ΑΛΙΚΗΣ-ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ Γ. ΠΑΠΑΡΙΣΒΑ

Σχετικά έγγραφα
Φλεγμονή. Α. Χατζηγεωργίου Επίκουρος Καθηγητής Φυσιολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ

Μικροοργανισμοί. Οι μικροοργανισμοί διακρίνονται σε: Μύκητες Πρωτόζωα Βακτήρια Ιούς

ΙΑΤΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ Ι Μη Ναρκωτικά Αναλγητικά

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

Επιστημονικά Δεδομένα για τη βιοχημική δράση της αντιοξειδωτικής Βιταμίνης C.

Εφαρμοσμένη Διατροφική Ιατρική

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΟΙΚΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Φαρμακολογία Ι

όλοι αναπνευστική οδός στομάχι στόμα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΟΙΚΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Φαρμακολογία Ι

Ελεύθερες ρίζες και αντιοξειδωτικά

να ταράξουν την λειτουργία των ιστών και των οργάνων του; α. τη θέση τους στο ανθρώπινο σώμα β. την γενικευμένη ή εξειδικευμένη δράση

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ. 9η Διάλεξη: «Άσκηση και ελεύθερες ρίζες»

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ 1 ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Μη Στεροειδή Αντιφλεγµονώδη (Μ.Σ.Α.Φ), ένα παράδειγµα ΜΗΣΥΦΑ

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ

Βιολογία γενικής παιδείας τάξη Γ

8 η Παρουσίαση Εισαγωγή στο Αίμα

Χρόνια φλεγμονή. Βαλεντίνη Τζιούφα-Ασημακοπούλου. Νοέμβριος 2018

Μοριακή κυτταρική βιοχημεία Ανοσοποιητικό σύστημα

ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΑΜΥΝΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ - ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΝΟΣΙΑΣ - ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΜΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ-ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ

ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΡΩΤΙΔΩΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΑΚΧΑΡΟΥ

Β. ΚΑΜΙΝΕΛΛΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑ. Είναι η επιστήμη που μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς. (Αποτελούνται από ένα ή περισσότερα κύτταρα).

ΘΕΜΑ 1 Ο ΜΑΘΗΜΑ / ΤΑΞΗ : ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΣΕΙΡΑ: ΘΕΡΙΝΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/11/2013

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ ΑΜΥΝΑΣ

2 Ο ΜΑΘΗΜΑ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΕΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 1 ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

4. Η κίρρωση του ήπατος προκαλείται εξαιτίας της αποθήκευσης στα ηπατικά κύτταρα: Πρωτεϊνών Υδατανθράκων Λιπών Αλκοόλ

Κωνσταντίνος Π. (Β 2 ) ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΜΗΤΑΛΑΣ ΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙ ΕΙΑΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ 1 ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

AIΜΟΣΤΑΣΗ Τι είναι η αιμόσταση? Ποια είναι τα κύρια στάδια?

4. ΛΕΜΦΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. περιλαμβάνονται ο σπλήνας και ο θύμος αδένας (εικ.4.1). Το λεμφικό σύστημα είναι πολύ σημαντικό γιατί:

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΣΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙAΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ (Ιανουάριος 2014)

ΜΑΘΗΜΑ / ΤΑΞΗ : ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ / Γ ΛΥΚΕΙΟΥ (ΘΕΡΙΝΑ) ΣΕΙΡΑ: ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/11/2015

PΟΛΟΣ ΤΩΝ ΛΙΠΑΡΩΝ ΥΛΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ H βιολογική σημασία των λιποειδών είναι μεγάλη : Eίναι δομικές μονάδες των μεμβρανών και συμμετέχουν στις

ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ

ΜΑΘΗΜΑ / ΤΑΞΗ : ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ / Γ ΛΥΚΕΙΟΥ (ΘΕΡΙΝΑ) ΣΕΙΡΑ: ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/11/2015

ΣΤΗΛΗ Α Αντιβιοτικό Αντισώματα ιντερφερόνες Τ- Τ- (αντιγόνα) κυτταροτοξικά βοηθητικά Τοξίνες Vibrio cholera

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΩΣΤΟΥ - ΛΑΘΟΥΣ. ΠΟΛΛΑΠΛΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Ανοσορυθµιστικά φάρµακα

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ Α Να επιλέξετε την φράση που συμπληρώνει ορθά κάθε μία από τις ακόλουθες προτάσεις: 1. Με εκβλάστηση είναι δυνατό να αναπαράγονται:

3. Με ποιο άλλο σύστημα είναι συνδεδεμένο το κυκλοφορικό σύστημα;

ΕΡΑΣΜΕΙΟΣ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Θέµατα Πανελληνίων Βιολογίας Γ.Π Άµυνα - Ανοσία

Φυσική Ανοσία. Ανοσολογικοί µηχανισµοί. Κυτταροκίνες

ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ. Λειτουργία των νεφρών. Συμπτώματα της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας

Οξειδωτικό Stress, άσκηση και υπερπροπόνηση

Βλέννα, υδαρές υγρό. ή τοιχωματικό ή οξυπαραγωγικό = HCl + ενδογενή παράγοντα. βλέννα. ή ζυμογόνο ή πεπτικό = πεψινογόνο

2. Τα πρωτόζωα α. δεν έχουν πυρήνα. β. είναι μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί οργανισμοί. γ. είναι πολυκύτταρα παράσιτα. δ. είναι αυτότροφοι οργανισμοί.

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Ε.Φ.Ε.) ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ 2019 A ΦΑΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ο...2 I. Εφαρµογές της βιοτεχνολογίας στην ιατρική...2 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΟΛΛΑΠΛΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ...7 ΝΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΕΤΕ ΤΑ ΚΕΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΛΕΞΗ...

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΣΤΕΡΟΕΙΔΗ ΟΡΜΟΝΕΣ - ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ. ΓΕΩΠΟΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Γενικό Τμήμα Εργαστήριο Χημείας, Καθηγητής Μόσχος Πολυσίου

Φάσμα. προπαρασκευή για Α.Ε.Ι. & Τ.Ε.Ι. ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΓΕΝ.ΠΑΙΔΕΙΑΣ

04/11/2018 ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΝΟΤΑ ΛΑΖΑΡΑΚΗ ΘΕΜΑ Α

ΜΑΘΗΜΑ / ΤΑΞΗ : ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΠ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΣΕΙΡΑ: ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/09/2016

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΡΙΤΗ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΤΕΛΟΣ 1ΗΣ ΑΠΟ 5 ΣΕΛΙΔΕΣ

Γιάννης Δρακόπουλος 1. ΚΕΦ.1.3 ΘΕΜΑΤΑ (ομάδα Δ)

ΘΕΩΡΙΑ 3 η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. ΚΥΤΤΑΡΟΚΙΝΕΣ ή ΚΥΤΤΟΚΙΝΕΣ Dr ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΕΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

Πεπτικός σωλήνας Κύρια λειτουργία του είναι η εξασφάλιση του διαρκούς ανεφοδιασμού του οργανισμού με νερό, ηλεκτρολύτες και θρεπτικά συστατικά.

ΠΑΖΑΪΥΟΥ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κ.

και χρειάζεται μέσα στο ρύθμιση εναρμόνιση των διαφόρων ενζυμικών δραστηριοτήτων. ενζύμων κύτταρο τρόπους

ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ

ΤΟΥ ΟΞΙΚΟΥ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΟΞΙΚΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Λ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ

ΛΙΠΩΔΗΣ ΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟΘΗΛΙΟ: ΜΙΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΣΧΕΣΗ. Κ. ΜΑΚΕΔΟΥ, Ιατρός Βιοπαθολόγος

Αντιβιοτικά Μηχανισμοί δράσης και μηχανισμοί αντοχής

ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΚΠΑ) ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΚ.ΕΤΟΥΣ ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΧΗΜΕΙΑ

Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών

Εργασία για το μάθημα της Βιολογίας. Περίληψη πάνω στο κεφάλαιο 3 του σχολικού βιβλίου

Θέµατα Βιολογίας Γενική Παιδεία Γ Λυκείου 2000

ΑΛΛΕΡΓΙΑ: Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΟΣ;

ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

Θέµατα Βιολογίας Γενική Παιδεία Γ Λυκείου 2000

Υποψήφιος διδάκτορας: Καββαδάς Παναγιώτης. Έτος ολοκλήρωσης διδακτορικής διατριβής: 2010

ΒΙΟΛΟΓΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ( )

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΖΙΩΝΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΣ

ΜΑΘΗΜΑ 8ο ΜΕΡΟΣ Α ΑΙΜΑΤΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΦΡΑΓΜΟΣ

Β. Μαμαρέλη 1, Μ. Κυριακίδου 2, Ο. Τάνης 2, Ι. Μαμαρέλης 1, Χ. Κωτούλας 3, Ε. Κουτουλάκης 4, Ι. Κασσικού 1, Ι. Αναστασοπούλου 5

4. Η κίρρωση του ήπατος προκαλείται εξαιτίας της αποθήκευσης στα ηπατικά κύτταρα: Πρωτεϊνών Υδατανθράκων Λιπών Αλκοόλ

Οφέλη από την σταφυλοθεραπεία

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Αναστολή αντλίας πρωτονίων ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ

Επίδραση και άλλων παραγόντων στην Αλλοστερική συμπεριφορά της Αιμοσφαιρίνης

Εφαρμοσμένη Διατροφική Ιατρική

ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΕΝΔΟΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΓΩΓΗΣ ΣΗΜΑΤΟΣ

Απόσπασμα από το βιβλίο «Πως να ζήσετε 150 χρόνια» του Dr. Δημήτρη Τσουκαλά

μαθητικό φροντιστήριο

Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια

Σας αποστέλλουμε τις προτεινόμενες απαντήσεις που αφορούν τα θέματα της Βιολογίας Γενικής Παιδείας των Ημερησίων Γενικών Λυκείων και ΕΠΑΛ (Ομάδας Β ).

ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

(dietary fiber, nonnutritive fiber)

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΡΙΩΡΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΤΟ 1 0 ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΑΞΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ Ι ΠΥΡΕΤΟΣ

Κεφάλαιο 3 ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΑΝΟΣΟΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΑΜΕΣΗ COOMBS

ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ, ΜΥΟΚΙΝΕΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ Χαρά Κ. Δελή, PhD

Transcript:

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΑΛΙΚΗΣ-ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ Γ. ΠΑΠΑΡΙΣΒΑ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ ΝΕΩΝ ΥΠΟΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΩΝ 5- ΒΕΝΖΥΛΙΔΕΝ-2-ΑΔΑΜΑΝΤΥΛΟΘΕΙΑΖΟΛΟ[3,2-b][1,2,4]ΤΡΙΑΖΟΛΟ- 6(5Η)-ΟΝΩΝ ΜΕ ΠΙΘΑΝΗ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΔΙΠΛΩΜΑ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΧΗΜΕΙΑ, ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ ΕΠΙΒΛΕΠΟΥΣΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ: ΑΘΗΝΑ Α. ΓΕΡΟΝΙΚΑΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012

Στους γονείς μου και τον αδερφό μου, 1

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ...4 ΠΕΡΙΛΗΨΗ...5 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ...6 1.1. Φλεγμονή... 6 1.1.1. Παθοφυσιολογία της φλεγμονής...6 1.1.2. Φυσιολογική εξέλιξη της φλεγμονής...7 1.1.3. Μεσολαβητές φλεγμονής...8 1.1.4. Προσταγλανδίνες και λευκοτριένια, Σύνθεση και ρόλος 9 1.1.5. Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (Μ.Σ.Α.Φ.)...16 1.1.6. Ελεύθερες ρίζες και φλεγμονή 21 1.1.7. Αντιμικροβιακά...22 1.1.8. Σημασία θειαζολίου, 1,2,4-τριαζολίου και αδαμαντανίου ως φαρμακοφόρες ομάδες.. 25 2. AΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ...29 3. ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ...31 3.1. Χημικά αντιδραστήρια, συσκευές, όργανα και πειραματόζωα που χρησιμοποιήθηκαν...31 3.2. Συνθετικό μέρος...32 3.2.1. Σύνθεση αρχικού προϊόντος...32 3.2.2. Σύνθεση ενδιάμεσου προϊόντος...33 3.2.3. Σύνθεση τελικών προϊόντων...34 3.3. Βιολογικό μέρος...38 3.3.1. Πρόβλεψη βιολογικής δράσης...38 3.3.2. In vitro μελέτη της αναστολής της κυκλοξυγονάσης (CX-1/2)..39 3.3.3. In vitro μελέτη της αναστολής της λιποξυγονάσης (LX)....39 3.3.4. Δοκιμασία αντίδρασης των ενώσεων με την ελεύθερη ρίζα 2,2-διφαίνυλο- 1-πικρυλοϋδραζύλιο (DPPH)...40 3.3.5.Προσδιορισμός της αντιφλεγμονώδους δράσης με το πρότυπο καρραγενίνης (in vivo).40 3.3.6. Προσδιορισμός της αντιμικροβιακής δράσης (in vitro)...41 4. ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ...43 4.1. Συνθετικό μέρος...43 2

4.2. Φυσικοχημικό μέρος 49 4.2.1.Λιποφιλικότητα...49 4.3. Μελέτη βιολογικής δράσης...51 4.3.1. Υπολογιστική πρόβλεψη του φάσματος βιολογικής δράσης με το πρόγραμμα PASS... 51 4.3.2. In vitro μελέτη της αναστολή της κυκλοξυγονάσης (CX-1/2)...53 4.3.3. In vitro μελέτη της αναστολής της λιποξυγονάσης (LX).... 55 4.3.4. Μελέτη της αλληλεπίδρασης των ενώσεων με την ελεύθερη ρίζα DPPH...57 4.3.5. In vivo μελέτη της αντιφλεγμονώδους δράσης των εξεταζομένων ενώσεων...58 4.3.6. Μελέτη της αντιμικροβιακής δράσης των εξεταζόμενων ενώσεων...61 5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ...67 6. SUMMARY...70 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ...72 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (ΦΑΣΜΑΤΑ)...79 3

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η εργασία αυτή έχει τίτλο «Σχεδιασμός και σύνθεση νέων υποκατεστημένων 5- βενζυλιδεν-2-αδαμαντυλoθειαζολο[3,2-β][1,2,4]τριαζολο-6(5η)-ονών με πιθανή βιολογική δράση» και εκπονήθηκε στα πλαίσια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών με τίτλο «Φαρμακοχημεία, Ανάπτυξη Φαρμακευτικών Ενώσεων», που οργανώθηκε και λειτούργησε υπό την εποπτεία του Τομέα Φαρμακευτικής Χημείας του Τμήματος Φαρμακευτικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τα ακαδημαϊκά έτη 2010-12. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσω θερμά την Καθηγήτρια, Διευθύντρια του Τομέα Φαρμακευτικής Χημείας του Τμήματος Φαρμακευτικής Α.Π.Θ. και επιβλέπουσα καθηγήτριά μου, Κα. Αθηνά Γερονικάκη, για την υπόδειξη του θέματος της παρούσας εργασίας, την ουσιαστική συμβολή της σε όλα τα στάδια της εργασίας καθώς και για τη συνεχή κατανόηση, εμπιστοσύνη και υποστήριξή της. Ακόμη ένα θερμό ευχαριστώ στον Κ. Αντώνη Γαβαλά, Διδάκτορα του Τμήματος Φαρμακευτικής Χημείας, για τη συνεχή και ακούραστη βοήθειά του, καθ όλη τη διάρκεια διεξαγωγής της παρούσας εργασίας καθώς επίσης και για τη δημιουργία ιδανικού κλίματος στη συνεργασία μας. Επίσης, ειλικρινείς ευχαριστίες προς όλα τα μέλη Δ.Ε.Π. του Τομέα Φαρμακευτικής Χημείας για τη βοήθειά τους και τις πολύτιμες συμβουλές και υποδείξεις τους καθ όλη τη διάρκεια διεξαγωγής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος. Τέλος, θα ήθελα να αποδώσω ένα μεγάλο ευχαριστώ στα μέλη της ερευνητικής μας ομάδας και ιδίως στους Κωνσταντίνο Λιάρα, Μαρία Φεσατίδου και Ελένη Πήττα για την ευγενική υποδοχή τους στην ήδη υπάρχουσα ερευνητική ομάδα καθώς και για την, καταλυτικής σημασίας, βοήθειά τους, από την πρώτη κιόλας μέρα, και σε όλα τα στάδια εξέλιξης της εργασίας αυτής. Κλείνοντας, θα ήθελα να αποδώσω ένα θερμό ευχαριστώ και σε όλους τους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές του Τμήματος Φαρμακευτικής Χημείας επίσης για τη βοήθεια που μου προσέφεραν σε οτιδήποτε ανέκυπτε κατά τη διάρκεια φοίτησής μου στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών αλλά και για τη δημιουργία ενός ιδιαίτερα ευχάριστου κλίματος συνύπαρξης και συνεργασίας. 4

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στην εργασία αυτή σχεδιάστηκαν και συντέθηκαν έντεκα (11) νέες υποκατεστημένες 5-βενζυλιδεν-2-αδαμαντυλοθειαζολο[3,2-b][1,2,4]τριαζολο-6(5Η)-όνες. Ο σχεδιασμός των παραπάνω ενώσεων έγινε με βάση τη βιβλιογραφία και τη βοήθεια του υπολογιστικού προγράμματος πρόβλεψης της βιολογικής δράσης, PASS. Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα βιολογικής δράσης των παραγώγων του θειαζολίου και ειδικά την αντιφλεγμονώδη και αντιμικροβιακή δράση τους, καθώς και το γεγονός ότι το 1,2,4-τριαζόλιο και το αδαμαντάνιο επίσης παρουσιάζουν βιολογικό ενδιαφέρον, σχεδιάστηκαν υβριδικά μόρια που περιέχουν αδαμαντάνιο και το δακτύλιο του θειαζολίου, συμπυκνωμένο με ένα 1,2,4-τριαζόλιο. Οι ενώσεις συντέθηκαν σε τρία στάδια, με επίδραση αρχικά θειοημικαρβαζιδίου σε 1-αδαμαντυλοκαρβονυλο-χλωρίδιο, με αποτέλεσμα το σχηματισμό του 1-(1- αδαμαντανοκαρβονυλο)θειοημικαρβαζιδίου. Στο δεύτερο στάδιο ακολούθησε κυκλοποίηση του 1-(1-αδαμαντανοκαρβονυλο)θειοημικαρβαζιδίου σε αλκαλικό περιβάλλον προς σχηματισμό της 5-αδαμαντυλο-4Η-1,2,4-τριαζολο-3-θειόλης. Το τρίτο στάδιο αποτελεί μια συμπύκνωση ενός σταδίου της 5-αδαμαντυλο-4Η-1,2,4-τριαζολο-3-θειόλης και βρωμοξικού οξέος, με διάφορες αρωματικές αλδεΰδες προς παρασκευή των τελικών προϊόντων. Τα τελικά προϊόντα ταυτοποιηθήκαν με στοιχειακή ανάλυση (С, H, ) και φασματοσκοπικά ( 1 Η-MR, IR και για μερικές ενώσεις και MS). Έγινε υπολογιστική πρόβλεψη της λιποφιλικότητας των ενώσεων που συντέθηκαν, με τη χρήση διαφόρων προγραμμάτων (ALGPS 2.1 και CLGP Version 4.0 Biobyte Corp.). Η λιποφιλικότητα εκφράστηκε σε τιμές ClogP, ALogPs και AlogP. Μελετήθηκε η in vivo αντιφλεγμονώδης δράση των ενώσεων με τη χρήση του προτύπου της καρραγενίνης, καθώς και η in vitro αναστολή της κυκλοξυγονάσης (CX 1 και 2) και της λιποξυγονάσης (LX). Επίσης, ελέγχθηκε φωτομετρικά, η αντιοξειδωτική δράση ορισμένων εκ των ενώσεων που συντέθηκαν, μελετώντας την αλληλεπίδρασή τους με την ελεύθερη ρίζα DPPH. Τέλος, πραγματοποιήθηκε μελέτη της αντιμικροβιακής δράσης των ενώσεων έναντι θετικών και αρνητικών κατά Gram βακτηρίων καθώς και μυκήτων. 5

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1.1. ΦΛΕΓΜΟΝΗ 1.1.1. ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΦΛΕΓΜΟΝΗΣ Ως φλεγμονή ορίζεται η πρώτη αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος σε επιβλαβές ερέθισμα, ενδογενές ή εξωγενές (παθογόνοι μικροοργανισμοί, χημικές ουσίες, τραυματισμός, θερμότητα, ακτινοβολία και άλλα). Πρόκειται για προσπάθεια του οργανισμού να περιορίσει τη βλάβη και να αντιμετωπίσει το βλαπτικό ερέθισμα πριν επεκταθεί και σε παρακείμενους υγιείς ιστούς. Ουσιαστικά, χωρίς τη διαδικασία της φλεγμονής ο οργανισμός δε θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τραυματισμούς και λοιμώξεις. Εντούτοις, μια επίμονη φλεγμονή η οποία δεν υποχωρεί, ή, όταν είναι αποτέλεσμα αυτοάνοσης αντίδρασης του οργανισμού, μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό την εμφάνιση και συντήρηση ασθενειών ιδιαίτερα επιβλαβών για την υγεία του ανθρώπινου οργανισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα χρόνιας, αυτοάνοσης, φλεγμονώδους νόσου είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Ως εκ τούτου, η φλεγμονή, υπό φυσιολογικές συνθήκες, ελέγχεται στενά από τον οργανισμό, ενώ αναγκαία καθίσταται η χρήση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων σε περιπτώσεις αδυναμίας περιορισμού της από τον ίδιο τον οργανισμό [1,2,3]. Η φλεγμονή εξελίσσεται σε δύο φάσεις. Η οξεία φλεγμονή αποτελεί την πρώτη αντίδραση του οργανισμού σε επιβλαβές ερέθισμα, εμφανίζεται ουσιαστικά πριν την πλήρη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και σκοπό έχει την εξάλειψη του επιβλαβούς ερεθίσματος και τον περιορισμό της έκτασης της ιστικής βλάβης. Εκδηλώνεται με τοπική αγγειοδιαστολή, αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας και με αυξημένη κινητικότητα του πλάσματος καθώς και κοκκιοκυττάρων, μακροφάγων και ουδετερόφιλων από το αίμα στον τραυματισμένο ιστό. Έχει σχετικά μικρή διάρκεια αφού κυμαίνεται μεταξύ μερικών λεπτών ή ωρών έως και μερικών ημερών. Χαρακτηριστικά της είναι ο πόνος, η ερυθρότητα, η θερμότητα, το οίδημα και η λειτουργική βλάβη. Ο πόνος οφείλεται στην απελευθέρωση ορισμένων μεσολαβητών της φλεγμονής (ισταμίνη, προσταγλανδίνες, σεροτονίνη) οι οποίοι διεγείρουν τις τελικές νευρικές απολήξεις όπου εντοπίζονται οι υποδοχείς του πόνου. Η ερυθρότητα και η θερμότητα είναι αποτέλεσμα της αυξημένης 6

