Η αξιολόγηση και η µελέτη των επισκεπτών στο µουσείο



Σχετικά έγγραφα
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΟΙΚΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Επιμέλεια Εκθέσεων

Στόχος της ψυχολογικής έρευνας:

Παραδοτέο Π.1 (Π.1.1) Εκθέσεις για προµήθεια εκπαιδευτικού υλικού

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ (PROJECT)

Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΟΜΕΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΛΕΙΩΝ ΣΤΟΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ

Τεχνικές συλλογής δεδομένων στην ποιοτική έρευνα

Μάθηση & Εξερεύνηση στο περιβάλλον του Μουσείου

Μεθοδολογία Έρευνας Διάλεξη 1 η : Εισαγωγή στη Μεθοδολογία Έρευνας

Ερωτηματολόγιο. Τρόποι χορήγησης: α) Με αλληλογραφία β) Με απευθείας χορήγηση γ) Τηλεφωνικά

Περιεχόµενο. «ιοικώ σηµαίνει διαχειρίζοµαι πληροφορίες για να πάρω αποφάσεις» Βασικότερες πηγές πληροφοριών. Τι είναι η Έρευνα Μάρκετινγκ

Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε. Π.Μ.Σ. ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

Cross sectional Panel Omnibus

Μητρώο Τεκµηρίων Εκπαιδευτή ΕΝΟΤΗΤΑ/ΣΤΟΙΧΕΙΟ E/15 ΑΝΑΦΟΡΑ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ 15 ΕΚΠΑΙ ΕΥΤΗΣ Χρίστου Χρίστος

Μεθοδολογία έρευνας ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΕΙΔΗ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΚΟΠΟΣ/ΕΙΔΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Κείμενα εκθέσεων. Blunden, J. :

Ελεγχος, Αξιοπιστία και Διασφάλιση Ποιότητας Λογισµικού: Εξωτερική Ποιότητα

ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΕΙΑΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΗΜΕΡΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΕΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Εκπαιδευτική Διαδικασία και Μάθηση στο Νηπιαγωγείο Ενότητα 2: Μάθηση & διδασκαλία στην προσχολική εκπαίδευση: βασικές αρχές

Οµαδικές Εργασίες Σπουδαστών και ιδακτικές Πρακτικές Βελτίωσης. Σοφία Ασωνίτου Τµήµα ιοίκησης Επιχειρήσεων ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ

Ποσοτική Έρευνα. Λογιστική Θεωρία και Έρευνα

Το Peer Review for EQAVET ως εργαλείο Διασφάλισης της Ποιότητας στην Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση

Τίτλος Μαθήματος: Σχεδιασμός εκπαιδευτικών δράσεων για μουσεία

Η ερευνητική διαδικασία: Προετοιμασία ερευνητικής πρότασης

Περιβαλλοντική αίδευση

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΟΜΗΜΕΝΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ (1)

Η πολιτική του σχολείου για βελτίωση της διδασκαλίας και της μάθησης: Δύο περιπτώσεις προγραμμάτων σχολικής αποτελεσματικότητας και σχολικής βελτίωσης

Media Monitoring. Ενότητα 2: Ερευνητικές Μεθοδολογίες και Media Monitoring. Σταμάτης Πουλακιδάκος Σχολή ΟΠΕ Τμήμα ΕΜΜΕ

Εισαγωγή στη Μεθοδολογία της Έρευνας ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ. Μορφή µαθήµατος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Eκπαίδευση Εκπαιδευτών Ενηλίκων & Δία Βίου Μάθηση

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΓΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ σ. 2 Α. ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ Ε ΟΜΕΝΩΝ 2

Εκπαιδευτική Μονάδα 1.1: Τεχνικές δεξιότητες και προσόντα

Αλληλεπίδραση Ανθρώπου- Υπολογιστή & Ευχρηστία. Ενότητα 11: Αξιολόγηση Σχεδίασης Σαπρίκης Ευάγγελος Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων (Γρεβενά)


ΔΙΔΑΚΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ. ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΣΤΕ ΙΔΕΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

Θέµατα της παρουσίασης. Βάσεις σχεδιασµού αναλυτικών προγραµµάτων φυσικής αγωγής. Τι είναι το αναλυτικό

Διερευνητική μάθηση We are researchers, let us do research! (Elbers and Streefland, 2000)

Αλωνιστιώτη Αναστασία

ΣΧΟΛΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ Ι. (1) Στόχοι, περιεχόμενο μαθήματος, η παρατήρηση ως τεχνική συλλογής δεδομένων στο σχολικό περιβάλλον

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ Ι «Η Θεωρητική έννοια της Μεθόδου Project» Αγγελική ρίβα ΠΕ 06

Μεταπτυχιακό στην Εκπαιδευτική/Σχολική Ψυχολογία

2. Μοντέλα Ερευνας Γενικά Μοντέλα έρευνας

Λογισμικό Καθοδήγησης ή Διδασκαλίας

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ

ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΑΓΙΩΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΩΝ

Αναζητώντας θέμα έρευνας: ορισμένες μεθοδολογικές παρατηρήσεις. Δρ. Ηλίας Μαυροειδής

Παραδοτέο Π. 2 (Π.2.1) Έκθεση/Μεθοδολογία/Οδηγός Συνεντεύξεων

Λογιστική Θεωρία και Έρευνα

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΘΕΣΕΩΝ. Τι είναι μία έκθεση;

Η ΕΡΓΑΛΕΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ PRO SKILLS

Δρ. Μαρία Γραβάνη «Νέες προσεγγίσεις στην εκπαίδευση ενηλίκων», Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Μάθηση & διδασκαλία στην προσχολική εκπαίδευση: βασικές αρχές

ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ «Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ»

Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας

ΣΧΈΔΙΟ RELEASE για τη δια βίου μάθηση και την ενδοϋπηρεσιακή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στην Κύπρο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ

εισήγηση 8η Είδη Έρευνας ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ (#Ν151)

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ. 1 η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Ι. Δημόπουλος Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών. ΤΕΙ Πελοποννήσου

Γενικός προγραμματισμός στην ολομέλεια του τμήματος (διαδικασία και τρόπος αξιολόγησης μαθητών) 2 ώρες Προγραμματισμός και προετοιμασία ερευνητικής

Ως έρευνα γενικά ορίζεται η κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στο να ανακαλυφθεί, εξεταστεί και καθοριστεί κάτι. «Έρευνα είναι η διαδικασία η οποία μέσω

Case Study. Η διαδικασία μέτρησης ικανοποίησης πελατών στο πρότυπο ISO 9001: Εφαρμογή σε εταιρεία Πληροφορικής II

Ανασκόπηση Βιβλιογραφίας. Δρ. Ιωάννης Γκιόσος

24/4/19. Τύποι έρευνας ανάλογα με τη φύση του προβλήματος ΕΡΕΥΝΑ ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ

Αξιολόγηση του Προγράμματος Εισαγωγικής Επιμόρφωσης Μεντόρων - Νεοεισερχομένων

Ησυµβολή των Έργων ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ των Ακαδηµαϊκών Βιβλιοθηκών. Τίτλος Εργασίας: Πληροφοριακή Παιδεία και Ελληνική Ανώτατη Εκπαίδευση:

Διήμερο εκπαιδευτικού επιμόρφωση Μέθοδος project στο νηπιαγωγείο. Έλενα Τζιαμπάζη Νίκη Χ γαβριήλ-σιέκκερη

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Μέθοδοι Γεωργοοικονομικής & Κοινωνιολογικής Έρευνας

Ένα Εκπαιδευτικό Πλαίσιο Σχεδιασμού Ανοικτής και Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης

PHOTOVOICE. Κλειώ Κούτρα

ΣΧΕ ΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ή PROJECT

Εισαγωγή. ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Κουλτούρα και Διδασκαλία

ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Μέθοδοι Γεωργοοικονομικής & Κοινωνιολογικής Έρευνας

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΙΑΤΑΞΗΣ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΑΞΟΝΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Εισαγωγή

Αξιολόγηση της διδακτικής πράξης

Πιλοτική Εφαρμογή της Πολιτικής για Επαγγελματική Ανάπτυξη και Μάθηση

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΜΙΑΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ Πρώτη εβδομάδα μαθημάτων:

Παρατήρηση διδασκαλίας. Εργαλείο βελτίωσης της εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας

ΕΙΔΗ ΕΡΕΥΝΑΣ I: ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ & ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ

ΜΑΡΙΑ Α. ΔΡΑΚΑΚΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ 6 ΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ν.ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΘΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΓΧΕΙΡΙ ΙΟ ΕΚΠΑΙ ΕΥΣΗΣ YΠΟΨΗΦΙΩΝ ΘΕΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Ποσοτικές ερευνητικές προσεγγίσεις

þÿ ¼ ¼± Ä Â ÆÅùº  ÃÄ ½

ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ

Μετρήσεις - Ερωτηµατολόγια & συνεντεύξεις ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ. Συγκέντρωση πληροφοριών. Συνέντευξη

Δημήτρης Ρώσσης, Φάνη Στυλιανίδου Ελληνογερμανική Αγωγή.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Αξιολόγηση για τη Μάθηση: Θέτοντας την Αξιολόγηση του Μαθητή στην Υπηρεσία της Διδασκαλίας και της Μάθησης

Τεχνολογία στην Εκπαίδευση. Ηλίας Χούστης, Χαρίκλεια Τσαλαπάτα 28/3/2014

Η έρευνα αξιολόγησης: θεωρητικό πλαίσιο και βασικές έννοιες

Εκπαίδευση Ενηλίκων: Εμπειρίες και Δράσεις ΑΘΗΝΑ, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

