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους, σωρευτικά, δύο προϋπόθεσης ή µόνον µία για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους, δηλαδή την οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης ή και την εξυπηρέτηση των λειτουργιών του δάσους( την παραγωγή προϊόντων ή τη συµβολή στη διατήρηση της ισορροπίας και την εξυπηρέτηση της διαβίωσης του ανθρώπου ) 3. Το ΣτΕ µε την υπ αριθµό 2086/1995 απόφασή του, έκρινε ότι κρίσιµη για την έννοια του δάσους είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης, η οποία απαιτείται και αρκεί για να του προσδώσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ως δασικού οικοσυστήµατος 4. Αντίθετα, η νοµολογία του ΑΠ απαιτούσε την αθροιστική συνδροµή και των δύο προϋποθέσεων. Το ΑΕ υιοθέτησε την ίδι α άποψη µε το ΣτΕ διευκρινίζοντας ότι το άρθρο 3 του ν. 998/1979 δεν ορίζει δύο προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση της έννοια ς του δάσους. Με την αναθεώρηση του Συντάγµατος το 2001, προσδιορίζεται η έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης κατά πλήρη αποδοχή της νοµολογίας του ΣτΕ και του ΑΕ µε την ερµηνευτική δήλωση του άρ. 24 Σ. «Ως δάσος ή δασικό οικοσύστηµα, κατά το Σύνταγµα, νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών µε ξυλώδη κορµό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία µαζί µε την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούν µέσω της αµοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα ( δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ( δασογενές )», ενώ «δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαµνώδης, είναι αραιά». Πρόσφατα, ψηφίστηκε και νέος νόµος στη Βουλή, ο νόµος 3208/2003 «Προστασία δασικών οικοσυστηµάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθµιση εµπράγµατων δικαιωµάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις», ο οποίος τροποποιεί τον Ν.998/1979 επικαλούµενος τη σχετική εξουσιοδότηση του νοµοθέτη από τις διατάξεις του άρθρου 24 1 Σ. Ο νόµος αυτός ουσιαστικά τροποποιεί τον µέχρι πρότινος ισχύοντα ορισµό των εννοιών του δάσους και της δασικής έκτασης απαιτώντας πλέον «εδαφοκάλυψη τουλάχιστον 25% από δασοπονικά είδη, ώστε µια έκταση να χαρακτηριστεί δάσος ή δασική έκταση» 5. Γ) Ειδικότεροι εννοιολογικοί προσδιορισµοί Τοπίο Το τοπίο αποτελεί αγαθό του φυσικού περιβάλλοντος το οποίο και ορίζεται από το άρθρο 2 6 του ν. 1650/1986: «Τοπίο είναι κάθε δυναµικό σύνολο βιοτικών και µη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος που µεµονωµένα ή αλληλεπιδρώντας σε συγκεκριµένο χώρο συνθέτουν µια οπτική εµπειρία». 3 :Βλ. Σιούτη, οπ,παρ., σελ. 54 4 : ΣτΕ 2086/1995, 3273/1996. 5 :Βλ. «εσµεύσεις χωρίς εφαρµογή : η περιβαλλοντική νοµοθεσία στην Ελλάδα», Εκθεση του WWF Ελλάς, 2005, σελ. 35-36. 7

Παράκτιες Ζώνες Όσον αφορά στον προσδιορισµό του παράκτιου περιβάλλοντος, το οποίο κινδυνεύει τόσο από την άναρχη τουριστική ανάπτυξη όσο και από την απρογραµµάτιστη οικονοµική εκµετάλλευση του φυσικού πλούτου του, η εθνική νοµοθεσία αποµονώνει τα στοιχεία του, εντάσσοντάς τα σε νοητές ζώνες, ιδίως τον αιγιαλό και την παραλία 6. Ο πρώτος νόµος που θεσµοθέτησε ορισµό του αιγιαλού και της παραλίας ήταν ο Ν.2344/1940, σύµφωνα µε τον οποίο «ως ελάχιστο πλάτος παραλίας ορίζονται τα 50 µ εντός των οποίων απαγορεύεται ουσιαστικά η δόµηση».ο πρόσφατος Ν.2971/2001 «περί αιγιαλού, παραλίας και άλλες διατάξεις» ορίζει ως αιγιαλό «τη ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις µεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυµάτων της», ενώ ως παραλία ορίζει «τη ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε πλάτος µέχρι και πενήντα ( 50 ) µέτρα από την οριογραµµή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς µε τη θάλασσα και αντίστροφα». Στο άρθρο 24 του ίδιου νόµου προβλέπεται η σύσταση Επιτροπών Καθορισµού Αιγιαλού και Παραλίας, οι οποίες συστήνονται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών και αναλαµβάνουν τον καθορισµό των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού και παραλίας 7. Υγροβιότοποι Οι υγροβιότοποι ή υγρότοποι αποτελούν παραγωγικά οικοσυστήµατα µε µεγάλη σηµασία. Για το λόγο αυτό εκδηλώθηκε ενδιαφέρον για την προστασία τους ήδη από το 1971 µε τη ιεθνή Σύµβαση του Ραµσάρ, η οποία και καθιέρωσε την υποχρέωση για τους συµβαλλοµένους της συντήρησης των υγροβιότοπων µε τη δηµιουργία περιοχών ειδικής προστασίας. Στο άρθρο 1 1 της σύµβασης αυτής, η οποία επικυρώθηκε στην Ελλάδα µε το ν.δ. 191/1974, ως υγρότοποι ορίζονται «έλη, τέλµατα, περιοχές τύρφης ή νερών φυσικής ή τεχνικής προέλευσης µόνιµων ή πρόσκαιρων, όπου το νερό γλυκό ή υφάλµυρο ή αλµυρό ρέει ή είναι στατικό, συµπεριλαµβανοµένων και εκτάσεων οι οποίες καλύπτονται από θαλάσσιο νερό, βάθος σε αµπώτιδα όχι µεγαλύτερου από έξι ( 6 )µέτρα». Ρεύµατα Τα ρεύµατα, τα οποία αποτελούν επίσης στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος µεγάλης σηµασίας, αντιµετωπίζονται από τη νοµοθεσία ως «µέσα απορροής προς τη θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς και ως φυσικών αεραγωγών µε χλωρίδα και πανίδα». ) Εννοιολογικοί προσδιορισµοί ορισµένων βασικών εννοιών της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας Ρύπανση χαρακτηρίζεται η παρουσία περιβαλλοντικών ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων µορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που µπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισµούς και στα οικοσυστήµατα ή υλικές ζηµιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυµητές χρήσεις του. 6 :Βλ. Καράκωστα, Περιβάλλον και ίκαιο, 2000, σελ 102-103. 7 : Βλ. «εσµεύσεις χωρίς εφαρµογή: η περιβαλλοντική νοµοθεσία στην Ελλάδα», Εκθεση του WWF Ελλάς, 2005, σελ.38. 8