αιματικής ροής που υφίσταται στην φλεγμαίνουσα περιοχή ενώ το οίδημα είναι αποτέλεσμα της αυξημένης αγγειακής διαπερατότητας και συνεπώς, της εκροής πλάσματος στη φλεγμαίνουσα περιοχή. Τέλος, η λειτουργική βλάβη είναι συνέπεια ενός συνδυασμού παραγόντων [1,3,4]. Κατά τη χρόνια φλεγμονή, μεγαλύτερος αριθμός κυττάρων συσσωρεύεται στο σημείο της φλεγμονής, ενώ βαθμιαία επεκτείνεται η ιστική βλάβη. Χαρακτηριστικό της χρόνιας φλεγμονής αποτελεί η επέκταση και σε γειτονικούς υγιείς ιστούς. Αιτίες της χρόνιας φλεγμονής αποτελούν οι επίμονες μολύνσεις, η επί μακρόν έκθεση σε μη αποικοδομήσιμες αλλά μερικώς τοξικές ενώσεις, η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού εναντίον δικών του ιστών αλλά και η εξέλιξη της οξείας φλεγμονής. Κύριο και ενεργό ρόλο κατά τη χρόνια φλεγμονή έχουν τα μονοπύρηνα κύτταρα, τα μακροφάγα, τα Β- και Τ-λεμφοκύτταρα και τα συστατικά του συμπληρώματος [1,3]. 1.1.2. ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΦΛΕΓΜΟΝΗΣ Η φλεγμονή ανεξάρτητα από το επιβλαβές ερέθισμα από το οποίο προέρχεται, χαρακτηρίζεται από τα εξής διαδοχικά στάδια: Α) την οξεία μεταβατική φάση, κατά την οποία παρατηρείται αγγειοδιαστολή, αύξηση διαπερατότητας των τριχοειδών και προσέλκυση μακροφάγων πρώτης γραμμής, Β) τη μεταγενέστερη, υποξεία φάση κατά την οποία προσελκύονται λευκοκύτταρα, κυρίως φαγοκύτταρα και ουδετερόφιλα, τα οποία προσκολλώνται στον ερεθιστικό παράγοντα, καταστρέφοντάς τον με φαγοκυττάρωση, Γ) τη χρόνια φάση κατά την οποία λαμβάνει χώρα ιστική αποικοδόμηση και δημιουργείται ίνωση [3]. Αρχικά, με την επίδραση του επιβλαβούς ερεθίσματος παρατηρείται τοπικά αγγειοσύσπαση στην ερεθισμένη περιοχή, η οποία αμέσως μετά ακολουθείται από αγγειοδιαστολή. Αμέσως ενεργοποιείται η απελευθέρωση ισταμίνης από τα σιτευτικά κύτταρα της περιοχής. Η ισταμίνη προκαλεί αγγειοδιαστολή και αύξηση της διαπερατότητας των αγγείων, με αποτέλεσμα την αύξηση της αιματική ροής και συνεπώς την εμφάνιση ερυθρότητας, και την εκροή πλάσματος στη φλεγμαίνουσα περιοχή με αποτέλεσμα τη δημιουργία οιδήματος. Την ίδια στιγμή ενεργοποιούνται και τα συστήματα του συμπληρώματος, της κινίνης, της ινωδόλυσης και πήξης του αίματος, εκκρίνοντας με τη σειρά τους, χημικούς παράγοντες (C3, C5a, 7

βραδυκινίνη, πλασμίνη, παράγοντας ΧΙΙ, θρομβίνη κ.α.) οι οποίοι επάγουν την αγγειοδιαστολή και αγγειακή διαπερατότητα, τη σύνθεση και νέων μεσολαβητών (π.χ. προσταγλανδίνες) ενώ μερικοί δρουν και χημειοτακτικά. Ακόμη, από τα κύτταρα του φλεγμαίνοντος ιστού εκκρίνονται χημειοτακτικοί παράγοντες οι οποίοι σε συνδυασμό με την αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα, προσελκύουν στην περιοχή μακροφάγα και ουδετερόφιλα λευκοκύτταρα. Τα τελευταία, μεταναστεύουν στην περιοχή της φλεγμονής για να καταστρέψουν, μέσω της φαγοκυττάρωσης τον επιβλαβή παράγοντα. Αν η αιτία της φλεγμονής αντιμετωπιστεί, τότε η οξεία φλεγμονή υποχωρεί και παρατηρείται ίαση. Διαφορετικά, η οξεία φλεγμονή εξελίσσεται σε χρόνια, με αποτέλεσμα την πλήρη ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού και την προσέλκυση στην περιοχή μακροφάγων, Β- και Τ- λεμφοκυττάρων. Ακόμη, παράγονται και νέοι χημικοί παράγοντες όπως οι ιντερλευκίνες, ο παράγοντας ογκονέκρωσης-α (ΤΝF-α) και άλλοι, ενώ παρατηρείται περαιτέρω ιστική καταστροφή και δημιουργία ίνωσης. Έτσι ξεκινά ένας νέος κύκλος φλεγμονωδών αντιδράσεων διαιωνίζοντας την ήδη εγκατεστημένη φλεγμονή (ποικίλες παθογενετικές καταστάσεις) [2,3,4]. 1.1.3. ΜΕΣΟΛΑΒΗΤΕΣ ΤΗΣ ΦΛΕΓΜΟΝΗΣ Μεσολαβητές φλεγμονής καλούνται οι ουσίες οι οποίες παράγονται κατά τη φλεγμονή και είναι υπεύθυνες για την ανάπτυξη και εξέλιξη αυτής. Προέρχονται από το πλάσμα, κυρίως κατά την οξεία φλεγμονή, αλλά και από τα κύτταρα που εμπλέκονται σε αυτήν. Στους μεσολαβητές ανήκουν ουσίες πρωτεϊνικής φύσης, λιπίδια αλλά και άλλες ετερογενείς με καταλυτικό ρόλο στη διαδικασία της φλεγμονής. Στις πρωτεΐνες ανήκει το συμπλήρωμα, με κύριους μεσολαβητές τους C3 και C5a οι οποίοι συμβάλλουν στην αγγειοδιαστολή και ενεργοποιούν τη χημειοταξία. Επίσης, το σύστημα πήξης, κατά το οποίο μετατρέπεται το διαλυτό ινωδογόνο σε ινώδες με κυρίαρχο μεσολαβητή τον παράγοντα πήξης ΧΙΙ, ο οποίος όταν ενεργοποιείται, ενεργοποιεί τα συστήματα του πλάσματος (κινίνης, ινωδόλυσης και πήξης του αίματος). Σημαντικότατος μεσολαβητής του συστήματος της κινίνης είναι η βραδυκινίνη, παράγοντας ο οποίος επάγει την αγγειοδιαστολή, αυξάνει την αγγειοδιαπερατότητα και δρα στη διάδοση του ερεθίσματος του πόνου. Ακόμη, σημαντικός μεσολαβητής-πρωτεΐνη που παράγεται κατά τη φλεγμονή και εκπροσωπεί 8

το σύστημα ινωδόλυσης είναι η πλασμίνη. Στα λιπίδια ανήκουν τα εικοσανοειδή, οι σημαντικότεροι μεσολαβητές κατά τη διαδικασία της φλεγμονής, τα οποία προέρχονται από το αραχιδονικό οξύ που εντοπίζεται στα φωσφολιπίδια των μεμβρανών. Σε αυτά ανήκουν οι προσταγλανδίνες, οι προστακυκλίνη, τα θρομβοξάνια και τα λευκοτριένια τα οποία αποτελούν προϊόντα μεταβολισμού του αραχιδονικού οξέος. Επίσης σημαντικοί μεσολαβητές θεωρούνται οι Παράγοντες Ενεργοποίησης Αιμοπεταλίων, PAFs, με δράση σε ένα μεγάλο πλήθος κυττάρων-στόχων. Άλλοι σημαντικότατοι μεσολαβητές είναι η ισταμίνη, ιδίως στην οξεία φλεγμονή. Εκκρίνεται από τα μαστοκύτταρα, τα βασεόφιλα και τα αιμοπετάλια στα οποία είναι αποθηκευμένη και ευθύνεται για την αγγειοδιαστολή και την άμεση αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας. Ενεργοί μεσολαβητές της φλεγμονής είναι επίσης, η σεροτονίνη, με δράση όμοια εκείνης της ισταμίνης, και το οξείδιο του αζώτου (ΝΟ) το οποίο εκκρίνεται από τα ενδοθηλιακά κύτταρα των αγγείων και τα επαγόμενα μακροφάγα και συμβάλλει στην αγγειοδιαστολή [3]. Τέλος, στη χρόνια φλεγμονή, σημαντικοί μεταβολικοί παράγοντες είναι οι κυτοκίνες, πρωτεΐνες, κύριος ρόλος των οποίων είναι ο έλεγχος της κατεύθυνσης, της έκτασης αλλά και της διάρκειας της φλεγμονής. Σημαντικές κυτοκίνες είναι οι ιντερλευκίνες IL-1 και IL-6 και ο παράγοντας ογκονέκρωσης-α (TF-α), οι οποίες παράγονται κυρίως από τα μακροφάγα και τα Τ-λεμφοκύτταρα. Οι ιντερλευκίνες επάγουν την παραγωγή και έκκριση ενός πλήθους άλλων ιντερλευκινών, ενεργοποιούν τα Τ-λεμφοκύτταρα και συνεπώς και τη γενικευμένη ανοσολογική απόκριση του οργανισμού, μειώνουν την αρτηριακή πίεση ενώ επάγουν την έκκριση προσταγλανδινών και συνεπώς συμβάλλουν στην αύξηση θερμοκρασίας [3]. Ο TF-α, κατά τη φλεγμονή, παράγεται σε τεράστιες ποσότητες από τα σιτευτικά κύτταρα, ενώ κάθε κύτταρο το οποίο συμμετέχει στη φλεγμονή φέρει υποδοχείς του. Έτσι, αποτέλεσμα της πρόσδεσης του TF-α με τους υποδοχείς του είναι η ενεργοποίηση της σύνθεσής του από τα ίδια τα κύτταρα, ενισχύοντας, ταχύτατα την κυτταρική απόκριση [2,3]. 1.1.4. ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΕΣ ΚΑΙ ΛΕΥΚΟΤΡΙΕΝΙΑ Σύνθεση και ρόλος Καθοριστικό ρόλο κατά τη διαδικασία της φλεγμονής φέρουν οι προσταγλαδίνες και τα λευκοτριένια, τα οποία όπως ήδη αναφέρθηκε, ανήκουν στην κατηγορία των εικοσανοειδών. Τα τελευταία, είναι λιπίδια αποτελούμενα από είκοσι άτομα άνθρακα και προέρχονται από το αραχιδονικό οξύ. 9

