ΤΜΗΜΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ Μάθηµα: Κοινωνική Ταυτότητα και ιοµαδικές Σχέσεις ιδάσκουσα: Αλεξάνδρα Χαντζή

Σχετικά έγγραφα
ΤΜΗΜΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ Μάθηµα: Κοινωνική Ταυτότητα και ιοµαδικές Σχέσεις ιδάσκουσα: Αλεξάνδρα Χαντζή

Η Θεωρία Αυτο-κατηγοριοποίησης (ΘΑΚ) Από Χαντζή, Α. (υπό δηµοσίευση)

Παράγοντες που διευκολύνουν την εκδήλωση κοινωνικής διαµαρτυρίας. Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας

Ο εαυτός και η κοινωνική ταυτότητα

Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας: Επιτεύγµατα του παρελθόντος, τρέχοντα προβλήµατα, και µελλοντικές προκλήσεις

(Γ) Μελλοντικές προκλήσεις για την ΘΚΤ

Η έννοια της κοινωνικής αλλαγής στη θεωρία του Tajfel. Ο Tajfel θεωρούσε ότι η κοινωνική ταυτότητα είναι αιτιακός παράγοντας κοινωνικής αλλαγής.

Η φύση της προκατάληψης (Allport, 1954).

(Β) Προβλήµατα της ΘΚΤ

Ηθεωρία της ρεαλιστικής σύγκρουσης (Sherif, 1966).

Μείωση της διοµαδικής µεροληψίας Βελτίωση διοµαδικών σχέσεων

Ενδο-ομαδικές διεργασίες:

Αναπτυξιακή Ψυχολογία. Διάλεξη 6: Η ανάπτυξη της εικόνας εαυτού - αυτοαντίληψης

Όλα αυτά αποκτούν νόηµα µόνο µέσα από τη σύγκριση µε άλλες οµάδες.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ PSY 301 Φιορεντίνα Πουλλή. Μάθημα 1ο

Γνωστικές δοµές και συναίσθηµα Ειδικές Πηγές: Το φαινόµενο πολυπλοκότητας ακρότητας (Linville, 1982)

Ο καθημερινός άνθρωπος ως «ψυχολόγος» της προσωπικότητάς του - Νικόλαος Γ. Βακόνδιος - Ψυχο

Ρυθµιστικοί παράγοντες (moderators) της αποτελεσµατικότητας της επαφής

Από τη μεγάλη γκάμα των δεξιοτήτων ζωής που μπορεί κανείς να αναπτύξει παρακάτω παρουσιάζονται τρεις βασικοί άξονες.

Groom et al. (2005) υποστηρίζουν ότι οι οικείες κατηγορίες ενισχύουν τη χρήση αφηρηµένων προτύπων, ενώ οι µη οικείες κατηγορίες τη χρήση υποδειγµάτων.

εκπαιδευτικο αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού τυπικών και άτυπων ομάδων από μια δυναμική αλληλεξάρτησης

Στυλιανή Ανή Χρόνη, Ph.D. Λέκτορας ΤΕΦΑΑ, ΠΘ, Τρίκαλα

Ατομική Ψυχολογία. Alfred Adler. Εισηγήτρια: Παπαχριστοδούλου Ελένη Υπ. Διδάκτωρ Συμβουλευτικής Ψυχολογίας. Υπεύθυνη καθηγήτρια: Μ.

Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης Εσωτερικοποίηση του πολιτιστικού υποσυστήματος και εκπαίδευση: Talcott Parsons

Διαπολιτισμικές σχέσεις στις πλουραλιστικές κοινωνίες

Περιβαλλοντικό άγχος. Ορισμοί και μοντέλα Πυκνότητα Αίσθημα συνωστισμού Θόρυβος

ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Μάριος Γούδας Θέματα Διάλεξης. Ένας κοινά αποδεκτός ορισμός για τον όρο Θετική Ανάπτυξη είναι ο παρακάτω:

Στερεότυπα και προκαταλήψεις. Το σύνολο των χαρακτηριστικών που πιστεύεται ότι καθορίζουν µια οµάδα ανθρώπων ονοµάζονται στερεότυπα.

Κοινωνιογνωστική θεωρία Social Cognitive Theory

Πρόλογος για την ελληνική έκδοση Eισαγωγή... 15

Η ανάπτυξη της κουλτούρας και του κλίματος του σχολείου

Επιπολιτισμοποίηση και εθνοτική ταυτότητα. Η έννοια του εαυτού Θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας Εθνοτική ταυτότητα

Η ειρωνεία της αρµονίας Το παράδοξο των στρατηγικών µείωσης της ανισότητας : Μείωση της προκατάληψη έναντι συλλογικής δράσης

Γηγενείς Ψυχολογίες.

Κριτικά σχόλια για τις στρατηγικές επιπολιτισμοποίησης. Ζητήματα μέτρησης Ταυτοποίηση Επιπολιτισμοποίηση και προσαρμογή

Πολιτισμός και ψυχοπαθολογία

τι είναι αυτό που κάνει κάτι αληθές; τι κριτήρια έχουμε, για να κρίνουμε πότε κάτι είναι αληθές;

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΕΙΦΟΡΟ ΓΕΩΡΓΙΑ. Α. Κουτσούρης Γεωπονικό Παν/μιο Αθηνών

Περιεχόμενο της έννοιας «πολιτισμός» Γνωρίσματα Λειτουργικός ορισμός Πολιτισμικός σχετικισμός

Κάθε επιλογή, κάθε ενέργεια ή εκδήλωση του νηπιαγωγού κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι σε άμεση συνάρτηση με τις προσδοκίες, που

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

Θεωρητικές προσεγγίσεις της επιπολιτισμοποίησης. Επίπεδα ανάλυσης Περιγραφικά μοντέλα Στρατηγικές επιπολιτισμοποίησης

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ

Κλίµα παρακίνησης στο µάθηµα της Φ.Α. και υγιεινές συµπεριφορές

Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης

Η Επίδραση της Συγκίνησης ης στη Λήψη Ατομικών Αποφάσεων

Ερωτήσεις Αθλητικής Ψυχολογίας Σχολή Προπονητών Γυμναστικής

ιαπολιτισµική κοινωνική ψυχολογία Στόχος µαθήµατος: η κατάδειξη του ρόλου που παίζει ο πολιτισµός στις κοινονικο-ψυχολογικές διαδικασίες.

Μάριος Γούδας. Ηθική ανάπτυξη και εκπαίδευση. Θέµα διάλεξης 10 Ηθική ανάπτυξη στον αθλητισµό. αναφορά σχετικών παραδειγµάτων αθλητών, µαθητών

Θεωρία απόδοσης Γνωστικές διαδικασίες

6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ο : ΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

Εισηγητής Δρ. Αβραάμ Παπασταθόπουλος. Δρ. Αβραάμ Παπασταθόπουλος

Θέµατα: Εισαγωγή στις οµάδες Η Ιστορία και η υναµική τους. Στόχος

Κωνσταντίνος Π. Χρήστου

Συλλογική ράση και Κοινωνική Αλλαγή

Ψυχοκοινωνικές Διαστάσεις των Κινητικών Παιχνιδιών. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ την ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ της ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ ενός ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

Τοκπασίδης Παναγιώτης Προπονητής Ποδοσφαίρου UEFA A. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ και ΟΧΙ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΙΩΣΗΣ

Μάθηση & Εξερεύνηση στο περιβάλλον του Μουσείου

Οµαδικές Εργασίες Σπουδαστών και ιδακτικές Πρακτικές Βελτίωσης. Σοφία Ασωνίτου Τµήµα ιοίκησης Επιχειρήσεων ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ

Θέµατα Κοινωνικής Ψυχολογίας

Περιεχόμενα. Θεμέλια. της αθλητικής ψυχολογίας 11. Τα κίνητρα στον αθλητισμό και στην άσκηση 43. Κεφάλαιο 2

Κοινωνικός µετασχηµατισµός:...

17/12/2007. Βασιλική Ζήση, PhD. Ποιότητα ζωής. Είναι ένα συναίσθημα που σχεδόν όλοι καταλαβαίνουμε, αλλά δεν μπορούμε να ορίσουμε (Spirduso, 1995)

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ- ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ Η

Managers & Leaders. Managers & Leaders

Γενικοί Δείκτες για την Αξιολόγηση στη Συνεκπαίδευση

Γεωργική Εκπαίδευση. Θεματική ενότητα 5 1/2. Όνομα καθηγητή: Αλέξανδρος Κουτσούρης Τμήμα: Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας

Διαπολιτισμική συμβουλευτική και ψυχοθεραπεία με μετανάστες

Γουλή Ευαγγελία. 1. Εισαγωγή. 2. Παρουσίαση και Σχολιασµός των Εργασιών της Συνεδρίας

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΜΑΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ!!

ΗΘΙΚΗ & ΗΘΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ & ΣΤΗΝ Φ.Α.

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Μεταγνωστικές διαδικασίες και κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ των μαθητών στα μαθηματικά: ο ρόλος των σχολικών εγχειριδίων

Αθανασούλα Ρέππα Αναστασία* Καθηγήτρια Εκπαιδευτικής Διοίκησης και Οργανωσιακής Συμπεριφοράς

Υπεύθυνη Επιστημονικού Πεδίου Χρυσή Χατζηχρήστου

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Οεαυτός και η κοινωνική γνώση. Η έννοια του εαυτού διαφέρει σηµαντικά από πολιτισµό σε πολιτισµό.

Μανώλης Κουτούζης Αναπληρωτής Καθηγητής Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Αναγνώσεις σε επίπεδα

ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Ηγεσία. Ενότητα 8: Ηγεσία στις ομάδες. Δρ. Καταραχιά Ανδρονίκη Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΟΝΤΕΛΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ. Θεωρία των Μοντέλων Καπιταλισμού

Ναπολέων Μήτσης: Αποσπάσματα κειμένων για τη σχέση γλώσσας και πολιτισμού

Γενικός προγραμματισμός στην ολομέλεια του τμήματος (διαδικασία και τρόπος αξιολόγησης μαθητών) 2 ώρες Προγραμματισμός και προετοιμασία ερευνητικής

ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

14 Δυσκολίες μάθησης για την ανάπτυξη των παιδιών, αλλά και της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες και αιτιολογίες για τις

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΟΥΝΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ. Μάθηµα 7ο: Θεωρία και Πρακτική της Παρακίνησης

Οδηγός διαφοροποίησης για την πρωτοβάθµια

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Αναστασία Κωσταρίδου-Ευκλείδη Ομότιμη καθηγήτρια, Τμήμα Ψυχολογίας, Α.Π.Θ. Συνέδριο Εταιρείας Νόσου Alzheimer, Θεσσαλονίκη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Προτιμήσεις εκπαιδευτικών στην επίλυση προβλημάτων με συμμετρία. Στόχος έρευνας

Εισαγωγή στην κοινωνική έρευνα. Earl Babbie. Κεφάλαιο 2. Έρευνα και θεωρία 2-1

Η ανάπτυξη θετικής αυτό-εικόνας Εισαγωγή Ορισμοί Αυτό-αντίληψη Αυτό-εκτίμηση Μηχανισμοί ενίσχυσης και προστασίας της αυτό-εκτίμησης

Ανάπτυξη ψυχολογικών δεξιοτήτων μέσα από τον αθλητισμό. Ψούνη Λίνα ΚΦΑ, Ψυχολόγος. MSc, υποψήφια διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

e-seminars Διοικώ 1 Επαγγελματική Βελτίωση Seminars & Consulting, Παναγιώτης Γ. Ρεγκούκος, Σύμβουλος Επιχειρήσεων Εισηγητής Ειδικών Σεμιναρίων