MODULES TRAIN. Module 1: Αριθµός Κοινωνική ιαφωτιστική Επιτροπή. Helen Murphy Waterford Institute of Technology (WIT)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ. Επιστημονικός Υπεύθυνος Έρευνας : Καθηγητής Επαμεινώνδας Πανάς

Transcript:

Οικονόµου, M. 2003. Κεφάλαιο 5: Η αξιολόγηση και η µελέτη των επισκεπτών στο µουσείο Μουσείο: Αποθήκη ή Ζωντανός Οργανισµός; Μουσειολογικοί Προβληµατισµοί και Ζητήµατα. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, σελ. 98-122. Κεφάλαιο 5 Η αξιολόγηση και η µελέτη των επισκεπτών στο µουσείο Η αξιολόγηση στο µουσειακό περιβάλλον αναφέρεται στη συστηµατική εξέταση κι αποτίµηση εκθέσεων, εννοιών, προγραµµάτων, υπηρεσιών ή συγκεκριµένων τµηµάτων τους (όπως οι επεξηγηµατικές πινακίδες ή τα σχεδιαγράµµατα προσανατολισµού). 1 Είναι επίσης η διαδικασία κατά την οποία οι επαγγελµατίες του µουσείου µαθαίνουν για το ακροατήριό τους, την πρόσληψη µηνυµάτων και την αντίδρασή του σε εκθέσεις και προγράµµατα. 2 Οι περισσότεροι µελετητές κάνουν διάκριση µεταξύ της συστηµατικής έρευνας των επισκεπτών στο µουσείο και άλλων διαδικασιών αξιολόγησης. 3 Η έρευνα αξιολόγησης περιλαµβάνει τη διερεύνηση υποθέσεων και καταλήγει στην παραγωγή νέας γνώσης. Προσφέρει υλικό για την ανάπτυξη θεωριών της ανθρώπινης συµπεριφοράς και επικοινωνίας, ενώ οι άλλες διαδικασίες αξιολόγησης αναφέρονται στη συλλογή δεδοµένων για τη λήψη αποφάσεων σχετικά µε τη βελτίωση του εκθέµατος ή της δραστηριότητας υπό µελέτη. Περισσότερο πρακτικές στην προσέγγισή τους, προσφέρουν πληροφορίες στους σχεδιαστές και τους διαχειριστές για τις επιτυχίες ή αποτυχίες του εκθέµατος. Παρόµοια µεθοδολογικά εργαλεία χρησιµοποιούνται και στις αξιολογητικές και στις ερευνητικές προσπάθειες (για παράδειγµα, ερωτηµατολόγια, συνεντεύξεις, παρατηρήσεις, συζητήσεις µικρών οµάδων σε βάθος), αλλά µε διαφορετικούς στόχους. Ο 1 Μέρος αυτού του κεφαλαίου δηµοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Mίτος του Μουσείου Μπενάκη, τεύχος 3 (1996), µε τίτλο Πολυµέσα στα Μουσεία: Αξιολόγηση των Εφαρµογών, σσ. 21-23, ενώ ένα άλλο γράφτηκε για το βιβλίο του Μεταπτυχιακού Προγράµµατος ιαχείριση Πολιτιστικών Μονάδων του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστηµίου που θα δηµοσιευτεί το 2004. 2 M. E. Munley, Intentions and Accomplishments: Principles of Museum Evaluation Research, στο Past Meets Present. J. Blatti (επιµ.) Washington, DC: Smithsonian Institution Press, 1987, σσ. 116-130. 3 Για παράδειγµα, Randi Korn, Introduction to evaluation: theory and methodology στο Museum Education: History, Theory and Practice. N. W. Berry and S. M. Mayer (επιµ.) Reston, VA: National Art Education Association, 1989, σσ. 219-238. H. H. Shettel, Research and Evaluation: Two Concepts or One? στο Visitor Studies: Theory, Research and Practice. Volume 3. Proceedings of the 1990 Visitor Studies Conference. S. Bitgood, A. Benefield and D. Paterson (επιµ.) Jacksonville, AL: Centre for Social Design, 1991, σσ. 35-39. Roger Miles, Grasping the greased pig: evaluation of educational exhibits, στο Museum visitor studies in the 90s. S. Bicknell and G. Farmelo (επιµ.) London: Science Museum, 1993, σσ. 24-33. 1

σκοπός της πρακτικής αξιολόγησης είναι να προσφέρει πληροφορίες για συγκεκριµένες ενέργειες στο κοντινό µέλλον, ενώ η έρευνα ξεκινάει από την ανάγκη να αυξήσει την επιστηµονική και επαγγελµατική γνώση και να αναπτύξει γενικά νοητικά πλαίσια. 4 Σύντοµη ιστορία και θεωρητικές προσεγγίσεις Μέχρι πρόσφατα, ελάχιστη αξιολόγηση (είτε πρακτικές ασκήσεις είτε επιστηµονικές µελέτες) διενεργούνταν στα µουσεία στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσµο, µε την εξαίρεση ίσως της Αµερικής. Εκτός από λίγες πρώιµες δηµοσιεύσεις, 5 ήταν η πρωτοπόρα δουλειά του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στο Λονδίνο τις δεκαετίες του 1970 και 80, η οποία έκανε τη µελέτη των επισκεπτών ευρύτερα γνωστή και αποδεκτή στη Βρετανία. Αυτό ήταν το πρώτο µουσείο που υιοθέτησε µία εσωτερική συστηµατική προσέγγιση για την αξιολόγηση των επισκεπτών, ενώ µέχρι τότε αυτή διενεργούνταν κυρίως από εξωτερικούς ερευνητές. Αυτήν την περίοδο µία σειρά από δηµογραφικές µελέτες των επισκεπτών που διεξήχθησαν µε προσεκτικό τρόπο βοήθησαν στο σχεδιασµό εκθέσεων και τη λήψη αποφάσεων στο Μουσείο, ενώ η δηµοσίευσή τους βοήθησε την ανάπτυξη µεθοδολογίας στο χώρο. 6 Οι µόνιµες αίθουσες επανασχεδιάστηκαν λαµβάνοντας υπ όψιν εκπαιδευτικές αρχές και η αξιολόγησή τους επηρεάστηκε από το σχολικό πρόγραµµα σπουδών και τη συµπεριφοριστική προσέγγιση που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ, κυρίως από τον Screven 7 και τον Shettel. 8 Με δεδοµένη τη µεγάλη έµφαση που δίνεται στην υποχρέωση δηµόσιας λογοδοσίας και την ικανοποίηση του πελάτη στις ΗΠΑ, ο ηγετικός ρόλος αυτής της χώρας στην 4 M. E. Munley, Back to the future: a call for co-ordinated research programs in museums, στο Museum Education Roundtable, Patterns in Practice: Selections from the Journal of Museum Education. Washington, DC: Museum Education Roundtable, 1992, σσ. 196-203. 5 Για παράδειγµα, C. H. Murray, How to estimate a museum s value, Museums Journal 31 (1932), σσ. 527-531. J. A. Brooks and P. E. Vernon, A study of children s interests and comprehension of a science museum, British Journal of Psychology 48 (1956), σσ. 175-182. 6 M. B. Alt, Four years of visitor surveys at the British Museum (Natural History), Museums Journal 80 (1), 1980, σσ. 10-19. S. A. Griggs, Formative evaluation of exhibits at the British Museum, Curator 24 (3), 1981, σσ. 189-202. S. A. Griggs and M. B. Alt, Visitors to the British Museum (Natural History) in 1980 and 1981, Museums Journal 82 (3), 1982, σσ. 149-156. R. S. Miles and A. F. Tout, The impact of research on the approach to the visiting public at the Natural History Museum, London, International Journal of Science Education 13 (5), 1991, σσ. 543-549. 7 C. G. Screven, The museum as a responsive learning environment, Museum News 47 (10), 1969, σσ. 7-10. C. G. Screven, Learning and exhibits: instructional design, Museum News 52 (5), 1974, σσ. 67-75. C. G. Screven, Exhibit Evaluation A Goal-Referenced Approach, Curator 19 (4), 1976, σσ. 271-290. 8 H. H. Shettel, An evaluation of existing criteria for judging the quality of science exhibits, Curator 11 (2), 1968, 137-153. H. H. Shettel, Exhibits: Art Form or Educational Medium, Museum News 52 (1), 1973, σσ. 32-41. 2