Το αραχιδονικό οξύ είναι ένα πολυακόρεστο λιπαρό οξύ, το οποίο βρίσκεται ως εστέρας στα φωσφολιπίδια των κυτταρικών μεμβρανών και εντοπίζεται, κυρίως, στον εγκέφαλο, τους μύες και το ήπαρ. Ο μεταβολισμός του από τα ενεργά κέντρα κυκλοξυγονάση και υπεροξειδάση του ενζύμου προσταγλανδινική συνθετάση (PGHS) έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή προστανοειδών (προσταγλανδίνες, προστακυκλίνη, θρομβοξάνια), ενώ δια του ενζύμου λιποξυγονάση παράγονται τα λευκοτριένια [5,6]. Στην πρώτη περίπτωση για τη βιοσύνθεση των προστανοειδών, ένας διεγερτικός παράγοντας (π.χ. η επινεφρίνη, η θρομβίνη, η βραδυκινίνη) αλληλεπιδρά με μια ρυθμιστική G πρωτεΐνη της κυτταρικής μεμβράνης, με αποτέλεσμα την αύξηση του ενδοκυτταρικού Ca 2+ και την ενεργοποίηση του ενζύμου φωσφολιπάση Α 2 (PLA 2 ). Η PLA 2 απελευθερώνει το αραχιδονικό οξύ από τις φωσφολιπιδικές μεμβράνες, το οποίο εν συνεχεία, μεταβολίζεται από την κυκλοοξυγονάση (CX) σχηματίζοντας τις προσταγλανδίνες (PGD 2, PGE 2, PGF 2 ), την προστακυκλίνη (PGI 2 ) και το θρομβοξάνιo Α 2 (TXA 2 ). Οι προσταγλανδίνες PGD 2 παράγονται κυρίως στα σιτευτικά κύτταρα, επάγουν την αγγειοδιαστολή και την παραγωγή camp ενώ αναστέλλουν τη συσσώρευση λευκοκυττάρων και αιμοπεταλίων. Η PGE 2 παράγεται κυρίως στους νεφρούς και τον σπλήνα, επάγει την παραγωγή camp και μέσω αυτού του μηχανισμού προκαλεί αγγειοδιαστολή. Επίσης, επάγει τις συσπάσεις της μήτρας και τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Κύριος ρόλος όμως, της PGE 2 είναι η προστασία του στομαχικού βλεννογόνου από τη δράση των όξινων γαστρικών υγρών καθότι επάγει την έκκριση γαστρικής βλέννας, ενώ, παράλληλα, μειώνει την έκκριση γαστρικού υγρού. Οι PGF 2 επάγουν την αγγειοσυστολή, τη βρογχοσυστολή και τις συσπάσεις της μήτρας. Η προστακυκλίνη (PGI 2 ) παράγεται από το αγγειακό ενδοθήλιο, αναστέλλει την συσσώρευση αιμοπεταλίων και λευκοκυττάρων, ενώ επάγει την αγγειοδιαστολή και βρογχοδιαστολή. Αντίθετα, το θρομβοξάνιο (TXA 2 ), παραγόμενο κυρίως στα αιμοπετάλια, επάγει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων, την αγγειοσυστολή και τη βρογχοσυστολή [7]. Tο ένζυμο CX, γνωστό και ως PGHS (Prostaglandin H Synthase), φέρει δυο ενεργά κέντρα, το κέντρο της κυκλοξυγονάσης (διοξυγονάση), καταλύοντας το αραχιδονικό οξύ μετατρέπεται στο ενδοϋπεροξείδιο της προσταγλανδίνης G 2 (PGG 2 ) και μια αίμη με δράση υπεροξειδάσης, υπεύθυνη για την αναγωγή της PGG 2 σε PGH 2 παρουσία αναγωγικού μέσου. Η αντίδραση εξελίσσεται με την απόσπαση ενός ατόμου υδρογόνου του αραχιδονικού οξέος από μια ρίζα τυροσίνης η οποία βρίσκεται στο ενεργό κέντρο της υπεροξειδάσης του ενζύμου. Στη συνέχεια, δύο μόρια οξυγόνου στο κέντρο της κυκλοξυγονάσης αντιδρούν με τη ρίζα του αραχιδονικού οξέος σχηματίζοντας 10

την PGG 2. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, η PGG 2 ανάγεται σε PGH 2 από το ενεργό κέντρο της PGHS που δρα ως υπεροξειδάση [8] ( βλ. Σχήματα 1,2). Σχήμα 1. Σύνθεση προστανοειδών [7]. Υπάρχουν δύο ισοένζυμα της CX τα οποία κωδικοποιούνται από διαφορετικά γονίδια. Η CX-1, φυσιολογικό συστατικό του οργανισμού και η επαγόμενη λόγω φλεγμονής, CX-2, οι οποίες διαφέρουν ως προς το ρυθμό έκφρασης αλλά και την εντόπισή τους. H CX-1 μέσω της σύνθεσης των γαστροπροστατευτικών προσταγλανδινών (PGE 2 ), επάγει την παραγωγή της γαστρικής βλέννας και αναστέλλει την έκκριση γαστρικού υγρού προστατεύοντας έτσι, το ενδοθήλιο του στομάχου από τη δράση του. Βρίσκεται φυσιολογικά στους περισσότερους ιστούς όπως τα ενδοθηλιακά κύτταρα, το γαστρεντερικό τοίχωμα, τα αιμοπετάλια, το ήπαρ και άλλα. Κύριο προϊόν της στα αιμοπετάλια είναι το θρομβοξάνιο, ΤΧΑ 2 [9,10]. Η CX-2, αντίθετα, συχνά είναι μη ανιχνεύσιμη ή βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα στους ιστούς. Πρόκειται για ένα επαγόμενο ένζυμο, η έκφραση του οποίου αυξάνεται παρουσία παραγόντων φλεγμονής. 11

H H H 1 H H C H R 1 R 2 2 3 R 1 2 R 2 Tyr385 CH R 1 R 2 R 1 R 2 CH R 1 H R 2 H 6 H H H H H H PGG 2 PGH 2 Tyr385 Σχήμα 2. Βιομετατροπή αραχιδονικού οξέος σε PGH 2. Εντοπίζεται στους νεφρούς, τον εγκέφαλο, τα οστά, στα ενδοθηλιακά κύτταρα, τα μακροφάγα, τους ινοβλάστες. Η έκφρασή του ενζύμου CX-2 αυξάνεται κατά την εκδήλωση της φλεγμονής, ενώ αυξημένες συγκεντρώσεις του ενζύμου αυτού έχουν παρατηρηθεί και σε ορισμένα νεοπλάσματα. Κύριο προϊόν της είναι η προστακυκλίνη η οποία αντισταθμίζει τη συγκολλητική δράση του παραγόμενου, κυρίως από την CX- 1, θρομβοξανίου [9,10]. Εικόνα 1. Κρυσταλλογραφικές δομές των ομοδιμερών CX-1 (πρόβεια) αριστερά και CX-2 (ποντικού) δεξιά. Λειτουργικά τμήματα: 1) τμήμα πρόσδεσης με τη μεμβράνη (κίτρινο), 2) τμήμα διμερισμού (πράσινο), 3) καταλυτικό τμήμα (μπλε), 4) αίμη (κόκκινο). Το ενεργό κέντρο της περοξειδάσης εντοπίζεται στην κορυφή του κάθε ενζύμου [11]. 12

Έχει βρεθεί και μια τρίτη κυκλοξυγονάση, η CX-3, η οποία θεωρείται παραλλαγή της CX-1. Εντοπίστηκε στο ΚΝΣ του σκύλου, αλλά, και του ανθρώπου, ενώ αποτελεί το ένζυμο στόχο για την ακεταμινοφαίνη (παρακεταμόλη). Μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί να αποτελεί λειτουργική πρωτεΐνη στον ανθρώπινο οργανισμό [12,13]. Η δεύτερη μεταβολική οδός του αραχιδονικού οξέος είναι η οδός βιοσύνθεσης λευκοτριενίων. Σε αυτήν, πρωταρχικό ρόλο φέρουν οι λιποξυγονάσες (LXs), κυριότερες από τις οποίες είναι οι 5-LX, 12-LX και 15-LX. Η ονομασία τους καθορίζεται βάσει της θέσης του άνθρακα του αραχιδονικού οξέος, στον οποίο εισάγουν το οξυγόνο. Η βιοσύνθεση των λευκοτριενίων οφείλεται στη δράση της 5- LX. Τα τελευταία βιοσυντίθενται σε ένα πλήθος διαφορετικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των λευκών αιμοσφαιρίων (λευκοκύτταρα, εξ ου και η ονομασία των λευκοτριενίων), των σιτευτικών και πνευμονικών κυττάρων, των κυττάρων του σπλήνα και του εγκεφάλου. Η διαδικασία της σύνθεσης των λευκοτριενίων ενεργοποιείται, όμοια με τη σύνθεση των προστανοειδών, από ποικίλα ερεθίσματα (επινεφρίνη, θρομβίνη, βραδυκινίνη), τα οποία συνδεόμενα με G- πρωτεΐνες, προκαλούν αυξημένη εισροή ιόντων ασβεστίου (Ca 2+ ) στο κύτταρο. Επακόλουθο αυτού είναι η μετατόπιση της κυτταροπλασματικής φωσφολιπάσης Α 2 προς την κυτταρική μεμβράνη όπου συμβάλλει στην απελευθέρωση του αραχιδονικού οξέος. Κατόπιν η 5-LX, σε συνεργασία με τη πρωτεΐνη FLAP (5-LX activating protein), καταλύει τη μετατροπή του αραχιδονικού οξέος, αρχικά σε 5-HPETE (5- hydroperoxyeicosatetraenoic acid), το οποίο ανάγεται σε 5-HETE (5- hydroxyeicosatetraenoic acid) και κατόπιν σε LTA 4. Το LTA 4, όντας ασταθές, μετατρέπεται σε LTΒ 4 στα ουδετερόφιλα και μονοκύτταρα τα οποία περιέχουν την LTA 4 υδρολάση. Στα σιτευτικά και τα εωσινόφιλα, το LTA 4 μετατρέπεται σε LTC 4 μέσω της δράσης της LTC 4 συνθάσης (βλ. Σχήματα 3,4). Τα λευκοτριένια LTC 4, LTD 4, LTE 4 και LTF 4 είναι γνωστά ως πεπτιδολευκοτριένια ή κυστεϊνο-λευκοτριένια εξαιτίας της παρουσίας αμινοξέων. Τα πεπτιδολευκοτριένια LTC 4, LTD 4 και LTE 4 αποτελούν συστατικά μιας βραδέως αντιδρώσας ουσίας της αναφυλαξίας, SRSA (slow-reacting substance of anaphylaxis). H SRSA χαρακτηρίστηκε, αρχικά, ως μια αντίδραση, ευαισθητοποιημένων ανοσολογικά, πνευμόνων. 13