Περιγραφή ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Τίτλος Αντιλήψεις για το γάμο, οικογενειακές αξίες και ικανοποίηση από την οικογένεια: Μια εμπειρική μελέτη

Ερµηνεία του «καψίµατος» Θέµα διάλεξης 11 Καταπόνηση και κάψιµο αθλητών και αθλητριών. καταπόνησης. Μάριος Γούδας ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ (ΜΚ 108)

Transcript:

1 ΤΜΗΜΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ Μάθηµα: Κοινωνική Ταυτότητα και ιοµαδικές Σχέσεις ιδάσκουσα: Αλεξάνδρα Χαντζή Εισαγωγή Πηγές: Dovidio, J. F., & Gaertner, S. L. (2010). Intergroup bias. In S. T. Fiske, D. T. Gilbert, & G. Lindzey (Eds.), Handbook of social psychology (Vol. 2, pp. 1084-1121). Hoboken, NJ: John Wiley & Sons, Inc. Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (ελληνική έκδοση, 2010), Κοινωνική Ψυχολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg. Στην τελευταία έκδοση του Handbook of Social Psychology, δηλ. της «βίβλου» όπως έχει χαρακτηριστεί της Κοινωνικής Ψυχολογίας, που δηµοσιεύτηκε το 2010 (οι προηγούµενες εκδόσεις ήταν: 1935, 1954, 1969, 1985, 1998) το κεφάλαιο για τις ιοµαδικές Σχέσεις γραµµένο από τους Vincent Yzerbyt και Stephanie Demoulin, κατέχει περίοπτη θέση, µαζί µε συναφή κεφάλαια που αφορούν την Κοινωνική Σύγκρουση, την Ενδοοµαδική Εύνοια, και τις οµές Ισχύος. Ο τεράστιος όγκος της θεωρητικής και ερευνητικής παραγωγής στο θέµα των ιοµαδικών Σχέσεων δεν αποτελεί έκπληξη. Οι άνθρωποι ζουν και δραστηριοποιούνται σε ένα κόσµο που αποτελείται από οµάδες: µικρές οµάδες (π.χ. σχολικές τάξεις, αθλητικές οµάδες), µεγαλύτερες οµάδες (π.χ. γειτονιές, πανεπιστήµια, εταιρείες), και ακόµη µεγαλύτερες οµάδες (π.χ. φυλετικές οµάδες, εθνικές οµάδες, θρησκευτικές οµάδες). Ο τρόπος που οι άνθρωποι σκέφτονται για τον κόσµο, το πώς αισθάνονται και συµπεριφέρονται καθοδηγείται και συχνά περιορίζεται από τις οµάδες στις οποίες ανήκουν. Η µελέτη των διοµαδικών σχέσεων επικεντρώνεται κυρίως στις οµάδες, δηλ. οι οµάδες αποτελούν τη βασική µονάδα ανάλυσης. Όµως, εφόσον η συµπεριφορά των ατόµων επηρεάζεται από τις οµάδες στις οποίες ανήκουν, η έρευνα µπορεί να επικεντρωθεί και στις ατοµικές αποκρίσεις. Γενικά µπορεί κανείς να πει ότι η µελέτη των διοµαδικών σχέσεων εστιάζει τη διοµαδική συµπεριφορά. Πως όµως ορίζεται η διοµαδική συµπεριφορά; Ένας αρχικός

2 ορισµός της διοµαδικής συµπεριφοράς µπορεί να είναι «κάθε συµπεριφορά που περιλαµβάνει αλληλεπίδραση µεταξύ ενός ή περισσοτέρων εκπροσώπων δύο ή περισσοτέρων διακριτών κοινωνικών οµάδων». Αυτό το είδος ορισµού χαρακτηρίζει µε σχετική ακρίβεια το µεγαλύτερο µέρος της διοµαδικής συµπεριφοράς που µελετούν οι κοινωνικοί ψυχολόγοι. Εντούτοις, η εστίαση στην πρόσωπο-µε-πρόσωπο αλληλεπίδραση µπορεί να είναι κάπως περιοριστική. Ένας ευρύτερος και ίσως πιο ακριβής ορισµός θα ήταν ότι «διοµαδική συµπεριφορά αποτελεί κάθε αντίληψη, νόηση ή συµπεριφορά που επηρεάζεται από την επίγνωση των ανθρώπων ότι οι ίδιοι και άλλοι είναι µέλη διακριτών κοινωνικών οµάδων, και από την ταύτισή τους µε αυτές». Αυτός ο ευρύτερος ορισµός έχει µια ενδιαφέρουσα συνέπεια: αναγνωρίζει ότι οι πραγµατικές ή οι προσλαµβανόµενες σχέσεις µεταξύ κοινωνικών οµάδων (π.χ. µεταξύ εθνοτικών οµάδων, µεταξύ εθνών) µπορούν να έχουν εκτενείς και διάχυτες επιδράσεις στη συµπεριφορά των µελών αυτών των οµάδων. Αυτό το είδος ορισµού πηγάζει από µια συγκεκριµένη θεώρηση στην κοινωνική ψυχολογία: µια διοµαδική θεώρηση που υποστηρίζει ότι ένα µεγάλο µέρος της κοινωνικής συµπεριφοράς επηρεάζεται θεµελιωδώς από τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουµε και από την ταύτισή µας µε αυτές (Κοινωνική Ταυτότητα) καθώς και τις σχέσεις ισχύος και status που υπάρχουν µεταξύ αυτών των κατηγοριών. Οι διοµαδικές σχέσεις µπορεί να είναι συγκρουσιακές (π.χ. οπαδοί αντίπαλων πολιτικών οµάδων), σχεδόν ανύπαρκτες (π.χ. σε αυστηρά διαχωρισµένες κοινότητες) ή αρµονικές και συνεργατικές. Οι περισσότεροι κοινωνικοί ψυχολόγοι συµφωνούν ότι δύο είναι οι πλέον σηµαντικοί παράγοντες που χαρακτηρίζουν τις διοµαδικές σχέσεις σε ένα δεδοµένο κοινωνικό σύστηµα: Η ποιότητα των σχέσεων ή το «πρόσηµο» της αλληλεξάρτησης (Θετική αλληλεξάρτηση: Συνεργασία Αρνητική αλληλεξάρτηση: Ανταγωνισµός) και το status (δηλ. η σχετική θέση των οµάδων στην κοινωνική ιεραρχία) και η ισχύς (ισχυρές ανίσχυρες οµάδες) που συνήθως αν και όχι πάντα συµβαδίζουν. Αν υιοθετήσουµε την άποψη του Lewin (1948) ότι η κοινωνική συµπεριφορά µπορεί να γίνει κατανοητή πιο αποτελεσµατικά αν θεωρηθεί ως συνάρτηση των αντιλήψεων των ανθρώπων για τον κόσµο τους, παρά ως συνάρτηση αντικειµενικών περιγραφών των ερεθισµάτων του περιβάλλοντος, γίνεται φανερό ότι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν τις διοµαδικές σχέσεις στο µέτρο που επηρεάζουν το πώς τα µέλη των οµάδων προσλαµβάνουν την κατάσταση.

3 ηλ. όποια κι αν είναι η αντικειµενική ποιότητα των σχέσεων, έχει σηµασία αν θα προσληφθούν οι σχέσεις ως συνεργατικές ή ανταγωνιστικές από τα µέλη των οµάδων, και όποια και αν είναι η αντικειµενικά σχετική θέση των οµάδων, έχει σηµασία αν τα µέλη της εκάστοτε οµάδας προσλάβουν τη σχετική θέση της οµάδας τους ως υψηλή (π.χ. ότι είναι κυρίαρχη) ή χαµηλή (π.χ. ότι είναι κυριαρχούµενη). Στόχος λοιπόν αυτού του µαθήµατος είναι να εξετάσουµε και να ερµηνεύσουµε τη διοµαδική συµπεριφορά και τις διοµαδικές σχέσεις, παρουσιάζοντας κατά κάποιο τρόπο µε χρονολογική σειρά τις πιο σηµαντικές θεωρητικές προσεγγίσεις και τις πιο γνωστές έρευνες στο χώρο. Θεωρία Ρεαλιστικής Σύγκρουσης Η θεωρία του Sherif για τη διοµαδική σύγκρουση που εξηγεί τη διοµαδική συµπεριφορά βάσει της φύσης των σχέσεων των στόχων µεταξύ των οµάδων (βλ. Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (ελληνική έκδοση, 2010), Κοινωνική Ψυχολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg (σελ. 503-506). Πηγή: βασισµένο στον Sherif (1966) Τύπος διαπροσωπικών σχέσεων ιαπροσωπικές σχέσεις ιοµαδικές σχέσεις Κοινοί στόχοι: απαιτούν Αµοιβαία αποκλειόµενοι αλληλεξάρτηση για την επίτευξή τους στόχοι ιαπροσωπική συνεργασία ιαπροσωπικός ανταγωνισµός Σχηµατισµός οµάδας/ ιαπροσωπική σύγκρουση, αλληλεγγύη µειωµένη οµαδική αλληλεγγύη, κατάρρευση της οµάδας ιοµαδική συνεργασία ιοµαδικός ανταγωνισµός ιοµαδική αρµονία ιοµαδική σύγκρουση

4 Θεωρία Σχετικής Αποστέρησης Κρίσιµη λοιπόν προϋπόθεση για τη διοµαδική επιθετικότητα είναι η σχετική αποστέρηση (βλ. Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (ελληνική έκδοση, 2010), Κοινωνική Ψυχολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg (σελ. 497 502 ). Προσδοκίες Σχετική αποστέρηση Βιοτικό επίπεδο Επιτεύξεις t 1 Χρόνος t 2 ιάγραµµα 11.2 Η υπόθεση της καµπύλης J για τη σχετική αποστέρηση Η σχετική αποστέρηση είναι ιδιαίτερα οξεία όταν οι επιτεύξεις υποστούν ένα ισχυρό πλήγµα στο πλαίσιο των προσδοκιών που συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Πηγή: βασισµένο στον Davies (1969) Σχετική αποστέρηση Η αίσθηση ότι κανείς έχει λιγότερα από όσα αισθάνεται ότι δικαιούται Εγωιστική σχετική αποστέρηση Η αίσθηση ότι έχουµε προσωπικά λιγότερα από αυτά που δικαιούµαστε, σε σχέση µε τις φιλοδοξίες µας ή µε άλλα άτοµα. Εκδηλώνεται µε προσωπικά αισθήµατα δυσθυµίας και στρες. Αδελφική σχετική αποστέρηση Η αίσθηση ότι η οµάδα µας έχει λιγότερα από αυτά που δικαιούται, σε σχέση µε τις φιλοδοξίες της ή µε άλλες οµάδες. Εκδηλώνεται