αξιολόγηση στα µουσεία είναι αναµενόµενος. Μετά την πρώιµη πρωτοποριακή δουλειά των ψυχολόγων του Yale, Robinson 9 και Melton 10, το κύριο ρεύµα στην αξιολόγηση εκθέσεων στην Αµερική τις δεκαετίες 1960 και 70 ήταν βασισµένο στη συµπεριφοριστική ψυχολογία. Αυτό επικεντρωνόταν στη µελέτη της συµπεριφοράς των επισκεπτών σε σχέση µε µετρήσιµους στόχους και αντιµετώπιζε τις εκθέσεις σαν µέσο διδασκαλίας που έπρεπε να µεταδίδει συγκεκριµένες γνώσεις. Μερικές από τις κοινές µεθόδους που χρησιµοποιήθηκαν εδώ ήταν η παρατήρηση και η χρονοµέτρηση των επισκεπτών από έναν αντικειµενικό αξιολογητή, ενώ µεγάλη έµφαση δινόταν στη δύναµη των εκθεµάτων να έλκουν τους επισκέπτες και να διατηρούν την προσοχή τους (attracting και holding power) και στα τεστ πριν και µετά την επίσκεψη που εξέταζαν τη γνώση που αποκτήθηκε από την έκθεση. Αυτή η προσέγγιση συνήθως εφαρµοζόταν στα κέντρα επιστήµης και τεχνολογίας και σε µουσεία φυσικής ιστορίας, εφόσον οι περισσότεροι µουσειοπαιδαγωγοί των πινακοθηκών και µουσείων τέχνης δεν συµφωνούσαν µε τη µάθηση ως το µόνο στόχο µίας έκθεσης τέχνης. Αυτή η προσέγγιση έχει δεχτεί κριτικές 11 γιατί µεταξύ άλλων, οδηγεί στο να παρατηρείς ως επί το πλείστον, παρά να επικοινωνείς µε τους επισκέπτες. Η απλή παρατήρηση δεν εξηγεί γιατί σταµάτησαν στο συγκεκριµένο έκθεµα, ενώ η έµφαση στην απόκτηση γνώσεων αγνοεί την πολυπλοκότητα της επίσκεψης στο µουσείο και τους τρόπους µε τους οποίους τα µηνύµατα της έκθεσης εκλαµβάνονται από διαφορετικούς επισκέπτες. 12 Επίσης αγνοεί τη συναισθηµατική επίδραση των εκθέσεων, τα αισθήµατα και τις διαθέσεις των επισκεπτών, καθώς επίσης και τον ρόλο των ενδιαφερόντων τους. Τα τελευταία είκοσι χρόνια το επίκεντρο της αξιολόγησης έχει µεταφερθεί από το τι κάνουν τα εκθέµατα στο πώς τα αντιλαµβάνονται οι επισκέπτες και στο πώς αυτοί κατασκευάζουν µηνύµατα επηρεασµένοι από αυτά. Όπως αναφέραµε στο προηγούµενο κεφάλαιο για την επικοινωνία, η έρευνα και η προσέγγιση µελετητών όπως η McManus και 9 E. S. Robinson, The Behavior of the Museum Visitor, Publications of the American Association of Museums, New Series 5, 1928. 10 A. W. Melton, Problems of Installation in Museums of Art, Publications of the American Association of Museums, New Series 14, 1935, σσ. 8-13. 11 M. B. Alt, Evaluating didactic exhibits: a critical look at Shettel s work, Curator 20 (3), 1977, σσ. 241-58. H. H. Shettel, A critical look at a critical look: A response to Alt s Critique of Shettel s work, Curator 21 (4), 1978, σσ. 329-45. 12 Munley 1987. G. Lawrence,. Remembering rats, considering culture: perspectives on museum evaluation, στο Museum visitor studies in the 90s. S. Bicknell and G. Farmelo (επιµ.) London: Science Museum, 1993, σσ. 117-124. 3

η Hooper-Greenhill στη Βρετανία, οι Falk και Dierking και ο Hein στην Αµερική, τράβηξε την προσοχή στη σηµασία των κοινωνικών συνθηκών της επίσκεψης στο µουσείο. Η αύξηση του ενδιαφέροντος για την κοινωνική διάσταση των µουσείων εισήγαγε επίσης και το ενδιαφέρον για τους µη επισκέπτες και τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι µένουν µακριά από το µουσείο, όπως η έρευνα του Merriman που συζητήσαµε πιο αναλυτικά παραπάνω. 13 Καθώς η προσοχή στρεφόταν µακριά από το συµπεριφοριστικό µοντέλο, άρχισαν να εµφανίζονται άλλες προσεγγίσεις για τη µελέτη των επισκεπτών: ανθρωπολογικές, κοινωνιολογικές, ψυχολογικές, νατουραλιστικές, αν και καµία από αυτές δεν έχει κυριαρχήσει από µόνη της µέχρι τώρα. Αυτές έχουν γενικά µεταφέρει το κέντρο βάρους από τα εργαστηριακά πειράµατα βασισµένα σε επιστηµονικές µεθόδους, στη µελέτη των επισκεπτών ως ατόµων στο φυσικό τους περιβάλλον. Αυτές οι προσεγγίσεις βασίζονται συνήθως σε ποιοτικά, παρά σε ποσοτικά δεδοµένα, τα οποία συγκεντρώνονται µε συνεντεύξεις σε βάθος, µελέτη διαφορετικών εγγράφων και υλικού, ελεύθερη παρατήρηση και συζητήσεις σε µικρές οµάδες και συχνά προϋποθέτουν το ρόλο του αξιολογητή όχι µόνο ως παρατηρητή αλλά και ως συµµετέχοντα. Οι σχετικές αναφορές, συνήθως µελέτες περίπτωσης, συχνά περιλαµβάνουν αυτούσιες παραποµπές από τις απαντήσεις και τις διηγήσεις αυτών που συµµετείχαν, αντί για στατιστικούς πίνακες. Οι µέθοδοι του πεδίου συνήθως παρέχουν περιγραφικές πληροφορίες και καταγράφουν απρόβλεπτα αποτελέσµατα, αντί να κάνουν µετρήσεις προκαθορισµένων στόχων. Τονίζουν περισσότερο την µοναδικότητα µιας κατάστασης παρά την ικανότητά της να γενικευτεί. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών, οι κριτικοί των ποιοτικών µελετών αµφισβητούν την εγκυρότητα και την αξιοπιστία τους. 14 Στις Ηνωµένες Πολιτείες η ποιοτική αξιολόγηση έχει ήδη αρχίσει να εφαρµόζεται στα µουσεία από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και 80, όπως για παράδειγµα, η δουλειά των Wolf και Tymitz στα εθνικά µουσεία στην Ουάσιγκτον, DC, 15 η αξιολόγηση στο Παιδικό 13 Merriman 1991. Επίσης, M. Hood, Leisure Criteria of Participation and Non-Participation in Museums στο Museum Visits and Activities for Family Life Enrichment, B. H. Butler and M. B. Sussman (επιµ.), New York and London: Haworth Press, 1989, σσ. 151-69. V. Trevelyan (επιµ.) Dingy Places with Different Kind of Bits : an Attitudes Survey of London Museums among Non-visitors. London: London Museums Service, 1991. 14 R. Miles, 1993. Grasping the greased pig: evaluation of educational exhibits στο Museum visitor studies in the 90s. S. Bicknell and G. Farmelo (επιµ.) London: Science Museum, 1993, σσ. 24-33. 15 R. L. Wolf, A naturalistic view of evaluation, Museum News 58 (July/August 1980), σσ. 39-45. R. L. Wolf and B. L. Tymitz, A Preliminary Guide for Conducting Naturalistic Evaluation in Studying Museum 4

Μουσείο της Ινδιανάπολης 16 και οι έρευνες του Hein. 17 Η ποιοτική αξιολόγηση έχει γίνει δηµοφιλής και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία 18 και η Βρετανία 19 κυρίως από τη δεκαετία του 1990 και µετά. Αν και η επιστηµονική και η νατουραλιστική σχολή έχουν διαφορετική θεωρητική βάση και προσέγγιση, µπορούν και οι δύο να οδηγήσουν σε χρήσιµες µελέτες αξιολόγησης και δεν είναι απαραίτητο να αποκλείει η µία την άλλη. Η διχοτόµηση µεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και των σχετικών µεθόδων µπορεί να αποδειχτεί στείρα και αντιπαραγωγική, εφόσον η επιλογή των µεθοδολογικών εργαλείων θα πρέπει να οδηγείται κατεξοχήν από τις συγκεκριµένες ερωτήσεις και τα ζητήµατα που θέτει η συγκεκριµένη περίπτωση που µελετάται. Στην πραγµατικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις ο συνδυασµός διαφορετικών µεθόδων και από τις δύο σχολές µπορεί να αποδειχτεί περισσότερο αποτελεσµατικός. Ένα σύνολο οργανισµών, επαγγελµατικών οργανώσεων, συνεδρίων και δηµοσιεύσεων που δηµιουργήθηκαν ως επί το πλείστον την τελευταία δεκαπενταετία, στηρίζουν τους επαγγελµατίες που ασχολούνται µε τις µελέτες του κοινού στην προσπάθειά τους για επαγγελµατισµό και γενικότερη αναγνώριση του χώρου τους ως συγκροτηµένης επιστηµονικής περιοχής. Η µελέτη της εξέλιξής τους είναι ενδεικτική για την αλλαγή του κέντρου βάρους στο χώρο του µουσείου γενικότερα και την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για τους επισκέπτες και το πώς αυτοί βιώνουν το µουσείο. Το ενηµερωτικό φυλλάδιο Visitor Behavior, το οποίο άρχισε να εκδίδει ο Stephen Bitgood στο Πανεπιστήµιο Jacksonville State στην Alabama, ήταν το πρώτο περιοδικό αφιερωµένο στη µελέτη των επισκεπτών σε περιβάλλοντα ανεπίσηµης µάθησης, όπου ανήκει και το Environments. Washington, DC: Office of Museum Programs, Smithsonian Institution, 1979. R. L. Wolf and B. L. Tymitz, Hey Mom, that exhibit s alive : A study of visitor perceptions of the coral reef exhibit, National Museum of Natural History. Washington, DC: Smithsonian Institution, 1981. 16 J. Otto, Learning about neat stuff : one approach to evaluation, Museum News 58 (2), 1979, σσ. 38-45. 17 G. E. Hein, Evaluation of Museum Programmes and Exhibits, στο Museum Education. T. H. Hansen, K.- E. Andersen and P. Vestergaard (επιµ.). Copenhagen: Danish ICOM/CECA, 1982, σσ. 21-6. G. E. Hein and B. S. Engel, Qualitative Evaluation of Cultural Institution/School Education Programs, στο Museum-School Partnerships: Plans and Programs. S. N. Lehman and K. Inge (επιµ.) Washington, DC: Center for Museum Education, 1981. 18 Όπως οι ποιοτικές έρευνες που διενεργήθηκαν στη cité des Sciences et de l Industrie από το 1989. ες, για παράδειγµα, J. Le Marec, Interactivité et multimédia: lieux communs revisités par l usage, Rencontres médias 2 (1997-1998), éditions du centre Georges Pompidou, Paris, 1998. 19 Για παράδειγµα, S. Macdonald, Museum Visiting: a Science Exhibition Case Study. Keele: University of Keele, 1993. 5