Σχήμα 3. Σύνθεση λευκοτριενίων [7] Ως συστατικά της SRSA, τα λευκοτριένια LTC 4, LTD 4 και LTE 4 προκαλούν σύσπαση μικροαγγείων, αυξάνουν την αγγειακή διαπερατότητα και βρογχοσύσπαση, επάγουν την έκκριση της IF-γ και προσελκύουν λευκοκύτταρα στο σημείο της φλεγμονής. Σχήμα 4. Σύνθεση λευκοτριενίων [14] 14

Τέλος, ενισχύουν την έκκριση βλέννας στο έντερο και τους αεραγωγούς. Συντίθενται από μονοκύτταρα, μακροφάγα που βρίσκονται στις κυψελίδες, βασεόφιλα, εωσινόφιλα, σιτευτικά και επιθηλιακά κύτταρα. Το LTB 4, προϊόν καίριας σημασίας κατά τη σύνθεση λευκοτριενίων, συντίθεται από τα μονοκύτταρα, τα βασεόφιλα, τα ουδετερόφιλα, τα εωσινόφιλα, τα σιτευτικά και επιθηλιακά κύτταρα και επάγει, ισχυρά, τη χημειοταξία και συνάθροιση των λευκοκυττάρων, καθώς επίσης, αυξάνει την αγγειακή διαπερατότητα. Ακόμη, επάγει τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων και την παραγωγή της ΙΝF-γ και των IL-1 και IL-2. Αξίζει να σημειωθεί, πως από τα κύτταρα που παράγουν λευκοτριένια, πέρα από τα μονοκύτταρα και τα μακροφάγα, τα περισσότερα παράγουν είτε LTB 4 είτε LTC 4 αλλά όχι και τα δύο. Τέλος, τα λευκοτριένια σχετίζονται με την παθογένεση διαφόρων φλεγμονωδών παθήσεων όπως άσθμα, ψωρίαση, ρευματοειδής αρθρίτιδα και φλεγμονώδης πάθηση του εντέρου, γεγονός το οποίο τις καθιστά θεραπευτικούς στόχους πυροδοτώντας το σχεδιασμό αναστολέων βιοσύνθεσής τους ή της δράσης τους [7,15,16]. H λιποξυγονάση 5-LX, κύρια υπεύθυνη για τη σύνθεση των λευκοτριενίων, ανήκει σε οικογένεια ενζύμων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια των σιδηροπρωτεϊνών, χωρίς να περίεχουν αίμη. Χαρακτηρίζονται ως διοξυγονάσες καθότι καταλύουν την απόσπαση ενός ατόμου υδρογόνου από μια δισ-αλλυλική θέση λιπαρών οξέων (στην περίπτωσή μας, αραχιδονικό οξύ), ενώ προσθέτουν οξυγόνο σχηματίζοντας υδροϋπεροξυ-παράγωγα. Η 5-LX φέρει ένα Ν-τελικό άκρο (β-barrel domain) στο οποίο θεωρείται ότι προσδένεται το υπόστρωμα, και ένα μεγαλύτερο καταλυτικό τμήμα το οποίο φέρει ένα άτομο σιδήρου, προσδεμένο σε υπόλοιπα ιστιδίνης αλλά και στην καρβοξυλομάδα μιας ισολευκίνης του C-τελικού άκρου της πρωτεΐνης. Για την κατάλυση και ενεργοποίηση του ενζύμου, θεωρείται πως ο σίδηρος μεταβαίνει στην οξειδωμένη κατάσταση (Fe 3+ ) [17]. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η 5-LX εξαρτάται ιδιαίτερα από τη συγκέντρωση του ασβεστίου στο εσωτερικό του κυττάρου, ενώ, βασικό βοηθητικό ρόλο φέρει η FLAP. Σε κύτταρα τα οποία βρίσκονται σε κατάσταση ηρεμίας, η 5-LX βρίσκεται είτε στο κυτταρόπλασμα, είτε σε ένα διαλυτό, πυρηνικό διαμέρισμα συνδεδεμένη με χρωματίνη. Με την ενδοκυτταρική αύξηση της συγκέντρωσης ιόντων ασβεστίου, η 5-LX ενεργοποιείται αμέσως και μεταφέρεται στον πυρήνα, καθότι έχει βρεθεί ότι η σύνθεση των λευκοτριενίων γίνεται κοντά στον πυρηνικό φάκελο όπου συνυπάρχουν η cpla 2, η 5-LX και η FLAP. Η τελευταία βοηθά στη μεταφορά του αραχιδονικού οξέος στη λιποξυγoνάση [18,19]. 15

1.1.5. ΜΗ ΣΤΕΡΟΕΙΔΗ ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΩΔΗ ΦΑΡΜΑΚΑ (M.Σ.A.Φ.) Πρόκειται για ευρύτατα διαδεδομένες ενώσεις με αναλγητική και αντιπυρετική δράση, οι οποίες σε υψηλότερες δόσεις εκδηλώνουν αντιφλεγμονώδη δράση. Ο όρος μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη χρησιμοποιείται προς διάκρισή τους από τα στεροειδή, τα οποία πέραν των άλλων δράσεών τους, εκδηλώνουν επίσης, αντιφλεγμονώδη μέσω καταστολής σύνθεσης εικοσανοειδών. Τα Μ.Σ.Α.Φ είναι μια μεγάλη κατηγορία δομικά ετερογενών ενώσεων. Παρακάτω, παρατίθεται ενδεικτικά μια ταξινόμηση των ενώσεων αυτών βάσει της δομής τους. 1) Παράγωγα σαλικυλικού οξέος, π.χ. F CH F CH CCH 3 H Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη) 2) Παράγωγα προπιονικού οξέος, π.χ. CH 3 CH Διφλουνιζάλη CH 3 CH CH 3 Ναπροξένη Ιβουπροφαίνη CH 3 CH F CH Φλουμπιροφαίνη 3) Παράγωγα οξικού οξέος, π.χ. Κετοπροφαίνη Cl S CH 3 CH F CH Ινδομεθακίνη Σουλινδάκη 16

H H Cl Cl H H Ετοδολάκη Δικλοφαινάκη 4) Παράγωγα ενολικού οξέος (οξικάμες), π.χ. H H H H S S H S H S S Πιροξικάμη Μελοξικάμη Τενοξικάμη 5) Παράγωγα ανθρανιλικού οξέος, π.χ. CH H CH CF 3 H Μεφαιναμικό οξύ 6) Εκλεκτικοί CX-2 αναστολείς (κοξίμπες), π.χ. Φλουφαιναμικό οξύ H 2 S CF 3 H 2 S Σελεκοξίμπη Βαλδεκοξίμπη S H S Ροφεκοξίμπη Παρεκοξίμπη 17

7) Σουλφανιλαμίδια S H 2 Νιμεσουλίδη 8) Άλλα, π.χ. Cl HCCH 3 H H Παρακεταμόλη Λικοφελόνη Κύριος μηχανισμός δράσης των μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, για την αντιμετώπιση του πόνου, του τραυματισμού ενός ιστού ή χρόνιας φλεγμονής αποτελεί η αναστολή της κυκλοξυγονάσης και συνεπώς η αναστολή σύνθεσης προσταγλανδινών. Εντούτοις, η δομική ετερογένεια του συνόλου των Μ.Σ.Α.Φ. καθιστά κατανοητό το γεγονός ότι πέραν του προαναφερθέντος βασικού μηχανισμού δράσης, τα Μ.Σ.Α.Φ. δρουν και μέσω άλλων μηχανισμών. Ενδεικτικά, η πιροξικάμη και άλλες οξικάμες, πέραν της αναστολής της κυκλοξυγονάσης ρυθμίζουν διάφορες κυτοκίνες, συμπεριλαμβανομένων των IL-2, IL-6 και του TF-α. Συγκεκριμένα, έχει βρεθεί ότι χορήγηση 20mg πιροξικάμης σε υγιείς εθελοντές, για μια εβδομάδα, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της IL-2, ενώ αντίθετα τη μείωση των επιπέδων της IL-1, της IL-6 και του TF-α, ενώ καμία επίδραση δεν επέφερε στα επίπεδα της IL- 4 [20,21]. Άλλα Μ.Σ.Α.Φ. (π.χ. ινδομεθακίνη, δικλοφαινάκη) δρουν και μέσω αναστολής της λιποξυγονάσης και του σχηματισμού λευκοτριενίων [21].. Με τον κύριο μηχανισμό δράσης των Μ.Σ.Α.Φ. εξηγούνται πολλές από τις 18

δράσεις αλλά και παρενέργειες των περισσοτέρων αυτών. Όπως έχει αναφερθεί και παραπάνω, η κυκλοξυγονάση έχει δυο ισομορφές, την CX-1 και την CX-2. Τα κλασσικά Μ.Σ.Α.Φ. αναστέλλουν μη-εκλεκτικά και τις δυο ισομορφές της CX. Στον γαστρεντερικό σωλήνα, κύρια υπεύθυνη για τη σύνθεση πρασταγλανδινών, ουσιαστικών για τη διατήρηση της γαστρεντερικής βλέννας (PGE 2 ), είναι η CX-1. Η σύνθεση της CX-2, όπως έχει προαναφερθεί, επάγεται σε καταστάσεις φλεγμονής, έτσι φαίνεται πως είναι σημαντικότερη για τη σύνθεση προσταγλανδινών οι οποίες μεσολαβούν στην ανάπτυξη και εξέλιξη της φλεγμονής. Συνεπώς, η αντιφλεγμονώδης δράση των ενώσεων αυτών εξηγείται με την αναστολή της CX και ιδίως, με την αναστολή της ισομορφής CX-2, ενώ η αναστολή της ισομορφής CX-1 δικαιολογεί την γαστρεντερική τοξικότητα, την οποία προκαλούν. Πιο συγκεκριμένα με την αναστολή της CX-1 και των προστατευτικών, για το γαστρεντερικό βλεννογόνο, προσταγλανδινών, αναστέλλεται η έκκριση βλέννας και διτανθρακικών, μειώνεται η αιματική ροή, ενώ, αυξάνεται η διαπερατότητα των ενδοθηλιακών κυττάρων του στομάχου σε οξύ και πεψίνη, προκαλώντας διαβρώσεις, έλκη, αιμορραγία. Στην γαστροτοξικότητα των κλασσικών Μ.Σ.Α.Φ. συμβάλλει και η ίδια η φύση τους διότι, όντας όξινα, στο όξινο περιβάλλον του στομάχου, δεν ιονίζονται και εισέρχονται στο εσωτερικό των ενδοθηλιακών κυττάρων. Εκεί, το ph του περιβάλλοντος είναι ψηλότερο, συνεπώς ιονίζονται και παγιδεύονται. Έτσι η χρόνια παρουσία των Μ.Σ.Α.Φ., βαθμιαία καταστρέφει και νεκρώνει τα φυσιολογικά κύτταρα του γαστρικού ενδοθηλίου προκαλώντας γαστρεντερικό έλκος. Τέλος, αξίζει να επισημανθεί πως ο κίνδυνος γαστροτοξικότητας αυξάνεται παράλληλα με τη συχνότητα λήψης τους, ενώ σε αυτήν συμβάλλουν και παράγοντες όπως ηλικία, ιστορικό πεπτικού έλκους, συγχορήγηση με γλυκοκορτικοειδή ή βαρφαρίνη, ρευματοειδής αρθρίτιδα και ισχαιμικά επεισόδια [9,22]. Στις παρενέργειες των Μ.Σ.Α.Φ. μπορούν να συγκαταλεγούν η ναυτία, η ζαλάδα, η δυσπεψία, η ξηροστομία, η υπνηλία και η νεφρική ανεπάρκεια [23]. Σε προσπάθεια αντιμετώπισης των παρενεργειών των κλασσικών Μ.Σ.Α.Φ. και ιδίως της γαστροτοξικότητας, αναπτύχθηκαν οι εκλεκτικοί αναστολείς της CX-2, οι κοξίμπες. Πρόκειται για κατηγορία ενώσεων ευρύτατα διαδεδομένη, με σημαντικούς εκπροσώπους όπως σελεκοξίμπη, βαλδεκοξίμπη, ροφεκοξίμπη και παρεκοξίμπη. Εντούτοις, σημαντική παρενέργεια για την οποία κατηγορούνται, και η οποία αποτέλεσε αιτία απόσυρσης φαρμάκων όπως η ροφεκοξίμπη και παρεκοξίμπη, είναι ο αυξημένος κίνδυνος καρδιαγγειακών διαταραχών. Τούτο διότι η εκλεκτική αναστολή 19