Μόλυνση νοείται ως εκείνη η µορφή ρύπανσης που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθογόνων µικροοργανισµών στο περιβάλλον ή δεκτών που υποδηλώνουν την πιθανότητα παρουσίας τέτοιων µικροοργανισµών. Ως υποβάθµιση κατανοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης µεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονοµιά και τις αισθητικές αξίες. Το οικοσύστηµα προσδιορίζεται ως κάθε σύνολο βιοτικών και µη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος που δρουν σε ορισµένο χώρο και βρίσκονται σε αλληλεπίδραση µεταξύ τους. Φυσικός αποδέκτης θεωρείται κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιµοποιείται για την τελική διάθεση των αποβλήτων. Η υγεία προσδιορίζεται ως η κατάσταση πλήρους φυσικής, διανοητικής και κοινωνικής ευεξίας του ατόµου ή του συνόλου του πληθυσµού. Οικολογική ισορροπία θεωρείται η σχετικά σταθερή σχέση που διαµορφώνεται µε την πάροδο του χρόνου ανάµεσα στους παράγοντες και τα στοιχεία του περιβάλλοντος ενός οικοσυστήµατος. Ως φυσικοί πόροι εκλαµβάνονται τα στοιχεία του περιβάλλοντος που χρησιµοποιούνται ή µπορούν να χρησιµοποιηθούν από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελούν αξία για το κοινωνικό σύνολο. 1. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 1. ΓΕΝΙΚΑ Μέσω των διεθνών κειµένων και συµβάσεων θεµελιώθηκαν, αναπτύχθηκαν και τελικά καθιερώθηκαν βασικές αρχές προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, οι οποίες αποτελούν κατευθυντήριες γραµµές δράσης. Σε εθνικό επίπεδο, το ΣτΕ µε αποφάσεις ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 80, ερµηνεύοντας και εφαρµόζοντας τις διατάξεις του αρ. 24Σ, καθιέρωσε νοµικές αρχές σηµαντικές για την προστασία του περιβάλλοντος. Με τη βοήθεια των αρχών αυτών γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί η βιώσιµη ανάπτυξη, η οποία είναι ποιοτική και ελεγχόµενη, η επιβίωση, δηλαδή, και η σταθερή συνεξέλιξη ανθρωπογενών συστηµάτων και οικοσυστηµάτων. 2. Η αρχή της βιώσιµης ανάπτυξης Η έκφραση της αρχής της βιώσιµης ανάπτυξης εστιάζεται στη διαφύλαξη των φυσικών πόρων του πλανήτη και αφορά εξίσου τόσο το περιβάλλον όσο και την οικονοµική ανάπτυξη. Για πρώτη φορά εκφράζεται σε διεθνές επίπεδο ήδη στην ιστορική διακήρυξη της Στοκχόλµης το 1972 8, ενώ η ιάσκεψη του Ρίο για το περιβάλλον ( 1992 ) θέτει τέρµα στην ιδεοληψία της οικονοµικής ανάπτυξης και κατορθώνει να προσφέρει στην ανθρωπότητα το νέο όραµα της βιώσιµου ανάπτυξης: όχι πλέον ποσοτική, αλλά ποιοτική 8 :Ο φυσικός πλούτος µαζί µε τον αέρα, το νερό, το έδαφος, τη χλωρίδα και την πανίδα και ειδικότερα τα αντιπροσωπευτικά δείγµατα φυσικών οικοσυστηµάτων πρέπει να προστατεύονται, για το καλό της σηµερινής και της µέλλουσας γενεάς, µ έναν κατάλληλο και προσεκτικό σχεδιασµό ή διαχείριση (αρχή 2 ). 9

ανάπτυξη, δηλαδή ισόρροπη επιδίωξη όλων των ανθρώπινων αξιών, υλικών και άυλων, σε αρµονία µε τη φύση. Η βιώσιµη ή αειφόρος ανάπτυξη µπορεί να ορισθεί ως η συµβατή προς το περιβάλλον ανάπτυξη, η οποία δεν εξαντλεί τους φυσικούς πόρους, αλλά τους διαφυλάσσει, προς το συµφέρον όχι µόνο των παρουσών αλλά και των µελλουσών γενεών. Με τη συνταγµατική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε και στο αρ. 24 1 η αρχή αυτή ως αρχή της αειφορίας, δηλαδή ως αρχή της βιωσιµότητας των οικοσυστηµάτων. Η ρητή αυτή προσθήκη είναι αποτέλεσµα της πολυετούς ενασχόλησης της νοµολογίας του ΣτΕ µε το συγκεκριµένο θέµα, νοµολογία η οποία σταδιακά προχώρησε στην ερµηνευτική συναγωγή της αρχής αυτής και τη σύνδεσή της µε την αρχή της πρόληψης. 3. Η αρχή της πρόληψης Σύµφωνα µε την αρχή της πρόληψης θεωρείται προτιµότερη η καταπολέµηση ενός περιβαλλοντικού προβλήµατος στην πηγή του, πριν την επέλευση δηλαδή των συνεπειών που είναι βλαπτικές για τα στοιχεία του περιβάλλοντος, ειδικά όταν η αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ισορροπίας είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο 9. Για το λόγο αυτό, το ελληνικό Σύνταγµα επιβάλλει όχι µόνο την επανόρθωση της προηγούµενης βλάβης, αλλά και την υποχρέωση της πολιτείας για τη λήψη προληπτικών µέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος( αρ 24 1 εδβ). Κατ αυτόν τον τρόπο, η αρχή της πρόληψης, η οποία περιλαµβάνεται επίσης τόσο στη ιακήρυξη του Ρίο(1992), όσο και στη συνθήκη του Μάαστριχτ ( κυρώθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη µε το ν.2077/1992) και στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη( αρ. 174 ΣυνθΕΚ), ανάγεται από το Σύνταγµα σε βασική αρχή προστασίας του περιβάλλοντος. Η νοµολογία βασιζόµενη στο σύνταγµα, σε πολλές αποφάσεις δέχεται την αρχή της πρόληψης ως δεσµευτικό νοµικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει στα όργανα του Κράτους µε τη σχετική αρµοδιότητα, να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για τη διαφύλαξη του προστατευόµενου αγαθού 10. Το βασικό µέσο για την πραγµατοποίηση της