µουσείο. ύο χρόνια αργότερα ο Chandler Screven (καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήµιο του Wisconsin) καθιέρωσε την οργάνωση για τη µελέτη των επισκεπτών µε το όνοµα International Laboratory for Visitor Studies (ILVS), η οποία εκδίδει το ILVS Review: a Journal for Visitor Behavior. Ένα επιστηµονικό περιοδικό προστέθηκε το 1993 από την ψυχολόγο Hanna Gottesdiener (Πανεπιστήµιο της Lyon) και τον κοινωνιολόγο Jean Davalon (Πανεπιστήµιο της St Etienne) στη Γαλλία που άρχισαν να εκδίδουν το Publics et Musées. Η Αµερικανική Ένωση Μουσείων έχει µία επίσηµη Επαγγελµατική Επιτροπή για την Έρευνα του Ακροατηρίου και την Αξιολόγηση (CARE), η οποία οργανώνει παρουσιάσεις στα ετήσια συνέδρια της Ένωσης και δηµοσιεύει άρθρα στο Current Trends in Audience Research & Evaluation. Συνέδρια για τις Μελέτες των Επισκεπτών (Visitor Studies) οργανώνονται από το 1988 µε πρακτικά που δηµοσιεύονται από το Κέντρο Κοινωνικού Σχεδιασµού (Center for Social Design) στην Jacksonville. Το 1992 οι επίσηµοι οργανωτές αυτών των συνεδρίων δηµιούργησαν την Ένωση για τις Μελέτες των Επισκεπτών (Visitor Studies Association), που έχει µέλη κυρίως από την Αµερική. Στη Βρετανία δηµιουργήθηκε το 1998 η Οµάδα για τις Μελέτες των Επισκεπτών (Visitor Studies Group). Όµως παρά το µεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις έρευνες του κοινού και την αξιολόγηση στο µουσείο και τον αυξανόµενο αριθµό από αντίστοιχες µελέτες που διενεργούνται, όπως γράφουν δύο σηµαντικοί ερευνητές του χώρου, ο Roger Miles και η Paulette McManus, υπάρχει ακόµα η ανάγκη να χτίσουµε και να διατηρήσουµε ένα ενηµερωµένο σύνολο θεωριών που να συνδυάζει περιγραφικές, ακαδηµαϊκές έρευνες του κοινού που να έχουν ευρεία εφαρµογή, µε µελέτες µικρότερης κλίµακας γύρω από τις οποίες να µπορεί να στηριχθεί το µελλοντικό έργο. 20 Παρόλο που αυτά γράφονται το 1993, µία δεκαετία αργότερα εξακολουθούν να ισχύουν. Γιατί να κάνει το µουσείο αξιολόγηση; Η αξιολόγηση µπορεί να προσφέρει πολύτιµες πληροφορίες και ιδέες για τη βελτίωση των εκθέσεων, δραστηριοτήτων και υπηρεσιών του µουσείου και να συνεισφέρει άµεσα στην ανάπτυξη µελλοντικών σχεδίων. Μπορεί να βοηθήσει τον οργανισµό να καταλάβει καλύτερα τους επισκέπτες του (αλλά και αυτούς που δεν τον επισκέπτονται) και να ανοίξει 20 Roger Miles and Paulette McManus, United Kingdom: Focusing on the market, Museum International 45 (2), 1993, σσ. 26-32, σ. 32. 6

ένα διάλογο µαζί τους. Η οργάνωση νέων εκθέσεων, ο σχεδιασµός ενός εκπαιδευτικού προγράµµατος για µία καινούρια οµάδα του κοινού, ή η απόφαση για τη δηµιουργία ενός καινούριου µουσείου, για να αναφέρουµε µόνο ενδεικτικά µερικές περιπτώσεις, συνεπάγονται όλες µακρόχρονη προσπάθεια, σηµαντικά κονδύλια και σκληρή δουλειά. Είναι κρίµα και σοβαρή απώλεια για τους συντελεστές αυτών των πρωτοβουλιών, να σταµατούν το έργο τους χωρίς να περιλαµβάνουν στο διάλογο και τις απόψεις των ανθρώπων για τους οποίους σχεδιάστηκαν όλα αυτά. Πολύ συχνά δυστυχώς, οι οργανωτές µίας νέας έκθεσης θεωρούν ότι το έργο τους τελειώνει όταν αυτή ανοίξει τις πόρτες της στο κοινό. Για τους µελετητές που διενεργούν αξιολόγηση όµως (και γενικά, για τον οργανισµό που τον ενδιαφέρει πραγµατικά η πρόσληψη των πολιτιστικών αγαθών που παράγει και θέλει να κατανοήσει τις ανάγκες των επισκεπτών του), ουσιαστικά τότε αρχίζει το έργο τους. Απ όσα έχουµε αναφέρει µέχρι τώρα, είναι εµφανές ότι για να λειτουργήσει αποτελεσµατικά η αξιολόγηση θα πρέπει να αποτελέσει µία συνεχή διαδικασία, ενσωµατωµένη στη γενική λειτουργία του µουσείου. Σε αυτήν την περίπτωση είναι επίσης εµφανές ότι τα ερωτήµατα που θέτει επηρεάζουν τον ρόλο όλου του µουσείου και τον τρόπο που εκπληρώνει τους στόχους του. Όπως εξετάσαµε, τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται η πίεση προς τα µουσεία (αλλά και όλους τους πολιτιστικούς οργανισµούς) για να ανοίξουν προς όλα τα στρώµατα της κοινωνίας, να εκµεταλλευτούν τις δυνατότητες των νέων µέσων παρουσίασης και της σύγχρονης τεχνολογίας, και να προσφέρουν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας. Γι αυτούς τους λόγους προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη προσεκτικής εξέτασης των υπηρεσιών που προσφέρουν και του τρόπου λειτουργίας τους, καθώς και η µελέτη του κοινού τους. Ένας πρακτικός αλλά σηµαντικός λόγος για να διενεργηθεί αξιολόγηση σχετίζεται µε τους συνήθως περιορισµένους πόρους και την αυξηµένη δηµόσια ευθύνη των µουσείων που καθιστούν την κριτική αποτίµηση κάθε νέας προσπάθειας απαραίτητη, κυρίως όταν αναζητούνται επιπρόσθετοι πόροι για την ολοκλήρωσή της. Επιπλέον, όλο και περισσότεροι οργανισµοί που χρηµατοδοτούν προγράµµατα και δραστηριότητες στον πολιτιστικό χώρο ζητούν οι αναφορές να συµπληρώνονται και από εµπεριστατωµένες µελέτες αξιολόγησης. 7

Προβλήµατα και δυσκολίες Παρά την ανάγκη για περισσότερη έρευνα αξιολόγησης στον πολιτιστικό χώρο, οι δηµοσιευµένες αναφορές αντίστοιχων προγραµµάτων και συστηµατικών µελετών είναι ακόµα περιορισµένες (στη δε Ελλάδα, είναι ελάχιστες), 21 ενώ πολλές από αυτές που δηµοσιεύονται επικεντρώνονται κυρίως στα θετικά αποτελέσµατα. Ένας από τους λόγους για τις περιορισµένες µελέτες και δηµοσιεύσεις είναι ότι για να σχεδιαστούν και να διεξαχθούν σωστά, οι έρευνες αξιολόγησης αποτελούν µία κοπιαστική εργασία η οποία απαιτεί ειδικές γνώσεις και ίσως συµβολή από εµπειρογνώµονες, τις οποίες πολλά µουσεία δεν διαθέτουν ή δεν έχουν τα µέσα για να αποκτήσουν. Επιπλέον, πολλοί οργανισµοί είναι απρόθυµοι να µοιραστούν αποτυχηµένες εµπειρίες και απρόβλεπτα ή αρνητικά αποτελέσµατα. Ειδικά όταν πειραµατίζονται µε νέες εκθέσεις, µέσα ή προγράµµατα, είναι λογικό οι πρώτες προσπάθειες να έχουν κάποια προβλήµατα ή να µη τύχουν θετικής υποδοχής, αποτελέσµατα που κάποιοι οργανισµοί θα προτιµούσαν να µη δηµοσιοποιήσουν. Επιπρόσθετα, καθώς τα πορίσµατα της αξιολόγησης συχνά προτείνουν αλλαγές στον τρόπο που λειτουργεί ο οργανισµός, είναι κάποιες φορές δύσκολο για την έρευνα του κοινού και την αξιολόγηση να έχουν την καθολική έγκριση και υποστήριξη όλων στον οργανισµό. 22 Αυτές οι δραστηριότητες µπορεί συχνά να φαίνονται απειλητικές για το προσωπικό του µουσείου, το οποίο αισθάνεται ότι κρίνεται η δουλειά του. Αυτό είναι ακόµα πιο πιθανό να συµβεί όταν η αξιολόγηση δεν είναι ενσωµατωµένη σε όλες τις λειτουργίες του µουσείου και το προσωπικό δεν συµµετέχει στο πρόγραµµα από την αρχή. Επιπλέον, οι επαγγελµατίες και οι µελετητές του µουσείου είναι µερικές φορές επιφυλακτικοί για τη µεθοδολογία και τα αποτελέσµατα των ερευνών του κοινού, καθώς 21 Με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, όπως Αναστασία Κουβέλη, Η σχέση των µαθητών µε το µουσείο: θεωρητική προσέγγιση, έρευνα στην Αθήνα και στην Ικαρία. Εκπαιδευτικά προγράµµατα. Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 2000. Theano Moussouri, Alexandra Nikiforidou and Andromache Gazi, Front-end and formative evaluation of an exhibition on Greek mathematics, Current Trends in Audience Research and Evaluation, American Association of Museums, Committee for Audience Research and Evaluation, Vol. 16 (2003), σσ. 42-7 (για τα υπό δηµοσίευση σχετικά κείµενα στα ελληνικά, δες υποσηµείωση 27, κεφ. 5). Κάποια στοιχεία για έρευνα αξιολόγησης δίνονται επίσης στο Ειρήνη Νάκου, Μουσεία: εµείς, τα πράγµατα και ο πολιτισµός: από τη σκοπιά της θεωρίας του υλικού πολιτισµού, της µουσειολογίας και της µουσειοπαιδαγωγικής. Αθήνα: Νήσος, 2001, σσ. 219-75. 22 Stephen Bitgood, The institutional acceptance of visitor evaluation: review and overview, Visitor Behavior 11 (2), 1996, σσ. 4-16. 8