της CX-2 από τις κοξίμπες έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της προστακυκλίνης (αγγειοδιασταλτική, αντιαιμοπεταλιακή δράση) χωρίς ταυτόχρονα να αναστέλλεται η σύνθεση των θρομβοξανίων από την CX-1. Έτσι, διαταράσσεται η φυσιολογική ισορροπία των αντισταθμιστικών αυτών προστανοειδών οδηγώντας δυναμικά στην αγγειοσύσπαση, την υπέρταση και το σχηματισμό θρόμβων [9, 24-27]. Παρολαυτά, σύγχρονες έρευνες εξετάζουν τη δράση των εκλεκτικών αναστολέων CX-2 στην αντιμετώπιση ασθενειών όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου και η νόσος του Alzheimer, λόγω παρατηρούμενης αυξημένης συγκέντρωσης της CX-2 στις πάσχουσες περιοχές [28-31]. Τέλος η σύγχρονη έρευνα, για την αντιμετώπιση της φλεγμονής, έχει στραφεί στο σχεδιασμό διπλών αναστολέων των ενζύμων 5-LX/CX. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση τόσο των προσταγλανδινών, οι οποίες προέρχονται και από τις δυο ισομορφές CX-1/2, όσο και των λευκοτριενίων, χωρίς να επηρεάζεται η σύνθεση των λιποξινών. Οι τελευταίες συντίθενται από τις ισομορφές 12- LX και 15-LX οι οποίες δεν αποτελούν ένζυμα-στόχους. Οι λιποξίνες είναι αντιφλεγμονώδεις παράγοντες [32]. Τα λευκοτριένια είναι γνωστό ότι αποτελούν ισχυρούς μεσολαβητές της φλεγμονής με έντονη χημειοτακτική δράση. Επίσης, η αναστολή της δράσης της CX πιστεύεται ότι ωθεί το μεταβολισμό του αραχιδονικού οξέος προς αυξημένη παραγωγή λευκοτριενίων, επίσης επιζήμια για την ακεραιότητα του γαστρικού βλεννογόνου. Συνεπώς οι αναστολείς 5-LX/CX αναμένεται να φέρουν ενισχυμένη αντιφλεγμονώδη δράση παράλληλα με μια ασφαλέστερη επίδραση στο γαστρεντερικό σύστημα. Δυο παραδείγματα αναστολέων 5-LX/CX αποτελούν η τεποξαλίνη, η οποία χρησιμοποιείται στην κτηνιατρική και η λικοφελόνη, η οποία θεωρείται φάρμακο θεραπείας της οστεοαρθρίτιδας, αλλά βρίσκεται ακόμα σε κλινικό στάδιο [32-34]. H Cl Cl H Τεποξαλίνη Λικοφελόνη 20

1.1.6. ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΦΛΕΓΜΟΝΗ Ως ελεύθερη ρίζα ορίζεται κάθε αυθύπαρκτο χημικό είδος, το οποίο περιέχει ένα ή περισσότερα ασύζευκτα ηλεκτρόνια. Γενικά, αποτελούν σώματα ιδιαίτερα δραστικά, τα οποία μπορούν να σχηματιστούν με την απώλεια ή απόκτηση ενός ηλεκτρονίου από μη ρίζα [35]. Μερική αναγωγή μοριακού οξυγόνου δίνει τις δραστικές μορφές οξυγόνου. Οι πιο συχνά σχηματιζόμενες ρίζες οξυγόνου στον ανθρώπινο οργανισμό, είναι η ρίζα ανιόντος υπεροξειδίου ( -. 2 ) και η ρίζα υδροξυλίου (ΗΟ. ). Παράγονται από φαγοκύτταρα (ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα, μακροφάγα, εωσινόφιλα), ως αμυντικός μηχανισμός για την αντιμετώπιση και καταστροφή παθογόνων παραγόντων που απειλούν τους ιστούς. Επιπλέον, οι ρίζες οξυγόνου εμπλέκονται στη διαδικασία της φλεγμονής και συνεπώς σε φλεγμονώδεις παθήσεις όπως επίσης και για την ανάπτυξη και εξέλιξη ασθενειών όπως καρδιοπάθεια, υπέρταση, εγκεφαλικά επεισόδια, καρκίνος, διαβήτης [36,37]. Πιο συγκεκριμένα, όταν ο οργανισμός απειλείται από ένα παθολογικό αίτιο, αυτοάνοσης ή μη, αιτιολογίας, τότε μπορεί να προκύψει φλεγμονώδης αντίδραση η οποία συνεπάγεται την ενεργοποίηση του αμυντικού μηχανισμού του οργανισμού και τη σύνθεση των γνωστών, διεγερτικών χημειοτακτικών παραγόντων. Τα ουδετερόφιλα και τα μακροφάγα τα οποία συγκεντρώνονται στην περιοχή, ως ανοσολογική απάντηση, υφίστανται αναπνευστική έκρηξη, με αποτέλεσμα την αύξηση της κατανάλωσης του οξυγόνου και της γλυκόζης και συνεπώς την αυξημένη παραγωγή και έκκριση ανιόντων υπεροξειδίου ( -. 2 ) και υπεροξειδίου του υδρογόνου (Η 2 Ο 2 ). Η -. σύνθεση των 2 λαμβάνει χώρα στα μιτοχόνδρια κατά την αναπνευστική αλυσίδα ενώ από αυτές τις ρίζες προκύπτει το Η 2 Ο 2. Ο συνδυασμός των δυο αυτών δραστικών μορφών οξυγόνου, και κυρίως με τη μεσολάβηση μετάλλων όπως ο σίδηρος, οδηγεί στη σύνθεση της δραστικότατης ρίζας υδροξυλίου (ΗΟ. ) [38-40]. Οι δραστικές μορφές οξυγόνου ευθύνονται για τη λιπιδική υπεροξείδωση. Τούτο διότι η ελεύθερη ρίζα λόγω της παρουσίας του ασύζευκτου ηλεκτρονίου επιτίθεται στα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, τα οποία βρίσκονται σε πλεόνασμα στη λιπιδική μεμβράνη, και αποσπά ένα άτομο υδρογόνου από άνθρακα δίπλα σε διπλό δεσμό. Συνεπώς ο άνθρακας αυτός, παραμένει με ένα ασύζευκτο ηλεκτρόνιο με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια νέα ελεύθερη ρίζα, η οποία στην προσπάθειά της να σταθεροποιηθεί αποσπά ένα ηλεκτρόνιο από ένα άλλο λιπαρό οξύ, δημιουργώντας μια νέα ρίζα και σημαίνοντας την έναρξη αλυσιδωτών αντιδράσεων της λιπιδική υπεροξείδωσης με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή των βιολογικών μεμβρανών [37,41]. 21

Συνεπώς, για την αντιμετώπιση της λιπιδικής υπεροξείδωσης απαραίτητη είναι η δράση των αντιοξειδωτικών. Τα αντιοξειδωτικά δρουν ως δότες ηλεκτρονίων στις ελεύθερες ρίζες, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται τα ίδια, σε ελεύθερες ρίζες. Εντούτοις αποτελούν δομές οι οποίες μπορούν να διαχειριστούν την ηλεκτρονιακή αυτή αλλαγή χωρίς να γίνονται ενεργές και επιβλαβείς για τον οργανισμό δομές. Τα αντιοξειδωτικά μπορεί να αποτελούν δομές του οργανισμού αλλά μπορεί να προέρχονται και από τις τροφές (π.χ. φρούτα, λαχανικά, έλαια). Υπάρχουν δύο κατηγορίες αντιοξειδωτικής άμυνας στον οργανισμό. Η πρώτη, αφορά ενώσεις λιπόφιλες διαλυμένες στην κυτταρική μεμβράνη και οι οποίες είναι η βιταμίνη Ε, το β- καροτένιο και το συνένζυμο Q. Από αυτά σημαντικότερη θεωρείται η βιταμίνη Ε. Η δεύτερη κατηγορία αφορά ενώσεις υδατοδιαλυτές, οι οποίες βρίσκονται ενδοκυτταρικά και σε αυτές ανήκουν η βιταμίνη C και τα ένζυμα υπεροξειδάση της γλουταθειόνης, υπεροξειδική δισμουτάση (SΟD) και καταλάση [37,41]. Καθίσταται λοιπόν, κατανοητό πως η φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού αποτελεί ένα ισοζύγιο οξειδωτικού/αντιοξειδωτικού μηχανισμού, η διαταραχή του οποίου μπορεί να οδηγήσει σε οξειδωτικό στρες. Το οξειδωτικό στρες με τη σειρά του, θεωρείται πως εμπλέκεται στην παθογένεση φλεγμονωδών παθήσεων, γεγονός το οποίο εξηγεί τη στροφή των επιστημόνων για την αντιμετώπιση φλεγμονωδών παθήσεων και μέσω αντιοξειδωτικών φαρμάκων [42]. 1.1.7. ΑΝΤΙΜΙΚΡΟΒΙΑΚΑ Αντιμικροβιακή ονομάζεται μια ένωση η οποία αναστέλλει την ανάπτυξη ή καταστρέφει μικροοργανισμούς όπως τα βακτήρια, οι μύκητες και τα πρωτόζωα και ανάλογα με τη δυναμική τους χωρίζονται σε μικροβιοστατικά και μικροβιοκτόνα [43]. Η ιστορία τους ξεκινά από την παρατήρηση των Pasteur και Joubert πως τα προϊόντα μεταβολισμού ενός είδος βακτηρίων μπορεί να αναστείλουν την ανάπτυξη ενός άλλου είδους βακτηρίων. Τεχνικά δηλαδή, αποτελούν προϊόντα σύνθεσης μικροοργανισμών με καταστροφική ή ανασταλτική δράση έναντι σε έναν άλλο πληθυσμό μικροβίων. Σήμερα όμως, στα αντιμικροβιακά συγκαταλέγονται και συνθετικές ενώσεις και μπορούν να χωριστούν στις παρακάτω κατηγορίες: β-λακτάμες (πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες) αναστολείς σύνθεσης πρωτεϊνών (αμινογλυκοσίδες, μακρολίδια, τετρακυκλίνες, χλωραμφενικόλη, πολυπεπτίδια) 22