προληπτικής δράσης των κρατικών οργάνων µε σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος είναι οι µελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων ( ΜΠΕ), οι οποίες εισήχθησαν στο ελληνικό δίκαιο επιβαλλόµενες από το ίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης µε τις οδηγίες 85/337, 97/11 και 2001/42. Με τις ΜΠΕ επιβάλλεται να εντοπίζονται, πριν από την πραγµατοποίηση ενός έργου, επανορθωτικά µέτρα για τις επιπτώσεις του στο περιβάλλον. Η εκ των προτέρων εκτίµηση των συνεπειών από έργα ή δραστηριότητες που λόγω της φύσης, του µεγέθους ή της έκτασής τους είναι πιθανό να δηµιουργήσουν σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον πρέπει να στηρίζεται σε ειδική µελέτη, η οποία να κατατάσσει τα έργα σε µία από τις κατηγορίες στις οποίες διακρίνονται εξίσου δηµόσια και ιδιωτικά έργα, ανάλογα µε τις επιπτώσεις του στο περιβάλλον. Η µελέτη απαιτείται να καταβάλλεται στην αρχή που είναι αρµόδια να επιτρέπει το έργο ή τη δραστηριότητα(ν1650/1986, ΚΥΑ69269/5837/1990) 11. 9 :Βλ.Καράκωστα, Σιούτη, Παυλόπουλο, Λιάκουρα, Κυµιώνη, Εισαγωγή στο κοινοτικό δίκαιο του περιβάλλοντος, Αθήνα,1993,σελ.44. 10 :Βλ. Ενδεικτικά ΣτΕ 53/1993, ΣτΕ 2760/1994, 3957/1995, 2537/1996 11 : Βλ. Σιούτη, οπ.παρ.σελ. 150 επ. 10

4. Αρχή της Προφύλαξης Η αρχή της προφύλαξης επεκτείνει την αρχή της πρόληψης. Προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 174 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης και σύµφωνα µε αυτή τα προστατευτικά µέτρα του περιβάλλοντος πρέπει να λαµβάνονται ακόµη και όταν δεν υπάρχει πλήρης επιστηµονική βεβαιότητα και απόδειξη για τις δυσµενείς περιβαλλοντικές συνέπειες µιας δραστηριότητας. Αρκεί να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για πιθανές περιβαλλοντικές βλάβες. Με αρκετές αποφάσεις του το ΣτΕ αναφέρεται από την αρχή της πρόληψης όσο και της προφύλαξης. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του ΣτΕ 4530/97 σύµφωνα µε την οποία η µεταφορά ρεύµατος υψηλής τάσης στις κατοικηµένες περιοχές πρέπει να γίνεται υπογείως και όχι µε εναέρια διέλευση καλωδίων. 5. Αρχή της φέρουσας ικανότητας. Με την αρχή της φέρουσας ικανότητας, η οποία αποτελεί ειδικότερη αρχή της αρχής της βιώσιµης ανάπτυξης, νοείται η ικανότητα µιας περιοχής να δεχτεί περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες χωρίς να υποβαθµιστεί κατά τρόπο ανεπανόρθωτο το περιβάλλον της. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που ξεπερνά τα όρια της φέρουσας ικανότητας της περιοχής είναι απαγορευµένη. Η αρχή της φέρουσας ικανότητας επιβάλλει θετικά τον σεβασµό της φέρουσας ικανότητας τόσο των ανθρωπογενών συστηµάτων όσο και των οικοσυστηµάτων, για να προληφθεί η κατασκευή των θνησιγενών ανθρωπογενών συστηµάτων που συµπαρασύρουν στην αποσύνθεσή τους τα οικοσυστήµατα. Ένα παράδειγµα από τη νοµολογία του ΣτΕ αποτελεί η απόφαση 50/1993 σύµφωνα µε την οποία η ιοίκηση προκειµένου να χορηγήσει άδεια ίδρυσης ξενοδοχείου, οφείλει να ερευνά το χαρακτήρα και την ιδιοµορφία της περιοχής και να λαµβάνει υπόψη τον αριθµό των ξενοδοχείων που ήδη λειτουργούν στην ίδια περιοχή και την ικανότητά της να δεχθεί µεγαλύτερο αριθµό τουριστών χωρίς να αλλοιωθεί η φυσιογνωµία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. 6. Αρχή της Βιοποικιλότητας Ως βιοποικιλότητα ορίζεται το σύνολο των ειδών που συγκροτούν τα χερσαία και τα υδάτινα οικοσυστήµατα της βιόσφαιρας. Η βιοποικιλότητα διακρίνεται σε γενετική ποικιλότητα. Βιοποικιλότητα των ειδών χλωρίδας και πανίδας και βιοποικιλότητα των οικοσυστηµάτων και των τοπίων. Σύµφωνα µε την αρχή αυτή, η οποία αποτέλεσε αντικείµενο της ιεθνούς Σύµβασης της Βέρνης, της ιεθνούς Σύµβασης του Ραµσάρ του 1971, αλλά και της Συνδιάσκεψης του Ο.Η.Ε., στο Ρίο ντε Τζανέιρο, το 1992, αναγνωρίζεται η παροχή αυξηµένης προστασίας σε είδη υπό εξαφάνιση και σε οικοσυστήµατα εντός των οποίων τα είδη αυτά διαβιούν. Με την αρχή αυτή αξιώνεται η προστασία της βιοποικιλότητας µε σκοπό τη διατήρηση της ευστάθειας και της ισορροπίας των οικοσυστηµάτων. Το ΣτΕ, ακολουθώντας τις κοινοτικές 11

οδηγίες για τη διατήρηση των φυσικών οικότοπων και της άγριας χλωρίδας και πανίδας ( οδηγία 92143) και τις διατάξεις του αρ. 24Σ,αναφέρεται ρητώς στην προστασία της βιοποικιλότητας. Με τις αποφάσεις, για παράδειγµα, Ολ.ΣτΕ 1821/95, Ολ.ΣτΕ 2301/95, Ολ.ΣτΕ 2304/95, µε βάση την αρχή της βιοποικιλότητας, δέχτηκε τη συνταγµατικότητα προεδρικών διαταγµάτων µε τα οποία οι βιότοποι των ειδών Caretta-Caretta και Μοnachus-Monachus υπήχθησαν σε καθεστώς ειδικής προστασίας. 7. Αρχή Κοινής Φυσικής Κληρονοµιάς Η αρχή αυτή επιδιώκει να διασφαλίσει χάριν όλων το ζωτικό πυρήνα του φυσικού κεφαλαίου, δηλαδή την άγρια φύση όπου υπάρχει και το έσχατο αποθεµατικό της ζωής. 8. Αρχή ήπιας ανάπτυξης ευπαθών οικοσυστηµάτων. 9. Αρχή χωρονοµίας Η αρχή αυτή επιτάσσει τον συνολικό σχεδιασµό της ισορροπίας ανθρωπογενών συστηµάτων και οικοσυστηµάτων, ώστε να ελέγχεται και να επιτηρείται η ευστάθειά τους και η ποιοτική βελτίωση των πρώτων. 10. Αρχή πολιτιστικής κληρονοµιάς Η αρχή αυτή ενδιαφέρεται για την σταθερή συνέχεια των ανθρωπογενών συστηµάτων και τον ποιοτικό χαρακτήρα αναπτύξεως. 