5 µε δυσαρέσκεια, αρνητικές στάσεις απέναντι στην άλλη οµάδα και διάθεση για συλλογική διαµαρτυρία. Παράγοντες που διευκολύνουν την εκδήλωση κοινωνικής διαµαρτυρίας Ταύτιση: ρυθµιστικός παράγοντας µεταξύ σχετικής αποστέρησης και κοινωνικής διαµαρτυρίας Πιθανότητα επίτευξης κοινωνικής αλλαγής Αντίληψη της αδικίας (κατανεµητική διαδικαστική): διαδικαστική ίσως ισχυρό κίνητρο για διαµαρτυρία Με ποιους συγκρινόµαστε: η αυξηµένη οµοιότητα µε την ευνοηµένη εξωοµάδα αυξάνει την πρόσληψη της αδικίας Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας Το υπόδειγµα των ελαχίστων οµάδων (βλ. Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (ελληνική έκδοση, 2010), Κοινωνική Ψυχολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg (σελ. 512-516). Κλασική έρευνα Το υπόδειγµα των ελαχίστων οµάδων Στρατηγικές κατανοµής και δείγµατα µητρών κατανοµής (οι συµµετέχοντες κύκλωσαν ζευγάρια αριθµών για να υποδείξουν πώς επιθυµούσαν να κατανείµουν τους πόντους) Α. ύο δείγµατα µητρών κατανοµής. Μέσα σε κάθε µήτρα, οι συµµετέχοντες κυκλώνουν τη στήλη των αριθµών που αντιπροσωπεύει πώς θα ήθελαν να κατανείµουν τους πόντους (που αντιπροσωπεύουν αληθινά χρήµατα) στη µήτρα µεταξύ των µελών της ενδο-οµάδας και της εξω-οµάδας. 1 Μέλος ενδο-οµάδας: 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 Μέλος εξω-οµάδας: 1 3 5 7 9 11 13 15 17 19 21 23 25 2 Μέλος ενδο-οµάδας: 18 17 16 15 14 13 12 11 10 9 8 7 6 Μέλος εξω-οµάδας: 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17

6 Β. Στρατηγικές κατανοµής. Από την ανάλυση των αποκρίσεων σε έναν µεγάλο αριθµό µητρών είναι δυνατόν να καθοριστεί ο βαθµός στον οποίο η κατανοµή των πόντων από τους συµµετέχοντες επηρεάζεται από καθεµία από τις ακόλουθες στρατηγικές. Αµεροληψία Ίση κατανοµή πόντων µεταξύ οµάδων Μέγιστο κοινό κέρδος Μεγιστοποίηση συνολικού αριθµού πόντων που παίρνουν και οι δύο λήπτες µαζί, ανεξάρτητα από το ποια οµάδα λαµβάνει περισσότερα Μέγιστο ενδο-οµαδικό Μεγιστοποίηση αριθµού πόντων για την ενδο-οµάδα κέρδος Μέγιστη διαφορά Μεγιστοποίηση της διαφοράς στον αριθµό των πόντων που απονέµονται προς όφελος της ενδο-οµάδας Εύνοια Σύνθετη εφαρµογή των δύο παραπάνω στρατηγικών Πηγή: Tajfel (1970) βασισµένο στους Hogg και Abrams (1988) Θεωρία κοινωνικής ταυτότητας Ο καίριος ρόλος της κοινωνικής κατηγοριοποίησης στη διοµαδική συµπεριφορά, όπως αναδεικνύεται στις έρευνες των ελαχίστων οµάδων, οδήγησε στην ανάπτυξη της έννοιας της κοινωνικής ταυτότητας από τους Tajfel και Turner (Tajfel, 1974 Tajfel & Turner, 1979). Αυτή η απλή ιδέα έχει αναπτυχθεί και εξελιχθεί µέσα στα χρόνια για να γίνει ίσως η πιο επιφανής σύγχρονη κοινωνικοψυχολογική ανάλυση των οµαδικών διαδικασιών, των διοµαδικών σχέσεων και του συλλογικού εαυτού η θεωρία κοινωνικής ταυτότητας. Η κοινωνική ταυτότητα και η υπαγωγή στην οµάδα Βασισµένη στην υπόθεση ότι η κοινωνία είναι δοµηµένη σε διακριτές κοινωνικές οµάδες που βρίσκονται σε σχέσεις ισχύος και status µεταξύ τους (π.χ. Μαύροι και Λευκοί στις Ηνωµένες Πολιτείες, Καθολικοί και Προτεστάντες στη Βόρεια Ιρλανδία, Σουνίτες και Σιίτες στο Ιράκ), µια κύρια προϋπόθεση για την προσέγγιση της κοινωνικής ταυτότητας είναι ότι οι κοινωνικές κατηγορίες (µεγάλες οµάδες όπως ένα έθνος ή µια εκκλησία, αλλά και ενδιάµεσες οµάδες όπως ένας οργανισµός, ή µικρές οµάδες όπως µια λέσχη) παρέχουν στα µέλη τους µια κοινωνική ταυτότητα έναν ορισµό και µια

7 αξιολόγηση του τι είναι κάποιος και µια περιγραφή και αξιολόγηση του τι αυτό συνεπάγεται. Οι κοινωνικές ταυτότητες δεν περιγράφουν µόνο χαρακτηριστικά αλλά είναι πολύ σηµαντικό ότι επίσης υπαγορεύουν τι πρέπει κάποιος να σκέπτεται και πώς να συµπεριφέρεται ως µέλος. Για παράδειγµα, το να είσαι µέλος της οµάδας «τσιγγάνοι» σηµαίνει ότι όχι µόνο ορίζεις και αξιολογείς τον εαυτό σου και ορίζεσαι και αξιολογείσαι από τους άλλους ως τσιγγάνος, αλλά επίσης σκέφτεσαι και συµπεριφέρεσαι µε χαρακτηριστικούς τσιγγάνικους τρόπους. Ορισµός Η κοινωνική ταυτότητα αποτελείται από εκείνες τις όψεις της αυτοεικόνας ενός ατόµου που προέρχονται από τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες το άτοµο θεωρεί ότι ανήκει (Tajfel & Turner, 1979, σελ. 40). Η κοινωνική ταυτότητα είναι εκείνο το µέρος της αυτο-αντίληψης που πηγάζει από την υπαγωγή στην οµάδα. Συνδέεται µε οµαδικές και διοµαδικές συµπεριφορές, που έχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά: εθνοκεντρισµός, ενδο-οµαδική εύνοια, διοµαδική διαφοροποίηση, συµµόρφωση σε ενδο-οµαδικές νόρµες, ενδο-οµαδική αλληλεγγύη και συνοχή, και αντίληψη του εαυτού, µελών της εξω-οµάδας και µελών της ενδοοµάδας σε όρους των σχετικών οµαδικών στερεοτύπων. Κοινωνική ταυτότητα και Προσωπική ταυτότητα (Από Χαντζή, Α., υπό δηµοσίευση): Η αυτοαντίληψη του ατόµου, δηλαδή η ταυτότητά του, αποτελείται από την προσωπική του ταυτότητα, που περιέχει τα ιδιαίτερα (ιδιοσυγκρασιακά) χαρακτηριστικά του ατόµου (π.χ. φιλικός, ήρεµος, γλεντζές, του αρέσουν τα πικάντικα φαγητά, είναι παντρεµένος µε τη Μαρία, αγαπά τα δυο παιδιά του και τους γονείς του) και την κοινωνική του ταυτότητα, που αντλείται από τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες ανήκει. Η προσωπική και η κοινωνική ταυτότητα δεν είναι αλληλοαποκλειόµενες έννοιες, αλλά αποτελούν τους δύο πόλους ενός συνεχούς. Αν οι συνθήκες καθιστούν ευκρινή την προσωπική ταυτότητα, το άτοµο επικεντρώνεται στα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από άλλους ανθρώπους και επιδεικνύει ατοµική συµπεριφορά. Ενώ αν οι συνθήκες καθιστούν ευκρινή την κοινωνική ταυτότητα, το άτοµο επικεντρώνεται στα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την οµάδα στην οποία ανήκει από άλλες σχετικές εξω-οµάδες και επιδεικνύει οµαδική συµπεριφορά. Στο σηµείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν είναι απαραίτητη η φυσική παρουσία άλλων ατόµων ή οµάδων για να ενεργοποιηθεί η προσωπική ή η κοινωνική ταυτότητα ενός ανθρώπου. Οι "άλλοι" είτε ως άτοµα είτε ως οµάδες είναι πάντα

8 "γνωστικά" παρόντες και έτσι η ατοµική ή η οµαδική συµπεριφορά µπορεί να εµφανιστεί ακόµη κι' όταν κάποιος είναι µόνος του. Για παράδειγµα, κάποιος διαβάζει ένα µυθιστόρηµα, όπου ο µέθυσος και χαρτοπαίκτης κεντρικός ήρωας απατά τη γυναίκα του, και σκέφτεται ότι ο ίδιος είναι εντελώς διαφορετικός και χαµογελάει ευχαριστηµένος, δίνοντας ένα φιλί στη γυναίκα του. Το µυθιστόρηµα ενεργοποίησε την προσωπική ταυτότητα του ατόµου ως υποδειγµατικού συζύγου και τον οδήγησε σε ατοµική συµπεριφορά. Κάποιος άλλος παρακολουθεί στην τηλεόραση έναν ποδοσφαιρικό αγώνα µεταξύ της οµάδας που υποστηρίζει και του παραδοσιακού της αντιπάλου. Όταν βάζει γκολ η οµάδα του πανηγυρίζει και όταν βάζει γκολ η αντίπαλη οµάδα χρησιµοποιεί βαρύτατους χαρακτηρισµούς για τους τους παίκτες της και το διαιτητή. Ο ποδοσφαιρικός αγώνας ενεργοποίησε την κοινωνική ταυτότητα του ατόµου ως οπαδού της συγκεκριµένης οµάδας και τόσο οι πανηγυρισµοί όσο και οι ύβρεις αποτελούν οµαδική συµπεριφορά. (βλ. Hogg & Vaughan, 2010) Παρόλα αυτά, η κοινωνική ταυτότητα είναι αρκετά ξέχωρη από την προσωπική ταυτότητα, που όπως είπαµε είναι εκείνο το µέρος της αυτο-αντίληψης που πηγάζει από τα προσωπικά χαρακτηριστικά και τις ιδιοσυγκρασιακές προσωπικές σχέσεις που έχουµε µε άλλους ανθρώπους (Turner, 1982). Η προσωπική ταυτότητα δεν συνδέεται µε τις οµαδικές και τις διοµαδικές συµπεριφορές συνδέεται µε τη διαπροσωπική και την ατοµική συµπεριφορά. Οι άνθρωποι έχουν ένα ρεπερτόριο τόσων κοινωνικών και προσωπικών ταυτοτήτων όσες είναι και οι οµάδες µε τις οποίες ταυτίζονται, ή οι στενές σχέσεις και τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά βάσει των οποίων ορίζουν τους εαυτούς τους. Εντούτοις, αν και έχουµε πολλές διακριτές κοινωνικές και προσωπικές ταυτότητες, βιώνουµε υποκειµενικά τον εαυτό ως ένα ενιαίο ολοκληρωµένο πρόσωπο µε µια συνεχή και αδιάλειπτη βιογραφία η υποκειµενική εµπειρία του εαυτού µε τη µορφή αποσπασµατικών και ασυνεχών εαυτών µπορεί να είναι προβληµατική και συνδέεται µε διάφορες ψυχοπαθολογίες. Η προσέγγιση της κοινωνικής ταυτότητας διακρίνει την κοινωνική από την προσωπική ταυτότητα σε µια συνειδητή απόπειρα αποφυγής της ερµηνείας των οµαδικών και διοµαδικών διαδικασιών σε όρους των χαρακτηριστικών προσωπικότητας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Οι θεωρητικοί της κοινωνικής ταυτότητας πιστεύουν ότι πολλές κοινωνικο-ψυχολογικές θεωρίες των οµαδικών διαδικασιών και των διοµαδικών σχέσεων είναι περιορισµένες επειδή ερµηνεύουν τα