σουλφοναμίδια, κινολόνες αντι-ιικά αντιμυκητιακά ανθελονοσιακά αντιφυματικά αντιλεπρωτικά αντιπρωτοζωικά Αντιβιοτικά ονομάζονται οι φυσικές ενώσεις ή τα συνθετικά παράγωγα τα οποία χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση βακτηριακών μολύνσεων. Γενικά, η τοξικότητά τους στον άνθρωπο αλλά και στα άλλα ζώα θεωρείται χαμηλή. Εντούτοις, η επί μακρόν χρήση τους μπορεί να οδηγήσει στη μείωση ή και καταστροφή της φυσιολογικής χλωρίδας του εντέρου, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία του οργανισμού. Ένα άλλο, σημαντικότατο πρόβλημα, που παρουσιάζεται κατά τη χρήση αντιβιοτικών, είναι η ανάπτυξη αντίστασης σε αυτά, από τους μικροοργανισμούς και ιδίως από τα κατά Gram-θετικά βακτήρια. Αιτία του φαινομένου αυτού είναι η ευρύτατη αλλά και αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών η οποία μετατρέπει το πρόβλημα αυτό σε μία σοβαρή απειλή για τη παγκόσμια δημόσια υγεία. Συγκεκριμένα, τα βακτήρια είναι δυνατόν είτε να είναι εγγενώς ανθεκτικά σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβιοτικών, είτε να μετατραπούν σε ανθεκτικές μορφές μέσω de novo μετάλλαξης ή μέσω απόκτησης γονιδίων αντίστασης. Τα γονίδια αντίστασης στα αντιβιοτικά, συνήθως, δεν αποτελούν τμήμα του βακτηριακού γονιδιώματος, αλλά βρίσκονται σε ανεξάρτητα, κινητά, γονιδιακά στοιχεία (πλασμίδια, τρανσποζόνια, ιντεγκρόνια), τα οποία μεταφέρονται οριζόντια από τον ένα οργανισμό στον άλλο, διαπερνώντας τις μεμβράνες των βακτηρίων. Συγκεκριμένα, η μεταφορά του γενετικού υλικού μπορεί να γίνει μέσω σύζευξης (μεταφορά γενετικού υλικού μεταξύ δύο βακτηρίων σε άμεση επαφή), μέσω μεταγωγής κατά την οποία ενίεται στο βακτήριο ξενιστή, ξένο DA με τη μεσολάβηση ενός βακτηριοφάγου ιού και τέλος, μέσω μεταμόρφωσης κατά την οποία το κύτταρο υφίσταται γενετική αλλαγή ως αποτέλεσμα άμεσης πρόσληψης ξένου γενετικού υλικού δια μέσου της κυτταρικής μεμβράνης, ενσωμάτωσης και έκφρασής του. Επιπλέον, τα προαναφερθέντα, γενετικά στοιχεία, διαπερνώντας τους μικροοργανισμούς κατ αυτόν τον τρόπο, συλλέγουν περισσότερα από ένα γονίδια αντίστασης με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται πολλαπλή αντίσταση σε φάρμακα (MDR, Multiple Drug Resistance) επιτείνοντας το πρόβλημα ίασης των λοιμώξεων. Κύρια πηγή ανάπτυξης ανθεκτικών μορφών μικροοργανισμών αποτελούν οι νοσοκομειακοί χώροι και γενικότερα χώροι συχνής αλλά και αλόγιστης χρήσης χημειοθεραπευτικών, όπως φάρμες, παιδικοί 23

σταθμοί και άλλα [44-49]. Αντι-ιικά ονομάζονται οι ενώσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται, ειδικά, για την αντιμετώπιση ιικών μολύνσεων. Όμοια με τα αντιβιοτικά, συγκεκριμένα αντι-ιικά χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένους ιούς. Αποτελούν ενώσεις σχετικά αβλαβείς για τον ξενιστή και γι αυτό το λόγο χρησιμοποιούνται για θεραπεία από τις μολύνσεις. Δρουν, κυρίως, παρεμποδίζοντας την είσοδο του ιού στο κύτταρο ξενιστή, αναστέλλοντας την αναπαραγωγή του στο εσωτερικό, πλέον, του ξενιστή ή σε μερικές περιπτώσεις παρεμποδίζοντας την έξοδό του από το κύτταρο. Οι ιοί διαχωρίζονται στους αδενοϊούς (DA-ιοί) και ρετροϊούς (RA-ιοί). Σημαντικά αντιρετροϊκά φάρμακα αποτελούν οι αναστολείς πρωτεασών. Παρολαυτά, όπως και στα αντιβιοτικά, οι ιοί εξελίσσονται και εμφανίζουν αντίσταση στα αντι-ιικά φάρμακα [43,50]. Αντιμυκητιακά αποκαλούνται οι ενώσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση μυκητιακών μολύνσεων. Τα αντιμυκητιακά δρουν εκμεταλλευόμενα τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κυττάρων των θηλαστικών και των μυκήτων προκειμένου να αποφευχθούν επιβλαβείς επιδράσεις στα κύτταρα του ξενιστή. Συνήθης στόχος είναι η εργοστερόλη της κυτταρικής μεμβράνης των μυκήτων. Η χρήση τους χωρίζεται σε τοπική και διασυστηματική. Επίσης, συχνά παρατηρούνται παρενέργειες από μερικά από τα φάρμακα αυτά, ανάμεσα στις οποίες είναι η ηπατοτοξικότητα, οι αλλεργικές αντιδράσεις και οι αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα [43,51-53]. Οι βασικοί μηχανισμοί δράσης των αντιβιοτικών περιλαμβάνουν την παρεμπόδιση σύνθεσης κυτταρικού τοιχώματος (π.χ. β-λακτάμες, γλυκοπεπτίδια), αναστολή πρωτεϊνικής σύνθεσης (π.χ. μακρολίδια, τετρακυκλίνες), παρεμπόδιση σύνθεσης νουκλεϊνικών οξέων (π.χ. φθοροκινολόνες, ριφαμπικίνη), αναστολή μεταβολικής οδού (π.χ. τριμεθοπρίμη, σουλφαμεθοξαζόλη), τροποποίηση της δομής της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης (πολυμιξίνες) [49,54]. Ως επακόλουθο, οι μηχανισμοί αντίστασης που αναπτύσσουν οι μικροοργανισμοί στα διάφορα αντιμικροβιακά βασίζονται στους μηχανισμούς δράσης αυτών. Συνεπώς, στους μηχανισμούς αντίστασης συγκαταλέγονται, η παρεμπόδιση της διαπερατότητας του φαρμάκου στο εσωτερικό του μικροβίου, η σύνθεση ενζύμων από τους μικροοργανισμούς με δράση καταστροφική κατά της αντιμικροβιακής ένωσης, η έκφραση συστημάτων εκροής τα οποία παρεμποδίζουν το φάρμακο να φτάσει, ενδοκυτταρικά, στο στόχο του, η τροποποίηση της θέσης πρόσδεσης του στόχου ή η ανάπτυξη ενός εναλλακτικού μεταβολικού μονοπατιού, το οποίο παρακάμπτει τη δράση του φαρμάκου [49,55]. Τα αντιμικροβιακά αποτελούν τη συχνότερα χρησιμοποιούμενη κατηγορία φαρμάκων. 24

Εντούτοις, η αλόγιστη χρήση τους, με αποτέλεσμα την ταχύτατη ανάπτυξη ανθεκτικών μορφών, σε συνδυασμό με την καθημερινή εμφάνιση και νέων παθογόνων μικροοργανισμών, αλλά και την αύξηση θανάτων από μικροβιακές λοιμώξεις, ιδίως σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς (π.χ. μετά από μεταμόσχευση) και σε φορείς του ιού ΗΙV, καθιστά επιτακτική την ανάγκη εύρεσης και σύνθεσης νέων χημειοθεραπευτικών φαρμάκων [44-53]. 1.1.8. ΣΗΜΑΣΙΑ ΘΕΙΑΖΟΛΙΟΥ, 1,2,4-ΤΡΙΑΖΟΛΙΟΥ ΚΑΙ ΑΔΑΜΑΝΤΑΝΙΟΥ ΩΣ ΦΑΡΜΑΚΟΦΟΡΕΣ ΟΜΑΔΕΣ Το θειαζόλιο έχει εξέχοντα ρόλο στη φύση. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι θειαζολικός δακτύλιος περιέχεται στη δομή της σημαντικής βιταμίνης Β 1 (θειαμίνη) λειτουργώντας ως δέκτης ηλεκτρονίων, ενώ με τη μορφή συνενζύμου αυτής (ΤΡΡ, πυροφωσφορική θειαμίνη) είναι απαραίτητη στην αποκαρβοξυλίωση των α-κετο οξέων [56]. H 2 + S H Θειαμίνη Επίσης, μερικά από τα φυσικής προέλευσης, παράγωγα θειαζολίου, με σημαντικές βιολογικές δράσεις είναι το κυστοθειαζόλιο Α, απομονωμένη από το βακτήριο Cystobacter fuscus, με αντιμυκητιακές και αντικαρκινικές ιδιότητες, το μυκοθειαζόλιο, απομονωμένη από το θαλάσσιο σπόγγο Spongia mycofijiensis, με ανθελμινθικές και αντικαρκινικές (καρκίνος του πνεύμονα) ιδιότητες καθώς και φυσικά μακρολακταμικά παράγωγα, όπως τα βιστραμίδια (bistramides), απομονωμένα από το Lissoclinum bistratum, ομοίως με αντικαρκινικές ιδιότητες [57]. R Me H S S S CMe H S H Κυστοθειαζόλιο Α Βιστραμίδιο 25

H S Μυκοθειαζόλιο H Me Πέραν τούτου, ο θειαζολικός δακτύλιος είναι συστατικό μεγάλου αριθμού συνθετικών παραγώγων με σηματικές αντιμικροβιακές (π.χ. σουλφαθειαζόλιο), αντιφλεγμονώδεις (π.χ. μελοξικάμη), αντιικές (π.χ. ριτοναβίρη, αντι-hiv), αντιμυκητιακές (π.χ. αβαφουνγκίνη), αντικαρκινικές (π.χ. μπλεομυκίνη),, αντι-υπερλιπιδαιμικές, αντιυπερτασικές ενώσεις [56,58-64]. Επίσης, θειαζολικό δακτύλιο φέρουν πολλά εντομοκτόνα (π.χ. θειαβενδαζόλη) [65,66]. S H S H 2 S H S H Σουλφαθειαζόλιο Μελοξικάμη H H S H S Αβαφουνγκίνη Θειαβενδαζόλη Από την άλλη, τις τελευταίες δεκαετίες, η χημεία των 1,2,4-τριαζολίων και των συμπυκνωμένων ετεροκυκλικών παραγώγων του συγκέντρωσε μεγάλη προσοχή λόγω της πολυποίκιλης βιολογικής δράσης τους. Μεγάλος αριθμός μορίων που περιέχουν 1,2,4-τριαζόλιο, αποτελούν τμήμα μιας μεγάλης σειράς συνθετικών παραγώγων τα οποία παρουσιάζουν αντιφλεγμονώδεις, αγχολυτικές, κατασταλτικές του ΚΝΣ, αντιμικροβιακές [67-74] και αντιμυκητιακές [68,69,74,75] δράσεις. Μερικοί, σημαντικοί εκπρόσωποι της τελευταίας κατηγορίας αποτελούν τα αντιμυκητιακά φλουκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη [69,74,75]. 26