και για την αποτελεσµατικότητα της αξιολόγησης γενικά. Η αξιολόγηση της επίδρασης των µουσειακών εκθέσεων για παράδειγµα, θεωρείται από κάποιους σαν διαδικασία ρηχή και χωρίς νόηµα. Ο Kenneth Hudson, ο βρετανός ειδικός στα µουσεία και οργανωτής του Eυρωπαϊκού Bραβείου για το Kαλύτερο Mουσείο της Xρονιάς, ήταν κατηγορηµατικός όταν περιόριζε τη χρησιµότητα της µελέτης του κοινού στην καταγραφή απλών και µετρήσιµων στοιχείων που µπορούµε να τα επεξεργαστούµε και να τα χωρίσουµε σε κατηγορίες χωρίς ιδιαίτερες παραποιήσεις, καθώς πίστευε ότι η εµπειρία του επισκέπτη στο µουσείο είναι τόσο προσωπική και βιωµατική που αντιστέκεται σε στατιστικές επεξεργασίες και ταξινοµήσεις: Επειδή πιστεύω ότι το να πηγαίνει κανείς στα µουσεία είναι µία τόσο προσωπική υπόθεση και τα αποτελέσµατά της τόσο δυσδιάκριτα και τόσο απρόβλεπτα, θεωρώ ότι ένα υψηλό ποσοστό από τις έρευνες του κοινού είναι άχρηστες, άσχετες και χάσιµο χρηµάτων. 23 Από την άλλη όµως, ο αντίλογος προσάπτει στους κριτικούς και τους αµφισβητίες της αξιολόγησης το φόβο των δυσάρεστων αποτελεσµάτων ή αλλαγών. Η καταγραφή των αντιδράσεων του κοινού εξελίσσεται τελευταία σε ξεχωριστή επιστήµη που δανείζεται ερευνητικές τεχνικές και µεθόδους από ποικίλους επιστηµονικούς κλάδους, όπως προαναφέραµε, βελτιώνοντας τις τεχνικές της και ακολουθώντας τα υψηλά πρότυπα που θέτει ο πολιτιστικός χώρος. Ένα άλλο πρόβληµα είναι ότι κάποιες µελέτες αξιολόγησης έχουν κατηγορηθεί για στενότητα αντίληψης, καθώς επικεντρώνονται στην καταγραφή της απόκτησης τυποποιηµένων γνώσεων εγκυκλοπαιδικού τύπου. Αυτό θεωρείται αταίριαστο σε ένα περιβάλλον σαν το πολιτιστικό, το οποίο ενεργοποιεί ένα σύνθετο τρόπο µάθησης και περιλαµβάνει χαρακτηριστικά όπως η κοινωνική και αισθητική εκπαίδευση, η εµπέδωση προηγούµενων γνώσεων και εµπειριών, η ανάπτυξη νέων ενδιαφερόντων και η καλλιέργεια του προβληµατισµού. Όλ αυτά, αν και εξαιρετικά σηµαντικά, είναι συχνά αδιόρατα και δύσκολο να καταγραφούν, δυσκολία που εντείνεται ακόµα περισσότερο από την ποικιλία και την ανοµοιογένεια του κοινού των µουσείων. 23 Kenneth Hudson, Visitor studies: luxuries, placebos, or useful tools?, στο Museum visitor studies in the 90s. S. Bicknell and G. Farmelo (επιµ.) London: Science Museum, 1993, σσ. 34-40. 9

Στάδια αξιολόγησης Μπορούµε να χωρίσουµε την έρευνα αξιολόγησης στα εξής διαφορετικά στάδια, ανάλογα µε το πότε διενεργείται σε σχέση µε τα στάδια ανάπτυξης µίας έκθεσης, ενός προγράµµατος ή γενικά µίας νέας ιδέας: προκαταρκτική, διαµορφωτική, συνολική και διορθωτική. Αυτά δεν ακολουθούνται πάντα πιστά σε όλες τις αξιολογήσεις, ενώ µπορούν να γίνουν και ανεξάρτητα, χωρίς κάποιο στάδιο να προϋποθέτει την ολοκλήρωση κάποιου άλλου. Η προκαταρκτική αξιολόγηση ή ανάλυση (front-end evaluation) αναφέρεται στην αξιολόγηση που διενεργείται πριν από το σχεδιασµό ενός προγράµµατος, έκθεσης, ή άλλης δραστηριότητας του µουσείου, όταν συνήθως βρίσκεται ακόµα στο στάδιο της σύλληψης της αρχικής ιδέας. 24 Αυτός ο τύπος αξιολόγησης παρέχει έναν µηχανισµό για να ελέγξει κανείς τις υποθέσεις που έχει κάνει για τους ανθρώπους είτε υποθέσεις για το τι γνωρίζουν, αισθάνονται ή καταλαβαίνουν οι άνθρωποι για ένα θέµα ή τι θα τους ενδιέφερε να µάθουν ή ακόµα και υποθέσεις για τον καλύτερο τρόπο οργάνωσης του υλικού σε µία έκθεση. 25 Η προκαταρκτική αξιολόγηση µπορεί να µετρήσει τις αντιδράσεις του κοινού για το θέµα της έκθεσης ή άλλης δραστηριότητας του µουσείου, καθώς και την καταλληλότητα των προτεινόµενων µέσων να µεταφέρουν τα σχετικά µηνύµατα (π.χ. αν οι οργανωτές σκέφτονται να χρησιµοποιήσουν ένα ηλεκτρονικό πρόγραµµα πολυµέσων σε µία έκθεση που απευθύνεται σε ενήλικες φιλότεχνους, η προκαταρκτική αξιολόγηση µπορεί να εξετάσει µήπως άλλα, πιο οικονοµικά µέσα παρουσίασης θα ήταν πιο κατάλληλα για τη συγκεκριµένη περίσταση). Η προκαταρκτική αξιολόγηση βοήθησε αποτελεσµατικά στην προετοιµασία µίας έκθεσης για τη µικροβιολογία που ετοίµαζε η Αίθουσα της Επιστήµης της Νέας Υόρκης (New York Hall of Science), καθώς τους έδωσε πληροφορίες για τις γνώσεις, παρανοήσεις και ενδιαφέροντα των επισκεπτών του µουσείου για το θέµα πριν προχωρήσουν στο σχεδιασµό. 26 Με τον ίδιο τρόπο λειτούργησε η προκαταρκτική 24 R. Rubenstein, Focus Groups and Front-End Evaluation, στο Visitor Studies: Theory, Research, and Practice. Volume 3. Proceedings of the 1990 Visitor Studies Conference. S. Bitgood, A. Benefield and D. Paterson (επιµ.). Jacksonville, AL: Centre for Social Design, 1991, σσ. 87-93. 25 Lynn Dierking and Wendy Pollock, Questioning Assumptions: An Introduction to Front-End Studies in Museums, American Association of Science-Technology Centers, Washington, DC, 1998. 26 Samuel Taylor and Beverly Serrell, Try it! Improving Exhibits through Formative Evaluation. Washington, DC: Association of Science-Technology Centers, 1991. 10