11. Αρχή του βιώσιµου αστικού περιβάλλοντος Η αρχή αυτή επιδιώκει να αναστρέφει την προΐουσα παρακµή των σύγχρονων οικισµών και ιδίως των µεγαλουπόλεων και να επαναφέρει την ποιότητα ζωής στην πόλη. 12. Αρχή του φυσικού κάλλους 13. Αρχή της οικολογικής συνείδησης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ I. Η ΝΟΜΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Ως νοµική προστασία του περιβάλλοντος νοείται η προστασία την οποία παρέχει η έννοµη τάξη στα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, για τη διατήρηση, βελτίωση και αποκατάστασή τους, ως χρήζοντα προστασίας καθαυτά αλλά και σε σύνδεση µε την ανθρώπινη ζωή, υγεία και ποιότητα του ζωτικού/ βιοτικού χώρου των ατόµων. Η έννοια της προστασίας του περιβάλλοντος προϋποθέτει την έννοια της περιβαλλοντικής ανάγκης, της ανάγκης δηλαδή για ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισόρροπο, του οποίου δεν τίθεται σε κίνδυνο η οικολογική 12

ισορροπία, δηλαδή η ισορροπία των φυσικών οικοσυστηµάτων και το οποίο δεν αποτελεί απειλή για την υγεία και την ποιότητα ζωής των ατόµων. Η προστασία του περιβάλλοντος εκφράζεται µε όρους ποιοτικούς και ποσοτικούς και αφορά ένα σύνολο έννοµων αγαθών: τα ίδια τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος, τη φυσική και πνευµατική υγεία σε ατοµικό επίπεδο, τη δηµόσια υγεία, εφόσον οι προσβολές κατά του περιβάλλοντος σπανίως απαντώνται σε ατοµική κλίµακα και την ποιότητα της ζωής και του βιοτικού χώρου. Η ανθρωποκεντρική και οικολογική διάσταση της προστασίας του περιβάλλοντος συνδυάζονται στη νοµοθεσία µε διάφορες αποχρώσεις. Στην παλαιότερη νοµοθεσία( Ν.360/76, άρθρο 1 7 ), η προστασία του περιβάλλοντος νοείται, πρώτον, ως διατήρηση του χαρακτήρα του φυσικού περιβάλλοντος και των σχέσεων που έχουν διαµορφωθεί µεταξύ των στοιχείων του ως οικοσυστήµατος, δεύτερον, ως αντιµετώπιση των ζηµιογόνων επιπτώσεων στο περιβάλλον, που προκαλούνται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και παρεµβάσεις και τρίτον ως έλεγχος της αξιοποίησης των φυσικών πόρων. Επιπλέον, υπογραµµίζεται ρητώς η ανάγκη εναρµόνισης των σχέσεων φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και οικονοµικής δράσης του ανθρώπου. έκα χρόνια αργότερα ( Ν. 1515/85, άρθρα 2,3 ), στον ορισµό της προστασίας του περιβάλλοντος επικρατεί εντονότερος ο κοινωνικός προβληµατισµός. Η προστασία αυτή νοείται ως οικολογική ανασυγκρότηση, προστασία των διαφόρων στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, περιορισµός της ρύπανσης από κάθε πηγή, αναβάθµιση των ιδιαίτερα υποβαθµισµένων περιοχών, βελτίωση της ποιότητας ζωής και άµβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων στην ποιότητα του φυσικού περιβάλλοντος. Τέλος, στο νόµο-πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος ( ν.1650/86, άρθρο 2 5 ), η προστασία του περιβάλλοντος ορίζεται ως το σύνολο των ενεργειών, µέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθµισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, διατήρηση ή βελτίωσή του. Ο ορισµός αυτός της προστασίας του περιβάλλοντος εµφανίζεται πράγµατι ικανοποιητικός. Η λιτή διατύπωσή του περιλαµβάνει την ευρύτερη δυνατή έννοια της νοµικής προστασίας του περιβάλλοντος, εφόσον αναφέρεται ρητώς σε όλες τις µορφές προστασίας: πρόληψη, διατήρηση, βελτίωση και αποκατάσταση του περιβάλλοντος. II. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΣΟΥΣ Οι διατάξεις των άρθρων 24Σ 1 και 117Σ 3 και 4 συνθέτουν το συνταγµατικό πλαίσιο της προστασίας των δασών. Τα δύο αυτά άρθρα λειτουργούν κατά τρόπο συµπληρωµατικό και παραπληρωµατικό, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσµατικότερη προστασία του δάσους 12. Ο συντακτικός νοµοθέτης, παρά την αναφορά στο άρθρο 24 1 εδ.α Σ της προστασίας του περιβάλλοντος στο οποίο υπάγεται και το δάσος εξειδικεύει την προστασία του δάσους στα εδ.γ και δ του ίδιου άρθρου καταδεικνύοντας τη βούλησή του να το εντάξει σε ένα ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς για να διαφυλαχθεί η οικολογική ισορροπία. Το εδάφιο γ περιέχει επιφύλαξη νόµου η οποία παραπέµπει στο νοµοθέτη την εξειδίκευση της προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων, ενώ το δ απαγορεύει τη µεταβολή του 12 : Βλ. Μαριά, Η νοµική προστασία των δασών, 1998, σελ. 459. 13

προορισµού των δασών και των δασικών εκτάσεων. ( όχι µόνο των δηµοσίων όπως ίσχυε πριν την αναθεώρηση αλλά και των ιδιωτικών, καθώς µε την αναθεώρηση του 2001 εξοµοιώνεται η προστασία δηµόσιων και ιδιωτικών δασών και τίθεται τέλος στη νοµολογιακή ερµηνεία περί της απολύτου προστασίας των ιδιωτικών δασών) 13, εισάγοντας ωστόσο εξαιρετική ρήτρα η οποία προβλέπει τη δυνατότητα επέµβασης στα δάση για λόγους Εθνικής Οικονοµίας ( ιδίως αγροτική εκµετάλλευση) ή άλλη χρήση που επιβάλλει το δηµόσιο συµφέρον. Η εξαιρετική ρήτρα ερµηνεύτηκε από τη νοµολογία µε ιδιαίτερή αυστηρότητα και µε διάθεση συρρίκνωσης των δυνατοτήτων επεµβάσεων. Συγκεκριµένα, χρησιµοποιήθηκαν διάφοροι επιθετικοί προσδιορισµοί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να µην αρκεί η επίκληση απλώς δηµοσίου συµφέροντος, όρο για τον οποίο κάνει λόγο η συνταγµατική διάταξη, Απαιτείται η συνδροµή «υψίστου δηµοσίου συµφέροντος», «σπουδαίου», «σοβαρού», «υπέρτερου», «εξαιρετικού».