F F H F F H F Φθοροκοναζόλη Βορικοναζόλη Επίσης, άλλα γνωστά φάρμακα που φέρουν τον τριαζολικό αυτό δακτύλιο ως τμήμα συμπυκνωμένου ετεροκυκλικού συστήματος είναι η τριαζολάμη, η αλπραζολάμη και η ετιζολάμη, οι οποίες βενζοδιαζεπινών και δρουν ως αγχολυτικά [69,76-79]. ανήκουν στην κατηγορία των Cl Cl Τριαζολάμη Ένας άλλο σύστημα με ιδιαίτερο φαρμακολογικό ενδιαφέρον, είναι το αδαμαντάνιο. Αποτελεί άχρωμο, κρυσταλλικό χημικό παράγωγο, ιδιαίτερα λιπόφιλο, με χημικό τύπο C 10 H 16. Συγκαταλέγεται στα κυκλοαλκάνια και αποτελεί το απλούστερο αδαμαντοειδές. Μετά την ανακάλυψη της αμανταδίνης, το 1960, ως αντι-ιικό και κατά της νόσου του Parkinson, φάρμακο, τα παράγωγα αδαμαντανίου προσέλκυσαν την προσοχή των επιστημόνων, για το σχεδιασμό και σύνθεση νέων χημειοθεραπευτικών παραγώγων [80]. H 2 Αμανταδίνη Συνεπώς μεγάλος αριθμός παραγώγων αδαμαντανίου συντέθηκε με στόχο τη μελέτη της βιολογικής τους δράσης. Ανάμεσα, στις βιολογικές δράσεις που 27

παρουσίασαν τα παράγωγα αυτά, οι αντι-ιικές [81-83], οι αντιφλεγμονώδεις [81,84] και οι αντιβακτηριακές [81,85-87] δράσεις αποτελούν τις σημαντικότερες. Πέρα όμως από αυτές, εκδήλωσαν και σημαντική αντικαρκινική, αντιδιαβητική, αντιμυκητιακή και ανασταλτική δράση της DHFR, (dihydrofolate reductase) [88]. Επιπλέον, το αδαμαντάνιο λόγω της λιποφιλικότητάς του, χρησιμοποιήθηκε και ως φορέας μεταφοράς φαρμάκων χαμηλής διαπερατότητας, στον εγκέφαλο. Μερικά παράγωγα αδαμαντανίου, που βρίσκονται στην κυκλοφορία, είναι η ριμανταδίνη (αντι-ιικό, ιός γρίπης Α), η μεμαντίνη (αντι-alzheimer), η τρομανταδίνη (αντι-hsv, Herpes Simplex Virus) και η βιλδαγλιπτίνη (αντιδιαβητικό) [80,89]. H 2 H 2 Ριμανταδίνη Μεμαντίνη Τρομανταδίνη H C H Βιλδαγλιπτίνη 28

2. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ Δεδομένου ότι στη σύγχρονη εποχή οι περισσότεροι ασθενείς πάσχουν από νόσους με πολύπλοκη παθοφυσιολογία, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν καθημερινώς πληθώρα φαρμάκων, επιβαρύνοντας τον οργανισμό, οι σύγχρονοι φαρμακοχημικοί έχουν στραφεί στη σύνθεση νέων πολυδύναμων φαρμάκων. Δηλαδή, χημικών ενώσεων που δε θα περιορίζονται σε έναν αποκλειστικά στόχο, αλλά σε περισσότερους, αποσκοπώντας στην ταυτόχρονη αντιμετώπιση ή πρόληψη περισσότερων από μια ασθενειών και στη μείωση των ανεπιθύμητων ενεργειών [90-92]. Συνεπώς, στην εργασία αυτή, έγινε προσπάθεια εφαρμογής των βασικών αρχών του σχεδιασμού φαρμάκων, έχοντας ως στόχο την ανάπτυξη μορίων που εμφανίζουν περισσότερες από μία βιολογικές δράσεις. Η προηγούμενη έρευνα που έχει γίνει από την ερευνητική μας ομάδα με στόχο τη σύνθεση νέων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων έδειξε ότι πολλά παράγωγα του θειαζολίου παρουσιάζουν αντιφλεγμονώδη δράση [58,64,88]. Από την άλλη υπάρχει πλούσια διεθνής βιβλιογραφία αναφορικά με τις αντι-ιικές, αντιφλεγμονώδεις, αντιβακτηριακές, αντιμυκητιακές δράσεις του αδαμαντανίου [80-89] καθώς και του 1,2,4-τριαζολίου [67-79]. Με βάση αυτές τις γνώσεις και συνεκτιμώντας τη συσχέτιση φλεγμονήςμικροβιακής λοίμωξης, θεωρήθηκε σκόπιμο να σχεδιαστεί σειρά από ενώσεις, παραγώγων θειαζολίου με σκοπό τη μελέτη της πιθανής αντιφλεγμονώδους αλλά και αντιμικροβιακής τους δράσης. Λαμβάνοντας υπόψη επίσης, ότι στη σύγχρονη εποχή, επιτακτική είναι η ανάγκη χρησιμοποίησης αυτόματων υπολογιστικών συστημάτων για τον πλέον επιτυχή σχεδιασμό νέων δραστικών ενώσεων, χρησιμοποιήθηκε το λογισμικό πρόγραμμα PASS. Με τη βοήθεια του προγράμματος αυτού, υπολογίστηκε το πιθανό βιολογικό φάσμα των ενώσεων που σχεδιάστηκαν για τη συγκεκριμένη εργασία [93,94]. Βάσει των υπολογιστικών προβλέψεων που λήφθηκαν από το πρόγραμμα PASS, για πιθανή αντιφλεγμονώδη και αντιμικροβιακή δράση, οι ενώσεις συντέθηκαν και ελέγχθηκαν κατόπιν, με in vivo και in vitro βιολογικά πειράματα, προκειμένου να πιστοποιηθούν οι αρχικές προβλέψεις. Συντέθηκαν οι παρακάτω ενώσεις : 29

S R A/A R 1. 3-ΟΗ 2. 4-ΟΗ 3. 4-CH 3 4. 3-CH 3, 4-H 5. 3,5 di-ch 3, 4-H 6. 3-F 7. 4-F 8. 2-Br 9. 3-Br 10. 4-Br 11. 2,3 di-cl Η σύνθεση έγινε σε τρία στάδια. Αρχικά, με αντίδραση θειοημικαρβαζιδίου με 1- αδαμαντυλοκαρβονυλο-χλωρίδιο σχηματίζεται το 1-(1-αδαμαντανοκαρβονυλο) θειοημι-καρβαζίδιο (αρχικό προϊόν). Στη συνέχεια, το αρχικό προϊόν κυκλοποιείται σε αλκαλικό περιβάλλον και σχηματίζεται η 5-αδαμαντυλο-4Η-1,2,4-τριαζολο-3-θειόλη. Τέλος, σε ένα στάδιο, συμπυκνώνεται η θειόλη με βρωμοξικό οξύ και μια αρωματική αλδεΰδη, διαφορετική κάθε φορά, παρουσία οξικού οξέος, οξικού ανυδρίτη και οξικού νατρίου προς σχηματισμό των τελικών ενώσεων. Η ταυτοποίηση των ενώσεων έγινε φασματοσκοπικά (ΝΜR, IR και ΜS), καθώς και με στοιχειακή ανάλυση (C,H,). Ακόμη, υπολογίστηκαν οι τιμές λιποφιλικότητας των ενώσεών μας ClogP, ALogPs και AlogP [95-97]. Τέλος έγινε μελέτη της αντιφλεγμονώδους και αντιμικροβιακής δράσης των ενώσεων. 30

3. ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 3.1. ΧΗΜΙΚΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΗΡΙΑ, ΣΥΣΚΕΥΕΣ, ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ Τα αντιδραστήρια που χρησιμοποιηθήκαν για την εκπόνηση της πειραματικής διαδικασίας αγοράστηκαν από την εταιρεία Aldrich Chemise (Steinem Germany). Το ίδιο και οι διαλύτες, οι οποίοι ήταν κατάλληλης καθαρότητας. Η πορεία των αντιδράσεων ελέγχθηκε με πλάκες F 254 silica-gel (Merck, Darmstadt, Germany). Το σημείο τήξεως προσδιορίστηκε χρησιμοποιώντας την συσκευή MELTEMP II (LAB Devices, Holliston, MA, USA). Η λήψη φασμάτων 1 H- MR των ενώσεων πραγματοποιήθηκε με χρήση του οργάνου Bruckner AC 300 ( Bruckner, Karlsruhe, Germany) με εσωτερικό πρότυπο το τετραμεθυλοσιλάνιο (TMS) και σε διαλύτες DMS-d 6 και CDCl 3. Για τα φάσματα υπερύθρου (IR), χρησιμοποιήθηκε το ujol, ενώ για την καταγραφή τους τα φασματοφωτόμετρα Perkin Elmer Spectrum BX και DR-8001 Shimadzu. Tα φάσματα MS λήφθηκαν από το όργανο ESI-MS (Micromass ZMD Waters). Για τις στοιχειακές αναλύσεις των προϊόντων χρησιμοποιήθηκε ο στοιχειακός αναλυτής Perkin-Elmer 2400 CH. Η αντιφλεγμονώδης δράση προσδιορίστηκε in vivo χρησιμοποιώντας ως πειραματόζωα μυες R 3 και ως φλογιστικό μέσο καρραγενίνη τύπου Κ100 (του εμπορίου) με πρότυπο σύγκρισης την ινδομεθακίνη (Sigma Chem. Co. St Louis, Mo, USA). Η ανασταλτική in vitro δράση των ενώσεων κατά των ενζύμων CX-1 και CX-2 προσδιορίστηκε με χρήση του Cayman kit (Cayman Chemical Co., Ann Arbor, MI), το οποίο περιέχει CX-1 προβάτου καθώς επίσης και ανασυνδυασμένη ανθρώπινη CX-2. Οι μετρήσεις των απορροφήσεων για τη δοκιμασία αναστολής της LX αλλά και για τη δοκιμασία δέσμευσης της ελεύθερης ρίζας DPPH πραγματοποιήθηκαν στο όργανο Perkin Elmer Lambda 20 UV/Vis Spectrometer, ενώ αντίστοιχα για τα ένζυμα CX-1 και CX-2 χρησιμοποιήθηκε το όργανο Perkin Elmer Victor X3 2030 Multilabel Reader για τη μέτρηση των τελικών απορροφήσεων. Για την μελέτη της αντιβακτηριακής δράσης των ενώσεων χρησιμοποιήθηκαν τα παρακάτω θετικά κατά Gram βακτήρια: Listeria monocytogenes (CTC 7973), Bacillus 31