αξιολόγηση και στην ετοιµασία της έκθεσης Υπάρχει σε όλα λύση; Ταξίδι στον κόσµο των αρχαίων ελληνικών µαθηµατικών που οργάνωσε το Ίδρυµα Μείζονος Ελληνισµού στην Αθήνα µε οµάδα εξωτερικών συνεργατών που σχεδίασαν προκαταρκτική, διαµορφωτική και συνολική αξιολόγηση. 27 Η διαµορφωτική αξιολόγηση διενεργείται κατά τη διάρκεια του σχεδιασµού της έκθεσης ή του προγράµµατος, όταν αυτό αρχίζει να παίρνει συγκεκριµένη µορφή, και τα αποτελέσµατά της βοηθούν να το αναπτύξουν ακόµα περισσότερο και να το βελτιώσουν. 28 Μπορεί για παράδειγµα, να ελέγξει την καταλληλότητα της γλώσσας που χρησιµοποιήθηκε στα κείµενα, την επιτυχία του γραφικού σχεδιασµού και άλλων πτυχών µίας έκθεσης ενώ αυτή σχεδιάζεται και να προσδιορίσει προβληµατικές περιοχές και λάθη πριν να είναι αργά για να αλλάξουν και να διορθωθούν. Αυτή είναι µια σηµαντική διαδικασία στο σχεδιασµό πολιτιστικών δραστηριοτήτων που µπορεί να βεβαιώσει ότι ακόµα και αν η τελική εφαρµογή δεν είναι τέλεια, είναι τουλάχιστον καλύτερη από µία που δεν έχει αξιολογηθεί καθόλου. Ποτέ δεν είναι πολύ νωρίς για να αξιολογήσει κανείς νέα προγράµµατα και υπηρεσίες και να περιλάβει τους χρήστες στους οποίους απευθύνεται το πρόγραµµα στη διαδικασία του σχεδιασµού. Συχνά είναι δυνατό να γίνει αυτό µε πρόχειρες µακέτες ή αρχικά σχέδια εκθεµάτων και προγραµµάτων, πριν επενδυθεί πολύς κόπος και προσπάθεια σε λάθος κατεύθυνση. Στις περισσότερες περιπτώσεις ακόµα και µία µικρής εµβέλειας έρευνα µε ένα µικρό δείγµα µπορεί να αποφέρει χρήσιµες πληροφορίες. Η διαµορφωτική αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα χρήσιµη στο σχεδιασµό διαδραστικών εκθεµάτων, κυρίως όταν αυτά είναι εφαρµογές πολυµέσων ή άλλα ηλεκτρονικά προγράµµατα, καθώς µπορεί να βελτιώσει το σχεδιασµό του περιβάλλοντος χρήσης, το οποίο θα πρέπει να είναι εξαιρετικά απλό και 27 Theano Moussouri, Alexandra Nikiforidou and Andromache Gazi, Front-end and formative evaluation of an exhibition on Greek mathematics, Current Trends in Audience Research and Evaluation, American Association of Museums, Committee for Audience Research and Evaluation, Vol. 16 (2003), σσ. 42-7. Ανδροµάχη Γκαζή, Αλεξάνδρα Νικηφορίδου και Θεανώ Μουσούρη, Μια έκθεση για αρχαία ελληνικά µαθηµατικά - Η εµπειρία της επίσκεψης, στο «Υπάρχει σε όλα λύση;» Ταξίδι στον κόσµο των αρχαίων ελληνικών µαθηµατικών, Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, 2003, Ίδρυµα Μείζονος Ελληνισµού (υπό έκδοση). Ανδροµάχη Γκαζή, Αλεξάνδρα Νικηφορίδου και Θεανώ Μουσούρη, Μια έκθεση για τα αρχαία ελληνικά µαθηµατικά. Πλαίσιο ανάπτυξης και µουσειολογικός σχεδιασµός, online περιοδικό Τµήµατος Πολιτισµικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, Μυτιλήνη, Πανεπιστήµιο Αιγαίου, 1 (2003) (υπό δηµοσίευση). 28 C. G. Screven, What is Formative Evaluation?, στο Try it! Improving Exhibits through Formative Evaluation. S. Taylor and B. Serrell (επιµ.). Washington, DC: Association of Science-Technology Centers, 1991, σσ. 9-13. J. Hayward and R. Loomis, Looking Back at Formative Evaluation, στο Visitor Studies: Theory, Research and Practice. Volume 6. Collected Papers from the 1993 Visitor Studies Conference. D. Thompson et al. (επιµ.) Jacksonville, AL: Centre for Social Design, 1993, σσ. 217-220. 11

κατανοητό, ώστε οι επισκέπτες του µουσείου να µπορούν να το χρησιµοποιήσουν αµέσως και χωρίς προβλήµατα, ακόµα και όταν δεν έχουν καθόλου εµπειρία από τη χρήση υπολογιστών. 29 Η συνολική αξιολόγηση ελέγχει την επίδραση και τον αντίκτυπο της έκθεσης όταν αυτή έχει πια ολοκληρωθεί και ανοίξει στο κοινό. 30 Αυτή είναι συχνά η πρώτη φορά που οι υπεύθυνοι για την αξιολόγηση µπορούν να ελέγξουν ερµηνευτικά εκθέµατα και προγράµµατα σε µεγαλύτερο βάθος σε σχέση µε τον περιβάλλοντα χώρο και να εξετάσουν την πρόσληψή τους από τους επισκέπτες. Για παράδειγµα, το Μουσείο και η Πινακοθήκη του Birmingham στην Αγγλία, χρησιµοποίησε διαφορετικές µεθόδους (όπως παρατήρηση των επισκεπτών, συνεντεύξεις, ανάλυση των σχολίων που άφησαν οι επισκέπτες στον ειδικό πίνακα που ήταν αναρτηµένος στην έκθεση, ταχυδροµική έρευνα λίγους µήνες µετά την επίσκεψη για την καταγραφή των αναµνήσεων από την έκθεση) για να αξιολογήσει την επανέκθεση της εθνογραφικής του συλλογής στην Αίθουσα 33 ( Gallery 33: A Meeting Ground of Cultures ). 31 Η συνολική αξιολόγηση δεν κατέγραψε µόνο τα χαρακτηριστικά των επισκεπτών και τον τρόπο µε τον οποίο χρησιµοποίησαν την έκθεση και κινήθηκαν µέσα σε αυτή. Μελέτησε επίσης τη συναισθηµατική και διανοητική επίδραση που είχε η έκθεση στους επισκέπτες, τη γνώµη τους για την πολιτισµική ταυτότητα, ζητήµατα πολυπολιτισµικότητας και αντιρατσισµού και αξιολόγησε σε βάθος τα εκθέµατα διαδραστικού βίντεο που είχαν ενσωµατωθεί στην έκθεση. Σε µερικές περιπτώσεις που εντοπίζονται προβλήµατα σε µία έκθεση και όταν υπάρχουν τα κατάλληλα µέσα, µπορεί να διεξαχθεί διορθωτική αξιολόγηση για να καθοδηγήσει την τροποποίηση των εκθεµάτων. Βέβαια, είναι σηµαντικό να αναφέρουµε εδώ ότι σε αυτό το στάδιο είναι ήδη αργά για να γίνουν σηµαντικές αλλαγές. 32 Η συνολική και η διορθωτική 29 Maria Economou, Evaluating Multimedia, Museum Practice December (9), 1998, σσ. 38-40. Maria Economou, The Euesperides project: Design and evaluation of a hypermedia program for an archaeological exhibition, Archeologia e Calcolatori VII (proceedings of III International Symposium on Computers and Archaeology, Rome 1995), 1997, σσ. 1105-1115. 30 J. Hayward and R. Loomis, Looking Back at Summative Evaluation, in Visitor Studies: Theory, Research, and Practice. Volume 7. Collected Papers from the 1994 Visitor Studies Conference. Jacksonville, AL: Visitor Studies Association, 1996. 31 Jane Peirson Jones, (επιµ.) Gallery 33: A Visitor Study. Birmingham: Birmingham Museums and Art Gallery, 1993. Jane Peirson Jones, Communication and learning in Gallery 33: Evidence from a visitor study, στο Museum, Media, Message. E. Hooper-Greenhill (επιµ.) London: Routledge, 1995, σσ. 260-275. 32 Θεανώ Μουσούρη, Έρευνα κοινού και αξιολόγηση στα µουσεία, Αρχαιολογία και Τέχνες 72 (Σεπτέµβριος 1999), σσ. 56-61. 12

αξιολόγηση είναι στην ουσία παρόµοιες διαδικασίες. Εκείνο που αλλάζει είναι ο στόχος για τον οποίο διενεργούνται και ο τρόπος που χρησιµοποιούνται τα αποτελέσµατα. Μέθοδοι αξιολόγησης Η ποιότητα της έρευνας αξιολόγησης εξαρτάται σε µεγάλο βαθµό από τον τρόπο που σχεδιάζεται η µεθοδολογία της και συλλέγονται τα δεδοµένα στην πράξη. Γι αυτόν το λόγο η επιλογή των κατάλληλων µεθόδων και η σωστή χρήση τους είναι καθοριστικής σηµασίας. Λόγω της πολυπλοκότητας των παραγόντων που επηρεάζουν τη σύνθετη εµπειρία της επίσκεψης στο µουσείο είναι πιο αποτελεσµατικό να χρησιµοποιηθούν διαφορετικές µέθοδοι ανάλογα µε τα ερωτήµατα που θέτει η µελέτη, παρά µόνο µία. Ερωτηµατολόγια Τα ερωτηµατολόγια είναι από τις πιο δηµοφιλείς µεθόδους αξιολόγησης στα µουσεία. Χρησιµοποιούνται σε συνεντεύξεις πρόσωπο µε πρόσωπο, τηλεφωνικές συνεντεύξεις, ταχυδροµικές έρευνες και σε έρευνες όπου συµπληρώνονται από το ίδιο το κοινό. Στις συνεντεύξεις πρόσωπο µε πρόσωπο ένας έµπειρος και καλά εκπαιδευµένος ερευνητής µπορεί να κάνει αυτούς που απαντάνε στο ερωτηµατολόγιο να αισθανθούν άνετα, ενθαρρύνοντας ακόµα και τους πιο διστακτικούς να εκφράσουν τις απόψεις τους, χωρίς να επηρεάζει τις απαντήσεις τους. Για να αποφευχθεί το τελευταίο, ο ερευνητής προσπαθεί να χρησιµοποιήσει µε όλους τους συµµετέχοντες τον ίδιο φιλικό, αλλά ουδέτερο τόνο οµιλίας και να βασιστεί σε ένα τυποποιηµένο ερωτηµατολόγιο, έτσι ώστε να χρησιµοποιηθεί µε όλους η ίδια φρασεολογία και σειρά ερωτήσεων. Όταν χρησιµοποιηθεί κατάλληλα, η προσωπική συνέντευξη έχει υψηλότερο ποσοστό συµµετοχής, εκµαιεύοντας απαντήσεις από ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα συµπλήρωναν µόνοι τους ένα ερωτηµατολόγιο σε µία έκθεση ή όταν τους αποσταλεί µε το ταχυδροµείο. Επίσης, αυτός ο προσωπικός τύπος συνέντευξης µπορεί να περιλάβει πιο πολύπλοκες και ανοιχτές ερωτήσεις. Αυτές θα ήταν ακατάλληλες για ταχυδροµικές ή ανεξάρτητες έρευνες αυτοσυµπλήρωσης οι οποίες χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις και αναλύσεις για την πλήρη και σωστή κατανόηση των ερωτήσεων. 13