οι επεµβάσεις πρέπει να προβλέπονται µε ειδικές ρυθµίσεις νόµου ή κανονιστικής πράξης που εκδίδεται βάσει ειδικής νοµοθετικής εξουσιοδότησης και πρέπει να καθορίζουν και την διαδικασία για την πραγµατοποίηση των επεµβάσεων κατά περίπτωση. Το άρθρο 117Σ, το οποίο οριοθετεί επίσης το καθεστώς για τα δάση, άπτεται του θέµατος των αναδασώσεων και της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ιδιωτικών δασών και των δασικών εκτάσεων. Με το άρθρο 117 Σ, το οποίο έχει άµεση εφαρµογή, διότι δεν εξαρτάται από την έκδοση νόµου, θεσπίζεται η υποχρέωση αναδάσωσης δηµόσιων ή ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισµό, οι οποίες καταστράφηκαν από πυρκαγιά ή αποψιλώθηκαν από οποιαδήποτε άλλη αιτία, φυσικής ή ανθρώπινης προέλευσης. Οι εκτάσεις αυτές, µετά την καταστροφή, δεν χάνουν τον δασικό τους χαρακτήρα και για το λόγο αυτό αποκλείεται η διάθεσή τους για άλλο σκοπό, µέχρι την πραγµατοποίηση της αναδάσωσης και την ανάκτηση της δασικής µορφής, ακόµα κι αν αυτός ο σκοπός είναι δηµοσίου συµφέροντος, ο οποίος θα δικαιολογούσε επέµβαση στις εκτάσεις αυτές 14. Με το άρθρο 117 4Σ «η δασική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, ιδιωτικού ή δηµοσίου δικαίου, επιτρέπεται µόνον υπέρ του ηµοσίου, σύµφωνα µε τους ορισµούς του άρθρου 17, για λόγους δηµόσιας ωφέλειας.» Η αναγκαστική απαλλοτρίωση συνιστά και αυτή, όπως και η αναδάσωση, µεταβολή του προορισµού του δάσους, η οποία επιτρέπεται µόνον εάν η εκπλήρωση του δηµόσιου σκοπού που επιδιώκεται, δεν µπορεί να εκπληρωθεί µε άλλο τρόπο. III. Ι ΙΑΙΤΕΡΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ Εκτός από τα δάση, τα οποία χαρακτηρίζονται και ως ευπαθή οικοσυστήµατα, υπάγονται σε ιδιαίτερη µέριµνα και σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς και άλλα οικοσυστήµατα είτε λόγω της οικολογικής τους προστασίας είτε λόγω της αισθητικής τους αξίας. Παρά την ούτως ή άλλως δεδοµένη προστασία τους από το άρθρο 24 1 Σ, ο νοµοθέτης τα εντάσσει σε ειδική προστασία προκειµένου να διατηρηθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. 13 : Βλ. Σιούτη, σελ. 63. 14 : Βλ. Καράκωστα, σελ. 87 επ. 14

Συγκεκριµένα, ο ν.1650/1986, στα άρθρα 18 επ. θεσπίζει ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς για τα τοπία, τα οποία δεν µπορούν να γίνουν αντικείµενο πολεοδόµησης, ούτε να ενταχθούν στον οικιστικό ιστό πόλεως ( ΣτΕ2164/1994). Ιδιαίτερης νοµικής προστασίας τυγχάνουν και οι παράκτιες ζώνες, οι οποίες σύµφωνα µε την ΣτΕ 2993/1998, δεν επιτρέπονται οι τεχνικές εγκαταστάσεις και δραστηριότητες στη χερσαία ή θαλάσσια ζώνη, καθώς συνιστούν αλλοίωση του παράκτιου τοπίου. Η νοµική προστασία ενισχύεται και µε το άρθρο 23 του ν.1337/1986, το οποίο απαγορεύει τις περιφράξεις ιδιοκτησιών σε ζώνη πλάτους 500µ. Από την ακτή, εισάγοντας επιτρεπτό περιορισµό κυριότητας. Η σηµασία των υγρότοπων έγινε αντιληπτή από νωρίς.το 1971 υπογράφτηκε η ιεθνής Σύµβαση του Ραµσάρ µε την οποία τα συµβαλλόµενα µέρη οφείλουν να προσδιορίσουν υγρότοπους της επικράτειάς τους κατάλληλους να δηλωθούν στον κατάλογο υγρότοπων διεθνούς ενδιαφέροντος. Με την εγγραφή, ελάµβαναν και τη διεθνή ευθύνη για συντήρηση και ορθολογική εκµετάλλευση. Εκτός από τη ιεθνή Σύµβαση του Ραµσάρ και τα άρθρα 18, 19, 21 του ν.1650/1986, τα οποία και εξειδικεύουν τη συνταγµατική διάταξη του άρθρου 24 1, για την προστασία των υγρότοπων, ισχύουν και άλλες νοµικές δεσµεύσεις, όπως η οδηγία 92/43 Ε.Ο.Κ. για τη διατήρηση των φυσικών οικότοπων και της άγριας χλωρίδας και πανίδας, γνωστή ως Natura 2000, η οδηγία 79/409 Ε.Ο.Κ. «Περί ιατηρήσεως των άγριων πτηνών» και η ιεθνής Σύµβαση για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος που κυρώθηκε µε το ν.1355/1983. IV. Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Το Σύνταγµα του 1975 περιέλαβε για πρώτη φορά στην ιστορία των ελληνικών συνταγµάτων, ρητές διατάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος, Σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 24 1 εδ.α Σ «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Η υποχρέωση αυτή εξειδικεύεται µε το εδ.β της 1 του άρθρου 24Σ που υποχρεώνει το Κράτος «να λαµβάνει ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά µέτρα για τη διαφύλαξή του». Η προστασία καταλαµβάνει όλες τις σηµαντικές εκφάνσεις του περιβάλλοντος :το φυσικό περιβάλλον µε ιδιαίτερη µέριµνα για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις ( άρθρα 24 1 εδ γ-δ σε συνδυασµό µε τις διατάξεις του άρθρου 117 3-4 Σ ), το οικιστικό περιβάλλον, η διαµόρφωση του οποίου υπάγεται στη ρυθµιστική αρµοδιότητα του κράτους µε στόχο τη λειτουργικότητα και την ανάπτυξη των οικισµών και την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως ( άρθρο 24 2-5 ) και τέλος το πολιτιστικό περιβάλλον ( άρθρο 24 6 Σ ). Με την προστασία και διαχείριση των περιβαλλοντικών αγαθών ως στοιχείων του ζωτικού χώρου του ανθρώπου σχετίζονται επίσης και οι συνταγµατικές διατάξεις των άρθρων 2 1, 5 1, 17, 25, 106, 117 3 και 4.Η έλλειψη ορισµού του περιβάλλοντος οφείλεται στην θέληση του συνταγµατικού νοµοθέτη να διευρύνει, όσο το δυνατόν περισσότερο, το προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του Συντάγµατος καθώς και στην αδυναµία ακριβούς πρόβλεψης και οριοθέτησης 15