9 φαινόµενα αθροίζοντας τις επιδράσεις των προδιαθέσεων της προσωπικότητας ή των διαπροσωπικών σχέσεων. Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας στηρίζεται στις εξής βασικές αρχές (Από Χαντζή, Α. (2006), Κοινωνικά στερεότυπα και διοµαδικές σχέσεις. Στο Σ. Παπαστάµου (Επιµ.), Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία, τόµος β, σελ. 238-240): 1) Τα άτοµα επιδιώκουν να αποκτήσουν ή να διατηρήσουν µια θετική κοινωνική ταυτότητα, γιατί αυτό τα βοηθά να εξυψώσουν ή να διατηρήσουν την αυτοεκτίµησή τους. 2) Η κοινωνική ταυτότητα στηρίζεται κυρίως στις συγκρίσεις που γίνονται µεταξύ της ενδο-οµάδας (δηλαδή της οµάδας στην οποία ανήκει το άτοµο) και άλλων σχετικών εξω-οµάδων, στις οποίες δεν ανήκει το άτοµο. Το αποτέλεσµα της σύγκρισης µεταξύ της ενδο-οµάδας και της εξω-οµάδας καθορίζει κατά πόσον η κοινωνική ταυτότητα θα είναι θετική (αν το αποτέλεσµα της σύγκρισης είναι ευνοϊκό για την ενδο-οµάδα), ή αρνητική (αν το αποτέλεσµα της σύγκρισης είναι δυσµενές για την ενδο-οµάδα). 3) Κατά συνέπεια, η ενδο-οµαδική εύνοια, δηλαδή η τάση να ευνοείται η ενδο-οµάδα (και παράλληλα, αν και όχι απαραίτητα, να µειώνεται η εξω-οµάδα), είναι µια διαδικασία που συµβάλει στη διατήρηση ή και την εξύψωση της κοινωνικής ταυτότητας του ατόµου. 4) Τα µέλη των οµάδων που βιώνουν µια αρνητική κοινωνική ταυτότητα, είτε θα εγκαταλείψουν την ενδο-οµάδα και θα επιδιώξουν να γίνουν µέλη µιας εξωοµάδας που θα τους προσδώσει θετική κοινωνική ταυτότητα, είτε θα επιδιώξουν µε κάποιο τρόπο κάποια θετική διάκριση της ενδο-οµάδας σε σχέση µε την εξω-οµάδα. Όπως είναι σε όλους φανερό, οι διοµαδικές σχέσεις συνήθως χαρακτηρίζονται από µια ασυµµετρία όσον αφορά την κατανοµή των οικονοµικών πόρων, του κύρους και της ισχύος. Σύµφωνα λοιπόν µε τη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, τα µέλη της οµάδας που σε µια ασύµµετρη διοµαδική σχέση κατέχει τη χαµηλότερη θέση θα νιώσουν την κοινωνική τους ταυτότητα να απειλείται και θα προσπαθήσουν να την αποκαταστήσουν µε διάφορους τρόπους. Στο πλαίσιο αυτό, η ενδο-οµαδική εύνοια θεωρείται αποτέλεσµα της προσπάθειας για τη διατήρηση ή την εξύψωση της

10 κοινωνικής ταυτότητας της οµάδας, αλλά όπως θα δούµε παρακάτω, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να οδηγηθεί η οµάδα στο επιθυµητό αποτέλεσµα. Η κοινωνική ταυτότητα και οι διοµαδικές σχέσεις (βλ. Hogg & Vaughan, 2010, σελ. 518-521). Η προσέγγιση της κοινωνικής ταυτότητας αρχικά θεµελιώθηκε σε µια προσπάθεια για την ερµηνεία της διοµαδικής σύγκρουσης και της κοινωνικής αλλαγής αυτή ήταν η αρχική θεωρία κοινωνικής ταυτότητας του Tajfel (Tajfel, 1974 Tajfel & Turner, 1979). Κατά την αναζήτηση θετικής κοινωνικής ταυτότητας, οι οµάδες και τα άτοµα µπορούν να υιοθετήσουν µια σειρά από διαφορετικές στρατηγικές, η επιλογή των οποίων καθορίζεται από τις πεποιθήσεις των ανθρώπων για τη φύση των σχέσεων µεταξύ των δικών τους και των άλλων οµάδων. Η επιλογή της στρατηγικής διαχείρισης της κοινωνικής ταυτότητας είναι συνάρτηση της αντίληψης των µελών µιας οµάδας αναφορικά µε το «κοινωνικό κλίµα» που χαρακτηρίζει τη διοµαδική κατάσταση. Η αντίληψη του κοινωνικού κλίµατος εξαρτάται από την εκτίµηση τριών παραγόντων (κοινωνικο-δοµικές µεταβλητές): 1) της διαπερατότητας των ορίων µεταξύ ενδο-οµάδας και εξω-οµάδας 2) της σταθερότητας της θέσης της ενδο-οµάδας στο ορατό µέλλον 3) της νοµιµότητας του συστήµατος κατανοµής των θέσεων

11 ιάγραµµα Θεωρία κοινωνικής ταυτότητας: οµές πεποιθήσεων και στρατηγικές για τη βελτίωση της κοινωνικής ταυτότητας Σύστηµα πεποιθήσεων Τύπος στρατηγικής για τη βελτίωση της κοινωνικής ταυτότητας Συγκεκριµένες τακτικές Κοινωνική κινητικότητα (όρια διαπερατά) Ατοµική κινητικότητα «Έξοδος» και «πέρασµα»: αφοµοίωση στην οµάδα υψηλού status Νέες διαστάσεις διοµαδικής σύγκρισης Έλλειψη γνωστικών εναλλακτικών (Υψ. Σταθ. Νοµ.) Κοινωνική δηµιουργικότητα Επαναπροσδιορισµός της αξίας των υπαρχουσών διαστάσεων Κοινωνική αλλαγή (όρια µη διαπερατά) Σύγκριση µε διαφορετικές εξωοµάδες Γνωστικές εναλλακτικές (Χαµ. Σταθ. Νοµ.) Κοινωνικός ανταγωνισµός ραστηριότητα κοινωνικών δικαιωµάτων, πολιτικής τροµοκρατία, επανάσταση, κ.λπ. άσκηση πίεσης, πόλεµος Αυτές οι πεποιθήσεις, που µπορεί να είναι ή να µην είναι σύµφωνες µε την πραγµατικότητα των διοµαδικών σχέσεων (είναι ιδεολογικές κατασκευές), στηρίζονται καταρχήν στο αν είναι δυνατόν, κάποιος ως άτοµο, να «περάσει» από µια οµάδα χαµηλότερου status και να κερδίσει την αποδοχή σε µια οµάδα υψηλότερου status. Ένα σύστηµα πεποιθήσεων κοινωνικής κινητικότητας αναστέλλει την οµαδική δράση από την πλευρά των υποδεέστερων οµάδων και, αντίθετα, ενθαρρύνει τα άτοµα να αποσυνδέσουν τους εαυτούς τους από την οµάδα και να προσπαθήσουν να κερδίσουν αποδοχή για τους εαυτούς τους και την άµεση οικογένειά τους εντός της κυρίαρχης οµάδας. Η πεποίθηση στην κοινωνική κινητικότητα τηρείται µε ευλάβεια στα υτικά δηµοκρατικά πολιτικά συστήµατα.

12 Όπου τα άτοµα πιστεύουν ότι τα διοµαδικά όρια είναι αδιαπέραστα στο οποιοδήποτε «πέρασµα», υπάρχει ένα σύστηµα πεποιθήσεων κοινωνικής αλλαγής (π.χ. το σύστηµα κάστας των Ινδουιστών στην Ινδία). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η θετική κοινωνική ταυτότητα µπορεί να επιτευχθεί µόνο µέσα από µορφές οµαδικής δράσης, και το είδος της δράσης επηρεάζεται από το αν η καθεστηκυία τάξη πραγµάτων (η υπάρχουσα ιεραρχία status και ισχύος) γίνεται αντιληπτή ως ασφαλής ή επισφαλής. Αν το status quo θεωρείται σταθερό, νόµιµο και άρα ασφαλές, είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς µια εναλλακτική κοινωνική δοµή (δηλαδή, δεν υπάρχουν γνωστικές εναλλακτικές), πόσο µάλλον ένα µονοπάτι προς την πραγµατική κοινωνική αλλαγή. Οι οµάδες τείνουν να υιοθετούν στρατηγικές κοινωνικής δηµιουργικότητας: Μπορούν να επιδοθούν σε διοµαδικές συγκρίσεις πάνω σε πρωτότυπες ή ανορθόδοξες διαστάσεις που τείνουν να ευνοούν την υποδεέστερη οµάδα. Για παράδειγµα, ο Lemaine (1966, 1974) έβαλε παιδιά να εµπλακούν σε έναν διοµαδικό διαγωνισµό για την κατασκευή της καλύτερης καλύβας και βρήκε ότι οι οµάδες στις οποίες είχαν δοθεί χειρότερα υλικά κατασκευής, και εποµένως δεν είχαν δυνατότητα να νικήσουν, προχώρησαν δίνοντας έµφαση στο πόσο καλό κήπο είχαν κάνει. Μπορούν να αποπειραθούν να αλλάξουν τη συναινετική αξία που προσδίδεται στα ενδο-οµαδικά χαρακτηριστικά (π.χ. µέσα από το σλόγκαν «το µαύρο είναι όµορφο»). Μπορούν να συγκρίνουν τους εαυτούς τους µε άλλες οµάδες χαµηλού ή χαµηλότερου status (π.χ. «o ρατσισµός των φτωχών-λευκών») Όπου η κοινωνική αλλαγή συνδέεται µε την αναγνώριση ότι το status quo δεν είναι νόµιµο και είναι ασταθές, και εποµένως επισφαλές, και όπου υπάρχουν γνωστικές εναλλακτικές (δηλαδή, µπορούν να νοηθούν και να επιτευχθούν εναλλακτικές κοινωνικές δοµές), τότε εµφανίζεται άµεσος κοινωνικός ανταγωνισµός δηλαδή, άµεση διοµαδική σύγκρουση (π.χ. πολιτική δράση, συλλογική διαµαρτυρία, επαναστάσεις, πόλεµος). Τα κοινωνικά κινήµατα συστηµατικά αναδύονται κάτω από τέτοιες συνθήκες (π.χ. Klandermans, 1997). Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας, ως η µακρο-κοινωνική διάσταση της προσέγγισης της κοινωνικής ταυτότητας, έχει ελεγχθεί επιτυχώς σε µια σειρά εργαστηριακών και νατουραλιστικών πλαισίων.

13 (Από Χαντζή, Α. (2006), Κοινωνικά στερεότυπα και διοµαδικές σχέσεις. Στο Σ. Παπαστάµου (Επιµ.), Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία, τόµος β, σελ. 241-244): Μετά την αρχική διατύπωση της Θεωρίας της Κοινωνικής Ταυτότητας, προτάθηκαν και διάφορες άλλες στρατηγικές και έγιναν κάποιες προσπάθειες µιας πιο «τυπικής» ταξινόµησης των στρατηγικών διαχείρισης της κοινωνικής ταυτότητας. Μια τέτοια ταξινόµηση πρότειναν οι Blanz, Mummendey, Mielke, Klink (1998), χρησιµοποιώντας δύο βασικές διαστάσεις, τις οποίες θεώρησαν ορθογώνιες µεταξύ τους. Με βάση την πρώτη διάσταση, που αφορά το στόχο της αλλαγής, οι στρατηγικές είναι ή ατοµικές, αν οι αποκρίσεις-αντιδράσεις στοχεύουν στη βελτίωση της θέσης ενός µέλους της οµάδας (π.χ. αν κάποιος συµβασιούχος προσπαθήσει από µόνος του να µονιµοποιηθεί), ή συλλογικές, αν στοχεύουν στη βελτίωση της θέσης της οµάδας στο σύνολό της (π.χ. αν οι συµβασιούχοι προσπαθήσουν να µονιµοποιηθούν ως οµάδα). Με βάση τη δεύτερη διάσταση, που αφορά τον τρόπο αντίδρασης-απόκρισης, οι στρατηγικές είναι ή συµπεριφορικές, αν υιοθετούνται έµπρακτες αποκρίσειςαντιδράσεις για την πραγµατική βελτίωση της θέσης της οµάδας (π.χ. αν οι συµβασιούχοι αγωνιστούν να µονιµοποιηθούν), ή γνωστικές, αν υιοθετούνται γνωστικές αποκρίσεις-αντιδράσεις για την «ψυχολογική» βελτίωση της θέσης της οµάδας (π.χ. αν οι συµβασιούχοι µειώσουν γνωστικά την αξία της µονιµοποίησης).