Από την άλλη µεριά, τα ερωτηµατολόγια που συµπληρώνονται κατά τη διάρκεια συνέντευξης πρόσωπο µε πρόσωπο συνήθως περιλαµβάνουν υψηλό κόστος, καθώς απαιτούν έναν επαγγελµατία ερευνητή ή έναν καλά εκπαιδευµένο εθελοντή και είναι χρονοβόρα και απαιτητικά. Παρατήρηση Συγκεκριµένες παρατηρήσεις (όπως για παράδειγµα, η διαδροµή που ακολουθούν οι επισκέπτες σε µία έκθεση ή ο χρόνος που αφιερώνουν χρησιµοποιώντας ένα ηλεκτρονικό πρόγραµµα πολυµέσων για τα εκθέµατα) µπορούν να καταγραφούν σε ειδικά προσχεδιασµένα φύλλα συλλογής δεδοµένων µε την κάτοψη του εκθεσιακού χώρου ή µε λίστες προκαθορισµένων τρόπων συµπεριφοράς και να συµπληρωθούν µε προσωπικές παρατηρήσεις. 33 Επιπλέον, η µαγνητοσκόπηση της χρήσης εκθεµάτων και προγραµµάτων και η µαγνητοφώνηση συζητήσεων του κοινού µπορεί να καταγράψει πλήθος πληροφοριών, αλλά ο χρόνος που απαιτείται για την ανάλυσή τους αυξάνει το κόστος αυτού του µέσου αξιολόγησης. Επίσης θίγει ηθικά ζητήµατα µια και αυτού του τύπου η έρευνα µπορεί να θεωρηθεί κατασκοπία του κοινού και επέµβαση στην προσωπική εµπειρία της επίσκεψης. 34 Μερικοί ερευνητές χρησιµοποιούν επίσης την ανθρωπολογική µέθοδο της συµµετοχικής παρατήρησης (participant observation) παίρνοντας µέρος στη δραστηριότητα του µουσείου µαζί µε τους άλλους σαν να ήταν µέρος του κοινού. Αυτή η µέθοδος µπορεί να αποφέρει πλούσια, ποιοτικά δεδοµένα, αλλά θέτει τα δικά της προβλήµατα, καθώς η παρουσία του ερευνητή µπορεί να επηρεάσει τη συµπεριφορά του κοινού. Συνεντεύξεις Αυτές µπορεί να είναι ελεύθερες και ανοιχτές, µε τον ερευνητή να συζητά µε τους συνεντευξιαζόµενους, 35 ή πιο δοµηµένες, ακολουθώντας ένα συγκεκριµένο ερωτηµατολόγιο. Οι συνεντεύξεις µπορούν να προσφέρουν µία µεγάλη ποσότητα 33 R. S. Miles, M. B. Alt, D. C. Gosling, B. N. Lewis and A. F. Tout, The design of educational exhibits. London: Unwin Hyman, 1988, σ. 159. R. Korn, Introduction to evaluation: theory and methodology, στο Museum Education: History, Theory and Practice. N. W. Berry and S. M. Mayer (επιµ.) Reston, VA: National Art Education Association, 1989, σσ. 219-238. 34 A. M. Lucas, P. McManus and G. Thomas, Investigating learning from informal sources: Listening to conversations and observing play in science museums, European Journal of Science Education 8 (4) 1986, σσ. 341-352. 35 R. Korn and L. Sowd, Visitor Surveys: A User s Manual. Professional Practice Series. Susan Nichols (Compiler and Series Editor), Washington, DC: American Association of Museums, 1990, σσ. 227-9. 14

χρήσιµων πληροφοριών, αλλά είναι χρονοβόρες στη διεξαγωγή και ανάλυσή τους και απαιτητικές γι αυτόν που παίρνει τη συνέντευξη. Επίσης, ένα από τα πιο σηµαντικά µειονεκτήµατα των συνεντεύξεων είναι ότι οι ερωτώµενοι συνήθως δίνουν κοινωνικά αποδεκτές και όχι πάντα ειλικρινείς απαντήσεις, παρά τις προσπάθειες για αντικειµενικότητα και ουδετερότητα ακόµα και από έµπειρους ερευνητές. Για παράδειγµα, λόγω της κουλτούρας και της ανατροφής του, το γιαπωνέζικο κοινό ενός µουσείου δύσκολα θα ασκούσε αρνητική κριτική κατά τη διάρκεια µίας συνέντευξης για την έκθεση που µόλις παρακολούθησε, ακόµα και αν αυτή ήταν χαµηλής ποιότητας και δεν τους ικανοποίησε καθόλου. Ένας ιδιαίτερος τύπος συνέντευξης µπορεί να συνδυαστεί και τη µέθοδο σκέψου φωναχτά κατά την οποία ο ερευνητής ενθαρρύνει τους επισκέπτες να εκφράζουν ελεύθερα ό,τι τους έρχεται στο µυαλό ενώ καταγράφει τις αντιδράσεις τους, για παράδειγµα ενώ περιδιαβαίνουν στην έκθεση ή χρησιµοποιούν ένα διαδραστικό έκθεµα. Αυτή η µέθοδος είναι ιδιαίτερα χρήσιµη κατά τη διαµορφωτική αξιολόγηση προγραµµάτων στον υπολογιστή. 36 H µέθοδος αυτή χρησιµοποιήθηκε από την οµάδα του Ερευνητικού Κέντρου για τα Μουσεία και τις Πινακοθήκες του Τµήµατος Μουσειακών Σπουδών του Πανεπιστηµίου του Leicester µε τους επισκέπτες της Πινακοθήκης του Wolverhampton οι οποίοι καλούνταν να σκεφτούν φωναχτά κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους και να µιλήσουν για ό,τι βλέπουν, σκέφτονται και αισθάνονται για τα έργα τέχνης και το χώρο. Ο ρόλος της ερευνήτριας σε αυτήν την περίπτωση περιορίστηκε στο να παρακινεί τους επισκέπτες να αναλύσουν περισσότερο τις σκέψεις και τα συναισθήµατά τους, ενώ η πορεία και ο ρυθµός της επίσκεψης, καθώς και τα θέµατα για συζήτηση καθορίστηκαν από τους ίδιους τους επισκέπτες. 37 Συζητήσεις σε µικρές οµάδες (focus group discussions) Συζητήσεις σε µικρές οµάδες διεξάγονται συχνά κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής και της διαµορφωτικής κυρίως αξιολόγησης. Αυτές είναι συζητήσεις σε βάθος µε έναν µικρό αριθµό ανθρώπων (συνήθως µέχρι δέκα-δώδεκα) που παρακινούνται να εκφράσουν την 36 P. Alter and R. Alter, Exhibit Evaluation: Taking account of Human Factors, Curator 31 (3), 1988, σσ. 167-77. 37 Θεανώ Μουσούρη, Μουσεία και κοινότητες ερµηνευτών στο ιεπιστηµονικές Προσεγγίσεις στη Μουσειακή Αγωγή. Γ. Κόκκινος και Ε. Αλεξάκη (επιµ.). Αθήνα: Μεταίχµιο, 2002. 15