των αγαθών που χρήζουν προστασίας και των αναγκών που θα εµφανιστούν στο µέλλον. Η ρητή καθιέρωση υποχρέωσης του Κράτους αποκλείει τη θεώρηση της διάταξης του άρθρου 24 1Σ ως κατευθυντήριας διάταξης ή ευχής. Αλλωστε, όπως γίνεται γενικά δεκτό, όλες οι διατάξεις του Συντάγµατος, ως διατάξεις νόµου, περιέχουν κανόνες δικαίου νοµικά δεσµευτικούς για το νοµοθέτη, τη διοίκηση και το δικαστή. Συνεπώς, από το άρθρο 24 Σ, απορρέουν υποχρεώσεις της νοµοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας να προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την προστασία του περιβάλλοντος «και ειδικότερα να λαµβάνουν τα απαιτούµενα νοµοθετικά, διοικητικά, προληπτικά και κατασταλτικά µέτρα, παρεµβαίνοντας στον αναγκαίο βαθµό και στην οικονοµική ή άλλη ατοµική ή συλλογική δραστηριότητα». Ο νοµοθέτης υποχρεούται να θεσπίσει τα πρόσφορα κατά την κρίση του µέτρα µέσα στα όρια που διαγράφουν οι ανάγκες για τη διαφύλαξη και προστασία του περιβάλλοντος, σταθµίζοντας παράλληλα και τα άλλα συνταγµατικά δικαιώµατα, καθώς και το δηµόσιο συµφέρον. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι από το άρθρο 24Σ απορρέει ευθεία υποχρέωση της ιοίκησης, όταν ελλείπει ειδική προστατευτική νοµοθεσία, «να λαµβάνει υπόψη, κατά τη διαµόρφωση της κρίσης της για τη ρύθµιση θεµάτων, που αφορούν ή έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον, την ανάγκη προστασίας τους και να παίρνει κατάλληλα για το σκοπό αυτό µέτρα ή να απέχει από την έκδοση δυσµενών για το περιβάλλον πράξεων, κινούµενη, όµως, πάντα µέσα σε δέσµη των κριτηρίων που κατευθύνουν τη σχετική νοµοθετική δράση».η δικαστική εξουσία, τέλος, οφείλει να ελέγχει τη συνταγµατικότητα των νόµων από την άποψη της συµµόρφωσής τους στις επιταγές του άρθρου 24 Σ. Το άρθρο 24 αποτελεί το κύριο, όχι όµως και το αποκλειστικό έρεισµα της προστασίας του περιβάλλοντος. Η διασφάλιση, η αποκατάσταση και η βελτίωση των περιβαλλοντικών αγαθών είναι επιταγές άρρηκτα συνδεδεµένες µε το σεβασµό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, που αποτελεί σύµφωνα µε το άρθρο 2 1 Σ, πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας και αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του ( άρθρο 5 1Σ), αλλά και για την πραγµάτωση άλλων κοινωνικών δικαιωµάτων, όπως, ιδίως, το δικαίωµα στην υγεία που κατοχυρώνεται από το άρθρο 21 3Σ. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές εµπλουτίζει το άρθρο 24Σ µε την ανθρωπιστική προσέγγιση του προστατευόµενου αγαθού και, σε δικονοµικό επίπεδο, έχει ιδιαίτερη σηµασία για τη θεµελίωση του εννόµου συµφέροντος. Υποστηρίζεται ότι το άρθρο 24Σ κατοχυρώνει το δικαίωµα σε ένα περιβάλλον υγιεινό και οικολογικά ισορροπηµένο, ως προϋπόθεση της ανθρώπινης ζωής και υγείας αλλά και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εκφραζόµενης ως απαίτηση για ποιότητα ζωής, αλλά και ως αγαθό µε αυτοτελή αξία για τον άνθρωπο. Η πρακτική αποτελεσµατικότητα της συνταγµατικής κατοχύρωσης του δικαιώµατος στο περιβάλλον από το άρθρο 24Σ απαιτεί την κανονιστική εξειδίκευση των διατάξεών του και αν αυτή ελλείπει, την ερµηνεία τους από το δικαστή έτσι ώστε το ευρύτατο αντικείµενο προστασίας να αναλυθεί στις ειδικότερες εκφάνσεις του. Ο χαρακτηρισµός του δικαιώµατος ως ατοµικού, κοινωνικού ή πολιτικού, έχει σηµασία για την οριοθέτηση της δέσµευσης των εξουσιών που παρέχει στο φορέα του. 16

Η θεώρησή του ως ατοµικού δικαιώµατος, το οποίο διασφαλίζει τη σφαίρα ελευθερίας του ατόµου από παρεµβάσεις της πολιτικής εξουσίας, περιορίζει το περιεχόµενό του στην αγώγιµη αξίωση του πολίτη έναντι του κράτους για αποχή από πράξεις που προσβάλλουν το περιβάλλον και στην υποχρέωση διαµόρφωσης προστατευτικού κανονιστικού πλαισίου ή, αν δεν έχουν θεσπιστεί ειδικές διατάξεις, ευθείας εφαρµογής του άρθρου 24Σαπό τη ιοίκηση. Αν το δικαίωµα στο περιβάλλον χαρακτηριστεί κοινωνικό δικαίωµα, ο φορέας του έχει αξίωση λήψης θετικών µέτρων προστασίας του περιβάλλοντος από το κράτος, η οποία, κατά την κρατούσα άποψη, δεν είναι αγώγιµη, παρά µόνο όταν αφορά τη µη κατάργηση ή µείωση της ήδη παρασχεθείσας προστασίας ( κοινωνικό κεκτηµένο ). Αν, τέλος, γίνει δεκτό ότι πρόκειται για πολιτικό δικαίωµα, ο πολίτης θεµελιώνει σ αυτό αξιώσεις πληροφόρησης και συµµετοχής στη λήψη αποφάσεων που αφορούν το περιβάλλον. Το αίτηµα για την πληρότητα της νοµικής προστασίας του περιβάλλοντος έχει οδηγήσει στην παραδοχή ότι το άρθρο 24Σ καθιερώνει τόσο ατοµικό όσο και κοινωνικό και πολιτικό δικαίωµα στο περιβάλλον. Η άποψη αυτή είναι νοµικά υποστηρίξιµη λόγω της ευρείας διατύπωσης του άρθρου 24Σ, η οποία προσφέρεται για την ανάδειξη της σχετικότητας της τριχοτόµησης των συνταγµατικών δικαιωµάτων, της παραπληρωµατικότητας και αλληλεξάρτησης ατοµικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωµάτων. Η νοµολογία του ΣτΕ δεν έχει απαντήσει ευθέως στον σχετικό προβληµατισµό. Γίνεται σχεδόν παγίως δεκτό ότι µε τις διατάξεις του άρθρου 24Σ, η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναχθεί σε συνταγµατικά προστατευόµενη αξία και υποχρέωση του κράτους. Πλην όµως δεν διευκρινίζεται εάν στην υποχρέωση αυτή αντιστοιχεί και σε δικαίωµα των ιδιωτών. Υποστηρίζεται ότι η διατύπωση αυτή µαρτυρεί τη θεώρηση του άρθρου 24Σ ως διάταξης προσδιοριστικής κρατικών στόχων, η οποία υποχρεώνει την κρατική διοίκηση να επιδιώκει ορισµένους στόχους, οι οποίοι, όµως, δεν παρέχουν υποκειµενικά δικαιώµατα στους πολίτες. Πρόκειται για νοµικά δεσµευτικές διατάξεις οι οποίες καθορίζουν κατευθυντήριες αρχές για το νοµοθέτη και οριοθετούν τη διακριτική ευχέρεια της ιοίκησης. Στη θεωρία του ελληνικού συνταγµατικού