14 Στόχος Αλλαγής Ατοµικές Συλλογικές Τρόπος Απόκρισης Συµπεριφορικές (α) Ατοµική κινητικότητα (β) Αφοµοίωση Εξατοµίκευση (α) ανταγωνισµός (β) ανταγωνισµός Κοινωνικός Ρεαλιστικός (α) Επαναξιολόγηση διάστασης σύγκρισης (β) Νέα διάσταση σύγκρισης (γ) νέα οµάδα σύγκρισης Γνωστικές (δ) Επανακατηγοριοποίηση σε ανώτερο επίπεδο (ε) Επανακατηγοριοποίηση σε κατώτερο επίπεδο (στ) Χρονική σύγκριση (ζ) Σύγκριση µε σταθερές (standards) Σύµφωνα µε αυτή την ταξινόµηση, υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες στρατηγικών: 1. Ατοµικές/συµπεριφορικές: (α) ατοµική κινητικότητα (βλ. παραπάνω), (β) αφοµοίωση (προσπάθεια από κάποια µέλη της χαµηλής θέσης ενδο-οµάδας να µοιάσουν στα µέλη της υψηλότερης θέσης εξω-οµάδας ώστε να αφοµοιωθούν και να µην ξεχωρίζουν) 2. Ατοµικές/γνωστικές: (α) εξατοµίκευση (προσπάθεια από κάποια µέλη της χαµηλής θέσης ενδο-οµάδας να διαχωρίσουν γνωστικά τη θέση τους από τα υπόλοιπα µέλη, τονίζοντας την προσωπική τους ταυτότητα, π.χ. «εγώ δεν είµαι σαν τους άλλους συµβασιούχους») 3. Συλλογικές/συµπεριφορικές: (α) κοινωνικός ανταγωνισµός (τα µέλη της χαµηλής θέσης ενδο-οµάδας αγωνίζονται για θετικότερη αξιολόγηση της οµάδας τους, π.χ. «εµείς οι

15 συµβασιούχοι θα δείξουµε στους µόνιµους υπαλλήλους ότι είµαστε πιο αποτελεσµατικοί από αυτούς») (β) ρεαλιστικός ανταγωνισµός (τα µέλη της χαµηλής θέσης ενδο-οµάδας αγωνίζονται για την απόκτηση περισσότερων πόρων, π.χ. «εµείς οι συµβασιούχοι θα διεκδικήσουµε να προσληφθούµε κατά προτεραιότητα»). 4. Συλλογικές/γνωστικές: (α) επαναξιολόγηση της διάστασης σύγκρισης (τα µέλη της χαµηλής θέσης ενδοοµάδας αντιστρέφουν την αξιολόγησή τους αναφορικά µε τη διάσταση σύγκρισης βάσει της οποίας είναι σε δυσµενή θέση, π.χ. οι συµβασιούχοι µειώνουν ή αρνούνται την αξία της µονιµότητας) (β) νέα διάσταση σύγκρισης (επιλογή διάστασης σύγκρισης ως προς την οποία η ενδο-οµάδα υπερτερεί της εξω-οµάδας, π.χ. «εµείς οι συµβασιούχοι είµαστε νεότεροι και δεν έχουµε αποτελµατωθεί») (γ) νέα οµάδα σύγκρισης (επιλογή εξω-οµάδας σύγκρισης µε χαµηλότερη θέση από την ενδο-οµάδα, π.χ. οι συµβασιούχοι µπορεί να επιλέξουν να συγκριθούν µε τους ανέργους) (δ) επανα-κατηγοριοποίηση σε ανώτερο επίπεδο (τα µέλη της ενδο-οµάδας και της εξω-οµάδας επαναπροσδιορίζονται σε ένα ανώτερο επίπεδο κατηγοριοποίησης ως µια οµάδα που επιδιώκει να αποκτήσει θετική διάκριση σε σχέση µε κάποια άλλη πλέον εξω-οµάδα, π.χ. τόσο οι συµβασιούχοι όσο και µόνιµοι επαναπροσδιορίζονται ως δηµόσιοι υπάλληλοι σε αντιδιαστολή µε τα στελέχη των πολυεθνικών που απολαµβάνουν ανώτερους µισθούς) (ε) επανα-κατηγοριοποίηση σε κατώτερο επίπεδο (η ενδο-οµάδα «διασπάται γνωστικά» σε υποοµάδες µε διαφορετική θέση, π.χ. συµβασιούχοι µέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, και έτσι οι ανώτερης εκπαίδευσης αισθάνονται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση µε αυτούς της µέσης). 5. Εκτός από τις παραπάνω, που αποτελούν στρατηγικές κοινωνικής δηµιουργικότητας, οι Blanz et al (1998) ενέταξαν σ αυτήν την κατηγορία και δυο άλλες στρατηγικές: (στ) χρονική σύγκριση (σύγκριση της οµάδας µε τον εαυτό της σε άλλη χρονική στιγµή, π.χ. «τώρα είµαστε συµβασιούχοι εργαζόµενοι ενώ πριν ήµασταν άνεργοι»)

16 (ζ) σύγκριση µε σταθερές (standards) (σύγκριση της οµάδας όχι µε άλλη οµάδα, αλλά µε κοινωνικά αποδεκτές σταθερές, δηλ. στόχους, αξίες, νόρµες, π.χ. «οι συµβασιούχοι καλύπτουν ανάγκες και παρέχουν σηµαντικές υπηρεσίες»). Οι Blanz et al (1998) σχεδίασαν µια έρευνα µε σκοπό τη µελέτη των στρατηγικών διαχείρισης της κοινωνικής ταυτότητας, ισχυριζόµενοι ότι οι «Ανατολικογερµανοί» πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν οµάδα χαµηλότερης θέσης σε σχέση µε τους «υτικογερµανούς» ακόµα και στο πλαίσιο της ενοποιηµένης Γερµανίας. Βάσει των αποτελεσµάτων της έρευνάς τους, που δεν επιβεβαίωσαν πλήρως την αρχικά προτεινόµενη ταξινόµηση, κατέληξαν σε µια άλλη ταξινόµηση, όπου αντικατέστησαν την πρώτη διπολική διάσταση (ατοµικές συλλογικές στρατηγικές) µε µια µεταβλητή που αντανακλά την αλλαγή των παραµέτρων σύγκρισης και έχει τρία επίπεδα: (α) ούτε η ενδο-οµάδα ούτε η εξω-οµάδα αλλάζει, (β) η ενδο-οµάδα δεν αλλάζει και αλλάζει η εξω-οµάδα, (γ) τόσο η ενδο-οµάδα όσο και η ενδο-οµάδα αλλάζουν. Σε συνδυασµό µε την δεύτερη διπολική διάσταση (συµπεριφορικές γνωστικές στρατηγικές) κατέληξαν σε µια 3 x 2 ταξινόµηση: 1. Συµπεριφορικές στρατηγικές όπου ούτε η ενδο-οµάδα ούτε η εξω-οµάδα αλλάζει, οι οποίες στοχεύουν στην αλλαγή της ασύµµετρης σχέσης status µεταξύ ενδοοµάδας και εξω-οµάδας (κοινωνικός ανταγωνισµός, ρεαλιστικός ανταγωνισµός), 2. Γνωστικές στρατηγικές όπου ούτε η ενδο-οµάδα ούτε η εξω-οµάδα αλλάζει, οι οποίες στοχεύουν στην αλλαγή της διάστασης σύγκρισης (επαναξιολόγηση της διάστασης σύγκρισης, νέα διάσταση σύγκρισης), 3. Συµπεριφορικές στρατηγικές όπου η ενδο-οµάδα δεν αλλάζει και αλλάζει η εξω-οµάδα, οι οποίες στοχεύουν στη συµπεριφορική αλλαγή του αντικειµένου σύγκρισης, 4. Γνωστικές στρατηγικές όπου η ενδο-οµάδα δεν αλλάζει και αλλάζει η εξωοµάδα, οι οποίες στοχεύουν στη γνωστική αλλαγή του αντικειµένου σύγκρισης (νέα οµάδα σύγκρισης, χρονική σύγκριση, σύγκριση µε σταθερές), 5. Συµπεριφορικές στρατηγικές όπου τόσο η ενδο-οµάδα όσο και η ενδοοµάδα αλλάζουν, οι οποίες στοχεύουν στην αλλαγή οµάδας υπαγωγής (ατοµική κινητικότητα, αφοµοίωση),

17 Αλλαγή παραµέτρων σύγκρισης ενδο-οµάδα αλλάζει/ δεν ενδο-οµάδα δεν αλλάζει/ ενδο-οµάδα αλλάζει/ εξω-οµάδα αλλάζει δεν εξω-οµάδα αλλάζει εξω-οµάδα αλλάζει αλλαγή ασύµµετρης σχέσης status της συµπεριφορική αλλαγή του αντικειµένου σύγκρισης αλλαγή υπαγωγής οµάδας Συµπεριφορικές 1. κοινωνικός ανταγωνισµός 1.ατοµική κινητικότητα Τρόπος απόκρισης 2. ρεαλιστικός ανταγωνισµός αλλαγή διάστασης σύγκρισης της γνωστική αλλαγή του αντικειµένου σύγκρισης 2.αφοµοίωση αλλαγή της κατηγοριοποίησης Γνωστικές 1.επαναξιολόγηση της διάστασης σύγκρισης 2.νέα διάσταση σύγκρισης 1.νέα οµάδα σύγκρισης 2.χρονική σύγκριση 3.σύγκριση µε σταθερές 1.εξατοµίκευση, 2.επανακατηγοριοποίηση σε ανώτερο επίπεδο 3.επανακατηγοριοποίηση σε κατώτερο επίπεδο 6. Γνωστικές στρατηγικές όπου τόσο η ενδο-οµάδα όσο και η ενδο-οµάδα αλλάζουν, οι οποίες στοχεύουν στην αλλαγή της κατηγοριοποίησης (εξατοµίκευση, επανα-κατηγοριοποίηση σε ανώτερο επίπεδο, επανακατηγοριοποίηση σε κατώτερο επίπεδο).