άποψή τους για διάφορα ζητήµατα που συζητιούνται. 38 Οι συζητήσεις αυτές είναι ιδιαίτερα χρήσιµες για να εξερευνήσουν τι σκέφτονται συγκεκριµένες οµάδες του κοινού για ένα ζήτηµα πριν αρχίσει ο σχεδιασµός του σχετικού προγράµµατος ή της δραστηριότητας γύρω από αυτό. Συχνά χρησιµοποιούνται µε µη επισκέπτες για να διαφωτίσουν τους λόγους που οι οµάδες αυτές δεν χρησιµοποιούν τις υπηρεσίες του οργανισµού. Για παράδειγµα, το Μουσείο Kelvingrove της πόλης της Γλασκώβης διεξήγαγε συζητήσεις αυτού του τύπου µε έφηβους και των δύο φύλων, ενήλικες πάνω από πενήντα, και οικογένειες και από τις δύο κατηγορίες επισκεπτών και µη επισκεπτών για να µελετήσει την εικόνα που έχουν αυτές οι οµάδες για το Μουσείο και τον τρόπο που τους αρέσει να βιώνουν εκθέσεις γενικά. Το Μουσείο σκοπεύει µάλιστα να επεκτείνει τις έρευνες αυτές και προς µέλη των ασιατικών και άλλων µειονοτικών κοινοτήτων της πόλης, µίας οµάδας προτεραιότητας σύµφωνα µε το ήµο όπου υπάγεται το Μουσείο, που µέχρι στιγµής αποτελεί δυσανάλογα µικρό ποσοστό των επισκεπτών. Οι συζητήσεις σε βάθος µε µικρές οµάδες συχνά βοηθούν στον προσδιορισµό ερωτήσεων για µετέπειτα συνεντεύξεις µε µεγάλο δείγµα του κοινού. Γενικά προσφέρουν πολλά ποιοτικά δεδοµένα για τις απόψεις και τα συναισθήµατα των ανθρώπων, αλλά είναι δύσκολο να αναλυθούν και να κατηγοριοποιηθούν. Επίσης απαιτούν έναν εκπαιδευµένο και ικανό συντονιστή που θα δηµιουργήσει το κατάλληλο θετικό και χαλαρό κλίµα, ενθαρρύνοντας ακόµα και τα πιο συνεσταλµένα µέλη της οµάδας να συµµετάσχουν, χωρίς ο ίδιος ή η ίδια να κυριαρχεί στη συζήτηση. Ταχυδροµική έρευνα Μία άλλη µέθοδος αξιολόγησης είναι η αποστολή ερωτηµατολογίων ή επιστολών µέσω του ταχυδροµείου. Με τον τρόπο αυτό περιορίζονται οι επιρροές στα αποτελέσµατα της έρευνας που σχετίζονται µε τα προσωπικά χαρακτηριστικά και τις ικανότητες του ερευνητή που παίρνει την συνέντευξη. Η µέθοδος αυτή προσφέρει στο κοινό την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του πιο ανοιχτά χωρίς να περιορίζεται από την προσωπική επαφή µε αυτόν που παίρνει την συνέντευξη. Από την άλλη µεριά, οι ταχυδροµικές έρευνες δεν προσφέρουν την ευκαιρία για επεξηγήσεις και περαιτέρω ερωτήσεις, ούτε κανένα έλεγχο για το ποιος συµπληρώνει το ερωτηµατολόγιο. 38 Lynn Dierking and Wendy Pollock, Questioning Assumptions: An Introduction to Front-End Studies in 16

Ένα άλλο και πιθανόν πιο σοβαρό µειονέκτηµα αυτής της µεθόδου είναι το χαµηλό ποσοστό επιστροφής των ερωτηµατολογίων, συνήθως χαµηλότερο από αυτό των συνεντεύξεων. Αυτό όµως µπορεί να αυξηθεί µε τη χρήση διαφόρων τεχνικών. Αυτές περιλαµβάνουν το σχεδιασµό ελκυστικών και εύχρηστων ερωτηµατολογίων, την αποστολή φακέλων µε διεύθυνση επιστροφής και γραµµατόσηµο µαζί µε το αρχικό γράµµα, την αποστολή ενός κατάλληλου σύντοµου συνοδευτικού γράµµατος που θα περιγράφει τους σκοπούς της έρευνας, την προσφορά κάποιου βραβείου ή κινήτρου για την επιστροφή του ερωτηµατολογίου και την αποστολή ενός γράµµατος υπενθύµισης λίγο καιρό µετά από το αρχικό. Ζητήµατα µεθοδολογίας Εκτός από την επιλογή των κατάλληλων µεθόδων, όπως αυτές που περιγράψαµε, ένα άλλο σηµαντικό στοιχείο της µεθοδολογίας αξιολόγησης είναι επίσης η συστηµατική επιλογή του δείγµατος. Αυτή επιτρέπει να γενικευτούν τα αποτελέσµατα από το συγκεκριµένο δείγµα επισκεπτών, για όλους τους επισκέπτες του µουσείου. Ακόµα και όταν η µελέτη είναι κυρίως ποιοτική, χρησιµοποιώντας για παράδειγµα ανοιχτές ερωτήσεις, η προσεκτική και µεθοδική επιλογή του δείγµατος βοηθάει να ελεγχθούν οι προκαταλήψεις του ερευνητή. Η χρήση στατιστικά τυχαίου δείγµατος βεβαιώνει ότι κάθε µέλος του πληθυσµού υπό µελέτη έχει ίσες ευκαιρίες να επιλεγεί για να συµπληρώσει ένα ερωτηµατολόγιο ή να προσφέρει πληροφορίες. 39 Γενικά, όσο µεγαλύτερο είναι το δείγµα που έχει επιλεγεί για τη µελέτη, τόσο µικρότερη η πιθανότητα για σφάλµατα. Όταν η µελέτη εξετάζει υπο-οµάδες του κοινού, το δείγµα πρέπει να είναι αρκετά µεγάλο για καθεµία από αυτές τις οµάδες. 40 Το µέγεθος του δείγµατος, τα σχετικά περιθώρια σφάλµατος και ο βαθµός ακρίβειας που απαιτείται, πρέπει να αποφασιστούν ανάλογα µε το σκοπό της µελέτης. Γενικά, ακόµα και όταν ο αξιολογητής ειδικεύεται σε ποιοτική έρευνα, θα πρέπει να διαθέτει µία καλή κατανόηση των στατιστικών και µαθηµατικών αρχών που σχετίζονται µε τις έρευνες αξιολόγησης και τις ποσοτικές µεθόδους ή να έχει πρόσβαση σε κάποιον ειδικό. Εκτός από αυτό όµως, αυτό που χρειάζεται για την ερµηνεία των αποτελεσµάτων είναι η Museums, American Association of Science-Technology Centers, Washington, DC, 1998, κεφάλαιο 3. 39 A. Fink, How to sample in surveys. vol. 6. The Survey Kit. London: Sage Publications, 1995. 40 R. J. Loomis, Museum Visitor Evaluation: New Tool for Management. Nashville, TN: American Association for State and Local History, 1987, σ. 105. 17

ευαισθησία του ερευνητή, η εµπειρία του και η κατανόηση των ιδιαίτερων συνθηκών του οργανισµού. Όπως αναφέρει η έµπειρη οµάδα αξιολογητών του Βρετανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στο Λονδίνο οι περιπτώσεις στην αξιολόγηση που µπορούµε να βασιστούµε εξ ολοκλήρου σε στατιστικά συµπεράσµατα είναι εξαιρετικά σπάνιες και δεν θα πρέπει να τυφλωνόµαστε από πολύπλοκους µαθηµατικούς υπολογισµούς. 41 Ένας από τους µεθοδολογικούς περιορισµούς των ερευνών αξιολόγησης και των δηµοσκοπήσεων είναι ότι συχνά οδηγούν σε συµπεράσµατα που βασίζονται στη µελέτη ενός µικρού µόνο µέρους του πληθυσµού. Ειδικά στον πολιτιστικό χώρο, τα πράγµατα γίνονται ακόµα πιο περίπλοκα λόγω της ετερογένειας του πολιτιστικού κοινού και του γεγονότος ότι το µέγεθος αυτού του κοινού υπολογίζεται συχνά υποθετικά. Είναι αδύνατο, για παράδειγµα, να υπολογιστεί µε ακρίβεια ο αριθµός όλων των επισκεπτών σε µία έκθεση πριν αυτή ανοίξει. Επιπλέον, λόγω του µοναδικού και πολυποίκιλου χαρακτήρα των πολιτιστικών ιδρυµάτων, είναι δύσκολο να γενικευτούν τα αποτελέσµατα από τις έρευνες αξιολόγησης. Είναι κυρίως οι εκτενείς επιστηµονικές έρευνες (συνήθως αυτές που διενεργούνται για ένα µεγάλο χρονικό διάστηµα και υιοθετούν ένα συνδυασµό ερευνητικών µεθόδων) που παράγουν αποτελέσµατα που είναι γενικώς εφαρµόσιµα, διαφωτίζοντας διαφορετικές πτυχές της επίσκεψης στο µουσείο. 41 R. S. Miles, M. B. Alt, D. C. Gosling, B. N. Lewis and A. F. Tout, The design of educational exhibits. London: Unwin Hyman, 1988, σσ. 137-8. 18

Βιβλιογραφία Αξιολόγηση, έρευνα του κοινού Sandra Bicknell and Graham Farmelo, Museum visitor studies in the 90s, London: Science Museum, 1993. George E. Hein, 'Evaluating teaching and learning in museums', in Museum, Media, Message, Eilean Hooper-Greenhill (ed.) London: Routledge, 1995, pp. 189-203. George E. Hein, Learning in the Museum, London: Routledge, 1998. Randi Korn, 'Introduction to evaluation: theory and methodology', in Museum Education: History, Theory and Practice, Nancy W. Berry and Susan M. Mayer (eds) Reston, VA: National Art Education Association, 1989, pp. 219-238. Randi Korn and Laurie Sowd, Visitor Surveys: A User s Manual, Washington, DC: American Association of Museums, 1990. Paulette M. McManus, 'Oh, Yes, They Do: How Museum Visitors Read Labels and Interact with Exhibit Texts', Curator 32 (3), 1989, pp 174-189. Beverly Serrell, Paying Attention: Visitors and Museums Exhibitions, Washington, DC: American Association of Museums, 1998. Samuel Taylor, Try it! Improving Exhibits through Formative Evaluation, Washington: Association of Science and Technology Centers, 1992. 19