δικαίου και στη νοµολογία των δικαστηρίων µας δεν γίνεται, τουλάχιστον ρητώς, η ανωτέρω διάκριση. Στις υποχρεώσεις του κράτους γίνεται δεκτό ότι αντιστοιχούν τα λεγόµενα κοινωνικά δικαιώµατα τα οποία δεν παρέχουν αγώγιµη αξίωση στον πολίτη κατά του κράτους. Η ύπαρξη συνταγµατικού δικαιώµατος στο περιβάλλον έγινε ήδη δεκτή από τη ΣτΕ 3682/1986 η οποία, όπως ορθά επισηµαίνεται, παρά τη ρητή αναφορά µόνο σε κοινωνικό δικαίωµα, αναγνωρίζει ότι από το άρθρο 24Σ απορρέει ταυτόχρονα ατοµικό και κοινωνικό δικαίωµα χρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος. Η σηµασία του άρθρου 24Σ, πέρα από τη ρητή αναγνώριση ενός δικαιώµατος στο περιβάλλον, έγκειται στο ότι ανάγει την προστασία του περιβάλλοντος σε στόχο που πρέπει να συνεκτιµάται κατά τη διαµόρφωση και τον σχεδιασµό της κρατικής δραστηριότητας σε όλους τους τοµείς ( θεσµική εγγύηση ) ενώ παράλληλα θεσπίζει έναν αυξηµένης τυπικής ισχύος αντικειµενικό κανόνα δικαίου, µια γενική αρχή του δικαίου, η οποία συγκαθορίζει την ερµηνεία και την εφαρµογή των ιεραρχικά υποδεέστερων κανόνων του δικαιϊκού µας συστήµατος. 17

Οι σηµαντικότερες ρυθµίσεις του άρθρου 24Σ που θεσπίστηκαν µε την πρόσφατη αναθεώρηση του 2001 είναι οι ακόλουθες: Αναγνωρίζεται πλέον ρητά το δικαίωµα του πολίτη στην προστασία του περιβάλλοντος. Με τον τρόπο αυτό, η νοµολογική κατοχύρωση του περιβάλλοντος ως ατοµικού δικαιώµατος επεκτείνεται πλέον σε συνταγµατικό επίπεδο. Επίσης, κατοχυρώνεται συνταγµατικά η αρχή της αειφορίας ή ορθότερα της βιώσιµης ανάπτυξης. Η αρχή βέβαια αυτή έχει ήδη εισαχθεί στο ελληνικό χωροταξικό και πολεοδοµικό δίκαιο µε τους νόµους 2508/1997 «Για τη βιώσιµη και οικιστική ανάπτυξη των πόλεων και οικισµών της χώρας» και 2742/1999 «Χωροταξικός σχεδιασµός και αειφόρος ανάπτυξη». Στο πλαίσιο µάλιστα του νόµου αυτού έχουν ήδη εκδοθεί το «Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης» και το «Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Παράκτιο Χώρο». Σε κάθε µάλιστα περίπτωση, η αναγωγή της έννοιας της αειφορίας σε συνταγµατική πλέον αρχή έχει σοβαρές συνέπειες, καθότι η αρχή αυτή διεισδύει πλέον στην άσκηση δικαιωµάτων και στην τήρηση άλλων αρχών επίσης συνταγµατικά κατοχυρωµένων, στα άρθρα 5 1,17,22 και 106 που αναφέρονται αντίστοιχα στην ελευθερία οικονοµικής δραστηριότητας, στο δικαίωµα ιδιοκτησίας, στην ενίσχυση της περιφερειακής πολιτικής και στην εξασφάλιση του εθνικού πλούτου. Εποµένως, η κατοχύρωση σε συνταγµατικό επίπεδο της αρχής της αειφορίας συνιστά τοµή στην έννοµη τάξη, αφού δεν είναι πλέον επιτρεπτή η υποβάθµιση του περιβάλλοντος σε τέτοιο βαθµό ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η ανάπτυξη για τις επόµενες γενεές και η ικανότητα των φυσικών πόρων να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. V. Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕΣΩ ΙΑΤΑΞΕΩΝ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ- ν.1650/1986 Το δηµόσιο δίκαιο, το οποίο αφορά τη δοµή και την οργάνωση του κράτους και την προστασία του δηµόσιου συµφέροντος, τµήµα της οποίας αποτελεί πλέον και η προστασία του περιβάλλοντος, προσφέρει το θεσµικό όπλο το πλέον πρόσφορο για την αντιµετώπιση των προβληµάτων του περιβάλλοντος. Ο ρόλος του δηµοσίου δικαίου στην προστασία του είναι πρωτεύων τόσο όσον αφορά το αντικείµενο της προστασίας όσο και τα νοµικά µέσα, στα οποία καταφεύγει ο νοµοθέτης και τα οποία βρίσκονται ως επί το πλείστον στη διάθεση της δηµόσιας διοίκησης. Αντικείµενο της προστασίας είναι ένα κατεξοχήν αντικείµενο του δηµόσιου δικαίου: η ποιότητα ενός φυσικού αγαθού ( του ύδατος, της ατµόσφαιρας, κλπ ) και στόχος της νοµοθεσίας η, βάσει αντικειµενικών κανόνων ποιότητας, εξαφάνιση ή µείωση κάθε δραστηριότητας, η οποία µπορεί να βλάψει αυτά τα φυσικά αγαθά. Τα νοµικά µέσα τα οποία είναι οµολογουµένως ποικίλα, βρίσκονται στην συντριπτική πλειοψηφία τους στην εξουσία της δηµόσιας διοίκησης, το δε διοικητικό δίκαιο έχει αποβεί ο κατεξοχήν χώρος που εφευρίσκει ειδικές αρχές και διαδικασίες για την προστασία του περιβάλλοντος. Ενδεικτικώς αναφέρουµε τα εξής : α) τις παντός είδους απαγορεύσεις, β) την καθιέρωση υποχρεώσεων σχετικών µε τη λήψη µέτρων, γ ) τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας βιοµηχανικών και λοιπών εγκαταστάσεων, δ) τα διάφορα µέτρα ελέγχου, ε) τέλος τα διάφορα θετικά µέτρα επιχορηγήσεις: παροχή κινήτρων κλπ οικονοµικών µέτρων. 18

Βασικός ελληνικός νόµος για την προστασία του περιβάλλοντος, του οποίου οι διατάξεις θεωρούνται διατάξεις δηµοσίου δικαίου, είναι ο ν. 1650/1986. Σκοπός του, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 1 1, είναι «η θέσπιση θεµελιωδών κανόνων και η καθιέρωση κριτηρίων και µηχανισµών για την προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος, ως άτοµο και ως µέλος του κοινωνικού συνόλου να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, µέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, Η προστασία του περιβάλλοντος, θεµελιώδες και αναπόσπαστο µέρος της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας και πολιτικής, υλοποιείται κύρια µέσα από το δηµοκρατικό προγραµµατισµό». Ειδικότερα, βασικοί στόχοι του νόµου είναι οι ακόλουθοι: Α) Η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθµισης του περιβάλλοντος και η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών µέτρων. Β) Η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες µορφές υποβάθµισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Γ) Η προώθηση της ισόρροπης ανάπτυξης του εθνικού χώρου συνολικά και των επί µέρους γεωγραφικών και οικιστικών ενοτήτων του και µέσα από την ορθολογική διαχείριση του περιβάλλοντος. ) Η διασφάλιση της δυνατότητας ανανέωσης φυσικών πόρων και η ορθολογική αξιοποίηση των µη ανανεώσιµων ή σπάνιων σε σχέση µε τις τωρινές και τις µελλοντικές ανάγκες και µε κριτήριο την προστασία του περιβάλλοντος. Ε) Η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας των φυσικών οικοσυστηµάτων και η διασφάλιση της αναπαραγωγικής τους ικανότητας. ΣΤ) Η αποκατάσταση του περιβάλλοντος ( άρθρο1 2 ). VI. Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΜΕ ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΙΚΑΙΟΥ α) Με βάση τις διατάξεις για την προσωπικότητα Παρά το γεγονός ότι το περιβάλλον δεν έχει αναχθεί σε αυτοτελές έννοµο αγαθό του ιδιωτικού δικαίου, η αστική νοµοθεσία περιλαµβάνει διατάξεις µε σκοπό την προστασία του. Το αστικό δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωµα πάνω στο περιβάλλον, φυσικό και τεχνητό, ενώ τα αγαθά που προστατεύει το δικαίωµα αυτό συνιστούν τα κοινά σε όλους και κοινής χρήσεως πράγµατα, δηλαδή τον ατµοσφαιρικό αέρα, τη θάλασσα, τα γλυκά νερά καθώς και όσα απαριθµούνται ενδεικτικά στην ΑΚ967. Πάνω σε αυτά αναγνωρίζεται και προστατεύεται το δικαίωµα χρήσης που απορρέει από το δικαίωµα της προσωπικότητας 15. Τα κοινά σε όλους και τα κοινόχρηστα πράγµατα συµπίπτουν σε µεγάλο βαθµό µε τα σηµαντικότερα περιβαλλοντικά αγαθά. Αποτελούν αφενός προϋπόθεση ζωής και αφετέρου στοιχεία για την εξασφάλιση ποιότητας ζωής. Το δικαίωµα χρήσης των κοινών σε όλους και κοινόχρηστων πραγµάτων αποτελεί αυτοτελή εκδήλωση δικαιώµατος της προσωπικότητας. Πρόκειται για την ιδιωτικού δικαίου έκφανση του συνταγµατικά 15 : Μπάλης, Γενικαί Αρχαί 202-203. Μ. Στασινόπουλος, Η ιδαίτερη χρήση της δηµασίας κτήσεως, Αρχείο ηµ..τευχ. Α, 1998. 19

κατοχυρωµένου δικαιώµατος στο περιβάλλον ( άρθρο 24Σ), όπως τούτο έµµεσα τριτενεργεί µέσω των διατάξεων των άρθρων ΑΚ57 και 966 επ. Όσον αφορά την ΑΚ57, οι προϋποθέσεις εφαρµογής της είναι η ύπαρξη προσβολής και µάλιστα παράνοµης, ενώ οι αξιώσεις των ΑΚ57 και 59 είναι οι εξής :α) αξίωση για άρση της προσβολής, β) αξίωση για παράλειψη, γ) αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Για την έγερση των αγωγών προστασίας της προσωπικότητας ως µέσου προστασίας του ζωτικού χώρου, νοµιµοποιείται ο χρήστης του συγκεκριµένου στοιχείου του ζωτικού χώρου που υπέστη προσβολή. Αυτό είναι σύµφωνο µε το άρθρο 68ΚΠο, το οποίο ορίζει ότι «δικαστική προστασία δικαιούται να ζητήσει ο έχων έννοµο συµφέρον». Ο ίδιος νοµιµοποιείται να προβάλει και την αξίωση για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Προκειµένου, όµως, να µην οδηγηθούµε στην καθιέρωση µιας actio popularis, την οποία αποκλείει το σύγχρονο αστικό δικονοµικό δίκαιο, θα πρέπει αυτός που εγείρει τις αγωγές προστασίας της προσωπικότητας να βρίσκεται σε κάποια τοπική σχέση µε το συγκεκριµένο περιβαλλοντικό αγαθό, το οποίο υπέστη βλάβη. Τέλος, ας αναφερθούµε και στις διατάξεις ΑΚ 1004, 1005 που συµπληρώνουν τις ΑΚ 1003, 1108. Για να εφαρµοστούν, πρέπει να υπάρχει εγκατάσταση από την οποία απειλούνται επενέργειες στο γειτονικό ακίνητο ή στην «οικολογική γειτονιά». β) Με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες Οι διατάξεις για τις αδικοπραξίες συνιστούν αναπόσπαστο και αξιόλογο κοµµάτι του δικαίου του περιβάλλοντος, αφού οι περιπτώσεις µε τις οποίες καταπιάνονται, εντάσσονται σε εκείνες όπου η ικανοποίηση του ατοµικού συµφέροντος συµπίπτει µε το γενικό συµφέρον της προστασίας του περιβάλλοντος. Μέσω των ΑΚ914 επ., λοιπόν, είναι δυνατή η αποκατάσταση της οικολογικής βλάβης, εφόσον συµπίπτει µε προσβολή προστατευτέου ιδιωτικού έννοµου αγαθού ή συνεπάγεται κατάργηση του δικαιώµατος χρήσης του περιβαλλοντικού αγαθού, η βλάβη του οποίου, εφόσον είναι δυνατόν να αποζηµιωθεί περιουσιακά, πρέπει σύµφωνα µε το δίκαιο των αδικοπραξιών να αποκατασταθεί. Επιπλέον, αν και εκτός ΑΚ, αξίζει µια µνεία και στο άρθρο 29 περί αστικής ευθύνης του ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος, σύµφωνα µε το οποίο, οποιοδήποτε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθµιση του περιβάλλοντος, υποχρεούται σε αποζηµίωση, εκτός εάν αποδείξει ότι η ζηµιά οφείλεται σε ανώτερη βία ή ότι προήλθε από υπαίτια ενέργεια τρίτου. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γνήσια αντικειµενική ευθύνη προκειµένου περί οικολογικών ζηµιών. γ) Μέσω της ρήτρας περί κατάχρησης δικαιώµατος Η κοινοχρησία και η κοινή ωφέλεια αποτελούν τα στοιχεία που οριοθετούν τον κοινωνικό σκοπό του δικαιώµατος χρήσης των περιβαλλοντικών αγαθών και τυχόν υπέρβασή τους συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώµατος. Η γενική αρχή της απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώµατος, η οποία µε τη διάταξη της 3 του άρθρου 25 Σ αποκτά αυξηµένη τυπική ισχύ, πρέπει να αποτελέσει θεµελιώδη διάταξη στις σχέσεις µεταξύ ιδιωτών και περιβάλλοντος, δηλαδή, στη διαλεκτική σχέση των δικαιωµάτων χρήσης του ζωτικού χώρου, όπως επίσης, και στις σχέσεις δηµοσίου δικαίου που εµφανίζονται στο χώρο του δικαίου του περιβάλλοντος. 20