18 Η Θεωρία Αυτο-κατηγοριοποίησης (ΘΑΚ) Από Χαντζή, Α. (υπό δηµοσίευση) Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο John Turner και οι συνεργάτες του (Turner, 1985, Turner et al. 1987), θεωρητικοί και ερευνητές της Θεωρίας της Κοινωνικής Ταυτότητας, έθεσαν ένα καίριο ερώτηµα που δεν είχε απαντηθεί από τη Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας. Ποιες είναι οι διαδικασίες µέσω των οποίων οι άνθρωποι οδηγούνται να αντιληφθούν τους εαυτούς τους µε όρους κοινωνικών κατηγοριών; Με άλλα λόγια, µέσω ποιών διαδικασιών αποκτούν οι κοινωνικές κατηγορίες ψυχολογική οντότητα; Η Θεωρία της Αυτο-Κατηγοριοποίησης (βλ. επίσης Hogg & McGarty, 1990, Oakes, Haslam & Turner, 1994) στηρίζεται στις βασικές έννοιες της κοινωνικής κατηγοριοποίησης και της κοινωνικής ταυτότητας και «ασχολείται µε τις προϋποθέσεις, τη φύση και τις συνέπειες της ψυχολογικής διαµόρφωσης της οµάδας: (δηλαδή) πώς ένα σύνολο ατόµων οδηγούνται να ορίσουν και να νιώσουν τους εαυτούς τους ως κοινωνική οµάδα και πώς η κοινή οµαδική υπαγωγή επηρεάζει τη συµπεριφορά τους;» (Turner, 1985, σελ. 78). Κεντρική θέση στη Θεωρία της Αυτο-Κατηγοριοποίησης κατέχει η γνωστική διαδικασία της κατηγοριοποίησης, η οποία χαρακτηρίζεται από την αρχή της επίτασης: η κατηγοριοποίηση οδηγεί στην επίταση τόσο των οµοιοτήτων µεταξύ των ερεθισµάτων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, όσο και των διαφορών µεταξύ των ερεθισµάτων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες. Η επίταση των οµοιοτήτων εντός, και των διαφορών µεταξύ, κατηγοριών αφορούν εκείνες τις διαστάσεις που είναι σχετικές µε την κατηγοριοποίηση, τα δε ερεθίσµατα τα οποία υφίστανται κατηγοριοποίηση µπορεί να είναι φυσικά αντικείµενα ή άτοµα. Η Θεωρία της Αυτο-Κατηγοριοποίησης ξεκινά µε την παραδοχή ότι η αυτοαντίληψη αντανακλά την αυτο-κατηγοριοποίηση, δηλαδή τη γνωστική διαδικασία κατάταξης του εαυτού σε µια κατηγορία µε βάση τις οµοιότητές του µε αυτούς που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία και τις διαφορές του από αυτούς που ανήκουν σε άλλες κατηγορίες. Η θεωρία προβλέπει τρία επίπεδα αφαίρεσης στην αυτο-κατηγοριοποίηση, που το καθένα περιλαµβάνει τα προηγούµενα.

19 Το υποτεταγµένο (subordinate) επίπεδο, είναι το διαπροσωπικό επίπεδο, όπου ο εαυτός εκλαµβάνεται ως άτοµο, και εκφράζει την προσωπική ταυτότητα. Το ενδιάµεσο επίπεδο, είναι το διοµαδικό επίπεδο, όπου ο εαυτός εκλαµβάνεται ως µέλος µιας οµάδας, και εκφράζει την κοινωνική ταυτότητα. Τέλος, το υπερτεταγµένο (superordinate) επίπεδο, είναι το επίπεδο της ανθρωπότητας, όπου ο εαυτός εκλαµβάνεται ως ανθρώπινο ον, και εκφράζει την ανθρώπινη ταυτότητα. Το επίπεδο αυτο-κατηγοριοποίησης εξαρτάται από το πλαίσιο. Η ίδια διάσταση, π.χ. αλτρουϊστής, µπορεί να λειτουργήσει ως βάση αυτοκατηγοριοποίησης, στο διαπροσωπικό, στο διοµαδικό ή στο επίπεδο της ανθρωπότητας, δηλαδή να ενεργοποιήσει την προσωπική, την κοινωνική ή την ανθρώπινη ταυτότητα, ανάλογα µε το πλαίσιο (βλ. Oakes et al., 1994, σελ. 95). Πώς όµως διαµορφώνονται οι κατηγορίες; Σύµφωνα µε την αρχή της µετα-αντίθεσης, ένα σύνολο αντικειµένων θα αποτελέσει κατηγορία, αν οι διαφορές µεταξύ των αντικειµένων αυτού του συνόλου είναι µικρότερες από τις διαφορές µεταξύ αυτού του συνόλου και άλλων συνόλων, σε ένα συγκεκριµένο πλαίσιο σύγκρισης. Με άλλα λόγια "οι κατηγορίες διαµορφώνονται έτσι ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι διαφορές µεταξύ τους είναι µεγαλύτερες από τις διαφορές εντός τους" (Oakes et al., 1994, σελ. 96). Η έννοια της µετα-αντίθεσης εκφράζεται µε το λόγο µετα-αντίθεσης που προκύπτει από τη διαίρεση της µέσης διαφοράς µεταξύ δυο κατηγοριών µε τη µέση διαφορά εντός της µιας κατηγορίας. Όσο µεγαλύτερος είναι αυτός ο λόγος, τόσο πιθανότερο είναι τα µέλη της κατηγορίας να εκληφθούν µε όρους της κατηγορίας. Για παράδειγµα, αν σε ένα δεδοµένο πλαίσιο σύγκρισης (π.χ. συνέλευση της Σχολής Θετικών Επιστηµών) οι διαφορές µεταξύ µαθηµατικών και βιολόγων είναι µεγαλύτερες από τις διαφορές εντός των µαθηµατικών (ή των βιολόγων), οι µαθηµατικοί (ή οι βιολόγοι) θα προσληφθούν µε όρους της ειδικότητάς τους. Σε ένα άλλο πλαίσιο σύγκρισης (π.χ. συνέλευσης της Συγκλήτου του Πανεπιστηµίου) αν οι διαφορές µεταξύ θετικών και θεωρητικών επιστηµόνων είναι µεγαλύτερες από τις διαφορές εντός των θετικών (ή των θεωρητικών) επιστηµόνων, οι θετικοί (ή οι θεωρητικοί) επιστήµονες θα εκληφθούν µε όρους του ευρύτερου επιστηµονικού τους πεδίου. Είναι φανερό ότι οι µαθηµατικοί και οι βιολόγοι, στο ένα πλαίσιο ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, ενώ στο άλλο ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Με άλλα λόγια, η κατηγοριοποίηση δεν εξαρτάται µόνο από τα χαρακτηριστικά των υπό

20 κατηγοριοποίηση ερεθισµάτων, αλλά κυρίως από το συγκριτικό πλαίσιο στο οποίο γίνεται. Η αρχή της µετα-αντίθεσης χρησιµεύει επίσης και για τον ορισµό της πρωτοτυπικότητας των µελών µιας κατηγορίας. Όσο λιγότερο διαφέρει ένα µέλος από τα άλλα µέλη της κατηγορίας και όσο πιο πολύ διαφέρει από τα µέλη των άλλων κατηγοριών, τόσο πιο πολύ θεωρείται αυτό το µέλος ως πρωτοτυπικό της κατηγορίας. Με άλλα λόγια το πρωτοτυπικό µέλος µιας οµάδας δεν φτάνει µόνο να συγκεντρώνει τα κοινά χαρακτηριστικά των µελών της ενδοοµάδας, πρέπει παράλληλα να εκπροσωπεί και εκείνα τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την ενδοοµάδα από την εξωοµάδα. Μέχρι τώρα εξετάσαµε τις αρχές βάσει των οποίων διαµορφώνονται οι κατηγορίες. Πώς όµως καθίστανται αυτές οι κατηγορίες ευκρινείς σε ένα δεδοµένο πλαίσιο; Σύµφωνα µε τη Θεωρία της Αυτο-Κατηγοριοποίησης, η ευκρίνεια µιας κατηγορίας είναι συνάρτηση του βαθµού στον οποίο η κατηγορία είναι προσβάσιµη (δηλαδή του βαθµού ετοιµότητας του ατόµου να χρησιµοποιήσει αυτή την κατηγορία, βάσει των προθέσεών του στο συγκεκριµένο πλαίσιο και των προηγούµενων εµπειριών του) και του βαθµού στον οποίο η κατηγορία ταιριάζει µε την πραγµατικότητα (δηλαδή του βαθµού στον οποίο τα ερεθίσµατα ταιριάζουν µε τις προδιαγραφές της κατηγορίας στο δεδοµένο πλαίσιο) (Oakes et al., 1994, σελ. 97). Η κατηγοριοποίηση λοιπόν στηρίζεται στην συγκριτική αξιολόγηση των διαφορών µεταξύ και εντός κατηγοριών. Όµως για να είναι εφικτή η σύγκριση µεταξύ δυο κατηγοριών, αυτές οι κατηγορίες πρέπει να ανήκουν σε µια κοινή υπερτεταγµένη κατηγορία, αλλιώς η σύγκριση δεν θα είχε νόηµα. Για παράδειγµα, η σύγκριση µεταξύ ανθρώπων και ζώων έχει νόηµα µόνον επειδή και οι δυο κατηγορίες ανήκουν στην υπερτεταγµένη κατηγορία των έµβιων όντων. Έτσι οι κατηγοριοποιήσεις σε κάποιο επίπεδο αφαίρεσης (µαθηµατικοί - βιολόγοι) στηρίζονται σε συγκρίσεις µεταξύ κατηγοριών που συνυπάρχουν σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης (θετικοί επιστήµονες). Με τον ίδιο τρόπο, η προσωπική ταυτότητα εξαρτάται από την κοινωνική ταυτότητα. Για παράδειγµα, το πώς θα αντιληφθούν τις διαπροσωπικές τους διαφορές δυο άτοµα (π.χ. δυο Ελληνίδες γυναίκες) εξαρτάται από το διοµαδικό πλαίσιο που καθορίζει µέσα σε ποια κατηγορία θα γίνει η σύγκριση (π.χ. αν το διοµαδικό πλαίσιο είναι άνδρες - γυναίκες, η µια µπορεί να θεωρηθεί λιγότερο συναισθηµατική από την άλλη, γιατί η διαφοροποίηση γίνεται εντός της κατηγορίας

21 γυναίκες, ενώ αν το διοµαδικό πλαίσιο είναι Έλληνες - ξένοι, η µια µπορεί να θεωρηθεί περισσότερο φιλόξενη από την άλλη, γιατί η διαφοροποίηση γίνεται εντός τις κατηγορίας Ελληνίδες). Πότε γίνεται η αυτο-κατηγοριοποίηση σε διαπροσωπικό και πότε σε διοµαδικό επίπεδο, δηλαδή πότε ενεργοποιείται η προσωπική και πότε η κοινωνική ταυτότητα; Βάσει της αρχής της µετα-αντίθεσης, η αυτο-κατηγοριοποίηση γίνεται σε διαπροσωπικό επίπεδο, όταν µειώνοται οι διοµαδικές διαφορές και αυξάνονται οι ενδοοµαδικές διαφορές (δηλαδή όταν µειώνεται ο λόγος µετα-αντίθεσης), οπότε και ενεργοποιείται η προσωπική ταυτότητα, ενώ η αυτο-κατηγοριοποίηση γίνεται σε διοµαδικό επίπεδο, όταν αυξάνονται οι διοµαδικές διαφορές και µειώνονται οι ενδοοµαδικές διαφορές (δηλαδή όταν αυξάνεται ο λόγος µετα-αντίθεσης), οπότε και ενεργοποιείται η κοινωνική ταυτότητα. Σύµφωνα µε τη Θεωρία της Αυτο-Κατηγοριοποίησης, το κατάλληλο επίπεδο αυτο-κατηγοριοποίησης στο συνεχές µεταξύ προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας υπαγορεύεται από το εκάστοτε πλαίσιο, που άλλοτε καθιστά ευκρινή την προσωπική και άλλοτε την κοινωνική ταυτότητα. Η αυτο-κατηγοριοποίηση στο κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή η ενεργοποίηση της κοινωνικής ταυτότητας, οδηγεί σε αποπροσωποποίηση της αυτο-αντίληψης του ατόµου και καθιστά εφικτή την οµαδική συµπεριφορά. Σ' αυτή τη θεωρία ο όρος αποπροσωποποίηση δεν έχει αρνητική έννοια, δηλαδή δεν σηµαίνει απώλεια της ταυτότητας, αλλά σηµαίνει µετακίνηση από την προσωπική στην κοινωνική ταυτότητα. Επίσης σηµαίνει «αυτοστερεοτυποποίηση, δηλαδή αντίληψη αυξηµένης ταύτισης µεταξύ του εαυτού και των µελών της ενδοοµάδας και αυξηµένης διαφοράς από τα µέλη της εξωοµάδας» (Oakes et al., 1994, σελ. 100). Με άλλα λόγια, η ενεργοποίηση της κοινωνικής ταυτότητας σηµαίνει αντίληψη του εαυτού ως πρωτοτυπικού µέλους της οµάδας πράγµα που οδηγεί σε οµαδική συµπεριφορά. Από τα παραπάνω καθίσταται φανερή η στενή σχέση της Θεωρίας της Αυτο-Κατηγοριοποίησης µε τη Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας. Όµως, όπως επισηµαίνει ο Turner (βλ. Turner et al., 1987) οι δυο θεωρίες διαφέρουν σε δυο βασικά σηµεία. (α) Ενώ η Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας θεωρεί την κοινωνική ταυτότητα ως εκείνες τις όψεις της αυτο-εικόνας ενός ατόµου που προέρχονται από τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες το άτοµο θεωρεί ότι ανήκει, η Θεωρίας της

22 Αυτο-Κατηγοριοποίησης θεωρεί την κοινωνική ταυτότητα ως µηχανισµό που καθιστά εφικτή την οµαδική συµπεριφορά. (β) Επιπλέον, ενώ Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας στην ουσία εξετάζει µόνο την κοινωνική ταυτότητα και θεωρεί την ατοµική και την οµαδική συµπεριφορά ως τα δυο άκρα ενός συνεχούς, η Θεωρίας της Αυτο-Κατηγοριοποίησης δίνει έµφαση τόσο στην προσωπική όσο και στην κοινωνική ταυτότητα θεωρώντας την ατοµική και την οµαδική συµπεριφορά ως εκφράσεις του εαυτού που λειτουργεί σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης. Ο εαυτός και η κοινωνική ταυτότητα Πηγές: Ellemers, N., Spears, R., & Doosje, B. (2002). Self and social identity. Annual Review of Psychology, 53, 161-186. Η Ellemers και οι συνεργάτες της (2002) χρησιµοποιώντας τη Θεωρία της Κοινωνικής Ταυτότητας (ΘΚΤ) και τη Θεωρία της Αυτο-κατηγοριοποίησης (ΘΑΚ) εστιάζουν στις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θέµατα που αφορούν τον εαυτό και την ταυτότητα επηρεάζονται από τις οµάδες στις οποίες ανήκουν τα άτοµα.. Βασικές αρχές (Α) Ο Προσωπικός έναντι του Συλλογικού Εαυτού Οι έννοιες του προσωπικού εαυτού και η προσωπική ταυτότητα έχουν χρησιµοποιηθεί σε µεγάλο βαθµό για την ερµηνεία της κοινωνικής συµπεριφοράς, ακόµα κι όταν το αντικείµενο µελέτης ήταν οι διαδικασίες στην οµάδα ή οι διοµαδικές σχέσεις. Για παράδειγµα, η συνοχή της οµάδας έχει θεωρηθεί ότι οφείλεται στους διαπροσωπικούς δεσµούς µεταξύ των µελών της, και η τάση προσεταιρισµού ή αποστασιοποίησης ενός ατόµου προς ή από µια οµάδα έχει αποδοθεί στην ωφελιµότητα ή µη της ιδιότητας του µέλους για το άτοµο. Οι υτικές κοινωνίες στις οποίες έχουν αναπτυχθεί οι περισσότερες από αυτές τις θεωρίες και έχουν διεξαχθεί οι αντίστοιχες έρευνες µπορούν να χαρακτηριστούν ως πολιτισµικά πλαίσια µε έντονη έµφαση στην προσωπική ταυτότητα και τα προσωπικά επιτεύγµατα (διακρίνονται από έµφαση στον ατοµικισµό). Όµως υπάρχει και ένας σηµαντικός αριθµός ερευνών που δείχνουν την ισχυρή επίδραση της κοινωνικής ταυτότητας των ανθρώπων πάνω στις αντιλήψεις, στα

23 συναισθήµατα και τις συµπεριφορές τους. Για παράδειγµα, έχει βρεθεί ότι µέλη αθλητικών οµάδων παίρνουν πάνω τους το φταίξιµο για την ήττα της οµάδας τους, ή ότι ακτιβιστές (π.χ. για το περιβάλλον ή τα δικαιώµατα των ζώων) µπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους υπερασπιζόµενοι αγώνες (ή αρχές) που πιθανόν να µην τους αποφέρουν κανένα άµεσο ορατό προσωπικό όφελος. Οι αγώνες που κάνουν οι άνθρωποι για να υπερασπιστούν την οµάδα τους και κατ επέκταση το συλλογικό εαυτό, δείχνουν ότι µάλλον ο συλλογικός εαυτός εξυπηρετεί και προάγει τον προσωπικό εαυτό. ηλ. υπάρχουν καταστάσεις όπου ο συλλογικός εαυτός και η κοινωνική ταυτότητα καθοδηγούν τις αντιληπτικές (γνωστικές), συναισθηµατικές και συµπεριφορικές αποκρίσεις/αντιδράσεις των ατόµων. Αλλά, αντί να προσπαθούν να δείξουν αν είναι πιο σηµαντικός ο προσωπικός ή ο συλλογικός εαυτός, οι Ellemers et al. (2002) θεωρούν πιο σηµαντικό να εντοπίσουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέχει ο προσωπικός έναντι του συλλογικού εαυτού και το αντίστροφο (δηλ. προέχει ο συλλογικός έναντι του προσωπικού εαυτού) και µε τι αποτέλεσµα. Σε αυτό τους το εγχείρηµα, χρησιµοποίησαν την ευρύτερη προσέγγιση της κοινωνικής ταυτότητας, που περιλαµβάνει τόσο τη ΘΚΤ όσο και τη ΘΑΚ. (Β) Η Κοινωνική Ταυτότητα και η έσµευση προς (Ταύτιση µε) την Οµάδα Εφόσον η αυτοαντίληψή µας περιέχει τόσο το συλλογικό όσο και τον προσωπικό εαυτό και εφόσον επιδιώκουµε να αποκτήσουµε ή να διατηρήσουµε µια θετική αυτοαντίληψή, εκ πρώτης όψεως, µπορεί να φαίνεται ότι οι διαδικασίες που σχετίζονται µε τη απόκτηση/διατήρηση θετικής αυτοαντίληψης µέσω του συλλογικού εαυτού ή µέσω του προσωπικού εαυτού είναι παρόµοιες (αφού έχουν τον ίδιο στόχο), µε τη µόνη διαφορά ότι οι πρώτες λαµβάνουν χώρα στο διοµαδικό επίπεδο, ενώ οι δεύτερες στο διαπροσωπικό επίπεδο (κατά τη ΘΑΚ). Όµως, ενώ ο προσωπικός εαυτός ορίζεται ως µια ενιαία και αδιάλειπτη (συνεχής) επίγνωση του ποιος είναι κάποιος (αναφορικά µε τα προσωπικά του χαρακτηριστικά έναντι των χαρακτηριστικών άλλων ατόµων), ο συλλογικός εαυτός έχει τόσες διακυµάνσεις όσες και οι οµάδες στις οποίες ανήκουµε. Ανήκουµε σε σηµαντικές και ξεκάθαρες οµάδες (π.χ. φοιτητές ψυχολογίας), αλλά και σε πιο αφηρηµένες και πιθανόν αµφίσηµες οµάδες (π.χ. πολίτες της Ε.Ε.). Εποµένως, ο συλλογικός εαυτός µπορεί να συνεισφέρει θετικά ή αρνητικά στην αυτοαντίληψη,

24 ανάλογα µε την οµάδα (κοινωνική ταυτότητα) που θα είναι ευκρινής στο δεδοµένο πλαίσιο τη δεδοµένη χρονική στιγµή ( π.χ. ως φοιτητές ψυχολογίας έναντι των φοιτητών κοινωνιολογίας, µπορεί να έχουµε θετική κοινωνική ταυτότητα, ενώ ως πολίτες της Ε.Ε. µπορεί να έχουµε αρνητική κοινωνική ταυτότητα, µε αντίστοιχες επιπτώσεις για την αυτοαντίληψή µας). Τα χαρακτηριστικά λοιπόν της εκάστοτε οµάδας επηρεάζουν το συλλογικό εαυτό (άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά), αλλά αυτό πιθανόν να διαφέρει από άτοµο σε άτοµο (εντός της ίδιας οµάδας), κάτι που εξαρτάται από το κατά πόσο θεωρεί ο καθένας τον εαυτό του υπό τους όρους της υπαγωγής του στην εκάστοτε οµάδα, δηλ. από το πόσο ισχυρούς δεσµούς νιώθει να έχει µε την οµάδα, δηλ. από τη δέσµευσή του προς (ή την ταύτισή του µε) την οµάδα. Έτσι εξηγείτε το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι επιδεικνύουν ισχυρή δέσµευση και δεν εγκαταλείπουν µια οµάδα ή και αγωνίζονται για µια οµάδα που προφανώς τους προσδίδει αρνητική κοινωνική ταυτότητα. Οι Ellemers et al. (2002) υποστηρίζουν ότι ο βαθµός δεύσµευσης/ταύτισης µε µια οµάδα καθορίζει το πώς τα χαρακτηριστικά, οι νόρµες και η τύχη/πορεία της οµάδας θα επηρεάσουν τις αντιληπτικές (γνωστικές), συναισθηµατικές και συµπεριφορικές αποκρίσεις/αντιδράσεις των ατόµων που ανήκουν σ αυτή την οµάδα. (Γ) Η Σηµασία του Κοινωνικού Πλαισίου Όπως έχουµε ήδη επισηµάνει, η κοινωνική ταυτότητα που προέρχεται από την υπαγωγή µας σε µια οµάδα (π.χ. Έλληνες), δεν είναι αµιγώς θετική ή αρνητική, αλλά εξαρτάται τόσο από την εξωοµάδα σύγκρισης όσο και από τη διάσταση σύγκρισης, δηλ. εξαρτάται από το κοινωνικό πλαίσιο. (1) Το κοινωνικό πλαίσιο µας παρέχει πληροφορίες για τη σχετική θέση κάποιου ατόµου στην οµάδα (αν είναι υψηλή παρέχει αίσθηση ασφάλειας ή και ανωτερότητας, και αν είναι χαµηλή αποτελεί απειλή για τον προσωπικό εαυτό), αλλά και για τη σχετική θέση της οµάδας (αν είναι υψηλή παρέχει αίσθηση ασφάλειας ή και ανωτερότητας, και αν είναι χαµηλή αποτελεί απειλή για το συλλογικό εαυτό). (2) Το κοινωνικό πλαίσιο αποτελεί µια κοινωνική πραγµατικότητα που είτε διευκολύνει είτε εµποδίζει τις προσπάθειες αντιµετώπισης (στρατηγικές διαχείρισης ταυτότητας) των παραπάνω απειλών. Όπως έχουµε ήδη πει, η διαπερατότητα, η σταθερότητα και η νοµιµότητα (κοινωνικο-δοµικές µεταβλητές)

25 αποτελούν παράγοντες του κοινωνικού πλαισίου που καθορίζουν τις στρατηγικές έναντι της απειλής προς την κοινωνική ταυτότητα. Συµπερασµατικά, το κοινωνικό πλαίσιο αποτελεί τόσο πηγή απειλής για την ταυτότητα, όσο και πηγή άντλησης δυνητικών στρατηγικών διαχείρισης της ταυτότητας. ( ) Θέµατα/Προβληµατισµοί Ταυτότητας και Κίνητρα για Αποκρίσεις: Μια ταξινόµηση Οι Ellemers et al. (2002) προτείνουν µια ταξινόµηση µε βάση το επίπεδο δέσµευσης/ταύτισης µε την οµάδα (χαµηλό υψηλό) και τις µεταβλητές του πλαισίου (καµιά απειλή, απειλή για το άτοµο, απειλή για την οµάδα), όπου κάθε συνθήκη εκπροσωπεί µια κατάσταση µε διαφορετικούς προβληµατισµούς ταυτότητας και κίνητρα για αντιληπτικές (γνωστικές), συναισθηµατικές και συµπεριφορικές αποκρίσεις/αντιδράσεις Το σκεπτικό στο οποίο στηρίχτηκαν ήταν το εξής: το κοινωνικό πλαίσιο µπορεί να αποτελέσει απειλή για το άτοµο ή την οµάδα και αυτό θα δηµιουργήσει κίνητρα για προσαρµοστικές αποκρίσεις. Όµως, οι επιπτώσεις της ύπαρξης (ή της απουσίας) απειλής και οι αντίστοιχες αποκρίσεις µπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα µε το επίπεδο δέσµευσης/ ταύτισης µε την οµάδα.

26 Θέµατα/Προβληµατισµοί Ταυτότητας και Κίνητρα για Αποκρίσεις του Συλλογικού Εαυτού: Μια ταξινόµηση έσµευση/ταύτιση µε την οµάδα Πλαίσιο Χαµηλή Υψηλή Έλλειψη Απειλής 1. 2. Προβληµατισµός: Ακρίβεια/Αποτελεσµατικότητα Κοινωνικό Νόηµα Κίνητρο: Μη-Εµπλοκή εαυτού Έκφραση Ταυτότητας Αποκρίσεις: Αντιληπτικές Ακρίβεια/Αποτελεσµατικότητα ιακριτότητα της ενδοοµάδας Αποκρίσεις: Συναισθηµατικές Αποκρίσεις: Συµπεριφορικές - Συλλογική αυτοεκτίµηση - Φιλοκοινωνική συµπεριφορά Απειλή προς το Άτοµο 3. 4. Προβληµατισµός: (ανεπιθύµητη) Κατηγοριοποίηση Αποκλεισµός Κίνητρο: Αυτο-Επιβεβαίωση Αποδοχή Αποκρίσεις: Αντιληπτικές Τονισµός ενδοοµαδικών διαφορών (ετερογένειας) Τονισµός ενδοοµαδικής οµοιογένειας Αποκρίσεις: Συναισθηµατικές Αποστροφή, Άρνηση Άγχος, Έλλειψη αυτοπεποίθησης, Θετική αξιολόγηση πρωτοτυπικών µελών Αποκρίσεις: Συµπεριφορικές Στερεοτυπική Απειλή Ενδοοµαδική εύνοια Πρωτοτυπική συµπεριφορά ανάλογα µε τις οµαδικές νόρµες Απειλή προς την Οµάδα 5. 6. Προβληµατισµός: Αξία (status) Ηθική αξία Α.Αξία (1. status ή 2. ηθική) Β. ιακριτότητα Κίνητρο: Ατοµική Κινητικότητα Επιβεβαίωση της οµάδας Αποκρίσεις: Αντιληπτικές Τονισµός ενδοοµαδικών διαφορών (ετερογένειας) Τονισµός ενδοοµαδικής οµοιογένειας, αυτοστερεοτυποποίηση Αυτόστερεοτυποποίηση Αποκρίσεις: Συναισθηµατικές Αρνητική διάθεση, Μειωµένη αυτοεκτίµηση Ενοχή 1.Εντονότερη αφοσίωση 2.Αµυντικές αποκρίσεις Μίσος, αποστροφή Αποκρίσεις: Συµπεριφορικές Ατοµική κινητικότητα Φιλοκοινωνική συµπεριφορά 1.Κοινωνικός ανταγωνισµός 2.Οικονοµική αποζηµίωση Ενδοοµαδική εύνοια Έκδηλη διάκριση

27 1. Έλλειψη Απειλής, Χαµηλή έσµευση: Μη-Εµπλοκή εαυτού Η πρώτη αυτή περίπτωση δεν εµπλέκει τον εαυτό, γιατί δεν απειλείται (ούτε ο προσωπικός, ούτε ο συλλογικός εαυτός) και η δέσµευση στην οµάδα είναι χαµηλή. Άρα ο µόνος προβληµατισµός είναι η διαµόρφωση εντυπώσεων µε ακρίβεια και αποτελεσµατικότητα, γιατί το βασικό κίνητρο είναι η µη-εµπλοκή που οδηγεί σε αποκρίσεις µη-εµπλοκής µε τα κοινωνικά ερεθίσµατα, δηλ. σε αποκρίσεις που αφορούν µόνο τον τοµέα της κοινωνικής αντίληψης (ακρίβεια/ αποτελεσµατικότητα, εφόσον ο συλλογικός εαυτός δεν εµπλέκεται και εποµένως δεν οδηγεί σε αντιληπτικές στρεβλώσεις προς όφελος της οµάδας) και σε µικρότερο βαθµό (έως καθόλου) τα συναισθήµατα ή τη συµπεριφορά. Όµως ο εαυτός µπορεί να έχει εµπλοκή και σε αυτήν την περίπτωση, όχι λόγω απειλής, αλλά λόγω προσωπικού συµφέροντος. Για παράδειγµα, αν αποκοµίζουµε κάποιο όφελος από τη σχέση µας µε κάποιον (π.χ. από τη σχέση µε τον εργοδότη µας) µπορεί να τον προσέχουµε περισσότερο (µεγαλύτερη ακρίβεια στην αντίληψη) γιατί θέλουµε να προβλέψουµε τη συµπεριφορά του απέναντί µας. Πρόκειται για ένα παράδειγµα γνωστικού φιλάργυρου που γίνεται τακτικιστής βάσει κινήτρων. Επίσης, ο τρόπος αυτό-παρουσίασής µας µπορεί να αλλάζει ανάλογα µε το κοινό, ή µε τον αν θα λογοδοτήσουµε σε άλλους. 2. Έλλειψη Απειλής, Υψηλή έσµευση: Έκφραση Ταυτότητας Σε αυτή την περίπτωση η κοινωνική αντίληψη εµπλέκει το συλλογικό εαυτό και γι αυτό ο βασικός προβληµατισµός αφορά την νοηµατοδότηση και κατανόηση της οµαδικής ταυτότητας. Το βασικό κίνητρο είναι η έκφραση και επιβεβαίωση της ταυτότητας. Έτσι οι αποκρίσεις δεν περιορίζονται µόνο στο αντιληπτικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται και στο συναισθηµατικό και στο συµπεριφορικό. Στο αντιληπτικό επίπεδο, όταν η ταυτότητα της οµάδας δεν είναι ακόµα σαφής (π.χ. µια νέα πολιτική κίνηση), αλλά τα άτοµα νιώθουν δέσµευση προς την οµάδα, θα προσπαθήσουν να διαφοροποιήσουν την ενδοοµάδα από τις εξωοµάδες ώστε να της προσδώσουν «δηµιουργική» διακριτότητα. Αν η ταυτότητα της οµάδας είναι σαφώς διαµορφωµένη, σύµφωνα µε τις αρχές της ΘΑΚ, τα µέλη θα υιοθετούν την πρωτοτυπική θέση της οµάδας και θα αυτό-στερεοτυποποιούνται, αλλά και θα βλέπουν και την εξωοµάδα υπό στερεοτυπικούς όρους. Επίσης θα προσπαθούν για θετική διάκριση της ενδοοµάδας έναντι της εξωοµάδας.

28 Όµως επειδή η ενδοοµάδα δεν απειλείται, έρευνες έχουν δείξει ότι τα µέλη της µπορεί να παραδεχτούν την ανωτερότητα της εξωοµάδας αναφορικά µε κάποιες διαστάσεις σύγκρισης (εξωοµαδική εύνοια), αρκεί να υπάρχουν εναλλακτικές διαστάσεις που να ευνοούν την ενδοοµάδα και να της προσδίδουν κάποιο θετικό χαρακτήρα. Στο συναισθηµατικό επίπεδο, κάποιες έρευνες έχουν δείξει ότι η θετική διάκριση υπέρ την ενδοοµάδας αυξάνει την συλλογική αυτοεκτίµηση, αν και σε αυτό το θέµα τα αποτελέσµατα είναι ανάµικτα (όπως θα δούµε αργότερα για την υπόθεση της αυτοεκτίµησης). Βέβαια, όταν η ταυτότητα της οµάδας δεν απειλείται, πιθανόν τα µέλη της να αρκούνται στην επίτευξη της διακριτότητας της οµάδας και η αύξηση της συλλογικής αυτοεκτίµησης να είναι δευτερεύουσα. Στο συµπεριφορικό επίπεδο, τα µέλη της οµάδας επιδεικνύουν φιλοκοινωνική συµπεριφορά, π.χ. εθελοντική προσφορά βοήθειας στα µέλη της οµάδας που τη χρειάζονται. Όµως, επειδή η υψηλή δέσµευση οδηγεί σε συµµόρφωση µε τις νόρµες της οµάδας, µπορεί τα µέλη να προβούν και σε αντικοινωνικές συµπεριφορές προς τα µέλη της εξωοµάδας. 3. Απειλή προς το Άτοµο, Χαµηλή έσµευση: Αυτό-Επιβεβαίωση Για κάποιον µε χαµηλή δέσµευση προς µια οµάδα, το να έχει κατηγοριοποιηθεί ως µέλος της αποτελεί απειλή για τον ατοµικό εαυτό. Τα άτοµα αυτά µπορεί να νιώθουν την οµάδα στην οποία ανήκουν (από αντικειµενική άποψη), ως εξωοµάδα (από ψυχολογική άποψη). Η κατηγοριοποίηση µπορεί να είναι ανεπιθύµητη για ένα άτοµο για διάφορους λόγους: 1. Λόγω της επιθυµίας του ατόµου να εδραιώσει τη µοναδικότητά του 2. Λόγω της άποψής του ότι η συγκεκριµένη κατηγοριοποίηση δεν έχει σχέση µε την περίσταση 3. Επειδή πιστεύει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλες κατηγοριοποιήσεις 4. Επειδή νιώθει ότι χάνει τον προσωπικό έλεγχο όταν µια συγκεκριµένη κατηγοριοποίηση επιβάλλεται από άλλους Όπως ισχυρίζεται η Θεωρία της Βέλτιστης ιακριτότητας (Brewer, 1991) (µε την οποία θα ασχοληθούµε αναλυτικά αργότερα) οι άνθρωποι δεν επιθυµούν να ανήκουν σε µεγάλες οµάδες γιατί νιώθουν ότι αφοµοιώνονται και προτιµούν να ανήκουν σε σχετικά µικρές οµάδες. Κάτω λοιπόν από συνθήκες χαµηλής δέσµευσης, οι Ellemers